27 Απρ

Τα παιδιά δεν μπορούν να ξεχωρίσουν εάν ένα κείμενο στο διαδίκτυο είναι διαφημιστικό ή αντικειμενικό

Το διαδίκτυο αποτελεί πλέον αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς μας, καθώς είναι η κύρια πηγή επικοινωνίας μεταξύ μας αλλά και άντλησης κάθε είδους πληροφοριών (ειδήσεις, εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, προσωπικές απόψεις κ.α.). Ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι παγκοσμίως έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο, με τον ρυθμό εξάπλωσης να πολλαπλασιάζεται χρόνο με το χρόνο. Για να καταλάβουμε καλύτερα τα μεγέθη της επίδρασης του διαδικτύου, αρκεί να αναφέρουμε πως ήδη στον δυτικό κόσμο (Ευρώπη και Β. Αμερική) τα ποσοστά χρήσης του διαδικτύου αγγίζουν έως και το 100%.

Τα παιδιά που γεννήθηκαν στο δυτικό κόσμο μετά το 2000 ουσιαστικά μεγάλωσαν μαζί με το διαδίκτυο, το οποίο τα συνοδεύει στην καθημερινότητά τους, οπότε θα περίμενε κανείς ότι λόγω της αυξημένης οικειότητας με το μέσο, είναι σε θέση να το διαχειρίζονται καλύτερα και να προφυλάσσονται πιο εύκολα από διαδικτυακούς κινδύνους και την υπερπληροφόρηση. Μια πρόσφατη έρευνα έθεσε ένα πιο συγκεκριμένο ερώτημα σχετικά με την ικανότητα των παιδιών να ξεχωρίζουν εάν κάτι που διαβάζουν στο διαδίκτυο είναι αντικειμενικό ή όχι.

Συγκεκριμένα, μια ερευνητική ομάδα του πανεπιστημίου Jyväskylä στην Φινλανδία θέλησε να δει εάν παιδιά ηλικίας 12 ετών είναι σε θέση να διαβάσουν ένα κείμενο στο διαδίκτυο και να αποφασίσουν εάν περιέχει αντικειμενική γνώση ή είναι διαφημιστικό και προωθεί συγκεκριμένους σπόνσορες ενός διαδικτυακού χώρου[1]. Τα παιδιά έπρεπε να διαβάσουν ένα διαδικτυακό προωθητικό κείμενο μιας εταιρίας με energy drinks σχετικά με τα οφέλη της κατανάλωσης τέτοιων ποτών και να το αξιολογήσουν όσον αφορά την αξιοπιστία του.

Τα αποτελέσματα ήταν ξεκάθαρα. Οι μισοί μαθητές δέχτηκαν το κείμενο ως αξιόπιστο, ενώ ακόμη και οι περισσότεροι από αυτούς που δεν το δέχτηκαν ως αξιόπιστο, δεν μπορούσαν να αιτιολογήσουν γιατί δεν το βρίσκουν αξιόπιστο.

Αξιολόγηση πληροφοριώνΔεδομένου ότι η έρευνα έγινε σε μια χώρα με υψηλότατο δείκτη διείσδυσης του διαδικτύου στη ζωή των παιδιών, μπορούμε να υποθέσουμε ότι τα αντίστοιχα ποσοστά εσφαλμένων αξιολογήσεων πληροφοριών σε άλλες χώρες είναι πολύ μεγαλύτερα. Το διαδίκτυο είναι αναπόσπαστο κομμάτι έρευνας και πληροφόρησης για τους μαθητές όλων των ηλικιών στις δυτικές χώρες, συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της Ελλάδας, οπότε έρευνες όπως αυτή υπογραμμίζουν τη σημαντικότητα που έχει το να οξυνθεί η ικανότητα των παιδιών να εντοπίζουν αναξιόπιστες πηγές και πληροφορίες και να αναζητούν πιο αντικειμενικά κείμενα.

