13 Ιούλ 2015

Ο ρόλος των συναισθημάτων

Τα συναισθήματα παίζουν σημαντικό ρόλο συνδυαστικά με τον τρόπο που σκεφτόμαστε και συμπεριφερόμαστε. Για να κατανοήσουμε τα συναισθήματα, είναι σημαντικό να καταλάβουμε τα τρία συστατικά ενός συναισθήματος. Τα συναισθήματα μας αποτελούνται από ένα υποκειμενικό στοιχείο (το πώς βιώνουμε το συναίσθημα), ένα φυσικό (το πώς το σώμα μας αντιδρά στο συναίσθημα) και ένα εκφραστικό (το πώς συμπεριφερόμαστε σε απάντηση προς το συναίσθημα). Αυτά τα διαφορετικά στοιχεία μπορούν να διαδραματίσουν έναν ρόλο στη λειτουργία και στον σκοπό των συναισθηματικών μας αντιδράσεων.

Αλλά γιατί βιώνουμε συναισθήματα; Τι ρόλο εξυπηρετούν;

Τα συναισθήματα μπορούν να μας παρακινήσουν να αναλάβουμε δράση. Όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μία πρόκληση, μπορεί να νιώσουμε άγχος για το αν θα τα πάμε καλά. Λόγω αυτής της συναισθηματικής μας αντίδρασης, ίσως να είναι πιο πιθανό να παρακινηθούμε να εμπλακούμε περισσότερο, ώστε να επιτύχουμε μια πιθανή έκβαση που επιθυμούμε. Από τη στιγμή που βιώνουμε ένα συγκεκριμένο συναίσθημα, μας δίνεται το κίνητρο να αναλάβουμε δράση και να κάνουμε κάτι θετικό για να βελτιώσουμε τις πιθανότητές επιτυχίας μας.

Τείνουμε, επίσης, να αναλαμβάνουμε δράση προκειμένου να βιώνουμε θετικά συναισθήματα και να ελαχιστοποιούμε την πιθανότητα να νιώθουμε τα αρνητικά. Για παράδειγμα, μπορούμε να ανατρέχουμε σε κοινωνικές δραστηριότητες ή χόμπι που μας παρέχουν μια αίσθηση ευτυχίας, ικανοποίησης και ενθουσιασμού. Από την άλλη πλευρά, πιθανόν να αποφεύγουμε καταστάσεις που μπορούν δυνητικά να οδηγήσουν σε πλήξη, θλίψη ή άγχος.

Ο Δαρβίνος πίστευε ότι τα συναισθήματα είναι προσαρμοστικός παράγοντας που επιτρέπει τόσο τους ανθρώπους, όσο και στα ζώα να επιβιώσουν και να αναπαραχθούν. Τα συναισθήματα χρησιμεύουν ώστε να λάβουμε δράση γρήγορα και να μεγιστοποιήσουμε τις πιθανότητές μας για επιβίωση και επιτυχία.

Τα συναισθήματά μας, επιπλέον, συμβάλλουν σημαντικά στις αποφάσεις που παίρνουμε. Ακόμα και σε περιπτώσεις που πιστεύουμε ότι οι αποφάσεις μας καθοδηγούνται αποκλειστικά από τη λογική και τον ορθολογισμό, τα συναισθήματα παίζουν καθοριστικό ρόλο. Η συναισθηματική νοημοσύνη ή η ικανότητά μας να κατανοούμε και να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματα, έχει αποδειχθεί ότι παίζει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Όταν ερχόμαστε σε επαφή με άλλους ανθρώπους, είναι σημαντικό να δώσουμε «σήματα» για να τους βοηθήσουμε να κατανοήσουν το πώς αισθανόμαστε. Αυτά τα «σήματα» μπορούν να περιλαμβάνουν τη συναισθηματική έκφραση μέσα από τη γλώσσα του σώματος, όπως οι διάφορες εκφράσεις του προσώπου που συνδέονται με τα ιδιαίτερα συναισθήματα που βιώνουμε. Όταν λέμε σε φίλους ή σε μέλη της οικογένειας ότι αισθανόμαστε χαρά, λύπη, ενθουσιασμένοι ή φοβισμένοι, τους δίνουμε σημαντικές πληροφορίες που μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιήσουν για να αναλάβουν δράση.

Ακριβώς όπως τα δικά μας συναισθήματα παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τους άλλους, οι συναισθηματικές εκφράσεις των γύρω μας, μας δίνει μια πληθώρα κοινωνικών πληροφοριών. Η επικοινωνία με τους άλλους είναι ένα σημαντικό μέρος της καθημερινής μας ζωής και των σχέσεων, καθώς βοηθά να ερμηνεύουμε και να αντιδρούμε στα συναισθήματα των άλλων. Αυτό μας επιτρέπει να ανταποκριθούμε κατάλληλα και να οικοδομήσουμε βαθύτερες, πιο ουσιαστικές σχέσεις με τους φίλους μας, την οικογένεια μας και τους αγαπημένους μας.

Εν κατακλείδι, τα συναισθήματα μπορούν να μας παρακινήσουν να δράσουμε με συγκεκριμένους τρόπους και να μας δώσουν τα εργαλεία και τους πόρους που χρειαζόμαστε για να αλληλεπιδράσουμε ουσιαστικά με τον κοινωνικό μας περίγυρο.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία

  • Darwin, C. (1872). The expression of emotions in man and animas. New York: Appleton.
  • Goleman, D. (2011). Η Συναισθηματική Νοημοσύνη. Αθήνα: Πεδίο.
  • James, W. (1884). What is an emotion ?. Mind, 9, 188-205.
  • Lyons, W. (1999). The Philosophy of Cognition and Emotion. In T. Dalgleish, & M. J. Power (Eds.)(1999). A Handbook of Cognition and Emotion (21-44). Chichester: Wiley.
  • Niedenthal, P., Krauth-Greuber, S., Ric, F. (2011). Ψυχολογία του συναισθήματος. Αθήνα: Τόπος (Μοτίβο εκδοτική).
  • Παππά, Β. (2013). Η λογική των συναισθημάτων: Συναισθηματική ανάπτυξη και συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Οκτώ.
]]>

04 Μαΐ 2015

Τι είναι η Θετική Ψυχολογία;

Έχετε την τάση να βλέπετε το ποτήρι μισοάδειο ή μισογεμάτο; Πιθανόν να έχετε ακούσει αυτήν τη ερώτηση πολλές φορές…

Σε λιγότερο από μια δεκαετία, η Θετική Ψυχολογία έχει τραβήξει την προσοχή όχι μόνο της ακαδημαϊκής κοινότητας, αλλά και του ευρύ κοινού. Ο αντίκτυπος είναι τόσο μεγάλος που κάνοντας μια αναζήτηση στο google για τον όρο «θετική ψυχολογία» βρέθηκαν περισσότερα από 419,000 αποτελέσματα! Με τον όρο «Positive Psychology» περιγράφεται ένα κίνημα έρευνας και εφαρμογής στις Νευρο-επιστήμες και την Ψυχολογία, που μελετά αυτά που ορίζονται ως «Θετικά συναισθήματα». Μελετώνται, εξίσου, και οι δεξιότητες που αναπτύσσει ο άνθρωπος βιώνοντας αυτά τα συναισθήματα, αλλά και τα επιτεύγματα που προκύπτουν από αυτές τις δεξιότητες.

Σε αντίθεση με την παραδοσιακή ψυχολογία που εστιάζει στο αρνητικό και προβληματικό μέρος του ψυχικού κόσμου του ατόμου και στη θεραπεία του, η θετική ψυχολογία εστιάζεται στην προαγωγή της ευζωίας, της ευημερίας και της ικανοποίησης από τη ζωή, μέσα από την μελέτη του ρόλου των θετικών συναισθημάτων, χαρακτηριστικών, κινήτρων και ικανοτήτων των ανθρώπων. Βέβαια, αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο καθώς ήδη οι ανθρωπιστικές και υπαρξιακές προσεγγίσεις δίνουν έμφαση στα θετικά στοιχεία του ανθρώπου, όπως την δύναμη της θέλησης, την υπευθυνότητα, την αυτενέργεια, την αυτοπραγμάτωση και την ελευθερία των επιλογών. Το κίνημα της θετικής ψυχολογίας, λοιπόν, συνεχίζοντας και επεκτείνοντας την παράδοση των παραπάνω ψυχολογικών θεωριών, αναφέρεται στη σημαντικότητα των θετικών σκέψεων και συναισθημάτων και πως αυτά μπορούν να βοηθήσουν στη διαχείριση του άγχους, στην γενική υγεία και την ευημερία.

Τι είναι, όμως, ακριβώς η θετική σκέψη;

Ίσως να μπείτε στον πειρασμό να υποθέσετε ότι ταυτίζεται με το να βλέπει κάποιος τον κόσμο μέσα από χρωματιστούς “ροζ” φακούς, αγνοώντας τις αρνητικές πτυχές της ζωής ή αρνούμενος να δει ολόκληρη την πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα, όμως, θετική σκέψη σημαίνει ότι προσεγγίζουμε τις προκλήσεις της ζωής με μια θετική οπτική, χωρίς να σημαίνει απαραίτητα ότι αποφεύγουμε ή αγνοούμε τα άσχημα γεγονότα. Αντ’ αυτού περιλαμβάνει την αξιοποίηση των δυνητικά άσχημα καταστάσεων με το να προσπαθούμε να δούμε την καλύτερη πλευρά στους άλλους ενώ, παράλληλα, βλέπουμε τον εαυτό και τις ικανότητες μας μέσα από ένα θετικό πρίσμα.

Ένας, ακόμα, από τους στόχους της Θετικής Ψυχολογίας είναι να προωθήσει μια ευρύτερη αίσθηση της γνώσης και της συναίσθησης· να προχωράς, δηλαδή, πέρα από την καθημερινή φλυαρία του μυαλού με τις ατέλειωτες καθημερινές εργασίες και ανησυχίες που συχνά το απασχολούν, σε μια βαθύτερη αίσθηση της ίδιας σου της ύπαρξης και του αυτοσκοπού σου. Να μην αφήνεις, δηλαδή, τις αρνητικές καταστάσεις να σε εμποδίζουν από το να εξελίσσεις τον εαυτό σου.

