13 Απρ 2016

Τα δίγλωσσα παιδιά παρουσιάζουν αυξημένη εγκεφαλική δραστηριότητα στις περιοχές που σχετίζονται με ανώτερες γνωστικές διεργασίες

Σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, όπως αυτό το οποίο έχει διαμορφωθεί τις τελευταίες δεκαετίες, οι αποστάσεις έχουν μικρύνει και οι λαοί έχουν έρθει πιο κοντά. Ως αποτέλεσμα αυτής της πραγματικότητας έχουν αυξηθεί οι μεικτοί γάμοι μεταξύ αλλοεθνών και κατά συνέπεια και αλλόγλωσσων αλλά επίσης έχει αυξηθεί και η μεταναστευτική ροή, με οικογένειες ομοεθνών να διαμένουν μόνιμα ως μετανάστες σε μια άλλη χώρα στην οποία κάνουν και την οικογένειά τους.

Έτσι, όλο και περισσότεροι άνθρωποι είναι σχεδόν εκ γενετής δίγλωσσοι. Είτε οι γονείς τους μιλάνε σε δύο μητρικές γλώσσες στο σπίτι, είτε τα παιδιά μιλάνε μία γλώσσα στο σπίτι και άλλη μία εκτός σπιτιού, ανάλογα με τη χώρα στην οποία μεγαλώνουν. Ήδη υπάρχει ένας μεγάλος όγκος ερευνών που υποστηρίζουν ότι οι γλωσσική ανάπτυξη των δίγλωσσων και πολύγλωσσων παιδιών παρουσιάζει σημαντικές διαφορές σε σχέση με τα μονόγλωσσα παιδιά. Σε ορισμένες περιπτώσεις πολύγλωσσων παιδιών υπάρχει μια μικρή καθυστέρηση στην έναρξη της ομιλίας (αν και αυτό δεν είναι ο κανόνας), αλλά στη συνέχεια οι γλωσσικές δεξιότητες των παιδιών αυτών είναι πιο ανεπτυγμένες, καθώς παρατηρείται ότι κατακτούν πιο εύκολα γλωσσικούς, γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες.

Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι σχετικά απλός. Καθώς τα δίγλωσσα και πολύγλωσσα παιδιά έρχονται σε επαφή με περισσότερες από μία γλώσσες, πρέπει να κατακτήσουν διπλό (ή και τριπλό σε κάποιες περιπτώσεις) λεξιλόγιο, διαφορετικούς γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες κτλ. Όλη αυτή η διαδικασία απαιτεί χρόνο, και γι’ αυτό ίσως να υπάρχει η μικρή καθυστέρηση στην έναρξη ομιλίας. Όταν όμως τα παιδιά αυτά κατακτήσουν τις απαραίτητες γλωσσικές ικανότητες, είναι σε θέση να κατανοούν βαθύτερα τη δομή των γλωσσών και κατά συνέπεια να κατακτούν ταχύτερα όποιους νέους γλωσσικούς κανόνες καλούνται να μάθουν.

Πέρα από τις ανεπτυγμένες γλωσσικές δεξιότητες, η πολυγλωσσία φαίνεται πως σχετίζεται και με την ευρύτερη ανάπτυξη των γνωστικών δεξιοτήτων. Μια πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον έδειξε πως ήδη από την ηλικία των 11 μηνών –πριν δηλαδή τα παιδιά αρχίσουν να μιλάνε- υπάρχουν σημαντικές διαφορές στις ανώτερες εκτελεστικές διαδικασίες μεταξύ πολύγλωσσων/δίγλωσσων και μονόγλωσσων παιδιών, ενώ οι διαφορές αυτές αντικατοπτρίζονται και σε επίπεδο εγκεφαλικής λειτουργίας[1] .

Όλοι μας μπορούμε να αντιληφθούμε και να ξεχωρίσουμε μεταξύ τους ήχους διαφόρων ξένων γλωσσών κατά τους πρώτους μήνες της ζωής μας. Πρόκειται για ένα στάδιο κατά το οποίο μπορούμε πολύ πιο εύκολα να αρχίσουμε να μαθαίνουμε μια δεύτερη γλώσσα. Σύμφωνα με την έρευνα αυτή, ενώ τα μονόγλωσσα παιδιά παύουν να μπορούν να διαχωρίσουν ήχους μιας νέας γλώσσας μετά την ηλικία των 10 μηνών, τα δίγλωσσα παιδιά συνεχίζουν να έχουν ανοιχτούς τους «ακουστικούς» τους ορίζοντες.

Επιπλέον, καθώς για τις ανάγκες της έρευνας, αξιοποιήθηκε η τεχνική MEG (Magnetoencephalography / μαγνητοεγκεφαλογραφία), οι επιστήμονες ήταν σε θέση να δουν τις ακριβείς εγκεφαλικές περιοχές που ενεργοποιούνταν κατά τη διάρκεια που τα παιδιά άκουγαν παρόμοιους ήχους από διαφορετικές γλώσσες. Τα μονόγλωσσα παιδιά είχαν σημαντικά χαμηλότερη εγκεφαλική δραστηριότητα στις πρόσθιες εγκεφαλικές περιοχές, οι οποίες σχετίζονται με ανώτερες γνωστικές δεξιότητες. Αυτό συνέβη, σύμφωνα πάντα με την ερμηνεία των ερευνητών, διότι τα παιδιά αυτά δεν ήταν σε θέση να διαχωρίσουν παρόμοιους ήχους (π.χ. ba/ da/), εν αντιθέσει με τα δίγλωσσα παιδιά, επομένως δεν απαιτούνταν κάποια επιπλέον εγκεφαλική δραστηριότητα για να επεξεργαστεί περεταίρω τις ακουστικές πληροφορίες.

Βίντεο από τη συγκεκριμένη έρευνα

Η συγκεκριμένη έρευνα έρχεται να προστεθεί στις εκατοντάδες έρευνες που μελετούν την πολυγλωσσία και διαφοροποιήσεις που προκαλεί στον τρόπο που σκεφτόμαστε, μιλάμε αλλά και λειτουργούμε[2] . Τα πλεονεκτήματα της πολυγλωσσίας, ιδιαίτερα όταν αυτή ξεκινήσει από μικρή ηλικία φαίνεται πως είναι αρκετά, τόσο σε σχέση με τη γλωσσική όσο και τη γνωστική ανάπτυξη των παιδιών.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Ramírez, N. F., Ramírez, R. R., Clarke, M., Taulu, S., & Kuhl, P. K. (2016). Speech discrimination in 11-month-old bilingual and monolingual infants: A magnetoencephalography study. Developmental Science Dev Sci. doi:10.1111/desc.12427 []
  2. Edwards, J. (2012). Multilingualism: Understanding linguistic diversity. London: Continuum International Pub. Group. []