19 Αυγ 2013

Απιστία: Τι κάνω όταν ανακαλύπτω ότι ο/η σύζυγος μου με απατά

Τόσο οι υποψίες ότι ο/η σύζυγός μου με απατά, όσο και το γεγονός ότι πραγματικά συμβαίνει, έχει συχνά δυσβάσταχτες συνέπειες στη ψυχική υγεία του απατημένου ατόμου. Αν και το άτομο που απατά συχνά βρίσκεται σε κατάσταση έντονου στρες και ενοχών, κυρίως αν δεν είναι συναισθηματικά έτοιμο να τερματίσει την παράλληλη σχέση, το απατημένο άτομο βρίσκεται σε ακόμα πιό δυσμενή συναισθηματική θέση. Αισθήματα προδοσίας, απογοήτευσης, θυμού, άγχος για το άγνωστο, φόβος εγκατάλειψης, επαγρύπνηση ότι θα ξανασυμβεί, αίσθημα του αβοήθητου και ντροπή, αποτελούν μερικές από τις συναισθηματικές συνέπειες της ανακάλυψης της απιστίας.

Ο χωρισμός λόγω απιστίας, αν και είναι υψηλός, εντούτοις σε πολλές σχέσεις δεν αποτελεί βασικό παράγοντα εγκατάλειψης της συζυγικής σχέσης. Το ζευγάρι, παρόλη την κρίση, συνεχίζει να συμβιώνει ακόμα και μετά την απιστία. Η ουσία όμως δεν βρίσκεται στην απλή συμβίωση λόγω γάμου, παιδιών, οικονομικών θεμάτων, κοινωνική φήμη, κ.ο.κ αλλά στην ποιότητα της σχέσης. Μια ποιότητα που εαν δεν καλιεργηθεί, τότε η απιστία θα συνεχίσει με όλες τις αρνητικές της προεκτάσεις στη ζωή όλων των μελών της οικογένειας. Πάντα πυλώνας της ποιοτικής σχέσης είναι η εμπιστοσύνη, που δυστυχώς σε περιπτώσεις απιστίας παύει να υφίσταται.

Ερωτήματα, λοιπόν, όπως τα ακόλουθα είναι κύρια στο μυαλό του συντρόφου που έχει εξαπατηθεί:

  • Τι κάνω τώρα που ξέρω ότι με απατά;
  • Αν χωρίσω τον/την σύντροφό μου θα διευκολύνω το δρόμο προς την ερωμένη του ή τον εραστή της ;
  • Αν μείνω θα ξαναφτιάξει η σχέση μας όπως παλαιότερα;
  • Μπορεί να ξαναχτιστεί η εμπιστοσύνη; Πως;

Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη απάντηση εξ’ αρχής στα πιό πάνω ερωτήματα. Αυτό συμβαίνει γιατί η επιτυχία της σχέσης έγκειται σε αμοιβαία προσπάθεια, κυρίως όμως από την πλευρά του ατόμου που απάτησε. Όλα θα εξαρτηθούν όμως από τη θέληση των δύο να ξαναπροσπαθήσουν για τη σχέση, τους λόγους που το κάνουν, τη σημασία του τρίτου προσώπου στη ζωή του ενός συζύγου, τις ανάγκες, το σύστημα αρχών και αξιών τους και την προσωπικότητα.

Αν και δεν υπάρχει έτοιμη συνταγή για τις πιό πάνω ερωτήσεις, εντούτοις υπάρχει έτοιμη συνταγή για το πως να ξανακερδιθεί η εμπιστοσύνη, που όπως προαναφέρθηκε είναι η βάση μιας υγιούς σχέσης. Οι πιό κάτω συστάσεις απευθύνονται σε συζύγους που θα ρισκάρουν να επανακτηθεί η εμπιστοσύνη στη σχέση τους στο ‘όλα ή τίποτα‘. Για τους συζύγους που μπορούν να συμβιβαστούν σε γάμους που θα υπάρξει δυσλειτουργία, γιατί έχουν σαν γνώμονα το ’αρκεί να μην τον/την χάσω‘, οι παρακάτω συστάσεις δε θα βοηθήσουν. Αντίθετα, θα προκαλέσουν περισσότερη αμηχανία, σύγχυση, άγχος και αντίσταση.

