11 Σεπ

5 ερωτήσεις που πρέπει να κάνω στον εαυτό μου πριν μπω στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία

Είμαι έτοιμος/η να δεσμευτώ;

Η ψυχοθεραπευτική διαδικασία προϋποθέτει δέσμευση για να γίνει αποτελεσματική. Η τακτικότητα των συνεδριών ( συνήθως μια την εβδομάδα εκτός περιπτώσεων όπου απαιτείται μεγαλύτερη συχνότητα π.χ. αμέσως μετά από τραυματικό γεγονός ) είναι απαραίτητη, όπως και η συνέπεια σε αυτές. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν κατανοούν την αξία της δέσμευσης για την επίτευξη ενός στόχου, αυτό είναι κάτι που τους χαρακτηρίζει γενικότερα στη ζωή τους και όχι μόνο στη σχέση με τον ειδικό. Η ερώτηση ΄μπορώ να έρχομαι όποτε θέλω ή έχω ανάγκη;’ Αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτή την τακτική.  Θέλω αποτέλεσμα χωρίς να είμαι διατεθειμένος/η να είμαι συνεπής!  Αν κάποιος επιθυμεί μόνο άμεση εξαφάνιση των συμπτωμάτων  χωρίς να έχει διάθεση δέσμευσης, μάλλον θα πρέπει να σκεφτεί άλλο τρόπο, η ψυχοθεραπεία δεν του ταιριάζει  και δεν θα τον βοηθήσει τελικά.

Περιμένω μια γρήγορη και άμεση λύση;

Οι άνθρωποι συνήθως βιάζονται να απαλλαγούν από τα συμπτώματα,  μιας κρίσης πανικού για παράδειγμα. Σαφώς και είναι λογικό το να θέλει κάποιος να μην πονάει σωματικά και ψυχικά, ποιος τυφλός δεν θέλει το φως του; Μάλιστα ο ψυχικός πόνος τρομάζει περισσότερο γιατί δεν είναι άμεσα ορατός . Γρήγορες και έτοιμες λύσεις στην ψυχοθεραπεία δεν υπάρχουν , αν κάποιος βιάζεται καλύτερα να απευθυνθεί , για φαρμακευτική αγωγή  που έχει γρήγορα αποτελέσματα και καλύπτει τα ενοχλητικά συμπτώματα. Η ψυχοθεραπεία απαιτεί δέσμευση, συμμετοχή, υπομονή, επιμονή, εργασία,  δεν είναι λύση fast-food για κάποιον που θέλει κάτι χωρίς να κουραστεί για την απόκτησή του.

Θα βρω έναν καλό ειδικό και θα το αφήσω στα χέρια του;

Σωστό μέχρι ενός σημείου. Ο καλός ειδικός  είναι καταρτισμένος, εκπαιδευμένος έχει γνώσεις και εμπειρία. Είναι καλός συνεργάτης όχι μοναχικός εργάτης. Η ψυχοθεραπεία είναι μια διαδικασία που απαιτεί τη συμμετοχή δύο πλευρών: του ειδικού και του ατόμου που ζητά βοήθεια. Μαζί προχωρούν , μαζί σταματούν, μαζί έχουν την ευθύνη για την καλή έκβαση της θεραπευτικής παρέμβασης. Ο ειδικός, δεν είναι Θεός, ούτε μάγος, δεν έχει μαγικό ραβδί, είναι συνοδοιπόρος και σαφώς οδηγεί και δείχνει κατευθύνσεις πορείας, αλλά οι αποφάσεις αφορούν εσάς και τη δική σας ζωή και είναι δική σας ευθύνη!

Καταλαβαίνω ότι αυτό που με απασχολεί μπορεί να είναι ψυχολογικής φύσης;

Ότι έχει να κάνει με κάτι βαθύτερο; Με ψυχολογικά αίτια; Οι άνθρωποι που απευθύνονται σε ειδικό, επειδή τους το είπε κάποιος συγγενής, η φίλος που βοηθήθηκε από την ψυχοθεραπεία, σύντομα απογοητεύονται γιατί δεν αναγνωρίζουν και δεν πιστεύουν πως κάτι ουσιαστικά αόρατο ‘ ψυχολογικό’ είναι ικανό να επηρεάσει τις συμπεριφορές και τα συναισθήματα τους.

