08 Φεβ 2016

Κοινωνική συμμόρφωση: όλοι είμαστε κομφορμιστές

Πολύ συχνά οι ψυχολόγοι λέμε ότι υπάρχουν διαφορές στον τρόπο που οι άνθρωποι από ανατολικές και δυτικές κοινωνίες αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και τις σχέσεις που αναπτύσσουν με το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο. Συγκεκριμένα, οι δυτικές κουλτούρες δίνουν έμφαση στις ατομικές ικανότητες, ωθούν τα άτομα να είναι ξεχωριστά και να διαφέρουν από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο, με αποτέλεσμα να γίνονται πιο ανταγωνιστικά. Αντίθετα, οι ανατολίτικες κουλτούρες δίνουν έμφαση στην έννοια της κοινότητας, ωθούν τα άτομα να αναπτύσσουν στενές σχέσεις με τους υπολοίπους και να ακολουθούν πιστά τις κοινωνικές νόρμες, διαφοροποιώντας στο ελάχιστον την συμπεριφορά τους σε σχέση με το κοινωνικό σύνολο και τις κοινωνικές επιταγές.

Μπορεί η Δύση να δίνει έμφαση στην ατομικότητα, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι ταυτόχρονα δεν λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη τις απόψεις των υπολοίπων. Έχουμε την ανάγκη να γίνουμε δέκτες αποδοχής από τις κοινωνικές ομάδες στις οποίες ανήκουμε και φυσικά να έχουμε όσο το δυνατόν λιγότερες συγκρούσεις. Πόσο μακριά όμως μπορεί να φτάσει η ανάγκη μας για αποδοχή; Αν κρίνουμε από τα αποτελέσματα του κλασικού πειράματος του Asch στα μέσα της δεκαετίας του 1950, τότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η ανάγκη είναι μεγαλύτερη από ότι περιμένουν οι περισσότεροι.

Ο Asch ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς κοινωνικούς ψυχολόγους του αιώνα που μας πέρασε, ο οποίος, ζώντας μετά το τέλος του Β’ ΠΠ και εν μέσω του Ψυχρού Πολέμου, είχε έντονους προβληματισμούς σχετικά με την επίδραση της κοινωνικής πίεσης στη συμπεριφορά του ατόμου. Οι άνθρωποι φαίνονται ελεύθεροι και έχουν την πεποίθηση ότι λειτουργούν αυτόνομα, αλλά ο Asch πίστευε ότι όλα αυτά είναι μια ψευδαίσθηση. Για να ελέγξει την υπόθεσή του σχεδίασε ένα πολύ απλό και ταυτόχρονα εξαιρετικά ευφυές πείραμα. Οι συμμετέχοντες καλούνταν να λάβουν μέρος σε ένα πείραμα το οποίο υποτίθεται ότι σκοπό είχε να ελέγξει την οπτική αντίληψή τους. Στην πιο κλασική μορφή του πειράματος οι συμμετέχοντες καθόντουσαν μαζί με άλλα άτομα σε μια αίθουσα και κοιτούσαν μια σειρά από κάρτες που έδειχναν 3 γραμμές, τις οποίες έπρεπε να συγκρίνουν (Με ποια γραμμή της κάρτας Β είναι ίση η γραμμή της κάρτας Α, βλ. Εικόνα 1). Τα υπόλοιπα άτομα στην πραγματικότητα ήταν βοηθοί του πειραματιστή και σε συγκεκριμένες ερωτήσεις έδιναν εσκεμμένα λανθασμένες απαντήσεις. Στο κλασικό πείραμα οι κρυφοί βοηθοί έδιναν πρώτοι τις απαντήσεις τους, ώστε να ασκηθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πίεση στον συμμετέχοντα και να συμμορφωθεί με τις επιταγές των υπολοίπων.

