16 Μαρ 2015

Προκήρυξη θέσεων για το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών “Περιβάλλον και Συμπεριφορά”

Προκηρύσσονται 40 θέσεις φοιτητών για το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ) με τίτλο “Περιβάλλον και Συμπεριφορά” για το ακαδημαϊκό έτος 2015-16. Στο Πρόγραμμα γίνονται δεκτοί πτυχιούχοι Τμημάτων

  1. Σχολών Ψυχολογίας, Παιδαγωγικής Επιστήμης, Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών,
  2. Θετικών και Εφαρμοσμένων επιστημών όπως Μηχανικών, Αρχιτεκτόνων και Γεωτεχνικών που ασχολούνται με τη δημιουργία συνθηκών για την επίδραση της ανθρώπινης συμπεριφοράς αναφορικά με το φυσικό περιβάλλον, και
  3. άλλων ειδικοτήτων που εμπλέκονται με την περιβαλλοντική εκπαίδευση και συμπεριφορά,

πανεπιστημίων της ημεδαπής και αναγνωρισμένων ομοταγών ιδρυμάτων της αλλοδαπής, καθώς και πτυχιούχοι άλλων Πανεπιστημιακών Τμημάτων συναφούς με τους στόχους του ΠΜΣ γνωστικού αντικειμένου. Σημαντική καινοτομία του προγράμματος αυτού αποτελεί η δυνατότητα απόκτησης του μεταπτυχιακού τίτλου σε 1,5 μόλις έτος και κυρίαρχο χαρακτηριστικό του η ευελιξία του, καθώς είναι σχεδιασμένο ειδικά για εργαζόμενους.

Η χρονική διάρκεια για την απονομή του Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης (ΜΔΕ) ορίζεται σε τρία (3) ακαδημαϊκά εξάμηνα. Το κόστος παρακολούθησης ανέρχεται σε 1000€ το εξάμηνο.

Τυπικό προσόν αποτελεί η τουλάχιστον καλή γνώση της Αγγλικής. Η επιλογή θα γίνει από επιτροπή αξιολόγησης με βάση τη συνάφεια του τίτλου σπουδών, την αναλυτική βαθμολογία και την εξέταση του βιογραφικού σημειώματος. Η έναρξη των μαθημάτων θα γίνει στις αρχές Οκτωβρίου.

Οι αιτήσεις θα πρέπει να συνοδεύονται από τα ακόλουθα έγγραφα

  • Αίτηση
    Τίτλο σπουδών
    Πιστοποιητικό καλής γνώσης της αγγλικής γλώσσας
    Αναλυτική βαθμολογία
    Βιογραφικό σημείωμα

Καταληκτικές ημερομηνίες

30 Ιουλίου 2015 και 15 Σεπτεμβρίου 2015

Μετά το τέλος της πρώτης προθεσμίας θα αξιολογηθούν οι αιτήσεις και, εφόσον υπάρχουν κενές θέσεις, θα συμπληρωθούν μέσα στην επόμενη προθεσμία υποβολής. Οι επιτυχόντες θα κληθούν να προσκομίσουν φωτοαντίγραφα των τίτλων σπουδών κατά την εγγραφή τους και υπεύθυνη δήλωση για τη γνησιότητά τους.

Οι αιτήσεις θα πρέπει να υποβληθούν μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στη διεύθυνση eb@env.duth.gr με επισυναπτόμενα τα σαρωμένα δικαιολογητικά 1, 2, 3, 4 και 5. Στο θέμα του μηνύματος θα πρέπει να αναγράφεται: Υποβολή Υποψηφιότητας για το ΠΜΣ «Περιβάλλον και Συμπεριφορά».

Σε περίπτωση που υποψήφιοι αναμένεται να αποφοιτήσουν μέσα στην επόμενη εξεταστική της προκήρυξης (Ιουνίου ή Σεπτεμβρίου) και υπάρχουν εκκρεμότητες με μαθήματα ή διπλωματική/πτυχιακή εργασία, θα πρέπει να κατατεθεί υπεύθυνη δήλωση ότι πρόκειται να αποκτηθεί το πτυχίο το αργότερο στην εξεταστική του Σεπτεμβρίου και θα κατατεθεί στη συνέχεια. Δεν επιτρέπεται η εγγραφή και παράλληλη παρακολούθηση του ΠΜΣ με άλλο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα πρώτου κύκλου.

