14 Ιαν

Ιδανικός γονιός: υπάρχει ή μήπως είναι ψέμα;

Πόσο εύκολο είναι να είσαι γονιός; Υπάρχει ο ιδανικός γονιός;

Αυτά είναι λίγα από τα ερωτήματα που περιστρέφονται γύρω από το μυαλό ενός ανθρώπου που είναι  γονιός ή ετοιμάζεται να γίνει…

Η αλήθεια είναι πως η παγίδα του «ιδανικού γονιού» είναι μεγάλη κι επικίνδυνη είτε από την πλευρά του γονιού είτε από την πλευρά του παιδιού. Τις περισσότερες φορές, οι γονείς πιστεύουν ότι μπορεί να τους δοθεί ο τίτλος του «ιδανικού»,  όταν όλες τους οι προσδοκίες  πραγματοποιηθούν με ευκολία και ακρίβεια. Από την άλλη, τα παιδιά θεωρούν ότι ο γονιός τους είναι «ιδανικός» μόνο όταν πραγματοποιούνται τα χατίρια τους. Και οι δυο πλευρές έχουν στο μυαλό τους κάτι εξιδανικευμένο, που δεν φέρνει συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις! Είναι όμως εφικτό αυτό;

Δυστυχώς, δεν υπάρχει τέλειος ή ιδανικός γονιός! Υπάρχει όμως εκείνος ο γονιός ο οποίος αποδέχεται τον εαυτό του, τα βιώματα και τις εμπειρίες από την πατρική του οικογένεια, δεν προσπαθεί να γίνει τέλειος, αλλά δέχεται ότι μπορεί να έχει αντιφατικά συναισθήματα για την οικογένειά του, ότι είναι αναπόφευκτο να γίνουν «λάθη» και κάποια στραβοπατήματα.  Αναγνωρίζει τα λάθη του και προσπαθεί να τα διορθώσει. Προπάντων όμως, βοηθάει το παιδί του να αποκτήσει την αυτονομία του…

Ένας βασικός παράγοντας που επηρεάζει το γονεϊκό ρόλο είναι αυτός του συναισθηματικού κλίματος που δημιουργείται μέσα στην οικογένεια. Η συναισθηματική στάση των γονέων αναφέρεται στην αποδοχή ή απόρριψη απέναντι στο παιδί τους. Η αποδοχή του παιδιού σχετίζεται άμεσα με το βαθμό της στοργής και αγάπης που εκφράζει ο γονιός στο παιδί του. Είναι σημαντικό στις μέρες μας, όπου συνήθως και οι δυο γονείς εργάζονται, να αφιερώνεται ποιοτικός χρόνος στο παιδί και όχι τόσο ποιοτικός. Δεν ωφελεί να νιώθει κανείς τύψεις γιατί εργάζεται πολλές ώρες την ημέρα και δεν έχει χρόνο να δει το παιδί του, αρκεί όταν επιστρέψει σπίτι να μοιραστεί κάποιο χρόνο μαζί του παίζοντας ή κάνοντας κάτι ευχάριστο και για τους δυο. Αυτό το μοίρασμα του χρόνου, βελτιώνει την επικοινωνία μέσα στην οικογένεια, τα μέλη έρχονται πιο κοντά και ο ένας μπορεί να καταλάβει τις ανάγκες του άλλου. Μ’ αυτό τον τρόπο καλλιεργείται  η άνευ όρων κατανόηση στα λάθη του παιδιού και όχι η κριτική διάθεση. Η αποδοχή, λοιπόν, του παιδιού μέσα σε ένα ήπιο οικογενειακό κλίμα με ήρεμους γονείς, έχει σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη υγιούς προσωπικότητας του παιδιού.

Στην αντίπερα όχθη της αποδοχής έχουμε την απόρριψη του παιδιού από τους γονείς  του. Σ’ αυτή την στάση των γονέων δεν κυριαρχεί τόσο η στοργή και η φιλική διάθεση, όσο η αυταρχικότητα. Σε μια αντίστοιχη οικογένεια, δεν ακούγονται  γέλια και ήρεμες συζητήσεις. Ακούγεται μόνο η κριτική! Οι γονείς πιστεύουν πως με το να κριτικάρουν κάθε επιλογή του παιδιού και να μεγαλοποιούν τα λάθη του, θα καλλιεργήσουν την  υπευθυνότητά του. Η επικέντρωση στα σφάλματα και τις ατέλειες  του παιδιού όμως, δεν είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική. Αντιθέτως, το παιδί μεγαλώνει σε ένα «επιθετικό» περιβάλλον, δεν θα αποκτήσει αυτοσεβασμό και η αυτοεκτίμησή του θα είναι πάντα σε χαμηλά επίπεδα. Φυσικά, η σχέση του παιδιού με την οικογένειά του δεν θα βασίζεται στην ισοτιμία, αλλά στο φόβο, το θυμό, την έλλειψη εμπιστοσύνης, την ανασφάλεια και την ανισορροπία δύναμης.

