14 Ιούν 2015

Τα χρήματα ίσως δεν φέρνουν την ευτυχία, αλλά διώχνουν τη δυστυχία

Έχουν υπάρξει πολλές έρευνες γύρω από τη σχέση ανάμεσα στα χρήματα και το κατά πόσο φέρνουν την ευτυχία. Αυτό στο οποίο φαίνεται να συμφωνούν οι περισσότερες έρευνες έως τώρα είναι πως υπάρχει μια συσχέτιση μεταξύ των δύο, αλλά σίγουρα αυτή η σχέση δεν είναι ξεκάθαρη και γραμμική. Στο παρελθόν αναφερθήκαμε σε διάφορες έρευνες γύρω από το θέμα, οι οποίες έφτασαν σε μερικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

Πρώτον, τα χρήματα σχετίζονται με αυξημένα επίπεδα ευτυχίας, αλλά μόνο έως το επίπεδο που εξασφαλίζουν σε κάποιον τα απαραίτητα για να ζήσει «κανονικά» τη ζωή του. Πέραν αυτού του ορίου, τα περισσότερα χρήματα δεν σχετίζονται με πιο ευτυχισμένη ζωή. Δεύτερον, οι πιο πλούσιοι συνανθρωποί μας πληρώνουν ένα βαρύ τίμημα για τον πλούτο τους: δεν μπορούν να γευτούν τις απλές καθημερινές χαρές της ζωής. Ίσως αυτό να εξηγεί τις υπερβολές τις οποίες ακούμε πως κάνουν κατά καιρούς διάφοροι πλούσιοι και διάσημοι, σε μια προσπάθεια να αισθανθούν πιο ευτυχισμένοι. Από τα δύο παραπάνω παραδείγματα μπορούμε να καταλάβουμε ότι τα χρήματα φέρνουν μια αυξημένη ικανοποίηση στη ζωή, αλλά όχι απαραίτητα και την ευτυχία.

Μια νέα, πιο πρόσφατη, έρευνα[1] επικεντρώθηκε όχι στο αίσθημα της ευτυχίας, αλλά στο αίσθημα της δυστυχίας. Τα δύο αυτά συναισθήματα δεν πρέπει να γίνονται αντιληπτά ως τα δύο άκρα σε μια γραμμή, αλλά ως δύο εντελώς διαφορετικά συναισθήματα. Με άλλα λόγια, η έλλειψη ευτυχίας δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το άτομο είναι δυστυχισμένο, αλλά ούτε και το αντίθετο: η έλλειψη δυστυχίας δεν συνεπάγεται και την ύπαρξη συναισθήματος ευτυχίας. Και τα δύο συναισθήματα καλλιεργούνται στην καθημερινότητά μας, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο.

Η συγκεκριμένη έρευνα, όπως και ο περισσότερες στον τομέα αυτό, έγινε με τη μέθοδο της αυτοαναφοράς, της συγκέντρωσης προσωπικών στοιχείων (π.χ. οικονομικά στοιχεία) και του ελέγχου της συσχέτισης μεταξύ της ύπαρξης συναισθημάτων και του οικονομικού επιπέδου. Αυτό που βρήκαν οι ερευνητές είναι πως τα χρήματα σχετίζονται με μειωμένα επίπεδα δυστυχίας: όσο μεγαλύτερο το εισόδημα κάποιου, τόσο λιγότερο «δυστυχής» δηλώνει. Είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να απαντήσουν για το «εδώ και τώρα», πόσα χρήματα βγάζουν αυτή τη στιγμή και πόσο δυστυχισμένοι αισθάνθηκαν τις προηγούμενες ημέρες πριν την συμμετοχή τους στην έρευνα.

Τα αποτελέσματα σίγουρα δεν σόκαραν τους ερευνητές, καθώς ουσιαστικά επαληθεύουν σε μεγάλο βαθμό αυτό που γνωρίζαμε ήδη. Τα χρήματα λειτουργούν ως ένα βοηθητικό μέσο για να καταπολεμήσουμε το άγχος της επιβίωσης και να αυξήσουμε τον έλεγχο στη ζωή μας απέναντι σε αναπάντεχα αρνητικά γεγονότα που μπορεί να σχετίζονται με αρνητικά συναισθήματα. Πέρα από αυτό το σημείο όμως, ο πλούτος παύει να λειτουργεί υποστηρικτικά όσον αφορά τα επίπεδα της ευτυχίας.

Τα χρήματα λοιπόν δεν φέρνουν την ευτυχία, αλλά μας προστατεύουν από τη δυστυχία σε πρώτο βαθμό. Η χαρά της ζωής όμως, όπως έχουν δείξει πλήθος μελετών θετικής ψυχολογίας βρίσκεται σε απλά, καθημερινά πράγματα που οι περισσότεροι στον δυτικό κόσμο μπορούμε να απολαύσουμε: την αγάπη, τον ελεύθερο χρόνο με άτομα που αγαπάμε, τα δημιουργικά χόμπι αλλά και μέσω της συνεισφοράς μας στην κοινωνία με όσα μέσα διαθέτουμε. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι μία γεμάτη ζωή δεν ισούται με μία γεμάτη τσέπη.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Kushlev et al. (2015). Higher Income Is Associated With Less Daily Sadness but not More Daily Happiness. Social Psychological and Personality Science July 2015 vol. 6 no. 5 483-489 [pdf] []
25 Σεπ 2013

