05 Μαρ 2019

Θεωρία του Δεσμού: Γενικό θεωρητικό πλαίσιο

Στο πρώτο άρθρο του αφιερώματος στη θεωρία του δεσμού, παρουσιάσαμε εν συντομία κάποια βιογραφικά στοιχεία για τον John Bowlby. Σε αυτό το άρθρο θα επικεντρωθούμε αποκλειστικά στη θεωρία, παρουσιάζοντας το θεωρητικό πλαίσιό της.

Το ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο της Θεωρίας του Δεσμού διαμορφώθηκε από τον Bowlby αρχικά στην αναφορά που συνέγραψε για τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας με θέμα τις επιπτώσεις στον ψυχισμό των παιδιών του αποχωρισμού τους από τις μητέρες τους1. Σε αυτό του ο έργο ο Bowlby υπογράμμισε ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό για την ψυχική υγεία των βρεφών και των παιδιών να βιώσουν μια ζεστή και συνεχή σχέση με τη μητέρα τους. Ο Bowlby και ο στενός του συνεργάτης στην Tavistock Clinic, James Robertson δημιούργησαν ένα πρωτοποριακό ντοκιμαντέρ υπό τον τίτλο «A Two-Year-Old Goes to Hospital»2 , στο οποίο κατέγραψαν τη ζωή ενός τυχαίου παιδιού καθώς αυτό νοσηλευόταν για 8 ημέρες στην κλινική, χωρίς να επιτρέπεται στη μητέρα του να είναι μαζί του παρά μόνο τις ώρες επισκεπτηρίου. Αυτή η πρακτική αποτελούσε ρουτίνα την εποχή εκείνη.

Παρόλο που, όπως αναφέρουν και οι δημιουργοί, φαινομενικά το θέμα του ντοκιμαντέρ είναι πολύ απλό, εντούτοις καταφέρνει να αναδείξει τα συμπεριφορικά και συναισθηματικά προβλήματα που μπορεί να προκαλέσει ο διαχωρισμός του παιδιού από τον φροντιστή του. Βάσει των παρατηρήσεών τους ο Bowlby και ο Robertson κατέληξαν πως η απομάκρυνση ενός παιδιού από τη μητέρα του οδηγεί σε έντονο ψυχικό πόνο ο οποίος εκδηλώνεται μέσα από 3 διαφορετικά στάδια: τη διαμαρτυρία (protest), την απελπισία (despair) και την αποστασιοποίηση (detachment). Κατά το πρώτο στάδιο, αυτό της διαμαρτυρίας, το παιδί που έχει απομακρυνθεί από το βασικό πρόσωπο φροντίδας (συνήθως τη μητέρα) αρχίζει μια σειρά από έντονες συμπεριφορές διαμαρτυρίας στην προσπάθειά του να τη φέρει πίσω. Τέτοιες συμπεριφορές είναι το κλάμα, οι φωνές, ο θυμός κτλ. Στο δεύτερο στάδιο, αυτό της απελπισίας, το παιδί σταματάει να διαμαρτύρεται αν και παραμένει ταραγμένο, ενώ ταυτόχρονα αποφεύγει τις προσπάθειες τρίτων να το παρηγορήσουν. Σε αυτό το στάδιο το παιδί γενικά φαίνεται αποτραβηγμένο και σταματάει να δείχνει ενδιαφέρον σε όσα συμβαίνουν γύρω του. Τέλος, στο τρίτο στάδιο, αυτό της αποστασιοποίησης, αν το παιδί παραμένει αποχωρισμένο από το πρόσωπο πρόσδεσης, αρχίζει την αλληλεπίδραση με τρίτα άτομα, ενώ απορρίπτει αυτό το πρόσωπο όταν επανέλθει, εκδηλώνοντας έντονα το θυμό τους προς αυτό.

Μια παρατεταμένη περίοδος αποστέρησης αυτής της σχέσης στη βρεφική ηλικία θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή του βρέφους. Άρα υπό μία εξελικτική ματιά η μητέρα και το παιδί πρέπει να αναπτύσσουν ισχυρούς δεσμούς για την επιβίωση τόσο του βρέφους αλλά και τη διαιώνιση του ανθρώπινου είδους. Μέσα στα θεωρητικά πλαίσια της Θεωρίας του Δεσμού, ο δεσμός ορίζεται ως μία μόνιμη και υγιής συναισθηματική δέσμευση εγγύτητας του παιδιού με κύριο πρόσωπο φροντίδας, ο οποίος συνήθως είναι η μητέρα. Σύμφωνα με τον Bowlby, ο Δεσμός είναι ένα εξελικτικό μοντέλο κοινωνικής συμπεριφοράς το οποίο εφαρμόζεται καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής μας. Η ανάπτυξη ενός σταθερού δεσμού είναι απαραίτητη για την ομαλή βιολογική, συναισθηματική και γνωστική ανάπτυξη και οι εμπειρίες που έχει ένα παιδί σε σχέση με τη σύναψη δεσμών θα καθορίσουν αργότερα τον τρόπο που θα ρυθμίζουν τις γνωστικές και συναισθηματικές του καταστάσεις και τις διαπροσωπικές τους σχέσεις για το υπόλοιπο της ζωής του.