Το δίπολο της αποδοχής – απόρριψης δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που σχετίζεται με το ρόλο του γονέα. Σημαντικό ρόλο παίζει και η θέσπιση των ορίων για την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού. Με την έννοια «όρια» ονομάζουμε το σύνολο από συμφωνίες σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας και τις σχέσεις μέσα στην οικογένεια. Τα όρια, σε πρώτη φάση, θεσπίζονται άτυπα από το συντροφικό ζευγάρι. Στη συνέχεια, με την απόκτηση παιδιού και όσο μεγαλώνει και ωριμάζει, τόσο πιο μεγάλη είναι η συμμετοχή του στη συνδιαμόρφωση των κανόνων. Στόχος των ορίων και των κανόνων δεν είναι η τιμωρία και ο υπερβολικός περιορισμός της συμπεριφοράς του παιδιού, αλλά η εκπαίδευση του παιδιού για μια υγιή ζωή ως παιδί και ως ενήλικας αργότερα.

Η θέσπιση των ορίων μέσα στην οικογένεια αναφέρεται ουσιαστικά στην άσκηση πειθαρχίας. Πολλές φορές μπερδεύουμε την πειθαρχία με την αυταρχικότητα και την τιμωρία. Στην πραγματικότητα, όμως η πειθαρχία συσχετίζεται με τη σταθερότητα και τη συνέπεια στην τήρηση των κανόνων. Άρα, λοιπόν, αποφεύγουμε τις σχέσεις εξουσίας, τις πολλές απαγορεύσεις και την άσκηση βίας  και αποδεχόμαστε την καλή επικοινωνία, τον σεβασμό των δικαιωμάτων του παιδιού και την ειλικρίνεια.

Συγκρούσεις και διαφωνίες θα υπάρχουν πάντα μέσα στην οικογένεια. Δεν σημαίνει ότι κάποιος δεν είναι καλός γονιός γιατί διαφωνεί με το παιδί του. Τα παιδιά επιθυμούν συνεχώς να ξεπεράσουν τα όρια που θέτουν οι γονείς τους. Όσο πιο σταθερός είναι ο γονιός και δείχνει το ενδιαφέρον του για τις ανάγκες του παιδιού, τόσο πιο ανώδυνα και ήπια θα επιλύονται οι μικροσυγκρούσεις.  Ας ξεχάσουμε τη φράση «δεν θα γίνει το δικό σου». Δεν θέλουμε να φουντώσουμε τον ανταγωνισμό μεταξύ μας, αλλά να προωθήσουμε την ωριμότητα και μια νέα στρατηγική επίλυσης συγκρούσεων και εξεύρεσης εναλλακτικών λύσεων.

Θα ήταν αποτελεσματικό αν είχαμε στο νου μας ότι η οικογένεια και η ανατροφή των παιδιών δεν αποτελεί μόνο μια δύσκολη δουλειά διαπαιδαγώγησης, αλλά ταυτόχρονα είναι και μια πηγή ευτυχίας. Οι γονεϊκές σχέσεις δοκιμάζονται με το πέρασμα του χρόνου. Απαιτείται πολύ υπομονή, επιμονή, ενέργεια, σταθερότητα αλλά και ευλυγισία.

Εστιάστε στα θετικά της οικογένειάς σας και δεν θα χάσετε! Δείτε το ρόλο σας από μια άλλη οπτική!

Διασκεδάστε τόσο με τα δικά σας λάθη όσο και με του παιδιού σας! Διασκεδάστε με τα παιδιά σας!

Εισαγωγική Εικόνα

20 Αυγ

Ο βιολογικός μηχανισμός της αγάπης

Η αγάπη είναι μία έννοια που έχει πολλές προεκτάσεις: φιλοσοφικές, ψυχολογικές, θεολογικές, κοινωνικές ή ακόμη και βιολογικές. Το συναίσθημα της αγάπης έχει αποδειχθεί από πολλές έρευνες ότι έχει άμεσο αντίκτυπο τόσο στην νοητική/ψυχολογική μας κατάσταση, όσο και στη σωματική. Για παράδειγμα, το σύνδρομο της «σπασμένης καρδιάς» (broken heart) είναι ένα υπαρκτό πρόβλημα και περιγράφει την ιδιαίτερη σωματική ευαισθησία που προκαλείται μετά από έναν έντονο, αρνητικό γεγονός που συνήθως σχετίζεται με την απώλεια (θάνατος, χωρισμός κτλ).

Η ανθρώπινη ανάγκη για αγάπη έχει περιγραφεί σε πλήθος θεωρητικών πλαισίων, από το ψυχαναλυτικό μοντέλο του Freud έως και την πυραμίδα των αναγκών του Maslow. Από τη στιγμή που γεννιόμαστε κυνηγούμε το συναίσθημα της ασφάλειας και αποδοχής που συνοδεύουν την αγάπη που λαμβάνουμε από τους γύρω μας. Η αγάπη είναι ο θεμέλιος λίθος της δημιουργίας νέων οικογενειών, αλλά και σημαντικότατος παράγοντας σύσφιξης των σχέσεων με μέλη της οικογένειάς και του φιλικού μας περιβάλλοντος.

Όπως γίνεται κατανοητό, η αγάπη δεν είναι απλά ένα συναίσθημα. Έχει πλήθος διαφορετικών οπτικών γωνιών υπό τις οποίες μπορεί να την προσεγγίσει κανείς. Επηρεάζεται από πλήθος άλλων παραγόντων (βιολογικούς, κοινωνικούς, γνωστικούς κτλ) και εν συνεχεία μπορεί να επηρεάσει εκ νέου αυτούς τους παράγοντες, καθιστώντας αυτό το συναίσθημα ως ένα από τα σημαντικότερα στη ζωή μας.