Το κόστος της ψυχοθεραπείας-συμβουλευτικής

Πολλοί άνθρωποι ενώ αισθάνονται την ανάγκη να επισκεφτούν κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας, διστάζουν καθώς πιστεύουν πως δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στο κόστος της θεραπευτικής διαδικασίας (ψυχοθεραπεία, συμβουλευτική). Ειδικά σήμερα, όλο και περισσότερο ακούμε: «Εγώ δεν έχω λεφτά για τέτοια», «Οι ψυχολόγοι είναι για τους πλούσιους», «Η ψυχοθεραπεία είναι πολυτέλεια». Τέτοιες φράσεις αντιπροσωπεύουν μια άγνοια ή μια λανθασμένη εντύπωση ότι «η δουλειά του ψυχολόγου- ψυχοθεραπευτή είναι χρονοβόρα και συχνή στη διάρκεια μιας εβδομάδας»-εντύπωση που έχει διαμορφωθεί από τη λανθασμένη ταύτιση κάθε μορφής ψυχολογικής παρέμβασης με την ψυχανάλυση, η οποία όντως είναι χρονοβόρα.

Από την άλλη, ορισμένες φορές, τέτοιες φράσεις είναι το αποτέλεσμα των ασυνείδητων μηχανισμών άμυνας που έχουμε όλοι, ώστε να προστατευθούμε από το «άγνωστο». Δηλαδή, τα χρήματα εξυπηρετούν μια εύλογη για μας εξήγηση- δικαιολογία για το γεγονός ότι ενώ μπορούμε ή επιθυμούμε να κάνουμε ένα βήμα μπροστά, ταυτόχρονα επιθυμούμε και την αναβολή του ρίσκου- τη διατήρηση μιας γνώριμης κατάστασης, ακόμη κι όταν αυτή είναι δυσάρεστη. Επομένως, πολλές φορές συναντάμε ένα άτομο να διαμαρτύρεται για το κόστος των συνεδριών και να μην ξεκινάει ψυχοθεραπεία, παρόλο που μπορεί να διαθέσει το ίδιο ποσό χρημάτων για ρούχα ή ταξίδια. Και βέβαια, ο καθένας έχει το δικαίωμα να επιλέξει το που θα διαθέσει τα χρήματα του- ωστόσο σε μια τέτοια περίπτωση η έλλειψη χρημάτων δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματικό εμπόδιο για τη θεραπευτική διαδικασία.

Τώρα, όντως υπάρχει η περίπτωση να είναι κανείς ευαισθητοποιημένος και βέβαιος για τη χρησιμότητα της ψυχοθεραπείας- συμβουλευτικής, αλλά να μην μπορεί να βρει ένα τρόπο να αντεπεξέλθει οικονομικά σε αυτήν. Αυτό συμβαίνει, γιατί μέσα από τη διερεύνηση που έκανε, συνάντησε μόνο ψυχολόγους και συμβούλους που χρεώνουν ακριβά (80-120 ευρώ ανά συνεδρία). Η πραγματικότητα είναι ότι υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις στη χρέωση των ψυχολογικών υπηρεσιών από ιδιώτες ειδικούς ψυχικής υγείας, καθώς δεν υπάρχει μια πάγια χρέωση ανάμεσα τους (αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα) και έτσι, εναπόκειται στην κρίση του καθενός το πόσο θα κοστολογήσει τις υπηρεσίες που προσφέρει. Ωστόσο, τα κριτήρια συνήθως των περισσότερων ειδικών είναι η οικονομική δυνατότητα του πελάτη- θεραπευόμενου, η συχνότητα της θεραπείας, η δική τους προσωπική δουλειά, εμπειρία και εκπαίδευση.

Κατά την γνώμη μου, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε πως η ψυχοθεραπεία ή συμβουλευτική αποτελεί μία ακόμη δουλειά, για να εξασφαλίσει κανείς τα προς το ζην, χωρίς αυτό να αναιρεί την αγάπη που ένας «ειδικός ψυχικής υγείας» χρειάζεται να έχει για την δουλειά του και γενικά τον άνθρωπο. Ακόμη, το επάγγελμα του «ειδικού ψυχικής υγείας» απαιτεί από όποιον το επιλέγει πρώτα την δική του επένδυση σε χρόνο και χρήμα για την δια βίου μόρφωση του και για τη σωστή άσκηση του επαγγέλματος του (εκπαίδευση, εποπτεία, προσωπική θεραπεία). Άρα, είναι σημαντικό πριν κρίνουμε για το ποσό που χρεώνει κανείς, να αναρωτηθούμε για την επένδυση που εκείνος πρώτα έχει κάνει, όσον αφορά την δουλειά του.Υπό αυτήν την έννοια, είναι λογικό να υπάρχουν αποκλίσεις ανάμεσα στους ιδιώτες ψυχολόγους ή ειδικούς ψυχικής υγείας.

