08 Φεβ

Κοινωνική συμμόρφωση: όλοι είμαστε κομφορμιστές

Πολύ συχνά οι ψυχολόγοι λέμε ότι υπάρχουν διαφορές στον τρόπο που οι άνθρωποι από ανατολικές και δυτικές κοινωνίες αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και τις σχέσεις που αναπτύσσουν με το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο. Συγκεκριμένα, οι δυτικές κουλτούρες δίνουν έμφαση στις ατομικές ικανότητες, ωθούν τα άτομα να είναι ξεχωριστά και να διαφέρουν από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο, με αποτέλεσμα να γίνονται πιο ανταγωνιστικά. Αντίθετα, οι ανατολίτικες κουλτούρες δίνουν έμφαση στην έννοια της κοινότητας, ωθούν τα άτομα να αναπτύσσουν στενές σχέσεις με τους υπολοίπους και να ακολουθούν πιστά τις κοινωνικές νόρμες, διαφοροποιώντας στο ελάχιστον την συμπεριφορά τους σε σχέση με το κοινωνικό σύνολο και τις κοινωνικές επιταγές.

Μπορεί η Δύση να δίνει έμφαση στην ατομικότητα, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι ταυτόχρονα δεν λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη τις απόψεις των υπολοίπων. Έχουμε την ανάγκη να γίνουμε δέκτες αποδοχής από τις κοινωνικές ομάδες στις οποίες ανήκουμε και φυσικά να έχουμε όσο το δυνατόν λιγότερες συγκρούσεις. Πόσο μακριά όμως μπορεί να φτάσει η ανάγκη μας για αποδοχή; Αν κρίνουμε από τα αποτελέσματα του κλασικού πειράματος του Asch στα μέσα της δεκαετίας του 1950, τότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η ανάγκη είναι μεγαλύτερη από ότι περιμένουν οι περισσότεροι.

Ο Asch ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς κοινωνικούς ψυχολόγους του αιώνα που μας πέρασε, ο οποίος, ζώντας μετά το τέλος του Β’ ΠΠ και εν μέσω του Ψυχρού Πολέμου, είχε έντονους προβληματισμούς σχετικά με την επίδραση της κοινωνικής πίεσης στη συμπεριφορά του ατόμου. Οι άνθρωποι φαίνονται ελεύθεροι και έχουν την πεποίθηση ότι λειτουργούν αυτόνομα, αλλά ο Asch πίστευε ότι όλα αυτά είναι μια ψευδαίσθηση. Για να ελέγξει την υπόθεσή του σχεδίασε ένα πολύ απλό και ταυτόχρονα εξαιρετικά ευφυές πείραμα. Οι συμμετέχοντες καλούνταν να λάβουν μέρος σε ένα πείραμα το οποίο υποτίθεται ότι σκοπό είχε να ελέγξει την οπτική αντίληψή τους. Στην πιο κλασική μορφή του πειράματος οι συμμετέχοντες καθόντουσαν μαζί με άλλα άτομα σε μια αίθουσα και κοιτούσαν μια σειρά από κάρτες που έδειχναν 3 γραμμές, τις οποίες έπρεπε να συγκρίνουν (Με ποια γραμμή της κάρτας Β είναι ίση η γραμμή της κάρτας Α, βλ. Εικόνα 1). Τα υπόλοιπα άτομα στην πραγματικότητα ήταν βοηθοί του πειραματιστή και σε συγκεκριμένες ερωτήσεις έδιναν εσκεμμένα λανθασμένες απαντήσεις. Στο κλασικό πείραμα οι κρυφοί βοηθοί έδιναν πρώτοι τις απαντήσεις τους, ώστε να ασκηθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πίεση στον συμμετέχοντα και να συμμορφωθεί με τις επιταγές των υπολοίπων.

