27 Ιαν 2012

Ψευδείς Ομολογίες

Οι ομολογίες είναι το αποτέλεσμα μιας ορθολογικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων, όπου οι άνθρωποι βελτιστοποιούν την κατάσταση για τον εαυτό τους υπό το φως των εναλλακτικών (Howitt, D., 2006). Οι ομολογίες είναι αρκετά συνήθεις μέσα στο νομικό πλαίσιο, με κατ’ εκτίμηση το 60% των κρατουμένων της αστυνομίας στο Ηνωμένο Βασίλειο να ομολογούν. Εάν, ωστόσο, ένα άτομο ομολογεί ως αποτέλεσμα μιας ορθολογικής διαδικασίας, πώς μπορούμε να δικαιολογήσουμε το φαινόμενο των ψευδών ομολογιών; Οι ψευδείς ομολογίες αφορούν άτομα που ομολογούν για εγκλήματα που δεν έχουν διαπράξει, ένα φαινόμενο για το οποίο έχουμε πολλά παραδείγματα μέσα από τα χρόνια.

Τύποι ψευδών ομολογιών

Στην δεκαετία του 1920, όταν το μωρό του Charles Lindberg, του διάσημου Αμερικανού αεροπόρου απήχθη και δολοφονήθηκε, πάνω από 200 άνθρωποι εθελοντικά ομολόγησαν για το έγκλημα ((Braswell, M. C., McCarthy, B. R. and McCarthy, B. J., 2012). Αυτό μπορεί να ακούγεται περίεργο, αλλά υπάρχουν αμέτρητα παραδείγματα τέτοιων εθελοντικών ομολογιών. Σε τέτοιες περιπτώσεις τα άτομα ομολογούν ψευδώς χωρίς να πιέζονται να το κάνουν. Αυτό μπορεί να αντανακλά την επιθυμία να είναι στο προσκήνιο, να τιμωρηθούν, ή ακόμα και μια προσπάθεια να καλύψουν την ενοχή κάποιου άλλου.

Οι ψευδείς ομολογίες μπορούν επίσης να είναι αποτέλεσμα εξαναγκασμού. Απειλές σωματικού πόνου, η επιθυμία του ατόμου να αποφύγει την σωματική δυσφορία, ή ακόμα και υποσχέσεις από την αστυνομία για ελαφρότερες ποινές μπορούν να κάνουν κάποιους να ομολογήσουνε. Ψευδείς ομολογίες τέτοιου είδους περιγράφονται ως εξαναγκασμένες – συμμορφωμένες (coerced-compliant confessions).

Έρευνες και πραγματικά παραδείγματα έχουν επίσης δείξει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις κάποια άτομα μπορεί να ομολογήσουν ψευδώς για ένα έγκλημα επειδή καταλήγουν πραγματικά να πιστεύουν ότι είναι ένοχοι. Αυτό το είδος της ομολογίας μπορεί να ακολουθήσει μετά από εντατικές, επιθετικές ανακρίσεις, ενώ οι πιθανότητες μεγιστοποιούνται αν το άτομο το ίδιο είναι πιο ευάλωτο (π.χ. άτομα νεαρά σε ηλικία, χαμηλή αυτοπεποίθηση, σοβαρή μαθησιακή δυσκολία, γνωστική δυσλειτουργία κλπ)

Ενθαρρύνοντας Ομολογίες

Η αστυνομία έχει συχνά κατηγορηθεί ότι έχει μια «κουλτούρα ομολογίας», δηλαδή ότι υπάρχει μια ισχυρή έμφαση στην απόκτηση ομολογιών. Το πρόβλημα με αυτή τη στάση είναι ότι η αστυνομία μπορεί να ξεκινήσει μια ανάκριση, όχι με σκοπό την εξεύρεση της αλήθειας, αλλά ήδη αποφασισμένοι με την ενοχή του ατόμου και με στόχο να εκμαιεύσουν μια ομολογία.