Μέσα σε 24 ώρες από την υποβολή θα αποσταλεί μήνυμα επιβεβαίωσης παραλαβής της αίτησης.

Κριτήρια

Η παρακολούθηση είναι προαιρετική εκτός από τα εργαστήρια/εργαστηριακά μαθήματα όπου η παρακολούθηση είναι υποχρεωτική. Τα κριτήρια κατάταξης των υποψηφιοτήτων είναι:

  • Βαθμός πτυχίου (5-10)
  • Δημοσιεύσεις (Το μέγιστο από):
  • Γλώσσα (Καλή=5, Πολύ Καλή=7,5, Άριστη=10)
  • Ελληνικό Συνέδριο /Κεφάλαιο Βιβλίου/Περιοδικό χωρίς κριτές = 1
  • Διεθνές Συνέδριο /Κεφάλαιο Βιβλίου/ Περιοδικό χωρίς κριτές = 2
  • Βιβλίο Ελληνικό = 3
  • Βιβλίο Ξενόγλωσσο = 4
  • Ελληνικό περιοδικό με κριτές = 5
  • Ξενόγλωσσο περιοδικό με κριτές = 6
  • Βιογραφικό και προϋπηρεσία = 5

Μέγιστη βαθμολόγηση (10+10+6+5)= 31

Εισαγωγική Εικόνα

06 Φεβ 2015

The Thinking Ape: The Enigma of Human Consciousness

[youtube id=»F_MTuVozQzw» width=»600″ height=»350″]

Τι είναι η συνείδηση; Πως διαφέρει -εάν διαφέρει- η συνείδηση του ανθρώπου από τη συνείδηση που έχουν τα υπόλοιπα μέλη του ζωϊοκού βασιλείου; Πως ξέρουμε εάν κάποιος άνθρωπος έχει συνείδηση του τι συμβαίνει γύρω του ή όχι;

Μια ομάδα επιστημόνων από πολλούς και διαφορετικούς κλάδους κάνουν μια εκτενή συζήτηση πάνω στο θέμα από πολλές και διαφορετικές σκοπιές: συμπεριφορικά, νευροφυσιολογικά, αισθητικά και ηθολογικά. Η συζήτηση έγινε στην «The New York Academy of Sciences» τον Οκτώβριο του 2012.

14 Ιαν 2015

Ιδανικός γονιός: υπάρχει ή μήπως είναι ψέμα;

Πόσο εύκολο είναι να είσαι γονιός; Υπάρχει ο ιδανικός γονιός;

Αυτά είναι λίγα από τα ερωτήματα που περιστρέφονται γύρω από το μυαλό ενός ανθρώπου που είναι  γονιός ή ετοιμάζεται να γίνει…

Η αλήθεια είναι πως η παγίδα του «ιδανικού γονιού» είναι μεγάλη κι επικίνδυνη είτε από την πλευρά του γονιού είτε από την πλευρά του παιδιού. Τις περισσότερες φορές, οι γονείς πιστεύουν ότι μπορεί να τους δοθεί ο τίτλος του «ιδανικού»,  όταν όλες τους οι προσδοκίες  πραγματοποιηθούν με ευκολία και ακρίβεια. Από την άλλη, τα παιδιά θεωρούν ότι ο γονιός τους είναι «ιδανικός» μόνο όταν πραγματοποιούνται τα χατίρια τους. Και οι δυο πλευρές έχουν στο μυαλό τους κάτι εξιδανικευμένο, που δεν φέρνει συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις! Είναι όμως εφικτό αυτό;

Δυστυχώς, δεν υπάρχει τέλειος ή ιδανικός γονιός! Υπάρχει όμως εκείνος ο γονιός ο οποίος αποδέχεται τον εαυτό του, τα βιώματα και τις εμπειρίες από την πατρική του οικογένεια, δεν προσπαθεί να γίνει τέλειος, αλλά δέχεται ότι μπορεί να έχει αντιφατικά συναισθήματα για την οικογένειά του, ότι είναι αναπόφευκτο να γίνουν «λάθη» και κάποια στραβοπατήματα.  Αναγνωρίζει τα λάθη του και προσπαθεί να τα διορθώσει. Προπάντων όμως, βοηθάει το παιδί του να αποκτήσει την αυτονομία του…

