25 Οκτ 2015

Ζωή με Καρκίνο. Τα μέλη του οικείου περιβάλλοντος

«Ο πατέρας μου διαγνώστηκε πριν δέκα μέρες με καρκίνο στο πάγκρεας. Δεν του το έχουμε πει φυσικά, θα ήθελα να μου πείτε τι μπορώ να κάνω για να τον βοηθήσω»

«Η μητέρα μου είχε νοσήσει παλιότερα με καρκίνο του μαστού, είχε κάνει διπλή μαστεκτομή και ακολούθησε πρόγραμμα χημειοθεραπειών. Νομίζαμε ότι όλα είχαν τελειώσει..Σήμερα, μετά από εννιά μήνες οι γιατροί βρίσκουν μετάσταση…. Την πρώτη φορά το αντιμετώπισε πολύ δυναμικά, ήταν πολύ συνεργάσιμη, αυτή τη φορά όμως τη βλέπω ότι έχει «πέσει» ψυχολογικά, έχει κλειστεί στον εαυτό της και βγάζει νεύρα. Προσπαθώ να τη συνεφέρω, να της πω να μην τα παρατάει…ότι πρέπει να φανεί δυνατή για να το ξεπεράσει..αλλά εκείνη σαν να μας απομακρύνει..προχτές, ενώ ήταν η μέρα που συνήθως τρώμε όλοι μαζί οικογενειακώς, έμεινε σπίτι με τον πατέρα μου- που και αυτός δεν ξέρει πώς να το διαχειριστεί και έχει πέσει σε κατάθλιψη μου φαίνεται..Της λέω «έλα ρε μαμά, θα χαρούν να σε δουν και τα παιδιά», όχι , ήταν ανένδοτη..ανησυχώ πολύ, γιατί ξέρω ότι η κακή ψυχολογία στον καρκίνο χειροτερεύει τα πράγματα..»

«ο σύζυγός μου πριν λίγες μέρες διαγνώστηκε με καρκίνο στον πνεύμονα τρίτου σταδίου, οι γιατροί δίνουν τρεις με έξι μήνες ζωής, πώς θα του το πω;»

«….ο γιατρός της μας πρότεινε να γίνει εγχείριση άμεσα..θέλαμε όμως να πάρουμε μια δεύτερη γνώμη και βρέθηκε ένας γνωστός μας που μας πρότεινε έναν πάρα πολύ καλό ογκολόγο, για να μην τα πολυλογώ, αυτός μας είπε ότι και με την εγχείριση δεν θα υπάρχει βεβαιότητα ότι θα καθαρίσει ή ότι δεν θα ξαναγίνει μετάσταση και προτείνει να γίνουν κύκλοι χημειοθεραπειών προς το παρόν..εντωμεταξύ, δεν της έχουμε πει για τη μετάσταση, αλλά ότι όλα αυτά γίνονται συμπληρωματικά με την προηγούμενη θεραπεία..δεν ξέρουμε τι να κάνουμε, τι να αποφασίσουμε, προχτές μαλώσαμε με την αδελφή μου γιατί αυτή έχει άλλη γνώμη και επιμένει να πάμε και σε μια τρίτη γιατρό δική της να τη δει κι αυτή..και να πρέπει να κάνεις τον καραγκιόζη να μην την φοβίσεις παραπάνω..δεν αντέχω άλλο, πώς θα τη βοηθήσω;»

Είναι σύνηθες στον καρκίνο, ότι τα μέλη του οικείου περιβάλλοντος επίσης νοσούν- ταυτόχρονα με αυτόν που πραγματικά νοσεί, νοσούν από μια διαφορετική θέση. Είναι χαρακτηριστικός ο πληθυντικός που χρησιμοποιείται στην έκφραση: «διαγνωστήκαμε το Φεβρουάριο, κάναμε την εγχείριση, πήραμε τις εξετάσεις, έχουμε ακόμα έναν κύκλο χημειοθεραπείας» κτλ.

Ο αγώνας που ξεκινά μετά τη διάγνωση του καρκίνου γι αυτόν που νοσεί, δεν ξεκινά μόνο γι αυτόν, αλλά και για τους κοντινούς του συγγενείς. Όπως κι αυτός, αν και από άλλη θέση, έχουν να αντιμετωπίσουν τόσο τις πρακτικές διαδικασίες του καρκίνου όσο και τις ψυχολογικές. Έχουν να περάσουν την ίδια περιπέτεια από άλλο ρόλο. Να περάσουν από τα ίδια στάδια και τις ίδιες δοκιμασίες: να «συσχετιστούν» με αυτά, να βρουν τρόπο να ανταπεξέλθουν, να τα διαχειριστούν.

Πρακτικά, δημιουργούνται μια σειρά καινούριων καταστάσεων στις οποίες θα πρέπει να ανταποκριθούν- για τις οποίες δεν έχουν προηγούμενη εμπειρία, αλλά πηγαίνουν «ψάχνοντας», ενώ καλούνται να πάρουν σημαντικές αποφάσεις (π.χ. ποιον γιατρό να εμπιστευτώ, ποια θεραπεία να επιλέξω κτλ).

Οι ισορροπίες διαταράσσονται, οι δυναμικές αλλάζουν…τα δεδομένα δεν ισχύουν πια όπως ήταν πριν στην οικογένεια. Τα πράγματα έρχονται «άνω-κάτω». Βγαίνουν στην επιφάνεια αδυναμίες του παρελθόντος: πράγματα στις σχέσεις που είχαν κουκουλωθεί ή είχαν μείνει μετέωρα. Ανέκφραστα. Αδιεκδίκητα.

Η υπέρτατη συσχέτιση σε ψυχολογικό και υπαρξιακό επίπεδο που επισυμβαίνει συνειδητά ή ασυνείδητα σε όλους, είναι η συσχέτιση με τον θάνατο. Είτε νοσείς, είτε είσαι του οικείου περιβάλλοντος, είτε πρόκειται για σοβαρό περιστατικό είτε για καρκίνο που νικιέται, θα χρειαστεί να βρεις τρόπο να αντέξεις τη συσχέτιση με το θάνατο. Η οποία είναι συχνά επίπονη, σε ψυχολογικό επίπεδο γιατί σε κάνει να αντικρίσεις τη ζωή σου κατάματα και να την αξιολογήσεις. Σε υπαρξιακό επίπεδο, γιατί καλείσαι σαν άνθρωπος να βρεις ένα νόημα για τη ζωή. Ο θάνατος λοιπόν, υπάρχει μόνο για όσους είναι ζωντανοί και η «παρέα» μαζί του αν το θες ίσως έχει να σου δώσει πολλά..

Η δεύτερη μεγάλη συσχέτιση, είναι η συσχέτιση με τα δύσκολα συναισθήματα: του φόβου, του πόνου, της θλίψης. Παραθέτω εδώ νομίζω ό,τι πιο κατατοπιστικό μπορεί να λεχθεί σχετικά:

«Οι άνθρωποι φοβούνται τους εαυτούς τους, την πραγματικότητά τους, μα πάνω απ’ όλα, τα αισθήματά τους. Οι άνθρωποι μιλούν συνεχώς για το πόσο σπουδαία είναι η αγάπη, αλλά όλα αυτά είναι αηδίες, διότι η αγάπη πονά και το συναίσθημα αυτό είναι ενοχλητικό.