Από την άλλη, οι αποκλίσεις αυτές δεν αποκλείουν την εύρεση μιας προσέγγισης, η οποία να είναι ανάλογη των οικονομικών δυνατοτήτων του ενδιαφερομένου. Για παράδειγμα, υπάρχουν κάποιες δημόσιες υπηρεσίες (αν και στη χώρα μας, είναι αρκετά περιορισμένες) που παρέχουν δωρεάν ψυχολογική υποστήριξη. Υπάρχουν, ακόμη, επαγγελματίες που διατίθενται να χαμηλώσουν το κόστος των υπηρεσιών τους (30-60 ευρώ), χωρίς παράλληλα να χαμηλώσουν την ποιότητα αυτών. Απλά, είναι επαγγελματίες πιο ευαισθητοποιημένοι στις οικονομικές δυσκολίες που ο σημερινός άνθρωπος πλέον αντιμετωπίζει.

Μια άλλη παράμετρος που διαφοροποιεί το κόστος της επαγγελματικής βοήθειας είναι το αίτημα που έχει ο ενδιαφερόμενος. Αν λοιπόν, το αίτημα του ενδιαφερόμενου αναφέρεται σε συγκεκριμένες δυσκολίες, συχνά ακολουθείται ένας κύκλος συμβουλευτικής λίγων συνεδριών και έτσι, το κόστος περιορίζεται αρκετά. Αντίθετα, αν το αίτημα του ενδιαφερομένου αναφέρεται σε χρόνιες «χαρακτηρολογικές» δυσκολίες, συχνά ακολουθείται ψυχοθεραπευτική παρέμβαση μηνών ή χρόνων (ανάλογα) και έτσι, το κόστος δεν μπορεί εύκολα να περιοριστεί.

Όμως, ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση, η ερώτηση είναι «Αξίζει τον κόπο;» Αν ήταν να διαθέσετε το ίδιο ποσό χρημάτων για την εκπαίδευση σας ή τη σωματική σας υγεία, θα σας φαινόταν το ίδιο «υπέρογκο»; Ας σταματήσουμε να βλέπουμε τις υπηρεσίες του ψυχολόγου και των υπόλοιπων επαγγελματιών ψυχικής υγείας σαν μια πολυτέλεια, γιατί απλά δεν είναι πολυτέλεια. Ας σταματήσουμε να διαχωρίζουμε την υγεία μας σε «σωματική» και «ψυχική» και ας ενεργήσουμε σφαιρικά για αυτήν, επενδύοντας τόσο στη φροντίδα του σώματος μας όσο και στη φροντίδα της ψυχής μας. Ας αρχίσουμε ακόμη να βλέπουμε τις υπηρεσίες των επαγγελματιών ψυχικής υγείας σαν ένα κύκλο μαθημάτων που μπορεί να μας οδηγήσει στη μεγαλύτερη πνευματική μας ανάπτυξη.

Εξάλλου, η ψυχοθεραπεία ή η συμβουλευτική αποτελεί μια επένδυση που παρότι βραχυπρόθεσμα απαιτεί από εμάς μικρές θυσίες ή μια πιο ορθολογιστική διαχείριση των εσόδων μας,μακροπρόθεσμα μας οδηγεί σε μια πιο ισορροπημένη ζωή και σε μια βαθύτερη γνώση και επαφή με τον εαυτό μας.

Και αλήθεια, υπάρχει κάτι σπουδαιότερο από αυτό;

Εισαγωγική Φωτογραφία

18 Νοέ 2011

Δείξε μου το πρόσωπό σου, να σου πω το ριζικό σου

Η φρενολογία ήταν μία από τις πιο διαδεδομένες επιστημονικές θεωρίες ψυχολογίας του 19ου αιώνα. Σκοπός των φρενολόγων ήταν να περιγράψουν τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου και να προβλέψουν την μελλοντική του συμπεριφορά βασιζόμενοι σε μετρήσεις του κρανίου του. Ο πατέρας της φρενολογίας, Franz, Joseph Gall εξηγούσε λεπτομερώς την λογική πίσω από την θεωρία του[1]

Ο εγκέφαλος ελέγχει τον χαρακτήρα και την συμπεριφορά μας η οποία είναι εξαιρετικά πολυδιάστατη. Οπότε θα πρέπει λογικά κάθε συμπεριφορά και χαρακτηριστικό γνώρισμά μας να ελέγχεται από διαφορετικό μέρος/υπο-όργανο του εγκεφάλου. Μετρώντας το μέγεθος της κάθε εγκεφαλικής περιοχής μπορούμε να μετρήσουμε το βαθμό που κάποιος έχει ή όχι ανεπτυγμένο κάποιο χαρακτηριστικό. Ένας τρόπος να μετρήσουμε το μέγεθος των περιοχών είναι να μετρήσουμε τις ανωμαλίες στα κρανία. Εάν κάπου υπάρχει βαθούλωμα σημαίνει ότι η περιοχή αυτή υπολειτουργεί, επομένως το άτομο δεν εμφανίζει την αντίστοιχη συμπεριφορά. Εάν κάπου υπάρχει ύψωμα σημαίνει ότι η συγκεκριμένη περιοχή υπερλειτουργεί.