Κατά την διάρκεια ανάκρισης ενός υπόπτου η αστυνομία μπορεί να χρησιμοποιήσει δύο βασικές διαδικασίες έτσι ώστε να αυξηθεί η πιθανότητα ομολογίας. Η μεγιστοποίηση του εγκλήματος περιλαμβάνει τον εκφοβισμό του ατόμου, την αναφορά και την έμφαση της σοβαρότητα του εγκλήματος και των κατηγοριών, και συχνά περιλαμβάνει την παρουσίαση ή αναφορά ύπαρξης πρόσθετων ενοχοποιητικών στοιχείων. Αυτά πιθανόν να είναι ή παρουσιασμένα με υπερβολικό τρόπο, ή και να είναι εντελώς ψευδή. Εναλλακτικά, με την ελαχιστοποίηση του εγκλήματος γίνεται χρήση πιο ήπιων, μη απειλητικών τακτικών. Ο στόχος εδώ είναι η δημιουργία αίσθησης ασφάλειας, η προσφορά συμπάθειας και την ανοχής προς το άτομο, η παρουσίαση πιθανών σεναρίων και δικαιολογιών για το έγκλημα, και η ελαχιστοποίηση της σοβαρότητας του εγκλήματος. Τέτοιες τεχνικές ενθαρρύνονται συχνά από αστυνομικές δυνάμεις ανά τον κόσμο, με τις προτεινόμενες τεχνικές για την απόκτηση ομολογιών συχνά να συμπεριλαμβάνονται σε εγχειρίδια της αστυνομίας.

Γιατί θα ομολογούσε κάποιος για ένα έγκλημα που δεν διέπραξε;

Το 2006 στις ΗΠΑ ένα ζευγάρι, ο Wayne και η Sharmon Stock, βρέθηκαν δολοφονημένοι στο σπίτι τους. Οκτώ ημέρες αργότερα η αστυνομία συνέλαβε τον Matthew Livers και άρχισε να τον ανακρίνει. Η ανάκριση κράτησε για 11 ώρες, και ενώ ο Livers αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή στο έγκλημα επανειλημμένα, τελικά ομολόγησε για την διπλή δολοφονία. Έμεινε για μήνες στην φυλακή μέχρι που το δικαστήριο αποφάσισε πως η ομολογία του δεν ήταν αξιόπιστη και αποφυλακίστηκε. Μετά από λίγο καιρό ένα άλλο ζευγάρι ομολόγησε και καταδικάστηκε για το έγκλημα.

Σε μια άλλη διάσημη περίπτωση από το 1989 (περίπτωση που έγινε γνωστή ως ‘the central park jogger case’), 5 έφηβοι ηλικίας από 14 μέχρι 16 συνελήφθηκαν σε σχέση την βίαια επίθεση και τον βιασμό μιας νεαρής γυναίκας. Οι συλλήψεις γίνανε μόνο κάποιες ώρες μετά από την αρχική επίθεση και οι ανακρίσεις των νεαρών κράτησαν μεταξύ 14–30 ώρες. Οι 5 νεαροί ομολόγησαν και καταδικάστηκαν σε φυλάκιση μεταξύ 5 και 11.5 ετών. Το 2002 ένας κατά-συρροή βιαστής και δολοφόνος ομολόγησε για το έγκλημα, κάτι το οποίο επιβεβαιώθηκε αργότερα και με ανάλυση DNA. Η περίπτωση αυτή έγινε γνωστή ακριβώς επειδή έδειξε πόσο ευάλωτοι μπορούν να είναι οι νέοι σε τέτοιες καταστάσεις όταν ανακρίνονται.

Αυτά είναι δύο μόνο παραδείγματα από ψευδείς ομολογίες από χιλιάδες πιθανές περιπτώσεις. Έρευνες έχουν προτείνει μια σειρά από λόγους για τους οποίους ένα αθώο πρόσωπο θα μπορούσε να ομολογήσει για ένα έγκλημα που δεν έχει διαπράξει. Θα μπορούσε μια τέτοια εξομολόγηση να βοηθούσε το άτομο να ανέβει μέσα στον κοινωνικό του κύκλο. Αυτό είναι ιδιαίτερα σύνηθες με μέλη συμμοριών που θέλουν να αποκτήσουν κάποια φήμη και να ανέβουνε κοινωνικά, και συνδέεται πιο συχνά με συγκεκριμένα είδη εγκλημάτων όπως η δολοφονία και η ληστεία. Ψευδείς ομολογίες μπορούν να συμβούν στην προσπάθεια κάποιου ατόμου να προστατεύσει κάποιον άλλο. Επίσης, μία από τις πιο συχνές αιτίες πίσω από ψευδείς ομολογίες είναι η πεποίθηση του ατόμου ότι η αστυνομία μπορεί κάπως να αποδείξει την ενοχή του. Σε τέτοιες περιπτώσεις η ομολογία μπορεί να ακολουθήσει καθώς το άτομο πιστεύει ότι μπορεί να κερδίσει κάτι από αυτήν (π.χ. μια λιγότερο αυστηρή ποινή). Τέλος, έχει συχνά διατυπωθεί η άποψη ότι το άγχος του να ανακρίνεται κανείς για παρατεταμένο χρονικό διάστημα μπορεί και μόνο του να ενθαρρύνει ψευδείς ομολογίες. Όπως δήλωσε ο Irving (1986; 142):

