30 Ιούν 2018

Διάγνωση σοβαρής ασθένειας στα παιδιά: Πρόκληση για την οικογένεια

Η διάγνωση μιας σοβαρής ασθένειας στα παιδιά δεν επηρεάζουν μόνο τα ίδια σε ατομικό επίπεδο αλλά αποτελούν πρόκληση για ολόκληρο το σύστημα της οικογένειας και το ευρύτερο περιβάλλον του. Read More

22 Απρ 2018

Κακοποίηση και παραμέληση στην παιδική ηλικία

Η κακοποίηση και παραμέληση παιδιών είναι ένα σύνθετο φαινόμενο το οποίο συναντάται σε όλο τον κόσμο και μελετάται από πολλά επιστημονικά πεδία. Ως εκ τούτου υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί ορισμοί ανάλογα με την οπτική γωνία του εκάστοτε επιστημονικού κλάδου αλλά και τα ιδιαίτερα κοινωνικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά της υπό εξέταση κοινωνίας.

Read More

13 Νοέ 2016

Η κατάθλιψη στην παιδική ηλικία

Έχετε παρατηρήσει ότι το παιδί σας είναι συνεχώς σκεφτικό, θλιμμένο και χωρίς ιδιαίτερη όρεξη για να κάνει πράγματα που πιο παλιά το ευχαριστούσαν; Η ερώτηση αυτή βασανίζει αρκετούς γονείς στη σύγχρονη εποχή που ζούμε. Δυστυχώς, η κατάθλιψη στη παιδική ηλικία έχει πάψει να θεωρείται σπάνια την τελευταία δεκαετία. Το 2014 στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής καταγράφηκαν 2.8 εκατομμύρια έφηβοι ηλικίας 12-17 ετών οι οποίοι είχαν τουλάχιστον ένα καταθλιπτικό επεισόδιο τον τελευταίο χρόνο. Στην Κύπρο ακόμη δεν έχει καθοριστεί το ποσοστό παιδικής κατάθλιψης το οποίο εκτιμάται σε χαμηλά αλλά ευμετάβλητα επίπεδα.

Τι είναι η κατάθλιψη και πως εκδηλώνεται στα παιδιά;

Σύμφωνα με το διαγνωστικό και στατιστικό εγχειρίδιο για τις ψυχικές διαταραχές, το παιδί βιώνει μια καταθλιπτική διάθεση στο μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, σε καθημερινή βάση. Συχνά το παιδί αναφέρεται στα αρνητικά συναισθήματα που νιώθει. Παράλληλα, το παιδί αρνείται να συμμετάσχει σε ενδιαφέροντα ή δραστηριότητες που στο παρελθόν του άρεσαν. Αλλαγές εμφανίζονται επίσης στο σωματικό βάρος και στην όρεξη για φαγητό, τα οποία μπορεί να μειωθούν ή να αυξηθούν δραματικά. Η αϋπνία ή η υπερυπνία εμφανίζονται καθημερινά στο παιδί χωρίς ιδιαίτερο λόγο ενώ μπορεί να παρατηρηθεί έντονη κινητικότητα ή το αντίθετο. Συνήθως τα παιδιά με κατάθλιψη νιώθουν κουρασμένα, ανάξια και ενοχικά, είναι αναποφάσιστα και δεν μπορούν να συγκεντρωθούν εύκολα. Οι σκέψεις θανάτου και αυτοκτονίας μπορεί να εκφραστούν περισσότερο από κάποιο  έφηβο που βιώνει ένα καταθλιπτικό επεισόδιο. Είναι σημαντικό για τους γονείς να προσέξουν και να βεβαιωθούν ότι η κατάσταση αυτή δεν προέρχεται από την παρενέργεια κάποιου φαρμάκου ή μιας γενετικής σωματικής κατάστασης όπως ο υποθυρεοειδισμός. Τα πιο πάνω συμπτώματα θα πρέπει να υπάρχουν για τουλάχιστον 3 χρόνια για τα παιδιά και 2 χρόνια για τους έφηβους, για να μπορεί να δοθεί η διάγνωση της κατάθλιψης.