Ένας βασικός παράγοντας που επηρεάζει το γονεϊκό ρόλο είναι αυτός του συναισθηματικού κλίματος που δημιουργείται μέσα στην οικογένεια. Η συναισθηματική στάση των γονέων αναφέρεται στην αποδοχή ή απόρριψη απέναντι στο παιδί τους. Η αποδοχή του παιδιού σχετίζεται άμεσα με το βαθμό της στοργής και αγάπης που εκφράζει ο γονιός στο παιδί του. Είναι σημαντικό στις μέρες μας, όπου συνήθως και οι δυο γονείς εργάζονται, να αφιερώνεται ποιοτικός χρόνος στο παιδί και όχι τόσο ποιοτικός. Δεν ωφελεί να νιώθει κανείς τύψεις γιατί εργάζεται πολλές ώρες την ημέρα και δεν έχει χρόνο να δει το παιδί του, αρκεί όταν επιστρέψει σπίτι να μοιραστεί κάποιο χρόνο μαζί του παίζοντας ή κάνοντας κάτι ευχάριστο και για τους δυο. Αυτό το μοίρασμα του χρόνου, βελτιώνει την επικοινωνία μέσα στην οικογένεια, τα μέλη έρχονται πιο κοντά και ο ένας μπορεί να καταλάβει τις ανάγκες του άλλου. Μ’ αυτό τον τρόπο καλλιεργείται  η άνευ όρων κατανόηση στα λάθη του παιδιού και όχι η κριτική διάθεση. Η αποδοχή, λοιπόν, του παιδιού μέσα σε ένα ήπιο οικογενειακό κλίμα με ήρεμους γονείς, έχει σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη υγιούς προσωπικότητας του παιδιού.

Στην αντίπερα όχθη της αποδοχής έχουμε την απόρριψη του παιδιού από τους γονείς  του. Σ’ αυτή την στάση των γονέων δεν κυριαρχεί τόσο η στοργή και η φιλική διάθεση, όσο η αυταρχικότητα. Σε μια αντίστοιχη οικογένεια, δεν ακούγονται  γέλια και ήρεμες συζητήσεις. Ακούγεται μόνο η κριτική! Οι γονείς πιστεύουν πως με το να κριτικάρουν κάθε επιλογή του παιδιού και να μεγαλοποιούν τα λάθη του, θα καλλιεργήσουν την  υπευθυνότητά του. Η επικέντρωση στα σφάλματα και τις ατέλειες  του παιδιού όμως, δεν είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική. Αντιθέτως, το παιδί μεγαλώνει σε ένα «επιθετικό» περιβάλλον, δεν θα αποκτήσει αυτοσεβασμό και η αυτοεκτίμησή του θα είναι πάντα σε χαμηλά επίπεδα. Φυσικά, η σχέση του παιδιού με την οικογένειά του δεν θα βασίζεται στην ισοτιμία, αλλά στο φόβο, το θυμό, την έλλειψη εμπιστοσύνης, την ανασφάλεια και την ανισορροπία δύναμης.

Το δίπολο της αποδοχής – απόρριψης δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που σχετίζεται με το ρόλο του γονέα. Σημαντικό ρόλο παίζει και η θέσπιση των ορίων για την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού. Με την έννοια «όρια» ονομάζουμε το σύνολο από συμφωνίες σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας και τις σχέσεις μέσα στην οικογένεια. Τα όρια, σε πρώτη φάση, θεσπίζονται άτυπα από το συντροφικό ζευγάρι. Στη συνέχεια, με την απόκτηση παιδιού και όσο μεγαλώνει και ωριμάζει, τόσο πιο μεγάλη είναι η συμμετοχή του στη συνδιαμόρφωση των κανόνων. Στόχος των ορίων και των κανόνων δεν είναι η τιμωρία και ο υπερβολικός περιορισμός της συμπεριφοράς του παιδιού, αλλά η εκπαίδευση του παιδιού για μια υγιή ζωή ως παιδί και ως ενήλικας αργότερα.

