03 Απρ

Οι συνέπειες της έλλειψης μητρικής αγάπης

Η μητέρα , συνδέθηκε, με την πηγή της απόλυτης αγάπης, αυτοθυσίας , ανιδιοτέλειας, προσφοράς. Η μορφή της η ίδια ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για εκατομμύρια τραγούδια, ποιήματα, βιβλία. Όμως, η πραγματικότητα έχει δείξει ότι πολλές φορές οι ίδιες οι μητέρες όχι μόνο δεν προσφέρουν αγάπη και ασφάλεια, αλλά μπορούν να δημιουργήσουν τεράστιες συναισθηματικές ελλείψεις και πληγές στα ίδια τους τα παιδιά, ειδικά τις κόρες. Η έλλειψη μητρικής αγάπης πολλές φορές έχει αρνητικά επακόλουθα στην ψυχή των παιδιών, τα οποία ίσως και να τους οδηγήσουν σε ασταθείς και ανισομερείς σχέσεις και στη διάρκεια της ενήλικης ζωής του. Τα παιδιά που μεγάλωσαν με μία μητέρα που μπορεί να τα κατέκρινε και να μην τα αγαπούσε , μπορεί να φτάσουν στο σημείο να θεωρούν και τον ίδιο τον εαυτό τους ανάξιο για εκτίμηση και αγάπη. Μπορούμε να αναφέρουμε πολλές από τις αρνητικές στην ψυχή των παιδιών, απόρροια της έλλειψης μητρικής αγάπης:

  • Το άτομο μαθαίνει να μην αγαπάει και το ίδιο τον εαυτό του. Μέσα στο μυαλό του παιδιού υπάρχει πάντα η φωνή της μητέρας που το θεωρούσε άσχημο, ανίκανο, ανάξιο. Επειδή ως παιδιά η εντύπωση που θα σχηματίσουμε για τον εαυτό μας οφείλεται κυρίως στο πώς μας βλέπουν οι γονείς μας, ένα παιδί που μεγαλώνει με μία μητέρα που δεν το αγαπάει , μαθαίνει και το ίδιο να πιστεύει ότι δεν του αξίζει η αγάπη.
  • Το παιδί που μεγαλώνει με μία μητέρα που δεν το αγαπάει, τις περισσότερες φορές συνάπτει σχέσεις ( φιλικές, συναισθηματικές, επαγγελματικές) , στις οποίες πολλές φορές αντιμετωπίζεται και ως υποδεέστερο. Επειδή έχει πιστέψει ότι δεν αξίζει εκτίμηση και αγάπη , δε διεκδικεί την αγάπη και το σεβασμό που του αξίζει, επειδή δεν πιστεύει ότι το δικαιούται.
  • Ένα παιδί που έζησε με μία μητέρα που δεν το αγάπησε, τείνει να γίνεται περισσότερο ευαίσθητο στην παραμέληση των άλλων. Αν ένας άνθρωπος μεγάλωσε με μία μητέρα που να το αποδέχτηκε και να το αγάπησε, μπορεί οι άσχημες ή απορριπτικές συμπεριφορές των άλλων ανθρώπων να ενισχύσουν μέσα την πεποίθηση για την αναξιότητά του.
  • Η έλλειψη της μητρικής αγάπης συνδέεται πολλές φορές με το γεγονός ότι το παιδί πλέον ως ενήλικας δεν ανοίγεται με μεγάλη ευκολία στο να δημιουργήσει εύκολα σχέσεις, αντιμετωπίζοντας με βεβαιότητα από την αρχή όλες τις σχέσεις ως μη αξιόπιστες. Αυτό απορρέει από την πεποίθηση ότι το ίδιο θα εγκαταλειφθεί λόγω αναξιότητας.

Αν έχετε περάσει δύσκολα στην παιδική σας ηλικία ή δεν έχετε αγαπηθεί όσο θα είχατε ανάγκη, τότε είναι καιρός να την αφήσετε πίσω σας. Ένα δύσκολο και χωρίς αγάπη παρελθόν δεν πρέπει να μπορεί να αποτρέψει το ευτυχισμένο μέλλον σας. Οφείλετε να αγκαλιάσετε τον εαυτό σας και να μην αφήσετε το οτιδήποτε να δηλητηριάζει τη σκέψη και να σας πείθει για την αναξιότητά σας. – ακόμα και αν αυτό αφορά τη μητέρα σας.

