15 Απρ 2019

Αντιμετώπιση συναισθηματικών διαταραχών και αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς στους εφήβους

Η εφηβεία είναι μία από τις ηλικιακές περιόδους της ανθρώπινης ανάπτυξης που προβληματίζει ιδιαίτερα τόσο τους γονείς, όσο και την επιστημονική κοινότητα.

Δεν υπάρχουν αυστηρά ηλικιακά ορόσημα έναρξης και λήξης της εφηβείας, ούτε παρατηρείται με τα ίδια ποιοτικά χαρακτηριστικά σε όλες τις κουλτούρες του κόσμου. Γενικά, θα μπορούσαμε να πούμε πως η εφηβεία είναι αυτή η «γκρίζα ζώνη» μεταξύ παιδικής ηλικίας και ενηλικίωσης και πως σε εξαιρετικά αδρές γραμμές η έναρξή της συμπίπτει με την ήβη περίπου στην ηλικία των 11-12 ετών και λήγει με την σωματική και ψυχολογική ωρίμανση περίπου στα 18-20 έτη στον δυτικό κόσμο.

Ταυτόχρονα με την σταδιακή σωματική, ψυχολογική, συναισθηματική και γνωστική ωρίμανση, κάποιοι έφηβοι μπορεί να παρουσιάσουν και αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, όπως είναι η χρήση ουσιών, οι αυτοτραυματισμοί ή ακόμη και αυτοκτονικό ιδεασμό. Καθώς γενικότερα η εφηβεία είναι μια ηλικιακή περίοδος που χαρακτηρίζεται από αστάθεια και εκρηκτικές «ζυμώσεις», πολλές φορές είναι δύσκολο να διακρίνουμε ανάμεσα στην αναμενόμενη συμπεριφορά ενός εφήβου και την εκδήλωση ψυχοπαθολογίας. Όπως είναι αναμενόμενο, πολλοί γονείς προβληματίζονται σε σχέση με το πως να αντιμετωπίσουν ξαφνικές μεταπτώσεις στη διάθεση του παιδιού τους και αναφερόμενες ή έκδηλες αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές του.

Η σύγχρονη βιβλιογραφία εξελικτικής ψυχοπαθολογίας παιδιών και εφήβων υπογραμμίζει το ρόλο που παίζει το οικογενειακό περιβάλλον τόσο στην εμφάνιση όσο και στην αντιμετώπιση διαταραχών συναισθήματος και αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς. Το μακροχρόνιο ιστορικό προβλημάτων από την πρώιμη παιδική ηλικία όπως ένα διαζύγιο ή θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου σε συνδυασμό με ενδοοικογενειακές συγκρούσεις είναι βασικός παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών12 . Τα αισθήματα ανασφάλειας και η μη λειτουργική επικοινωνία εντός του οικογενειακού περιβάλλοντος εμφανίζονται συχνά στις περιπτώσεις διαταραχών διάθεσης κατά την προ-εφηβική και εφηβική περίοδο και ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε περιστατικού και την ιδιοσυγκρασία του παιδιού, μπορεί να συνοδεύονται από άγχος αποχωρισμού ή από τάση φυγής, αισθήματα έλλειψης κατανόησης, εκνευρισμού, επιθετικότητας και έναρξη χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών3. Επιπλέον, η υπάρχουσα βιβλιογραφία υποστηρίζει πως τα παιδιά γονέων με κατάθλιψη έχουν αυξημένες πιθανότητες να αναπτύξουν και τα ίδια διαταραχές διάθεσης. Οι γονείς των παιδιών αυτών τείνουν να είναι λιγότερο ψυχολογικά διαθέσιμοι για να στηρίξουν συναισθηματικά το παιδί στις δικές του δυσκολίες και αναπτύσσουν μη λειτουργικά μοντέλα επικοινωνίας στο οικογενειακό περιβάλλον τα οποία μπορεί να χαρακτηρίζονται από εχθρότητα έως υπερπροστασία και υπερευαισθησία45.