Με αυτό το σκεπτικό λοιπόν έγιναν εκατοντάδες χιλιάδες μετρήσεις ανθρώπινων κρανίων, ιδίως στο Η.Βασίλειο. Συνήθεις «συμμετέχοντες» στις μετρήσεις ήταν οι κρατούμενοι στις φυλακές της χώρας. Μετρώντας τα κρανία τους, οι επιτήμονες της εποχής έφτασαν σε διάφορα συμπεράσματα για το ποιες περιοχές του εγκεφάλου ελέγχουν συμπεριφορές όπως τη βιαιότητα, την τάση για ψέμα, την γενναιοδωρία, την εξυπνάδα κτλ. Φυσικά, πολλά από τα συμπεράσματα που έβγαλαν ήταν εντελώς αυθόρμητα και αντιεπιστημονικά (για να μην αναφέρουμε και την παράμετρο του κοινωνικού και φυλετικού ρατσισμού), κάτι που ήταν και ο κύριος λόγος που η φρενολογία έπεσε σε λήθη τον τελευταίο αιώνα. Πλέον η φρενολογία θεωρείται ψευδοεπιστήμη και σε γενικές γραμμές δεν γίνεται αποδεκτή από την επιστημονική κοινότητα.

Φυσιογνωμική

Μια άλλη ψευδοεπιστήμη όμως φαίνεται πως αρχίζει και αποκτά επιστημονική βάση. Ο λόγος για την φυσιογνωμική, την θεωρία η οποία υποτίθεται πως μπορεί να προβλέψει τον χαρακτήρα και τη μελλοντική συμπεριφορά κάποιου βάση των εξωτερικών του χαρακτηριστικών και ιδιαίτερα του προσώπου. Σε μια πρόσφατη μελέτη η επιστημονική ομάδα του Δρ. Wong προσπάθησε να δει εάν ορισμένα φυσιολογικά χαρακτηριστικά θα μπορούσαν να προβλέψουν τις ηγετικές ικανότητες κάποιου. Αυτό που έκαναν ήταν να μετρήσουν το λόγο μήκους/ύψους του κεφαλιού 55 ανδρών σε διευθυντικές θέσεις και να δουν εάν αυτό το νούμερο μπορεί να προβλέψει την επιτυχία της επιχείρησής τους. Σύμφωνα με τα αποτελέσματά τους τα διευθυντικά στελέχη με πιο πλατιά πρόσωπα τείνουν να έχουν πιο επιτυχημένες επιχειρήσεις.[2] Το μυστικό ίσως κρύβεται στη βιολογία μας και συγκεκριμένα στα κατάλοιπα της εξέλιξής μας. Άτομα με πιο πλατύ πρόσωπο φαίνονται πιο δυνατά και επιβλητικά, κάτι που αυξάνει τις πιθανότητες τρίτων να υπακούσουν ή να υποχωρήσουν, ανοίγοντας ουσιαστικά το δρόμο στους… πλατυπρόσωπους!

Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης πως το σχήμα του προσώπου καθορίζεται και από τα επίπεδα της τεστοστερόνης κατά την εφηβεία. Η τεστοστερόνη σχετίζεται άμεσα τόσο με την φυσική δύναμη, όσο και με την επιθετική συμπεριφορά. Για παράδειγμα μια έρευνα σε παίκτες χόκευ στον Καναδά έδειξε ότι ο λόγος πλάτος/ύψος του προσώπου μπορεί να προβλέψει την επιθετική συμπεριφορά των παικτών κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού. Άτομα με πιο πλατύ πρόσωπο τείνουν να παίζουν πιο επιθετικά[3].

Φυσικά δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως στις περιπτώσεις που μιλάμε για οικονομική και κοινωνική επιτυχία η βιολογία είναι απλά ένα πλεονέκτημα και σίγουρα δεν είναι επαρκής παράγοντας από μόνος του. Η βιολογία είναι σε θέση να δώσει σε κάποιους ορισμένα πλεονεκτήματα έναντι άλλων με διαφορετικές βιολογικές τάσεις, αλλά το οικογενειακό περιβάλλον, οι τυχαίες ευκαιρίες που παρουσιάζονται στην ζωή και φυσικά η εξυπνάδα είναι εξίσου σημαντικοί παράγοντες που μπορεί να καθορίσουν την οικονομική επιτυχία κάποιου.

Υ.Γ. Εάν ενδιαφέρεστε για τη φυσιογνωμική και τις έρευνες γύρω από αυτές, θα πρότεινα να ρίξετε μια ματιά στο άρθρο «The Return of Physiognomy» του Neurocritic ((Neurocritic: The Return of Physiognomy)) όπου περιγράφονται και κριτικάρονται και άλλες έρευνες φυσιογνωμιστών. Για παράδειγμα εκεί θα βρείτε περιγραφή και κριτική μιας έρευνας η οποία υποστηρίζει ότι το πάχος του άνω χείλους των γυναικών σχετίζεται θετικά με το βαθμό στον οποίο αυνανίζονται! Είναι τρελοί αυτοί οι επιστήμονες! Ή μήπως όχι;

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Letter from Dr. F. J. Gall, to Joseph von Retzer, upon the Functions of the Brain, in Man and Animals []
  2. Guardian: «Can head shape determine chances of business success?» []
  3. Carré, J. M., & McCormick, C. M. (2008). In your face: facial metrics predict aggressive behaviour in the laboratory and in varsity and professional hockey players. Proceedings of the Royal Society B: Biological Sciences, 275, 2651-2656. doi:10.1098/rspb.2008.0873 []
03 Μαΐ 2011

Ποιοί απολαμβάνουν περισσότερο τις μικρές χαρές της ζωής; Χρήματα Vs Ευτυχία

ΠρωτότυπαPsychology Τoday[1], Thatsfit.ca[2] , Psyblog[3]

Θα ήθελα να ζήσω σαν φτωχός άνθρωπος με πολλά χρήματα.
– Pablo Picass

Η σχέση μεταξύ χρημάτων και ευτυχίας εδώ και καιρό απασχολεί πολλούς από εμάς που ζούμε στο σύγχρονο κόσμο, και τα τελευταία χρόνια, οι θετικοί ψυχολόγοι (ψυχολογία θετικών συναισθημάτων) έχουν πραγματοποιήσει μια σειρά από ενδιαφέρουσες μελέτες που δείχνουν – αν μη τι άλλο – ότι η σύνδεση μεταξύ τους είναι περίπλοκη.