Έχει περάσει από τη σκέψη μου ότι ίσως εγώ φταίω για αυτά που μου συμβαίνουν; Ότι έχω μια συμμετοχή έστω μικρή;

Ίσως με τον τρόπο που λειτουργώ σκέφτομαι κι αισθάνομαι, χωρίς να το συνειδητοποιώ οδηγώ τα πράγματα να φτάσουν ως εδώ; Το να συνειδητοποιήσει  ένας άνθρωπος ότι ο ίδιος έχει ευθύνη για τη διαχείριση της δικής του ζωής, είναι κάτι ζωτικής σημασίας  για την ψυχοθεραπεία. Πολλές φορές όσοι  μπαίνουν στη διαδικασία χρειάζονται χρόνο για να κατανοήσουν ότι χωρίς να έχουν  επίγνωση οδηγούν τη ζωή τους σε συγκεκριμένες λάθος πορείες για τις οποίες στη συνέχεια κατηγορούν τους άλλους  ( δε φταίω εγώ που δεν έχω χρόνο να κάνω αυτά που θέλω, φταίει ο/η σύζυγος που δεν βοηθά, τα παιδιά που είναι απαιτητικά κ.λ.π) . Έρχονται για να δικαιωθούν από τον ειδικό ότι όλα τα έκαναν τέλεια κι οι γύρω τους είναι αχάριστοι.  Αν δεν είναι δεκτικοί στο να επεξεργαστούν τη δική τους συνεισφορά σε αυτό που τους συμβαίνει, δεν θα συνεργαστούν  και τελικά δεν θα βοηθηθούν.

Όταν ξεκαθαριστούν μέσα σας τα παραπάνω μπορείτε να είστε σίγουρος/η για το αν η ψυχοθεραπεία θα μπορέσει να σας βοηθήσει. Καλή συνέχεια!

Εισαγωγική Εικόνα

26 Ιούν

Γιατί το να μιλάμε λειτουργεί θεραπευτικά;

Όταν εκφράζουμε με λόγο όσα σκεφτόμαστε, όταν μπαίνουμε στην διαδικασία να κάνουμε λόγο αυτά που αισθανόμαστε, αυτομάτως δημιουργείται μία ψυχολογική απόσταση από αυτά που έχουμε πει, που μας επιτρέπει να ακούσουμε τον εαυτό μας αλλιώς. Δημιουργείται ένας χώρος μεταξύ αυτού που μας συμβαίνει και του λόγου που μας δίνει την δυνατότητα να κάνουμε κάτι με αυτό. Τόσο η ψυχική διαδικασία στην οποία μπαίνουμε για να εκφράσουμε το βίωμά μας, όσο και το άκουσμα του λόγου μας, μεταμορφώνουν αυτό που υπήρχε μέσα μας. Όταν το μέσα μας βγαίνει έξω μας, μέσω του λόγου, αισθανόμαστε πως έχουμε μία δύναμη πάνω του, πως μπορούμε κατ’ αρχάς να το ορίσουμε, να το κάνουμε συγκεκριμένο – από ασαφές που είναι όταν δεν έχει ειπωθεί-, έτσι το καταλαβαίνουμε καλύτερα, το προσεγγίζουμε με μία πιο ξεκάθαρη ματιά, μπορούμε, στην συνέχεια, να το επεξεργαστούμε, να σκεφτούμε τί θέλουμε να κάνουμε με αυτό. Ποτέ αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί όταν σκεπτόμαστε μόνοι μας, ή αν δυνατά μιλούσαμε χωρίς ακροατή. Επίσης, το να μιλάμε σε κάποιον δεν είναι αρκετό από μόνο του για μας βοηθήσει.

Θεραπευτικό φαίνεται πως είναι το να μιλάμε σε κάποιον που δεν μας γνωρίζει από πριν, που δεν περιμένει από εμάς τίποτα, που είναι ουδέτερος, που ενδιαφέρεται να ακούσει παρά να μιλήσει και να πει την γνώμη του. Στην ουσία, ο θεραπευτής είναι εκπαιδευμένος στο να ακούει με τέτοιον τρόπο ώστε να βοηθάει τον θεραπευόμενο να καταλάβει τον εαυτό του. Αυτός ο τρόπος λέγεται ενεργητική ακρόαση και έχει ιδιότητες όπως: απόλυτη συγκέντρωση και προσοχή όχι μόνο στο τί λέει ο θεραπευόμενος, αλλά και στο πώς το λέει και την ικανότητα να επαναδιατυπώνει τα όσα άκουσε ή/και κατάλαβε, να καθρεφτίσει το συναίσθημα του.