Παράδειγμα σύγκρισης από το πείραμα του Asch

Εικόνα 1: Παράδειγμα σύγκρισης από το πείραμα του Asch

Όπως βλέπουμε και από το παράδειγμα της Εικόνας 1, οι ερωτήσεις-παγίδα ήταν αρκετά εύκολες και οι απάντηση στο ερώτημα ποια γραμμή της δεύτερης κάρτας είναι ίση με τη γραμμή της πρώτης κάρτας θα λέγαμε ότι ήταν τουλάχιστον οφθαλμοφανής. Μάλιστα, όταν οι συμμετέχοντες λάμβαναν μέρος στο πείραμα ατομικά (χωρίς άλλους συμμετέχοντες-βοηθούς στο χώρο), οι σωστές απαντήσεις έφταναν το 99%. Αυτό που πρόσεξε όμως ο Asch ήταν πως όταν οι συμμετέχοντες έδιναν τις απαντήσεις ομαδικά με τον τρόπο που περιγράψαμε πιο πάνω, τότε το ποσοστό σωστών απαντήσεων έπεφτε σημαντικά. Ενώ στις πρώτες ερωτήσεις-παγίδα οι συμμετέχοντες έδιναν τις σωστές απαντήσεις, καθώς προχωρούσαν οι ερωτήσεις και οι βοηθοί έδιναν λανθασμένες απαντήσεις, έτειναν να συμφωνούν όλο και περισσότερο με την ομάδα, πηγαίνοντας αντίθετα στις προσωπικές τους αντιλήψεις. Εκτιμήθηκε ότι έως και 75% των συμμετεχόντων συμφώνησε τουλάχιστον μία φορά με την λανθασμένη άποψη της ομάδας, ενώ το 37% συμφώνησε πλήρως με την ομάδα!

Τι συνέβη όμως; Πως γίνεται κάποιος να βλέπει κάτι με τα ίδια του τα μάτια και να δηλώνει κάτι διαφορετικό; Η απάντηση είναι απλά: η πίεση της ομάδας. Ακόμη και για απλές δραστηριότητες και αποφάσεις που έχουν μηδενικό αντίκτυπο για εμάς (όπως η απάντηση σε ένα πείραμα με αγνώστους) τείνουμε να πηγαίνουμε με τα νερά της ομάδας για να αποφύγουμε τις συγκρούσεις και να μην διαφοροποιηθούμε από την ομάδα[1] . Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι όταν οι βοηθοί άνηκαν στο ίδιο φύλο ή/και φυλή με τον συμμετέχοντα, τότε η υποταγή στην ομάδα αυξανόταν κι άλλο, κάτι το οποίο μας οδηγεί σε μια ακόμη παράμετρο που φαίνεται να παίζει ρόλο σε αυτές τις περιπτώσεις: το πόσο κοντά αισθανόμαστε την ομάδα η οποία μας ασκεί την πίεση. Όσο πιο όμοια χαρακτηριστικά έχουμε, τόσο λιγότερο θέλουμε να διαφέρουμε από τους υπολοίπους της ομάδας, είτε αυτή είναι μια ομάδα 3-4 ατόμων, είτε 100, είτε ένα ολόκληρο έθνος.

Ένας παράγοντας όμως μπορεί να μειώσει δραματικά την επίδραση της ομάδας πάνω μας: η ανωνυμία! Όταν οι συμμετέχοντες του πειράματος καλούνταν να δώσουν γραπτή απάντηση και όχι προφορική ενώπιον όλων, ακόμη και όταν γνώριζαν τις απαντήσεις των υπολοίπων, υπέκυπταν σημαντικά λιγότερο. Ο λόγος ήταν ότι δεν χρειαζόταν να γίνει φανερή η αντίθεση της άποψής τους με την άποψη της πλειοψηφίας, οπότε αυξανόταν η αίσθηση ελευθερίας. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να το συγκρατήσουμε, καθώς η ανωνυμία αποτελεί θεμέλιο λίθο στις ψηφοφορίες των σύγχρονων δημοκρατιών ακριβώς για τη διασφάλιση της ελευθερίας της άποψης και της μείωσης των συγκρούσεων των ατόμων της μειοψηφίας με τα άτομα της πλειοψηφίας.

Η τάση να υποκύπτουμε στην πλειοψηφία φαίνεται πως σε μεγάλο βαθμό έχει γενετική βάση. Ακόμη και μικρά παιδιά 3-4 ετών τείνουν να συμφωνούν με την πλειοψηφία των συνομηλίκων τους, όταν οι απόψεις τους έρχονται σε σύγκρουση με την ομάδα[2] . Αυτό όμως δεν συμβαίνει στα παιδιά με διαγνωσμένο αυτισμό[3]. Αντίθετα, αυτά τα παιδιά τείνουν να μην δίνουν σημασία στις επιταγές της ομάδας και επιμένουν στην προσωπική τους άποψη, όσο αντιδημοφιλής και εάν είναι αυτή. Αυτό το εύρημα υπογραμμίζει τον ρόλο που παίζουν οι γενετικοί παράγοντας και η «καλωδίωση” του εγκεφάλου στην ανάπτυξη της κοινωνικής γνώσης και της ανάγκης του «ανήκειν”, στην οποία οφείλεται η ανάγκη για όσο το δυνατόν λιγότερες προστριβές με την πλειοψηφία της κοινωνίας.