Οι άνθρωποι έχουν διδαχθεί ότι ο πόνος είναι κάτι το κακό και επικίνδυνο. Πώς μπορούν να συνδιαλαγούν με την αγάπη όταν φοβούνται να πονέσουν!

Ο πόνος έχει αποστολή να μας αφυπνίζει. Οι άνθρωποι προσπαθούν να αποφύγουν τον πόνο, αλλά σφάλλουν. Ο πόνος είναι κάτι που πρέπει να μάθουμε να κουβαλάμε πάνω μας, όπως ένα τρανζίστορ. Αποκτάς συνείδηση της δύναμής σου, μέσω της εμπειρίας του πόνου. Το μόνο ουσιαστικό πράγμα, είναι με ποιον τρόπο τον δεχόμαστε και αυτό είναι το μόνο που μετράει. Ο πόνος δεν είναι παρά ένα συναίσθημα.

Τα συναισθήματά σου είναι τμήμα σου, η πραγματικότητά σου. Αν αρχίσεις να ντρέπεσαι γι αυτά και δεν μπορείς να τα ανεχθείς, επιτρέπεις στην κοινωνία να καταστρέψει την εσωτερική σου πραγματικότητα. Πρέπει να εγείρεις το ανάστημά σου, μαχόμενος για το δικαίωμα να αισθάνεσαι στο έπακρο, τους δικούς σου πόνους».

J.Morrison 

Έτσι, ο άνθρωπός μας που νοσεί, γίνεται ο καθρέφτης μας του πόνου, του φόβου και όλων των ακόλουθων δυσάρεστων συναισθημάτων.

Και, συχνά, ο άνθρωπος μας που νοσεί, γίνεται δική μας υπόθεση. Νομίζουμε ότι, αν κάνουμε τα καλύτερα γι αυτόν, θα γίνει καλά. Ότι, αν είμαστε οι καλύτεροι μαζί του, θα τα καταφέρει. Με άλλα λόγια, ζούμε και φερόμαστε με τρόπο σαν να νομίζουμε ότι μπορούμε να τον σώσουμε, ότι περνάει από το χέρι μας.

Όμως, η σκληρή αλήθεια είναι, ότι δεν περνάει από το χέρι μας να τον σώσουμε! Θέλουμε να κάνουμε τα πάντα γι αυτόν, όμως το «τα πάντα», εκ των πραγμάτων, δεν μπορεί να περιέχει τη θεραπεία του. Όσο κι αν διακαώς θέλουμε να γίνει καλά, αυτός μπορεί να μη γίνεται. Και δεν εξαρτάται από εμάς. Με άλλα λόγια είμαστε αναγκασμένοι να το βλέπουμε να γίνεται, και να παραδεχόμαστε ότι δεν μπορούμε να σώσουμε τον άνθρωπό μας. Από τις δοκιμασίες, τον πόνο, τη θλίψη, τη συσχέτιση με τη ζωή και το θάνατο..

Η τάση μας για υπερπροστασία και η αγάπη μας για τον άλλο συχνά μπορεί να οδηγήσει στο αντίθετο αποτέλεσμα: να επιφορτίσουμε συναισθηματικά τον άνθρωπό μας και να τον απομακρύνουμε. Καθώς τα μάτια και η ψυχή μας δεν μπορεί να αντέξει τον πόνο του (και τον πόνο μας), γινόμαστε κάπως σαν τυφλοί: τον αρνούμαστε. Έχουμε την παράδοξη απαίτηση να είμαστε καλά: να μην κλαίμε, να μην λυγίζουμε, να μην «μας παίρνει από κάτω». Θέλουμε να το κάνουμε να περάσει. Γιατί, δεν το αντέχουμε. Δεν το αντέχουμε να το νιώσουμε. Την απόγνωση στον άνθρωπό μας. Τον πόνο του. Τη μάχη του. Απαγορεύουμε στον εαυτό μας να κλάψει μπροστά του, λες και δεν είμαστε άνθρωποι, λες και δεν πονάμε, λες και δεν το ξέρει ο άνθρωπός μας ότι πονάμε. Δηλαδή, τι ζητάμε; Ζητάμε, από το πιο ανθρώπινο και φυσιολογικό που θα μπορούσε να συμβεί—ο άλλος να θλίβεται και να φοβάται με τον καρκίνο- το πιο παράδοξο, να κάνουμε σαν να μην τρέχει τίποτα, ή σαν να μην έχουν αλλάξει τα πράγματα.

Μάλιστα η εμπειρία δείχνει ότι συχνά αυτοί που νοσούν, ίσως επειδή δεν μπορούν να υπεκφύγουν, ίσως γιατί λειτουργεί το ένστικτο επιβίωσης, ίσως γιατί η δική τους συσχέτιση με το θάνατο είναι πιο ακαριαία και άμεση, βρίσκουν μια εσωτερική δύναμη και ψυχραιμία ή εμπάσει περιπτώσει λένε «μπήκα στο χορό και θα χορέψω», δηλαδή αποδέχονται πιο γρήγορα αυτό που τους συμβαίνει ή γίνονται αποφασιστικοί στο ότι θα το αντιμετωπίσουν όπως και να γίνει. Έτσι συχνά, καταλήγουν οι ίδιοι να είναι αυτοί που θα πρέπει να δώσουν κουράγιο και να παρηγορούν τους δικούς τους!

Βασική συμβουλευτική. Για μέλη του οικείου περιβάλλοντος, ατόμων που νοσούν από καρκίνο.

Όταν ο καρκίνος μας χτυπάει την πόρτα, η ζωή μας βάζει σε μια περιπέτεια. Αφού ξεπεράσεις το πρώτο σοκ, χρειάζεται να επιστρατεύσεις όση ψυχραιμία έχεις και να αποδεχτείς ότι ναι, μπαίνεις σε μια περιπέτεια, χρονοβόρα. Ότι ο ρυθμός της καθημερινότητας θα διαταραχθεί, ότι τα δεδομένα—όπως ήταν «στημένη» η ζωή σου μέχρι τώρα, θα διαταραχθεί. Τα πράγματα δεν θα είναι όπως πριν, ούτε για τη δική σου ζωή, ούτε για της υπόλοιπης οικογένειας, τουλάχιστον για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα. Προετοιμάσου να μπεις σε αυτήν την περιπέτεια με δύναμη και αποδοχή, χωρίς να το αρνείσαι και επιτρέποντας στον εαυτό σου, να μην ξέρει τι να κάνει ενίοτε, επιτρέποντας στον εαυτό σου τα συναισθήματα που θα βιώνεις, όποια και αν είναι αυτά.

Πώς θα τον βοηθήσω; Τι να κάνω ;

Δεν υπάρχει συνταγή, στο τι να κάνεις.

Ίσως, αυτό που ήδη κάνεις, είναι το καλύτερο που μπορείς για τη δεδομένη στιγμή. Πρόκειται για μια νέα κατάσταση και για σένα τον ίδιο! Το ότι βρίσκεσαι εκεί μαζί του και συμμετέχεις σε όλο αυτό, είναι ήδη αρκετό. Να τον κάνεις καλά όμως, δεν εξαρτάται από σένα. Θα χρειαστεί να παραιτηθείς από την τάση να «σώσεις» τον άνθρωπό σου. Το υπερβολικό άγχος και η υπέρμετρη αγωνία, μπορούν μόνο να τον επιβαρύνουν.