Τα βρέφη έρχονται στον κόσμο όχι ως tabula rasa, αλλά με συμπεριφορικά συστήματα έτοιμα να τα βοηθήσουν στην επιβίωσή τους και τα οποία ενθαρρύνουν την ανάπτυξη του δεσμού.

O Bowlby πρότεινε ότι κατά τους πρώτους μήνες της ζωής τους τα  παιδιά αρχίζουν να διαμορφώνουν συμπεριφορές πρόσδεσης αναπτύσσοντας μια σειρά από ενστικτώδεις αντιδράσεις που σταδιακά οδηγούν στην ανάπτυξη του δεσμού μεταξύ των παιδιών και του βασικού φροντιστή τους. Οι συμπεριφορές πρόσδεσης μπορεί να είναι μια σειρά από θετικά σήματα ότι το παιδί ενδιαφέρεται να αλληλεπιδράσει με τον φροντιστή του (π.χ. χαμόγελο, ήχοι), ενώ άλλες είναι αποφευκτικές συμπεριφορές (π.χ. κλάμα) που σκοπό έχουν να ειδοποιήσουν τον φροντιστή ώστε να έρθει και να τις τερματίσει. Καθώς το παιδί μεγαλώνει, αυξάνεται και ο αριθμός των ενεργητικών συμπεριφορών που αξιοποιεί το παιδί ώστε να έρθει σωματικά και συναισθηματικά κοντά στον φροντιστή του (π.χ. τον προσεγγίζει ή τον ακολουθεί). 

Μέσα από τις αντιδράσεις των παιδιών και την ανατροφοδότηση που λαμβάνουν από το περιβάλλον τους και συγκεκριμένα από τον κύριο φροντιστή τους το συμπεριφορικό αυτό σύστημα ενεργοποιείται ή απενεργοποιείται και διαμορφώνεται με έναν εξελικτικό τρόπο, μοναδικό για το κάθε άτομο. Αρχικά οι συμπεριφορές που αναπτύσσουν τα παιδιά είναι απλές και με το πέρασμα του χρόνου και τη συνεχή ανάπτυξη και ανταπόκριση ή μη που λαμβάνουν αυτές οι συμπεριφορές γίνονται όλο και πιο εκλεπτυσμένες.

Ο Bowlby3 περιέγραψε τα πρόσωπα πρόσδεσης ως μοναδικά, όπως ακριβώς μοναδική είναι και η σύναψη του δεσμού, ο οποίος δεν είναι απλά μία πολύ στενή σχέση που έχει συνάψει το παιδί, αλλά μια σχέση συναισθηματικής εγγύτητας που δημιουργείται από τις αλληλεπιδράσεις του κύριου φροντιστή με το παιδί. Επομένως, βλέπουμε πως υπό το θεωρητικό πρίσμα του Bowlby ο δεσμός δεν είναι μια δευτερογενής ενόρμηση, όπως πίστευαν οι ψυχαναλυτές θεωρητικοί των αντικειμενικότροπων σχέσεων, αλλά μία σχέση sui generis, μοναδική, ουσιαστική και με κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη του ατόμου. Η ικανότητα ενός ατόµου να δημιουργεί συναισθηματικό δεσμό είναι µια τυπική ικανότητα για την επιβίωση και ανάπτυξή του.

Δεσμός ή εξάρτηση;

Είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι ο Bowlby διαχώρισε την εξάρτηση του παιδιού από τον φροντιστή του από την προσκόλλησή του σε αυτόν μέσω της δημιουργίας δεσμού. Στο θεωρητικό πλαίσιο της θεωρίας δεσμού ο Bowlby αναφέρει πως ένα από τα βασικά διαφοροποιητικά χαρακτηριστικά του δεσμού από την εξάρτηση είναι η εξειδίκευση του δεσμού, καθώς πρόκειται για μια συμπεριφορά που είναι κατευθυνόμενη κυρίως προς ένα πρόσωπο (ο βασικός φροντιστής) και μια μικρή ομάδα ατόμων με σειρά προτίμησης (αναπληρωματικά πρόσωπα φροντίδας). Έπειτα, ο δεσμός είναι μια συμπεριφορά με μεγάλη διάρκεια, ίσως ακόμη και ολόκληρης της ζωής μας.