Συμπερασματικά θα λέγαμε πως όσο ανεξάρτητοι και εάν νομίζουμε ότι είμαστε, στην πραγματικότητα η κοινωνία ασκεί τεράστια επιρροή πάνω στη συμπεριφορά μας, ίσως με τρόπους που δεν μπορούμε να φανταστούμε και να ελέγξουμε κάθε δεδομένη στιγμή. Η πραγματική ελευθερία έρχεται μέσα από την ανωνυμία και με το να μπορέσει η φωνή μας να ακουστεί, δίχως να ταυτοποιθούμε και να στοχοποιηθούμε για τις απόψεις μας. Βεβαίως η ανωνυμία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πανάκεια. Μια βόλτα στο διαδίκτυο θα μας πείσει πως η ανωνυμία εύκολα μπορεί να φτάσει στα όρια της ασυδοσίας και να επιτρέψει στα άτομα να βγάλουν τον χειρότερο εαυτό τους, πληγώνοντας τρίτους δίχως απολύτως κανέναν λόγο. Ο κοινωνικός κομφορμισμός έχει και θετικά στοιχεία και είναι ένα από τα βασικά υλικά που κρατάνε μια κοινωνία δεμένη και επιτρέπουν την εφαρμογή κοινωνικών κανόνων για την διαιώνισή της.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Bond & Smith (1996). Culture and Conformity: A Meta-Analysis of Studies Using Asch’s (1952b, 1956) Line Judgment Task. Psychological Bulletin []
  2. Seston & Kelemen (2013). Children’s conformity when acquiring novel conventions: The case of artifacts. Journal of Cognition and Development []
  3. Yafai et al. (2013) Social Conformity and ASD: A child-friendly take on a classic stufy. Autism. [pdf] []
13 Ιούλ

Ο ρόλος των συναισθημάτων

Τα συναισθήματα παίζουν σημαντικό ρόλο συνδυαστικά με τον τρόπο που σκεφτόμαστε και συμπεριφερόμαστε. Για να κατανοήσουμε τα συναισθήματα, είναι σημαντικό να καταλάβουμε τα τρία συστατικά ενός συναισθήματος. Τα συναισθήματα μας αποτελούνται από ένα υποκειμενικό στοιχείο (το πώς βιώνουμε το συναίσθημα), ένα φυσικό (το πώς το σώμα μας αντιδρά στο συναίσθημα) και ένα εκφραστικό (το πώς συμπεριφερόμαστε σε απάντηση προς το συναίσθημα). Αυτά τα διαφορετικά στοιχεία μπορούν να διαδραματίσουν έναν ρόλο στη λειτουργία και στον σκοπό των συναισθηματικών μας αντιδράσεων.

Αλλά γιατί βιώνουμε συναισθήματα; Τι ρόλο εξυπηρετούν;

Τα συναισθήματα μπορούν να μας παρακινήσουν να αναλάβουμε δράση. Όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μία πρόκληση, μπορεί να νιώσουμε άγχος για το αν θα τα πάμε καλά. Λόγω αυτής της συναισθηματικής μας αντίδρασης, ίσως να είναι πιο πιθανό να παρακινηθούμε να εμπλακούμε περισσότερο, ώστε να επιτύχουμε μια πιθανή έκβαση που επιθυμούμε. Από τη στιγμή που βιώνουμε ένα συγκεκριμένο συναίσθημα, μας δίνεται το κίνητρο να αναλάβουμε δράση και να κάνουμε κάτι θετικό για να βελτιώσουμε τις πιθανότητές επιτυχίας μας.

Τείνουμε, επίσης, να αναλαμβάνουμε δράση προκειμένου να βιώνουμε θετικά συναισθήματα και να ελαχιστοποιούμε την πιθανότητα να νιώθουμε τα αρνητικά. Για παράδειγμα, μπορούμε να ανατρέχουμε σε κοινωνικές δραστηριότητες ή χόμπι που μας παρέχουν μια αίσθηση ευτυχίας, ικανοποίησης και ενθουσιασμού. Από την άλλη πλευρά, πιθανόν να αποφεύγουμε καταστάσεις που μπορούν δυνητικά να οδηγήσουν σε πλήξη, θλίψη ή άγχος.