Οι ερευνητές Jordi Quoidbach, Elizabeth W. Dunn, KV Πετρίδης, και Moira Mikolajczak διερεύνησαν το κατά πόσον οι πλούσιοι άνθρωποι είναι λιγότερο πιθανό από τους άλλους να γευτούν τις μικρές απολαύσεις. Όπως μπορείτε να φανταστείτε, η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ένα ενδιαφέρον ναι. Πλούσιοι άνθρωποι παίρνουν εμφανώς λιγότερη χαρά στα μικρά πράγματα στη ζωή. Αυτό συμβαίνει επειδή διαθέτουν ήδη τα μεγάλα πράγματα;

Πραγματοποιήθηκαν δύο μελέτες πάνω στο θέμα. Στην πρώτη μελέτη χρησιμοποιήθηκε μια διαδικασία μικτής μεθόδους: έρευνα και εργαστήριο. Ενήλικοι συμμετέχοντες στην έρευνα (από το Βέλγιο) συμπλήρωσαν συνήθη ερωτηματολόγια αξιολόγησης των εισοδημάτων τους, της διάθεσης τους να απολαμβάνουν τα θετικά συναισθήματα και της συνολικής ευτυχία τους. Οι μισοί από τους συμμετέχοντες ήταν απ την αρχή εκτεθειμένοι σε μια φωτογραφία του ευρώ, οι άλλο μισοί δεν ήταν. Σε μια σειρά από αναλύσεις, ο πλούτος (έσοδα) προέβλεψε αρνητικά αποτελέσματα σχετικά με την μέτρηση της απόλαυσης, και το ίδιο έκανε η έκθεση με τις φωτογραφίες των χρημάτων. Σε μια άλλη σειρά αναλύσεων, η στατιστική σχέση μεταξύ εισοδήματος και ευτυχίας αποδυναμώθηκε όταν ελήφθη υπόψη η τάση για απόλαυση.

Στη δεύτερη μελέτη οι ενήλικες συμμετέχοντες (από τον Καναδά), πάλι εκτέθηκαν σε μια εικόνα των χρημάτων ή όχι, και στη συνέχεια τους ζητήθηκε να φάνε ένα κομμάτι σοκολάτας. Οι βαθμολογίες ήταν το αποτέλεσμα από το πόση ώρα χρειάστηκαν οι συμμετέχοντες να φάνε τη σοκολάτα (προφανώς, περισσότερο χρόνο σήμαινε περισσότερη απόλαυση), καθώς και το πόσο πολύ φαίνεται να απολαμβάνουν τη σοκολάτα. Επειδή οι γυναίκες αφιέρωναν περισσότερο χρόνο τρώγοντας τη σοκολάτα, το φύλο ήταν ελεγχόμενη παράμετρος στις στατιστικές αναλύσεις. Η έκθεση στο χρήμα μείωνε τόσο το χρόνο που χρειάστηκαν οι συμμετέχοντες για να φάνε όσο και την παρατηρούμενη απόλαυση.

Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι μια απλή υπενθύμιση του πλούτου υπονόμευσε την ικανότητα των συμμετεχόντων να απολαύσουν τα μικρά πράγματα στη ζωή, όπως μια σοκολάτα.

Αλλά ας πάρουμε τα αποτελέσματα των μελετών αυτών στην ονομαστική τους αξία. Τι σημαίνει – για χάρη του επιχειρήματος – ότι τα άτομα με τα χρήματα δεν εκτιμούν τα μικρά πράγματα, όπως μία σοκολάτα; Πολλά πράγματα. Σημαίνει ότι είναι συνηθισμένοι στις μικρότερες απολαύσεις της ζωής, που υποψιάζομαι ότι είναι και οι πιο πολυάριθμες. Σημαίνει ότι η αίσθηση της ευτυχίας τους είναι πιθανώς μειωμένη, σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνουν τους άλλους ανθρώπους και τι είναι αυτό που τους ικανοποιεί. Και σημαίνει ότι η προσπάθειά τους για την καλή ζωή θα είναι συνεχής και τελικά απογοητευτική.

Η Βίβλος μας λέει ότι είναι πιο δύσκολο για μια καμήλα να περάσει μέσα από το μάτι μιας βελόνας από ό, τι είναι για έναν πλούσιο άνδρα να εισέλθει στη βασιλεία του Θεού (Κατά Ματθαίον 19:24). Γι ‘αυτό ίσως θα πρέπει να προσθέσουμε ότι οι πλούσιοι δεν μπορούν να απολαμβάνουν ακόμη και το χρόνο τους εδώ στη γη, τουλάχιστον όταν ο πλούτος τους είναι προεξάρχων χαρακτηριστικό για τους ίδιους.