Δεδομένης της σημαντικότητας του οικογενειακού περιβάλλοντος, το σύνολο της βιβλιογραφίας υπογραμμίζει τη σημαντικότητα της εμπλοκής των γονέων στις σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις σε εφήβους. Το οικογενειακό περιβάλλον μπορεί να δώσει χρήσιμες πληροφορίες που μπορεί να φανούν χρήσιμες στην υποστήριξη του εφήβου, ακόμη και εάν τελικά οι γονείς ή τα άλλα σημαντικά πρόσωπα δεν εμπλακούν άμεσα στην παρέμβαση. Το πιο σημαντικό όμως είναι πως το περιβάλλον αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως δίχτυ προστασίας για τους εφήβους, ιδιαίτερα αυτούς που έχουν έντονη αυτοκαταστροφική συμπεριφορά και χρειάζονται πιο στενή παρακολούθηση από τους οικείους τους. Επιπλέον, με την ενεργή του συμμετοχή στην παρέμβαση, το οικογενειακό περιβάλλον μπορεί να αποτελέσει βασικό παράγοντα για την επιτυχή εξισορρόπηση των συναισθηματικών ασταθειών και μείωσης των αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών67 . Η εμπλοκή της οικογένειας στην παρέμβαση παιδιών μπορεί να δώσει την ευκαιρία να αλλάξουν μη λειτουργικές οικογενειακές αλληλεπιδράσεις, κάτι που μπορεί να έχει σημαντικό αντίκτυπο στην επιτυχία της παρέμβασης, ενώ η οικογένεια μπορεί να λειτουργήσει και ως ένας ασφαλής χώρος έκφρασης και ελέγχου των συναισθημάτων και των σχέσεων, κάτι που στη συνέχεια ο έφηβος μπορεί να μεταφέρει με επιτυχία και σε άλλα κοινωνικά περιβάλλοντα8.

Ο αποτελεσματικός έλεγχος της συναισθηματικής έκφρασης είναι ένα βασικό δομικό στοιχείο κάθε κοινωνικής συναναστροφής και είναι μία από τις βασικές δυσκολίες των εφήβων με συναισθηματικές διαταραχές και επιθετική συμπεριφορά, συμπεριλαμβανομένης της αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς9 . Όπως είδαμε, η λειτουργική συναισθηματική έκφραση συνδέεται άμεσα με το οικογενειακό περιβάλλον και τη διαθεσιμότητά του, ιδιαίτερα σε σχέση με το βασικό πρόσωπο φροντίδας. Ο έλεγχος της συναισθηματικής έκφρασης και ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώνεται επηρεάζει άμεσα και την διαθεσιμότητα του ευρύτερου κοινωνικού δικτύου του παιδιού. Ένας έφηβος ο οποίος δεν αναγνωρίζει ή δεν εκφράζει καθόλου τα συναισθήματά του ή χρειάζεται πολύ πίεση για να το κάνει, έχει μειωμένες πιθανότητες να λάβει υποστήριξη από τους συγγενείς και τους φίλους του, κάτι που εντείνει περισσότερο το αίσθημα του αβοήθητου. Στην περίπτωση της επιθετικής συμπεριφοράς, η μη εκδήλωση συναισθηματικής αντίδρασης στο σωστό χρονικό πλαίσιο και τρόπο, μπορεί να οδηγήσει σε μετάθεσή τους ή συναισθηματικά ξεσπάσματα υπό τη μορφή βίαιης συμπεριφοράς. Οι έφηβοι με συμπτώματα μεταιχμιακής διαταραχής προσωπικότητας αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην διαφοροποίηση και αναγνώριση των συναισθημάτων τρίτων1011 ενώ μπορεί να εμφανίζουν ανάλογες δυσκολίες και στην αναγνώριση των δικών τους συναισθημάτων καθώς τα βιώνουν.

Στην περίπτωση συναισθηματικών διαταραχών και την έναρξη διαταραχών προσωπικότητας στους εφήβους η φαρμακοθεραπεία αξιοποιείται συμπληρωματικά με τις υπόλοιπες παρεμβάσεις, κυρίως για τον έλεγχο των συναισθηματικών μεταπτώσεων12 , αν και η αποτελεσματικότητα της χρήσης της σε ανήλικους θεωρείται μειωμένη σε σχέση με τη χρήση σε ενήλικες. Η ολιστική προσέγγιση παρέμβασης που περιλαμβάνει το άτομο, το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον και φαρμακοθεραπεία θεωρείται πολύ πιο αποτελεσματική σε σχέση με μια παρέμβαση εστιασμένη αποκλειστικά στη φαρμακοθεραπεία13 . Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις αυτοκτονικής συμπεριφοράς στα παιδιά, πριν την έναρξη φαρμακοθεραπείας θα πρέπει πρώτα να ελαχιστοποιηθούν όσο το δυνατόν περισσότερο οι αυτοκαταστροφικές σκέψεις, ώστε να αποφευχθεί η κατάχρηση των φαρμάκων από τον έφηβο. Σε γενικές γραμμές η φαρμακοθεραπεία αποφεύγεται και οι υπεύθυνοι παιδοψυχίατροι την χορηγούν σε εξαιρετικές περιπτώσεις, πάντα σε συνδυασμό με κάποια σταθερή παρακολούθηση του εφήβου από ψυχολόγο.