Ο Δαρβίνος πίστευε ότι τα συναισθήματα είναι προσαρμοστικός παράγοντας που επιτρέπει τόσο τους ανθρώπους, όσο και στα ζώα να επιβιώσουν και να αναπαραχθούν. Τα συναισθήματα χρησιμεύουν ώστε να λάβουμε δράση γρήγορα και να μεγιστοποιήσουμε τις πιθανότητές μας για επιβίωση και επιτυχία.

Τα συναισθήματά μας, επιπλέον, συμβάλλουν σημαντικά στις αποφάσεις που παίρνουμε. Ακόμα και σε περιπτώσεις που πιστεύουμε ότι οι αποφάσεις μας καθοδηγούνται αποκλειστικά από τη λογική και τον ορθολογισμό, τα συναισθήματα παίζουν καθοριστικό ρόλο. Η συναισθηματική νοημοσύνη ή η ικανότητά μας να κατανοούμε και να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματα, έχει αποδειχθεί ότι παίζει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Όταν ερχόμαστε σε επαφή με άλλους ανθρώπους, είναι σημαντικό να δώσουμε «σήματα» για να τους βοηθήσουμε να κατανοήσουν το πώς αισθανόμαστε. Αυτά τα «σήματα» μπορούν να περιλαμβάνουν τη συναισθηματική έκφραση μέσα από τη γλώσσα του σώματος, όπως οι διάφορες εκφράσεις του προσώπου που συνδέονται με τα ιδιαίτερα συναισθήματα που βιώνουμε. Όταν λέμε σε φίλους ή σε μέλη της οικογένειας ότι αισθανόμαστε χαρά, λύπη, ενθουσιασμένοι ή φοβισμένοι, τους δίνουμε σημαντικές πληροφορίες που μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιήσουν για να αναλάβουν δράση.

Ακριβώς όπως τα δικά μας συναισθήματα παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τους άλλους, οι συναισθηματικές εκφράσεις των γύρω μας, μας δίνει μια πληθώρα κοινωνικών πληροφοριών. Η επικοινωνία με τους άλλους είναι ένα σημαντικό μέρος της καθημερινής μας ζωής και των σχέσεων, καθώς βοηθά να ερμηνεύουμε και να αντιδρούμε στα συναισθήματα των άλλων. Αυτό μας επιτρέπει να ανταποκριθούμε κατάλληλα και να οικοδομήσουμε βαθύτερες, πιο ουσιαστικές σχέσεις με τους φίλους μας, την οικογένεια μας και τους αγαπημένους μας.

Εν κατακλείδι, τα συναισθήματα μπορούν να μας παρακινήσουν να δράσουμε με συγκεκριμένους τρόπους και να μας δώσουν τα εργαλεία και τους πόρους που χρειαζόμαστε για να αλληλεπιδράσουμε ουσιαστικά με τον κοινωνικό μας περίγυρο.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία

  • Darwin, C. (1872). The expression of emotions in man and animas. New York: Appleton.
  • Goleman, D. (2011). Η Συναισθηματική Νοημοσύνη. Αθήνα: Πεδίο.
  • James, W. (1884). What is an emotion ?. Mind, 9, 188-205.
  • Lyons, W. (1999). The Philosophy of Cognition and Emotion. In T. Dalgleish, & M. J. Power (Eds.)(1999). A Handbook of Cognition and Emotion (21-44). Chichester: Wiley.
  • Niedenthal, P., Krauth-Greuber, S., Ric, F. (2011). Ψυχολογία του συναισθήματος. Αθήνα: Τόπος (Μοτίβο εκδοτική).
  • Παππά, Β. (2013). Η λογική των συναισθημάτων: Συναισθηματική ανάπτυξη και συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Οκτώ.
16 Φεβ

Το φαινόμενο της απάθειας του θεατή

Ήταν 3.15 πμ της 13ης Μαρτίου 1964, όταν μία γυναίκα επέστρεφε από τη δουλειά στο μπαρ της και πάρκαρε το αυτοκίνητό της μπροστά από το σύμπλεγμα κατοικιών στο οποίο έμενε στη Νέα Υόρκη. Βγήκε από το αυτοκίνητό της και κινήθηκε προς την είσοδο του σπιτιού της που απείχε μόλις 30 μέτρα από το πάρκινγκ. Ένας άγνωστος άνδρας εμφανίστηκε πίσω της και άρχισε να την κυνηγάει. Η Catherine Genovese, όπως ήταν το όνομα της νεαρής γυναίκας, άρχισε να τρέχει προς την είσοδο φωνάζοντας για βοήθεια. Ο άνδρας όμως την πρόλαβε λίγο πριν της είσοδο και της κατάφερε δύο μαχαιριές στην πλάτη. Η κοπέλα ούρλιαζε για βοήθεια φωνάζοντας πως την έχουν μαχαιρώσει.

