25 Οκτ 2013

Το άγχος για την υγεία

«Ο πονοκέφαλος είναι «όγκος στο κεφάλι», η μελανιά στο πόδι είναι «λευχαιμία», η ναυτία είναι είτε «καρκίνος», είτε»καρδιακή προσβολή» και ο προηγούμενος γιατρός όπως και ο παρά- προηγούμενος, είναι «κομπογιαννίτης»- δεν μου βρήκε τίποτα. Ευτυχώς, έχω κλείσει ραντεβού για αύριο και μεθαύριο, ώστε να πάρω τη γνώμη ενός καρδιολόγου και ενός νευρολόγου.»

Κάπως έτσι είναι ο κόσμος ενός ατόμου που φοβάται υπερβολικά για την υγεία του, που είναι «κατά φαντασία ασθενής» ή αλλιώς υποχόνδριος.

Ένα τέτοιο άτομο κάνει άσκοπες εξετάσεις, οι οποίες το καθησυχάζουν μόνο παροδικά- συνήθως μέχρι το επόμενο σωματικό σύμπτωμα. Το άτομο δυσκολεύεται να πεισθεί πως οργανικά είναι υγιής και κάποιες φορές δείχνει μέχρι και να απογοητεύεται- μοιάζει σαν να μην μπορεί να αποδεχτεί τη ψυχολογική φύση των συμπτωμάτων του. Ταυτόχρονα, το άτομο βρίσκεται σε συνεχή επαγρύπνηση για τον εντοπισμό σωματικών αλλαγών, τις οποίες παρερμηνεύει ως αποδείξεις κάποιας ασθένειας. Δεν μπορεί να δεχθεί πως πρόκειται απλώς για αντιδράσεις που αφορούν τις καταστάσεις και τα συναισθήματα που βιώνει.

Αν έχεις κοινά στοιχεία με το παραπάνω άτομο, ήρθε η ώρα να δράσεις κατάλληλα και να σταματήσεις να «υπακούς» στο άγχος σου. Πώς θα το καταφέρεις;

Μείνε μακριά από το διαδίκτυο: Ο Mr Google είναι γεμάτος λάθος διαγνώσεις. Εισάγοντας ένα σύμπτωμα, σου βγάζει λίστες με οτιδήποτε μπορεί να έχεις, από μια σκωληκοειδίτιδα ως καρκίνο παχέος εντέρου. Δεν έχει νόημα να αφιερώνεις τόσο πολύ χρόνο- χρόνο που μπορείς να αξιοποιήσεις διαφορετικά- ψάχνοντας και ξανά- ψάχνοντας τι έχεις.

Μείνε σταθερός/η σε ένα γιατρό: Πηγαίνοντας από γιατρό σε γιατρό, αυξάνεις τις πιθανότητες των περιττών εξετάσεων, των περιττών εξόδων, της περιττής ταλαιπωρίας και του περιττού άγχους. Ξέρω πως «αναγκάζεσαι» να ζητάς δεύτερη γνώμη, καθώς σε υπνωτίζει το άγχος σου. Όμως, μείνε πιστός/η σε ένα γιατρό, τον οποίο εμπιστεύεσαι και δημιούργησε καλή σχέση μαζί του. Στο μέλλον, εκείνος θα ξέρει κάθε λεπτομέρεια της κατάστασης της υγείας σου και θα είναι έτοιμος να διαγνώσει πιο εύκολα τι έχεις. Μίλησε μαζί του για τις ανησυχίες σου και ζήτησε του για μια τελευταία φορά πληροφορίες ή διάγνωση. Από εκεί και έπειτα, σταμάτα να αμφισβητείς τις γνώσεις και την αξιοπιστία του. Είναι εκείνος που ξέρει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο πότε κάτι είναι ανησυχητικό και πότε όχι. Εμπιστεύσου τον.