Η εφηβεία δεν βιώνεται το ίδιο σε όλους τους εφήβους, ενώ παρουσιάζει σημαντικές διαπολιτισμικές διαφορές

Οι περισσότερες παρεμβάσεις σε εφήβους με συναισθηματικές διαταραχές και επιθετική ή αυτοκαταστροφική συμπεριφορά σχεδιάζονται πάνω σε δύο άξονες οι οποίοι περιλαμβάνουν την ατομική παρέμβαση στον έφηβο αλλά και την παρέμβαση σε επίπεδο οικογένειας. Πρωταρχικός στόχος όταν υπάρχει αυτοκαταστροφική συμπεριφορά είναι η μείωση των πιθανοτήτων ο έφηβος να μπορέσει να την επαναλάβει. Αυτό απαιτεί τον συντονισμό του οικογενειακού περιβάλλοντος το οποίο καλείται να φροντίσει ώστε να απομακρυνθούν τα βασικά μέσα με τα οποία μπορεί ένας έφηβος να βλάψει τον εαυτό του (π.χ. απομάκρυνση χαπιών, μαχαιριών, πυροβόλων όπλων), αλλά και στο βαθμό που είναι δυνατό, την εξασφάλιση ότι κάποιος από το οικογενειακό ή φιλικό περιβάλλον είναι άμεσα διαθέσιμος να παρέμβει αν χρειαστεί.

Σε επίπεδο ατομικής παρέμβασης, αποτελεί συνηθισμένη πρακτική η δημιουργία ενός «συμβολαίου» μεταξύ του ειδικού ψυχικής υγείας και του εφήβου ότι δεν θα βλάψει τον εαυτό του έως το επόμενο ραντεβού ή ότι όταν έχει σκέψεις να βλάψει τον εαυτό του θα αναζητήσει πρώτα κάποια βοήθεια, ενώ ενθαρρύνονται ανάλογα «συμβόλαια» και μεταξύ των μελών της οικογένειας. Όπως ορίζουν τόσο ο κώδικας δεοντολογίας του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων14 όσο και οι αντίστοιχοι διεθνείς κώδικες δεοντολογίας15, μπορεί να υπάρξει λήξη της υποχρέωσης τήρησης του επαγγελματικού απόρρητου των πληροφοριών μοιράζεται ο συμβουλευόμενος ανήλικος εάν υπάρχει κίνδυνος για τη ζωή του ή τη ζωή τρίτων, όπως και νομική υπαιτιότητα των γονέων που να σχετίζεται με την συμπεριφορά του (π.χ. εμπόριο ναρκωτικών από έφηβο που κάνει χρήση, ενώ οι γονείς γνωρίζουν μόνο για τη χρήση). Αυτή είναι μία σημαντική διευκρίνηση που πρέπει να γίνεται εξ’ αρχής, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις ανηλίκων όπου ο ψυχολόγος έχει διπλή υποχρέωση τόσο απέναντι στον ανήλικο συμβουλευόμενο όσο και στους γονείς ή κηδεμόνες του. Όσον αφορά στην ατομική παρέμβαση στις περιπτώσεις αναφερόμενων αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών, αυτή πάντα λαμβάνει υπόψη τη συνεχή αξιολόγηση των επιθυμιών για αυτοτραυματισμό και την κατάλληλη προσαρμογή της παρέμβασης.