Εκείνοι οι άνθρωποι που δεν το έχουν δοκιμάσει πρέπει να εξετάσουν την εμπειρία του να είσαι κλειδωμένος σε ένα μικρό άδειο δωμάτιο, μη ξέροντας τι πρόκειται να συμβεί, ή πότε πρόκειται να βγεις. Έχει αρκετά εντυπωσιακές συνέπειες σε ορισμένους ανθρώπους

Έρευνες και πραγματικές περιπτώσεις έχουν δείξει ότι ο συνδυασμός μιας ποικιλίας των συνθηκών μπορούν να αυξήσουν δραματικά την πιθανότητα μιας ψευδούς ομολογίας (Kapardis, 2003). Αυτά συμπεριλαμβάνουν την εμπειρία της ανάκρισης σε ένα αστυνομικό τμήμα, μια αγχωτική και πιεστική συνέντευξη, ένας ύποπτος ο οποίος είναι ιδιαίτερα ευεπηρέαστος και ευάλωτος (για παράδειγμα, κάποιος νεαρός σε ηλικία ή κάποιος με χαμηλή αυτοεκτίμηση ή/και με χαμηλή νοημοσύνη), και ανακριτές που είναι αποφασισμένοι να εξασφαλίσουν μια ομολογία.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες

  • Braswell, M. C., McCarthy, B. R. and McCarthy, B. J. (2012) Justice, Crime and Ethics. Oxford: Elsevier
  • Howitt, D. (2006) Introduction to Forensic and Criminal Psychology. Essex: Pearson
  • Irving, B. (1986) The Interrogation Process. In J. Benyon and C. Bourn (Eds) The Police: Powers, Procedures and Proprieties. Oxford: Pcrgamon Press
  • Kapardis, A. (2003) Psychology and Law: A Critical Introduction. Cambridge: Cambridge University Press.
18 Ιούν 2011

Μικρά και ενδιαφέροντα #24

  • Φαίνεται πως τα κοινωνικά δίκτυα παίζουν όλο και πιο σημαντικό ρόλο στην ζωή μας. Σε μια πρόσφατη έρευνα βρέθηκε πως το Facebook αυξάνει την αυτοεκτίμησή μας. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, αρκούν λίγα λεπτά ενασχόλησης με το προφίλ μας για να ανεβάσουμε την διάθεσή μας και να νιώσουμε καλύτερα με τον εαυτό μας. [Psychology Blog]
  • Εάν ψάχνετε κάποιο τρόπο να δραστηριοποιήσετε κάποια κοινωνική ομάδα τότε το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να προσπαθήσετε να δημιουργήσετε αισθήματα ντροπής και τιμής (shame and honor). Σύμφωνα με τους ερευνητές στο Max Planck Institute αυτά τα δύο συναισθήματα έχουν ως αποτέλεσμα την καλύτερη συνεργασία των μελών μιας ομάδας προς επίτευξη κάποιου στόχου.  Φαίνεται τελικά πως οι βεντέτες για θέματα προσωπικής και οικογενειακής τιμής δεν επέζησαν τυχαία, αλλά βασίζονται σε έναν βαθύτερο ψυχολογικό μηχανισμό που τις τροφοδοτεί. Φυσικά στην δημοσίευσή τους οι ερευνητές δεν ασχολούνται με τις βεντέτες, αλλά με τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να χρησιμοποιθούν αυτά τα συναισθήματα για την επίτευξη κάποιου ανώτερου σκοπού για το καλό του κοινωνικού συνόλου. [Science Daily]
  • Ανακάλυψα μια πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία του TED, η οποία αναφέρεται σε ένα θέμα ταμπού, την αυτοκτονία. Συγκεκριμένα, ο Δρ. Schramm (λέκτορας management στο Standford Graduate School of Business) μιλάει για την σκοτεινή πραγματικότητα της αυτοκτονίας και υπογραμμίζει το γεγονός πως χρειάζεται μια γενικότερη αλλαγή στάσης απέναντι σε όσους έχουν κάνει απόπειρα αυτοκτονίας. Η οργάνωση δομών στήριξης απέναντι σε αυτούς τους συμπολίτες μας είναι κάτι που επιβάλλει ο ανθρωπισμός και ο πολιτισμός μας. [Tri-City Psychology Services]