Ξέχνα τους αυτό-ελέγχους: Σταμάτα να μετράς τους παλμούς σου ή την πίεση σου. Σταμάτα να εστιάζεις στην αναπνοή σου και σε σημάδια στο σώμα σου. Αντίθετα, εστίασε σε κάτι πιο δημιουργικό και ευχάριστο, για παράδειγμα τι θα μαγειρέψεις ή τι θα κάνεις το Σαββατοκύριακο. Όταν βιώνεις σωματικές αλλαγές, υπενθύμισε στον εαυτό σου ότι «Αυτές δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια υπερβολή των φυσιολογικών σωματικών συμπτωμάτων που αισθάνεται ο καθένας μας, όταν βιώνει στρες. Δεν είναι επιβλαβείς, ούτε επικίνδυνες παρά μόνο δυσάρεστες. Αν δεν εστιάσεις σε αυτές, θα περάσουν».

Σταμάτα κάθε τρομακτική σου σκέψη και παρατήρησε αυτό που συμβαίνει όντως στο σώμα σου, όχι αυτό που φοβάσαι ότι συμβαίνει ή ότι θα συμβεί. Ταυτόχρονα, δώσε χώρο στο φόβο σου να εκφραστεί και να εξαφανιστεί. Αποδέξου τον και μην τον μάχεσαι. Κλείσε τα μάτια σου και φαντάσου πως ήδη υποχωρεί και δεν σου υπαγορεύει πια τι να κάνεις. Φαντάσου πως γίνατε»φίλοι» και σταμάτησε να σε ελέγχει.

Εστίασε στις σχέσεις σου: Αν η κατάσταση της υγείας σου σε έχει αποξενώσει, τότε είναι ευκαιρία να επανορθώσεις, παίρνοντας, για παράδειγμα, ένα φίλο σου τηλέφωνο και κανονίζοντας μία έξοδο. Δοκίμασε να βγεις για ένα φαγητό ή ένα ποτό και να εστίασεις στο φίλο σου και όχι στο σώμα σου, στη συζήτηση σας, στο περιβάλλον και στη μουσική.

Φρόντισε την υγεία σου και κάνε γυμναστική. Η σωματική άσκηση, μέτριας έντασης όπως ένας περίπατος, μας βοηθάει στην αντιμετώπιση του άγχους και της θλίψης.

Συμφιλιώσου με την αβεβαιότητα της υγείας. Όλοι μα όλοι έχουμε νιώσει, κάποια στιγμή στη ζωή μας, άγχος για την υγεία μας. Το άγχος για την υγεία μας, όταν βρίσκεται σε μέτρια κλίμακα, είναι προσαρμοστικό καθώς μας κινητοποιεί να κάνουμε εξετάσεις ή να προσέξουμε τη διατροφή μας.

Ωστόσο, ποια είναι τα πλεονεκτήματα και ποια τα μειονεκτήματα στην προσωπική σου ζωή, όταν υπερεστιάζεις στις σωματικές αλλαγές και είσαι έτοιμος να βρεις τι έχεις; Ζεις σε μόνιμο άγχος, δεν είναι έτσι; Αξίζει τον κόπο να χάνεις στιγμές: στιγμές που μπορείς να απολαύσεις διασκεδάζοντας, βγαίνοντας, παίζοντας με τα παιδιά σου, κτλ για την πιθανότητα να αρρωστήσεις; Δεν αρρωσταίνεις κάθε μέρα από το φόβο σου μήπως αρρωστήσεις;

Κανείς δεν ξέρει πότε και αν θα του χτυπήσει την πόρτα κάποια ασθένεια. Όμως, μέχρι να γίνει αυτό- αν ποτέ γίνει-, μπορείς να απολαύσεις το δωμάτιο στο οποίο βρίσκεσαι τώρα- μπορείς να απολαύσεις το γεγονός ότι οι εξετάσεις σου είναι καθαρές και είσαι υγιής.