Οι ερευνητές της Θετικής Ψυχολογίας, επιπλέον, μελετούν το ρόλο των θετικών συναισθημάτων, σκέψεων και γνώσεων στα πλαίσια της εκπαίδευσης, της μάθησης, της εργασιακής εξουθένωσης και της ψυχικής υγείας. Με αυτό τον τρόπο, το θεωρητικό υπόβαθρο των εννοιών της Θετικής Ψυχολογίας εφαρμόζεται, ακριβώς, στους τομείς που είναι υπεύθυνοι για το μεγαλύτερο μέρος της δημιουργίας και διαμόρφωσης του ανθρώπινου ψυχισμού.

Σύμφωνα με την Barbara Fredrickson, εκπρόσωπο της θετικής ψυχολογίας, το σημαντικότερο πλεονέκτημα της προσωπικής ανάπτυξης από το βίωμα θετικών συναισθημάτων είναι ότι το άτομο γεμίζει τους ψυχικούς του πόρους με ισχυρά νοητικά, κοινωνικά και συναισθηματικά εφόδια που διαρκούν στο χρόνο. Υποστηρίζει δε, ότι με τη στιγμιαία βίωση ενός θετικού συναισθήματος και τον εμπλουτισμό των πόρων μας, τροφοδοτούνται και άλλα θετικά συναισθήματα τα οποία – με τη σειρά τους – δίνουν τροφή σε ακόμα περισσότερα, σχηματίζοντας έτσι ένα είδος “ψυχικής έλικας” η οποία ξετυλίγεται συνεχώς. Το όφελος είναι ότι μαζί με αυτή ξετυλίγεται και η ψυχοσύνθεση μας επιτρέποντάς μας να βιώσουμε μία ψυχική ανάταση. Έτσι, ο καθένας οχυρώνει την υγεία απέναντι σε οποιαδήποτε διαταραχή και ωριμάζει με ιδανικό τρόπο.

Συμπερασματικά, η Θετική Ψυχολογία επανέφερε στο προσκήνιο τους δύο βασικούς στόχους της Ψυχολογίας· την προώθηση της ευημερίας και ευζωίας και την αξιοποίηση των κλίσεων του ατόμου, των ιδιαίτερων δυνατοτήτων και ταλέντων του και του δυναμικού του. Η ενασχόλησή της περιλαμβάνει τις θετικές διαστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως το νόημα της ζωής, την ψυχολογική ανθεκτικότητα, τα θετικά συναισθήματα και την συνεισφορά τους στη βελτίωση της ζωής του ατόμου. Εν ολίγοις, στοχεύει στην ποιοτική μακροζωία.

Κλείνοντας, αυτό που θα πρέπει να θυμόμαστε είναι πως η χαρά και ο πόνος συνυπάρχουν στη ζωή μας, όπως συνυπάρχει το θετικό μαζί με το αρνητικό και η φωτεινή μαζί με τη σκοτεινή πλευρά της ζωής. Με αυτό ως κανόνα, ακόμα και τα αρνητικά συναισθήματα μπορούν να αποτελέσουν κινητήρια δύναμη για την επιβίωση μας. Το πιο σημαντικό, ωστόσο, είναι ότι τα θετικά συναισθήματα συμβάλλουν στην εξέλιξη και την ταχύτερη απελευθέρωση μας από κάθε τι το αρνητικό. Σε κάθε μία από τις δύο περιπτώσεις, όμως, το ευτυχές γεγονός είναι ότι η επιστήμη στρέφει την προσοχή της στο πραγματικό κίνητρο του ανθρώπου… Το συναίσθημα!

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία

  • Gable, S. & Haidt, J (2005). What (and Why) is Positive Psychology? Review of General Psychology, 9 (2), 103-110
  • Peterson, C. (2006). A Primer in Positive Psychology. New York Oxford University Press.
  • Peterson, C. (2008). What Is Positive Psychology, and What Is It Not? Psychology Today. Found online at http://www.psychologytoday.com/blog/the-good-life/200805/what-is-positive-psychology-and-what-is-it-not
  • Seligman, M. E. P. & Csikszenmihalyi, M. (2000). Positive psychology: An introduction. American Psychologist, 55, 5-14.
  • Συλλογικό, «Εισαγωγή στη Θετική Ψυχολογία», Τόπος (Μοτίβο Εκδοτική), Οκτώβριος 2011
]]>

10 Μαρ 2015

Ας γνωρίσουμε τις Αγχώδεις Διαταραχές

Οι αγχώδεις διαταραχές είναι οι πιο συχνές διαταραχές στον κόσμο σύμφωνα με έρευνα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει νιώσει άγχος. Το άγχος είναι μια κοινή αντίδραση που σε κάποιο βαθμό απαντάται στους περισσότερους ανθρώπους με τη μορφή της υπερβολικής αντίδρασης σε ήπια στρεσογόνα γεγονότα, όπως για παράδειγμα σε παραμονές εξετάσεων, σε αναμονή σημαντικών συναντήσεων κλπ. Το άγχος θεωρείται παθολογικό όταν δημιουργεί προβλήματα στην καθημερινή λειτουργικότητα του ατόμου, οπότε και έχουμε κάποια αγχώδη διαταραχή.

Οι έξι βασικές αγχώδεις διαταραχές:

  • Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή: μακροχρόνιο άγχος που δεν αφορά σε κάποια συγκεκριμένη κατάσταση ή αντικείμενο
  • Διαταραχή πανικού (με ή χωρίς αγοραφοβία): εμφανίζεται ξαφνικά και απότομα και συνοδεύεται από αίσθημα επικείμενου φόβου ή καταστροφής. Συχνά ακολουθείται από τρέμουλο, ζάλη, ταχυκαρδία, φόβο και δυσκολία στην αναπνοή.
  • Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή: επαναλαμβανόμενες ιδεοληψίες (επίμονες σκέψεις, ιδέες, παρορμήσεις ή εικόνες) και καταναγκασμοί.
  • Κοινωνική Αγχώδης Διαταραχή:έντονος φόβος ταπείνωσης ή αμηχανίας σε κοινωνικές καταστάσεις.
  • Ειδικήφοβία: έντονος και επίμονος φόβος για μια συγκεκριμένη κατάσταση ή αντικείμενο
  • Διαταραχή μετα-τραυματικού στρες: άγχος από μια τραυματική εμπειρία. Επαναβίωση του τραύματος μέσα από όνειρα ή επαναλαμβανόμενες αναμνήσεις του συμβάντος που ταράζουν το άτομο.

Συμπτώματα:

Ψυχολογικό, στρες, τρόμος, ανησυχία, φόβος, πανικός, ευερεθισμός

Σωματικά διαταραγμένος ύπνος, πονοκέφαλοι, σφίξιμο στο στήθος, σφίξιμο στο στομάχι, ταχυκαρδία

Σε αυτό το σημείο, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι για να πούμε πως ένα άτομο έχει αγχώδη διαταραχή, πρέπει να πληροί τα κριτήρια που ορίζει το DSM (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders) για την καθεμιά από τις παραπάνω διαταραχές. Η αιτία που προκαλείται μια αγχώδης διαταραχή δεν είναι πλήρως γνωστή, αλλά φαίνεται πως συμβάλλουν αρκετοί παράγοντες στην ανάπτυξη της, όπως είναι η χημεία του ίδιου του εγκεφάλου, η κληρονομικότητα, αλλά και το περιβάλλον.

Οι νευροδιαβιβαστές του εγκεφάλου βοηθούν στην μεταφορά πληροφοριών από νευρικό κύτταρο σε νευρικό κύτταρο. Εάν οι νευροδιαβιβαστές είναι εκτός ισορροπίας, οι πληροφορίες δεν μπορούν να μεταβούν κατάλληλα στον εγκέφαλο. Αυτός μπορεί να είναι ένα τρόπος που ο εγκέφαλος αντιδρά σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, οδηγώντας έτσι στην ανησυχία κ το άγχος. Επίσης, μερικοί ερευνητές προτείνουν πως το οικογενειακό ιστορικό παίζει ρόλο στην αύξηση της πιθανότητας να αναπτύξει ένα άτομο αγχώδη διαταραχή. Αυτό σημαίνει ότι η τάση να αναπτυχθεί μια διαταραχή περνάει από γενιά σε γενιά. Τέλος, τραυματικά και στρεσογόνα γεγονότα, όπως μία κακομεταχείριση, ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου, ένα διαζύγιο, η αλλαγή εργασίας ή σχολείων στην παιδική ηλικία, αλλά και η κατάχρηση ουσιών, αλκοόλ, νικοτίνης ή καφεΐνης, μπορεί είτε να οδηγήσουν σε μια αγχώδη διαταραχή, είτε να την κάνουν χειρότερη.

