27 Απρ 2015

Τα παιδιά δεν μπορούν να ξεχωρίσουν εάν ένα κείμενο στο διαδίκτυο είναι διαφημιστικό ή αντικειμενικό

Το διαδίκτυο αποτελεί πλέον αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς μας, καθώς είναι η κύρια πηγή επικοινωνίας μεταξύ μας αλλά και άντλησης κάθε είδους πληροφοριών (ειδήσεις, εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, προσωπικές απόψεις κ.α.). Ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι παγκοσμίως έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο, με τον ρυθμό εξάπλωσης να πολλαπλασιάζεται χρόνο με το χρόνο. Για να καταλάβουμε καλύτερα τα μεγέθη της επίδρασης του διαδικτύου, αρκεί να αναφέρουμε πως ήδη στον δυτικό κόσμο (Ευρώπη και Β. Αμερική) τα ποσοστά χρήσης του διαδικτύου αγγίζουν έως και το 100%.

Τα παιδιά που γεννήθηκαν στο δυτικό κόσμο μετά το 2000 ουσιαστικά μεγάλωσαν μαζί με το διαδίκτυο, το οποίο τα συνοδεύει στην καθημερινότητά τους, οπότε θα περίμενε κανείς ότι λόγω της αυξημένης οικειότητας με το μέσο, είναι σε θέση να το διαχειρίζονται καλύτερα και να προφυλάσσονται πιο εύκολα από διαδικτυακούς κινδύνους και την υπερπληροφόρηση. Μια πρόσφατη έρευνα έθεσε ένα πιο συγκεκριμένο ερώτημα σχετικά με την ικανότητα των παιδιών να ξεχωρίζουν εάν κάτι που διαβάζουν στο διαδίκτυο είναι αντικειμενικό ή όχι.

Συγκεκριμένα, μια ερευνητική ομάδα του πανεπιστημίου Jyväskylä στην Φινλανδία θέλησε να δει εάν παιδιά ηλικίας 12 ετών είναι σε θέση να διαβάσουν ένα κείμενο στο διαδίκτυο και να αποφασίσουν εάν περιέχει αντικειμενική γνώση ή είναι διαφημιστικό και προωθεί συγκεκριμένους σπόνσορες ενός διαδικτυακού χώρου[1]. Τα παιδιά έπρεπε να διαβάσουν ένα διαδικτυακό προωθητικό κείμενο μιας εταιρίας με energy drinks σχετικά με τα οφέλη της κατανάλωσης τέτοιων ποτών και να το αξιολογήσουν όσον αφορά την αξιοπιστία του.

Τα αποτελέσματα ήταν ξεκάθαρα. Οι μισοί μαθητές δέχτηκαν το κείμενο ως αξιόπιστο, ενώ ακόμη και οι περισσότεροι από αυτούς που δεν το δέχτηκαν ως αξιόπιστο, δεν μπορούσαν να αιτιολογήσουν γιατί δεν το βρίσκουν αξιόπιστο.

Αξιολόγηση πληροφοριώνΔεδομένου ότι η έρευνα έγινε σε μια χώρα με υψηλότατο δείκτη διείσδυσης του διαδικτύου στη ζωή των παιδιών, μπορούμε να υποθέσουμε ότι τα αντίστοιχα ποσοστά εσφαλμένων αξιολογήσεων πληροφοριών σε άλλες χώρες είναι πολύ μεγαλύτερα. Το διαδίκτυο είναι αναπόσπαστο κομμάτι έρευνας και πληροφόρησης για τους μαθητές όλων των ηλικιών στις δυτικές χώρες, συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της Ελλάδας, οπότε έρευνες όπως αυτή υπογραμμίζουν τη σημαντικότητα που έχει το να οξυνθεί η ικανότητα των παιδιών να εντοπίζουν αναξιόπιστες πηγές και πληροφορίες και να αναζητούν πιο αντικειμενικά κείμενα.