Τέλος, αν το άγχος σου για την υγεία παραμένει σταθερό, ζήτησε τη βοήθεια ενός ειδικού ψυχικής υγείας.

Καλή δύναμη!

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

18 Οκτ 2013

Κάτω από αυτό το πρίσμα, τι είναι φυσιολογικό και τι όχι;

Αρκετοί από εμάς αναρωτιόμαστε αν εμείς, οι επιλογές μας, τα συναισθήματα μας, οι άλλοι και περισσότερο από όλα τα παιδιά μας είναι «φυσιολογικά», εξελίσσονται «ομαλά» και δεν ανήκουν σε κανένα παθολογικό φάσμα. Αυτό που συχνά δεν αναρωτιόμαστε, όμως, είναι από που προκύπτουν αυτές οι ανησυχίες μας και από που προκύπτει η τάση μας να κατηγοροποιούμε τις συμπεριφορές μας, τους ανθρώπους, τα παιδιά μας σε «φυσιολογικά» ή σε «παθολογικά».

Ακόμη, δεν αναρωτιόμαστε τουλάχιστον συνειδητά για τον σκοπό μιας τέτοιας κατηγοροποίησης και έτσι, αναπόφευκτα, αν τοποθετήσουμε μια συμπεριφορά στο φάσμα του μη φυσιολογικού- του παθολογικού, πιστεύουμε πως, εξαιτίας και μόνο αυτού, η συμπεριφορά αυτή είναι όντως παθολογική. Είναι, όμως, η πραγματικότητα έτσι; Είναι εύκολο να ξεχωρίζουμε, στην πράξη, σε «φυσιολογικό» ή σε «παθολογικό» τις συμπεριφορές μας, τον εαυτό μας ή τους ανθρώπους που συναντάμε;

Πρώτα από όλα, μια συμπεριφορά που θεωρείται «φυσιολογική» για τη δική μου τη ζωή, μπορεί να θεωρηθεί «παθολογική» για τη ζωή κάποιου άλλου. Δηλαδή, ο καθένας μας έχει διαφορετικές προτεραιότητες και διαφορετικούς στόχους και μόνο αν γνωρίζουμε αυτούς, μπορούμε να αποφασίσουμε αν ο απέναντι μας κινείται στα πλαίσια του «φυσιολογικού», ώστε να μπορέσει να πετύχει αυτούς τους στόχους. Εξάλλου, και στην ψυχιατρική για να οριστεί μια διαταραχή, λαμβάνεται πάντοτε υπόψη το αίσθημα ευχαρίστησης ή δυσφορίας του ατόμου από τη ζωή του- μία ακόμη ένδειξη ότι η διάκριση της φυσιολογικής από την παθολογική συμπεριφορά εξαρτάται από τα υποκειμενικά μας κριτήρια. Έτσι, όταν λέμε ότι κάτι είναι «φυσιολογικό», χρειάζεται πάντα να ορίζουμε το «για ποιον είναι φυσιολογικό».

Από την άλλη, σαφέστατα και υπάρχουν κάποια άλλα- πιο αντικειμενικά- κριτήρια στη διάκριση του φυσιολογικού από το παθολογικό. Έτσι, στη ψυχιατρική άλλα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τον εντοπισμό των ψυχιατρικών διαταραχών είναι η παρατηρήσιμη συμπεριφορά του ατόμου που εξετάζεται- τα λεγόμενα συμπτώματα-, η διάρκεια, η συχνότητα και η ένταση που αυτά εμφανίζονται και οι συνέπειες που έχουν στη ζωή του ατόμου: στην εργασιακή του απόδοση, στην κοινωνικότητα του, στη σωματική του υγεία: ύπνος, διατροφή κ.α. Αυτά τα- σχεδόν αντικειμενικά- κριτήρια αποτελούν την πυξίδα για τον εντοπισμό των ψυχιατρικών διαταραχών.