Αρχικά ίσως περάσεις από μια κατάσταση σοκ και άρνησης. ‘Ισως μια τέτοια ψυχική άμυνα είναι αναπόφευκτη, μιας και ταυτόχρονα με το σοκ θα πρέπει να βρεις δύναμη και ψυχραιμία ώστε να διαχειριστείς τα ποικίλα πρακτικά- επιτακτικά θέματα που προκύπτουν.

Όμως ναι, μπορείς να συμβάλλεις στο να τον στηρίξεις, πρακτικά και ψυχολογικά.

Κάνε μια ανοιχτή συζήτηση με τον άνθρωπό σου και ρώτα τον: τι χρειάζεται από σένα ; Αυτό που εσύ θεωρείς δεδομένο ότι χρειάζεται δεν είναι απαραίτητα αυτό που αυτός επιθυμεί. Χρειάζεται να μαθαίνεις να τον ακούς και να αποδέχεσαι τις επιλογές του (πχ. τον τρόπο που ο ίδιος αντιμετωπίζει την κατάσταση), ακόμα και αν δε συμφωνείς με αυτές.

Θα χρειαστεί και εσύ να βάζεις το όριό σου κάθε φορά, στο πόσο αντέχεις, και να μένεις σε επαφή με τον εαυτό σου, να μην ξεχνάς ότι χρειάζεται να φροντίζεις και εσένα τον ίδιο σε όλη αυτή τη διαδικασία. Αν έχεις «πέσεις με τα μούτρα», αργά ή γρήγορα θα κουραστείς ο ίδιος. Το να ταυτιστείς με τον άνθρωπό σου δε βοηθά.

Θα είναι χρήσιμο να αναζητήσεις ο ίδιος στήριξη, καθοδήγηση και ψυχοθεραπεία με έναν ειδικό. Η διαδικασία αυτή θα σε βοηθήσει να ανταπεξέλθεις καλύτερα στις απαιτητικές καταστάσεις με τις οποίες έρχεσαι αντιμέτωπος και να διαχειριστείς ευκολότερα τα δυσάρεστα συναισθήματα που βιώνεις. Όσο περισσότερο δουλεύεις ψυχολογικά με τον ίδιο σου τον εαυτό, τόσο καλύτερα μπορείς να συμβάλλεις στην στήριξη αυτού που νοσεί.

Ενημέρωση σε σχέση με τον καρκίνο γενικά, και ειδικά για την περίπτωση που αντιμετωπίζεις

Καταρχήν, θα βοηθήσει να λάβεις επαρκή και έγκυρη ενημέρωση σε σχέση με τον καρκίνο στις μέρες μας. Πολλές περιπτώσεις καρκίνου σήμερα αντιμετωπίζονται επιτυχώς! Αναζήτησε έγκυρα site στο internet, και λάβε κάποια βασική ενημέρωση.

Εύρεση γιατρού που εμπιστεύεσαι και σε κάνει να νιώθεις «καλά»

Ύψιστης σημασίας είναι το να συνεργαστείτε με κάποιον γιατρό που να εμπιστεύεστε και να αισθάνεστε καλά μαζί του. Αυτός που νοσεί, είναι ο καταλληλότερος να επιλέξει το γιατρό που του «ταιριάζει» καλύτερα. Δηλαδή, να τον εμπιστεύεται, να νιώθει άνετα να του κάνει ό,τι ερωτήσεις θέλει, να μπορεί να τον συμβουλεύεται ανά πάσα στιγμή σε αυτά που προκύπτουν.

«Πώς θα του το πω;»

Στο ερώτημα «πώς θα του το πω», η απάντηση κατ αρχήν είναι ότι δεν είναι δική σου ευθύνη να κάνεις κάτι τέτοιο. Δεν είσαι εσύ υπεύθυνος να ανακοινώσεις τη διάγνωση. Μάλιστα, βάσει του νόμου, υπεύθυνος εξ’ ολοκλήρου για την ενημέρωση αυτού που νοσεί, είναι ο θεράπον ιατρός. Κι αυτό, γιατί εκείνος μόνο γνωρίζει την ειδική περίπτωση αυτού που νοσεί και είναι επιστημονικά καταρτισμένος για να γνωρίζει γι αυτό. Ο καρκίνος στις μέρες μας τείνει να είναι εξατομικευμένη περίπτωση, και κάθε οργανισμός ανταποκρίνεται διαφορετικά στις θεραπείες. Ο γιατρός μπορεί να μιλήσει με επιστημονικό λόγο και ύφος, εξατομικευμένα, χωρίς να εμπλέκεται συναισθηματικά φέρνοντας τον πανικό.

Αν και λέμε ότι ο γιατρός είναι βάσει του νόμου υπεύθυνος να ενημερώνει τον ασθενή, στην πράξη η σχετική ενημέρωση τουλάχιστον στην Ελλάδα, φαίνεται ότι συχνά επιφορτίζει τα μέλη της οικογένειας. Επίσης, ειδικά στις μη αναστρέψιμες περιπτώσεις, το δίλημμα γίνεται ηθικό. Γιατί, ναι λέμε: «κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να γνωρίζει την αλήθεια για την υγεία του», αλλά κατά πόσον παίρνεις την ευθύνη να πεις στον άλλον, τι και πώς; Και κατά πόσον ο άλλος θέλει να το ακούσει; Και ποια είναι η αλήθεια; Αν λοιπόν σε αυτήν την περίπτωση αναρωτιέστε το «πώς θα του το πω;» ή το «να του το πώ;», πάλι δεν υπάρχει μια δεδομένη απάντηση, αλλά η απάντηση είναι η εξής: θα του λέτε όση αλήθεια θέλει κάθε φορά να ακούσει. Ο ίδιος θα σας καθοδηγεί σε αυτό, στο πόσο θα θέλει να μάθει.

Κάθε άνθρωπος έχει το δικό του μοναδικό τρόπο να αντιλαμβάνεται και να διαχειρίζεται τα πράγματα. Κάποιος θέλει να γνωρίζει την κάθε λεπτομέρεια, κάποιος το «αφήνει» στους δικούς του εξ ολοκλήρου. Συνήθως, κάποιος ρωτά κάθε φορά μέχρι εκεί που θέλει να μαθαίνει. Η εμπειρία πάντως δείχνει, ότι ενδόμυχα ο ασθενής γνωρίζει την αλήθεια για την υγεία του, απλώς κάθε φορά είναι έτοιμος να την αποδέχεται σε δόσεις. Το ίδιο και χρονικά: κάποιες στιγμές την αποδέχεται και κάποιες την αρνείται κοκ. Αυτός ίσως είναι ο μόνος τρόπος να αντέξει κανείς αυτήν τη σκληρή αναμέτρηση. Πριν βιαστείς να ρωτήσεις «να του το πω; Θα το αντέξει;», ρώτα καλύτερα τον ίδιο σου τον εαυτό «μπορώ να το πιστέψω; Το αντέχω;». Όταν ο ασθενής έχει κάνει τη συμφιλίωσή του με τη ζωή και το θάνατο, το μέλος του οικείου περιβάλλοντος ακόμα το αρνείται..

Ο κάθε ασθενής βρίσκει το δικό του τρόπο να αντιμετωπίσει και να διαχειριστεί την κατάσταση. Κάθε τρόπος θα πρέπει να είναι σεβαστός. Κάθε επιλογή του θα πρέπει να γίνεται σεβαστή. Μπορείς να τον συνοδεύσεις στην επιλογή του; Και αν ναι, μέχρι πόσο; Πριν προτρέξεις να αναλάβεις τον άλλο, ανέλαβε να διαχειριστείς το δικό σου πόνο και φόβο. Γιατί, κανείς δε σε θέλει να παίζεις τον καραγκιόζη. Μείνε ανθρώπινος.