Βιολογία της αγάπης

Μέχρι και πρόσφατα οι επιστήμονες ερευνούσαν την αγάπη μέσα στα πλαίσια της έρευνας για την ανάπτυξη και το ρόλο των συναισθημάτων στη ζωή μας και επικεντρωνόντουσαν κυρίως στο γνωστικό κομμάτι (τι πιστεύουμε ότι είναι αγάπη, πότε νοιώθουμε ότι αγαπάμε κάποιον, πως εξηγούμε την αγάπη κτλ) και τις κοινωνικές προεκτάσεις της. Η βιολογία της αγάπης όμως άρχισε σιγά-σιγά να τραβάει τα βλέμματα της επιστημονικής κοινότητας, με αποτέλεσμα τις τελευταίες δύο δεκαετίες να έχουμε αποκτήσει αρκετές γνώσεις γύρω από τους νευροβιολογικούς και ενδοκρινολογικούς μηχανισμούς της παρατηρήσιμης, κοινωνικής συμπεριφοράς που ερμηνεύεται ως αγάπη.

Η εξέλιξη της κοινωνικής και φροντιστικής συμπεριφοράς

Η αγάπη είναι κατά βάση μια κοινωνική συμπεριφορά και ως τέτοια μπορεί να ερευνηθεί και υπό τη σκοπιά της εξέλιξης. Τι είδους εξελικτική αξία έχει η ανάπτυξη αλληλένδετων σχέσεων ενδιαφέροντος και προστασίας μεταξύ δύο οργανισμών; Η ικανότητα δύο οργανισμών να αλληλεπιδρούν και να υποστηρίζουν τους ομοιοστατικούς μηχανισμούς (την ισορροπία δηλαδή στην λειτουργία ενός οργανισμού), την ατομική ανάπτυξή αλλά και την αναπαραγωγή τους, είναι ένας από τους αρχαιότερους βιολογικούς μηχανισμούς. Τέτοιου είδους «κοινωνικές συμπεριφορές» παρατηρούνται ακόμη και στους πιο πρωτόγονους οργανισμούς: τα βακτήρια. Τα βακτήρια έχουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν και να προσεγγίζουν μέλη του είδους τους, ενώ έχει παρατηρηθεί ότι η αναπαραγωγή τους είναι πιο επιτυχής όταν βρίσκονται εντός των ομάδων τους[1] . Η «κοινωνική» συμπεριφορά των βακτηρίων είναι φυσικά μόνο η αρχή. Η αγάπη φαίνεται πως έχει ιδιαίτερη αξία για την επιβίωση και την αναπαραγωγή όλων των ειδών, καθώς παρατηρείται σχεδόν σε όλα τα γνωστά είδη: ερπετά, θηλαστικά, πουλιά, ψάρια. Όλοι οι οργανισμοί φροντίζουν ο ένας τον άλλο, ιδιαίτερα οι γονείς τα παιδιά τους, τα οποία άλλωστε μεταφέρουν και τα γονίδιά τους στο μέλλον. Όσοι οργανισμοί δεν έδειξαν τέτοιου είδους συμπεριφορές, φαίνεται πως απλά δεν κατάφεραν να επιβιώσουν αρκετά για να μεταδώσουν τα δικά τους γονίδια έως και σήμερα. Η «αγάπη» λοιπόν φαίνεται πως είναι ένας θεμέλιος λίθος στην εξέλιξη των ειδών και ένας δυναμικός μηχανισμός που ευνοεί την ανάπτυξη και την υγεία των οργανισμών.

Ο φυσιολογικός μηχανισμός της αγάπης

ΟξυτοκίνηΗ αγάπη στον άνθρωπο –όπως και όλα τα βασικά συναισθήματα- εδρεύει στα πιο «πρωτόγονα» μέρη του εγκεφάλου, αυτά τα οποία αναπτύχθηκαν κατά τα πρώιμα στάδια της εξέλιξής μας και είναι παρόντα σε όλα τα θηλαστικά[2] . Βασικό ρόλο στο συναίσθημα της αγάπης παίζει η ορμόνη οξυτοκίνη η οποία εκκρίνεται σε αυτές τις «πρωτόγονες περιοχές» και συγκεκριμένα στην νευροϋπόφυση (posterior pituitary gland) και παίζει κεντρικό ρόλο στην αναπαραγωγή, αυξάνοντας την ερωτική επιθυμία σε άνδρες, βοηθώντας τις γυναίκες να αντέξουν τον πόνο της γέννας, αλλά και δημιουργώντας δεσμούς μεταξύ των ενηλίκων και του νεογνού. Έχει βρεθεί πως η ύπαρξη και μόνο ενός μωρού στο χώρο αυξάνει τα επίπεδα οξυτοκίνης σε όλους τους ενήλικους, άνδρες και γυναίκες[3], κάτι που μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως ο οργανισμός μας είναι φτιαγμένος να «επιβάλλει» σε κάποιο βαθμό την αγάπη των άλλων όσο είμαστε μωρά. Οι πολυάριθμες έρευνες γύρω από τον ρόλο της οξυτοκίνης τις τελευταίες δεκαετίες έχουν υποδείξει ότι η συγκεκριμένη ορμόνη παίζει σημαντικό ρόλο σε ένα μεγάλο εύρος κοινωνικών συμπεριφορών που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την αγάπη και την ερωτική διάθεση. Μερικά παραδείγματα πέρα από το δέσιμο μεταξύ γονιών και παιδιών, είναι η διευκόλυνση της οπτική επαφής, η ενσυναίσθηση αλλά και η διάθεση για σεξουαλική συμπεριφορά.