Στις ατομικές συνεδρίες θεωρείται χρήσιμο να γίνεται μία λεπτομερής ανάλυση των γεγονότων, σκέψεων και πράξεων του ατόμου ή άλλων που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια των τάσεων για αυτοτραυματισμό. Αυτή η πρακτική βοηθάει στον εντοπισμό δυσλειτουργικών συμπεριφορών και αντιδράσεων του ατόμου και στην ανάπτυξη νέων πιο προσαρμοστικών συμπεριφορών ανταπόκρισης σε αυτές τις καταστάσεις. Οι πρακτικές της διαλεκτικής συμπεριφορικής θεραπείας (DBT) έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμες για τη μείωση των αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών των εφήβων και τη ρύθμιση των συναισθηματικών διακυμάνσεων στις περιπτώσεις μεταιχμιακής διαταραχής προσωπικότητας
16 . Στόχος των στρατηγικών DBT είναι η μείωση των αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών μέσω της ανάπτυξης αυτό-γνωσίας, ελέγχου του συναισθήματος και θετικών στρατηγικών αντιμετώπισης προβλημάτων και εφαρμόζεται τόσο σε ατομικό όσο και σε ομαδικό επίπεδο, εμπλέκοντας ταυτόχρονα και το οικογενειακό περιβάλλον. Σημαντικό στοιχείο που είναι παρών σε πολλές περιπτώσεις εφήβων με αυτοκαταστροφική συμπεριφορά είναι η μη ρεαλιστική στοχοθέτηση και προσδοκίες από τους άλλους, οι οποίες σε συνδυασμό με την κακή επικοινωνία οδηγούν σε αισθήματα θυμού και ενοχών, με αποτέλεσμα τον αυτοτραυματισμό. Επομένως, μέσα στα πλαίσια αυτά δίνεται έμφαση στην ανάπτυξη διαπροσωπικών ικανοτήτων (επικοινωνία, ενσυναίσθηση), τον έλεγχο και την έκφραση των συναισθημάτων στον σωστό χρόνο και τρόπο, την ανάπτυξη ανθεκτικότητας απέναντι σε πιθανές δυσάρεστες καταστάσεις.

Αντίστοιχη στοχοθέτηση γίνεται και σε επίπεδο οικογενειακού περιβάλλοντος, το οποίο επίσης καλείται να αναθεωρήσει αναποτελεσματικές πρακτικές και στάσεις που μπορεί να έχει απέναντι στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο έφηβος. Ένα αποτελεσματικό πρώτο βήμα είναι η ψυχοεκπαίδευση των γονέων ώστε να κατανοήσουν τις συναισθηματικές διακυμάνσεις και να αναμένουν την πιθανή τους κυκλικότητα και η παροχή πληροφόρησης για το πως να δράσουν σε περιπτώσεις κρίσης. Ταυτόχρονα, το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον μπορεί να κληθεί να αναθεωρήσει την οριοθέτηση των μελών του και να αλλάξει τους τρόπους επικοινωνίας που έχει υιοθετήσει και οι οποίοι κρίνονται μη αποτελεσματικοί. Ανάλογα με τα χαρακτηριστικά των οικογενειών, μπορεί να συμμετέχει είτε όλη η οικογένεια, είτε συγκεκριμένα μέλη της. Η στοχοθέτηση της παρέμβασης γίνεται βάσει του αιτήματος και συνήθως αυτή περιλαμβάνει και ενδυνάμωση της επικοινωνίας και της συναισθηματικής έκφρασης. Καθώς ο έφηβος καλείται να αναπτύξει νέες τεχνικές επίλυσης των προβλημάτων που αντιμετωπίζει, ανάλογα στοχοκατευθυνόμενη θα πρέπει να είναι και η στάση της οικογένειας.