Η θέσπιση των ορίων μέσα στην οικογένεια αναφέρεται ουσιαστικά στην άσκηση πειθαρχίας. Πολλές φορές μπερδεύουμε την πειθαρχία με την αυταρχικότητα και την τιμωρία. Στην πραγματικότητα, όμως η πειθαρχία συσχετίζεται με τη σταθερότητα και τη συνέπεια στην τήρηση των κανόνων. Άρα, λοιπόν, αποφεύγουμε τις σχέσεις εξουσίας, τις πολλές απαγορεύσεις και την άσκηση βίας  και αποδεχόμαστε την καλή επικοινωνία, τον σεβασμό των δικαιωμάτων του παιδιού και την ειλικρίνεια.

Συγκρούσεις και διαφωνίες θα υπάρχουν πάντα μέσα στην οικογένεια. Δεν σημαίνει ότι κάποιος δεν είναι καλός γονιός γιατί διαφωνεί με το παιδί του. Τα παιδιά επιθυμούν συνεχώς να ξεπεράσουν τα όρια που θέτουν οι γονείς τους. Όσο πιο σταθερός είναι ο γονιός και δείχνει το ενδιαφέρον του για τις ανάγκες του παιδιού, τόσο πιο ανώδυνα και ήπια θα επιλύονται οι μικροσυγκρούσεις.  Ας ξεχάσουμε τη φράση «δεν θα γίνει το δικό σου». Δεν θέλουμε να φουντώσουμε τον ανταγωνισμό μεταξύ μας, αλλά να προωθήσουμε την ωριμότητα και μια νέα στρατηγική επίλυσης συγκρούσεων και εξεύρεσης εναλλακτικών λύσεων.

Θα ήταν αποτελεσματικό αν είχαμε στο νου μας ότι η οικογένεια και η ανατροφή των παιδιών δεν αποτελεί μόνο μια δύσκολη δουλειά διαπαιδαγώγησης, αλλά ταυτόχρονα είναι και μια πηγή ευτυχίας. Οι γονεϊκές σχέσεις δοκιμάζονται με το πέρασμα του χρόνου. Απαιτείται πολύ υπομονή, επιμονή, ενέργεια, σταθερότητα αλλά και ευλυγισία.

Εστιάστε στα θετικά της οικογένειάς σας και δεν θα χάσετε! Δείτε το ρόλο σας από μια άλλη οπτική!

Διασκεδάστε τόσο με τα δικά σας λάθη όσο και με του παιδιού σας! Διασκεδάστε με τα παιδιά σας!

Εισαγωγική Εικόνα

11 Αυγ 2014

Η υιοθεσία βοηθάει στην ομαλότερη ανάπτυξη των υιοθετημένων παιδιών

Η υιοθεσία είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα θέματα που απασχολούν την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα. Ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι και λοιποί κοινωνικοί επιστήμονες δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον γύρω από πολλά ερωτήματα πάνω στο θέμα αυτό: τους ψυχοκοινωνικούς παράγοντες που οδηγούν τους βιολογικούς γονείς να δώσουν τα παιδιά τους για υιοθεσία, τις συνθήκες υπό τις οποίες γίνονται αυτές, τον αντίκτυπο που έχει η παραμονή παιδιών σε ειδικά κέντρα φιλοξενίας έως ότου υιοθετηθούν, αλλά και τις επιπτώσεις που έχει η όλη διαδικασία της αλλαγής οικογενειακού περιβάλλοντος στην σωματική και ψυχική υγεία των παιδιών. Όταν η υιοθεσία γίνεται σε ηλικία που το παιδί κατανοεί πλήρως και συνειδητά την αλλαγή περιβάλλοντός είναι λογικό ότι έχει πολλαπλάσιο αντίκτυπο σε σχέση με τις περιπτώσεις που αυτή συμβαίνει σε ηλικία λίγων μηνών, πριν το παιδί αρχίσει να αντιλαμβάνεται σε συνειδητό επίπεδο όλα όσα του συμβαίνουν. Αυτός είναι και ο λόγος που μεγάλο κομμάτι της έρευνας γύρω από την υιοθεσία γίνεται με παιδιά που είτε έχουν μεγαλώσει με τους βιολογικούς τους γονείς είτε σε κάποιο ίδρυμα για αρκετά χρόνια πριν δοθούν στη νέα οικογένειά τους.