Όμως, ποιος είπε πως η ύπαρξη κάποιας ψυχιατρικής διαταραχής καθιστά έναν άνθρωπο παθολογικό;

Πρώτα από όλα, η κατηγοροποίηση των ψυχιατρικών διαταραχών γίνεται μονάχα για τη μελέτη, την κατανόηση και την καλύτερη δυνατή βοήθεια των άτομων που τις παρουσιάζουν. Από εκεί και έπειτα, είναι καλό να αντιμετωπίζουμε τη συμπεριφορά του ατόμου που παρουσιάζει κάποια ψυχιατρική διαταραχή με τον ίδιο τρόπο που θα αντιμετωπίζαμε μια οποιαδήποτε συμπεριφορά- γιατί κάθε συμπεριφορά είτε ανήκει στο φάσμα του «φυσιολογικού» είτε ανήκει στο φάσμα του «παθολογικού» είναι πάντα μοναδική.

Δηλαδή, ακόμη κι αν εμείς οι δύο παρουσιάζαμε μια ίδια ψυχιατρική διαταραχή, θα είχαμε μια εντελώς διαφορετική κατάσταση να αντιμετωπίσουμε και πιθανότατα ο τρόπος που θα συμπεριφερόμασταν θα ήταν κατά πολύ διαφορετικός, ακόμη κι αν αυτός έμοιαζε σε μερικά σημεία. Και αυτό γιατί κανένας μας δεν θα ήταν η συγκεκριμένη ψυχιατρική διαταραχή- κανένας μας δεν θα ήταν μη φυσιολογικός- παθολογικός.

Θα ήμασταν απλά δυο διαφορετικοί άνθρωποι που εξαιτίας της ιδιοσυγκρασίας μας, των βιωμάτων μας και της παρούσας χρονικής στιγμής της ζωής μας, αντιμετωπίζουμε με διαφορετικό τρόπο μια ίδια- στο όνομα- ψυχολογική κατάσταση.Και με την τελευταία πρόταση, θέλω να θέσω δύο ερωτήματα.

Πρώτα από όλα, όλοι μπορούμε να περάσουμε και να ξαναπεράσουμε και να ξαναπεράσουμε το μονοπάτι που οδηγεί από το «φυσιολογικό» στο «παθολογικό» και ανάποδα. Η ζωή έχει δυσκολίες για όλους: συναντάμε σε αυτήν θανάτους, χωρισμούς, απορρίψεις, ματαιώσεις και είναι εύκολο να χαθούμε για λίγο ή για πολύ σε κάποιο από αυτά τα τούνελ. Αν χαθούμε, δεν σημαίνει πως πάψαμε να είμαστε φυσιολογικοί- ειδικά όταν μπορούμε να ξαναβρούμε τον δρόμο μας και να αντέχουμε για λίγο το σκοτάδι. Αν τόσο εύκολα θεωρούμε κάτι «παθολογικό», θα έπρεπε με τον ίδιο τρόπο να το αναθεωρούμε σε κάτι «φυσιολογικό».

Με πιο απλά λόγια, το τι είναι φυσιολογικό και τι παθολογικό είναι ένας συνεχής αγώνας διαπραγμάτευσης- δεν μπορούμε απλά να βάζουμε μια ταμπέλα και να την αφήνουμε. Αντίθετα, θα πρέπει να εξετάζουμε σταθερά τι είναι φυσιολογικό με βάση τη δική μας ζωή και τις δικές μας σκέψεις. Έτσι, θα ήταν καλό, όταν λέμε πως κάτι είναι φυσιολογικό να προσθέτουμε τη φράση «για’ μένα», π.χ «Για’ μένα είναι φυσιολογικό που…».