Εισαγωγική Εικόνα

13 Νοέ

Η κατάθλιψη στην παιδική ηλικία

Έχετε παρατηρήσει ότι το παιδί σας είναι συνεχώς σκεφτικό, θλιμμένο και χωρίς ιδιαίτερη όρεξη για να κάνει πράγματα που πιο παλιά το ευχαριστούσαν; Η ερώτηση αυτή βασανίζει αρκετούς γονείς στη σύγχρονη εποχή που ζούμε. Δυστυχώς, η κατάθλιψη στη παιδική ηλικία έχει πάψει να θεωρείται σπάνια την τελευταία δεκαετία. Το 2014 στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής καταγράφηκαν 2.8 εκατομμύρια έφηβοι ηλικίας 12-17 ετών οι οποίοι είχαν τουλάχιστον ένα καταθλιπτικό επεισόδιο τον τελευταίο χρόνο. Στην Κύπρο ακόμη δεν έχει καθοριστεί το ποσοστό παιδικής κατάθλιψης το οποίο εκτιμάται σε χαμηλά αλλά ευμετάβλητα επίπεδα.

Τι είναι η κατάθλιψη και πως εκδηλώνεται στα παιδιά;

Σύμφωνα με το διαγνωστικό και στατιστικό εγχειρίδιο για τις ψυχικές διαταραχές, το παιδί βιώνει μια καταθλιπτική διάθεση στο μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, σε καθημερινή βάση. Συχνά το παιδί αναφέρεται στα αρνητικά συναισθήματα που νιώθει. Παράλληλα, το παιδί αρνείται να συμμετάσχει σε ενδιαφέροντα ή δραστηριότητες που στο παρελθόν του άρεσαν. Αλλαγές εμφανίζονται επίσης στο σωματικό βάρος και στην όρεξη για φαγητό, τα οποία μπορεί να μειωθούν ή να αυξηθούν δραματικά. Η αϋπνία ή η υπερυπνία εμφανίζονται καθημερινά στο παιδί χωρίς ιδιαίτερο λόγο ενώ μπορεί να παρατηρηθεί έντονη κινητικότητα ή το αντίθετο. Συνήθως τα παιδιά με κατάθλιψη νιώθουν κουρασμένα, ανάξια και ενοχικά, είναι αναποφάσιστα και δεν μπορούν να συγκεντρωθούν εύκολα. Οι σκέψεις θανάτου και αυτοκτονίας μπορεί να εκφραστούν περισσότερο από κάποιο  έφηβο που βιώνει ένα καταθλιπτικό επεισόδιο. Είναι σημαντικό για τους γονείς να προσέξουν και να βεβαιωθούν ότι η κατάσταση αυτή δεν προέρχεται από την παρενέργεια κάποιου φαρμάκου ή μιας γενετικής σωματικής κατάστασης όπως ο υποθυρεοειδισμός. Τα πιο πάνω συμπτώματα θα πρέπει να υπάρχουν για τουλάχιστον 3 χρόνια για τα παιδιά και 2 χρόνια για τους έφηβους, για να μπορεί να δοθεί η διάγνωση της κατάθλιψης.

Σχέσεις γονέων και παιδιών

Σύμφωνα με ένα σπουδαίο ερευνητή ονόματι, John Bowlby,  «η αγάπη της μητέρας για το νήπιο και το παιδί είναι σημαντικός παράγοντας για τη ψυχική του υγεία όσο είναι οι βιταμίνες και οι πρωτεΐνες για τη σωματική του υγεία.» Εντούτοις, και η μορφή του πατέρα θεωρείται άκρως ουσιαστική για την ανάπτυξη υγιών συναισθηματικών δεσμών με το παιδί. Οι σχέσεις αγάπης και τρυφερότητας ανάμεσα στους γονείς και στο παιδί, επηρεάζουν άμεσα την διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού και αποτελούν ένα βασικό μοχλό της θετικής ψυχικής ανάπτυξης του. Διάφορα ευρήματα από επιστημονικές έρευνες καταδεικνύουν ότι τα άτομα με κατάθλιψη είχαν εισπράξει χαμηλού επιπέδου πατρική ενασχόληση και μητρική υπερπροστασία κατά τα παιδικά τους χρόνια. Έχει παρατηρηθεί ότι τα παιδιά με διαταραχή κατάθλιψης έχουν φτωχές διαπροσωπικές σχέσεις με τους γονείς τους, τα αδέρφια τους και τον κοινωνικό τους περίγυρο. Όπως λέμε συχνά στο κλάδο της εκπαιδευτικής ψυχολογίας η ψυχική ευεξία των παιδιών εξαρτάται από τη ψυχική ευεξία των γονέων. Για αυτό το λόγο θα πρέπει όλοι οι γονείς να κινητοποιηθούν όσο αφορά αρχικά την προσωπική τους ψυχική κατάσταση και κατ’ επέκταση την ψυχική ισορροπία των παιδιών τους.