Ένας γείτονας άκουσε τις φωνές, βγήκε στο μπαλκόνι και φώναξε προς τον κακοποιό «Φύγε και άσε ήσυχη την κοπέλα», αναγκάζοντας τον άνδρα να το βάλει στα πόδια, ενώ η Genovese σύρθηκε προς την είσοδό της με όση δύναμη της είχε απομείνει. Λίγα λεπτά αργότερα ο δράστης επέστρεψε στο θύμα του και συνέχισε να της επιτίθεται με μανία. Συνολικά η κοπέλα βασανίστηκε πάνω από 45 λεπτά πριν ένας άλλος γείτονας βγει να δει τι συμβαίνει και καλέσει την αστυνομία και ασθενοφόρο. Η Genovese πέθανε κατά τη μεταφορά της στο νοσοκομείο.

Αυτή η ιστορία θα ήταν μια ιδιαίτερα τραγική ιστορία δολοφονίας μετά ληστείας, αλλά έμεινε στην ιστορία για έναν απλό λόγο. Υπολογίζεται πως πάνω από 30 άτομα άκουσαν την κοπέλα να καλεί σε βοήθεια, αλλά κανένας δεν την βοήθησε ή δεν ειδοποίησε έγκαιρα τις αρχές, με αποτέλεσμα η κοπέλα να βασανιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και να χάσει τη ζωή της. Η συγκεκριμένη ιστορία έδωσε την αφορμή στους κοινωνικούς ψυχολόγους να δημιουργήσουν μία νέα έννοια: το φαινόμενο του θεατή (bystander effect).

Σύμφωνα με αυτό το φαινόμενο, όσοι περισσότεροι είναι θεατές σε ένα τραγικό γεγονός, τόσο μειώνονται οι πιθανότητες να βοηθήσουν τον συνάνθρωπό τους. Μεγάλες και ιστορικές έρευνες έχουν μελετήσει επανειλημμένα το συγκεκριμένο φαινόμενο και επιπλέον έχει επαναληφθεί και άλλες φορές στην εγκληματολογική ιστορία. Πλέον θεωρείται ως ένα από τα πιο ευρέως εδραιωμένα κοινωνικά φαινόμενα.

Πως είναι όμως δυνατόν να βλέπεις τον συνάνθρωπό σου να υποφέρει και να μην κάνεις τίποτα; Με μια πρώτη σκέψη, μας φαίνεται αδιανόητη η λογική πίσω από αυτό το φαινόμενο. Θα περίμενε κανείς ότι όσο αυξάνονται οι μάρτυρες ενός συνανθρώπου μας που χρειάζεται επειγόντως βοήθεια, τόσο θα έπρεπε να αυξάνεται και η πιθανότητα κάποιος να βοηθήσει ή να καλέσει για βοήθεια τις αρχές. Γιατί η πραγματικότητα διαφέρει τόσο από αυτό που αναμένουμε;

Διάχυση ευθύνης

Ένας βασικός λόγος που ο αυξημένος αριθμός μαρτύρων μιας κακομεταχείρισης δεν αυξάνει την πιθανότητα παρέμβασης είναι αρκετά απλός: η διάχυση της ευθύνης. Όσο περισσότερα άτομα βρίσκονται αντιμέτωπα με μία μεγάλη ευθύνη (π.χ. να καλέσουν την αστυνομία), τόσο μικραίνει η ατομική ευθύνη. Σκεφτείτε το σαν ένα μπουκάλι με νερό το οποίο μοιράζεται η ίδια ποσότητα νερού σε έναν αριθμό ποτηριών. Όσο λιγότερα είναι τα ποτήρια (οι μάρτυρες, στην περίπτωσή μας), τόσο περισσότερο νερό (η ευθύνη) αναλογεί στο κάθε ένα. Με απλά λόγια, όταν υπάρχουν πολλά άτομα σε μια σκηνή εγκλήματος, σκεφτόμαστε ότι κάποιος άλλος θα παρέμβει ή έχει ενημερώσει ήδη τις Αρχές. Πλήθος ερευνών με κοινωνικά πειράματα πάνω στο φαινόμενο του θεατή έχουν δείξει μια σταθερή αρνητική σχέση μεταξύ πιθανότητας παρέμβασης και αριθμού μαρτύρων.