Γενικότερα υπάρχουν δύο αντικρουόμενες απόψεις γύρω από τον αντίκτυπο της υιοθεσίας στα παιδιά. Η πρώτη υπογραμμίζει ότι τα υιοθετημένα παιδιά αντιμετωπίζουν πολλαπλάσια προβλήματα τόσο σε ψυχολογικό επίπεδο λόγω των δύσκολων εμπειριών που έχουν, όσο και σε βιολογικό επίπεδο λόγω πολλαπλάσιων γενετικών –και συνήθως περιγεννητικών- προβλημάτων (καταχρήσεις ουσιών από τις μητέρες, βιαιοπραγίες κατά την εγκυμοσύνη κτλ). Η δεύτερη γραμμή σκέψης επικεντρώνεται στα ευρήματα που δείχνουν ότι η υιοθεσία έχει προστατευτικό χαρακτήρα για τα παιδιά κυρίως λόγω της απομάκρυνσής τους από «τοξικά» περιβάλλοντα που επηρεάζουν την υγιή ανάπτυξή τους.

Μία από τις μεγαλύτερες μετα-αναλύσεις ερευνών για την υιοθεσία[1] έλαβε υπόψη της δεκάδες ευρήματα ερευνών και από τις δύο οπτικές γωνίες, προσπαθώντας να τις συνδέσει υπό μία ευρύτερη θεωρία: το catch-upmodel. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, τα υιοθετημένα παιδιά σαφώς και έχουν κάποια επιπλέον προβλήματα συμπεριφορικής ή βιολογικής φύσης λόγω του παρελθόντος τους, αλλά από την άλλη η αλλαγή περιβάλλοντος τα υποστηρίζει ώστε να τα αντιμετωπίσουν όσο το δυνατόν καλύτερα σε σχέση με τους συνομηλίκους τους που δεν κατάφεραν να υιοθετηθούν. Το ερώτημα όμως γύρω από αυτό το μοντέλο είναι σε ποιους τομείς υπερτερούν και σε ποιους υστερούν τα υιοθετημένα παιδιά;

Για να απαντήσουν, οι ερευνητές ανέλυσαν τα ευρήματα 240 μελετών και επικεντρώθηκαν στη σύγκριση των υιοθετημένων παιδιών τόσο με τους συνομηλίκους τους που παρέμειναν στα ορφανοτροφεία και τα αδέρφια τους που μεγαλώνουν στις βιολογικές οικογένειές τους, όσο και με τους συνομηλίκους τους στον τωρινό τους κοινωνικό περίγυρο που μεγαλώνουν με τις βιολογικές τους οικογένειες. Τα σημεία σύγκρισης ήταν πέντε:

  1. Φυσική ανάπτυξη: Τα υιοθετημένα παιδιά παρουσιάζουν αποκλίσεις στο ύψος, το βάρος και τα άλλα φυσικά τους χαρακτηριστικά;
  2. Δημιουργία ισορροπημένων σχέσεων: Μπορούν τα υιοθετημένα παιδιά να αναπτύξουν υγιείς και ισορροπημένες σχέσεις με τη νέα τους οικογένεια και τον κοινωνικό τους περίγυρο;
  3. Γνωστική ανάπτυξη: Τα υιοθετημένα παιδιά αντιμετωπίζουν προβλήματα σε τομείς που σχετίζονται με την γνωστική τους ανάπτυξη και τον δείκτη νοημοσύνης;
  4. Αυτοεκτίμηση: Τα υιοθετημένα παιδιά έχουν συναισθήματα κατωτερότητας ή έχουν εμπιστοσύνη στις δυνάμεις και τις ικανότητές τους;
  5. Γενικά προβλήματα συμπεριφοράς: Τα υιοθετημένα παιδιά αναπτύσσουν πιο συχνά προβλήματα συμπεριφοράς (γκρίνια, συναισθηματικές διακυμάνσεις, αντικοινωνική συμπεριφορά κτλ) σε σχέση με τους συνομηλίκους τους;

Στο γράφημα που ακολουθεί μπορούμε να δούμε τα αποτελέσματα αυτής της μετα-ανάλυσης, όπου συγκρίνονται τα υιοθετημένα παιδιά με τους συνομηλίκους τους που παρέμειναν στα ορφανοτροφεία ή τα αδέρφια τους που παραμένουν στις βιολογικές τους οικογένειες (ομάδα «πρώην»), αλλά και με τους συνομηλίκους τους στον κοινωνικό τους περίγυρο που μεγαλώνουν με τις βιολογικές τους οικογένειες (ομάδα «νυν»).