Ο Bowlby4 υπογράμμισε πως μπορούμε να δούμε τη διαφορά ανάμεσα στους δύο αυτούς όρους αν δεχτούμε πως η εξάρτηση του παιδιού από τον φροντιστή του για να ικανοποιήσει τις φυσιολογικές του ανάγκες ώστε να επιβιώσει είναι διαφορετική από την προσκόλλησή του η οποία καλύπτει τις συναισθηματικές του ανάγκες. Το χαρακτηριστικό παράδειγμα που έφερε ο Bowlby είναι πως κατά τις πρώτες ημέρες της ζωής του παιδιού αυτό εξαρτάται από τη μητέρα του για την επιβίωσή του, αν και ακόμη δεν έχει αναπτύξει την συναισθηματική πρόσδεση μαζί της. Στο παράδειγμα των παιδιών που νοσηλεύονταν μόνα τους στο νοσοκομείο, μακριά από τις μητέρες τους, παρατηρούμε την έντονη συναισθηματική πρόσδεσή τους με τις μητέρες τους, παρόλο που τη συγκεκριμένη στιγμή δεν εξαρτώνται από αυτές για την κάλυψη των βιολογικών τους αναγκών και την επιβίωσή τους.

Μία ακόμη σημαντική διαφορά ανάμεσα στη θεωρία του δεσμού και τη θεωρία της εξάρτησης αποτελεί το γεγονός πως η εξάρτηση αποτελεί μία συμπεριφορά η οποία μαθαίνεται μέσω των κλασικών μηχανισμών της επιβράβευσης και τιμωρίας. Αντίθετα, η συμπεριφορά του δεσμού δεν είναι ένας μηχανισμός ο οποίος υπακούει αυστηρά και ευθυγραμμίζεται με την παραδοσιακή επιβράβευση και τιμωρία καθώς μπορεί να υπάρξει δεσμός ακόμα και στις σχέσεις οι οποίες χαρακτηρίζονται από επανειλημμένες τιμωρίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι κακοποιητικές μητέρες με τις οποίες τα παιδιά τους μπορούν να δημιουργήσουν δεσμούς παρά την τιμωρητική τους συμπεριφορά.

Μονοτροπία και η δημιουργία μιας ασφαλούς βάσης

Ένα σημαντικό σημείο της θεωρίας του Bowlby είναι η μονοτροπία, ότι δηλαδή το παιδί προσδένεται αποκλειστικά με ένα πρόσωπο-φροντιστή. Επηρεασμένος από τις ηθολογικές μελέτες της εποχής του, ο Bowlby αρχικά έβλεπε τη μονοτροπία κατ’ αναλογία της αποτύπωσης που παρατηρούσαν οι ζωολόγοι και ηθολόγοι της εποχής του, σύμφωνα με το οποίο τα νεογνά πουλιά προσκολλώνται με οποιαδήποτε μορφή (ζώο ή άνθρωπο) με την οποία θα έρθουν σε επαφή κατά τη διάρκεια μιας κρίσιμης περιόδου αμέσως μετά την εκκόλαψή τους. Ο Bowlby θεώρησε ότι λόγω της μονοτροπίας, εάν ένα παιδί δεν αναπτύξει δεσμό με τον κύριο φροντιστή του, αυτό θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στην μετέπειτα ανάπτυξή του, οδηγώντας στην ανάπτυξη ψυχοπαθολογίας. 

Ανάπτυξη δεσμού γίνεται κατά βάση με ένα πρόσωπο-φροντιστή. Ακολουθεί η ανάπτυξη δεσμού με αναπληρωματικά πρόσωπα φροντίδας, όταν ο βασικός φροντιστής δεν είναι διαθέσιμος. Αυτό ονομάζεται μονοτροπία.

Η μονοτροπία σύμφωνα με τον Bowlby δεν είναι απόλυτη. Μπορούν να υπάρχουν και άλλα άτομα στο άμεσο περιβάλλον του παιδιού τα οποία μπορούν να αποτελέσουν αναπληρωματικά πρόσωπα φροντίδας και να αντικαταστήσουν το βασικό πρόσωπο φροντίδας όταν αυτό δεν είναι διαθέσιμο, αλλά πάντοτε το παιδί θα επιζητά πρωτίστως την εγγύτητα με το βασικό πρόσωπο, που συνήθως είναι η μητέρα. Εάν φανταστούμε τους δεσμούς του παιδιού με τη μορφή μιας πυραμίδας σε ιεραρχία, στην κορυφή της βρίσκεται η μητέρα και ακολουθείται από άλλα άτομα του άμεσου περιβάλλοντος του παιδιού που είναι διαθέσιμα και προσβάσιμα. Αν και η βιολογική μητέρα είναι στις περισσότερες περιπτώσεις ο κύριος φροντιστής των παιδιών, αυτό το ρόλο μπορεί να τον αναλάβει οποιοσδήποτε ενήλικας ο οποίος είναι διαθέσιμος και πιο εύκολα προσβάσιμος τα παιδιά.