Σχέσεις γονέων και παιδιών

Σύμφωνα με ένα σπουδαίο ερευνητή ονόματι, John Bowlby,  «η αγάπη της μητέρας για το νήπιο και το παιδί είναι σημαντικός παράγοντας για τη ψυχική του υγεία όσο είναι οι βιταμίνες και οι πρωτεΐνες για τη σωματική του υγεία.» Εντούτοις, και η μορφή του πατέρα θεωρείται άκρως ουσιαστική για την ανάπτυξη υγιών συναισθηματικών δεσμών με το παιδί. Οι σχέσεις αγάπης και τρυφερότητας ανάμεσα στους γονείς και στο παιδί, επηρεάζουν άμεσα την διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού και αποτελούν ένα βασικό μοχλό της θετικής ψυχικής ανάπτυξης του. Διάφορα ευρήματα από επιστημονικές έρευνες καταδεικνύουν ότι τα άτομα με κατάθλιψη είχαν εισπράξει χαμηλού επιπέδου πατρική ενασχόληση και μητρική υπερπροστασία κατά τα παιδικά τους χρόνια. Έχει παρατηρηθεί ότι τα παιδιά με διαταραχή κατάθλιψης έχουν φτωχές διαπροσωπικές σχέσεις με τους γονείς τους, τα αδέρφια τους και τον κοινωνικό τους περίγυρο. Όπως λέμε συχνά στο κλάδο της εκπαιδευτικής ψυχολογίας η ψυχική ευεξία των παιδιών εξαρτάται από τη ψυχική ευεξία των γονέων. Για αυτό το λόγο θα πρέπει όλοι οι γονείς να κινητοποιηθούν όσο αφορά αρχικά την προσωπική τους ψυχική κατάσταση και κατ’ επέκταση την ψυχική ισορροπία των παιδιών τους.

Πως μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την διαταραχή κατάθλιψης στα παιδιά;

Όπως πολύ σοφά έχει ειπωθεί σε βάθος χρόνου, η ανίχνευση και η γνώση μιας κατάστασης είναι το πρώτο και βασικό βήμα για την αντιμετώπιση της. Για αυτό το λόγο, οι γονείς θα πρέπει να είναι σε θέση να παρατηρήσουν την συμπεριφορά του παιδιού τους και να ανιχνεύσουν πιθανά συμπτώματα της διαταραχής. Και η παραμικρή υποψία θα πρέπει να τους θέσει σε κινητοποίηση για να συμβουλευθούν ένα ειδικό ψυχικής υγείας. Ωστόσο, συνήθως παρέχεται ένα κράμα θεραπευτικών παρεμβάσεων για να βοηθηθεί το παιδί. Οι θεραπευτικές παρεμβάσεις περιλαμβάνουν:

  • Ψυχοθεραπεία: Ατομική ψυχοθεραπεία με το παιδί για να αναγνωρίσει τα αισθήματα θλίψης που το διακατέχουν και για να ενισχυθεί η αυτοπεποίθηση του, η αυτοεκτίμηση και η εμπιστοσύνη του προς τον εαυτό του.
  • Οικογενειακή ψυχοθεραπεία κατά τη διάρκεια της οποίας αποθαρρύνεται η απόρριψη και οι συγκρούσεις και ενισχύονται η συμπάθεια, η στοργή και η ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ των μελών μιας οικογένειας με παιδί με κατάθλιψη.
  • Ψυχοφαρμακευτική αγωγή η οποία χορηγείται μόνο σε σοβαρές περιπτώσεις κατάθλιψης και πάντοτε σε συνδυασμό με ψυχοθεραπεία.