Το δεύτερο ερώτημα αφορά και πάλι τις ψυχιατρικές διαταραχές- αν και όχι μόνο. Πιο απλά θα έλεγα ότι αφορά τις παραξενιές τις δικές μας και των άλλων. Έχετε σκεφτεί πως μπορεί όλες αυτές να είναι η συνέπεια της προσαρμογής μας στο περιβάλλον που κληθήκαμε να μεγαλώσουμε, να αναπτυχθούμε και να ενταχθούμε; Έχετε σκεφτεί πως μπορεί να έχουν προσαρμοστική αξία, καθώς αποτυπώνουν την ένωση της αρχικής μας ιδιοσυγκρασίας με τις συνθήκες που συναντήσαμε στη ζωή μας μέχρι τώρα και ίσως, ακριβώς επειδή έχουν προσαρμοστική αξία και μας έχουν βοηθήσει, να μας είναι τόσο μα τόσο δύσκολο να τις αποχαιρετίσουμε;

Κάτω από αυτό το πρίσμα, τι είναι φυσιολογικό και τι όχι; 

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

08 Οκτ 2013

Τι είναι η τηλεφωνική και η διαδικτυακή συμβουλευτική;

Η τηλεφωνική και η διαδικτυακή συμβουλευτική είναι δύο εναλλακτικοί τρόποι συμβουλευτικής.

Ενδείκνυται για άτομα που αδυνατούν να επισκεφτούν από κοντά ένα σύμβουλο- ψυχολόγο, λόγω τοποθεσίας (επαρχία, εξωτερικό όπου η αναζήτηση του κατάλληλου συμβούλου είναι δύσκολη),φόρτου εργασίας (ωράριο εργασίας που δεν ευνοεί την διεξαγωγή συνεδριών σε προκαθορισμένες ώρες γραφείου), ρυθμού ζωής (για παράδειγμα, μητέρα με μικρά παιδιά) και άλλων δυσκολιών στη μετακίνηση ( για παράδειγμα, άτομα με κινητικά προβλήματα, αγοραφοβία ή φόβο στιγματισμού)

Παράλληλα, η τηλεφωνική και η διαδικτυακή συμβουλευτική προσφέρονται σαν μια επιλογή προς όλους που προτιμούν την ασφάλεια και την άνεση του προσωπικού τους χώρου.

Τα οφέλη: Η τηλεφωνική και η διαδικτυακή συμβουλευτική έχουν φανεί το ίδιο αποτελεσματικές με την «παραδοσιακή» συμβουλευτική.

Ένα πρώτο θετικό στοιχείο που επιτυγχάνεται είναι η ενημέρωση σε θέματα ψυχικής υγείας, όπως και η βοήθεια στην αντιμετώπιση καθημερινών- μη κλινικών- προβλημάτων ατόμων, τα οποία υπό άλλες συνθήκες δεν θα αναζητούσαν επαγγελματική βοήθεια. Ακόμη, μέσα από τη τηλεφωνική ή τη διαδικτυακή συμβουλευτική, δίνεται η δυνατότητα για περισσότερη περίσκεψη, αφού δεν υπάρχει η επικοινωνία πρόσωπο με πρόσωπο, η οποία μπορεί να προκαλέσει αμηχανία.

Τέλος, σε σχέση με τη διαδικτυακή συμβουλευτική, η τήρηση αρχείου με τα γραπτά μηνύματα ή τη συνομιλία δίνει την ευκαιρία στον πελάτη να επεξεργαστεί εκ νέου τις «ολοκληρωμένες» συνεδρίες, αξιολογώντας βιωματικά την πορεία της συμβουλευτικής και την ατομική του πρόοδο.

Οι κίνδυνοι: Πέρα από τα οφέλη, η τηλεφωνική και η διαδικτυακή συμβουλευτική έχουν και κάποιους κινδύνους. Πιο συγκεκριμένα, η έλλειψη της φυσικής επαφής και της συνάντησης πρόσωπο με πρόσωπο, χωρίς την παρεμβολή της οθόνης μπορεί να οδηγήσει σε παρερμηνεία.