Όπως θα δούμε και σε επόμενο άρθρο, όταν θα αναφερθούμε στο πένθος μέσα από την Θεωρία του Δεσμού, η μονοτροπική φύση του δεσμού οδηγεί σε ένα δίλημμα. Είμαστε υποχρεωμένοι να μοιραστούμε τον βασικό μας φροντιστή ή να ζήσουμε δίχως αυτόν όταν αυτός πεθάνει / χαθεί. Η ικανότητά μας να αποχωριζόμαστε τους φροντιστές μας και να διαμορφώνουμε καινούργιους δεσμούς αποτελεί μία πρόκληση σε διάφορα στάδια της ζωής μας, όπως είναι για παράδειγμα η εφηβεία και η ενηλικίωση τόσο για τα παιδιά όσο και για τους γονείς αλλά φυσικά και ο θάνατος του αγαπημένου προσώπου που μας αναγκάζουν να εγκαταλείψουμε το μονοτροπικό δεσμό.

Μέσα στα πλαίσια της Θεωρίας του Δεσμού, ο βασικός φροντιστής δημιουργεί μια ασφαλή βάση για εξερεύνηση για το παιδί. Όταν αυτό το πρόσωπο είναι παρών, το παιδί αισθάνεται ασφαλές να εξερευνήσει το περιβάλλον του. Όταν υπάρξει κάποιος κίνδυνος το παιδί ανατρέχει στο πρόσωπο αυτό για προστασία και παρηγοριά και μόλις παρέλθει ο κίνδυνος αισθάνεται και πάλι ασφαλές να συνεχίσει την εξερεύνηση. Το πρόσωπο αυτό βρίσκεται θεωρητικά αλλά και χωρικά στο κέντρο της ασφαλούς βάσης. Όσο αυξάνεται η απόσταση μεταξύ του προσώπου πρόσδεσης και του παιδιού, τόσο αυξάνονται ο φόβος, ο ψυχικός πόνος αλλά και η έλξη του δεσμού τους. Αντίθετα, όσο πιο κοντά βρίσκονται, τόσο μειώνεται η έλξη του δεσμού και το παιδί αισθάνεται ασφαλές να ικανοποιήσει την περιέργεια και να συνεχίσει την εξερεύνηση του περιβάλλοντος.

Η ανάπτυξη του δεσμού

Ο Bowlby αναλύοντας την ανάπτυξη του δεσμού μίλησε για 4 στάδια5 . Παρόλο που ο Bowlby μίλησε για συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια για το κάθε στάδιο, υπογράμμισε πως αυτά τα πλαίσια είναι σχετικά και πως η ανάπτυξη του δεσμού εξαρτάται από ατομικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες.

Ο Bowlby μίλησε για 4 διακριτά στάδια ανάπτυξης του δεσμού, τα οποία έχουν κάποια γενικά χρονικά πλαίσια εμφάνισης. Αυτά τα πλαίσια δεν είναι απόλυτα όμως, καθώς η ανάπτυξη του δεσμού επηρεάζεται από πλήθος παραγόντων.

Η πρώτη φάση (προ του δεσμού/ preattachment) διαρκεί από τη γέννηση έως περίπου την 8η έως τη 12η εβδομάδα. Κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης το βρέφος αξιοποιεί κυρίως την όσφρηση και την ακοή του για να ξεχωρίσει τα άτομα. Τα βρέφη αυτής της ηλικίας έχουν μια απλή γκάμα συμπεριφορών η οποία περιλαμβάνει την παρακολούθηση του ατόμου που βρίσκεται κοντά του, η πραγματοποίηση κινήσεων για να πιάσει τα άτομα, η καθοδήγηση της προσοχής του προς το άτομο που είναι μπροστά του, το χαμόγελο αλλά και η παραγωγή ήχων. Τα βρέφη σε αυτή τη φάση δεν έχουν ακόμη αναπτύξει δεσμό με κάποιο πρόσωπο και αξιοποιούν το κλάμα ώστε να τραβήξουν την προσοχή κάποιου. Η παρουσία ενός οποιουδήποτε ατόμου σταματάει το κλάμα. Λόγω της συνεχούς ανταπόκρισης ιδιαίτερα του βασικού φροντιστή στις ανάγκες του βρέφους, ουσιαστικά σε αυτή την πρώτη φάση μπαίνουν τα θεμέλια της ανάπτυξης του δεσμού.