Βήματα για επανάκτηση εμπιστοσύνης

Διαφάνεια

Απαιτεί άμεση απόδειξη από τον/την σύντροφο που εξαπατά ότι έχει μετανιώσει και δε θα επαναλάβει την άταχτη συμπεριφορά. Τρόποι για εξασφάλιση της διαφάνειας: Δικαίωμα πρόσβασης του απατημένου ατόμου σε τόπους επικοινωνίας του/της συζύγου με το τρίτο πρόσωπο, π.χ. έλεγχος κινητού, ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, απόκτηση κωδικών προστασίας των προσωπικών μηνυμάτων του συντρόφου σε κινητή τηλεφωνία και διαδύκτιο. Παρουσία απατημένου ατόμου στην τηλεφωνική ή γραπτή επικοινωνία που θα συντάξει το άτομο που απατά στην ερωμένη ή στον εραστή της ότι θα διακοπεί η σχέση τους για πάντα.

Χρόνος μαζί

Γνώση του προγράμματος του/της συντρόφου που απατά και δημιουργία κοινών δραστηριοτήτων που θα φέρει τα δύο μέλη πιό κοντά συναισθηματικά. Για τους πρώτους μήνες, ύπαρξη αμοιβαίας συμφωνίας για άσκηση ελέγχου από το απατημένο άτομο για το που βρίσκεται ο/η σύζυγος, πόση ώρα περνά κάπου και ώρα που επιστρέφει σπίτι. Επίσης, στη συμφωνία περιλαμβάνεται και η αυθόρμητη επίσκεψη του απατημένου ατόμου σε όποιοδηποτε μέρος βρίσκεται ο/η σύζυγός του.

Επανεκτίμηση σχέσης

Το άμεσα επόμενο βήμα είναι πως χειρίζονται οι δύο σύντροφοι ξεχωριστά τους εαυτούς τους και μετά ο ένας τον άλλον. Μια σοβαρή κρίση αποτελεί πάντοτε και ευκαιρία απολογισμού και επανεκτίμησης του τι πήγε λάθος σε μια κατάσταση που έφτασε στο σημείο να καταρρεύσει. Έτσι, είναι υγιές το κάθε άτομο να δει ξεχωριστά το δικό του μερίδιο ευθύνης σ’αυτό που προέκυψε. Πολύ σημαντικό είναι να απαντηθούν στη σχέση τα εξής ερωτήματα:

  • Ποιές ανάγκες του ατόμου και ποιά συναισθήματα του κάλυπτε η δεύτερη σχέση;
  • Υπάρχει περίπτωση αυτές οι ανάγκες και τα συναισθήματα να καλυφθούν στη συζυγική σχέση; Aν ναι, πως.
  • Για ποιούς λόγους επιστρέφω στη συζυγική σχέση; Μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να είμαι παντοτινά αφοσιωμένος/η στη συζυγική σχέση;

Υπάρχουν συνειδητοί και μη συνειδητοί λόγοι. Οι δεύτεροι χρήζουν βοήθεια ειδικού για να γίνουν αντιληπτοί. Αυτό συμβαίνει γιατί έγκεινται στα κοινωνικά πρέπει που το άτομο ίσως παρουσιάσει δυσκολία στο να τα διαχωρίσει από τα δικά του λογικο-συναισθηματικά πρέπει. Εάν δεν επιλυθεί το τελευταίο, τότε το άτομο που απατά και αποφασίζει να αφοσιωθεί μόνο στη σχέση που ‘πρέπει‘ έχει αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξει μελλοντικά έντονες ψυχολογικές συγκρούσεις με άμεσες συνέπειες τόσο στη ψυχική όσο και στην σωματική του υγεία.