Το να προσπαθούμε να εκφράσουμε λεκτικά αυτά που σκεφτόμαστε και αισθανόμαστε, να ακούμε τον εαυτό μας να τα διατυπώνει, να ακούγονται αυτά από κάποιον που ακούει ενεργητικά, προσφέροντας με την ουδέτερη στάση του μία νέα, φρέσκια οπτική, λειτουργεί θεραπευτικά. Ουσιαστικά, αυτή η διαδικασία μας προσφέρει έναν νέο τρόπο να συνδιαλεγόμαστε με το πρόβλημα μας, αλλάζει τον εσωτερικό μας διάλογο, το πώς μιλάμε στον εαυτό μας. Αρχίζουμε να κατανοούμε τον εαυτό μας αντί να τον κρίνουμε, δοκιμάζουμε νέους τρόπους ερμηνείας και αντίληψης των σχέσεων μας που πριν δεν είχαμε.

Εισαγωγική Εικόνα

23 Ιούν

Μια γρήγορη ματιά στην ενσυναίσθηση

Ο όρος “ενσυναίσθηση” αναφέρεται στην ικανότητα του θεραπευτή να καταλαβαίνει το εσωτερικό πλαίσιο αναφοράς του πελάτη με ακρίβεια και με τα συναισθηματικά και νοητικά στοιχεία που εμπεριέχονται, σαν να ήταν ο θεραπευτής το ίδιο το άτομο, αλλά χωρίς ταυτόχρονα να χάνει την ιδιότητά του. Είναι η ικανότητα του να μπαίνεις “στα παπούτσια του άλλου”, να θεωρείς μία κατάσταση από την οπτική θέα κάποιου άλλου και να αποκτάς μεγαλύτερη κατανόηση μέσα από τις αντιλήψεις του.

Στα επαγγέλματα υγείας θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική και αναγνωρίζεται ως κλειδί στην επικοινωνία, δημιουργώντας σύνδεση του επαγγελματία με τον ασθενή-πελάτη πετυχαίνοντας καλύτερα αποτελέσματα στην φροντίδα του. Επίσης, βελτιώνει πολλές όψεις της πρακτικής φροντίδας υγείας, περιλαμβάνοντας τη συμμόρφωση του ασθενούς με τη θεραπεία, την εγκαθίδρυση καλύτερης σχέσης με τον ασθενή και την οικογένειά του, την αύξηση της ικανοποίησης του ασθενούς ενώ φαίνεται πως μειώνει την πιθανότητα ιατρικών σφαλμάτων.

Ο όρος προέρχεται από την ελληνική λέξη εμπάθεια, που σημαίνει «φυσική αγάπη, πάθος, μεροληψία», η οποία προέρχεται από ἐν + πάθος. Ο όρος υιοθετήθηκε από τους Hermann Lotze και Robert Vischer για να δημιουργήσουν τη γερμανική λέξη Einfühlung (“αίσθηση σε”), η οποία μεταφράστηκε από τον Edward B. Titchener στην αγγλική empathy. Ο Titchener, το 1920, την διαχώρισε από την λέξη “εμπάθεια”, η οποία σημαίνει “αισθάνομαι εντός” και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από θεωρητικούς της αισθητικής για να περιγράψει την ικανότητα σύλληψης της υποκειμενικής εμπειρίας του άλλου. Η θεωρία τουTitchener, ήταν ότι η εμπάθεια προερχόταν από ένα είδος φυσικής μίμησης της δυστυχίας του άλλου, η οποία στη συνέχεια προκαλεί τα ίδια συναισθήματα στον άνθρωπο. Ήθελε να αποδώσει έναν ορισμό διαφορετικό από τη συμπάθεια που μπορεί να νιώθει κανείς για τη δεινή κατάσταση κάποιου άλλου, χωρίς ωστόσο να συμμερίζεται πραγματικά αυτό που αισθάνεται το άλλο άτομο.