Παράδειγμα σύγκρισης από το πείραμα του Asch

Εικόνα 1: Παράδειγμα σύγκρισης από το πείραμα του Asch

Όπως βλέπουμε και από το παράδειγμα της Εικόνας 1, οι ερωτήσεις-παγίδα ήταν αρκετά εύκολες και οι απάντηση στο ερώτημα ποια γραμμή της δεύτερης κάρτας είναι ίση με τη γραμμή της πρώτης κάρτας θα λέγαμε ότι ήταν τουλάχιστον οφθαλμοφανής. Μάλιστα, όταν οι συμμετέχοντες λάμβαναν μέρος στο πείραμα ατομικά (χωρίς άλλους συμμετέχοντες-βοηθούς στο χώρο), οι σωστές απαντήσεις έφταναν το 99%. Αυτό που πρόσεξε όμως ο Asch ήταν πως όταν οι συμμετέχοντες έδιναν τις απαντήσεις ομαδικά με τον τρόπο που περιγράψαμε πιο πάνω, τότε το ποσοστό σωστών απαντήσεων έπεφτε σημαντικά. Ενώ στις πρώτες ερωτήσεις-παγίδα οι συμμετέχοντες έδιναν τις σωστές απαντήσεις, καθώς προχωρούσαν οι ερωτήσεις και οι βοηθοί έδιναν λανθασμένες απαντήσεις, έτειναν να συμφωνούν όλο και περισσότερο με την ομάδα, πηγαίνοντας αντίθετα στις προσωπικές τους αντιλήψεις. Εκτιμήθηκε ότι έως και 75% των συμμετεχόντων συμφώνησε τουλάχιστον μία φορά με την λανθασμένη άποψη της ομάδας, ενώ το 37% συμφώνησε πλήρως με την ομάδα!

Τι συνέβη όμως; Πως γίνεται κάποιος να βλέπει κάτι με τα ίδια του τα μάτια και να δηλώνει κάτι διαφορετικό; Η απάντηση είναι απλά: η πίεση της ομάδας. Ακόμη και για απλές δραστηριότητες και αποφάσεις που έχουν μηδενικό αντίκτυπο για εμάς (όπως η απάντηση σε ένα πείραμα με αγνώστους) τείνουμε να πηγαίνουμε με τα νερά της ομάδας για να αποφύγουμε τις συγκρούσεις και να μην διαφοροποιηθούμε από την ομάδα[1] . Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι όταν οι βοηθοί άνηκαν στο ίδιο φύλο ή/και φυλή με τον συμμετέχοντα, τότε η υποταγή στην ομάδα αυξανόταν κι άλλο, κάτι το οποίο μας οδηγεί σε μια ακόμη παράμετρο που φαίνεται να παίζει ρόλο σε αυτές τις περιπτώσεις: το πόσο κοντά αισθανόμαστε την ομάδα η οποία μας ασκεί την πίεση. Όσο πιο όμοια χαρακτηριστικά έχουμε, τόσο λιγότερο θέλουμε να διαφέρουμε από τους υπολοίπους της ομάδας, είτε αυτή είναι μια ομάδα 3-4 ατόμων, είτε 100, είτε ένα ολόκληρο έθνος.

Ένας παράγοντας όμως μπορεί να μειώσει δραματικά την επίδραση της ομάδας πάνω μας: η ανωνυμία! Όταν οι συμμετέχοντες του πειράματος καλούνταν να δώσουν γραπτή απάντηση και όχι προφορική ενώπιον όλων, ακόμη και όταν γνώριζαν τις απαντήσεις των υπολοίπων, υπέκυπταν σημαντικά λιγότερο. Ο λόγος ήταν ότι δεν χρειαζόταν να γίνει φανερή η αντίθεση της άποψής τους με την άποψη της πλειοψηφίας, οπότε αυξανόταν η αίσθηση ελευθερίας. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να το συγκρατήσουμε, καθώς η ανωνυμία αποτελεί θεμέλιο λίθο στις ψηφοφορίες των σύγχρονων δημοκρατιών ακριβώς για τη διασφάλιση της ελευθερίας της άποψης και της μείωσης των συγκρούσεων των ατόμων της μειοψηφίας με τα άτομα της πλειοψηφίας.