Αν και η οξυτοκίνη φαίνεται πως παίζει σημαντικό ρόλο στην αγάπη, δεν θα πρέπει να θεωρήσουμε λανθασμένα πως είναι η «ορμόνη της αγάπης», καθώς αυτό το συναίσθημα όπως και όλα τα άλλα δημιουργούνται μέσα από περίπλοκες διαδικασίες και μια σειρά από εκκρίσεις άλλων ορμονών, νευροδιαβιβαστών και επικοινωνίας μεταξύ πολλών διαφορετικών εγκεφαλικών περιοχών. Για παράδειγμα η έκκριση του νευροπεπτιδίου βασοπρεσίνη σχετίζεται επίσης με την ανάπτυξη κοινωνικών συμπεριφορών παρόμοιων με αυτές που ρυθμίζει η οξυτοκίνη. Έρευνες γύρω από αυτές τις ορμόνες έχουν δείξει ότι εάν ο οργανισμός δεν μπορεί να τις απορροφήσει (π.χ. λόγω φαρμακευτικής αγωγής ανταγωνιστών των συγκεκριμένων ορμονών) τότε μειώνεται η εμφάνιση φροντιστικών, κοινωνικών συμπεριφορών τόσο απέναντι σε ενήλικες όσο και σε παιδιά. Είναι χαρακτηριστικό ότι έρευνες σε άτομα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο φάσμα του αυτισμού έχουν δείξει ότι μεταξύ άλλων παρουσιάζουν δυσλειτουργία στο σύστημα των κοινωνικών συμπεριφορών που σχετίζονται με την οξυτοκίνη και τη βασοπρεσίνη[4], κάτι που φαίνεται λογικό εάν αναλογιστούμε ότι το φάσμα του αυτισμού περιγράφει ακριβώς συμπεριφορές που χαρακτηρίζονται από έλλειψη κοινωνικών δεξιοτήτων.

Το σύστημα μέρος του οποίου είναι και η οξυτοκίνη και η βασοπρεσίνη είναι δυναμικό και παρουσιάζει λειτουργικές διαφορές από άτομο σε άτομο. Η έκκριση της ορμόνης αλλά και ο αντίκτυπός της στη συμπεριφορά δεν είναι ίδια σε όλους και αυτό οφείλεται τόσο σε γεννητικούς όσο και σε επιγεννετικούς παράγοντες. Ερχόμαστε εξοπλισμένοι με ένα σύστημα οξυτοκίνης το οποίο λειτουργεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο, αλλά οι εμπειρίες της ζωής μας μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο λειτουργίας του, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγές στην αντίληψη της αγάπης από το ίδιο άτομο. Κάποιος ο οποίος για παράδειγμα μεγάλωσε σε ένα αποστειρωμένο και αυστηρό περιβάλλον μπορεί να μην εκτιμά την αξία της αγάπης ή ακόμη και να μην έχει νιώσει αυτό που οι περισσότεροι περιγράφουν ως αγάπη, έως ότου βρεθεί σε ένα διαφορετικό, πιο ανοιχτό και δεκτικό περιβάλλον που θα τον περιβάλλει με στοργή, οδηγώντας το βιολογικό του σύστημα να αλλάξει τη λειτουργικότητά του και επομένως και την αντίληψη του ίδιου για το συναίσθημα της αγάπης.

Ο πυρήνας της αγάπης είναι το αίσθημα της ασφάλειας και αυτό αντικατοπτρίζεται και στις ιδιότητες των ορμονών που σχετίζονται με αυτή. Τακτικές δόσεις οξυτοκίνης σε ζώα έχει αποδειχθεί ότι αυξάνουν τις φροντιστηκές συμπεριφορές, μειώνουν το στρες και την αμυντική συμπεριφορά, επιτρέποντας στους γονείς να αναπτύξουν καλύτερους δεσμούς με τα νεογνά τους αλλά και τα ίδια να αναπτύξουν μεγαλύτερο ρεπερτόριο συμπεριφορών μέσα σε ένα αίσθημα ασφάλειας.

Συμπερασματικά

Η αγάπη είναι ένα από τα πιο βασικά συναισθήματα όχι μονο στον άνθρωπο αλλά και το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο και όπως βλέπουμε υπάρχουν και σαφείς βιολογικοί λόγοι γι’ αυτό. Η βιολογία παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη συμπεριφορών αγάπης και φροντίδας, αλλά και το αντίστροφο: η ένταξη του ατόμου σε ένα σύστημα φροντιστικών συμπεριφορών αλλάζει την βιολογία του, με αποτέλεσμα την ενθάρρυνση και ανάπτυξη συμπεριφορών αγάπης από το ίδιο. Η φύση της αγάπης είναι ριζωμένη καλά μέσα μας και απλά περιμένει την κατάλληλη ευκαιρία να εκδηλωθεί.