To 1897, o Theodor Lipps μετέφερε τον όρο στον τομέα της ψυχολογίας για να περιγράψει το πώς οι άνθρωποι κατανοούν τη διανοητική ικανότητα των συνανθρώπων τους ενώ το 1918 ο Southard τον χρησιμοποίησε για πρώτη φορά για να περιγράψει τη σχέση του γιατρού-ασθενούς ως ένα βοήθημα στη διαγνωστική και θεραπευτική του προσπάθεια. Παρόλα αυτά παραμένει ακόμη και σήμερα μία δυσδιάριτη έννοια και απαιτείται η θεμελίωση ενός ορισμού.

Δεν υπάρχει ομοφωνία σε σχέση με τον ορισμό της ενσυναίσθησης. Μερικές φορές η λέξη ενσυναίσθηση (empathy) χρησιμοποιείται ως ταυτόσημος όρος με τη λέξη συμπάθεια (sympathy), γεγονός που δυσχεραίνει τον ορισμό και ερμηνεία του όρου. Η ενσυναίσθηση φαντάζει απλή, ωστόσο δεν είναι μόνο μια αντανάκλαση των λεγομένων του πελάτη. Είναι η συνεχιζόμενη και ενεργή κατανόηση, όχι μόνο του λεκτικού περιεχομένου αλλά και (κυρίως) των συναισθημάτων που συνοδεύουν τα λεγόμενα που όμως συγχρόνως αποκρύπτονται, είτε γιατί προκαλούν άγχος και σύγχυση, είτε γιατί δεν έχουν έρθει ακόμη σε συνειδητό επίπεδο. Είναι απαραίτητο να διαχωρίσουμε την ενσυναίσθηση που περιλαμβάνει την κατανόηση των εμπειριών του ασθενούς και την ικανότητα να επικοινωνούμε μαζί του, από τη συμπάθεια, που αναφέρεται στη συναισθηματική ανταπόκριση στα συναισθήματα και ενδιαφέροντα του ασθενούς.

Ο επαγγελματίας υγείας που εκφράζει “συμπάθεια” μπορεί να φροντίσει επαρκώς τον ασθενή του, επιδεικνύοντας όμως μόνο συμπάθεια. Αντίθετα, ένας ενσυναισθητικός επαγγελματίας ενδιαφέρεται για την κατανόηση της ποιότητας των εμπειριών του ασθενούς και ταυτόχρονα έχει την ικανότητα να επικοινωνήσει αυτή την κατανόηση. Η ενσυναίσθηση αποτελεί μια σημαντική ικανότητα-να γνωρίζουμε τα συναισθήματα του άλλου- και εμπλέκεται σε μια τεράστια σφαίρα δραστηριοτήτων της ζωής. Συνδέεται άμεσα με την ικανότητα να αναγνωρίζει και να αποκωδικοποιεί κάποιος τα συναισθήματα κάποιου άλλου, τα οποία και σπάνια αποκαλύπτονται ή περιγράφονται. Αυτή η αποκωδικοποίηση μπορεί να συμβεί μέσα από την ικανότητα κάποιου να διαβάζει τα μη λεκτικά στοιχεία της επικοινωνίας.

Εισαγωγική Φωτογραφία

08 Ιούν

Σεμινάρια – Προγράμματα Ψυχολογίας & Συμβουλευτικής από το «Πολύτεχνο»

Το «Πολύτεχνο» φροντίζει κ φέτος να παράσχει την εμπειρία ενός ζεστού χώρου συνάντησης επαγγελματιών κ φοιτητών απ όλους τους σχετικούς κλάδους, την ανταλλαγή πληροφοριών και την μετάδοση γνώσης.

Στόχος του είναι η εδραίωση της δικής σας επαγγελματικής σιγουριάς και αυτοπεποίθησης μέσα σε ένα γόνιμο κι ευχάριστο κλίμα συνεργασίας με τους εισηγητές κ τους υπεύθυνους του Πολύτεχνου.

Οι υπεύθυνοι του χώρου είναι διαθέσιμοι στην υποκειμενική ανάγκη σας για συνεργασία και φέτος ώστε να αντιμετωπίσουμε παρέα όλες τις προκλήσεις των καιρών μας.

Στην σελίδα www.topolytexno.gr θα βρείτε όλα μας τα σεμινάρια καθώς και τις τιμές.

Επιπλέον, μπορείτε να διαβάσετε το φετινό πρόγραμμα του Πολύτεχνου στο ακόλουθο αρχείο.

Πρόγραμμα Πολύτεχνου 2015