Είναι σημαντικό για το άτομο που πάσχει από μια αγχώδη διαταραχή να έχει ένα περιβάλλον από ανθρώπους που του παρέχουν κοινωνική, σωματική και συναισθηματική υποστήριξη. Οι περισσότεροι άνθρωποι αναρρώνουν από αυτές τις διαταραχές με την πάροδο του χρόνου αν είναι σε θέση να αποκαταστήσουν τις βασικές ανθρώπινες ανάγκες τους και να λάβουν την υποστήριξη όταν χρειάζεται. Επιπλέον, με την αποφυγή που επιλέγει συνήθως το άτομο που έχει αγχώδη διαταραχή για να διαχειριστεί το άγχος, όπως για παράδειγμα με την αποφυγή καθημερινών δραστηριοτήτων, η διαχείριση αυτή έχει μόνο προσωρινό και όχι μακροχρόνιο όφελος. Χρειάζεται το άτομο να αναπτύξει δεξιότητες ώστε να αποδίδει καλά σε καταστάσεις που παράγουν άγχος. Προτείνεται, επίσης, η ελαχιστοποίηση της κατανάλωσης καφεΐνης, του τσιγάρου και του ποτού, ώστε να μειωθούν οι ταχυκαρδίες και η νευρικότητα. Τέλος, χρειάζεται το άτομο να αναζητήσει επαγγελματική βοήθεια από κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία

  • Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, Fifth Edition, Edited by American Psychiatric Association, 2013
  • Μαλικιώση – Λοΐζου, Μ. (1999). Συμβουλευτική Ψυχολογία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
  • Μάνου, Ν. (1997). Βασικά στοιχεία κλινικής ψυχιατρικής. Θεσσαλονίκη: University studio press.
  • Pervin, L. A. & John, O. P. (2001). Θεωρίες προσωπικότητας: Έρευνα και εφαρμογές. Αθήνα: Τυπωθήτω, Γιώργος Δαρδάνος.
       ]]>

05 Ιαν 2015

Η Αξία της Αυτοεκτίμησης

Στην ψυχολογία, ο όρος αυτοεκτίμηση χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη συνολική αίσθηση ενός ατόμου της προσωπικής του αξίας και συχνά θεωρείται ως ένα χαρακτηριστικό της προσωπικότητας, το οποίο τείνει να είναι σταθερό και διαρκή. Η αυτοεκτίμηση μπορεί να περιλαμβάνει μια ποικιλία των πεποιθήσεων για τον εαυτό, όπως η εκτίμηση της εξωτερικής εμφάνισης, των πεποιθήσεων, των συναισθημάτων και των συμπεριφορών του ατόμου. Πολύ λίγη αυτοεκτίμηση μπορεί να κάνει το άτομο να νιώσει νικημένο, να πέσει σε κατάθλιψη, να κάνει κακές επιλογές, να εμπλακεί σε καταστροφικές σχέσεις, ή να αδυνατεί να ζει μέχρι το πλήρες δυναμικό του.

Σύμφωνα με έναν ορισμό (Braden, 1969), υπάρχουν τρία βασικά συστατικά της αυτοεκτίμησης:

  • Η αυτοεκτίμηση είναι μία ουσιαστικήανθρώπινη ανάγκη, ζωτικής σημασίας για την επιβίωση και φυσιολογική, υγιή ανάπτυξη.
  • Η αυτοεκτίμηση προκύπτει αυτόματα με βάση τις πεποιθήσεις και τη συνείδηση του ατόμου.
  • Η αυτοεκτίμηση εμφανίζεται σε συνδυασμό με τις σκέψεις, τις συμπεριφορές, τα συναισθήματα και τις ενέργειες του ατόμου.

Η ανάγκη για αυτοεκτίμηση παίζει σημαντικό ρόλο στην ιεραρχία των αναγκών (πυραμίδα του Maslow) του ψυχολόγου A. Maslow, η οποία απεικονίζει την αυτοεκτίμηση ως ένα από τα βασικά ανθρώπινα κίνητρα. O Maslow πρότεινε ότι οι άνθρωποι χρειάζονται τόσο την εκτίμηση από τους άλλους ανθρώπους, όσο και τον εσωτερικό αυτο-σεβασμό. Και οι δύο αυτές ανάγκες θα πρέπει να πληρούνται, ώστε το άτομο να αναπτυχθεί και να επιτύχει την αυτοπραγμάτωση. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η αυτοεκτίμηση είναι μια έννοια διαφορετική από την αυτο-αποτελεσματικότητα, η οποία περιλαμβάνει την πίστη στις μελλοντικές ενέργειες, τις επιδόσεις ή τις ικανότητες.

Μεταξύ των παραγόντων που επηρεάζουν την αυτοεκτίμηση είναι γενετικοί παράγοντες που βοηθούν στη διαμόρφωση της συνολικής προσωπικότητας και που μπορούν να διαδραματίσουν έναν ρόλο. Συχνά όμως είναι οι εμπειρίες μας που αποτελούν τη βάση για τη συνολική αυτοεκτίμηση. Όσοι λαμβάνουν συστηματικά υπερβολικά κριτική ή αρνητικές εκτιμήσεις από τους φροντιστές, τα μέλη της οικογένειας και τους φίλους, για παράδειγμα, κατά πάσα πιθανότητα θα αντιμετωπίζουν προβλήματα με χαμηλή αυτοεκτίμηση. Σύμφωνα με τον Bucay, η αυτοεκτίμηση διδάσκεται στα παιδιά με δύο μηχανισμούς: ο πρώτος είναι των γονιών μας με την προσοχή και τις φροντίδες, ο δεύτερος πιο ανεπαίσθητος αλλά εξίσου καθοριστικός, εξαρτάται από το ίδιο επίπεδο αυτοεκτίμησής που δείχνουν να έχουν οι ίδιοι οι γονείς. Αυτός ο δεύτερος μηχανισμός μπορείς να ονομαστεί «αυτοεκτίμηση μέσω μίμησης» και μεταδίδεται στο παιδί όταν αυτό αντιληφθεί πως οι ίδιοι οι γονείς του και η οικογένεια που έχουν δημιουργήσει διαθέτει αυτοεκτίμηση.

Αυτό που χρειάζεται είναι να δώσουμε εμείς την αποδοχή στον εαυτό μας, αντί να την ζητάμε από το περιβάλλον μας. Μια καλή και υγιή αυτοεκτίμηση έχει ως αποτέλεσμα να αισθανόμαστε καλά για αυτό που είμαστε, να αναγνωρίζουμε και εκτιμάμε τη δική μας αξία και να είμαστε υπερήφανοι για τις ικανότητες και τα επιτεύγματά μας. Έτσι, θα είμαστε σε θέση να αναγνωρίζουμε ότι ενώ έχουμε ελαττώματα, αυτά δεν έχουν παράλογα μεγάλο ρόλο στη ζωή μας ή την αυτο-εικόνα μας. Φυσικά, επίπεδα αυτοεκτίμησης σε ακραία υψηλά -όπως και χαμηλά- μπορεί να είναι επιζήμια. Το ιδανικό, λοιπόν, είναι να βρεθεί μια ισορροπία κάπου στη μέση, δηλαδή, μια ρεαλιστική, αλλά θετική άποψη του εαυτού μας.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία / Περισσότερες Πληροφορίες

  • Branden, N. (1969). Τhe psychology of self-esteem. New York: Bantam.
  • Bucay, J. (2011). Να σου πω μια ιστορία. Αθήνα: Όπερα.
  • Bucay, J. (2013). Από την αυτοεκτίμηση στον εγωισμό. Αθήνα: Όπερα.
  • Maslow A.H. (1987). Motivation and Personality (3rd ed.). New York: Harper & Row.
]]>

04 Δεκ 2014

Τι είναι αυτοπραγμάτωση;

“Αυτό που ένας άνθρωπος μπορεί να είναι, πρέπει να είναι. Την ανάγκη αυτή την αποκαλούμε αυτοπραγμάτωση”

A.Maslow

Λίγο πριν το 1960 εμφανίσθηκε η σχολή της Ανθρωπιστικής Ψυχολογίας, που ονομάστηκε ως η «Τρίτη δύναμη», καθώς προσέφερε μια εναλλακτική φιλοσοφία και νέα τεχνικά μέσα σε σύγκριση με τις δυο προγενέστερες, τη ψυχανάλυση και τον συμπεριφορισμό. Αυτή η σχολή εστίασε στη συνείδηση, στη δύναμη της θέλησης και στην αποφασιστικότητα των ανθρώπων. O άνθρωπος είναι «φύσει καλός», διαθέτει από μόνος του την ικανότητα για προσωπική ανάπτυξη και αυτοπραγμάτωση γιατί είναι ένα ον κοινωνικό, λογικό και ρεαλιστικό και προσπαθεί να κατανοήσει τη συμπεριφορά από την άποψη του ίδιου του ατόμου που από τη στιγμή της γέννησης του αντιλαμβάνεται την εμπειρία του ως πραγματικότητα.

Μεταξύ των εκπροσώπων της προσέγγισης αυτής, ο Rogers αναγνωρίζει ως θεμελιώδη τάση του ανθρώπινου οργανισμού την έμφυτη τάση για πραγμάτωση. Το άτομο δεν αντιδρά παθητικά στο περιβάλλον, αλλά προχωράει με σκοπό και κινητήρια δύναμη να πραγματωθεί, να διατηρήσει και να επεκτείνει την εμπειρία του με σκοπό να μεταβεί από την εξάρτηση στην ανεξαρτησία, από τη σταθερότητα στην ακαμψία, σε μια διαδικασία αλλαγής και ελεύθερης έκφρασης. Επιπλέον, ο Maslow μίλησε για την αυτοπραγμάτωση και την έμφυτη τάση του ανθρώπου προς την υγεία και ιεράρχησε τις ανθρώπινες ανάγκες σχηματοποιώντας τες σε μια πυραμίδα, ξεκινώντας από τη βάση με τις πιο βασικές και βιολογικές ανάγκες και φτάνοντας στην κορυφή της με τις πιο «ανώτερες», όπως οι ανάγκες αυτοπραγμάτωσης. Όπως ο ίδιος αναφέρει, αυτοπραγμάτωση είναι η τάση του ατόμου να πραγματωθεί σε ό,τι δυνητικά μπορεί.

Πρότεινε, λοιπόν, μια θεώρηση της ανθρώπινης παρώθησης, η οποία διαχωρίζει τις βιολογικές ανάγκες όπως η πείνα, ο ύπνος και η δίψα από τις ψυχολογικές ανάγκες όπως η αυτοεκτίμηση, η τρυφερότητα και η αίσθηση του ανήκειν. Όπως, ως βιολογικός οργανισμός, κανείς δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς τροφή και νερό, ομοίως δεν μπορεί να αναπτυχθεί ως ψυχολογικός οργανισμός χωρίς την ικανοποίηση και άλλων αναγκών. Έτσι, οι ανάγκες αυτές είναι δυνατόν να τοποθετηθούν σε μια ιεραρχία από τις βασικές ψυχολογικές ανάγκες ως τις σημαντικές ψυχολογικές ανάγκες. Πάρα πολύ συχνά, όπως μας λέει ο Maslow, οι ψυχολόγοι ασχολήθηκαν με τις βιολογικές ανάγκες και διατύπωσαν απόψεις για την παρώθηση λέγοντας ότι οι άνθρωποι αντιδρούν μόνο στην ατέλεια και ζητούν μόνο τη μείωση της έντασης. Ενώ παραδέχεται ότι αυτό το είδος παρώθησης υπάρχει, ο Maslow μας καλεί να αναγνωρίσουμε μια παρώθηση που δεν βασίζεται στην ανεπάρκεια και που συχνά περιλαμβάνει την αύξηση της έντασης-παρώθηση που εκφράζεται μέσα από τη δημιουργικότητα των ανθρώπων και την πραγμάτωση του δυναμικού τους.