Εάν ο αναλφαβητισμός ήταν ένα από τα πιο σημαντικά προβλήματα που κατάφεραν να λύσουν οι προηγούμενες γενιές, ο ηλεκτρονικός αναλφαβητισμός και η έλλειψη κριτικής σκέψης είναι ο στόχος που πρέπει να θέσουμε στην εποχή της υπερπληροφόρησης που ζούμε.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Quartz.com: «Four out of five children don’t recognize when they’re being advertised to, a study finds» []
13 Ιαν 2014

Σχολικός Εκφοβισμός: ο ρόλος της γειτονιάς, της οικογένειας και του σχολείου

Ο σχολικός εκφοβισμός άρχισε να μελετάται ως φαινόμενο στα μέσα της δεκαετίας του 1960, κυρίως ως πηγή άγχους για τους μαθητές και τις οικογένειές τους. Ανάλογα με τη σοβαρότητα της εκάστοτε περίπτωσης, ο σχολικός εκφοβισμός μπορεί να προκαλέσει χαμηλή αυτοεκτίμηση, σχολική αποτυχία, προβλήματα με τον νόμο σε εφηβική ηλικία, αλκοολισμό κ.α. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να σχετιστεί με αυτοκτονικές τάσεις στην εφηβεία ή προβλήματα εκφοβισμού στον εργασιακό χώρο. Επιπλέον, τα παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα σχολικού εκφοβισμού είναι πιο πιθανό να έχουν χαμηλότερη σχολική επίδοση, προβλήματα με το σχολείο, προβλήματα συμπεριφοράς κατά την εφηβεία και ενηλικίωση αλλά και κοινωνικό αποκλεισμό. Ο μεγάλος κατάλογος προβλημάτων που σχετίζεται με τον σχολικό εκφοβισμό υπογραμμίζει την σημαντικότητα του θέματος, την ανάγκη να μελετηθεί σε βάθος αλλά και την αναγκαιότητα της έγκαιρης και έγκυρης ενημέρωσης των γονέων και του σχολικού περιβάλλοντος ώστε οι περιπτώσεις εκφοβισμού να εντοπίζονται νωρίς και να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά. Μέσα από τις διάφορες μελέτες έχει παρατηρηθεί ότι υπάρχουν πέντε κύριοι κοινωνικοί παράγοντες που σχετίζονται με τον σχολικό εκφοβισμό: η γειτονιά, η οικογένεια και το σχολείο[1] .

Η Γειτονιά

Πλήθος ερευνών στους τομείς της κοινωνιολογίας και της ψυχολογίας έχουν αποδείξει ότι η γειτονιά που μένει κάποιος σχετίζεται άμεσα με το κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο της οικογένειάς του. Αυτή η παράμετρος είναι ιδιαίτερα σημαντική στις μεγάλες πόλεις, όπου οι κάτοικοι μένουν σε περιοχές ανάλογα με το οικονομικό τους επίπεδο (π.χ. ας σκεφτούμε την Αθήνα και τον «διαχωρισμό» μεταξύ βορείων και δυτικών προαστίων). Στις μικρότερες πόλεις και χωριά το κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο των κατοίκων είναι πιο ομοιόμορφα κατανεμημένο. Το κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο μιας οικογένειας με τη σειρά του σχετίζεται θετικά με την πιθανότητα ανάπτυξης ή παρατήρησης αντικοινωνικών συμπεριφορών. Με άλλα λόγια, το μέρος στο οποίο μένει κάποιος μπορεί να είναι μια σημαντική πηγή πληροφόρησης για την πιθανότητα που έχει να γίνει μάρτυρας, θύτης ή θύμα βίαιης ή/και αντικοινωνικής συμπεριφοράς στην καθημερινότητά του.