Η τάση να υποκύπτουμε στην πλειοψηφία φαίνεται πως σε μεγάλο βαθμό έχει γενετική βάση. Ακόμη και μικρά παιδιά 3-4 ετών τείνουν να συμφωνούν με την πλειοψηφία των συνομηλίκων τους, όταν οι απόψεις τους έρχονται σε σύγκρουση με την ομάδα[2] . Αυτό όμως δεν συμβαίνει στα παιδιά με διαγνωσμένο αυτισμό[3]. Αντίθετα, αυτά τα παιδιά τείνουν να μην δίνουν σημασία στις επιταγές της ομάδας και επιμένουν στην προσωπική τους άποψη, όσο αντιδημοφιλής και εάν είναι αυτή. Αυτό το εύρημα υπογραμμίζει τον ρόλο που παίζουν οι γενετικοί παράγοντας και η «καλωδίωση» του εγκεφάλου στην ανάπτυξη της κοινωνικής γνώσης και της ανάγκης του «ανήκειν», στην οποία οφείλεται η ανάγκη για όσο το δυνατόν λιγότερες προστριβές με την πλειοψηφία της κοινωνίας.

Συμπερασματικά θα λέγαμε πως όσο ανεξάρτητοι και εάν νομίζουμε ότι είμαστε, στην πραγματικότητα η κοινωνία ασκεί τεράστια επιρροή πάνω στη συμπεριφορά μας, ίσως με τρόπους που δεν μπορούμε να φανταστούμε και να ελέγξουμε κάθε δεδομένη στιγμή. Η πραγματική ελευθερία έρχεται μέσα από την ανωνυμία και με το να μπορέσει η φωνή μας να ακουστεί, δίχως να ταυτοποιθούμε και να στοχοποιηθούμε για τις απόψεις μας. Βεβαίως η ανωνυμία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πανάκεια. Μια βόλτα στο διαδίκτυο θα μας πείσει πως η ανωνυμία εύκολα μπορεί να φτάσει στα όρια της ασυδοσίας και να επιτρέψει στα άτομα να βγάλουν τον χειρότερο εαυτό τους, πληγώνοντας τρίτους δίχως απολύτως κανέναν λόγο. Ο κοινωνικός κομφορμισμός έχει και θετικά στοιχεία και είναι ένα από τα βασικά υλικά που κρατάνε μια κοινωνία δεμένη και επιτρέπουν την εφαρμογή κοινωνικών κανόνων για την διαιώνισή της.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Bond & Smith (1996). Culture and Conformity: A Meta-Analysis of Studies Using Asch’s (1952b, 1956) Line Judgment Task. Psychological Bulletin []
  2. Seston & Kelemen (2013). Children’s conformity when acquiring novel conventions: The case of artifacts. Journal of Cognition and Development []
  3. Yafai et al. (2013) Social Conformity and ASD: A child-friendly take on a classic stufy. Autism. [pdf] []
01 Φεβ 2013

Λόγοι που ο ψυχολόγος δεν πρέπει να κάνει πελάτες του συγγενείς και φίλους

“Λυπάμαι, είναι αντιδεοντολογικό να σε αναλάβω»

Στο άκουσμα αυτού του κλισέ από τον ψυχόλογο που είναι συνάμα συγγενής ή φίλος του προσώπου που ζητά βοήθεια, μερικοί ίσως να απογοητεύονται. Ίσως και να αισθάνονται μια μικρή απόρριψη απ΄το γνωστό τους ψυχολόγο. Επακόλουθη μπορεί να είναι και η αντίσταση να δουν ένα άγνωστο γι αυτούς ειδικό.