Απόκτηση νέου τρόπου επικοινωνίας και διατήρησής του

Από την κλινική μου εμπειρία, το κλειδί της σωστής διαχείρισης βρίσκεται πάντα στην ανοικτή επικοινωνία μεταξύ των δύο συντρόφων. Βέβαια, στις πλείστες των περιπτώσεων, αυτό το κλειδί είναι ήδη σκουριασμένο και αδούλευτο αρκετό χρονικό διάστημα προτού εμφανιστεί η απιστία.Εξού και η δυσκολία των δύο μελών να μάθουν ένα νέο χορό επικοινωνίας σε ένα καυτό πλέον δάπεδο. Όσο δύσκολη και επώδυνη μπορεί να είναι προσωρινά η αλήθεια που θα αναδυθεί από την ανοικτή επικοινωνία, εντούτοις έχει μακροπρόθεσμα υγιή αποτελέσματα.

Εάν το ζευγάρι δυσκολεύεται να διαχειριστεί ένα νέο ανοιχτό τρόπο επικοινωνίας, είναι βοηθητική η επίσκεψη και των δύο σε ψυχολόγο. Να θυμάστε ότι η επιστροφή στα συνήθη μοτίβα επικοινωνίας είναι πανεύκολη και πιθανό να οδηγήσει στις ίδιες δυσλειτουργικές συμπεριφορές. Συνήθως, απαιτείται χρόνος και συνεχή τριβή για να αποκτηθεί ένας νέος τρόπος επικοινωνίας.

Γενικά, τα πιο πάνω είναι αναγκαία να εφαρμοστούν για τη διαδικασία ανάπτυξης εμπιστοσύνης στην πληγωμένη σχέση. Εάν ο σύζυγος που απάτησε δεν είναι διαθέσιμος να μπει στην πιο πάνω διαδικάσια, τότε η πιθανότητα να συνεχίσει την άτακτη συμπεριφορά είναι αυξημένη. Όσο ελκυστικά κι αν είναι τα πιθανά επιχειρήματά του για να μην κάνει ότι του ζητήσατε, καλό είναι να πάρετε στα σοβαρά τις πράξεις του να μην το κάνει παρά τα λόγια ή τις δικαιολογίες του. Ακόμα όμως και μια φαινομενική επιτυχία για επανάκτηση της εμπιστοσύνης δε σημαίνει μόνιμη αλλαγή κι αυτό κάνει τη συνέχιση της πληγωμένης σχέσης ακόμα πιο περίπλοκη. Δηλαδή, ακόμα κι αν βάση των προαναφερθέντων βημάτων κερδηθεί η εμπιστοσύνη προσωρινά, το απατημένο άτομο είναι δύσκολο να ασκεί παντοτινό έλεγχο στο άλλο γιατί οι συνεχείς πιέσεις και ανασφάλεια πιθανό να φέρουν αντίθετα αποτελέσματα ακόμα κι αν ο/η σύζυγος είναι όντως αποφασισμένος/η να επανορθώσει.

Πολλοί έχουν αναφέρει ότι με άλλες τακτικές, όπως το να κάνουμε ταξίδια, εκδρομές, νέες δραστηριότητες για να αναζωογονήσουμε τη σχέση μας, είναι από μόνα τους ικανοποιητικά για να ξαναδώσουν πνοή σε μία σχέση ή για να ξεχαστεί το τρίτο πρόσωπο. Δυστυχώς, ποτέ μια συμπληρωματική βοήθεια, δε θεράπευσε από μόνη της βαθύτερες πληγές. Χρειάζεται ωριμότητα και από τις δύο πλευρές, χρειάζεται αλήθεια και ένα ζύγιασμα των αναγκών των δύο συζύγων, που θα οδηγήσει σε αποφάσεις που θα ωφελέσουν την υγεία όχι μόνο των δύο αλλά και των παιδιών που υπάρχουν ή που πρόκειται να υπάρξουν εαν το ζευγάρι συνεχίσει το γάμο του.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

01 Φεβ 2013

Λόγοι που ο ψυχολόγος δεν πρέπει να κάνει πελάτες του συγγενείς και φίλους

“Λυπάμαι, είναι αντιδεοντολογικό να σε αναλάβω»

Στο άκουσμα αυτού του κλισέ από τον ψυχόλογο που είναι συνάμα συγγενής ή φίλος του προσώπου που ζητά βοήθεια, μερικοί ίσως να απογοητεύονται. Ίσως και να αισθάνονται μια μικρή απόρριψη απ΄το γνωστό τους ψυχολόγο. Επακόλουθη μπορεί να είναι και η αντίσταση να δουν ένα άγνωστο γι αυτούς ειδικό.