Πυραμίδα του Maslow

Από τις έρευνες και τις μελέτες του, πάνω σε υγιή άτομα τα οποία επιτυγχάνουν την αυτοεκπλήρωση και την αυτοπραγμάτωση, ο Maslow έβγαλε το συμπέρασμα ότι τα άτομα που φτάνουν στην αυτοπραγμάτωση έχουν τα εξής χαρακτηριστικά:

-αποδέχονται τον εαυτό τους και τους άλλους όπως είναι, είναι δυνατόν να τους απασχολεί ο εαυτός τους αλλά αναγνωρίζουν τις ανάγκες και τις επιθυμίες των άλλων, προσφέροντας παράλληλα τη βοήθεια τους.

-έχουν την ικανότητα να προσαρμόζονται στη μοναδικότητα των ανθρώπων και των καταστάσεων παρά να  έχουν μια μηχανική και στερεότυπη συμπεριφορά, είναι σε θέση να δημιουργήσουν στενές σχέσεις έστω και με λίγα ξεχωριστά άτομα.

-μπορούν να είναι αυθόρμητοι και δημιουργικοί και έχουν τη δυνατότητα να αντιστέκονται στη συμβατικότητα και να επιβάλλονται, ενώ παράλληλα ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της πραγματικότητας.

Κλείνοντας, ας σκεφτούμε ένα δέντρο που μεγαλώνει και βγάζει κλαδιά, ενώ παράλληλα εμπόδια μπροστά του, όπως κτήρια του κρύβουν τον ήλιο. Το δέντρο θα πάψει να αναπτύσσεται; όχι. Τα κλαδιά του δέντρου θα στραφούν και θα μεγαλώσουν προς το φως του ήλιου, έστω και από ένα μικρό άνοιγμα από το οποίο φαίνεται λίγο φως… Η αυτοπραγμάτωση είναι ένα ταξίδι βελτίωσης και ανάπτυξης των δυνατοτήτων και ικανοτήτων, που στηρίζεται σε βαθιά αυτογνωσία, την οποία οφείλει ο καθένας μας να φτάσει. Και όπως είπε πολύ ωραία ο Rogers: Ολοκληρωμένος άνθρωπος είναι ο άνθρωπος που μπορεί να είναι όλο και περισσότερο οι δυνατότητές του ”.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία / Περισσότερες Πληροφορίες

  • Ιωσηφίδη, Π. & Ιωσηφίδης, Ι. (2001). Η Προσωποκεντρική προσέγγιση. Στο Π. Ασημάκης και συν. Σύγχρονες ψυχοθεραπείες: Από τη θεωρία στην εφαρμογή. Αθήνα: Ασημάκης.
  • Pervin L.A & John. O.P, (2001). Θεωρίες προσωπικότητας, έρευνα και εφαρμογές. Αθήνα: Τυπωθήτω-Γ. Δαρδανος.
  • Maslow, A. (1970). Motivation and personality (2nd ed.). New York: Harper & Row
  • McLeod, J. (2005). Εισαγωγή στη συμβουλευτική. Αθήνα: Μεταίχμιο
]]>

10 Νοέ 2014

Επιθετικότητα: είναι έμφυτη ή αποκτάται λόγω συγκυριών;

Οι άνθρωποι είναι από τα λίγα είδη πάνω στη γη που συστηματικά σκοτώνουν μέλη του ίδιου είδους. Στην ανθρώπινη ιστορία συμβαίνουν πολυάριθμοι πόλεμοι, εγκλήματα και δολοφονίες. Γιατί όμως οι άνθρωποι είναι επιθετικοί;

Η επιθετικότητα έχει μελετηθεί ιδιαίτερα από τους ψυχολόγους και τους κοινωνιολόγους και έχουν δοθεί πολλοί και διάφοροι ορισμοί. Μεταξύ άλλων, οι Bandura, S. Klaus και B. Robert έχουν πει πως πρόκειται για συμπεριφορά που έχει ως αποτέλεσμα προσωπικές βλάβες ή καταστροφή περιουσίας, συμπεριφορά που έχει ως πρόθεση την πρόκληση βίας σε ένα άλλο ανθρώπινο ον, ή η εκούσια πρόκληση κάποιου είδους βλάβης στους άλλους.

Η ανθρώπινη συμπεριφορά όμως καθορίζεται από τη βιολογική μας κληρονομιά ή από το κοινωνικό μας περιβάλλον;

Οι Hogg, M.A., & Vaughan, G.M. (2010) αναφέρουν πως οι επιστήμονες αποδέχονται ότι η συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα μιας αλληλεπίδρασης και των δύο. Έτσι, οι ερμηνείες χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τις βιολογικές και τις κοινωνικές ερμηνείες. Οι βιολογικές υποστηρίζουν ότι η επιθετική συμπεριφορά αποτελεί εγγενές μέρος της ανθρώπινης φύσης και ό,τι είμαστε προγραμματισμένοι από τη γέννηση μας να συμπεριφερόμαστε έτσι. Οι κοινωνικές και βιοκοινωνικές ερμηνείες δίνουν έμφαση σε ένα εγγενές στοιχείο, αλλά όχι στην ύπαρξη ενός πλήρως εκδηλωμένου ενστίκτου – και επειδή κάποιες ενσωματώνουν κάποιο βιολογικό στοιχείο αναφερόμαστε σε αυτές και ως βιοκοινωνικές.

Βιολογικές ερμηνείες

Η Ψυχοδυναμική θεωρία του Freud υποστήριξε ότι η ανθρώπινη επιθετικότητα  προκύπτει από ένα έμφυτο ένστικτο θανάτου, που αντιτίθεται σε ένα ένστικτο ζωής. Όπως η σεξουαλική ορμή, που προέρχεται από τον έρωτα, έτσι μια επιθετική ορμή που προέρχεται από το θάνατο αναπτύσσεται μέσα από βιολογικές εντάσεις και πρέπει να εκφραστεί.

Η Ηθολογική θεωρία με εκπρόσωπο τον Lorenz, όπως αναφέρουν οι Hogg, M.A., & Vaughan,  στο «Περί επιθετικότητας» το 1966, υπερασπίστηκε την ενστικτώδη βάση της επιθετικότητας και σε συγκρίσεις με τη συμπεριφορά των ζώων, επικαλέστηκε εξελικτικές αρχές για να υποστηρίξει ότι η επιθετικότητα έχει αξία ως προς την επιβίωση (δηλ. ο ισχυρότερος επιβιώνει). Αναφέρθηκε, επίσης στο λεγόμενο «fighting instinct», δηλαδή, ότι όπως και τα ζώα έτσι και οι άνθρωποι πρέπει να έχουν ένα κληρονομικό μαχητικό ένστικτο.

H εξελικτική κοινωνική ψυχολογία θεωρεί ότι η περίπλοκη κοινωνική συμπεριφορά είναι προσαρμοστική και βοηθά το άτομο, τους συγγενείς και το είδος στο σύνολο του να επιβιώσουν. Η θεωρία αυτή προερχόμενη από τη Δαρβινική θεωρία, υποστηρίζει ότι η επιθετικότητα είναι ωφέλιμη. Για τους ανθρώπους η επιθετική συμπεριφορά αιτιολογείται με την απόκτηση κοινωνικού και οικονομικού οφέλους, υπεράσπιση πόρων ή απόκτηση νέων.

Κοινωνικές & βιοκοινωνικές ερμηνείες

Ματαίωση & Επιθετικότητα – Ο ανθρωπολόγος J. Dollard υποστήριξε ότι η επιθετικότητα προκαλούνταν πάντοτε από κάποια μορφή απογοητευτικού γεγονότος ή κατάστασης. Η απογοήτευση οδηγούσε κατά κανόνα σε επιθετικότητα. (π.χ. απώλεια εργασίας).  Βέβαια είναι δύσκολο να προβλεφθεί το είδος της απογοητευτικής κατάστασης που μπορεί να οδηγήσει σε αυτήν την συμπεριφορά.

Μοντέλο διέγερσης-μεταβίβασης

Μια μεταγενέστερη προσέγγιση με εκπρόσωπο τον Zillmann όπου πρωταγωνιστούσε μια έννοια ορμών ήταν το μοντέλο διέγερσης – μεταβίβασης. Βάσει αυτού η έκφραση επιθετικότητας προκύπτει από μια συνάρτηση μαθημένων συμπεριφορών, διέγερσης ή ερεθισμού από κάποια άλλη πηγή ή όταν το άτομο ερμηνεύει την κατάσταση αυτή με τέτοιο τρόπο που να πρέπει να ανταποκριθεί επιθετικά.

Η επιθετικότητα ως προϊόν μάθησης

Η θεωρία της κοινωνικής μάθησης είναι η άποψη που υποστήριξε ο Bandura κατά τον οποίο η ανθρώπινη κοινωνική συμπεριφορά δεν είναι έμφυτη αλλά μαθαίνεται μέσα από κατάλληλα πρότυπα. Οι συμπεριφοριστικές προσεγγίσεις, όπως αυτή ,υποστηρίζουν πως η επιθετικότητα μαθαίνεται μέσα από ενισχύσεις (Bandura,1973). Σύμφωνα, λοιπόν, με τη θεωρία αυτή τα άτομα μαθαίνουν να είναι επιθετικά είτε επειδή με τη συμπεριφορά τους αυτή δέχονται κάποια ανταμοιβή (άμεση εμπειρία) (υιοθέτηση μιας συμπεριφοράς επειδή ανταμειφθήκαμε για αυτήν), είτε επειδή παρατηρούν και μιμούνται κάποιον άλλον να ανταμείβεται λόγω της επιθετικής του συμπεριφοράς (έμμεση εμπειρία) (υιοθέτηση μιας συμπεριφοράς κατόπιν παρατήρησης της ανταμοιβής ενός άλλου ατόμου γι αυτήν).