Η απορία του “μα γιατί δεν μπορεί να μας βοηθήσει ο δικός μας που μας γνωρίζει καλύτερα και να πάμε σε ξένο” είναι πιθανή και απόλυτα κατανοητή για τα άτομα που δεν ανήκουν στο χώρο της ψυχολογίας. Πολλοί έχουν παραλληλίσει την επιστήμη της Ψυχολογίας με την δουλειά των πνευματικών ή των “καλών φίλων” που προσφέρουν βοήθεια εν ώρα ανάγκης. Κάποιοι, θεωρούν την ψυχολογία κάτι κοντινό με την ιατρική. Άρα, όπως επιλέγω να με δει ο συγγενής μου που είναι παθολόγος, έτσι γίνεται και με τον άλλο που είναι ψυχολόγος. Λάθος! Η αλήθεια είναι ότι τα επαγγέλματα που έχουν σαν στόχο την αλλαγή της συμπεριφοράς, όπως είναι αυτό του ψυχολόγου ή του ψυχοθεραπευτή, πρέπει να διέπονται εξ’αρχής από κανόνες συμπεριφοράς και αυστηρά όρια. Τέτοια είναι η απαγόρευση σε γνωστό να γίνει ψυχοθεραπευόμενος, για την προστασία και των δύο. Αυτό έχει να κάνει με τη δημιουργία “διπλής σχέσης” η οποία απαγορεύεται ρητά να προκύπτει στη ψυχοθεραπεία.

Διπλή σχέση υπάρχει όταν το άτομο διατηρεί ήδη μια είδους σχέση με τον ψυχολόγο, (π.χ. φίλοι, συγγενείς, παλιοί συνεργάτες, κοκ) και εμπλέκονται σε δεύτερη σχέση, αυτή του ψυχοθεραπευτή και ψυχοθεραπευόμενου. Το ίδιο ισχύει κι όταν ο “άγνωστος” ψυχοθεραπευόμενος κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή με το τέλος της, εμπλακεί σε άλλου είδους σχέση με τον ψυχολόγο (π.χ. φιλική, ερωτική, ή πελατειακή). Τα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν από διπλή σχέση ποικίλουν. Πιο κάτω αναφέρονται οι λόγοι που δεν μπορεί να δουλέψει αυτού του είδους η σχέση, κυρίως μεταξύ συγγενών και φίλων του ψυχολόγου.

Απουσία αντικειμενικότητας

Όταν έχω αναπτύξει την εντύπωση ότι π.χ. ο γνωστός μου ο Γιάννης είναι καλός αλλά η καταπιεστική του μητέρα τον έκανε παθητικό σε όλα, τότε ήδη ξεκινώ θεραπεία με τον “Γιάννη τον παθητικό.” Σαν φίλη του, τα ’χω από καιρό με τη μάνα του που τον έκανε έτσι. Άρα, αν καλέσω τη μητέρα του στη θεραπεία θα είμαι ήδη αρνητική μαζί της, ενώ του Γιάννη του έχω βάλει ήδη μια ταμπέλα. Στη ψυχοθεραπεία, δυσκολεύομαι να τον αξιολογήσω αλλιώς γιατί από χρόνια που τον ξέρω είμαι προκατειλημμένη μαζί του στο θέμα της απάθειάς του. Συνεπώς, σαν ψυχολόγος πιθανό να επηρεάζω την πορεία της θεραπείας του Γιάννη με τις σχεδόν λανθασμένες αντιλήψεις που σχημάτισα ως τώρα γι’ αυτόν.