Έπειτα, υπάρχει και το φαινόμενο της μίμησης. Όσο περισσότερα άτομα δεν αντιδρούν σε μια κατάσταση (ενδεχομένως λόγω της διάχυσης ευθύνης που αναφέραμε προηγουμένως) τόσο αυξάνεται η πιθανότητα και εμείς να μην αντιδράσουμε, καθώς σκεφτόμαστε πως για να μην αντιδράσει κανένας, μάλλον το περιστατικό είναι ήσσονος σημασίας. Έτσι, ανακυκλώνεται η απραξία, έως ότου βεβαίως κάποιος κάνει την αρχή και αντιδράσει, αυξάνοντας την εμπλοκή και των υπολοίπων μαρτύρων.

Γνώση του πώς να βοηθήσουμε χωρίς αρνητικές συνέπειες

Μερικές φορές το φαινόμενο του θεατή οφείλεται σε πιο απλές εξηγήσεις. Για παράδειγμα, μία έρευνα του 2013[1] πάνω στο συγκεκριμένο φαινόμενο βρήκε πως σε μερικές περιπτώσεις οι μάρτυρες δεν βοηθούν όχι επειδή δεν θέλουν να βοηθήσουν, αλλά γιατί πολύ απλά δεν ξέρουν πώς να βοηθήσουν χωρίς να κάνουν τα πράγματα χειρότερα για το άτομο που χρειάζεται βοήθεια ή ακόμη και για τους ίδιους (εάν κινδυνεύει και η δική τους ακεραιότητα). Για παράδειγμα, εάν κάποιος ξυλοκοπηθεί άγρια και αφεθεί στο δρόμο λιπόθυμος, μπορεί να μην πλησιάσουμε να βοηθήσουμε γιατί δεν έχουμε γνώση του πώς να προσφέρουμε τις πρώτες βοήθειες, ενώ ταυτόχρονα «παγώνουμε», μήπως και αυτός που επιτέθηκε στο άτομο προσπαθήσει να ξυλοκοπήσει και εμάς.

Βεβαίως όσο πιο «απλή» είναι μια κατάσταση και όσο μικρότερο ρίσκο παίρνουμε προσφέροντας βοήθεια, τόσο πιο πιθανό είναι να βοηθήσουμε. Για να το κατανοήσουμε, στο παράδειγμα του ξυλοδαρμού που ανέφερα παραπάνω ας αντιπαραθέσουμε ένα παράδειγμα όπου κάποιος γλιστράει στο δρόμο και σπάει το χέρι του. Αυτή η κατάσταση είναι πιο απλή και με λιγότερο ρίσκο, καθώς δεν κινδυνεύει ούτε η σωματική μας ακεραιότητα, ούτε άμεσα η ακεραιότητα του ατόμου με τη βοήθεια που θα προσφέρουμε (αρκεί να μην κουνήσουμε απότομα το σπασμένο χέρι!). Βλέπουμε δηλαδή ότι σε τέτοιες περιπτώσεις που δεν περιμένουμε ιδιαίτερες αρνητικές συνέπειες από την εμπλοκή μας με τον συνάνθρωπό μας που χρειάζεται βοήθεια, παρατηρείται αυξημένη πιθανότητα για παροχής βοήθειας.