Πως μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την διαταραχή κατάθλιψης στα παιδιά;

Όπως πολύ σοφά έχει ειπωθεί σε βάθος χρόνου, η ανίχνευση και η γνώση μιας κατάστασης είναι το πρώτο και βασικό βήμα για την αντιμετώπιση της. Για αυτό το λόγο, οι γονείς θα πρέπει να είναι σε θέση να παρατηρήσουν την συμπεριφορά του παιδιού τους και να ανιχνεύσουν πιθανά συμπτώματα της διαταραχής. Και η παραμικρή υποψία θα πρέπει να τους θέσει σε κινητοποίηση για να συμβουλευθούν ένα ειδικό ψυχικής υγείας. Ωστόσο, συνήθως παρέχεται ένα κράμα θεραπευτικών παρεμβάσεων για να βοηθηθεί το παιδί. Οι θεραπευτικές παρεμβάσεις περιλαμβάνουν:

  • Ψυχοθεραπεία: Ατομική ψυχοθεραπεία με το παιδί για να αναγνωρίσει τα αισθήματα θλίψης που το διακατέχουν και για να ενισχυθεί η αυτοπεποίθηση του, η αυτοεκτίμηση και η εμπιστοσύνη του προς τον εαυτό του.
  • Οικογενειακή ψυχοθεραπεία κατά τη διάρκεια της οποίας αποθαρρύνεται η απόρριψη και οι συγκρούσεις και ενισχύονται η συμπάθεια, η στοργή και η ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ των μελών μιας οικογένειας με παιδί με κατάθλιψη.
  • Ψυχοφαρμακευτική αγωγή η οποία χορηγείται μόνο σε σοβαρές περιπτώσεις κατάθλιψης και πάντοτε σε συνδυασμό με ψυχοθεραπεία.

Χρήσιμες συμβουλές για τους γονείς

  • Προσπαθήστε να μπείτε στη θέση του παιδιού σας για να κατανοήσετε το πώς νιώθει.
  • Ακούστε το και ενθαρρύνετε το να εκφράσει τα συναισθήματα του χωρίς ενοχές.
  • Αποδεχτείτε τον τρόπο σκέψης τους και δείξτε του την αποδοχή και την αγάπη σας.
  • Ενημερωθείτε για την παιδική κατάθλιψη και αποταθείτε σε ένα ειδικό ψυχικής υγείας εάν πιστεύετε ότι δεν είναι μόνο μια σύντομη κακοδιαθεσία του παιδιού.
  • Συζητήστε το θέμα με το σχολείο και τον εκπαιδευτικό του παιδιού ώστε να το βοηθήσει κατά τη διάρκεια της σχολικής μέρας.
  • Μην το πιέζετε να κάνει πράγματα που δεν θέλει αλλά αντιθέτως προσπαθήστε να του δημιουργήσετε ενθουσιασμό ή έστω περιέργεια για να εμπλακεί σε μια δραστηριότητα.
  • Σε θέματα κανόνων ή υποχρεώσεων θα ήταν χρήσιμο να διατηρήσετε τις προσδοκίες σας και να το βοηθήσετε να συμμορφωθεί όπως: « Ξέρω πως δεν έχεις όρεξη, αλλά χρειάζεται να κάνεις τα μαθήματα σου.»
  • Σε περίπτωση που το παιδί θέσει το θέμα του θανάτου ή της αυτοκτονίας, καλό θα ήταν να απευθυνθείτε άμεσα σε  κάποιο ειδικό ψυχικής υγείας.

Εισαγωγική Φωτογραφία

19 Ιαν

Τα παιδιά που ζουν στα όρια της φτώχειας παρουσιάζουν λειτουργικές διαφορές στον εγκέφαλο και έχουν αυξημένες πιθανότητες κατάθλιψης

Οι έντονες οικονομικές δυσκολίες είναι ένας παράγοντας που προκαλεί πολλαπλά προβλήματα σε μια οικογένεια και το επίπεδο ζωής της. Οι οικογένειες που έχουν σημαντικά μειωμένο εισόδημα αναγκάζονται να πάρουν πολλές σκληρές αποφάσεις. Μπορεί να χρειαστεί να ζήσουν σε κάποια άλλη περιοχή/πόλη, να μειώσουν τις δαπάνες για αγαθά και υπηρεσίες, να αλλάξουν διατροφικές συνήθειες ή ακόμη και να χωρίσουν ώστε να μπορεί ο ένας γονιός να συντηρεί την οικογένεια με μια εργασία που κάνει σε άλλη χώρα ή πόλη μακριά από τους δικούς του.