Από την άλλη πλευρά, στον αντίποδα, θα λέγαμε των μελετών αυτών, υποστηρίζεται η άποψη ότι τα χρήματα μπορούν να αγοράσουν την ευτυχία και μάλιστα επιβεβαιώνεται από μελέτη του Πανεπιστήμιου του Ιλινόις. Έτσι, ενώ το κλασσικό ρητό ότι τα “κρύα” και “ σκληρά“ μετρητά δεν θα σε κάνουν ποτέ πραγματικά ευτυχισμένο, ανατρέπεται από τους οι ερευνητές του Πανεπιστήμιου του Ιλινόις, οι οποίοι προέβησαν στο συμπέρασμα ότι τα χρήματα όντως αγοράζουν την ευτυχία, ή τουλάχιστον ένα συγκεκριμένο τύπο αυτής.

Αφού ρωτήθηκαν πάνω από 136.000 άτομα από όλο τον κόσμο, η ομάδα των ερευνητών διαπίστωσε ότι τα άτομα με υψηλό εισόδημα είναι πιο πιθανό να αναφέρουν αίσθημα ευτυχίας για τη ζωή τους συνολικά, ανεξάρτητα από την ηλικία τους, το φύλο ή την θέση τους στον κόσμο. Όμως, ενώ εκείνοι οι πλούσιοι του λαϊκού στρώματος ίσως δηλώνουν υψηλότερα επίπεδα ικανοποίησης από τη ζωή, το εισόδημα δεν είχε καμία επίδραση σε αυτό που οι ερευνητές αξιολογούν ως «θετικά συναισθήματα.» Αυτοί συνδέονταν με τα πράγματα, όπως το αίσθημα σεβασμού, το να έχουν φίλους και οικογένεια στους οποίους αισθάνονται ότι μπορούν να βασιστούν.

«Ναι, το χρήμα μας κάνει ευτυχισμένους – είδαμε ότι η επίδραση του εισοδήματος στην ικανοποίηση από τη ζωή είναι πολύ ισχυρή και σχεδόν πανταχού παρούσα και καθολική σε όλο τον κόσμο», είπε ο Ed Diener, επικεφαλής της μελέτης, στην Washington Post. «Αλλά σε κάνει πιο ικανοποιημένο από ότι σε κάνει να αισθάνεσαι καλά. Τα θετικά συναισθήματα επηρεάζονται λιγότερο από τα χρήματα και πλήττονται περισσότερο από τα πράγματα που κάνουν οι άνθρωποι καθημερινά», πρόσθεσε.

Τα αποτελέσματα έχουν συγκεντρώσει μεγάλη προσοχή σε όλο τον κόσμο για ένα λόγο: αυτή είναι η πρώτη μελέτη που δίνει προσοχή στις διαφορές μεταξύ της συνολικής ικανοποίησης από τη ζωή σας και την καθημερινή σας ευτυχία. Είναι μια σημαντική διάκριση, αλλά είναι δυνατόν να έχουμε το ένα χωρίς το άλλο;

Οι 3 λόγοι γιατί τα χρήματα φέρνουν Ικανοποίηση, όχι όμως Ευτυχία.

Γιατί οι κοινωνικοί επιστήμονες βρίσκουν συνεχώς μέτριες μόνο τις σχέσεις μεταξύ του να έχει κανείς περισσότερα χρήματα και να είναι ευτυχισμένος; Ορισμένοι μάλιστα πρότειναν ότι αυτή η μέτρια σύνδεση μπορεί να είναι υπερβολική. Στην πραγματικότητα τα χρήματα μπορεί να έχουν πολύ μικρή σχέση με την ευτυχία στο σύνολο. Πιο αινιγματικό, όμως, είναι ότι οι άνθρωποι συχνά φαίνεται να γνωρίζουν σε κάποιο επίπεδο ότι τα χρήματα δεν θα τους κάνουν ευτυχισμένους. Και όμως συνεχίζουν να εργάζονται κερδίζοντας χρήματα που δεν είναι αντικειμενικά αναγκαία.

Πρώτα, όμως, ας δούμε τρεις λόγους, γιατί τα χρήματα δεν μας κάνουν ευτυχείς:

  1. Αυτό που είναι σημαντικό είναι το σχετικό εισόδημα. Το χρήμα είναι έννοια σχετική. Συμπεραίνεται ότι δεν μας πειράζει τόσο πολύ για το πραγματικό ύψος του εισοδήματός μας, εφόσον κερδίζουμε περισσότερα από τους άλλους ανθρώπους γύρω μας. Δυστυχώς, καθώς κερδίζουμε περισσότερα χρήματα, είναι πιθανό το περιβάλλον μας να πλαισιώνεται από πλουσιότερους ανθρώπους γι ‘αυτό συχνά αποτυγχάνουμε να επωφεληθούμε από τη θετική σύγκριση.
  2. Τα υλικά αγαθά, δεν μας κάνουν ευτυχισμένους. Η απόκτηση αντικειμένων όπως σπίτια και αυτοκίνητα έχουν μόνο παροδική επίδραση στην ευτυχία. Οι επιθυμίες των ανθρώπων για τα υλικά αγαθά δυνάμωσε στο ίδιο ή σε μεγαλύτερο ποσοστό, από ότι οι μισθοί τους. Και πάλι, αυτό σημαίνει ότι, παρά τα πολύ πιο πολυτελή αντικείμενα, οι άνθρωποι καταλήγουν να μην είναι πιο ευτυχισμένοι. Υπάρχουν ακόμη και στοιχεία που αποδεικνύουν ότι ο υλισμός μας κάνει λιγότερο ευτυχισμένους.
  3. Οι άνθρωποι δεν στρέφονται σε ευχάριστες δραστηριότητες όταν είναι πλούσιοι. Οι άνθρωποι που κερδίζουν περισσότερα χρήματα δεν ξοδεύουν το χρόνο τους απολαμβάνοντας τον εαυτό τους, περνούν το χρόνο τους στην εργασία, σε δραστηριότητες που ενδέχεται να τους προκαλέσουν περισσότερο άγχος και ένταση. Αυτό μπορεί να οφείλεται στην “εστίαση στην ψευδαίσθηση”. Όταν οι άνθρωποι σκέφτονται να κερδίσουν περισσότερα χρήματα πιθανώς να φαντάζονται ότι θα χρησιμοποιήσουν τα χρήματα σε δραστηριότητες αναψυχής. Στην πραγματικότητα, για να κερδίσουν τα χρήματα, θα πρέπει να περνούν περισσότερο χρόνο στην εργασία και στην καθημερινή μετακίνηση προς και από την εργασία.

Η εστίαση στη ψευδαίσθηση

Αυτοί οι τρεις λόγοι εγείρουν φυσικά το ερώτημα γιατί τα ψυχολογικά ευρήματα είναι τόσο μακριά από την καθημερινή εμπειρία των ανθρώπων. Σίγουρα αν τα χρήματα δεν οδηγούν στην ευτυχία, οι περισσότεροι άνθρωποι θα το έχουν αντιληφθεί ως τωρα. Τότε γιατί οι άνθρωποι κυνηγούν ακόμα το ισχυρό δολάριο / λίρα / γιεν, σαν να εξαρτάται η ζωή τους από αυτό;

Οι άνθρωποι με περισσότερα χρήματα και κοινωνική θέση είναι απλά πιο ικανοποιημένοι με τη ζωή τους, όχι πιο ευτυχισμένοι. Ο βραβευμένος με Nobel ψυχολόγος Daniel Kahneman και οι συνεργάτες του προώθησε την ιδέα ότι ο λόγος που οι άνθρωποι συνεχίζουν να σκέφτονται ότι τα χρήματα τους κάνουν πιο ευτυχισμένους είναι ότι η απόκτησή τους οδηγεί σε συμβατικά επιτεύγματα (Kahneman et al., 2006). Συμβατικά επιτεύγματα περιλαμβάνουν τα πράγματα όπως το να πάρουν εκείνη την πολυπόθητη προαγωγή ή είναι σε θέση να αντέξουν οικονομικά το μεγάλο σπίτι – με άλλα λόγια τα πράγματα που λένε δυνατά και καθαρά: αυτός είμαι και αυτό είναι ότι μπορώ να κάνω.

Έτσι, όταν οι άνθρωποι αναρωτιούνται κατά πόσον τα χρήματα φέρνουν την ευτυχία, αμέσως σκέφτονται τη μεγάλη προαγωγή και το μεγάλο σπίτι. Καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, επειδή έχουν αυτά τα αγαθά, πρέπει να είναι ευτυχισμένοι. Στην πραγματικότητα, οι άνθρωποι με περισσότερα χρήματα και κοινωνική θέση είναι απλά πιο ικανοποιημένοι με τη ζωή τους, δεν είναι πιο ευτυχισμένοι.
Αλλά πώς ξέρουμε οι άνθρωποι δεν είναι πιο ευτυχισμένοι με περισσότερα χρήματα; Ο συμβατικός τρόπος για να ρωτήσουν οι ψυχολόγοι τους συμμετέχοντες σχετικά με την ευτυχία τους, όπως είδαμε και προηγουμένως, είναι να χρησιμοποιήσουν ένα συνολικό μέτρο. Υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτό είναι ανακριβές και καταλήγει στο να τοποθετείται η ικανοποίηση πάνω από την ευτυχία. Αντ’αυτού οι ψυχολόγοι έχουν αρχίσει να ρωτούν τους ανθρώπους πώς αισθάνονται πολλές φορές, σε μια συγκεκριμένη στιγμή της μέρας, κάθε μέρα και στη συνέχεια προσθέτουν αυτές τις εκθέσεις.