Η δεύτερη φάση (υπό διαμόρφωση δεσμός / attachment in making) διαρκεί από την 12η εβδομάδα έως περίπου τους 6 μήνες. Βασικό χαρακτηριστικό της φάσης είναι πως ενώ το βρέφος συνεχίζει να εμφανίζει τις ίδιες συμπεριφορές με αυτές που παρατηρούμε στην πρώτη φάση, αρχίζει σταδιακά να τις εμφανίζει πιο έντονη προτίμηση κυρίως προς τη μητέρα παρά σε τρίτους. Τα βρέφη αρχίζουν και γίνονται επιφυλακτικά απέναντι σε άγνωστα πρόσωπα και αντιδρούν με διαφορετικό τρόπο στην παρουσία τους. Παρόλα αυτά, τα βρέφη σε αυτή την ηλικία δεν διαμαρτύρονται όταν αποχωρίζονται τη μητέρα τους.

Η τρίτη φάση (σαφής δεσμός / clear-cut attachment) η οποία διαρκεί από τον 6ο – 8ο μήνα έως περίπου το 2ο έτος της ζωής του βρέφους. Σε αυτή τη φάση το βρέφος διαφοροποιεί ξεκάθαρα τη συμπεριφορά του απέναντι στον κύριο φροντιστή του και στους άλλους. Ακολουθεί τη μητέρα όταν αυτή φεύγει από κοντά του και την καλωσορίζει όταν επιστρέψει. Αντίστοιχη αναστάτωση βεβαίως αισθάνεται και η μητέρα όταν αποχωρίζεται το παιδί της. Επί της ουσίας σε αυτή τη φάση έχει δημιουργηθεί ένας ξεκάθαρος δεσμός μεταξύ των δύο και αυτό δίνει τη δυνατότητα στο βρέφος να αξιοποιήσει τη μητέρα ως την «ασφαλή βάση» για εξερεύνηση που αναφέρθηκε πιο πάνω. Το βρέφος είναι επιφυλακτικό και μπορεί να γίνει εξαιρετικά ανήσυχο με τους ξένους, ενώ επιλέγει και τα δευτερεύοντα πρόσωπα φροντίδας τα οποία αναζητά όταν η μητέρα απουσιάζει.

Η τέταρτη και τελευταία φάση της δημιουργίας του δεσμού (φάση αμοιβαίων σχέσεων / reciprocal relationship) ξεκινάει από τα 2 περίπου έτη και μπορεί να διαρκέσει πολλά χρόνια. Σύμφωνα με τον Bowlby, σε αυτή τη φάση το σύστημα του δεσμού εξισορροπεί, επιτρέποντας σταδιακά στο βρέφος να αναπτύξει όλο και πιο εκλεπτυσμένες συμπεριφορές και να απομακρύνεται από τη μητέρα του χωρίς να ανησυχεί για την απουσία της. Καθώς το παιδί ωριμάζει αναπτυξιακά, είναι σε θέση να αντιληφθεί τρίτους παράγοντες που επηρεάζουν τη συμπεριφορά και την απουσία των φροντιστών του και έτσι να προβλέψει την επιστροφή τους. Η συνειδητοποίηση ότι η μητέρα πάντα επιστρέφει ακόμη και μετά από απουσία της, οδηγεί σε μια σταδιακή μείωση των αντιδράσεων του παιδιού όταν αυτή δεν είναι παρούσα.

Τύποι δεσμών

Ο Bowlby μίλησε εκτεταμένα και για την αντίδραση των παιδιών στον αποχωρισμό από το πρόσωπο πρόσδεσης. Αναγνώρισε τη διαμαρτυρία (π.χ. κλάμα, ουρλιαχτά, φωνές) ως την πρώτη σημαντική αντίδραση του παιδιού όταν ο φροντιστής του δεν είναι παρών. Η Ainsworth αξιοποίησε την αντίδραση των παιδιών σε συνθήκες αποχωρισμού από τη μητέρα, ώστε να ταξινομήσει τους τύπους δεσμού που αναπτύσσουν τα παιδιά και να μελετήσει τις ποιοτικές διαφορές μεταξύ τους μέσω της επινόησης του πειράματος της «συνθήκης του ξένου»6 . Στο πείραμα της συνθήκης του ξένου, τα βρέφη εισέρχονται σε έναν άγνωστο χώρο με τις μητέρες τους. Εν συντομία, μέσα από μια σειρά διακριτών διαφορετικών φάσεων του πειράματος, τα βρέφη καλούνται να αλληλεπιδράσουν με έναν άγνωστο παρουσία αλλά και απουσία της μητέρας τους, αλλά και να ανταπεξέλθουν στον αποχωρισμό από τη μητέρα τους, όταν αυτή καλείται να φύγει για λίγα δευτερόλεπτα από το δωμάτιο όπου διεξάγεται το πείραμα. Βάσει των αντιδράσεων των παιδιών σε αυτό το πείραμα, οι ερευνητές μπορούν να εξάγουν χρήσιμα συμπεράσματα σχετικά με τον τύπο δεσμού που έχει αναπτύξει το παιδί με την μητέρα.