Ο παράγοντας της κουλτούρας

Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι διίστανται πάνω στο ερώτημα εάν η κουλτούρα μας παίζει ρόλο στην εμφάνιση του φαινομένου του θεατή. Υπάρχουν έρευνες που δείχνουν ότι σε όλο τον κόσμο οι άνθρωποι αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο σε κάποιον συνάνθρωπό τους που χρειάζεται βοήθεια, εφόσον λάβουμε υπόψη τους παράγοντες που αναφέραμε πιο πάνω. Από την άλλη όμως, κάποιες έρευνες πάνω στο φαινόμενο του θεατή δείχνουν ότι οι πολιτισμικοί παράγοντες όχι μόνο πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση του φαινομένου, αλλά πρέπει να του δίνεται και ιδιαίτερη βαρύτητα. Συγκεκριμένα, μελέτες που λαμβάνουν υπόψη πειράματα που έχουν γίνει σε διαφορετικές κουλτούρες[2] έφτασαν στο συμπέρασμα ότι όσο πιο πολύ επιβραβεύει τον ατομισμό μια κουλτούρα (π.χ. οι δυτικές κουλτούρες σε Ευρώπη και Αμερική) τόσο μικρότερη πιθανότητα υπάρχει για εμπλοκή των μαρτύρων για παροχή βοήθειας σε τυχαία θύματα μιας βίαιης ενέργειας ή κάποιου τυχαίου, κακού συμβάντος. Αντίθετα, σύμφωνα με τις ίδιες μετα-αναλύσεις, οι πιθανότητες αυξάνονται εάν το συμβάν λάβει χώρα σε μια κουλτούρα που επιβραβεύει όχι τον ατομισμό, αλλά το αίσθημα το ανήκειν σε μια κοινότητα.

Επιπλέον, πέραν του πολιτισμικού περιβάλλοντος εντός του οποίου συμβαίνει ένα περιστατικό, σημασία έχει και η ταύτιση της πολιτισμικής, κοινωνικής, φυλετικής ή άλλης ταυτότητας μεταξύ των μαρτύρων και του θύματος. Όσο πιο κοντά αισθάνονται οι μάρτυρες προς το θύμα (π.χ. ανήκουν στην ίδια κοινωνική τάξη, στην ίδια φυλή, στο ίδιο φύλο, εθνικότητα κ.α.) τόσο πιο πιθανό είναι να το βοηθήσουν[3] .

Συμπερασματικά

Το φαινόμενο του θεατή είναι ένα από τα πιο καλά μελετημένα κοινωνικά φαινόμενα, με πλήθος ερευνητικών δεδομένων να υποστηρίζουν την ύπαρξή του σε όλες τις κουλτούρες, ενδεχομένως με διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά στην κάθε μία ξεχωριστά. Το κατά πόσο θα βοηθήσουμε ένα θύμα μιας κακής κατάστασης, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως ο αριθμός των μαρτύρων, η γνώση μας για την σωστή παροχή βοήθειας, η εκτίμηση του κατά πόσο κινδυνεύουμε και εμείς οι ίδιοι εάν παρέχουμε βοήθεια στο θύμα αλλά και τα κοινά κοινωνικά χαρακτηριστικά που μοιραζόμαστε μαζί του. Είναι ένα φαινόμενο που δεν παρουσιάζει απλά επιστημονικό ενδιαφέρον αλλά και ευρύτερο, καθώς επηρεάζει τη συμπεριφορά μας στην καθημερινότητά μας και μπορεί σε μερικές περιπτώσεις να αποδειχθεί κρίσιμο για την παροχή βοήθειας σε έναν συνάνθρωπό μας ο οποίος χρειάζεται επειγόντως βοήθεια. Ας το έχουμε στην άκρη του νου μας λοιπόν, ένα τύχει να βρεθούμε σε μια τέτοια κατάσταση.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Aronson, E., Wilson, T., &Akert,R. (2013). Social Psychology (8th ed.). Upper Saddle, New Jersey:Pearson Education Inc. []
  2. Pozzoli, T., Ang, R. P., & Gini, G. (2012). Bystanders’ Reactions to Bullying: A Cross-cultural Analysis of Personal Correlates Among Italian and Singaporean Students. Social Development, 21(4), 686-703. doi:10.1111/j.1467-9507.2011.00651.x Schwartz, S. H., & Gottlieb, A. (1976). Bystander reactions to a violent theft: Crime in Jerusalem. Journal Of Personality And Social Psychology, 34(6), 1188-1199. doi:10.1037/0022-3514.34.6.1188 []
  3. Levine, M., & Crowther, S. (2008). The responsive bystander: How social group membership and group size can encourage as well as inhibit bystander intervention. Journal Of Personality And Social Psychology, 95(6), 1429-1439. doi:10.1037/a0012634 []
03 Δεκ