Οι συμμετέχοντες με τα υψηλότερα εισοδήματα είχαν περισσότερες πιθανότητες να βιώσουν έντονες αρνητικές συγκινήσεις και μεγαλύτερη διέγερση κατά τη διάρκεια της μέρας. Σε ένα παράδειγμα αυτού του τύπου των ερευνητών 374 σε 10 διαφορετικές τοποθεσίες σε μια ποικιλία διαφορετικών θέσεων εργασίας ρωτήθηκαν πόσο ευχαριστημένοι ήταν κάθε 25 λεπτά για μια ολόκληρη ημέρα εργασίας (Schnall et al., 1998). Η συσχέτιση μεταξύ της ευτυχίας και του εισοδήματος ήταν τόσο μικρή, που δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Ακόμη χειρότερα, οι ερωτηθέντες με τα υψηλότερα εισοδήματα ήταν πιο πιθανό να βιώσουν έντονα αρνητικά συναισθήματα και μεγαλύτερη διέγερση κατά τη διάρκεια της ημέρας. Αυτού του είδους τα ευρήματα επίσης έχουν παρατηρηθεί σε άλλες μελέτες σχετικά με το πώς τα κέρδη επηρεάζουν την ευτυχία.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι η επικέντρωση στην ψευδαίσθηση θα μπορούσε εν μέρει να εξηγήσει γιατί πιστεύουμε ότι τα χρήματα μας κάνουν ευτυχείς, όταν στην πραγματικότητα αυτό δεν συμβαίνει. Πολλοί άνθρωποι ξέρουν ότι μια πιο μεγάλης ισχύος απασχόλησης σημαίνει περισσότερο άγχος, και ίσως ακόμη καταλάβουν ότι δεν θα τους προσφέρει την ευτυχία, και όμως θα επιλέξουν ακόμα τα χρήματα και το υψηλόβαθμη θέση στην εργασία. Γιατί; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να αποκεντρωθούμε από την ψυχολογία και να εστιάσουμε στην κοινωνική θεωρία.

Άλλη εναλλακτική για να κερδίσουμε χρήματα;
Το ερώτημα που ο Καθηγητής Barry Schwartz θέτει είναι γιατί οι άνθρωποι έχουν επικεντρωθεί στα χρήματα, για να το αποκλείσει από εκείνα τα πράγματα που έχουν αποδειχθεί ότι αυξάνουν την ευτυχία (Schwartz, 2007). Πράγματα όπως το να έχουμε μια εργασία που να έχει νόημα για εμάς ή η βελτίωση των κοινωνικών μας σχέσεων. Η θλιβερή απάντηση που δίνει ο Schwartz είναι ότι οι άνθρωποι δεν ψάχνουν για εναλλακτικές λύσεις.

Πού είναι τα μηνύματα που μας λένε ότι είναι εντάξει να μην αναζητούμε όλοι για μετρητά; Μόλις ευδιάκριτα. Βεβαίως και δεν χρειάζεται να ζούμε τη ζωή μας λατρεύοντας τα χρήματα, αλλά σχεδόν πάντα μας λένε ότι πρέπει να το κάνουμε. Τηλεόραση, αφίσες, εφημερίδες, άλλοι άνθρωποι: όλοι μας καλούν και μας φωνάζουν να κυνηγήσουμε το χρήμα. Η επίδραση αυτών των μηνυμάτων παραγκωνίζει οποιεσδήποτε άλλες ιδέες μπορεί να έχουμε για το πώς να ζήσουμε τη ζωή μας. Φυσικά υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, αλλά πού είναι τα πρότυπα για τις εν λόγω εναλλακτικές; Πού είναι τα μηνύματα που μας λένε ότι είναι εντάξει να μην ψάχνουμε όλοι για μετρητά; Μόλις ευδιάκριτα.

Χρήμα και ευτυχία με λίγα λόγια

Μια καλή ιδέα είναι να ξεκινήστε με τη καθημερινή σας ευτυχία. Ορισμένοι ειδικοί πιστεύουν ότι η ευτυχία φέρνει επιτυχία, και αν αυτό είναι αλήθεια, θα μπορούσε σίγουρα να εξηγήσει γιατί οι πλούσιοι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο αναφέρουν ένα αίσθημα πληρότητας.

Τα χρήματα δεν μας κάνουν ευτυχείς σε καθημερινή βάση. Βομβαρδιζόμαστε, όμως με μηνύματα που μας λένε ότι πρέπει να υπολογίζουμε τα χρήματα και να τα αναζητούμε. Έτσι, σαν καλά μέλη της κοινωνίας, ακολουθούμε τη σύμβαση. Τι θα σας κάνει να αισθανθείτε ευτυχείς τώρα; Η απόκτηση χρήματος και η κοινωνική θέση, μας κάνει να αισθανόμαστε ικανοποιημένοι με τη ζωή. Μέσα από το «εστίαση στην ψευδαίσθηση» εμείς οι ίδιοι πείθουμε τον εαυτό μας ότι η ικανοποίηση ισούται με την ευτυχία. Δυστυχώς αυτό δεν ισχύει. Ακόμα κι αν φαίνεται πως έχουμε τα πάντα, μας μένει η αίσθηση ότι κάτι λείπει, αλλά δεν είμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε τι είναι αυτό το κάτι.

Αυτό το κάτι είναι απλά το εξής: αισθανθείτε ευτυχισμένοι. Τώρα. Αμέσως.

Τι θα σας έκανε να αισθανθείτε ευτυχείς τώρα;

Τελικά η ευτυχία είναι μια επιλογή, δεν είναι κάτι που θα μας παραδοθεί σε ένα ασημένιο δίσκο!

 Φωτογραφία:

www.blogcdn.com
Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες:

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Psychologytoday.com – Who Most Enjoy the Small Things in Life []
  2. Thatsfit.ca – Money Can Buy You Happiness, Study Confirms []
  3. Psyblog.com – The 3 Reasons Money Brings Satisfaction But Not Happiness []