Η απορία του “μα γιατί δεν μπορεί να μας βοηθήσει ο δικός μας που μας γνωρίζει καλύτερα και να πάμε σε ξένο” είναι πιθανή και απόλυτα κατανοητή για τα άτομα που δεν ανήκουν στο χώρο της ψυχολογίας. Πολλοί έχουν παραλληλίσει την επιστήμη της Ψυχολογίας με την δουλειά των πνευματικών ή των “καλών φίλων” που προσφέρουν βοήθεια εν ώρα ανάγκης. Κάποιοι, θεωρούν την ψυχολογία κάτι κοντινό με την ιατρική. Άρα, όπως επιλέγω να με δει ο συγγενής μου που είναι παθολόγος, έτσι γίνεται και με τον άλλο που είναι ψυχολόγος. Λάθος! Η αλήθεια είναι ότι τα επαγγέλματα που έχουν σαν στόχο την αλλαγή της συμπεριφοράς, όπως είναι αυτό του ψυχολόγου ή του ψυχοθεραπευτή, πρέπει να διέπονται εξ’αρχής από κανόνες συμπεριφοράς και αυστηρά όρια. Τέτοια είναι η απαγόρευση σε γνωστό να γίνει ψυχοθεραπευόμενος, για την προστασία και των δύο. Αυτό έχει να κάνει με τη δημιουργία “διπλής σχέσης” η οποία απαγορεύεται ρητά να προκύπτει στη ψυχοθεραπεία.

Διπλή σχέση υπάρχει όταν το άτομο διατηρεί ήδη μια είδους σχέση με τον ψυχολόγο, (π.χ. φίλοι, συγγενείς, παλιοί συνεργάτες, κοκ) και εμπλέκονται σε δεύτερη σχέση, αυτή του ψυχοθεραπευτή και ψυχοθεραπευόμενου. Το ίδιο ισχύει κι όταν ο “άγνωστος” ψυχοθεραπευόμενος κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή με το τέλος της, εμπλακεί σε άλλου είδους σχέση με τον ψυχολόγο (π.χ. φιλική, ερωτική, ή πελατειακή). Τα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν από διπλή σχέση ποικίλουν. Πιο κάτω αναφέρονται οι λόγοι που δεν μπορεί να δουλέψει αυτού του είδους η σχέση, κυρίως μεταξύ συγγενών και φίλων του ψυχολόγου.

Απουσία αντικειμενικότητας

Όταν έχω αναπτύξει την εντύπωση ότι π.χ. ο γνωστός μου ο Γιάννης είναι καλός αλλά η καταπιεστική του μητέρα τον έκανε παθητικό σε όλα, τότε ήδη ξεκινώ θεραπεία με τον “Γιάννη τον παθητικό.” Σαν φίλη του, τα ’χω από καιρό με τη μάνα του που τον έκανε έτσι. Άρα, αν καλέσω τη μητέρα του στη θεραπεία θα είμαι ήδη αρνητική μαζί της, ενώ του Γιάννη του έχω βάλει ήδη μια ταμπέλα. Στη ψυχοθεραπεία, δυσκολεύομαι να τον αξιολογήσω αλλιώς γιατί από χρόνια που τον ξέρω είμαι προκατειλημμένη μαζί του στο θέμα της απάθειάς του. Συνεπώς, σαν ψυχολόγος πιθανό να επηρεάζω την πορεία της θεραπείας του Γιάννη με τις σχεδόν λανθασμένες αντιλήψεις που σχημάτισα ως τώρα γι’ αυτόν.