Έκδοση Βιβλίου: Σύγχρονα θέματα κοινωνικής και κοινοτικής ψυχιατρικής

Η τρέχουσα κοινωνικο-οικονομική κρίση που πλήττει την Ευρώπη και ιδιαιτέρως τη χώρα μας, διαμόρφωσαν μία νέα οδυνηρή πραγματικότητα, στην οποία οι ανάγκες για φροντίδα ψυχικής υγείας παρουσιάζουν ραγδαία αύξηση. Νέες μορφές ψυχοπαθολογίας και κοινωνικής οδύνης καλούν την ψυχιατρική και ευρύτερα επιστημονική κοινότητα να επανεξετάσει το ερώτημα του «τι είναι φυσιολογικό» και τι είναι «παθολογικό»;

Απέναντι σε αυτή την πολυπλοκότητα των νέων αναγκών, η Κοινωνική και Κοινοτική Ψυχιατρική, ως «όχημα παροχής υπηρεσιών», διευρύνει τα πεδία των ερευνών της, και αναπτύσσει δυναμική σχέση με άλλα πεδία, όπως της Επιδημιολογίας, της Δημόσιας Υγείας, της Φιλοσοφίας, της κριτικής Κοινωνιολογίας, της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας της Ψυχανάλυσης, της Ψυχοθεραπείας και της Παιδοψυχιατρικής.

Το βιβλίο, καρπός της γόνιμης συνεργασίας επαγγελματιών ψυχικής υγείας από διαφορετικά πεδία, πραγματεύεται βασικές θεωρητικές και ιστορικές έννοιες της Κοινωνικής και Κοινοτικής Ψυχιατρικής και παρουσιάζει τις σύγχρονες τάσεις και δεδομένα, αναδεικνύοντας καλές πρακτικές Κοινοτικής Ψυχιατρικής τόσο στην Ελλάδα όσο και στον Ευρωπαϊκό χώρο. Οι επαγγελματίες συναντώνται στη βάση του βιοψυχοκοινωνικού μοντέλου για την αντιμετώπιση της ψυχικής ασθένειας και συμβάλλουν στην κατανόηση εννοιών και πρακτικών στο πλαίσιο της Προαγωγής και αγωγής ψυχικής υγείας, της Ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, της Ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης. Παράλληλα, προτείνουν καινοτόμες θεωρίες και πρακτικές, αλλά και νέες προσεγγίσεις, όπως εκείνες του μοντέλου Recovery, του ACT, της κουλτούρας της ενδυνάμωσης, της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην ψυχική υγεία και της εταιρικής σχέσης με τους συλλόγους οικογενειών και ληπτών, προκειμένου να συγκροτηθεί και να εμπεδωθεί και στη χώρα μας ένα νέο παράδειγμα ψυχικής υγείας, στην κατεύθυνση μιας κριτικής ανθρωποκεντρικής ψυχιατρικής.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Στέλιος Στυλιανίδης είναι Καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής στο Τμήμα Ψυχολογίας και τ. Διευθυντής του Τομέα Κλινικής Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών της Αθήνας. Αφού ολοκλήρωσε τις προπτυχιακές σπουδές στην Ιατρική Αθηνών, τo 1985 έλαβε την ειδικότητα της Ψυχιατρικής στη Γαλλία (Paris XII), όπου και εργάστηκε στη συνέχεια στους τομείς της Κοινωνικής Ψυχιατρικής, της Ψυχανάλυσης και της Δημόσιας Υγείας.

Είναι ιδρυτής και Επιστημονικός Διευθυντής της ΜΚΟ Εταιρείας Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ψυχικής Υγείας (ΕΠΑΨΥ). Συμμετείχε ενεργά στο κίνημα της Ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στην Ελλάδα και στην Ευρώπη και διατέλεσε Αντιπρόεδρος της Παγκόσμιας Εταιρείας για την Ψυχοκοινωνική Αποκατάσταση (WAPR). Ο Δρ Στυλιανίδης είναι ψυχαναλυτής, μέλος της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας και της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ένωσης (IPA). Υπήρξε Εθνικός Εκπρόσωπος για την Ψυχική Υγεία στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO) κατά την περίοδο (2009-2011), Διοικητής του Παιδοψυχιατρικού Νοσοκομείου Νταού Πεντέλης (2001-2004) και Διευθυντής του Κέντρου Ψυχικής Υγείας στη Χαλκίδα(1989-1997).

Το κείμενο αποτελεί δελτίο τύπου των Εκδόσεων Τόπος.
Δεν αντικατοπτρίζει απαραίτητα και τις απόψεις του συντάκτη.