Η έγκαιρη παρέμβαση και παρακολούθηση εφήβων σε ρίσκο είναι η πιο αποτελεσματική πρακτική και γι’ αυτό ενθαρρύνονται οι γονείς που έχουν προβληματισμούς για τη συμπεριφορά του παιδιού τους να αναζητήσουν πρωτίστως οι ίδιοι συμβουλευτική υποστήριξη και στη συνέχεια, υπό την καθοδήγηση του ειδικού ψυχικής υγείας να γίνει η κατάλληλη παρέμβαση και σε ατομικό επίπεδο στον έφηβο εφόσον αυτό κρίνεται απαραίτητο και φυσικά το επιθυμεί και ο ίδιος ο έφηβος. Καμία περίπτωση αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς δεν είναι ίδια με κάποια άλλη, όπως και κανένας από εμάς δεν είναι ίδιος με κάποιον άλλο. Οι παράγοντες που οδηγούν σε τέτοιες συμπεριφορές είναι πολλοί και εξαιρετικά εξατομικευμένοι και γι’ αυτό πάντοτε προτείνεται μία ολιστική εξατομικευμένη παρέμβαση που να περιλαμβάνει γονείς, οικογενειακό περιβάλλον και τον έφηβο.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Κάκουρος, Ε., & Μανιαδάκη, Κ. (2003). Ψυχοπαθολογία Παιδιών και Εφήβων: Αναπτυξιακή Προσέγγιση. Αθήνα: Τυποθητω []
  2. Cooper, M., Hooper, C. M., & Thompson, M. (Επιμ.). (2012). Ψυχική Υγεία Παιδιών και Εφήβων: Θεωρία και Πράξη. (Σ. Χάσκου, Μτφ.). Αθήνα: Επιστημονικές Εκδόσεις Παρισιανου. []
  3. Μάνος, Ν. (1997). Βασικά στοιχεία Κλινικής Ψυχιατρικής. Θεσσαλονίκη: University Studio Press. []
  4. Silberg, J. L., Maes, H., & Eaves, L. J. (2010). Genetic and environmental influences on the transmission of parental depression to children’s depression and conduct disturbance: an extended Children of Twins study. Journal of Child Psychology and Psychiatry, and Allied Disciplines, 51(6), 734–744. https://doi.org/10.1111/j.1469-7610.2010.02205.x []
  5. Sander, J. B., & McCarty, C. A. (2005). Youth depression in the family context: familial risk factors and models of treatment. Clinical Child and Family Psychology Review, 8(3), 203–219. https://doi.org/10.1007/s10567-005-6666-3 []
  6. Καλαντζή-Αζίζι, Α., & Σοφιανοπούλου, Α. (Επιμ.). (2016). Γνωσιακή – Συμπεριφορική Θεραπεία Παιδιών και Εφήβων. Αθήνα: Πεδίο. []
  7. Παρασκευόπουλος, Ι. Ν., & Herbert, M. (2013). Ψυχολογικά Προβλήματα Παιδιών και Εφήβων: Πρόληψη, έγκαιρη διάγνωση, θεραπευτική παρέμβαση. Αθήνα: Πεδίο. []
  8. National Collaborating Centre for Mental Health. (2009). Borderline personality disorder: the NICE guideline on treatment and management. London: Royal College of Psychiatrists. []
  9. McLaughlin, K. A., Hatzenbuehler, M. L., Mennin, D. S., & Nolen-Hoeksema, S. (2011). Emotion dysregulation and adolescent psychopathology: a prospective study. Behaviour Research and Therapy, 49(9), 544–554. https://doi.org/10.1016/j.brat.2011.06.003 []
  10. Jovev, M., Chanen, A., Green, M., Cotton, S., Proffitt, T., Coltheart, M., & Jackson, H. (2011). Emotional sensitivity in youth with borderline personality pathology. Psychiatry Research, 187(1–2), 234–240. https://doi.org/10.1016/j.psychres.2010.12.019 []
  11. Robin, M., Pham-Scottez, A., Curt, F., Dugre-Le Bigre, C., Speranza, M., Sapinho, D., … Kedia, G. (2012). Decreased sensitivity to facial emotions in adolescents with Borderline Personality Disorder. Psychiatry Research, 200(2–3), 417–421. https://doi.org/10.1016/j.psychres.2012.03.032 []
  12. Wenar, C., & Kerig, K. P. (2008). Εξελικτική Ψυχοπαθολογία από τη Βρεφική Ηλικία στην Εφηβεία. (Δ. Μαρκούλης & Ε. Γεωργάκα, Μτφ.). Αθήνα: Gutenberg. []
  13. Miklowitz, D. J., Schneck, C. D., George, E. L., Taylor, D. O., Sugar, C. A., Birmaher, B., … Axelson, D. A. (2014). Pharmacotherapy and family-focused treatment for adolescents with bipolar I and II disorders: a 2-year randomized trial. American Journal of Psychiatry, 171(6), 658–667. []
  14. Σύλλογος Ελλήνων Ψυχολόγων. (2019). Κώδικας Δεοντολογίας Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων. Σύλλογος Ελλήνων Ψυχολόγων []
  15. American Psychological Association. (2019). Ethical Principles of Psychologists and Code of Conduct. American Psychological Association []
  16. McDougall, T., Armstrong, M., & Trainor, G. (2010). Helping children and young people who self-harm: an introduction to self-harming and suicidal behaviours for health professionals. London; New York: Routledge. []

Author: Δημήτρης Αγοραστός

Ο Δημήτρης Αγοραστός είναι ψυχολόγος και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στις νευροσυμπεριφορικές επιστήμες (University of Tuebingen), ενώ τώρα ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό του στη Σχολική Ψυχολογία (ΑΠΘ). Έχει ασχοληθεί ερευνητικά με θέματα όπως την έκφραση των ανθρωπίνων συναισθημάτων, την ενσυναίσθηση, την ανάπτυξη μαθησιακών διαταραχών και την διασύνδεση υπολογιστή-εγκεφάλου. Έχει ασχοληθεί επαγγελματικά και εθελοντικά με την ψυχοκοινωνική υποστήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, την διάγνωση μαθησιακών διαταραχών και την υποστήριξη γονέων και παιδιών. Είναι ο διαχειριστής και ο κύριος αρθρογράφος του Ψυχολογείν.