Ψυχοθεραπεία και καρκίνος

Η ψυχοθεραπεία σαν έννοια είναι πολλάκις παρεξηγημένη στην Ελλάδα. Ακόμα και οι γιατροί δεν κατέχουν βασικές γνώσεις σχετικά με τη διαδικασία της ψυχοθεραπείας και τη δουλειά του ψυχολόγου, σε σχέση με τον ψυχίατρο και τον ψυχοθεραπευτή. Για όσους ενδιαφέρεστε για μια πρώτη ενημέρωση σε αυτό το πεδίο, σας παραπέμπω σε ένα παλιότερο άρθρο μου «Τι είναι η ψυχοθεραπεία;» στον εξής σύνδεσμο: http://www.danaichor.blogspot.gr/#!http://danaichor.blogspot.com/2012/01/blog-post_5651.html

Η παρηγορητική φροντίδα και υποστηρικτική ενθάρρυνση σε ασθενείς με καρκίνο, γίνονται συχνά από ψυχολόγους στις ομάδες γιατρών στα νοσοκομεία. Αυτή η διαδικασία, της παρηγορητικής φροντίδας, δεν είναι ψυχοθεραπεία.

«Ο γιατρός μας είπε ότι θα πρέπει να δει ψυχολόγο, γιατί θα πρέπει να έχει καλή ψυχολογία», ακούω συχνά. Κι απορώ. Δηλαδή, ο ψυχολόγος είναι ένας άνθρωπος που θα σε κάνει ξάφνου να έχεις «καλή ψυχολογία» και να «ανέβεις ψυχολογικά». Μακάρι, να ήταν έτσι φίλοι μου, μακάρι να είχαμε το μαγικό ραβδί!

Επιμένω όμως. Δεν είσαι ένας καημένος ασθενής. Μην παραιτηθείς, μη γίνεις θύμα! Μην εγκλωβίζεσαι στις διαγνώσεις και τους τίτλους. Εξακολουθείς να είσαι ένας έξυπνος και ευαίσθητος άνθρωπος. Μείνε ανοιχτός στην πιθανότητα θεραπείας σου! Έχεις δικαίωμα και λόγο στη ζωή και την αξιοπρέπειά σου!!

Η ψυχοθεραπεία είναι μια διαδικασία που θα σε βάλει να αντικρίσεις τον εαυτό σου κατάματα, να σε δεις πιο καθαρά, στο ποιος είσαι και πού πας, να επιτρέψεις τα συναισθήματά σου, να συμπεριλάβεις το ποιος είσαι, να σε αναλάβεις, να γίνεις πιο ελεύθερος, να γίνεις πιο εσύ.

Στην περίπτωση του καρκίνου, μπορεί να σε βοηθήσει να αναγνωρίσεις το νόημα της ασθένειας στη ζωή σου, το τι ήθελε ο καρκίνος να σου πει. Έτσι θα μάθεις πώς να πάρεις τον καρκίνο μαζί σου και να ζήσεις με αυτόν τιμώντας τη ζωή-ίσως πιο πολύ από ποτέ. Από όποια θέση κι αν εμπλέκεσαι με τον καρκίνο.

Ίσως αρχίζετε να ψιλιάζεστε, ότι η διαδικασία αυτή είναι πολύ προσωπική για τον καθένα, και η στιγμή της απόφασης για θεραπεία είναι μια κορυφαία αποφασιστική στιγμή επίσης πολύ προσωπική για τον καθένα. Που μόνο ο καθένας μπορεί να πάρει για τον εαυτό του, όταν θα είναι έτοιμος, όταν θα το αναζητήσει το μέσα του. Δεν μπορείτε να πείσετε κάποιον «να δει ψυχολόγο», επειδή στην ουσία δεν αντέχετε να τον βλέπετε να πονάει, γιατί νομίζετε ότι ο ψυχολόγος θα τον κάνει ως δια μαγείας να πάψει να πονάει. (Μπορείτε βέβαια, να αναρωτηθείτε αν εσείς οι ίδιοι το χρειάζεστε. Γιατί άραγε να βάζετε αυτήν την προτεραιότητα και τον εαυτό σας τόσο χαμηλά σε αυτά που πρέπει να γίνουν..).

Στην πραγματικότητα, ένας ασθενής στην Ελλάδα που ουδέποτε στη ζωή του δεν γνώρισε τι είναι η ψυχοθεραπεία, δεν θα αναγνωρίσει ξαφνικά την ανάγκη να κάνει κάτι τέτοιο, ή να το βάλει σε προτεραιότητα την ώρα που πονάει, ή όταν πρόκειται σε λίγες μέρες να εγχειριστεί, ή βρίσκεται στις παρενέργειες των χημειοθεραπειών. Αυτό είναι το στάδιο της πρακτικής αντιμετώπισης των πραγμάτων. Συνήθως, κάποιος που νόσησε μπαίνει στη διαδικασία της ψυχοθεραπείας σε ένα δεύτερο χρόνο, όταν πια η φουρτούνα έχει κάπως καταλαγιάσει και τότε είναι που αρχίζει να επεξεργάζεται μέσα του το τι συνέβη και να το συνειδητοποιεί και να προσπαθεί να το σηματοδοτήσει.

Οπότε, ενημερώστε τον άνθρωπό σας, προτείνετε, αλλά μέχρι εκεί.

Ο καθένας χρειάζεται να αναλαμβάνει τον εαυτό του.

Επίλογος

Μιλάω με μια κυρία στο 1069, πριν λίγες μέρες διαγνώστηκε με καρκίνο στο λάρυγγα, εγχειρήσιμος αρχικού σταδίου, γιατροί αισιόδοξοι. Δυναμικός τύπος, άμεσος, σταράτος:

«Κοίτα, όλα αυτά μου φαίνονται βουνό, εγώ είχα πει αν ποτέ αρρωστήσω καλύτερα να φύγω μπαμ κι έξω, τώρα αυτά όλα που μου λεν οι γιατροί, τα μπες βγες στα νοσοκομεία, τρέχα από εδώ κι από εκεί για τις εξετάσεις, αυτά δεν είναι για μένα»

Μιλάμε λίγη ώρα, της μεταφέρω όπως μπορώ τα παραπάνω, τα σκέφτεται, αρχίζει και το διαπραγματεύεται μέσα της ενώ μια σπίθα ελπίδας αρχίζει να αχνοφέγγει:

« Δηλαδή τι , θα πρέπει να μάθω να ζω με το θάνατο;», γελώντας.

«Ε, ναι, τι νομίζετε ότι κάνουμε εμείς τόσο καιρό;» Της μιλώ ανάλαφρα και ευδιάθετα. «Μαζευόμαστε στη ομάδα ψυχοδράματος, μιλάμε γι αυτά, τα γελάμε, τα κλαίμε, τα βλέπουμε από εδώ κι από εκεί και μαθαίνουμε, μαθαίνουμε να σχετιζόμαστε με αυτά. Όπως μας βγαίνει κάθε φορά. Είμαστε πολύ καλά εκεί μαζί ξέρετε, αγαπάμε τη ζωή!