Χρήσιμες συμβουλές για τους γονείς

  • Προσπαθήστε να μπείτε στη θέση του παιδιού σας για να κατανοήσετε το πώς νιώθει.
  • Ακούστε το και ενθαρρύνετε το να εκφράσει τα συναισθήματα του χωρίς ενοχές.
  • Αποδεχτείτε τον τρόπο σκέψης τους και δείξτε του την αποδοχή και την αγάπη σας.
  • Ενημερωθείτε για την παιδική κατάθλιψη και αποταθείτε σε ένα ειδικό ψυχικής υγείας εάν πιστεύετε ότι δεν είναι μόνο μια σύντομη κακοδιαθεσία του παιδιού.
  • Συζητήστε το θέμα με το σχολείο και τον εκπαιδευτικό του παιδιού ώστε να το βοηθήσει κατά τη διάρκεια της σχολικής μέρας.
  • Μην το πιέζετε να κάνει πράγματα που δεν θέλει αλλά αντιθέτως προσπαθήστε να του δημιουργήσετε ενθουσιασμό ή έστω περιέργεια για να εμπλακεί σε μια δραστηριότητα.
  • Σε θέματα κανόνων ή υποχρεώσεων θα ήταν χρήσιμο να διατηρήσετε τις προσδοκίες σας και να το βοηθήσετε να συμμορφωθεί όπως: « Ξέρω πως δεν έχεις όρεξη, αλλά χρειάζεται να κάνεις τα μαθήματα σου.»
  • Σε περίπτωση που το παιδί θέσει το θέμα του θανάτου ή της αυτοκτονίας, καλό θα ήταν να απευθυνθείτε άμεσα σε  κάποιο ειδικό ψυχικής υγείας.

Εισαγωγική Φωτογραφία

08 Φεβ 2016

Κοινωνική συμμόρφωση: όλοι είμαστε κομφορμιστές

Πολύ συχνά οι ψυχολόγοι λέμε ότι υπάρχουν διαφορές στον τρόπο που οι άνθρωποι από ανατολικές και δυτικές κοινωνίες αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και τις σχέσεις που αναπτύσσουν με το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο. Συγκεκριμένα, οι δυτικές κουλτούρες δίνουν έμφαση στις ατομικές ικανότητες, ωθούν τα άτομα να είναι ξεχωριστά και να διαφέρουν από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο, με αποτέλεσμα να γίνονται πιο ανταγωνιστικά. Αντίθετα, οι ανατολίτικες κουλτούρες δίνουν έμφαση στην έννοια της κοινότητας, ωθούν τα άτομα να αναπτύσσουν στενές σχέσεις με τους υπολοίπους και να ακολουθούν πιστά τις κοινωνικές νόρμες, διαφοροποιώντας στο ελάχιστον την συμπεριφορά τους σε σχέση με το κοινωνικό σύνολο και τις κοινωνικές επιταγές.

Μπορεί η Δύση να δίνει έμφαση στην ατομικότητα, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι ταυτόχρονα δεν λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη τις απόψεις των υπολοίπων. Έχουμε την ανάγκη να γίνουμε δέκτες αποδοχής από τις κοινωνικές ομάδες στις οποίες ανήκουμε και φυσικά να έχουμε όσο το δυνατόν λιγότερες συγκρούσεις. Πόσο μακριά όμως μπορεί να φτάσει η ανάγκη μας για αποδοχή; Αν κρίνουμε από τα αποτελέσματα του κλασικού πειράματος του Asch στα μέσα της δεκαετίας του 1950, τότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η ανάγκη είναι μεγαλύτερη από ότι περιμένουν οι περισσότεροι.