Ένας δεσμός μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ασφαλής» ή «ανασφαλής», ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της αλληλεπίδρασης του παιδιού με τον φροντιστή του. Ένα παιδί με ασφαλή δεσμό αισθάνεται προστατευμένο και ασφαλές. Γνωρίζει ότι ο φροντιστής του είναι δίπλα του όταν θα τον χρειαστεί. Αισθάνεται ασφαλές να εξερευνήσει και να αλληλεπιδράσει με το περιβάλλον του. Αντίθετα, ένα παιδί με ανασφαλή δεσμό μπορεί να έχει ανάμεικτα συναισθήματα προς τον βασικό φροντιστή του. Αυτό το πρόσωπο μπορεί να του δείχνει αγάπη αλλά και να του προκαλεί και φόβο, μπορεί να ικανοποιεί τις φυσικές και συναισθηματικές του ανάγκες, αλλά μπορεί και να είναι απόμακρο ή και τιμωρητικό απέναντί του.

Αρχικά, βάσει των μελετών της Ainsworth στα πλαίσια της Θεωρίας του Δεσμού, ταυτοποιήθηκαν 3 βασικοί τύποι δεσμού. Ο πρώτος είναι ο ασφαλής δεσμός ο οποίος χαρακτηρίζεται από εκδήλωση ψυχικού πόνου του παιδιού όταν η μητέρα εγκαταλείπει το δωμάτιο, αποφυγή του αγνώστου στο δωμάτιο όταν είναι μόνο του μαζί του, φιλικότητα προς εκείνον όταν η μητέρα του παιδιού είναι παρούσα και εκδήλωση θετικών συναισθημάτων όταν η μητέρα επιστρέφει στο δωμάτιο. Σε αυτή την περίπτωση η μητέρα του παιδιού είναι η ασφαλής βάση εξερεύνησης και ανταποκρίνεται επαρκώς στις συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού, το οποίο βρίσκει γρήγορα παρηγοριά όταν η μητέρα του είναι παρούσα.

Ο δεύτερος τύπος δεσμού είναι ο ανασφαλής/τύπου αποφυγής δεσμός ο οποίος χαρακτηρίζεται από έλλειψη εκδήλωσης ψυχικού πόνου όταν η μητέρα φεύγει από το δωμάτιο, παίζει κανονικά με τον άγνωστο και δείχνει ελάχιστον ενδιαφέρον όταν η μητέρα επιστρέφει στο δωμάτιο. Το παιδί σε αυτή την περίπτωση αισθάνεται άνετα και με τη μητέρα αλλά και με τον ξένο, καθώς φαίνεται πως και οι δύο ανταποκρίνονται εξίσου στις συναισθηματικές του ανάγκες.

Ο τρίτος τύπος δεσμού είναι ο ανασφαλής/τύπο αμφιθυμίας. Σε αυτή την περίπτωση το παιδί δείχνει έντονο ψυχικό πόνο όταν η μητέρα εγκαταλείπει το δωμάτιο, αποφεύγει τον άγνωστο σε όλες τις περιπτώσεις και όταν η μητέρα επιστρέφει στο δωμάτιο επιζητά την εγγύτητα, αλλά αποφεύγει την σωματική επαφή και ενδεχομένως τη διώχνει από κοντά του. Το παιδί με ανασφαλή/τύπου αμφιθυμίας δεσμό εκδηλώνει πιο έντονα αρνητικά συναισθήματα (π.χ. κλάμα και φωνές) και είναι λιγότερο πρόθυμο να αξιοποιήσει την μητέρα του ως ασφαλή βάση για εξερεύνηση.

Ένας τέταρτος τύπος δεσμού προστέθηκε αργότερα (Main & Solomon, 1990) ώστε να περιγράψει τον δεσμό των παιδιών που δεν ταίριαζε σε κάποιες από τις 3 προαναφερθείσες κατηγορίες. Αυτός ο δεσμός ονομάστηκε ως δεσμός αποδιοργάνωσης από τη Main και τη Solomon7 και χαρακτηρίζεται από την περίεργη και μη σταθερή συμπεριφορά των παιδιών στις διάφορες φάσεις του πειράματος. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση του δεσμού αποδιοργάνωσης, παρατηρούνται αντικρουόμενες συμπεριφορές, ανεπαρκείς κινήσεις και εκφράσεις, στερεοτυπίες, απραξία, γενική αποδιογάνωση της συμπεριφοράς και γενικότερα μη σταθερές συμπεριφορές. Μερικά παραδείγματα που δίνουν οι ερευνήτριες είναι η εμφάνιση έντονης συμπεριφορές δεσμού ή θυμού ακολουθούμενη από αποφευκτική συμπεριφορά, ή και η παρατήρηση αδιαφορίας όταν η μητέρα φεύγει από το δωμάτιο αλλά έντονου θυμού μόλις αυτή επιστρέψει.