«Λιθούχε, μέσα από το σκοτάδι έφτασες την ελπίδα σου και τώρα έχεις ό,τι επιθυμείς. Χρησιμοποίησε καλά τον καιρό σου!»
Tolkien, The return of the King

Αφιερωμένο στην Ξανθίππη, και τα υπέροχα μέλη της ομάδας ψυχοδράματος στο Μείνε Δυνατός. Σας ευχαριστώ!

Εισαγωγική Εικόνα

06 Σεπ 2015

Το σύνδρομο της «άδειας φωλιάς»

Για πολλές οικογένειες μια σημαντική στιγμή στη δάρκεια της εξέλιξης τους, που συνήθως γίνεται στη μέση ηλικία των γονέων, είναι η απομάκρυνση των παιδιών από το σπίτι, οι λόγοι είναι πολλοί σπουδές,γάμος,στρατός,εύρεση εργασίας ή απλά να ξεκινήσουν τη δική τους ζωή.Η αποχώρηση αυτή μπορεί να αποτελέσει μια συναισθηματικά έντονη αλλαγή, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε να έχει χαρακτηριστεί “σύνδρομο της άδειας φωλιάς”. Στη φάση αυτή, μπορεί να αναδυθούν συναισθήματα θλίψης, ανησυχίας και μοναξιάς ή ακόμα και κατάθλιψη. Για τους περισσότερους γονείς, απαιτούνται μεγάλες αλλαγές τόσο σε πρακτικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο και προσπάθεια προσαρμογής στα νέα δεδομένα. Στην ουσία, οι μεσήλικες γονείς καλούνται να εγκαταλείψουν και να πενθήσουν ένα κομμάτι του ίδιου τους του ρόλου ως γονέων.

Οι γονείς καλούνται να πάψουν να είναι γονείς ενός μικρού παιδιού, να μετεξελιχθούν σταδιακά σε γονείς ενός ενήλικα. Πρόκειται για μια διαδικασία επαναπροσδιορισμού της ταυτότητας του ρόλου του γονέα, την οποία ένας μεσήλικας μπορεί να είναι λιγότερο ή περισσότερο έτοιμος να εγκαταλείψει. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που το παιδί αποτελεί το μοναδικό κέντρο της συναισθηματικής ζωής ενός γονέα ή ενός ζευγαριού, δεν αποκλείεται η απομάκρυνση του παιδιού από το σπίτι να κινητοποιήσει αντιδράσεις κατάθλιψης ή σοβαρή διατάραξη της σχέσης του ζευγαριού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι γυναίκες που είχαν μείνει στο σπίτι για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, διακόπτοντας την εργασία τους ή τις σπουδές τους, για τις οποίες η απώλεια μπορεί να είναι δυσβάσταχτη, καθώς κινδυνεύουν να μείνουν ξαφνικά “άνεργες”.

Ξαφνικά, τα παιδιά τους παύουν να τις έχουν τόσο πολλή ανάγκη, οι γυναίκες αυτές βρίσκονται ξαφνικά χωρίς απασχόληση. Ωστόσο, δεν πρόκειται μόνο για το πρακτικό ζήτημα του ελεύθερου χρόνου. Στην ουσία, ο γονέας καλείται να αναθεωρήσει την ταυτότητά του. Αυτό μπορεί να αποδειχτεί δύσκολο, ιδιαίτερα για μια γυναίκα που έχει περιορίσει τους ρόλους της σε αυτόν της μητέρας.Όταν παρέλθει το συναίσθημα του πένθους τότε πολλοί μεσήλικες γονείς διαπιστώνουν σύντομα τις θετικές διαστάσεις αυτής της αλλαγής και τις υποδέχονται με ικανοποίηση, ίσως και με ανακούφιση ή ενθουσιασμό. Οι γυναίκες που δεν είχαν εργαστεί εκτός σπιτιού μπορεί να σκεφτούν ότι τώρα έχουν την ευκαιρία να αναζητήσουν εργασία ή να σπουδάσουν. Επίσης, οι γονείς μπορεί να αισθανθούν απελευθερωμένοι από τις ευθύνες και τις απαιτήσεις της ανατροφής των παιδιών και να αξιοποιήσουν το διαθέσιμο χρόνο που έχουν πλέον για την εργασία τους ή για άλλες δραστηριότητες. Παράλληλα, οι σύζυγοι έχουν περισσότερο χρόνο ο ένας για τον άλλον και μπορεί να αναβιώσουν τη σχέση τους ως ζευγάρι.

Όσον αφορά δε τις σχέσεις γονέων-παιδιών, προκειμένου να διατηρηθούν με τρόπο αναπτυξιακά εποικοδομητικό, θα πρέπει να μετασχηματιστούν. Η αυτονόμηση των ενήλικων παιδιών δε συνιστά διάρρηξη της σχέσης γονέα-παιδιού, αλλά μοχλό αλλαγής προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης μιας νέας μορφής σχέσης: της σχέσης ενήλικα προς ενήλικα. Μάλιστα, η εμβάθυνση της νέας αυτής μορφής σχέσης μπορεί να είναι μια ιδιαίτερα εμπλουτιστική αναπτυξιακή εμπειρία και για τις δύο πλευρές.

Εισαγωγική Εικόνα

29 Ιούν 2015

Ζευγάρι και δοκιμασία

Δύο άνθρωποι αποφασίζουν να γίνουν ζευγάρι. Στη νέα αυτή σχέση, ο καθένας κουβαλά όλα όσα τον έχουν διαμορφώσει: την οικογένειά του, την κουλτούρα του, τις αξίες του, τις αναμνήσεις και τις εμπειρίες του. Το παιχνίδι σε αυτή τη σχέση παίζεται με 4: τον άντρα, τη γυναίκα και τις καταγωγές τους!

Στην πορεία βέβαια αυτής της σχέσης και καθώς τα προβλήματα του καθενός προστίθενται στην καθημερινότητα του άλλου και μεγαλώνουν, ο έρωτας, ο ρομαντισμός, τα ωραία και καλά χαρακτηριστικά του/της συντρόφου δείχνουν να διαλύονται και να χάνονται με χαρακτηριστική ευκολία, ενώ στη θέση τους έρχονται να προβάλλονται τα εξιδανικευμένα τμήματα του εαυτού τους, δημιουργώντας έτσι σταδιακά μια δυσλειτουργική σχέση.

Σε μια τέτοια λοιπόν σχέση, συχνά φαίνεται πως οι σύντροφοι δεν έχουν αποδεχθεί τμήματα του δικού τους εαυτού με αποτέλεσμα να τα προβάλλουν στον άλλον. Αυτή η ασυνείδητη απόρριψη για τον εαυτό, γίνεται συνειδητή απόρριψη του άλλου και έτσι προκαλούνται προβλήματα. Αυτά τα προβλήματα εξαρτώνται από την ικανότητα των συντρόφων να προσαρμόζονται στην πραγματική εικόνα του άλλου και να την αποδέχονται. Ο τρόπος με τον οποίο οι σύντροφοι αντιμετωπίζουν τις διαφορές τους αφενός καθορίζει την ποιότητα της  σχέσης τους και αφετέρου καθορίζεται από αυτήν. Έχει βρεθεί (Gottman) ότι τα ζευγάρια που είναι ικανοποιημένα από τη σχέση τους χειρίζονται τις διαφωνίες τους με θετικό τρόπο και προσπαθούν να αλλάξουν τον άλλον με υποστηρικτικό τρόπο χωρίς να τον απορρίπτουν.