Φωτογραφίες

 

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Ingham, C. J., & Jacob, E. (2008). Swarming and complex pattern formation in Paenibacillus vortex studied by imaging and tracking cells. BMC Microbiology, 8(1), 36. doi:10.1186/1471-2180-8-36 []
  2. R. Biswas-Diener & E. Diener (Eds), Noba Textbook Series: Psychology. Champaign, IL: DEF Publishers. DOI: nobaproject.com []
  3. Feldman, R. (2012). Oxytocin and social affiliation in humans. HormonesandBehavior, 61(3), 380–391. doi:10.1016/j.yhbeh.2012.01.008 (pdf) []
  4. Miller, M., Bales, K. L., Taylor, S. L., Yoon, J., Hostetler, C. M., Carter, C. S., & Solomon, M. (2013). Oxytocin and Vasopressin in Children and Adolescents With Autism Spectrum Disorders: Sex Differences and Associations With Symptoms: Oxytocin and vasopressin in autism. Autism Research, 6(2), 91–102. doi:10.1002/aur.1270 []
11 Αυγ

Η υιοθεσία βοηθάει στην ομαλότερη ανάπτυξη των υιοθετημένων παιδιών

Η υιοθεσία είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα θέματα που απασχολούν την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα. Ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι και λοιποί κοινωνικοί επιστήμονες δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον γύρω από πολλά ερωτήματα πάνω στο θέμα αυτό: τους ψυχοκοινωνικούς παράγοντες που οδηγούν τους βιολογικούς γονείς να δώσουν τα παιδιά τους για υιοθεσία, τις συνθήκες υπό τις οποίες γίνονται αυτές, τον αντίκτυπο που έχει η παραμονή παιδιών σε ειδικά κέντρα φιλοξενίας έως ότου υιοθετηθούν, αλλά και τις επιπτώσεις που έχει η όλη διαδικασία της αλλαγής οικογενειακού περιβάλλοντος στην σωματική και ψυχική υγεία των παιδιών. Όταν η υιοθεσία γίνεται σε ηλικία που το παιδί κατανοεί πλήρως και συνειδητά την αλλαγή περιβάλλοντός είναι λογικό ότι έχει πολλαπλάσιο αντίκτυπο σε σχέση με τις περιπτώσεις που αυτή συμβαίνει σε ηλικία λίγων μηνών, πριν το παιδί αρχίσει να αντιλαμβάνεται σε συνειδητό επίπεδο όλα όσα του συμβαίνουν. Αυτός είναι και ο λόγος που μεγάλο κομμάτι της έρευνας γύρω από την υιοθεσία γίνεται με παιδιά που είτε έχουν μεγαλώσει με τους βιολογικούς τους γονείς είτε σε κάποιο ίδρυμα για αρκετά χρόνια πριν δοθούν στη νέα οικογένειά τους.

Γενικότερα υπάρχουν δύο αντικρουόμενες απόψεις γύρω από τον αντίκτυπο της υιοθεσίας στα παιδιά. Η πρώτη υπογραμμίζει ότι τα υιοθετημένα παιδιά αντιμετωπίζουν πολλαπλάσια προβλήματα τόσο σε ψυχολογικό επίπεδο λόγω των δύσκολων εμπειριών που έχουν, όσο και σε βιολογικό επίπεδο λόγω πολλαπλάσιων γενετικών –και συνήθως περιγεννητικών- προβλημάτων (καταχρήσεις ουσιών από τις μητέρες, βιαιοπραγίες κατά την εγκυμοσύνη κτλ). Η δεύτερη γραμμή σκέψης επικεντρώνεται στα ευρήματα που δείχνουν ότι η υιοθεσία έχει προστατευτικό χαρακτήρα για τα παιδιά κυρίως λόγω της απομάκρυνσής τους από «τοξικά» περιβάλλοντα που επηρεάζουν την υγιή ανάπτυξή τους.

Μία από τις μεγαλύτερες μετα-αναλύσεις ερευνών για την υιοθεσία[1] έλαβε υπόψη της δεκάδες ευρήματα ερευνών και από τις δύο οπτικές γωνίες, προσπαθώντας να τις συνδέσει υπό μία ευρύτερη θεωρία: το catch-upmodel. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, τα υιοθετημένα παιδιά σαφώς και έχουν κάποια επιπλέον προβλήματα συμπεριφορικής ή βιολογικής φύσης λόγω του παρελθόντος τους, αλλά από την άλλη η αλλαγή περιβάλλοντος τα υποστηρίζει ώστε να τα αντιμετωπίσουν όσο το δυνατόν καλύτερα σε σχέση με τους συνομηλίκους τους που δεν κατάφεραν να υιοθετηθούν. Το ερώτημα όμως γύρω από αυτό το μοντέλο είναι σε ποιους τομείς υπερτερούν και σε ποιους υστερούν τα υιοθετημένα παιδιά;

Για να απαντήσουν, οι ερευνητές ανέλυσαν τα ευρήματα 240 μελετών και επικεντρώθηκαν στη σύγκριση των υιοθετημένων παιδιών τόσο με τους συνομηλίκους τους που παρέμειναν στα ορφανοτροφεία και τα αδέρφια τους που μεγαλώνουν στις βιολογικές οικογένειές τους, όσο και με τους συνομηλίκους τους στον τωρινό τους κοινωνικό περίγυρο που μεγαλώνουν με τις βιολογικές τους οικογένειες. Τα σημεία σύγκρισης ήταν πέντε:

  1. Φυσική ανάπτυξη: Τα υιοθετημένα παιδιά παρουσιάζουν αποκλίσεις στο ύψος, το βάρος και τα άλλα φυσικά τους χαρακτηριστικά;
  2. Δημιουργία ισορροπημένων σχέσεων: Μπορούν τα υιοθετημένα παιδιά να αναπτύξουν υγιείς και ισορροπημένες σχέσεις με τη νέα τους οικογένεια και τον κοινωνικό τους περίγυρο;
  3. Γνωστική ανάπτυξη: Τα υιοθετημένα παιδιά αντιμετωπίζουν προβλήματα σε τομείς που σχετίζονται με την γνωστική τους ανάπτυξη και τον δείκτη νοημοσύνης;
  4. Αυτοεκτίμηση: Τα υιοθετημένα παιδιά έχουν συναισθήματα κατωτερότητας ή έχουν εμπιστοσύνη στις δυνάμεις και τις ικανότητές τους;
  5. Γενικά προβλήματα συμπεριφοράς: Τα υιοθετημένα παιδιά αναπτύσσουν πιο συχνά προβλήματα συμπεριφοράς (γκρίνια, συναισθηματικές διακυμάνσεις, αντικοινωνική συμπεριφορά κτλ) σε σχέση με τους συνομηλίκους τους;