Όλες αυτές οι αλλαγές είναι τρομακτικές για έναν ενήλικα, πόσο μάλλον για τα παιδιά, ιδιαίτερα όταν αυτά είναι μικρά στην ηλικία.

Ένα σημαντικό ερώτημα που προκύπτει από την έρευνα που έχει γίνει για τις επιπτώσεις της κακής οικονομικής κατάστασης στην οικογένεια και τα μέλη της είναι κατά πόσο επηρεάζεται και η βιολογική ανάπτυξη των παιδιών. Γνωρίζουμε ότι η φτώχεια σχετίζεται με μειωμένη ανάπτυξη λόγω χειρότερης διατροφής αλλά και με πιο συχνή εμφάνιση προβλημάτων υγείας λόγω κακών συνθηκών διαβίωσης, ανεπαρκή φαρμακευτική κάλυψη κτλ. Τι γίνεται όμως με τον εγκέφαλο; Επηρεάζεται η υγιής ανάπτυξή του από τις κακές οικονομικές συνθήκες στις οποίες καλείται να μεγαλώσει ένα παιδί; Μια έρευνα του Πανεπιστημίου του Saint Louis προσπάθησε να απαντήσει σε αυτό ακριβώς το ερώτημα.

Πήραν ως δείγμα 105 παιδιά ηλικίας 3-5 ετών τα οποία ζούσαν σε οικογένειες με χαμηλό εισόδημα στα όρια του επιπέδου της φτώχειας. Μετά από μερικά χρόνια (στην ηλικία 7-12 ετών) τα ίδια παιδιά εξετάστηκαν μέσω μαγνητικού τομογράφου (fMRI) ώστε να μπορέσουν να έχουν μια σαφή εικόνα της δομής και του τρόπου λειτουργίας του εγκεφάλου τους. Τα αποτελέσματα της τομογραφίας συγκρίθηκαν με αυτά παιδιών αντίστοιχης ηλικίας, αλλά προερχόμενα από οικογένειες μέτριου ή υψηλού οικονομικού επιπέδου.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα παιδιά φτωχών οικογενειών είχαν λιγότερες συνδέσεις μεταξύ του ιππόκαμπου και του μετωπιαίου λοβού, καθώς επίσης και μεταξύ της δεξιάς αμυγδαλής και των εγκεφαλικών δομών που σχετίζονται με τη γλώσσα. Οι περιοχές αυτές σχετίζονται με την εμφάνιση και τον έλεγχο των συναισθημάτων, την μνήμη αλλά και τον έλεγχο κατά τη διάρκεια στρεσογόνων καταστάσεων. Αυτές οι λειτουργικές διαφορές καθρεπτίζονταν και στη συμπεριφορά των παιδιών, καθώς τα παιδιά φτωχών οικογενειών με τις μειωμένες εγκεφαλικές συνδέσεις παρουσίαζαν αυξημένες πιθανότητες ανάπτυξης έντονων καταθλιπτικών συμπτωμάτων ήδη από την ηλικία των 10 ετών[1] . Η εμφάνιση καταθλιπτικών συμπτωμάτων σημαίνει ότι το άτομο δεν μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά τα συναισθήματά του και να αντιμετωπίσει αγχογόνες καταστάσεις. Είναι λογικό λοιπόν τα παιδιά που έχουν λειτουργικές ανωμαλίες στις εγκεφαλικές περιοχές που σχετίζονται με την διαχείριση συναισθημάτων να παρουσιάζουν και αυξημένα ποσοστά κατάθλιψης.

Φυσικά δεν είναι τα χρήματα τα οποία δημιουργούν τις εγκεφαλικές διαφορές, αλλά το πρώιμο περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει ένα παιδί. Ένα περιβάλλον με μειωμένα ερεθίσματα, κακές οικογενειακές σχέσεις, κακή διατροφή και άγχος είναι επόμενο πως επηρεάζει την υγιή ανάπτυξη του παιδιού σε πολλούς τομείς, ανάμεσά τους και στην ανάπτυξη του εγκεφάλου. Φυσικά δεν είναι όλα τα φτωχά παιδιά καταδικασμένα να αναπτύξουν κατάθλιψη ή να γίνουν ανίκανα να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους. Μια οικογένεια φτωχή, αλλά με ιδιαίτερα υποστηρικτικούς γονείς, ανοιχτή επικοινωνία και με αυξημένα επίπεδα ενσυναίσθησης θα μπορέσει να μεγαλώσει συναισθηματικά υγιή παιδιά.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Medical News Today: Childhood poverty linked to brain changes related to depression []
09 Νοέ