Μια άλλη διάσταση στη σχέση αφορά την ευελιξία και την προσαρμογή στις αλλαγές. Θέματα όπως η γέννηση ενός παιδιού, αποχωρισμός του από την οικογένεια, ενηλικίωσή του, ασθένειες και άλλα στρεσογόνα γεγονότα είναι αναπόφευκτα στην πορεία ενός ζευγαριού και η δυνατότητά τους να τα αντιμετωπίσουν με ωριμότητα και ευελιξία καθορίζει σε σημαντικό βαθμό και την πορεία της σχέσης τους. Υπάρχει μια θεμελιώδης ασυμβατότητα η οποία εντοπίζεται ανάμεσα σε 2 συναισθήματα-καταστάσεις, την αφοσίωση η οποία αναφέρεται στην υπακοή στους κανόνες που ισχύουν στην οικογένεια καταγωγής μας και την πίστη που είναι απλά η εμπιστοσύνη στη σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων. Αφενός η δύναμη που ωθεί κάθε παιδί να παραμείνει το παιδί των γονιών του και αφετέρου η επιθυμία να γίνει άνδρας/γυναίκα μιας ξένης/ξένου που την/τον διάλεξε, καθορίζει αν θα καταφέρουμε να περάσουμε σε επόμενο στάδιο, σε αυτό της εξατομίκευσης και διαφοροποίησης. Σε αυτό το πλαίσιο το ζευγάρι έχει 2 επιλογές: να υπακούσει στους οικογενειακούς κώδικες ή να επιλέξει τη χειραφέτηση από αυτούς και να εφεύρει νέους. Αν απορρίψεις τους οικογενειακούς κώδικες κινδυνεύεις να προκαλέσεις ρήξη με τους γονείς και να χάσεις την υποστήριξή τους. Αντίθετα, αν παραμείνεις δέσμιος στους οικογενειακούς κανόνες παραιτείσαι από την ιδιωτική ζωή και χάνεις την αυτονομία σου.

Σε κάθε κρίση οι δυνάμεις της ένωσης ανταγωνίζονται τις δυνάμεις του χωρισμού χωρίς να ξέρουμε ποτέ ποιος τελικά θα επιβιώσει. Αυτή όμως η κρίση μας δίνει την ευκαιρία να διαπιστώσουμε αν το άτομο που έχουμε επιλέξει είναι το «σωστό», το «κατάλληλο» για εμάς. Ο μόνος τρόπος για να καταλάβουμε κάτι τέτοιο είναι να ζυγίσουμε αν αξίζει να πιστέψουμε στη σχέση ή να υπακούσουμε στους κανόνες καταγωγής μας. Από τον πρώτο χωρισμό λόγω του πρώτου παιδιού, από την απιστία έως τον λήθαργο της επιθυμίας, από τη μετάβαση από το ιδεώδες στη βιωμένη πραγματικότητα, οι κρίσεις που ελλοχεύουν στο ζευγάρι είναι αμέτρητες. Μπορεί να φέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα του χωρισμού, ή αντίθετα, να δώσουν νέες δυνατότητες να ξεπεράσουν τις κρίσεις αυτές.

«…φανταστείτε τη χαρά της όταν έφτασε στο χορό και τη χαιρέτησε ο όμορφος πρίγκιπας. Αντί για τη συνηθισμένη μεταχείριση που δεχόταν, της φέρθηκε με σεβασμό και ενδιαφέρον. Το συνταίριασμα έμοιαζε ουρανόσταλτο, και η Σταχτοπούτα και ο γοητευτικός Πρίγκιπας σύντομα παντρεύτηκαν.

Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που τελικά γύρισαν στο κάστρο, ύστερα από τον μήνα του μέλιτος. Ο πρίγκιπας ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα, φόρεσε τις πυτζάμες του, αφήνοντας το πουκάμισό του στο πάτωμα,  τις κάλτσες στο κρεβάτι και το παντελόνι στην καρέκλα. Η Σταχτοπούτα μπήκε στο δωμάτιο και έμεινε άναυδη από την ακαταστασία. Περίμενε, γεμάτη προσδοκία, να συμμαζέψει ο πρίγκιπας, αλλά σαν αυτός δεν το έκανε άρχισε να πετάει κάποια καρφιά. Καθώς εκείνος δεν αντιδρούσε, τα καρφιά γινόταν εντονότερα και μια γνώριμη σκέψη της καρφώθηκε στο μυαλό! «Μάλιστα! Είναι ακριβώς σαν όλους τους άλλους! Νόμιζα ότι ήταν διαφορετικός, αλλά κι αυτός περιμένει να μαζέψω εγώ και τη δική του ακαταστασία. Θέλει απλώς μια υπηρέτρια». Πολύ σύντομα η Σταχτοπούτα ένιωθε παραμελημένη και ανεπιθύμητη για άλλη μια φορά. Αντί να ρωτήσει τον πρίγκιπα γιατί δεν μάζεψε τα ρούχα του, προχώρησε στο επόμενο συμπέρασμα: «Δεν με αγαπά!».

Στο μεταξύ ο πρίγκιπας δεν μπορούσε να μαντέψει τι είχε συμβεί στη σύζυγό του που τον πρόσεχε και τον λάτρευε. «Το μόνο που μοιάζει να κάνει είναι να κεντρίζει, να κεντρίζει και να κεντρίζει. Πάντα περιμένει κάτι παραπάνω από εμένα. Δε μπορεί στ’ αλήθεια να είναι τόσο αναστατωμένη για λίγη ακαταστασία. Είναι ακριβώς σαν τους άλλους, θέλει να με αναγκάσει να κάνω το δικό της», συμπέρανε.

Αντί να κάτσουν και να μιλήσουν ο ένας στον άλλον για τα συναισθήματά τους, τα πιστεύω και για τον ρόλο του καθενός στο γάμο τους, προχώρησαν σε ένα ακόμη λαθεμένο συμπέρασμα: «όταν θα γνώριζα τον τέλειο σύντροφο θα ζούσα-υποτίθεται- για πάντα ευτυχισμένα. Δε νιώθω ευτυχία, συνεπώς εσύ δεν είσαι ο τέλειος σύντροφος για μένα». Τόσο η Σταχτοπούτα όσο και ο Πρίγκιπας ξεκινώντας τη σχέση τους είχαν ο καθένας από πριν τις ιδέες τους για τη σημασία της συμπεριφοράς και συγκεκριμένες προσδοκίες για το τι πρέπει να κάνουν οι άνδρες και οι γυναίκες. Οι ατομικές οπτικές τους επηρέαζαν τον τρόπο με τον οποίο ο ένας ερμήνευε τη συμπεριφορά του άλλου. Ο πρίγκιπας είχε χαρεί που βρήκε κάποιον «ίσο» που τον θαύμαζε και η Σταχτοπούτα είχε ενθουσιαστεί που βρήκε κάποιον «ανώτερο» που τη μεταχειριζόταν σαν πριγκίπισσα (δηλαδή σαν «ίση»). Ενώ και οι 2 ήλπιζαν σε ειδική μεταχείριση, αυτό που ανέμεναν ήταν η υπό όρους μεταχείριση.