Έρευνες με παιδιά –κυρίως στις ΗΠΑ- έχουν δείξει ότι παιδιά που κατοικούν σε περιοχές όπου επικρατούν μη ιδανικές κοινωνικές συνθήκες έχουν έως και 3 φορές αυξημένη πιθανότητα να αναπτύξουν συμπεριφορικά προβλήματα στο σχολείο σε σχέση με παιδιά που μεγαλώνουν σε γειτονιές με καλές κοινωνικές – οικονομικές συνθήκες. Ανάμεσα στα συμπεριφορικά προβλήματα που αναφέραμε συμπεριλαμβάνεται και ο σχολικός εκφοβισμός. Δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η πιθανότητα ενός παιδιού να γίνει θύμα σχολικού εκφοβισμού είναι αυξημένη σε κοινωνικά υποβαθμισμένες περιοχές, καθώς τα σχολεία σε αυτές τις περιοχές ενδεχομένως δεν έχουν τα οικονομικά μέσα και τις κατάλληλες δομές για να αποτρέψουν αυτού του είδους τη συμπεριφορά. Ακόμη όμως και αν υπάρχουν κάποιες δομές για την αποτροπή του σχολικού εκφοβισμού, η συσσώρευση τόσων πολλών αρνητικών περιβαλλοντικών παραγόντων καθιστά το έργο των δομών πιο δύσκολο σε σχέση πάντα με το έργο δομών που λαμβάνουν χώρα σε περιοχές που δεν είναι κοινωνικά υποβαθμισμένες. Παρατηρούμε λοιπόν ότι για την ολοκληρωμένη αντιμετώπιση της αποκλίνουσας και επιθετικής συμπεριφοράς στα σχολεία δεν αρκεί απλά η δημιουργία δομών. Αυτή θα πρέπει να συνοδεύεται από την ανάπτυξη μιας συνολικής πολιτικής κοινωνικής στήριξης των οικογενειών των υποβαθμισμένων περιοχών όπου και εμφανίζονται πιο συχνά βίαιες συμπεριφορές.

Εκτός από τη συνολικότερη αντιμετώπιση του θέματος από πλευράς της Πολιτείας, οι τοπικές κοινωνίες μπορούν να πάρουν οι ίδιες πρωτοβουλίες αυτό-οργάνωσης για την αντιμετώπιση του εκφοβισμού. Πρόσφατες κοινωνιολογικές μελέτες αποδεικνύουν ότι όταν υπάρχει μια συλλογική –έστω και άτυπη- συμφωνία μεταξύ των κατοίκων μιας περιοχής για το ποιες συμπεριφορές θεωρούνται κοινωνικά αποδεκτές και ποιες όχι, αυτό αυτόματα δημιουργεί ένα είδος κοινωνικού ελέγχου και αποτροπής των θυτών σχολικού εκφοβισμού. Αντίθετα, εάν οι τοπικές κοινωνίες χαρακτηρίζονται από αποξένωση και ασυνεννοησία μεταξύ των οικογενειών τότε αυξάνεται η πιθανότητα εμφάνισης βίαιης και αντικοινωνικής συμπεριφοράς[2] .

Η Οικογένεια

Η οικογένεια είναι ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες κοινωνικοποίησης και εκμάθησης κοινωνικών κανόνων. Η συμπεριφορά των γονέων και η γενικότερη ανατροφή που δίνουν στα παιδιά τους επηρεάζει άμεσα και ίσως περισσότερο από κάθε άλλο παράγοντα τη δημιουργία του μελλοντικού χαρακτήρα των παιδιών. Μέσα από τα πρώτα χρόνια της ζωής το παιδί μαθαίνει πώς να συμπεριφέρεται στην κοινωνία, πώς να ζητάει πράγματα, ποιες συμπεριφορές είναι αποδεκτές και ποιες όχι αλλά και πώς να εκφράζει τα αρνητικά του συναισθήματα. Όπως είπαμε και προηγουμένως, το οικονομικό – κοινωνικό επίπεδο της οικογένειας μπορεί να προβλέψει την πιθανότητα ανάπτυξης αντικοινωνικής συμπεριφοράς, όπως και το εκπαιδευτικό επίπεδό της. Όσο υψηλότερο είναι το εκπαιδευτικό επίπεδο των γονιών τόσο μειωμένες είναι οι πιθανότητες αντικοινωνικής συμπεριφοράς του παιδιού.