Το κόστος του να είσαι το «αγαπημένο παιδί» της μαμάς

Πολλές φορές οι νέες μητέρες ακούν την κλασσική συμβουλή να μην «καλομαθαίνουν» τα παιδιά τους, να μην είναι δηλαδή υπέρ του δέοντος ελαστικές ή προστατευτικές μαζί τους. Μια νέα έρευνα του πανεπιστημίου Purdue έρχεται να επιβεβαιώσει πως το να αισθάνεται το παιδί πως είναι το «αγαπημένο» της μητέρας του δεν είναι και ό,τι πιο υγιές συναισθηματικά αλλά και ψυχολογικά για το ίδιο.

Η συναισθηματική εγγύτητα μεταξύ γονιού και παιδιού φυσικά δεν είναι κάτι αρνητικό. Αντίθετα θα λέγαμε ότι είναι κάτι θεμιτό. Φαίνεται όμως πως οι ενήλικες που δηλώνουν ότι θεωρούν πως ήταν το «αγαπημένο παιδί» της μητέρας τους, έχουν την τάση να εμφανίζουν πολύ πιο συχνά συμπτώματα κατάθλιψης σε σχέση με τα αδέρφια τους τα οποία δηλώνουν ότι βρίσκονταν σε σύγκρουση με τη μητέρα τους ή ότι τις έχουν απογοητεύσει. Η έρευνα διεξήχθη μέσα σε μια επταετία κατά τη διάρκεια μιας πολυετούς έρευνας που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη σχετικά με τις ενδοοικογενειακές διαφορές στην ανάπτυξη των παιδιών. Σε αυτή συμμετείχαν πάνω από 700 ενήλικες από 300 περίπου οικογένειες, οι οποίοι κλήθηκαν να βαθμολογήσουν την συναισθηματική εγγύτητα με τη μητέρα τους, τον βαθμό σύγκρουσης μαζί της, το πόσο περήφανη θεωρούν ότι αισθάνεται γι’ αυτούς αλλά και το πόσο απογοητευμένη.

Σε μια προσπάθεια να ερμηνεύσουν τα αποτελέσματα, οι ερευνητές λένε ότι οι ενήλικες της έρευνας που είχαν την αντίληψη ότι ήταν τα «αγαπημένα παιδιά» των μητέρων τους, σε μεγάλο βαθμό ανέφεραν ότι έχουν ζήσει μέσα σε ένα μη σταθερό συναισθηματικό περιβάλλον, στο οποίο έπρεπε να είναι φροντιστές (της μητέρας ή άλλων προσώπων στο περιβάλλον τους) και ως εκ τούτου απολάμβαναν μεγαλύτερη συναισθηματική εγγύτητα με κόστος στην ψυχική τους υγεία.

Φυσικά η συσχέτιση συναισθηματικής εγγύτητας άνευ σαφών ορίων και κακής ψυχικής υγείας δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση πως όσα παιδιά αισθάνονται κοντά τις μητέρες τους θα αναπτύξουν συμπτώματα κατάθλιψης στο μέλλον. Απαιτούνται η συνύπαρξη μιας σειράς άλλων παραγόντων για να αναπτυχθούν τέτοια συμπτώματα στα παιδιά κατά την ενήλικη ζωή τους, όπως: ασταθές οικογενειακό περιβάλλον, υπέρμετρα «ενήλικα» βάρη στα παιδιά, κακές οικογενειακές σχέσεις (κυρίως ανταγωνιστικές ή/και κακοποιητικές) με άλλα μέλη της οικογένειας (και σημαντικά τρίτα πρόσωπα), αλλά και εκτεταμένες τραυματικές εμπειρίες στην καθημερινότητα του παιδιού.

Όπως στις περισσότερες περιπτώσεις, βλέπουμε ότι και σε αυτό τον τομέα ισχύει το «παν μέτρον άριστον». Μια υγιής ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού απαιτεί μεταξύ άλλων μια υγιή ισορροπία ανάμεσα στο άκρο της συναισθηματικής «συγχώνευσης» των γονιών με τα παιδιά τους και το άλλο άκρο της συναισθηματικής «απομάκρυνσης» των γονιών. Το παιδί έχει ανάγκη τόσο το ζωτικό του χώρο όσο και την απαραίτητη αγάπη και αποδοχή να αναπτυχθεί συναισθηματικά και ψυχολογικά με έναν υγιή τρόπο.

Εισαγωγική Εικόνα

Βιβλιογραφία