Η έννοια της μάθησης μέσω άμεσης εμπειρίας βασίζεται στις αρχές της συντελεστικής ενίσχυσης του Skinner, δηλαδή μια συμπεριφορά διατηρείται μέσα από ανταμοιβές και τιμωρίες). Π.χ. αν ένα παιδί κλέψει ένα στυλό κάτι και δεν παρέμβει κανείς, τότε ο το παιδί ενισχύεται από το γεγονός ότι τώρα έχει πάρει το στυλό.

Η έννοια της μάθησης μέσω έμμεσης εμπειρίας σχετίζεται με τη μίμηση και την προτυποποίηση. Ο Bandura πραγματοποίησε μια σειρά ερευνών με μικρά παιδιά που έβλεπαν έναν ενήλικα να βιαιοπραγεί σε μια κούκλα. Οι έρευνες έδειξαν ότι τα παιδιά μιμούνται με μεγάλη ευκολία την επιθετική συμπεριφορά κυρίως των ενηλίκων επειδή λειτουργούν ως πρότυπα.

Εν κατακλείδι, με βάση τα ερευνητικά δεδομένα, η επιθετικότητα φαίνεται πως είναι αποτέλεσμα του συνδυασμού τόσο εσωτερικών όσο και εξωτερικών συνθηκών. Οι Βιολογικές ερμηνείες έχουν τις ρίζες τους στη Δαρβινική θεωρία και περιλαμβάνουν απόψεις του Freud, στοιχεία της ηθολογικής θεωρίας και της εξελικτικής κοινωνικής ψυχολογίας. Δίνουν έμφαση σε γενετικά καθορισμένα υποδείγματα συμπεριφορά. Οι κοινωνικές ερμηνείες δίνουν έμφαση στο ρόλο των κοινωνικών επιρροών και των διαδικασιών μάθησης.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  • Bandura., A. (1973). Aggression: A Social Learning Analysis. Englewood Cliffs, NJ:  Prentice-Hall
  • Hogg., M. & Vaughan., G. (2010). Κοινωνική ψυχολογία. Αθήνα: Gutenberg – Γιώργος & Κώστας Δαρδανός
  • Moyer, K. E. (1976). The Psychology of Aggression. New York: Harper & Row.
  • Παρασκευόπουλος, Ν. (1985). Εξελικτική Ψυχολογία, τόμος ΙΙ. Αθήνα: Ιδιωτική έκδοση.
  • Pervin, L.A. & John, O. P. (2001). Θεωρίες προσωπικότητας, Αθήνα: Τυπωθήτω-Γ.Δαρδανος.
]]>

14 Αυγ 2014

Η ψυχοθεραπεία Gestalt

Ο όρος Gestalt προέρχεται από το γερμανικό ρήμα gestalten που σημαίνει διαμορφώνω, σχηματίζω. Μεταφράζεται ορισμένες φορές ως σχήμα, μορφή ή φιγούρα, αλλά η πλησιέστερη από όλες είναι η λέξη «όλον. Ο άνθρωπος στη Gestalt είναι ένα κομμάτι του περιβάλλοντος και έχει την ικανότητα της επίγνωσης, δηλαδή, να συνειδητοποιεί τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις αντιλήψεις του. Θεωρείται ικανός να καθορίζει τις αντιδράσεις στο περιβάλλον, διαθέτει τη δυνατότητα να ικανοποιεί τις ανάγκες του και μπορεί να βιώνει τον εαυτό του στο παρόν. H ανθρώπινη φύση δεν είναι ούτε καλή, ούτε κακή και στην πορεία της εξέλιξης της περνάει από τρία στάδια, το κοινωνικό που αρχίζει μετά τη γέννηση και χαρακτηρίζεται από επίγνωση και προσοχή προς άλλα άτομα. Βασικές έννοιες στη θεωρία, μεταξύ άλλων, είναι το ‘φόντο’, δηλαδή όσα έχουν συμβεί στο άτομο από τη γέννηση του μέχρι τώρα και η ‘μορφή’ που είναι το σχήμα που έρχεται μπροστά κάθε φορά μέσα από το φόντο. Όταν υπάρχει εναλλαγή φόντου-μορφής με ρυθμικό τρόπο ανάλογα με τις ανάγκες που έχει κάθε φορά το άτομο και είναι σε θέση να διακρίνει την εκάστοτε ανάγκη, τότε υπάρχει αυτορρύθμιση.

Ο Perls, ιδρυτής της Gestalt, πίστευε ότι το υγιές άτομο λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο της σωστής ισορροπίας όλων των μερών του και για να επιβιώσει πρέπει αυτή η ισορροπία να διατηρηθεί μέσα σε ορισμένα όρια. Όταν αυτή η λειτουργία αποτυγχάνει, όταν ο οργανισμός παραμείνει σε κατάσταση δηλαδή ανισορροπίας για μεγάλο διάστημα και είναι ανίκανος να ικανοποιήσει τις ανάγκες του, τότε ασθενεί. Oι παιδικές εμπειρίες που δεν έχουν λυθεί βιώνονται συχνά σαν μισοτελειωμένες υποθέσεις, διαταράσσουν το άτομο στην ενήλικη ζωή και εμποδίζουν την αποτελεσματικότητα του στο παρόν. Όταν αυτές γίνουν αρκετά ισχυρές, το άτομο πιέζεται από ανησυχία, ψυχαναγκαστική συμπεριφορά, αγωνία, καταπιεστική ενέργεια και ηττοπαθή διάθεση. Η O’ Leary αναφέρει χαρακτηριστικά πως «οι ασθενείς που δεν λένε αντίο, κρατούν κλειδωμένο στο χτες ένα κομμάτι της ενέργειας τους». Η βασική ιδέα είναι ότι το άτομο είναι το ίδιο υπεύθυνο για ό,τι του συμβαίνει και είναι εκείνο που αποφασίζει αν θα αλλάξει τη ζωή του ή όχι. Ο Bucay αναφέρει πως το άτομο πρέπει να αναγνωρίσει ότι κανένας άλλος δεν είναι ένοχος για κάτι που του συμβαίνει, κι ότι αν φέρει πάνω του τραύματα, ήταν πάντα με τη δική του συνενοχή ή όπως αναφέρει ο Osho«Εγώ είμαι υπεύθυνος για τη ζωή μου, για όλα μου τα βάσανα, για ό,τι μου συνέβη άλλοτε κι ό,τι μου συμβαίνει τώρα. Έτσι το διάλεξα. Αυτούς τους σπόρους έσπειρα, και τώρα μαζεύω τη συγκομιδή. Είμαι υπεύθυνος…».

Θεραπευτική διαδικασία

Στόχος είναι η επίγνωση, η οποία αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επίτευξη της αλλαγής. Η αναπτυσσόμενη επίγνωση βοηθά το άτομο να προχωρήσει μέσα από 5 στρώματα της λειτουργίας, τα οποία είναι τα κλισέ ή η απάτη όπου το άτομο παίζει παιχνίδια και υποδύεται ρόλους, το παίξιμο ρόλων ή η φοβία όπου το άτομο αρνείται και αποποιείται αυτό που είναι, το αδιέξοδο όπου το άτομο νιώθει ματαίωση και αναξιότητα, η ενδόρρηξη δηλαδή ακινητοποίηση και παθητικότητα και η έκρηξη που είναι η κατάλληλη στιγμή για θεραπευτική παρέμβαση καθώς το άτομο επιθυμεί να εκφραστεί και να αποφορτιστεί. Όταν το άτομο είναι υγιές, το όριο είναι ελαστικό και το άτομο συμμετέχει πλήρως στη διαδικασία αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον του. Μπορεί να αντιληφθεί ότι είναι ξεχωριστό άτομο και μπορεί να διακινδυνεύσει μια ένωση χωρίς να χάσει την επίγνωση των εσωτερικών και των εξωτερικών συνθηκών. Αντίθετα, οι μη υγιείς φοβούνται ότι θα χάσουν τον εαυτό τους μέσα από την επαφή. Η Gestalt ενσωματώνει και συνδυάζει διάφορες τεχνικές, λεκτικές και μη λεκτικές, όπως επίγνωση των αισθητηρίων, χρήση της ενέργειας, ασκήσεις αναπνοή, αξιοποίηση του σώματος και της διακύμανσης της φωνής, συναισθηματική έκφραση, όνειρα και φαντασιώσεις, ψυχόδραμα και δημιουργικότητα. Άλλες τεχνικές αποτελούν οι διαδραματίσεις που βασίζονται στην αρχή ότι η μάθηση απαιτεί δράση, όπως η διαδραμάτιση της προβολής, η τεχνική της πρόβας και η τεχνική της άδειας καρέκλας. Θα πρέπει, σε αυτό το σημείο, να γίνει κατανοητό ότι παρά τις τεχνικές που υπάρχουν, μεγαλύτερη σημασία στη θεραπεία Gestalt, έχει ο τρόπος και η ποιότητα της επαφής, δηλαδή το πώς, παρά οι τεχνικές καθαυτές. Το θεραπευτικό κλίμα έχει ιδιαίτερη σημασία στη Gestalt και η θεραπευτική συμμαχία βασίζεται στη γνήσια επαφή θεραπευτή και θεραπευόμενου μέσα από μια σχέση αποδοχής, αμοιβαιότητας και ουσιαστικής αλληλεπίδρασης.