Φυσικά, ο όρος «οικογένεια» είναι αρκετά ευρύς και περιλαμβάνει όχι μόνο την πυρηνική οικογένεια (μητέρα, πατέρας και παιδιά) αλλά γενικότερα όλα τα άτομα της οικογένειας με τα οποία έρχεται σε επαφή και χρησιμοποιεί ως πρότυπα το παιδί: παππούδες, ξαδέρφια, θείοι κτλ. Επίσης δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι κάθε οικογένεια είναι μοναδική και μπορεί να έχει το δικό της αδύνατο σημείο: βία στην οικογένεια, χωρισμένοι γονείς, μη βιολογικοί γονείς, μονογονεϊκές οικογένειες κ.α. Όσο πιο ενεργοί είναι οι γονείς στην ανάπτυξη του παιδιού, τόσο μειώνονται οι πιθανότητες αυτό να προβεί σε αντικοινωνική ή παράνομη συμπεριφορά κατά την παιδική, προ-εφηβική και εφηβική ηλικία[3] . Φυσικά, η ενεργητική στάση που πρέπει να έχει ο γονέας δεν θα πρέπει να μεταφραστεί σε μια άνευ ορίων σχέση με το παιδί ή σε μια σχέση αυστηρής υποταγής του παιδιού στις εντολές των γονέων. Η σχέση μεταξύ τους θα πρέπει να είναι αρμονική, με προκαθορισμένα όρια και σεβασμό στην ανεξαρτησία του παιδιού.

Μία ακόμη παράμετρος που πρέπει να λάβουμε υπόψη όταν μελετάμε τις πιθανότητες εμφάνισης αντικοινωνικής συμπεριφοράς στα παιδιά, είναι η ξαφνικές αλλαγές στο οικονομικό επίπεδο της οικογένειας. Εάν το παιδί μεγαλώνει εν μέσω κάποιας ξαφνικής οικονομικής κρίσης (π.χ. απώλεια εργασίας, χρεωκοπία, μεγάλη μείωση μισθών) ή άλλης οικογενειακής κρίσης (π.χ. πένθος, βιαιότητα, συζυγικές προστριβές) τότε είναι πιθανό να αναπτύξει προβλήματα συμπεριφοράς.

Ιδιαίτερη έμφαση επίσης πρέπει να δοθεί στις σχέσεις που αναπτύσσουν τα αδέρφια μεταξύ τους. Μέσα από την καθημερινότητά τους και τα παιχνίδια, τα παιδιά μαθαίνουν κάποιους βασικούς κοινωνικούς ρόλους και συμπεριφορές. Για παράδειγμα, εάν ο μεγάλος αδερφός τους είναι πολύ επιθετικός και επιβλητικός, ο μικρός αδερφός μπορεί να παίρνει έναν πιο υποτακτικό ρόλο στην οικογένεια. Σε γενικές γραμμές τα παιδιά τείνουν να επιβάλλονται στα μικρότερα αδέρφια και όχι στα μεγαλύτερα, με τα αγόρια να αναπτύσσουν πιο συχνά βίαιη συμπεριφορά σε σχέση με τα κορίτσια.