Δυσανάλογη εξουσία

Μέχρι τώρα με την φίλη μου τη Λόλα είμασταν ίσες σε όλα. Είχα εγώ τις ευάλωτές μου στιγμές και σαν κολλητή με στήριζε αρκετά. Είχε κι αυτή τις δικές της δυσκολίες κατά καιρούς, κι εγώ κλασσικά κοντά της. Ξαφνικά μετά από χρόνια που παίρνω το “χρήσμα” του ψυχολόγου, η Λόλα θέλει ψυχοθεραπεία μαζί μου κι εγώ της κάνω τον “ειδήμονα.” Το πιο πιθανόν είναι να της δίνω συμβουλές (μη αντικειμενικές) και να νιώθει ακόμα πιο επιρρεπής στις συμβουλές μου, που τώρα εμπιστεύεται περισσότερο γιατί “σαν ψυχολόγος η φίλη μου ξέρει παραπάνω από ’μένα,” ή να αρχίσει να αισθάνεται μειονεκτικά προς εμένα που “σαν ψυχολόγος η φίλη μου τώρα ξέρει παραπάνω από ’μένα,” ή να ανταπαντά «εσύ γιατί δεν το ’κανες αυτό τότες που είχες το ίδιο δίλημμα” και να συγχέονται οι φιλίες με το επάγγελμα, σε σημείο που η μία σχέση εκ των 2 ή και 2 να πρέπει να τερματιστούν.

Δυσκολία αποκάλυψης της αλήθειας

Πάντα η ψυχοθεραπεία και κυρίως η μακρά ψυχοθεραπεία αγγίζει πολύ βαθιές πτυχές της ζωής του θεραπευόμενου. Πολλές αλήθειες, μυστικά, απωθημένα και λοιπά άλυτα θέματα πρέπει να αναδυθούν για να βοηθήσουν το θεραπευόμενο να λύσει σημαντικά του ζητήματα που τον ταλαιπωρούν κάθε τόσο. Όταν ο θεραπευόμενος γνωρίζει τον θεραπευτή του, είτε λόγω φιλίας ή συγγένειας, η ανάγκη για αποκάλυψη σοβαρών ζητημάτων, μπορεί και να οδηγήσει στη διάλυση της θεραπευτικής σχέσης για να προστατευτεί η συγγενική ή η προϋπάρχουσα φιλική σχέση. Σκεφτείτε ας πούμε, τι θα συνέβαινε στο ακραίο σενάριο του ψυχολόγου που κάνει θεραπεία σε συγγενή του, και ο συγγενής πρέπει να αποκαλύψει ότι είχε παρενοχληθεί σεξουαλικά στην παιδική του ηλικία από τον τάδε κοινό συγγενή, που ήταν και είναι λατρεμένο κοντινό πρόσωπο του ψυχολόγου! Κανονικό δράμα.

Σύγκριση τρόπου ζωής του ψυχολόγου

Το απόρρητο της ζωής του ψυχολόγου είναι πολύ σημαντικό. Ένας βασικός λόγος είναι γιατί οι πελάτες για να πετύχει η θεραπεία τους πρέπει πρώτα να εμπιστευτούν το ψυχολόγο τους. Η γνώση του θεραπευόμενου των επιλογών και του τρόπου ζωής του ψυχολόγου του, π.χ. στην ερωτική, επαγγελματική, οικογενειακή του ζωή, μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την εμπιστοσύνη του θεραπευόμενου προς το θεραπευτή του. Κι αυτό γιατί οι αντίληψεις του ενός πιθανόν να διαφέρουν πολύ απ’ αυτές του άλλου. Επιπρόσθετα, η σύγκριση του τρόπου ζωής των δύο, πιθανόν να γεννήσει στον θεραπευόμενο συναισθήματα ζήλιας, διαφορετικότητας, ενοχής, που είναι όχι μόνο αχρείαστα αλλά θέτουν σε ρίσκο και την παλιά καλή σχέση που είχαν. Η μυθοποίηση του ψυχολόγου-φίλου ως “άτομο-σωτήρας,” ή υπέρμετρα συγκροτημένου ατόμου, πάλι μπορεί να έχει αρνητικά αποτελέσματα στην τάση μίμησης του τρόπου ζωής του ψυχολόγου από τον θεραπευόμενο. Κι αυτό γιατί ο θεραπευόμενος οφείλει να αγαπήσει τον εαυτό του και να κάνει τις επιλογές που ταιριάζουν στον ίδιο κι όχι στον τάδε γνωστό του που τυχαίως έγινε και ψυχολόγος του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο ψυχολόγος αναπτύσσει μια σχέση εκμετάλλευσης προς τον πελάτη.