Στο γράφημα που ακολουθεί μπορούμε να δούμε τα αποτελέσματα αυτής της μετα-ανάλυσης, όπου συγκρίνονται τα υιοθετημένα παιδιά με τους συνομηλίκους τους που παρέμειναν στα ορφανοτροφεία ή τα αδέρφια τους που παραμένουν στις βιολογικές τους οικογένειες (ομάδα «πρώην»), αλλά και με τους συνομηλίκους τους στον κοινωνικό τους περίγυρο που μεγαλώνουν με τις βιολογικές τους οικογένειες (ομάδα «νυν»).

Αποτελέσματα της έρευνας Van IJzendoorn et al. (2006). Ελεύθερη μετάφραση από τον αρθρογράφο.

Αποτελέσματα της έρευνας Van IJzendoorn et al. (2006). Ελεύθερη μετάφραση από τον αρθρογράφο.

Αυτό που βλέπουμε είναι πως τα υιοθετημένα παιδία παρουσιάζουν μια σαφώς καλύτερη φυσική ανάπτυξη σε σχέση με την ομάδα «πρώην», αλλά παρόλα αυτά παραμένουν λίγο πίσω σε αυτόν τον τομέα σε σχέση με την ομάδα «νυν». Παρόμοια ευρήματα παρουσιάστηκαν και στην ανάπτυξη υγιών σχέσεων: τα υιοθετημένα παιδιά παρουσιάζουν πιο υγιείς σχέσεις μέσα στην ανάδοχη οικογένεια σε σχέση με την ομάδα «πρώην», αλλά ταυτόχρονα υστερούν σε αυτό το δείκτη σε σχέση με την ομάδα «νυν». Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και στην ανάλυση της γνωστικής τους ανάπτυξης, ενώ δεν παρουσιάστηκαν σημαντικές διαφορές στην αυτοεκτίμηση, αλλά και στην εμφάνιση προβλημάτων συμπεριφοράς.

Συμπερασματικά

Αυτό το οποίο μπορούμε να δούμε ξεκάθαρα από τα αποτελέσματα είναι βασικά πως η υιοθεσία βοηθάει σαφώς τα παιδιά στην γνωστική, φυσική και συναισθηματική τους ανάπτυξη και πράγματι λειτουργεί προστατευτικά και ιαματικά ώστε να επουλωθούν σε μεγάλο βαθμό οι πληγές του κακού παρελθόντος που έχουν ζήσει τα παιδιά. Εάν τα παιδιά έμεναν με τις βιολογικές οικογένειές τους (δεδομένων των κακών κοινωνικο-οικονομικών και συναισθηματικών συνθηκών σε αυτές) ή στα ορφανοτροφεία θα υστερούσαν σημαντικά σε αυτούς τους τομείς. Από την άλλη βεβαίως, το γεγονός της υιοθεσίας δεν μπορεί να διαγράψει το τραυματικό παρελθόν των παιδιών. Το βάρος αυτού του παρελθόντος συνεχίζει να είναι μαζί τους και να στέκει σε κάποιες περιπτώσεις ως εμπόδιο στην ομαλή ανάπτυξή τους, συγκρινόμενα με τα παιδιά που μεγαλώνουν σε υγιείς, βιολογικές οικογένειες.

Ένα δεύτερο συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε κοιτώντας τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής είναι πως τα υιοθετημένα παιδιά παρόλο που έχουν περισσότερο προβλήματα στην σωματική και συναισθηματική τους ανάπτυξη, το γνωστικό τους πεδίο και τα προβλήματα συμπεριφοράς που παρουσιάζουν δεν παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις από τους συνομηλίκους τους που μεγαλώνουν σε τυπικές οικογένειες.

Το θέμα της υιοθεσίας είναι σίγουρα πολύ μεγάλο και καμία έρευνα δεν μπορεί να αναλύσει όλες τις πτυχές του. Αυτό όμως που αξίζει να θυμόμαστε είναι ότι η υιοθεσία μπορεί να λειτουργήσει ως θείο δώρο για τα περισσότερα παιδιά αλλά και τους γονείς, χαρίζοντας μια υγιή ανάπτυξη στα μεν και την χαρά του γονιού στους δε.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Van IJzendoorn, M. H., & Juffer, F. (2006). The Emanuel Miller Memorial Lecture 2006: Adoption as intervention. Meta‐analytic evidence for massive catch‐up and plasticity in physical, socio‐emotional, and cognitive development. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 47(12), 1228-1245 (PDF) []
16 Ιούν

Τα πρόσωπα της βίας

Όλοι μας έχουμε ακούσει τη φράση oτι «η βία γεννάει βία» και οι περισσότεροι συμφωνούν με αυτήν. Πού όμως οφείλεται, ποιοι είναι οι παράγοντες που τη δημιουργούν, τη συντηρούν και την ανακυκλώνουν;

Η επιθετικότητα είναι αποτέλεσμα του συνδυασμού εσωτερικών και εξωτερικών συνθηκών, μπορεί να εκφραστεί λεκτικά, ψυχολογικά και σωματικά. Τα άτομα που θεωρούνται ευάλωτα να δεχτούν την επιθετικότητα σε όλες τις μορφές είναι οι γυναίκες, τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι.