Εάν ο αναλφαβητισμός ήταν ένα από τα πιο σημαντικά προβλήματα που κατάφεραν να λύσουν οι προηγούμενες γενιές, ο ηλεκτρονικός αναλφαβητισμός και η έλλειψη κριτικής σκέψης είναι ο στόχος που πρέπει να θέσουμε στην εποχή της υπερπληροφόρησης που ζούμε.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Quartz.com: «Four out of five children don’t recognize when they’re being advertised to, a study finds» []
24 Νοέ

Συνέντευξη του B.F. Skinner: Freud, Κίνητρα, Συναισθήματα, Αντίληψη, Συντελεστική Μάθηση

Μία εξαιρετικά σπάνια συνέντευξη του μεγάλου συμπεριφοριστή ψυχολόγου B.F. Skinner, στην οποία συνδέει τη θεωρία του συμπεριφορισμού με την φροϋδική θεωρία, σχολιάζοντας και τις δύο με τον δικό του τρόπο. Αναπτύσσει πολλά θέματα, όπως τα εσωτερικά και εξωτερικά κίνητρα στον άνθρωπο για να αλλάξει την συμπεριφορά του, την ανάπτυξη συναισθημάτων, την αντίληψη αλλά και τις μηχανές μάθησης που ο ίδιος εφηύρε για να διδάξει τα πειραματόζωα του βάσει των αρχών του συμπεριφορισμού.

Η συνέντευξη έλαβε χώρα το 1964 στο Κέιμπριτζ, όταν ο B.F. Skinner ήταν ήδη γνωστός στο χώρο του και είχε γίνει δέκτης πολλαπλών βραβείων.

14 Ιούλ

Μπορούν οι άνθρωποι να γίνουν πιο συμπονετικοί;

Η συμπόνια ή ενσυναίσθηση περιλαμβάνει την ικανότητα των ανθρώπων να αισθάνονται συμπάθεια για τους άλλους και να κατανοούν τον πόνο των άλλων ανθρώπων. Βέβαια, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η ενσυναίσθηση περιλαμβάνει κάτι περισσότερο από συμπάθεια. Η ενσυναίσθηση βοηθά τους ανθρώπους να αισθάνονται τι νιώθουν οι άλλοι, αλλά επίσης τους ωθεί να βοηθήσουν τους άλλους και να τους ανακουφίσουν τον πόνο τους.

Μέχρι πρόσφατα, οι επιστήμονες γνώριζαν πολύ λίγα για το αν η ενσυναίσθηση θα μπορούσε να καλλιεργηθεί ή να διδάξει. Σε μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Psychological Science (2013), οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όχι μόνο μπορούν οι ενήλικες να μάθουν να είναι πιο συμπονετικοί, αλλά ότι η μάθηση της θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει σε μια πιο αλτρουιστική συμπεριφορά και στην πραγματικότητα να οδηγήσει σε αλλαγές στον εγκέφαλο.

Οι ερευνητές προσπάθησαν να διδάξουν την ενσυναίσθηση σε μια μελέτη που έκαναν σε νέους ενήλικες με τη βοήθεια μιας αρχαίας βουδιστικής τεχνικής, η οποία προορίζεται να αυξήσει τα συναισθήματα για την φροντίδα ανθρώπων που βιώνουν πόνο. Ενώ διαλογίζονταν, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να φανταστούν πως κάποιος υποφέρει. Στη συνέχεια, διαπιστώθηκε πως επιθυμούσαν την ανακούφιση της ταλαιπωρίας του ατόμου. Ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να νιώσουν συμπόνια για διαφορετικούς τύπους ανθρώπων, αρχικά για κάποιον που θα μπορούσαν να αισθανθούν εύκολα συμπόνια, όπως ένα μέλος της οικογένειας ή έναν στενό φίλο και στη συνέχεια για έναν ξένο, καθώς και κάποιον που ερχόταν σε σύγκρουση με τα συναισθήματα του και την συμπόνια. Μια ομάδα από τους συμμετέχοντες είχε εκπαιδευτεί στην τεχνική γνωστή ως «γνωστική επανεξέταση», στην οποία οι άνθρωποι μαθαίνουν να επαναδιατυπώνουν τις σκέψεις τους, ώστε να αισθάνονται λιγότερο αρνητισμό. Οι ερευνητές θέλησαν να προσδιορίσουν εάν οι άνθρωποι μπορούν να μάθουν να αλλάξουν τις συνήθειές τους σε ένα σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα, έτσι ώστε και οι δύο ομάδες των συμμετεχόντων να λάβουν εκπαίδευση στο διαδίκτυο για μια περίοδο 30 λεπτών κάθε μέρα για δύο εβδομάδες.