Ο Asch ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς κοινωνικούς ψυχολόγους του αιώνα που μας πέρασε, ο οποίος, ζώντας μετά το τέλος του Β’ ΠΠ και εν μέσω του Ψυχρού Πολέμου, είχε έντονους προβληματισμούς σχετικά με την επίδραση της κοινωνικής πίεσης στη συμπεριφορά του ατόμου. Οι άνθρωποι φαίνονται ελεύθεροι και έχουν την πεποίθηση ότι λειτουργούν αυτόνομα, αλλά ο Asch πίστευε ότι όλα αυτά είναι μια ψευδαίσθηση. Για να ελέγξει την υπόθεσή του σχεδίασε ένα πολύ απλό και ταυτόχρονα εξαιρετικά ευφυές πείραμα. Οι συμμετέχοντες καλούνταν να λάβουν μέρος σε ένα πείραμα το οποίο υποτίθεται ότι σκοπό είχε να ελέγξει την οπτική αντίληψή τους. Στην πιο κλασική μορφή του πειράματος οι συμμετέχοντες καθόντουσαν μαζί με άλλα άτομα σε μια αίθουσα και κοιτούσαν μια σειρά από κάρτες που έδειχναν 3 γραμμές, τις οποίες έπρεπε να συγκρίνουν (Με ποια γραμμή της κάρτας Β είναι ίση η γραμμή της κάρτας Α, βλ. Εικόνα 1). Τα υπόλοιπα άτομα στην πραγματικότητα ήταν βοηθοί του πειραματιστή και σε συγκεκριμένες ερωτήσεις έδιναν εσκεμμένα λανθασμένες απαντήσεις. Στο κλασικό πείραμα οι κρυφοί βοηθοί έδιναν πρώτοι τις απαντήσεις τους, ώστε να ασκηθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πίεση στον συμμετέχοντα και να συμμορφωθεί με τις επιταγές των υπολοίπων.

Παράδειγμα σύγκρισης από το πείραμα του Asch

Εικόνα 1: Παράδειγμα σύγκρισης από το πείραμα του Asch

Όπως βλέπουμε και από το παράδειγμα της Εικόνας 1, οι ερωτήσεις-παγίδα ήταν αρκετά εύκολες και οι απάντηση στο ερώτημα ποια γραμμή της δεύτερης κάρτας είναι ίση με τη γραμμή της πρώτης κάρτας θα λέγαμε ότι ήταν τουλάχιστον οφθαλμοφανής. Μάλιστα, όταν οι συμμετέχοντες λάμβαναν μέρος στο πείραμα ατομικά (χωρίς άλλους συμμετέχοντες-βοηθούς στο χώρο), οι σωστές απαντήσεις έφταναν το 99%. Αυτό που πρόσεξε όμως ο Asch ήταν πως όταν οι συμμετέχοντες έδιναν τις απαντήσεις ομαδικά με τον τρόπο που περιγράψαμε πιο πάνω, τότε το ποσοστό σωστών απαντήσεων έπεφτε σημαντικά. Ενώ στις πρώτες ερωτήσεις-παγίδα οι συμμετέχοντες έδιναν τις σωστές απαντήσεις, καθώς προχωρούσαν οι ερωτήσεις και οι βοηθοί έδιναν λανθασμένες απαντήσεις, έτειναν να συμφωνούν όλο και περισσότερο με την ομάδα, πηγαίνοντας αντίθετα στις προσωπικές τους αντιλήψεις. Εκτιμήθηκε ότι έως και 75% των συμμετεχόντων συμφώνησε τουλάχιστον μία φορά με την λανθασμένη άποψη της ομάδας, ενώ το 37% συμφώνησε πλήρως με την ομάδα!

Τι συνέβη όμως; Πως γίνεται κάποιος να βλέπει κάτι με τα ίδια του τα μάτια και να δηλώνει κάτι διαφορετικό; Η απάντηση είναι απλά: η πίεση της ομάδας. Ακόμη και για απλές δραστηριότητες και αποφάσεις που έχουν μηδενικό αντίκτυπο για εμάς (όπως η απάντηση σε ένα πείραμα με αγνώστους) τείνουμε να πηγαίνουμε με τα νερά της ομάδας για να αποφύγουμε τις συγκρούσεις και να μην διαφοροποιηθούμε από την ομάδα[1] . Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι όταν οι βοηθοί άνηκαν στο ίδιο φύλο ή/και φυλή με τον συμμετέχοντα, τότε η υποταγή στην ομάδα αυξανόταν κι άλλο, κάτι το οποίο μας οδηγεί σε μια ακόμη παράμετρο που φαίνεται να παίζει ρόλο σε αυτές τις περιπτώσεις: το πόσο κοντά αισθανόμαστε την ομάδα η οποία μας ασκεί την πίεση. Όσο πιο όμοια χαρακτηριστικά έχουμε, τόσο λιγότερο θέλουμε να διαφέρουμε από τους υπολοίπους της ομάδας, είτε αυτή είναι μια ομάδα 3-4 ατόμων, είτε 100, είτε ένα ολόκληρο έθνος.