Δυσανάλογη εξουσία

Μέχρι τώρα με την φίλη μου τη Λόλα είμασταν ίσες σε όλα. Είχα εγώ τις ευάλωτές μου στιγμές και σαν κολλητή με στήριζε αρκετά. Είχε κι αυτή τις δικές της δυσκολίες κατά καιρούς, κι εγώ κλασσικά κοντά της. Ξαφνικά μετά από χρόνια που παίρνω το “χρήσμα” του ψυχολόγου, η Λόλα θέλει ψυχοθεραπεία μαζί μου κι εγώ της κάνω τον “ειδήμονα.” Το πιο πιθανόν είναι να της δίνω συμβουλές (μη αντικειμενικές) και να νιώθει ακόμα πιο επιρρεπής στις συμβουλές μου, που τώρα εμπιστεύεται περισσότερο γιατί “σαν ψυχολόγος η φίλη μου ξέρει παραπάνω από ’μένα,” ή να αρχίσει να αισθάνεται μειονεκτικά προς εμένα που “σαν ψυχολόγος η φίλη μου τώρα ξέρει παραπάνω από ’μένα,” ή να ανταπαντά «εσύ γιατί δεν το ’κανες αυτό τότες που είχες το ίδιο δίλημμα” και να συγχέονται οι φιλίες με το επάγγελμα, σε σημείο που η μία σχέση εκ των 2 ή και 2 να πρέπει να τερματιστούν.

Δυσκολία αποκάλυψης της αλήθειας

Πάντα η ψυχοθεραπεία και κυρίως η μακρά ψυχοθεραπεία αγγίζει πολύ βαθιές πτυχές της ζωής του θεραπευόμενου. Πολλές αλήθειες, μυστικά, απωθημένα και λοιπά άλυτα θέματα πρέπει να αναδυθούν για να βοηθήσουν το θεραπευόμενο να λύσει σημαντικά του ζητήματα που τον ταλαιπωρούν κάθε τόσο. Όταν ο θεραπευόμενος γνωρίζει τον θεραπευτή του, είτε λόγω φιλίας ή συγγένειας, η ανάγκη για αποκάλυψη σοβαρών ζητημάτων, μπορεί και να οδηγήσει στη διάλυση της θεραπευτικής σχέσης για να προστατευτεί η συγγενική ή η προϋπάρχουσα φιλική σχέση. Σκεφτείτε ας πούμε, τι θα συνέβαινε στο ακραίο σενάριο του ψυχολόγου που κάνει θεραπεία σε συγγενή του, και ο συγγενής πρέπει να αποκαλύψει ότι είχε παρενοχληθεί σεξουαλικά στην παιδική του ηλικία από τον τάδε κοινό συγγενή, που ήταν και είναι λατρεμένο κοντινό πρόσωπο του ψυχολόγου! Κανονικό δράμα.

Σύγκριση τρόπου ζωής του ψυχολόγου

Το απόρρητο της ζωής του ψυχολόγου είναι πολύ σημαντικό. Ένας βασικός λόγος είναι γιατί οι πελάτες για να πετύχει η θεραπεία τους πρέπει πρώτα να εμπιστευτούν το ψυχολόγο τους. Η γνώση του θεραπευόμενου των επιλογών και του τρόπου ζωής του ψυχολόγου του, π.χ. στην ερωτική, επαγγελματική, οικογενειακή του ζωή, μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την εμπιστοσύνη του θεραπευόμενου προς το θεραπευτή του. Κι αυτό γιατί οι αντίληψεις του ενός πιθανόν να διαφέρουν πολύ απ’ αυτές του άλλου.
Επιπρόσθετα, η σύγκριση του τρόπου ζωής των δύο, πιθανόν να γεννήσει στον θεραπευόμενο συναισθήματα ζήλιας, διαφορετικότητας, ενοχής, που είναι όχι μόνο αχρείαστα αλλά θέτουν σε ρίσκο και την παλιά καλή σχέση που είχαν. Η μυθοποίηση του ψυχολόγου-φίλου ως “άτομο-σωτήρας,” ή υπέρμετρα συγκροτημένου ατόμου, πάλι μπορεί να έχει αρνητικά αποτελέσματα στην τάση μίμησης του τρόπου ζωής του ψυχολόγου από τον θεραπευόμενο. Κι αυτό γιατί ο θεραπευόμενος οφείλει να αγαπήσει τον εαυτό του και να κάνει τις επιλογές που ταιριάζουν στον ίδιο κι όχι στον τάδε γνωστό του που τυχαίως έγινε και ψυχολόγος του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο ψυχολόγος αναπτύσσει μια σχέση εκμετάλλευσης προς τον πελάτη.