Οι ερευνητές ήθελαν να μάθουν αν η εκπαίδευση της ενσυναίσθησης θα βοηθήσει τους συμμετέχοντες να γίνουν πιο αλτρουιστικοί. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να παίξουν ένα παιχνίδι στο οποίο θα ξόδευαν δικά τους χρήματα για να βοηθήσουν κάποιον που έχει ανάγκη. Το παιχνίδι περιλάμβανε να παίζουν με δύο άλλους ανώνυμους ανθρώπους online, όπου ο ένας ήταν ο «δικτάτορας» και ο άλλος ήταν το «θύμα». Ο συμμετέχων παρακολουθούσε τον δικτάτορα να μοιράζεται ένα αθέμιτο χρηματικό ποσό με το θύμα και στη συνέχεια να αποφασίσει πόσα από τα δικά του χρήματα να μοιραστεί και να αναδιανέμει τα χρήματα μεταξύ του δικτάτορα και το θύματος.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι είχαν εκπαιδευτεί στην ενσυναίσθηση είχαν περισσότερες πιθανότητες να μοιραστούν τα χρήματα για να βοηθήσουν τον παίκτη που είχε αδικηθεί, ένα παράδειγμα της αλτρουιστικής συμπεριφοράς. Αυτοί οι παίκτες ήταν πιο πιθανό να υιοθετήσουν αλτρουιστική συμπεριφορά από εκείνους στην ομάδα ελέγχου, που είχαν εκπαιδευτεί στη γνωστική επανεξέταση.

Η εκπαίδευση της ενσυναίσθησης αλλάζει τον εγκέφαλο;

Βρεγματικός λοβός - Parietal CortexΟι ερευνητές ήθελαν να δουν τι είδους επιπτώσεις είχε αυτή η εκπαίδευση στον εγκέφαλο. Χρησιμοποιώντας λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI), τόσο πριν όσο και μετά την εκπαίδευση, οι ερευνητές ήταν σε θέση να δουν πώς ο διαλογισμός επηρέασε την εγκεφαλική δραστηριότητα. Αυτό που παρατηρήθηκε ήταν ότι οι συμμετέχοντες που ήταν πιο αλτρουιστές μετά την εκπαίδευση είχαν μια αύξηση της δραστηριότητας του εγκεφάλου στο βρεγματικό λοβό (parietal cortex), μια περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με την ενσυναίσθηση και την κατανόηση για τους άλλους ανθρώπους. Άλλες περιοχές του εγκεφάλου που συνδέονται με θετικά συναισθήματα και σημείωσαν επίσης αύξηση της δραστηριότητας.

Οι ερευνητές προτείνουν ότι όπως και πολλές άλλες ικανότητες, η ενσυναίσθηση είναι μια ικανότητα που μπορεί να βελτιωθεί με την εξάσκηση. Τα αποτελέσματα της μελέτης προσφέρουν συναρπαστικές δυνατότητες για να βοηθήσουν τους ανθρώπους να καλλιεργήσουν την ενσυναίσθηση, κάτι που αλλάζει τις ζωές πολλών. Οι υγιείς ενήλικες δεν είναι οι μόνοι που μπορούν να επωφεληθούν από την εν λόγω κατάρτιση. Διδάσκοντας την ενσυναίσθηση σε παιδιά και ενήλικες, μπορεί να μειώσει τον εκφοβισμό (bullying) και να βοηθήσει εκείνους που αντιμετωπίζουν τα κοινωνικά ζητήματα.

Γιατί είναι σημαντικό να ξέρουμε ότι η ενσυναίσθηση μπορεί να διδαχτεί ακόμη και σε ενήλικες; Επειδή η ενσυναίσθηση αποτελεί κεντρική συνιστώσα πολλών κοινωνικών συμπεριφορών, όπως τον αλτρουισμό και τον ηρωισμό. Πριν αναλάβουμε δράση να βοηθήσουμε κάποιο πρόσωπο, είναι σημαντικό ότι όχι μόνο κατανοούμε τη μοναδικότητα της κατάστασης, αλλά ότι νιώθουμε την τάση να ανακουφίσουμε τον άλλον από τον πόνο.