Αμοιβή

Στο επάγγελμα του ψυχολόγου, η αμοιβή στο τέλος κάθε συνεδρίας θεωρείται απαραίτητη, όχι μόνο τυπικά γιατί ο ένας παρέχει υπηρεσίες κι ο άλλος αγοράζει, αλλά και συμπεριφορικά. Είναι γεγονός πως ο ψυχολόγος είναι σημαντικό να διακατέχεται από αξίες που διέπουν μια σχέση φιλίας, όπως είναι η άνευ όρων αποδοχή του άλλου, η αγάπη, η υποστήριξη, το νοιάξιμο, κ.ο.κ. Ο ψυχοθεραπευόμενος μπορεί μέσα σε μια τέτοια σχέση να παρασυρθεί στο βίωμα πως ο ψυχολόγος του δεν είναι επιστήμονας αλλά ένας καλός φίλος, εξομολογητής, γονεϊκό σύμβολο ή ίσως και ο αυριανός ερωτικός του σύντροφος! Γι αυτό και στο τέλος, η αμοιβή θεωρείται σημαντική για διαχωρισμό των σχέσεων που μπορεί ο πελάτης να φαντασιωθεί ότι έχει με το ψυχολόγο. Σε μια φιλία ή συγγένεια πιθανόν η λήψη χρημάτων από τον ψυχολόγο να παρεξηγηθεί απ’ τον συγγενή. Βέβαια, ακόμα κι αν ο ψυχολόγος μειώσει την τιμή ή την καταργήσει, αντιλαμβάνεστε ότι τα όρια στη θεραπευτική σχέση θα είναι δύσκολο να τοποθετηθούν.

Ωρα

Η καθορισμένη ώρα για συνεδρία χρησιμοποιείται επίσης και συμπεριφορικά, για να διατηρούνται τα όρια της θεραπευτικής σχέσης. Με ένα φίλο μας προσφέρουμε άπλετο χρόνο να συζητάμε το θέμα του. Με το θεραπευόμενο όμως η ώρα καθορίζεται εξαρχής και πρέπει να τηρείται αλλιώς συμπεριφορικά ο θεραπευομένος μπορεί να μάθει να χειρίζεται την ώρα του ψυχολόγου ανάλογα με τη δική του διάθεση και ανάγκες. Προσωπικά, μερικούς πελάτες μου κάποτε αισθάνομαι άβολα όταν με αναγκάζουν να τους οριοθετώ με το χρόνο, πόσο μάλλον να ήταν φίλοι μου και συγγενείς μου και να τους λέω “πλησιάζουμε στο τέλος της συνεδρίας…”, ενώ μετά να ανακοινώνω και το κόστος των υπηρεσιών μου. Δεν ακούγεται ωραίο, ε;

Όλα τα πιό πάνω, ίσως και κάποια τα οποία μου διέφυγαν, αποτελούν σημαντικούς λόγους που ο κώδικας ηθικής και δεοντολογίας των ψυχολόγων υπαγορεύει την αποφυγή δημιουργίας θεραπευτικής σχέσης μεταξύ ψυχολόγου και γνωστών του, εξ’ αρχής. Τέτοιου είδους σχέσεις δε διέπονται από επαγγελματισμό καθώς θέτουν σε ρίσκο τη ψυχική υγεία του θεραπευόμενου και τις προϋπάρχουσες καλές του σχέσεις με το ψυχολόγο που γνωρίζει.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>