Στο κομμάτι της οικογένειας πρέπει να αναφέρουμε ότι η επιθετικότητα παίρνει τη μορφή τόσο της σωματικής-σεξουαλικής όσο και της ψυχολογικής βίας η οποία δεν είναι λιγότερο καταστροφική παρόλο που δεν είναι εμφανής διότι δεν αφήνει εξωτερικά σημάδια. Περιλαμβάνει φωνές, λεκτική βία, εξύβριση, απομόνωση, εκφοβισμό, έλλειψη συναισθηματικής απαντητικότητας και αποκοπή από κοινωνικές επαφές.

Στην ελληνική κοινωνία η επιθετικότητα που λαμβάνει χώρα μέσα στην οικογένεια θεωρείται «οικογενειακή υπόθεση», που σπάνια γίνεται γνωστή στον ευρύτερο περίγυρο ,κι αυτό, γιατί η δομή της ελληνικής οικογένειας στηρίζεται στην αρχή «τα εν οίκω μη εν δήμω». Όσο για τις λεκτικές ή ψυχολογικές μορφές είμαστε ακόμα δυστυχώς στο επίπεδο να μη θεωρούνται καν επιθετική συμπεριφορά. Η επιθετικότητα στην οικογένεια αναγνωρίζεται πλέον ως ένα μείζον ζήτημα δημόσιας υγείας με σημαντική ψυχολογική βάση.

Θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος ποιοι είναι οι λόγοι που οι άνθρωποι θέλουν να πληγώνουν τα πιο κοντινά τους άτομα;

Οι απαντήσεις μπορεί να είναι πολλές αλλά σίγουρα δεν είναι απλές. Ένας λόγος είναι το σύνδρομο κακοποίησης. Παράγοντες σχετικοί με την εγγύτητα, το στρές και την ισχύ σχετίζονται με τον κύκλο κακοποίησης σε ορισμένες οικογένειες. Σύμφωνα πάλι με την ψυχοβιολογία η βία και η επιθετικότητα είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση είναι έμφυτες και ενστικτώδεις. Ο Freud (1930) μίλησε για το ένστικτο του θανάτου την καταστροφική δύναμη δηλ. που χτίζεται μέσα μας και εκτονώνεται με τη βία κατά του άλλου ή κατά του εαυτού του.

Ο Lorenz (1966) υιοθέτησε την Δαρβινική θεωρία της εξέλιξης και της αρχής της επιβίωσης, υποστήριξε δηλ. πως το «fighting instinct» είναι εξελικτικό και απαραίτητο για την ανθρώπινη επιβίωση.Πρέπει να τονίσουμε ότι οι επιπτώσεις της επιθετικής συμπεριφοράς είναι τραυματικές τόσο για τη σωματική αλλά και για την πνευματική υγεία του θύματος.Συμφωνά με στατιστικές μια στις 4 γυναίκες θα βιώσουν κάποια μορφή κακοποίησης, στη πλειοψηφία τους τα θύματα κακοποιούνται από κάποιο γνωστό τους άτομο.

Στις Η.Π.Α μια γυναίκα κακοποιείται σωματικά κάθε 15΄΄ και σχεδόν το ¼ των ανθρωποκτονιών όπου ο δολοφόνος γνωρίζει το θύμα συμβαίνουν μεταξύ των συζύγων σύμφωνα με τον Shackelford(2001).Έμφαση όμως πρέπει να δοθεί στο γεγονός πως τις περισσότερες φορές επεισόδια επιθετικότητας και κακοποίησης παρακολουθούν ή ακόμα και δέχονται τα παιδιά. Κάτι τέτοιο είναι ιδιαιτέρως ανησυχητικό καθώς αυξάνει το ενδεχόμενο παιδικής κακοποίησης.Σε αυτό το σημείο η μετάβαση στο σχολικό περιβάλλον δεν είναι τυχαία αφού τα τελευταία χρόνια δυστυχώς εμφανίζεται το φαινόμενο της ενδοσχολικής επιθετικότητας ή ενδοσχολικής βίας και εκφοβισμού.

Η ενδοσχολική βία είναι η απρόκλητη, συστηματική, επαναλαμβανόμενη επιθετικότητα με σκοπό την επιβολή καταδυνάστευση και τη πρόκληση σωματικού και ψυχικού πόνου από μαθητές σε μαθητές μέσα και έξω απτό χώρο του σχολείου που είναι ο κατεξοχήν χώρος κοινωνικοποίησης των παιδιών.Έχει πολλαπλές επιπτώσεις τόσο στη ψυχική όσο και στη ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών. Στην εκδήλωση του φαινομένου συμβάλλει η αλληλεπίδραση ατομικών και περιβαλλοντικών παραγόντων.

Ειδικότερα ρόλο παίζουν τα ατομικά χαρακτηριστικά των παιδιών και τα χαρακτηριστικά του οικογενειακού περιβάλλοντος.