Ο Rogers, περιγράφοντας την ενσυναίσθηση, υποστήριξε ότι αποτελείται από τρία στοιχεία: ένα θυμικό (ευαισθησία), ένα γνωστικό (παρατήρηση και πνευματική διεργασία) και ένα επικοινωνιακό (αντίδραση-απάντηση). Επίσης, σύμφωνα με ερευνητές, η ενσυναίσθηση περιλαμβάνει τρία βασικά πράγματα. Πρώτον, οι άνθρωποι πρέπει να αισθάνονται ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ένα άλλο πρόσωπο είναι σοβαρά. Επίσης, πρέπει να πιστεύουν ότι αυτά τα προβλήματα δεν είναι αυτοπροκληθέντα. Όταν οι άνθρωποι πιστεύουν ότι η δυσάρεστη κατάσταση ενός ατόμου είναι «δική του φταίξιμο,» είναι λιγότερο πιθανό να συμπάσχουν και να βοηθήσουν. Τρίτον, οι άνθρωποι πρέπει να μπορούν να μπουν στη θέση του άλλου ατόμου που αντιμετωπίζει αυτά τα προβλήματα, χωρίς βέβαια να χαθούν μέσα σε αυτή.

Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί πως διάφοροι προσωπικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες ασκούν επίδραση στην ανάπτυξη και την έκφραση της συναίσθησης. Η οικογένεια και οι σχέσεις οι οποίες αναπτύσσονται στα μέλη της, κατέχει πρωτεύοντα ρόλο, όμως και τα προσόντα με τα οποία οπλίζει το άτομο η φύση και η κοινωνία, συμμετέχουν οπωσδήποτε στην ικανότητα για εμβίωση και έκφραση ενσυναίσθησης σε διάφορα επίπεδα. Μπορεί να φαίνεται δύσκολο, αλλά η έρευνα δείχνει ότι η ενσυναίσθηση είναι κάτι που μπορούμε να μάθουμε, να γίνουμε πιο συμπονετικοί αλλά και να αναλάβουμε δράση ώστε να βοηθήσουμε τους άλλους γύρω μας.

Φωτογραφίες

Βιβλιογραφία

22 Ιαν

Ψυχοϊστορικά: 22 Ιανουαρίου 1963

Σαν σήμερα, στις 22 Ιανουαρίου 1963, ο Albert Bandura και οι συνεργάτες του δημοσίευσαν ένα από τα πιο γνωστά τους επιστημονικά άρθρα. Πρόκειται για το άρθρο υπό τον τίτλο «Imitation of Film-Mediated Aggressive Models»[1], το οποίο αναφέρεται στην πασίγνωστη μελέτη «Bobo Doll» για τη μίμηση συμπεριφοράς των παιδιών.

Σε αυτή τη μελέτη ο Bandura ενδιαφέρθηκε για τον μηχανισμό εκμάθησης συμπεριφοράς των παιδιών μέσω της παρατήρησης. Οι συμμετέχοντες της έρευνας ήταν παιδιά νηπιακής ηλικίας (αγόρια και κορίτσια) τα οποία κλήθηκαν να παίξουν σε έναν χώρο στον οποίο υπήρχε και ένας ενήλικας, ο οποίος με τη σειρά του έπαιζε σε μια άλλη γωνιά με μια κούκλα σε μέγεθος ανθρώπου.

Τα παιδιά χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες: 1)αυτά που είδαν τον ενήλικα να χτυπάει την κούκλα 2)αυτά που είδαν τον ενήλικα να περιποιείται την κούκλα και 3)αυτά που είδαν τον ενήλικα να μην ασχολείται με την κούκλα.

Αυτό που παρατήρησαν οι μελετητές ήταν ότι όταν ο ενήλικας έφευγε από το δωμάτιο τα παιδιά έτειναν να μιμούνται τη συμπεριφορά του απέναντι στην κούκλα. Δηλαδή, τα παιδιά που είδαν βίαιη συμπεριφορά συμπεριφέρθηκαν βίαια στην κούκλα, ενώ τα παιδιά είδαν καλή συμπεριφορά περιποιήθηκαν στην κούκλα.

Αυτή ήταν μία από τις πιο σημαντικές μελέτες του Bandura, η οποία επαναλήφθηκε και άλλες φορές με διάφορες τροποιήσεις και η οποία έθεσε τα θεμέλια για περαιτέρω μελέτη της εκμάθησης συμπεριφοράς.

Στο βίντεο που ακολουθεί μπορείτε να δείτε μία εκ των πειραματιστών να επιδεικνύει επιθετική συμπεριφορά και στη συνέχεια ένα αγοράκι να τη μιμείται.

[youtube id=»hHHdovKHDNU» width=»400″ height=»250″]

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Bandura et al. (1963). Imitation of Film-Mediated Aggressive Models. Journal of Abnormal Psychology. 66(1) [PDF] []