Αποτελέσματα της έρευνας Van IJzendoorn et al. (2006). Ελεύθερη μετάφραση από τον αρθρογράφο.

Αποτελέσματα της έρευνας Van IJzendoorn et al. (2006). Ελεύθερη μετάφραση από τον αρθρογράφο.

Αυτό που βλέπουμε είναι πως τα υιοθετημένα παιδία παρουσιάζουν μια σαφώς καλύτερη φυσική ανάπτυξη σε σχέση με την ομάδα «πρώην», αλλά παρόλα αυτά παραμένουν λίγο πίσω σε αυτόν τον τομέα σε σχέση με την ομάδα «νυν». Παρόμοια ευρήματα παρουσιάστηκαν και στην ανάπτυξη υγιών σχέσεων: τα υιοθετημένα παιδιά παρουσιάζουν πιο υγιείς σχέσεις μέσα στην ανάδοχη οικογένεια σε σχέση με την ομάδα «πρώην», αλλά ταυτόχρονα υστερούν σε αυτό το δείκτη σε σχέση με την ομάδα «νυν». Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και στην ανάλυση της γνωστικής τους ανάπτυξης, ενώ δεν παρουσιάστηκαν σημαντικές διαφορές στην αυτοεκτίμηση, αλλά και στην εμφάνιση προβλημάτων συμπεριφοράς.

Συμπερασματικά

Αυτό το οποίο μπορούμε να δούμε ξεκάθαρα από τα αποτελέσματα είναι βασικά πως η υιοθεσία βοηθάει σαφώς τα παιδιά στην γνωστική, φυσική και συναισθηματική τους ανάπτυξη και πράγματι λειτουργεί προστατευτικά και ιαματικά ώστε να επουλωθούν σε μεγάλο βαθμό οι πληγές του κακού παρελθόντος που έχουν ζήσει τα παιδιά. Εάν τα παιδιά έμεναν με τις βιολογικές οικογένειές τους (δεδομένων των κακών κοινωνικο-οικονομικών και συναισθηματικών συνθηκών σε αυτές) ή στα ορφανοτροφεία θα υστερούσαν σημαντικά σε αυτούς τους τομείς. Από την άλλη βεβαίως, το γεγονός της υιοθεσίας δεν μπορεί να διαγράψει το τραυματικό παρελθόν των παιδιών. Το βάρος αυτού του παρελθόντος συνεχίζει να είναι μαζί τους και να στέκει σε κάποιες περιπτώσεις ως εμπόδιο στην ομαλή ανάπτυξή τους, συγκρινόμενα με τα παιδιά που μεγαλώνουν σε υγιείς, βιολογικές οικογένειες.

Ένα δεύτερο συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε κοιτώντας τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής είναι πως τα υιοθετημένα παιδιά παρόλο που έχουν περισσότερο προβλήματα στην σωματική και συναισθηματική τους ανάπτυξη, το γνωστικό τους πεδίο και τα προβλήματα συμπεριφοράς που παρουσιάζουν δεν παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις από τους συνομηλίκους τους που μεγαλώνουν σε τυπικές οικογένειες.

Το θέμα της υιοθεσίας είναι σίγουρα πολύ μεγάλο και καμία έρευνα δεν μπορεί να αναλύσει όλες τις πτυχές του. Αυτό όμως που αξίζει να θυμόμαστε είναι ότι η υιοθεσία μπορεί να λειτουργήσει ως θείο δώρο για τα περισσότερα παιδιά αλλά και τους γονείς, χαρίζοντας μια υγιή ανάπτυξη στα μεν και την χαρά του γονιού στους δε.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Van IJzendoorn, M. H., & Juffer, F. (2006). The Emanuel Miller Memorial Lecture 2006: Adoption as intervention. Meta‐analytic evidence for massive catch‐up and plasticity in physical, socio‐emotional, and cognitive development. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 47(12), 1228-1245 (PDF) []