Για παράδειγμα ο Bandura με τη θεωρία της κοινωνικής μάθησης υποστηρίζει πως οποιαδήποτε κοινωνική συμπεριφορά μαθαίνεται μέσω 1)Άμεσης εμπειρίας μέσω της οποίας το άτομο άμεσα ανταμείβεται για τη συμπεριφορά 2)Έμμεσης εμπειρίας όπου το άτομο μαθαίνει μέσα από υποκατάστατα.

Ο Παρασκευόπουλος (1985) αναφέρει μια σειρά πειραμάτων όπου έδειξε ότι το άτομο συμπεριφέρεται επιθετικά επειδή έχει μάθει ότι με αυτό τον τρόπο εξασφαλίζει κάποιο επιθυμητό αποτέλεσμα.Τα ευρήματα του Walters έχουν μεγάλη σημασία για την κοινωνικοποίηση του παιδιού Π.χ. ο πατέρας που ενθαρρύνει το παιδί του(αγόρι) να παλεύει μαζί του ή να ασχολείται συστηματικά με επιθετικά-ανταγωνιστικά παιχνίδια γιατί πιστεύει ότι έτσι διαπλάθει τον «αυριανό άντρα».

Η συμβολή των Μ.Μ.Ε στο τρόπο που προβάλουν τη βία έχουν σαν συνέπεια τη δημιουργία αντικοινωνικών συμπεριφορών. Αυτό αναδείχτηκε μέσα από μια σειρά πειραμάτων όπως αναφέρει ο Bandura παρατηρεί ότι το παιδί βλέποντας είτε στη πραγματικότητα (οικογένεια- πατέρα) είτε εικονική πραγματικότητα(τηλεόραση-σινεμά) ένα επιθετικό πρότυπο θα εκδηλώσει επιθετική συμπεριφορά ανεξάρτητα αν η συμπεριφορά αυτή θα αμειφθεί ή αν εκ των πραγμάτων είναι αναμενόμενη.

Σημαντικό επίσης είναι η ταύτιση του παιδιού με το γονέα του ίδιου φύλου. Ο Τσιαντής (1991) αναφέρει στο βιβλίο του «Ψυχική Υγεία Του Παιδιού και της Οικογένειας» την άποψη του Andy κατά την οποία το κύριο σημείο που διαχωρίζει τους παραπτωματίες από τα φυσιολογικά αγόρια είναι οι αδυναμίες και η ανεπάρκεια του πατρικού και όχι του μητρικού ρόλου.Εξηγεί ότι το παιδί που αντιλαμβάνεται αρνητικά τον πατέρα για μακρό χρονικό διάστημα μπορεί να είναι όχι μόνο επιθετικό κατά του πατέρα αλλά με τη πάροδο του χρόνου μπορεί να προβάλλει επιθετικότητα και πέρα από την οικογένεια, το σχολείο και τη κοινωνία γενικότερα. Κλείνοντας θα αναφερθούμε σε κάποια χαρακτηριστικά που αφορούν τόσο τα παιδιά θύματα όσο και τα παιδιά θύτες καθώς και τις πιο συνηθισμένες εκδηλώσεις βίας.

Οι πιο συνηθισμένεςεκδηλώσεις βίας είναι:

  • Χειρονομίες, σπρωξιές, ξυλοδαρμοί
  • Φραστικές επιθέσεις, βρισιές, προσβολές
  • Εκβιασμοί
  • Καταστροφή προσωπικών αντικειμένων
  • Κλοπές
  • Σεξουαλική παρενόχληση-κακοποίηση
  • Αποκλεισμός και απομόνωση

Τα χαρακτηριστικά των παιδιών που ενδέχεται να δεχτούν επίθεσηείναι:

  • Χαμηλή αυτοεκτίμηση
  • Ήσυχα, ευαίσθητα
  • Ανασφαλή κ αγχώδη

Τα χαρακτηριστικά των παιδιών αφού έχουν δεχτεί βία:

  • Παθητική αποδοχή της βίας
  • Φόβο για περαιτέρω βία ή τιμωρία από τους μεγάλους
  • Πανικό, κλάμα
  • Πεποίθηση ότι η παρέμβαση ενός ενήλικα δεν θα είναι αποτελεσματική.

Τα χαρακτηριστικά των παιδιών που ασκούν βία:

  • Έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση, παρότι δείχνουν το αντίθετο
  • Είναι ενεργητικά, υπερδραστήρια και επιθετικά
  • Έχουν τάση για αντικοινωνική συμπεριφορά
  • Δεν έχουν τύψεις και ηθικούς ενδοιασμούς για τις πράξεις τους

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία

  • Bandura., A. (1973). Aggression: A Social Learning Analysis.Englewood Cliffs, NJ:  Prentice-Hall

  • Moyer, K. E. (1976). The Psychology of Aggression. New York: Harper & Row.

  • Παρασκευόπουλος, Ν. (1985). Εξελικτική Ψυχολογία, τόμος ΙΙ. Αθήνα: Ιδιωτική έκδοση.

  • Richard J. Gelles, Violence in the family:A Review of Research in the seventies. Journal of Marriage and Family, Vol. 42, No. 4, Decade Review (Nov., 1980), pp. 873-885,National Council on Family Relations

  • Tolan, P., Gorman-Smith, D., & Henry, D. (2006). Family violence. In D. L. Schacter (Ed.), Annual review of psychology (vol 57). (pp. 557-583). Palo Alto, CA US: Annual Reviews.

  • Τσιαντής., Ι. (1991). Ψυχική υγεία του παιδιού και της οικογένειας. Τόμος Ι. Αθήνα: Καστανιώτης