Ψυχο… ιστορικά

Σαν σήμερα, στις 18 Ιουνίου 1928 γεννήθηκε ο David T. Lykken. Ο Lykken ασχολήθηκε εκτεταμένα με το θέμα της αξιοπιστίας των μεθόδων που χρησιμοποιούνται στα «τεστ αλήθειας» (π.χ. πολύγραφοι), ενώ ταυτόχρονα προώθησε μια εναλλακτική μέθοδο αποκάλυψης των ενόχων υπό το όνομα «Guilty Knowledge Technique«, η οποία θεωρείται πιο αξιόπιστη από τον πολύγραφο. Ο Lykken πήρε μέρος σε δεκάδες δίκες ως εμπειρογνώμονας για την αξιοπιστία των τεστ αλήθειας και κατάφερε να αλλάξει η σχετική νομοθεσία στις ΗΠΑ, ώστε να λαμβάνεται υπόψη η μειωμένη αξιοπιστία αυτών των τεστ. Το 1990 τιμήθηκε από τον Αμερικανικό Ψυχιατρικό Σύνδεσμο για την προσφορά του στην ψυχολογία και την κοινωνία. Ήταν καθηγητής ψυχολογίας και ψυχιατρικής στο πανεπιστήμιο της Μινεσότα για περισσότερα από 50 χρόνια, όπου και ασχολήθηκε με πολλά και διαφορετικά θέματα όπως η αντικοινωνική συμπεριφορά, η ψυχοπαθολογία και το αίσθημα της ευτυχίας. Πέθανε στις 15 Σεπτεμβρίου 2006 στο σπίτι του στη Μινεσότα. Όποιοι ενδιαφέρονται περισσότερο για το έργο του και τη ζωή του μπορούν να επισκεφθούν την ιστοσελίδα του πανεπιστημίου της Μινεσότα όπου φιλοξενείται ένα αρκετά εκτενές βιογραφικό του Δρ. Lykken.

Φωτογραφία

09 Δεκ 2010

Εύκολα ψέμματα

Ο άνθρωπος δεν είναι το μοναδικό πλάσμα του πλανήτη μας που προσπαθεί να ξεγελάσει ή να παραπλανήσει τους άλλους. Υπάρχουν ζώα που καμουφλάρονται για να κρυφτούν από τους θηρευτές, άλλα που βγάζουν ψεύτικους ήχους για να τραβήξουν την προσοχή των υποψήφιων θηραμάτων τους και άλλα που προσποιούνται ότι είναι νεκρά ώστε να τραβήξουν όσο το δυνατόν λιγότερη προσοχή. Αυτό που διαφοροποιεί όμως τον άνθρωπο από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο είναι το ψέμα, το οποίο είναι μια ιδιαίτερη μορφή παραπλάνησης και βασίζεται φυσικά στην λογική μας ικανότητα. Κάθε φορά που έχουμε την επιλογή να πούμε μια πικρή αλήθεια ή ένα εύκολο ψέμα, ζυγίζουμε τα υπερ και τα κατά και πράτουμε αναλόγως.

Θα πρέπει φυσικά να τονίσουμε πως -από ψυχολογικής απόψεως- ένα ψέμα δεν είναι πάντα χειρότερο από μια αλήθεια. Ας αναλογιστούμε για παράδειγμα την περίπτωση του placebo effect όπου ένα ψεύτικο φάρμακο είναι πολλές φορές πολύ πιο αποτελεσματικό από ένα πραγματικό. Η ικανότητά μας να ψευδόμαστε, ακόμη και στον ίδιο μας τον εαυτό σε ασυνείδητο επίπεδο, ίσως να έχει και κάποια εξελικτική σημασία. Αρκεί να φανταστούμε τους προγόνους μας που έρχονταν αντιμέτωποι με άλλες πιο ισχυρές ομάδες ή θηρία και ήξεραν πως έπρεπε να βάλουν τα δυνατά τους για να νικήσουν έναν πιο δυνατό εχθρό. Σε αυτές τις περιπτώσεις η ομαδική εξαπάτηση της ομάδας ώστε να πιστεύει πως έχει να κάνει με έναν πιο αδύναμο εχθρό είχε σημαντικές επιπτώσεις στο τελικό αποτέλεσμα της μάχης/κυνηγιού. Ή -ένα άλλο παράδειγμα από πολιτικοκοινωνιολογική σκοπιά- νομίζω πως λίγοι θα μπορούσαν να κατηγορήσουν για παράδειγμα τον  Claus von Stauffenberg που εξαπάτησε τους πάντες ώστε να προσπαθήσει να σκοτώσει τον Χίτλερ. Καλώς ή κακώς, το ψέμα είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης και όταν χρησιμοποιείται σωστά μπορεί να γίνει και ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο.

Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη μελέτη αυτής της συμπεριφοράς είναι φυσικά οι συνθήκες υπό τις οποίες κάνει την εμφάνισή της. Πότε μας είναι πιο εύκολο να πούμε ψέμματα; Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου του Τορόντο[1][2] , είναι πιο πιθανό να πούμε ψέμματα ή να εξαπατήσουμε κάποιον όταν αυτό μας είναι εξαιρετικά εύκολο και -κυρίως- όταν δεν χρειάζεται να προσπαθήσουμε ιδιαίτερα. Στην έρευνά τους πήραν μέρος κάποιοι φοιτητές του πανεπιστημίου οι οποίοι νόμιζαν ότι έπαιρναν μέρος σε κάποιο πείραμα που μετρούσε τις γνώσεις τους. Αυτό που έπρεπε να κάνουν ήταν να απαντήσουν σε μια σειρά από ερωτήσεις που εμφανίζονταν στην οθόνη του υπολογιστή τους. Αλλά τους εξηγήθηκε ότι υπήρχε ένα μικρό προβληματάκι στο πρόγραμμα (bug), κάτι που τους επέτρεπε να δουν τις σωστές απαντήσεις. Στην μια ομάδα υποτίθεται ότι το bug ήταν πως εάν πατούσαν το spacebar η απάντηση θα εμφανιζόταν σύντομα στην οθόνη, ενώ στην δεύτερη ομάδα η απάντηση θα εμφανιζόταν σε λίγα δευτερόλεπτα εκτός και αν πατούσαν το κουμπί enter. Αυτό που βρήκε η συγκεκριμένη έρευνα είναι πως, σε σχέση με την πρώτη ομάδα, τα άτομα της δεύτερης ομάδας ήταν πιο πιθανό να προσπαθήσουν να δουν την απάντηση («ξεχνώντας» να πατήσουν το enter). Με άλλα λόγια, η εξαπάτηση ήταν πιο εύκολη όταν δεν απαιτούσε κάποια φυσική ενέργεια από πλευράς των φοιτητών. Πολύ πιθανό με αυτόν τον τρόπο το άτομο υποσυνείδητα αποποιείται της ευθύνης του. Όταν δεν έχουμε έχουμε καταβάλει προσπάθεια να κάνουμε κάτι κακό, τότε πολύ απλά «νίπτουμε τας χείρας μας» για το τελικό αποτέλεσμα.

Φυσικά το θέμα της εξαπάτησης σχετίζεται άμεσα και με το θέμα της ηθικότητας. Για παράδειγμα, η ίδια έρευνα έδειξε πως όταν οι φοιτητές στο τέλος της έρευνας έπρεπε να τσεκάρουν σε ένα ΝΑΙ ή ένα ΟΧΙ στην ερώτηση εάν θα ήθελαν να βοηθήσουν κάποιον ανάπηρο συμφοιτητή τους να ολοκληρώσει το πείραμα, τότε ένα σεβαστό ποσοστό των συμμετεχόντων απάντησε πως θα ήθελε κάτι τέτοιο. Αντίθετα, όταν υπήρχε απλά η υποσημείωση πως εάν θέλουν να βοηθήσουν κάποιον ανάπηρο συμφοιτητή τους θα έπρεπε να το δηλώσουν στους πειραματιστές, το ποσοστό των πρόθυμων φοιτητών μειώθηκε κατακόρυφα. Αυτό που βλέπουμε πως υπογραμμίζουν τα εν λόγω πειράματα είναι η περίπλοκη φύση της ηθικότητας. Εάν μας ζητηθεί ενεργά να πράξουμε το καλό ή το κακό, τότε η πιθανότητα ηθικής συμπεριφοράς είναι αρκετά μεγάλη. Αντίθετα, εάν υπάρχει η περίπτωση να πράξουμε κάτι σχετικά ανήθικο δίχως να καταβάλουμε προσπάθεια, τότε η άμυνά μας πέφτει, οδηγώντας στην ανήθικη συμπεριφορά.