Το Σχολικό Περιβάλλον

Στην πλειοψηφία των δυτικών χωρών η εκπαίδευση είναι υποχρεωτική έως κάποια ηλικία (συνήθως έως τα παιδιά γίνουν 12-18 ετών). Αυτό βάζει το σχολικό περιβάλλον στο επίκεντρο της καθημερινότητας του παιδιού και της ανάπτυξής του. Τα εθνικά εκπαιδευτικά συστήματα μπορούν να γίνουν αρωγοί στη σωστή και ολοκληρωμένη διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Ένα καλοσχεδιασμένο σχολικό περιβάλλον που πρωταρχικό στόχο έχει την μεθοδευμένη και συνολική διαπαιδαγώγηση των παιδιών αλλά και να ξεχωρίσει από τα υπόλοιπα σχολεία του χώρου, λειτουργεί θετικά ως προς την ανάπτυξή υγιών συμπεριφορών στα παιδιά και την αποφυγή του σχολικού εκφοβισμού. Αντίθετα, ένα ασταθές σχολικό περιβάλλον, δίχως προκαθορισμένους στόχους και οργάνωση δεν βοηθά προς αυτή την κατεύθυνση, με αποτέλεσμα τα παιδιά να είναι πιο επιρρεπή σε βίαιες συμπεριφορές. Τόσο η επίσημη όσο και η ανεπίσημη στάση του σχολείου απέναντι στη βία είναι εξίσου σημαντικές για την μεταλαμπάδευση σωστών συμπεριφορικών μοτίβων στους μαθητές. Μέσα στο σχολικό περιβάλλον το παιδί μαθαίνει τους ρόλους που αργότερα αναμένεται να λάβει στο ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον. Το παιδί έρχεται σε άμεση επαφή με τη δυναμική και λειτουργίας των ομάδων: ηγετικότητα, υποτακτικότητα, υπακοή σε κανόνες, αλληλοσεβασμός, λήψη αποφάσεων κ.α.

Φυσικά είναι δύσκολο να διαχωρίσουμε το σχολικό περιβάλλον από το γενικότερο κοινωνικό περιβάλλον εντός του οποίου βρίσκεται. Οικονομικές, φυσικές ή άλλες καταστροφές επηρεάζουν σημαντικά τη λειτουργία του σχολείου και την αποτελεσματικότητα της εκπαίδευσης που προσφέρουν. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλα τα σχολεία σε μια χώρα χτυπημένη για παράδειγμα από οικονομική κρίση θα υπολειτουργούν ή ότι θα επιτρέπουν την μάθηση βίαιων συμπεριφορών στους μαθητές. Ακόμη και εάν οι μαθητές προέρχονται από βίαιες οικογένειες και πηγαίνουν σε σχολεία που υποθάλπτουν τέτοιες συμπεριφορές, αυτό δεν σημαίνει ότι θα έχουν τάση στον σχολικό εκφοβισμό. Αντίθετα, οι παράγοντες του κοινωνικού, οικογενειακού και σχολικού παράγοντα θα πρέπει να αξιολογούνται ξεχωριστά[4] .

Επίλογος

Το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού είναι περίπλοκο και σίγουρα δεν περιορίζεται στην μελέτη των κοινωνικών παραγόντων που αναφέραμε πιο πάνω. Για την πλήρη κατανόησή του θα πρέπει να ληφθούν υπόψη πολλοί και διαφορετικοί ατομικοί και κοινωνικοί παράγοντες οι οποίοι μπορούν να περιλαμβάνουν από την κατάσταση σε μια μικρή κοινωνική μονάδα όπως είναι η οικογένεια, έως και τις μεγαλύτερες όπως ένα σχολείο, μια πόλη ή ακόμη και μια ολόκληρη χώρα. Το σίγουρο είναι όμως πως η τοπική κοινωνία, η οικογένεια και το σχολείο παίζουν σημαντικότατο ρόλο στην ανάπτυξη ή την αποτροπή αντικοινωνικών συμπεριφορών και αυτό θα πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους του εμπλεκόμενους φορείς εάν θέλουμε να υπάρξει έλεγχος αυτού του δυσάρεστου φαινομένου.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Hernandez de Frutos, Τ. (2013). Five Independents Variables Affecting Bullying: Neighborhood, Family, School, Gender-Age and Mass Media . Sociology Mind, 304-313 []
  2. Sampson, R. J.-R. (2002). Assessing neighborhood effects: Social processes and new directions in research. Annual Review of Sociology, 433-478 []
  3. Menasco, M. A. (2012). Family financial stress and adolescent substance use. An examination of structural and psycholosocial factors. Economic Stress and the Family, 285-315 []
  4. Akiba, M. L. (2002). Student victimization & school system effects on school violence in 37 nations. American Educational Research, 829-853 []