Σε σύγκριση με άλλες προσεγγίσεις, η Gestalt δίνει περισσότερο έμφαση στη συναισθηματική παρά στη γνωστική διάσταση της προσωπικότητας. Ο Perls, σύμφωνα με την O’Leary έλεγε «Χάνε όλο και περισσότερο το ‘μυαλό’ σου και έλα πιο κοντά στις αισθήσεις σου». Όπως αναφέρει ο Bucay, είναι μια θεραπεία για να καταλάβει το άτομο τι του συμβαίνει την κάθε στιγμή και δίνει σημασία στην πράξη παρά στο σχεδιασμό, στο είναι παρά στο έχειν. Ένα από τα αρνητικά σχόλια που έχει δεχτεί η Gestalt είναι ότι κάνει το άτομο να λειτουργεί εγωιστικά ή ότι κρύβει τον κίνδυνο να ενθαρρύνει μια φιλοσοφία αδιαφορίας και ελαφρότητας στον πάσχοντα, έστω και προσωρινά με μια στάση του τύπου να ζήσει τη στιγμή. Η έννοια της αυτό-υποστήριξης έχει συζητηθεί ιδιαίτερα και έχει θεωρηθεί σε κάποιες περιπτώσεις ριψοκίνδυνη καθώς μπορεί να ταράξει τα νερά στις διαπροσωπικές σχέσεις και να έχει αρνητικές συνέπειες, όταν τα άτομα δεν θα μπορέσουν να διαχειριστούν τυχόν συγκρούσεις που μπορεί να προκύψουν από την αλλαγή και την επίγνωση του ατόμου που κάνει ψυχοθεραπεία, το οποίο έχει σταματήσει να λειτουργεί βάση των προσδοκιών των άλλων.

Η Gestalt είναι ένας τρόπος ζωής, είναι τόσο μια ψυχοθεραπευτική, όσο και φιλοσοφική προσέγγιση, που εστιάζει στη δυναμική και την τάση του ατόμου για επίγνωση και αυτοπραγμάτωση. Επίσης, όταν εστιάζει στη στιγμή, δεν αναφέρεται με αδιαφορία και ελαφρότητα, αλλά δέχεται και προϋποθέτει τόσο την εμπειρία όσο και τα σχέδια για τη ζωή. Πρόκειται για μια φυσική και καθολική προσέγγιση που απευθύνεται σε άτομα κάθε ηλικίας και κάθε επιπέδου με διαφορετικό πολιτιστικό υπόβαθρο σε μια ποικιλία καταστάσεων. Τέλος, θα μπορούσαμε να πούμε πως ολόκληρη η θεωρία της Gestalt εμφαίνεται μέσα από το εξής μήνυμα: “παραιτήσου από το κατάλοιπο της ταυτότητας που άλλοι σου όρισαν, πάρε τα ηνία και ζήσε στο παρόν έντονα, με αφοσίωση και αληθινά…”

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία

  • Βλαχούτσικου, Τ. (2001). Γκεστάλτ. Στο Π. Ασημάκης και συν., Σύγχρονες ψυχοθεραπείες: Από τη θεωρία στην εφαρμογή. Αθήνα: Ασημάκης.
  • Bucay, J. (2012). Από την άγνοια στη σοφία. Αθήνα: Opera.
  • Μαλικιώση-Λοΐζου, Μ. (1999). Συμβουλευτική Ψυχολογία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
  • McLeod, J. (2005). Εισαγωγή στη συμβουλευτική, Αθήνα: Μεταίχμιο
  • Nevis, E. (2007). Θεραπεία Gestalt: θεωρία και εφαρμογές. Αθήνα: Διόπτρα.
  • O’ Leary, E (1995). Η θεραπεία Gestalt. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
  • Perls, F. (1989). Η προσέγγιση Γκεστάλτ. Αθήνα: Γλάρος.
  • Τζίντζερ, Σ. (2009). Η θεωρία Γκεστάλτ. Συμβουλευτική, 16 (63), 3-11.
]]>

29 Ιούλ 2014

Η ψυχολογία της αγάπης

Τι είναι η αγάπη; Πώς μπορούμε να την ορίσουμε; Είναι η αγάπη ένα πράγμα ή ένα σύνολο από πολλά πράγματα; Υπάρχουν διαφορετικά είδη αγάπης; Είναι η αγάπη η ίδια για διαφορετικούς τύπους σχέσεων;

Υπάρχουν διαφορετικά είδη αγάπης;

Ορισμένοι ερευνητές προτείνουν ότι υπάρχουν πολλά είδη αγάπης. Ήδη από το 1886, ο Krafft-Ebing καθόρισε 5 είδη αγάπης: την αληθινή, τη συναισθηματική, την πλατωνική, τη φιλική και την αισθησιακή. Αρκετές δεκαετίες αργότερα, ο ψυχοθεραπευτής A. Ellis πρότεινε πρόσθετες ποικιλίες αγάπης που περιλαμβάνει πολλές διαφορετικές μορφές και βαθμούς, όπως τη συζυγική αγάπη, τη γονική αγάπη, την οικογενειακή αγάπη, τη θρησκευτική αγάπη, την αγάπη για ανθρωπότητα, την αγάπη για τα ζώα, την αγάπη για τα πράγματα, την αυτο-αγάπη, έρωτα, τη ψυχαναγκαστική αγάπη, κλπ.

Ένας από τους σύγχρονους του Ellis, o C.S. Lewis αφιέρωσε ένα ολόκληρο βιβλίο για τα είδη της αγάπης. Με βάση προηγούμενες διακρίσεις που είχαν γίνει από Έλληνες φιλόσοφους, πρότεινε 4 βασικά είδη: τη Στοργή (Storge),η οποία βασίζεται στη γνώση, την επαφή και μοιάζει με το ισχυρό δεσμό μεταξύ γονέων και παιδιών και η οποία έχει «άνετο και ήσυχο χαρακτήρα» με αισθήματα ζεστασιάς, διαπροσωπικής άνεσης και ικανοποίησης. Τη Φιλία (Philias), που χαρακτηρίζεται από κοινά ενδιαφέροντα, ιδέες και προτιμήσεις, σε συνδυασμό με τη συνεργασία, τον αμοιβαίο σεβασμό και την κατανόηση. Τον Έρωτα (eros), που περιλαμβάνει την προσοχή, την εξιδανίκευση και την ενασχόληση με το αγαπημένο πρόσωπο. Τη Φιλανθρωπία (Charity), την ανιδιοτελή και «θεία δώρο αγάπη».

Μια άλλη σύγχρονη θεωρία της αγάπης, που έχει παραχθεί και χρησιμοποιείται ευρέως ως όργανο μέτρησης, είναι η τυπολογία που αναπτύχθηκε από τον Lee. Σε αυτή την προσέγγιση, κάθε ποικιλία της αγάπης παρομοιάζεται με ένα πρωτεύον ή δευτερεύον χρώμα. Σύμφωνα με τον Lee, υπάρχουν τρία βασικά χρώματα ή μορφές της αγάπης: ο «Έρως» (eros), είναι μια έντονη συναισθηματική εμπειρία παρόμοια με τον παθιασμένο έρωτα. «Αγάπη ως παιχνίδι» (ludus), όπου το άτομο βλέπει το άλλο πρόσωπο ως παιχνίδι και συνήθως παίζει με πολλά πρόσωπα συγχρόνως. «Αγάπη χωρίς τρέλα» (Storge), είναι σταθερή και βασίζεται σε γερά θεμέλια εμπιστοσύνης, σεβασμό και φιλία. «Ρεαλιστική-πρακτική αγάπη» (Pragma-(Ludos + Storge)), έχει μια πρακτική προοπτική για την αγάπη και επιδιώκει ένα συμβατό εραστή. Το άτομο δημιουργεί μια λίστα με χαρακτηριστικά ή ιδιότητες που επιθυμεί να έχει ο σύντροφος του και επιλέγει βάση με το πόσο καλά πληροί τις απαιτήσεις. «Έμμονη αγάπη» (mania-(Eros + Ludos)), χαρακτηρίζεται από έναν σύντροφο που καθημερινά προσπαθεί να αναγκάσει το άλλο πρόσωπο να δείξει την αγάπη του. «Ανιδιοτελής αγάπη» (agape-(Eros + Storge)), αντιπροσωπεύει την υποχρέωση για αγάπη και φροντίδα των άλλων, χωρίς καμία προσδοκία ανταμοιβής.

Η Τριγωνική Θεωρία της Αγάπης

Το 1986 ο ψυχολόγος R. Sternberg πρότεινε την τριγωνική θεωρία της αγάπης, κατά την οποία στο εσωτερικό μιας ερωτικής σχέσης υπάρχουν 3 συστατικά στοιχεία:

  1. Η οικειότητα που περιλαμβάνει την εγγύτητα, τη φροντίδα και τη συναισθηματική υποστήριξη
  2. Το πάθος που αναφέρεται στη φυσική έλξη και τη σεξουαλικότητα
  3. Τη δέσμευση, την απόφαση, δηλαδή, σε βραχύ χρόνο να είσαι και να μείνεις με κάποιον και μακροπρόθεσμα, τα κοινά σχέδια και οι κοινές κατακτήσεις δύο ανθρώπων.
Από την μίξη αυτών των τριών στοιχείων, προκύπτουν επτά τύποι Αγάπης, επτά μορφές ερωτικής σχέσης που καλύπτουν όλα τα είδη των σχέσεων που είναι δυνατά στην ερωτική εμπειρία, με έναν 10 τύπο, τον τύπο Ο ή την Μορφή της μη Αγάπης να μην υπολογίζεται καθόλου.