Ένας παράγοντας όμως μπορεί να μειώσει δραματικά την επίδραση της ομάδας πάνω μας: η ανωνυμία! Όταν οι συμμετέχοντες του πειράματος καλούνταν να δώσουν γραπτή απάντηση και όχι προφορική ενώπιον όλων, ακόμη και όταν γνώριζαν τις απαντήσεις των υπολοίπων, υπέκυπταν σημαντικά λιγότερο. Ο λόγος ήταν ότι δεν χρειαζόταν να γίνει φανερή η αντίθεση της άποψής τους με την άποψη της πλειοψηφίας, οπότε αυξανόταν η αίσθηση ελευθερίας. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να το συγκρατήσουμε, καθώς η ανωνυμία αποτελεί θεμέλιο λίθο στις ψηφοφορίες των σύγχρονων δημοκρατιών ακριβώς για τη διασφάλιση της ελευθερίας της άποψης και της μείωσης των συγκρούσεων των ατόμων της μειοψηφίας με τα άτομα της πλειοψηφίας.

Η τάση να υποκύπτουμε στην πλειοψηφία φαίνεται πως σε μεγάλο βαθμό έχει γενετική βάση. Ακόμη και μικρά παιδιά 3-4 ετών τείνουν να συμφωνούν με την πλειοψηφία των συνομηλίκων τους, όταν οι απόψεις τους έρχονται σε σύγκρουση με την ομάδα[2] . Αυτό όμως δεν συμβαίνει στα παιδιά με διαγνωσμένο αυτισμό[3]. Αντίθετα, αυτά τα παιδιά τείνουν να μην δίνουν σημασία στις επιταγές της ομάδας και επιμένουν στην προσωπική τους άποψη, όσο αντιδημοφιλής και εάν είναι αυτή. Αυτό το εύρημα υπογραμμίζει τον ρόλο που παίζουν οι γενετικοί παράγοντας και η «καλωδίωση» του εγκεφάλου στην ανάπτυξη της κοινωνικής γνώσης και της ανάγκης του «ανήκειν», στην οποία οφείλεται η ανάγκη για όσο το δυνατόν λιγότερες προστριβές με την πλειοψηφία της κοινωνίας.

Συμπερασματικά θα λέγαμε πως όσο ανεξάρτητοι και εάν νομίζουμε ότι είμαστε, στην πραγματικότητα η κοινωνία ασκεί τεράστια επιρροή πάνω στη συμπεριφορά μας, ίσως με τρόπους που δεν μπορούμε να φανταστούμε και να ελέγξουμε κάθε δεδομένη στιγμή. Η πραγματική ελευθερία έρχεται μέσα από την ανωνυμία και με το να μπορέσει η φωνή μας να ακουστεί, δίχως να ταυτοποιθούμε και να στοχοποιηθούμε για τις απόψεις μας. Βεβαίως η ανωνυμία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πανάκεια. Μια βόλτα στο διαδίκτυο θα μας πείσει πως η ανωνυμία εύκολα μπορεί να φτάσει στα όρια της ασυδοσίας και να επιτρέψει στα άτομα να βγάλουν τον χειρότερο εαυτό τους, πληγώνοντας τρίτους δίχως απολύτως κανέναν λόγο. Ο κοινωνικός κομφορμισμός έχει και θετικά στοιχεία και είναι ένα από τα βασικά υλικά που κρατάνε μια κοινωνία δεμένη και επιτρέπουν την εφαρμογή κοινωνικών κανόνων για την διαιώνισή της.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Bond & Smith (1996). Culture and Conformity: A Meta-Analysis of Studies Using Asch’s (1952b, 1956) Line Judgment Task. Psychological Bulletin []
  2. Seston & Kelemen (2013). Children’s conformity when acquiring novel conventions: The case of artifacts. Journal of Cognition and Development []
  3. Yafai et al. (2013) Social Conformity and ASD: A child-friendly take on a classic stufy. Autism. [pdf] []