Αμοιβή

Στο επάγγελμα του ψυχολόγου, η αμοιβή στο τέλος κάθε συνεδρίας θεωρείται απαραίτητη, όχι μόνο τυπικά γιατί ο ένας παρέχει υπηρεσίες κι ο άλλος αγοράζει, αλλά και συμπεριφορικά. Είναι γεγονός πως ο ψυχολόγος είναι σημαντικό να διακατέχεται από αξίες που διέπουν μια σχέση φιλίας, όπως είναι η άνευ όρων αποδοχή του άλλου, η αγάπη, η υποστήριξη, το νοιάξιμο, κ.ο.κ. Ο ψυχοθεραπευόμενος μπορεί μέσα σε μια τέτοια σχέση να παρασυρθεί στο βίωμα πως ο ψυχολόγος του δεν είναι επιστήμονας αλλά ένας καλός φίλος, εξομολογητής, γονεϊκό σύμβολο ή ίσως και ο αυριανός ερωτικός του σύντροφος! Γι αυτό και στο τέλος, η αμοιβή θεωρείται σημαντική για διαχωρισμό των σχέσεων που μπορεί ο πελάτης να φαντασιωθεί ότι έχει με το ψυχολόγο. Σε μια φιλία ή συγγένεια πιθανόν η λήψη χρημάτων από τον ψυχολόγο να παρεξηγηθεί απ’ τον συγγενή. Βέβαια, ακόμα κι αν ο ψυχολόγος μειώσει την τιμή ή την καταργήσει, αντιλαμβάνεστε ότι τα όρια στη θεραπευτική σχέση θα είναι δύσκολο να τοποθετηθούν.

Ωρα

Η καθορισμένη ώρα για συνεδρία χρησιμοποιείται επίσης και συμπεριφορικά, για να διατηρούνται τα όρια της θεραπευτικής σχέσης. Με ένα φίλο μας προσφέρουμε άπλετο χρόνο να συζητάμε το θέμα του. Με το θεραπευόμενο όμως η ώρα καθορίζεται εξαρχής και πρέπει να τηρείται αλλιώς συμπεριφορικά ο θεραπευομένος μπορεί να μάθει να χειρίζεται την ώρα του ψυχολόγου ανάλογα με τη δική του διάθεση και ανάγκες. Προσωπικά, μερικούς πελάτες μου κάποτε αισθάνομαι άβολα όταν με αναγκάζουν να τους οριοθετώ με το χρόνο, πόσο μάλλον να ήταν φίλοι μου και συγγενείς μου και να τους λέω “πλησιάζουμε στο τέλος της συνεδρίας…”, ενώ μετά να ανακοινώνω και το κόστος των υπηρεσιών μου. Δεν ακούγεται ωραίο, ε;

Όλα τα πιό πάνω, ίσως και κάποια τα οποία μου διέφυγαν, αποτελούν σημαντικούς λόγους που ο κώδικας ηθικής και δεοντολογίας των ψυχολόγων υπαγορεύει την αποφυγή δημιουργίας θεραπευτικής σχέσης μεταξύ ψυχολόγου και γνωστών του, εξ’ αρχής. Τέτοιου είδους σχέσεις δε διέπονται από επαγγελματισμό καθώς θέτουν σε ρίσκο τη ψυχική υγεία του θεραπευόμενου και τις προϋπάρχουσες καλές του σχέσεις με το ψυχολόγο που γνωρίζει.

Εισαγωγική Φωτογραφία