Τα 7 είδη ερωτικής σχέσης που προκύπτουν από την Τριγωνική Ερωτική Θεωρία του Sternberg φαίνονται παρακάτω στο σχήμα:

love

  1. Liking – Intimacy.  Προτίμηση ή συμπάθεια (Το ν’αρέσει ο ένας στον άλλο) : Σε αυτό το είδος σχέσης, υπάρχει μεταξύ των ατόμων ζεστασιά, εμπιστοσύνη και μια αίσθηση ενότητας αλλά χωρίς τα χαρακτηριστικά του πάθους και της αφοσίωσής. Αυτού του είδους η σχέση μπορεί να συγκριθεί και με βαθιά φιλία.
  2. Infatuation – Passion.  Ξεμυάλισμα ή ερωτική τρέλα: Η αγάπη με την πρώτη ματιά που περιέχει μόνο πάθος και καταλήγει συχνά σε απογοήτευση αν δεν αναπτυχθεί η οικειότητα και η υποχρέωση της αγάπης. Οι σχέσεις αυτές βασίζονται στην εξιδανίκευση του άλλου και όχι στην γνώση του συντρόφου και δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στις προκλήσεις της ζωής.
  3. Empty love – Commitment.  Άδεια αγάπη: Ένα ή και τα δύο μέλη του ζευγαριού δεσμεύονται να συνεχίσουν την σχέση χωρίς να έχουν πια πάθος και οικειότητα. Συνήθως αυτές οι σχέσεις βρίσκονται στην τελική τους φάση και τα άτομα μένουν μαζί για να τιμήσουν την δέσμευση τους σε συνειδητές αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά, για παράδειγμα ή/και οικονομικούς λόγους.
  4. Romantic love – Passion + Intimacy.  Ρομαντική αγάπη: Είναι η τυπική μορφή ενός μεγάλου έρωτα σαν και αυτούς που περιγράφονται στην λογοτεχνία και στον κινηματογράφο. Σχέση με πάθος και οικειότητα που συνήθως εξωτερικοί παράγοντες εμποδίζουν τα δύο μέλη της σχέσης στα σχέδια τους για το μέλλον.
  5. Companionate love – Intimacy + Commitment.  Συντροφική αγάπη: Αυτή είναι η περίπτωση των σχέσεων που διαρκούν πολύ καιρό (πχ. γάμος) και που ενώθηκαν με την οικειότητα και την δέσμευση όταν έβλεπαν πώς το πάθος σιγά-σιγά ξεθωριάζει.
  6. Fatuous love – Passion + Commitment.  Ανόητες αγάπες: Σε αυτό το είδος σχέσης το έντονο πάθος κυβερνάει τα μέλη της σχέσης και αποφασίζουν την δέσμευση χωρίς να υπάρχει οικειότητα άλλα και χωρίς να έχει γνώση ο ένας του άλλου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι γάμοι που βασίζονται σε παρορμητικές αποφάσεις της στιγμής. Αυτού του είδους οι σχέσεις οδηγούνται με τον καιρό σε άδεια αγάπη ή σε βίαιη διακοπή.
  7. Consummate lone – Intimacy + Passion + Commitment.  Ολοκληρωμένη αγάπη ή αγάπη ζωής: Αυτή είναι η πλήρης αγάπη που ο καθένας ονειρεύεται. Δύσκολο, αλλά όχι αδύνατο, να την βιώσουμε πραγματικά και πάνω απ” όλα να κρατήσουμε ζωντανά τα χαρακτηριστικά της με την πάροδο του χρόνου.

Καθώς μια σχέση αναπτύσσεται, η σημασία του κάθε στοιχείου αλλάζει με την πάροδο του χρόνου. Μια σχέση που βασίζεται σε ένα μόνο από τα παραπάνω στοιχεία είναι λιγότερο πιθανό να επιβιώσει από ό,τι μια σχέση που βασίζεται σε δύο ή και στα τρία στοιχεία. Είναι αδιαμφησβήτητο ότι η αγάπη διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή μας, για αυτό και το πιο σημαντικό είναι να έχεις τη διάθεση να αγαπήσεις και να αγαπηθείς…

Εικόνες

Βιβλιογραφία

  • Hendrick, C., & Hendrick, S. S. (1989). Research on love: Does it measure up? Journal of Personality and Social Psychology, 56, 784-794
  • Lee, J. A. (1973). Colours of love: An exploration of the ways of loving. Toronto: New Press
  • Sternberg, R. (1986). «A Triangular Theory of Love.» Psychological Review. 93(2),119-35.
  • Sternberg, R. J., & Barnes, M. L. (Eds.). (1988). The psychology of love.New Haven, CT: Yale University Press.
]]>

14 Ιούλ 2014

Μπορούν οι άνθρωποι να γίνουν πιο συμπονετικοί;

Η συμπόνια ή ενσυναίσθηση περιλαμβάνει την ικανότητα των ανθρώπων να αισθάνονται συμπάθεια για τους άλλους και να κατανοούν τον πόνο των άλλων ανθρώπων. Βέβαια, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η ενσυναίσθηση περιλαμβάνει κάτι περισσότερο από συμπάθεια. Η ενσυναίσθηση βοηθά τους ανθρώπους να αισθάνονται τι νιώθουν οι άλλοι, αλλά επίσης τους ωθεί να βοηθήσουν τους άλλους και να τους ανακουφίσουν τον πόνο τους.

Μέχρι πρόσφατα, οι επιστήμονες γνώριζαν πολύ λίγα για το αν η ενσυναίσθηση θα μπορούσε να καλλιεργηθεί ή να διδάξει. Σε μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Psychological Science (2013), οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όχι μόνο μπορούν οι ενήλικες να μάθουν να είναι πιο συμπονετικοί, αλλά ότι η μάθηση της θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει σε μια πιο αλτρουιστική συμπεριφορά και στην πραγματικότητα να οδηγήσει σε αλλαγές στον εγκέφαλο.

Οι ερευνητές προσπάθησαν να διδάξουν την ενσυναίσθηση σε μια μελέτη που έκαναν σε νέους ενήλικες με τη βοήθεια μιας αρχαίας βουδιστικής τεχνικής, η οποία προορίζεται να αυξήσει τα συναισθήματα για την φροντίδα ανθρώπων που βιώνουν πόνο. Ενώ διαλογίζονταν, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να φανταστούν πως κάποιος υποφέρει. Στη συνέχεια, διαπιστώθηκε πως επιθυμούσαν την ανακούφιση της ταλαιπωρίας του ατόμου. Ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να νιώσουν συμπόνια για διαφορετικούς τύπους ανθρώπων, αρχικά για κάποιον που θα μπορούσαν να αισθανθούν εύκολα συμπόνια, όπως ένα μέλος της οικογένειας ή έναν στενό φίλο και στη συνέχεια για έναν ξένο, καθώς και κάποιον που ερχόταν σε σύγκρουση με τα συναισθήματα του και την συμπόνια. Μια ομάδα από τους συμμετέχοντες είχε εκπαιδευτεί στην τεχνική γνωστή ως «γνωστική επανεξέταση», στην οποία οι άνθρωποι μαθαίνουν να επαναδιατυπώνουν τις σκέψεις τους, ώστε να αισθάνονται λιγότερο αρνητισμό. Οι ερευνητές θέλησαν να προσδιορίσουν εάν οι άνθρωποι μπορούν να μάθουν να αλλάξουν τις συνήθειές τους σε ένα σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα, έτσι ώστε και οι δύο ομάδες των συμμετεχόντων να λάβουν εκπαίδευση στο διαδίκτυο για μια περίοδο 30 λεπτών κάθε μέρα για δύο εβδομάδες.

Οι ερευνητές ήθελαν να μάθουν αν η εκπαίδευση της ενσυναίσθησης θα βοηθήσει τους συμμετέχοντες να γίνουν πιο αλτρουιστικοί. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να παίξουν ένα παιχνίδι στο οποίο θα ξόδευαν δικά τους χρήματα για να βοηθήσουν κάποιον που έχει ανάγκη. Το παιχνίδι περιλάμβανε να παίζουν με δύο άλλους ανώνυμους ανθρώπους online, όπου ο ένας ήταν ο «δικτάτορας» και ο άλλος ήταν το «θύμα». Ο συμμετέχων παρακολουθούσε τον δικτάτορα να μοιράζεται ένα αθέμιτο χρηματικό ποσό με το θύμα και στη συνέχεια να αποφασίσει πόσα από τα δικά του χρήματα να μοιραστεί και να αναδιανέμει τα χρήματα μεταξύ του δικτάτορα και το θύματος.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι είχαν εκπαιδευτεί στην ενσυναίσθηση είχαν περισσότερες πιθανότητες να μοιραστούν τα χρήματα για να βοηθήσουν τον παίκτη που είχε αδικηθεί, ένα παράδειγμα της αλτρουιστικής συμπεριφοράς. Αυτοί οι παίκτες ήταν πιο πιθανό να υιοθετήσουν αλτρουιστική συμπεριφορά από εκείνους στην ομάδα ελέγχου, που είχαν εκπαιδευτεί στη γνωστική επανεξέταση.

Η εκπαίδευση της ενσυναίσθησης αλλάζει τον εγκέφαλο;

Βρεγματικός λοβός - Parietal CortexΟι ερευνητές ήθελαν να δουν τι είδους επιπτώσεις είχε αυτή η εκπαίδευση στον εγκέφαλο. Χρησιμοποιώντας λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI), τόσο πριν όσο και μετά την εκπαίδευση, οι ερευνητές ήταν σε θέση να δουν πώς ο διαλογισμός επηρέασε την εγκεφαλική δραστηριότητα. Αυτό που παρατηρήθηκε ήταν ότι οι συμμετέχοντες που ήταν πιο αλτρουιστές μετά την εκπαίδευση είχαν μια αύξηση της δραστηριότητας του εγκεφάλου στο βρεγματικό λοβό (parietal cortex), μια περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με την ενσυναίσθηση και την κατανόηση για τους άλλους ανθρώπους. Άλλες περιοχές του εγκεφάλου που συνδέονται με θετικά συναισθήματα και σημείωσαν επίσης αύξηση της δραστηριότητας.

Οι ερευνητές προτείνουν ότι όπως και πολλές άλλες ικανότητες, η ενσυναίσθηση είναι μια ικανότητα που μπορεί να βελτιωθεί με την εξάσκηση. Τα αποτελέσματα της μελέτης προσφέρουν συναρπαστικές δυνατότητες για να βοηθήσουν τους ανθρώπους να καλλιεργήσουν την ενσυναίσθηση, κάτι που αλλάζει τις ζωές πολλών. Οι υγιείς ενήλικες δεν είναι οι μόνοι που μπορούν να επωφεληθούν από την εν λόγω κατάρτιση. Διδάσκοντας την ενσυναίσθηση σε παιδιά και ενήλικες, μπορεί να μειώσει τον εκφοβισμό (bullying) και να βοηθήσει εκείνους που αντιμετωπίζουν τα κοινωνικά ζητήματα.