Η ηθική συμπεριφορά βεβαίως είναι κάτι πολύ σχετικό. Κάτι που είναι ηθικό στη μια περίπτωση, είναι ανήθικο στην άλλη. Ένα ψέμα ίσως έχει περισσότερα θετικά αποτελέσματα στο άτομο ή στην ομάδα από μια αλήθεια. Άυτή η σχετικότητα όμως είναι το αλατοπίπερο της ανθρώπινης φύσης. Δεν συμφωνείτε;

Εισαγωγική Εικόνα:

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Rimma Teper (2010). «Active Transgressions and Moral Elusions: Action Framing Influences Moral Behavior». Social Psychological and Personality Science []
  2. PsyPost: «Why do people behave badly? Maybe it’s too easy» []
06 Μαΐ 2010

Μικρά και Ενδιαφέροντα #4

{Ψ} Το Mind Hacks φιλοξενεί ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο με θέμα την αντικειμενικότητα των ψυχιατρικών διαγνώσεων κατά τον αιώνα που μας πέρασε, εστιάζοντας κυρίως στην σχιζοφρένεια. Μήπως τείνουμε να ψυχιατρικοποιούμε την συμπεριφορά των μειονοτήτων και των περιθωριοποιημένων ατόμων; [Mind Hacks]

{Ψ} Κάποιοι ψυχοθεραπευτές υποστηρίζουν πως είναι αναγκαίο να αλλάξει η κατηγοριοποίηση των διαταραχών διάθεσης (συγκεκριμένα της κατάθλιψης) και να επεκταθεί, ώστε να γίνει και πιο συγκεκριμένη η θεραπευτική προσέγγιση. [Medical News Today]

{Ψ} Οι αισιοδοξία δεν θωρακίζει μόνο την ψυχολογική μας ισορροπία, αλλά ενδυναμώνει και το ανοσοποιητικό μας σύστημα! [Brain Blogger]

{Ψ} Πόσο αξιόπιστο είναι το fMRI ως μέτρηση της λειτουργίας του ανθρωπίνου εγκεφάλου και κατά πόσο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ανιχνευτής ψεύδους; Ο Dr. Mc Grohol παρουσιάζει τις αμφιβολίες του στο κείμενό του στο World of Psychology [WoP]

{Ψ} Το blog ShrinkWrapped παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον άρθρο για το ρόλο που παίζει το σεξ στην τεχνολογική ανάπτυξη της σύγχρονης κοινωνίας μας. Μπορούν οι νέες ιδέες, οι αλλαγές στη φιλοσοφία διανομής υλικού και η πίεση για τεχνολογική πρόοδο να έχουν ως κινητήρια δύναμη το.. σεξ; [ShrinkWrapped]

Ψυχο… ιστορικά

Sigmund FreudΣαν σήμερα, στις 6 Μαΐου 1856, γεννήθηκε ο πατέρας της ψυχανάλυσης, Σίγκμουντ Φρόυντ. Ο Φρόυντ, τέκνο μιας Εβραϊκής οικογένειας, γεννήθηκε στην πόλη τσέχικη πόλη Příbor, η οποία τότε άνηκε στην Αυστριακή Αυτοκρατορία. Ο πατέρας του ήταν 41 ετών και είχε ήδη άλλα δύο παιδιά από προηγούμενο γάμο. Η μητέρα του ήταν μόλις 21 ετών όταν γεννήθηκε ο μικρός Σίγκμουντ. Στην συνέχεια η οικογένεια απέκτησε άλλα 7 παιδιά τα οποία μεγάλωσε με πολύ κόπο, προσπαθώντας να τους δώσουν μία όσο το δυνατόν καλύτερη εκπαίδευση. Η οικονομική κρίση του 1857 ανάγκασε την οικογένεια του Φρόυντ να μετακομίσει στη Βιέννη, όπου και εγκαταστάθηκαν μόνιμα. Ο Φρόυντ σπούδασε Ιατρική στην Βιέννη, όπου και ήρθε σε επαφή με τον δάσκαλό του Ernst Wilhelm von Brücke, οποίος είχε αρχίσει ήδη να αναπτύσσει μια θεωρία περί «δυναμικής φυσιολογίας», η οποία ενέπνευσε τον Αυστριακό ψυχίατρο να αναπτύξει τη δική του ψυχοδυναμική θεωρία για να εξηγήσει ορισμένα ψυχοσωματικά φαινόμενα (π.χ. παράλυση).