«….Η εμπειρία του Πρίγκιπα να πρέπει πάντα να εκπληρώνει το επίπεδο προσδοκιών των άλλων (όπως άλλωστε πρέπει να συμπεριφέρεται ένας πρίγκιπας απέναντι στους γονείς-βασιλιάδες!), τον οδήγησε να ελπίζει ότι θα παρουσιαστεί κάποιος που θα τον εκτιμούσε πραγματικά γι αυτό που ήταν, αλλά αυτό που ανέμενε ήταν να βρει κάποιον που θα επιχειρούσε να βρει κάποιο λάθος του και να τον ελέγξει. Η Σταχτοπούτα επίσης, ονειρευόταν να την εκτιμούν αλλά ανέμενε να την εκμεταλλευτούν (όπως ακριβώς συνέβαινε με τη μητριά και τις θετές αδερφές της). Όταν συναντήθηκαν φαινόταν σαν να είχαν εκπληρωθεί οι ευχές τους. Οι ασύνειδες όμως προσδοκίες τους οδήγησαν σε παρερμηνεία των πράξεων του ενός έναντι του άλλου. Αντί να ελέγξουν τις αντιλήψεις τους, αντιδρούσαν σε αυτό που πίστευαν ότι έβλεπαν και η συμπεριφορά τους σταδιακά προκάλεσε την αντίδραση που εξαρχής ανέμεναν να βρουν.»

(από το βιβλίο «Σταχτοπούτα, η συνέχεια…», των Εϊμυ Λιου, Μπέτυ Λου Μπέτνερ, εκδόσεις Μαϊστρος 2008)

Εισαγωγική Εικόνα

29 Απρ 2015

Αυτοεκτίμηση και σχέση με τους γονείς: Είναι αλληλένδετα;

Όλοι, κλεισμένο σε ένα συρτάρι ή στρυμωγμένο σε κάποιο ράφι, έχουμε κάτι πολύτιμο για εμάς μα αδιάφορο για τους άλλους. Για κάποιους είναι ένα ρολόι, για άλλους ένα γράμμα, ένα κειμήλιο ή μια φωτογραφία και ούτε οι καλύτεροι εκτιμητές δεν μπορούν να κοστολογήσουν την αξία του ακριβέστερα από εμάς. Αυτό το απόκτημα – που με τη συνειρμική του δύναμη το κάνει τόσο ξεχωριστό και πολύτιμο – είναι που μας θυμίζει ότι το πραγματικά πολύτιμο εκτιμάται μέσα από το βίωμα και όχι μέσα από τη θεωρία· ακριβώς, όπως και ο εαυτός κάποιου! Το πόσο εκτιμούμε τον εαυτό μας, λοιπόν, γιατί να έχει να κάνει με το πόσο μας εκτιμούν οι άλλοι;

Η πρώτη ερώτηση, εδώ, οφείλει να είναι τι είναι η εκτίμηση στον εαυτό ή αυτο-εκτίμηση. Πολύ απλά, είναι ο καθρέφτης που κοιταζόμαστε και βλέπουμε πόσο αξιολογούμε τον εαυτό μας σχετικά με το πόσο θεωρούμε ότι αξίζουμε! Από αυτό τον καθρέφτη πηγάζουν τα πιστεύω που συνηγορούν ή καταδικάζουν ότι θα τα καταφέρουμε ή ότι είμαστε ικανοί και άξιοι. Μαζί με αυτά, ξεπηδούν και τα συναισθήματα της υπερηφάνειας, του θριάμβου, της απογοήτευσης ή της ντροπής. Πως, όμως, χτίζεται η αυτο-εκτίμησή μας;

Μα, φυσικά, μέσα από τα πρώτα χρόνια της ζωή μας! Στην ποιότητα των πρώτων σχέσεων που σχηματίζουμε, στις ακαδημαϊκές μας επιδόσεις και στις κοινωνικές μας εμπειρίες και αυτό γιατί η αποδοχή που βιώνουμε ανεβάζει την εσωτερική μας αξία. Για παράδειγμα η δύναμη που πηγάζει από τη φιλία… Οι υγιείς σχέσεις με τους φίλους μας μάς κάνουν να νιώθουμε ότι αξίζουμε. Είναι εκεί για εμάς, μας ακούνε, μας παρηγορούν, μας βοηθούν! Για να καταφέρουμε να φτάσουμε εκεί, όμως, πρέπει πρώτα να έχουμε νιώσει ανάλογα μέσα από τη σχέση που δημιουργήσαμε με τις πρώτες φιγούρες της ζωής μας… Τους γονείς μας. Για αυτό, θα μιλήσουμε για τον πρώτο δεσμό που αποκτούμε κατά τον ερχομό μας στον κόσμο, το δεσμό προσκόλλησης.

Ο δεσμός προσκόλλησης δεν είναι τίποτε άλλο από έναν βαθύ, διαρκή και ανθεκτικό, συναισθηματικό, δεσμό που ενώνει ένα πρόσωπο με ένα άλλο στο πέρασμα του χρόνου. Σκεφτείτε το δεσμό προσκόλλησης, λοιπόν, ως μία αόρατη κλωστή, ένα νήμα – αν θέλετε – μεταξύ ανθρωπίνων όντων. Στην παιδική ηλικία, λοιπόν – που όλα ξεκινούν για το δεσμό αυτό – τα παιδιά αναζητούν την εγγύτητα με τη φιγούρα που τον έχουν σχηματίσει (συνήθως οι γονείς) όταν νιώθουν αναστάτωση ή απειλή. Ο ενήλικας, είθισται να απαντά με ευαισθησία στην ανάγκη, αυτή, και με αυτή τη διαδικασία αναπτύσσεται η σχέση γονέα – παιδιού που επηρεάζει την μετέπειτα εξέλιξή του. Βλέπετε, η μητέρα ενός βρέφους παρέχει σε εκείνο κάτι πολύ πιο σημαντικό από τροφή ή νερό – που μπορεί να το παρέχει ο οποιοσδήποτε, στην τελική… Του παρέχει συναισθηματική ασφάλεια! Κάτι εξίσου απαραίτητο όχι μόνο για την βιολογική αλλά και για την κοινωνική μας επιβίωση.

Αυτός ο δεσμός, λοιπόν, αναπτύσσεται – σε τι άλλο; – σε στάδια! Έτσι, μέχρι τους 3 μήνες μας, είμαστε προγραμματισμένοι να προσκολληθούμε σε οποιονδήποτε άνθρωπο είναι κοντά μας. Έπειτα, αρχίζουμε να εκδηλώνουμε την προτίμησή μας σε κάποιον, συγκεκριμένα, αλλά δεχόμαστε φροντίδα και από τους υπόλοιπους ενώ μετά τους 7 μήνες, ζητάμε αποκλειστικά από εκείνον που προτιμήσαμε ασφάλεια, προστασία και ευδαιμονία ενώ – ταυτόχρονα – ξεκινούμε να φοβόμαστε τους αγνώστους και να στενοχωριόμαστε όταν αποχωριζόμαστε το αγαπημένο μας πρόσωπο. Το ωραίο, εδώ, είναι ότι ο δεσμός αυτός δεν σχηματίζεται με το πρόσωπο που – απλά – πέρασε τον περισσότερο χρόνο με το βρέφος αλλά με εκείνο που ανταποκρίθηκε ακριβέστερα στις ανάγκες του!