Γιατί είναι σημαντικό να ξέρουμε ότι η ενσυναίσθηση μπορεί να διδαχτεί ακόμη και σε ενήλικες; Επειδή η ενσυναίσθηση αποτελεί κεντρική συνιστώσα πολλών κοινωνικών συμπεριφορών, όπως τον αλτρουισμό και τον ηρωισμό. Πριν αναλάβουμε δράση να βοηθήσουμε κάποιο πρόσωπο, είναι σημαντικό ότι όχι μόνο κατανοούμε τη μοναδικότητα της κατάστασης, αλλά ότι νιώθουμε την τάση να ανακουφίσουμε τον άλλον από τον πόνο.

Ο Rogers, περιγράφοντας την ενσυναίσθηση, υποστήριξε ότι αποτελείται από τρία στοιχεία: ένα θυμικό (ευαισθησία), ένα γνωστικό (παρατήρηση και πνευματική διεργασία) και ένα επικοινωνιακό (αντίδραση-απάντηση). Επίσης, σύμφωνα με ερευνητές, η ενσυναίσθηση περιλαμβάνει τρία βασικά πράγματα. Πρώτον, οι άνθρωποι πρέπει να αισθάνονται ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ένα άλλο πρόσωπο είναι σοβαρά. Επίσης, πρέπει να πιστεύουν ότι αυτά τα προβλήματα δεν είναι αυτοπροκληθέντα. Όταν οι άνθρωποι πιστεύουν ότι η δυσάρεστη κατάσταση ενός ατόμου είναι «δική του φταίξιμο,» είναι λιγότερο πιθανό να συμπάσχουν και να βοηθήσουν. Τρίτον, οι άνθρωποι πρέπει να μπορούν να μπουν στη θέση του άλλου ατόμου που αντιμετωπίζει αυτά τα προβλήματα, χωρίς βέβαια να χαθούν μέσα σε αυτή.

Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί πως διάφοροι προσωπικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες ασκούν επίδραση στην ανάπτυξη και την έκφραση της συναίσθησης. Η οικογένεια και οι σχέσεις οι οποίες αναπτύσσονται στα μέλη της, κατέχει πρωτεύοντα ρόλο, όμως και τα προσόντα με τα οποία οπλίζει το άτομο η φύση και η κοινωνία, συμμετέχουν οπωσδήποτε στην ικανότητα για εμβίωση και έκφραση ενσυναίσθησης σε διάφορα επίπεδα. Μπορεί να φαίνεται δύσκολο, αλλά η έρευνα δείχνει ότι η ενσυναίσθηση είναι κάτι που μπορούμε να μάθουμε, να γίνουμε πιο συμπονετικοί αλλά και να αναλάβουμε δράση ώστε να βοηθήσουμε τους άλλους γύρω μας.

Φωτογραφίες

Βιβλιογραφία

]]>

03 Ιούν 2014

H Ψυχολογία των Ονείρων

Τα όνειρα μπορεί να είναι μυστηριώδης, αλλά η κατανόηση της σημασίας των ονείρων μας δεν είναι απλή υπόθεση. Το περιεχόμενο τους μπορεί να αλλάξει ξαφνικά, να διαθέτει παράξενα στοιχεία ή να μας φοβίζει με τρομακτικές εικόνες. Το γεγονός ότι τα όνειρα μπορούν να είναι τόσο πλούσια και συναρπαστικά είναι αυτό που κάνει πολλούς να πιστεύουν ότι υπάρχει κάποιο βαθύτερο νόημα σε αυτά.

Ο S. Freud στο βιβλίο του «Η Ερμηνεία των Ονείρων» προτείνει ότι το περιεχόμενο των ονείρων σχετίζεται με την εκπλήρωση επιθυμιών. Πίστευε ότι υπάρχουν κρυμμένες επιθυμίες και συμβολισμοί που πρέπει να αποκωδικοποιήσουμε προκειμένου να βρούμε την άδηλη ή μη εμφανή σημασία του ονείρου και όχι να δίνουμε βάρος σε αυτά ακριβώς που βλέπουμε, δηλαδή, το έκδηλο και εμφανές. Επιπλέον, ένας εσωτερικός μηχανισμός λογοκρισίας, το Υπερ-εγώ, μεταμφιέζει αυτές τις επιθυμίες ώστε να μην δούμε την πραγματική τους φύση, εξυπηρετώντας έτσι την ανάγκη μας για ικανοποίηση τους και εξυπηρετώντας ταυτόχρονα έναν ήρεμο ύπνο. Οι εφιάλτες, σύμφωνα με τον Freud, είναι μια αντίδραση του εγώ σε επιθυμίες που ήταν πολύ δυνατές ή όχι επαρκώς μεταμφιεσμένες. Περιέγραψε μάλιστα τέσσερις διαδικασίες μεταμφίεσης με τις οποίες μπορούμε να μεταφράσουμε το έκδηλο ή εμφανές στο άδηλο και πραγματικό νόημα:

  • Συμπύκνωση – ένα αντικείμενο στο όνειρο έχει πολλαπλές σημασίες και ερμηνείες
  • Μεταφορά-η διαδικασία όπου η συναισθηματική σημασία ενός αντικειμένου μεταφέρεται σε άλλο αντικείμενο ώστε να ξεγελαστεί το υπερ-εγώ και να μην γίνει λογοκρισία
  • Αντιπροσώπευση-η διαδικασία όπου μια σκέψη αντιπροσωπεύεται από μια εικόνα
  • Συμβολισμό-ένα σύμβολο αντιπροσωπεύει μια πράξη, πρόσωπο ή ιδέα

Όπως και ο S. Freud, έτσι και ο C. Jung μοιράζεται κάποια κοινά σημεία με τον Freud , αλλά πίστευε ότι τα όνειρα ήταν κάτι περισσότερο από μια έκφραση επιθυμιών που καταστέλλονται. Σύμφωνα με τον Jung, τα όνειρα δεν αντανακλούν μόνο το υποσυνείδητο αλλά και την πραγματική και συνειδητή ζωή κάθε ανθρώπου. Ο Jung έδινε την ίδια σημασία και στο έκδηλο μήνυμα του ονείρου. Ο Freud ζητούσε από τους ανθρώπους να δουν το κάθε ένα σύμβολο ξεχωριστά και να προσπαθήσουν να καταλάβουν τι ακριβώς λογοκρίθηκε με βάση αυτό το σύμβολο. Ο Jung ζητούσε από τους ανθρώπους να συσχετίσουν τις εικόνες ή τα σύμβολα που είδαν με την καθημερινή τους ζωή.

Από την άλλη, ο Calvin S. Hall προτείνει ότι τα όνειρα είναι μια νοητική διαδικασία, δηλαδή σκέψεις που κάνουμε κατά τη διάρκεια του ύπνου και οι εικόνες που βλέπουμε είναι οπτικοί συμβολισμοί των προσωπικών μας ιδεών. Ο τρόπος ερμηνείας, σύμφωνα με τον Hall, είναι να μεταφράσουμε τις εικόνες στις αρχικές σκέψεις που τις δημιούργησαν παίρνοντας πληροφορίες από άλλα όνειρα και σκέψεις του συγκεκριμένου ατόμου. Πρόκειται για μια υποκειμενική εικόνα που έχουμε για τη ζωή μας και χρειάζεται να ανακαλύψουμε τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα και όχι πως είναι πραγματικά η ζωή εκείνου που βλέπει και περιγράφει το όνειρο.

Αρκετοί ακόμη έχουν δώσει διάφορες θεωρίες για την ερμηνεία των ονείρων, μεταξύ των οποίων ο F.Perls που πιστεύει ότι τα όνειρα είναι προβολές πτυχών του εαυτούς μας, που έχουμε αγνοήσει, απορρίψει ή καταπιέσει, και κάθε πρόσωπο, ακόμα και πράγμα στο όνειρο αντιπροσωπεύει μια διαφορετική πλευρά του εαυτού μας, αλλά και ο Hartmann E. που θεωρεί ότι τα όνειρα λειτουργούν σαν ψυχοθεραπεία αφού δημιουργούμε συνδέσεις σκέψεων σε ένα ασφαλές μέρος, κάτι που δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε στην πραγματική μας ζωή. Θεωρεί ότι τα όνειρα είναι η οπτικοποίηση των συναισθημάτων μας.

Το μυστήριο που αφορά την ύπαρξη και τη θεματολογία των ονείρων ακόμα συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο έρευνας, ωστόσο δεν μπορούμε να μην παραδεχτούμε ότι οι ψυχαναλυτικές θεωρίες έχουν βοηθήσει αρκετά στην κατανόηση τους. Είναι σημαντικό να φέρουμε στη συνείδηση τις ασυνείδητες σκέψεις που κρύβονται πίσω από το όνειρο, καθώς μέσα από την προσπάθεια αποκωδικοποίησης τους μπορούμε να αντιμετωπίσουμε φόβους, να επιλύσουμε προβλήματα, να αναπτύξουμε τον εαυτό μας και να κατανοήσουμε καλύτερα τα συναισθήματα μας. Δύο τεχνικές που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να θυμόμαστε τα όνειρα μας είναι είτε να τα καταγράφουμε σε ένα ημερολόγιο που θα κρατάμε, είτε να προσπαθήσουμε να συγκεντρωνόμαστε πριν κοιμηθούμε στο γεγονός ότι θα δούμε κάποιο όνειρο και θέλουμε να το θυμόμαστε.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία

  • Freud, S. “H Τεχνική της Ερμηνείας των Ονείρων”, Δαμιανός Ν.
  • Freud, S. (1900). The Interpretation of Dreams.
  • Hall, C. S. (1953). A cognitive theory of dreams. The Journal of General Psychology, 49, 273-282.
  • Jung, Carl (1966). «The Practical Use of Dream-analysis.” The Practice of Psychotherapy: Essays on the Psychology of Transference.
  • Κιτσινέλης, Σ. (2009). «Η Επιστήμη των ονείρων, Θεωρίες και ερμηνείες μιας παράλληλης πραγματικότητας»
]]>