Εσωτερικευμένα πρότυπα διεργασίας

Στο πρώτο βιβλίο της τριλογίας του, ο Bowlby εισάγει στη Θεωρία του Δεσμού την έννοια των εσωτερικευμένων προτύπων διεργασίας, τα οποία περιγράφει ως γνωστικούς χάρτες στον εγκέφαλο στους οποίους ανατρέχουν τα άτομα για να ανασύρουν, τροποποιήσουν ή να αποθηκεύσουν πληροφορίες που τους βοηθούν να προβλέψουν πως θα συμπεριφερθούν οι άλλοι και αντίστοιχα πως πρέπει να συμπεριφερθούν οι ίδιοι σε παρόμοιες καταστάσεις. Κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής τους, τα παιδιά δημιουργούν αυτό το εσωτερικό μοντέλο του εαυτού τους και των άλλων, βασιζόμενα στις εμπειρίες τους και τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα διαδράσεων με τα σημαντικά πρόσωπα του περιβάλλοντός τους. Μέσα στα πλαίσια της Θεωρίας του Δεσμού το παιδί σχηματίζει και χρησιμοποιεί αυτά τα σταθερά μοντέλα γνωστικών αναπαραστάσεων της σχέσης του με τον βασικό φροντιστή του για να προβλέψει τον κόσμο και τις σχέσεις του με τα άτομα του περιβάλλοντός του. 

Ο Bowlby περιέγραψε πως για τη δημιουργία και αξιοποίηση των εσωτερικευμένων προτύπων διεργασίας υπάρχουν 3 προαπαιτούμενα. Πρώτον, το μοντέλο αυτό θα πρέπει να έχει δημιουργηθεί βάσει των διαθέσιμων στο παιδί δεδομένων. Δεύτερον, το μοντέλο πρέπει να μπορεί να αξιοποιηθεί και σε καινούργιες καταστάσεις, οπότε σε ένα φαντασιακό επίπεδο επεκτείνεται ώστε να καλύψει και τρίτες πιθανές πραγματικότητες που θα αντιμετωπίσει το παιδί. Τέλος, τα εσωτερικευμένα πρότυπα διεργασίας είτε εφαρμόζονται σε πραγματικές είτε σε φαντασιακές εμπειρίες ελέγχονται από το ίδιο το άτομο για την εγκυρότητά τους, το βαθμό δηλαδή που μπορούν όντως να προβλέψουν τον κόσμο. Όσο πιο εμπεριστατωμένο το μοντέλο, τόσες περισσότερες καταστάσεις μπορεί να προβλέψει. Όταν ένα υπό διαμόρφωση εσωτερικευμένο πρότυπο διεργασίας επιβεβαιώνεται τότε ενδυναμώνεται και σταδιακά παγιώνεται, ενώ όταν αποτυγχάνει να λειτουργήσει προβλεπτικά αποδυναμώνεται. Μέσα από αυτό τον μηχανισμό ενδυνάμωσης και αποδυνάμωσης των εσωτερικευμένων προτύπων διεργασίας ο Bowlby συνδέει τις πρώιμες εμπειρίες των παιδιών και συγκεκριμένα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των σχέσεων δεσμού που έχουν συνάψει με το πρόσωπο πρόσδεσης τόσο με την εικόνα που θα σχηματίσουν τα παιδιά για τον εαυτό τους, όσο και για τους σημαντικούς άλλους που τα περιβάλλουν.

Με τη χρήση του μηχανισμού αυτού ο Bowlby περιγράφει τόσο τους υγιείς, όσο και τους νευρωτικούς δεσμούς. Στην περίπτωση του ασφαλούς δεσμού που είναι και ο πιο υγιής, ο φροντιστής είναι παρών και καλύπτει τις συναισθηματικές ανάγκες του με έναν σταθερό τρόπο. Έτσι, το παιδί αποκτά μια θετική αναπαράσταση του εαυτού του ως άξιο αγάπης και των σημαντικών άλλων ως αξιόπιστους. 

Στην περίπτωση των νευρωτικών δεσμών, τα παιδιά προσπαθούν να προσδεθούν με απρόβλεπτους ή απορριπτικούς φροντιστές. Αυτή η μη σταθερή ή αρνητική συναισθηματική υποστήριξη, οδηγεί το παιδί στο να στραφεί στην διαχείριση των δύσκολων σχέσεων του με τους φροντιστές και κατά συνέπεια και με τους υπόλοιπους σημαντικούς τρίτους. Ο Bowlby θεωρεί πως οι δύο πιο βασικές στρατηγικές διαχείρισης των σχέσεων είναι α) η αποφυγή των σχέσεων που οδηγεί στον ανασφαλή/τύπου αποφυγής δεσμό και β) η συμμόρφωση με τις υφιστάμενες ασταθείς σχέσεις που οδηγεί στον ανασφαλή/τύπου αμφιθυμίας δεσμό. Στην περίπτωση των ανασφαλών δεσμών οι στρατηγικές που αναπτύσσουν τα παιδιά σταδιακά παγιώνονται, όπως παγιώνονται και τα εσωτερικευμένα πρότυπα διεργασίας με τα οποία σχετίζονται και γίνονται άκαμπτα και κατ’ επέκταση δυσλειτουργικά τόσο κατά την παιδική όσο και στην ενήλικη ζωή.