Σας θυμίζει κάτι μέχρι στιγμής; Κάπως έτσι δεν είναι και οι ενήλικες σχέσεις μας με τους ανθρώπους; Οι ρομαντικές μας σχέσεις, οι φιλικές ή οι επαγγελματικές; Με ποιον ερχόμαστε το περισσότερο κοντά; Ποιον αναζητούμε και με ποιον αισθανόμαστε καλύτερα; Μα, με αυτόν που νιώθουμε την ασφάλεια της μητέρας και το ζεστό της χάδι ή το ευήκοων αυτί της ώστε να επικοινωνήσουμε την ανάγκη μας! Και αφού οι δεσμοί που σχηματίζουμε χαλκεύουν – μεταξύ άλλων – την αυτό-εκτίμησή μας, πως πιστεύετε ότι θα ήταν αυτοί χωρίς έναν ασφαλή δεσμό προσκόλλησης; Με μία λέξη… Εύθραυστοι!

Η ασφαλής προσκόλληση στο δεσμό αυτό, λοιπόν, οδηγεί σε μεγαλύτερη αυτό-εκτίμηση αλλά πως; Πρώτα απ’ όλα με την χωρίς προυπόθεση αγάπη! Αυτό αναπτύσσει μία σταθερή έννοια σε εμάς ότι κάποιος μας νοιάζεται και μας σέβεται και έτσι, ακριβώς, έπειτα νιώθουμε οι ίδιοι σεβασμό για τον εαυτό μας. Αλλά τι είναι ασφαλής προσκόλληση, τέλος πάντων; Είναι το συναίσθημα που έχουμε όταν ξέρουμε πως όταν αντιμετωπίσουμε πρόβλημα και χρειαστεί να ανατρέξουμε στους γονείς μας εκείνοι θα είναι εκεί να απαλύνουν τον πόνο μας ή την αναστάτωση. Μεγαλώνοντας οι φιγούρες αυτές των γονιών εσωτερικεύονται μαζί με τις συμπεριφορές τους. Έτσι, κάθε φορά που μας αναστατώνει κάτι ανατρέχουμε στο εσωτερικό μας “ευρετήριο” και η παρηγορητική ή ενθαρρυντική συμπεριφορά τους είναι εκεί να μας καθησυχάσει και να μας παρουσιάσει πιο επαρκείς!

Ακόμα, οι αξίες των γονιών που μας φρόντισαν εσωτερικεύονται – επίσης – και μας υπερασπίζονται όταν βρισκόμαστε υπό αντίξοες συνθήκες. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι είμαστε οπλισμένοι με το θάρρος να τις αλλάξουμε, να τις προσαρμόσουμε ή να τις αποτάξουμε – εντελώς – κάνοντάς μας πιο ευπροσάρμοστους και ανοιχτούς σε νέες συνθήκες. Για να συνδεθούμε και με το αρχικό μας ερώτημα, τώρα,… Γιατί το πόσο εκτιμούμε τον εαυτό μας, έχει να κάνει με το πόσο μας εκτιμούν οι άλλοι; Αυτό απαντάται με τον ίδιο τρόπο που γινόμαστε και οι ίδιοι ευπροσάρμοστοι… Με το να είμαστε ανοιχτοί στην κριτική! Για την ακρίβεια, μπορούμε να δεχτούμε μη κολακευτικά σχόλια και να τα διαχειριστούμε καταλλήλως καθώς δεν προβάλουμε πάνω σε αυτούς τα πρόσωπα που ζητούσαμε την αποδοχή τους όταν ήμασταν μικροί· τους γονείς μας. Και αυτό, γιατί μας αποδέχτηκαν τότε και – πλέον – δεν νιώθουμε την ανάγκη να μας εκτιμήσει ο καθένας για να εκτιμήσουμε οι ίδιοι τον εαυτό μας.

Η εκτίμηση που έδειξαν στην ανάγκη του συναισθήματός μας, τότε, εσωτερικεύεται – ομοίως – και μας κάνει να μην ντρεπόμαστε για αυτό αλλά να εκτιμούμε τον εαυτό που το παρήγαγε – δηλαδή, τον εαυτό μας! Η εμπιστοσύνη που επέδειξαν στην κρίση μας και η υπομονή στα λάθη μας μας οπλίζει με το θάρρος να εκφράσουμε τη γνώμη μας· να μιλήσουμε, δηλαδή, με την εσωτερική μας φωνή. Τέλος, η αναγνώριση που μας έδωσαν μας βοηθάει στο πιο σημαντικό… Αναγνωρίζω τον άλλο σημαίνει τον βλέπω ως ξεχωριστή και ολοκληρωμένη οντότητα απέναντί μου. Έτσι, βλέπει και το αναπτυσσόμενο παιδί σιγά σιγά τον εαυτό του. Αναγνωρίζοντας μας για αυτό που είμαστε μας βοηθάει να το αποδεχτούμε… Να αποδεχτούμε τον εαυτό μας και να οπλιστούμε με το θάρρος της αξίας μας.

Για να το ενστερνιστούμε λίγο καλύτερα ας πούμε όλοι από μία φράση που έχει αρνητική χροιά για τον εαυτό μας. Για παράδειγμα “Είμαι μεγάλος πια…” Βλέπετε, αυτή δεν είναι ολόκληρη η φράση που μας στενοχωρεί παρά μόνο η μισή! Υπάρχει πάντα συνέχεια όπως “Είμαι μεγάλος πια για να με αγαπήσει κάποιος, για να βρω δουλειά, για να ξεκινήσω χορό κ.ο.κ.” Αυτό αντικατοπτρίζει όχι το ότι είμαι μεγάλος αλλά την ουσία του· την ερμηνεία που του έχουμε δώσει… Το ότι δεν νιώθω ικανός αρκετά για να ξεκινήσω το χόμπι μου ή να βρω δουλειά. Το ότι δεν εκτιμώ αρκετά τον εαυτό μου για να με εκτιμήσει κάποιος άλλος ή να με αγαπήσει.

Μέσα από όλα αυτά, λοιπόν, καταλαβαίνουμε πως τα πρώτα βιώματά μας ζωγραφίζουν την μετέπειτα αξιολόγηση του εαυτού μας στην ενήλικη ζωή μας ή της ανάγκες μας να μας αναγνωρίσουνε όλοι και να μας εκτιμήσουν. Ένας ασφαλής δεσμός προσκόλλησης χαλκεύει την αυτό-εκτίμησή μας και παγιώνει έννοιες όπως υπερηφάνεια, θρίαμβος, πίστη, εκτίμηση και αγάπη στον εαυτό. Αν παρόλα αυτά δεν νιώθουμε αρκετά ενδυναμωμένοι αρκεί να εντοπίσουμε τα πρώτα βιώματα που μας απογοήτευσαν και να τα βγάλουμε από μέσα μας κάνοντας εμάς τους ίδιους κυβερνήτες του εαυτού μας και όχι εκείνα.

Εισαγωγική Εικόνα

Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • Branden, N. (2001). The Psychology if Self-Esteem, London: John Wiley & Sons
  • Coleman – Curtis, R. (1991). The Relational Self, New York: The Guilford Press
  • Fonagy, P. (2001). Attachment Theory and Psychoanalysis, New York: Other Press
  • Glick, R., A. & Meyers, D., I. (1993). Masochism: Current Psychoanalytic Perspectives, New York: Routledge
  • Holmes, J. (1993). John Bowlby & Attachment Theory, New York: Routledge
  • Horowitz, M. (2014). Identity and the New Psychoanalytic Explorations of Self-organization, New York: Routledge