Στην περίπτωση του ανασφαλούς/τύπου αποφυγής δεσμού το παιδί ελαχιστοποιεί την ανάγκη για πρόσδεση στο συνειδητό επίπεδο, αποφεύγοντας επαφές με τον φροντιστή, απορρίπτοντάς τόσο το ίδιο όσο και την ανάγκη του για πρόσδεση και προσφεύγοντας σε έναν αμυντικό αποκλεισμό. Στην περίπτωση του ανασφαλούς/τύπου αμφιθυμίας δεσμού το παιδί συμμορφώνεται υπερβολικά με τα όσα απαιτεί ο φροντιστής, και πάλι απορρίπτοντας σε συνειδητό επίπεδο την ανάγκη πρόσδεσης και τον ψυχικό πόνο που προκαλεί αυτή η απόρριψη.

Tα εσωτερικευμένα πρότυπα διεργασίας επηρεάζουν μακροχρόνια τη σύναψη σχέσεων με τρίτους

Το δεύτερο μέρος του αφιερώματος στη θεωρία του δεσμού, αφιερώθηκε στην παρουσίαση του γενικού θεωρητικού πλαισίου και παρουσίασε τις βασικές έννοιες που αναφέρονται σε αυτή. Η πλήρης θεωρία είναι διαθέσιμη στην τριλογία του Bowlby, την οποία συστήνω για ανάγνωση σε όποιον ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες γι’ αυτή. Στο τρίτο και το τέταρτο μέρος του αφιερώματος θα αναφερθούμε στην ερμηνεία κάποιων ψυχοπαθολογικών καταστάσεων υπό το πρίσμα της θεωρίας του δεσμού, ενώ θα γίνει αναφορά και στην πρώτη θεωρία πένθους η οποία αναπτύχθηκε επίσης από τον John Bowlby.

 
Αφιέρωμα στη θεωρία του δεσμού 2/4
50%

Διαβάστε και τα υπόλοιπα άρθρα του αφιερώματος στη Θεωρία του Δεσμού:

  1. Σύντομη ανασκόπηση της ζωής του John Bowlby
  2. Γενικό θεωρητικό πλαίσιο
  3. Προβλήματα συμπεριφοράς και ψυχοπαθολογία
  4. Η Θεωρία του Δεσμού και το Πένθος

Εισαγωγική Εικόνα

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Bowlby, J. (1951). Maternal care and mental health (τ. 2). World Health Organization Geneva []
  2. Bowlby, J., Robertson, J., & Rosenbluth, D. (1952). A Two-Year-Old Goes to Hospital. The Psychoanalytic Study of the Child, 7(1), 82–94. https://doi.org/10.1080/00797308.1952.11823154 []
  3. Bowlby, J. (1995). Δημιουργία και διακοπή των συναισθηματικών δεσμών. Αθήνα: Καστανιώτης []
  4. Bowlby, J. (1958). The nature of the child’s tie to his mother. International Journal of Psycho-Analysis, 39, 350–373 []
  5. Bowlby, J. (1969). Attachment (τ. 1). New York: Basic Books []
  6. Ainsworth, M. D. S., & Bell, S. M. (1970). Attachment, exploration, and separation: Illustrated by the behavior of one-year-olds in a strange situation. Child development, 49–67 []
  7. Main, M., & Solomon, J. (1990). Procedures for identifying infants as disorganized/disoriented during the Ainsworth Strange Situation. Attachment in the preschool years: Theory, research, and intervention, 1, 121–160 []

Author: Δημήτρης Αγοραστός

Ψυχολόγος και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στις νευροσυμπεριφορικές επιστήμες. Ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό του στη Σχολική Ψυχολογία. Έχει ασχοληθεί ερευνητικά με θέματα όπως την έκφραση των ανθρωπίνων συναισθημάτων, την ενσυναίσθηση, την ανάπτυξη μαθησιακών διαταραχών και την διασύνδεση υπολογιστή-εγκεφάλου για τετραπληγικούς ασθενείς. Έχει ασχοληθεί επαγγελματικά και εθελοντικά με την ψυχοκοινωνική υποστήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Είναι ο διαχειριστής και ο κύριος αρθρογράφος του Ψυχολογείν.