Παράλληλα, εγκυμονεί ο κίνδυνος παραβίασης του απορρήτου με υπαιτιότητα τρίτου (για παράδειγμα, μετά από επίθεση χάκερ) ή από απλό λάθος (για παράδειγμα, μπλοκάρισμα της τηλεφωνικής γραμμής).

Η διαδικασία: Ο σύμβουλος πρέπει να αξιολογήσει επαρκώς τον πελάτη πριν παρέχει τις τηλεφωνικές ή τις διαδικτυακές υπηρεσίες συμβουλευτικής, καθώς η τηλεφωνική και η διαδικτυακή συμβουλευτική δεν ενδείκνυνται για άτομα σε κρίση (αυτοκτονικές τάσεις ή βαριά ψυχοπαθολογία).

Στη συνέχεια, ο σύμβουλος ενημερώνει τον πελάτη για τον τρόπο της συμβουλευτικής διαδικασίας (αν θα είναι μέσω e- mail ή συνομιλία μέσω skype), τον χρόνο απάντησης (στα e- mail) και μεσολάβησης των συνεδριών, καθώς και το κόστος αυτών.

Κώδικας δεοντολογίας: Όπως και κάθε άλλη μορφή συμβουλευτικής ή θεραπευτικής παρέμβασης, έτσι και η τηλεφωνική και η διαδικτυακή συμβουλευτική διέπονται από τον κώδικα δεοντολογίας του επαγγέλματος του ψυχολόγου και της τήρησης του απορρήτου.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

25 Σεπ 2013

Το κόστος της ψυχοθεραπείας-συμβουλευτικής

Πολλοί άνθρωποι ενώ αισθάνονται την ανάγκη να επισκεφτούν κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας, διστάζουν καθώς πιστεύουν πως δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στο κόστος της θεραπευτικής διαδικασίας (ψυχοθεραπεία, συμβουλευτική). Ειδικά σήμερα, όλο και περισσότερο ακούμε: «Εγώ δεν έχω λεφτά για τέτοια», «Οι ψυχολόγοι είναι για τους πλούσιους», «Η ψυχοθεραπεία είναι πολυτέλεια». Τέτοιες φράσεις αντιπροσωπεύουν μια άγνοια ή μια λανθασμένη εντύπωση ότι «η δουλειά του ψυχολόγου- ψυχοθεραπευτή είναι χρονοβόρα και συχνή στη διάρκεια μιας εβδομάδας»-εντύπωση που έχει διαμορφωθεί από τη λανθασμένη ταύτιση κάθε μορφής ψυχολογικής παρέμβασης με την ψυχανάλυση, η οποία όντως είναι χρονοβόρα.

Από την άλλη, ορισμένες φορές, τέτοιες φράσεις είναι το αποτέλεσμα των ασυνείδητων μηχανισμών άμυνας που έχουμε όλοι, ώστε να προστατευθούμε από το «άγνωστο». Δηλαδή, τα χρήματα εξυπηρετούν μια εύλογη για μας εξήγηση- δικαιολογία για το γεγονός ότι ενώ μπορούμε ή επιθυμούμε να κάνουμε ένα βήμα μπροστά, ταυτόχρονα επιθυμούμε και την αναβολή του ρίσκου- τη διατήρηση μιας γνώριμης κατάστασης, ακόμη κι όταν αυτή είναι δυσάρεστη. Επομένως, πολλές φορές συναντάμε ένα άτομο να διαμαρτύρεται για το κόστος των συνεδριών και να μην ξεκινάει ψυχοθεραπεία, παρόλο που μπορεί να διαθέσει το ίδιο ποσό χρημάτων για ρούχα ή ταξίδια. Και βέβαια, ο καθένας έχει το δικαίωμα να επιλέξει το που θα διαθέσει τα χρήματα του- ωστόσο σε μια τέτοια περίπτωση η έλλειψη χρημάτων δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματικό εμπόδιο για τη θεραπευτική διαδικασία.

Τώρα, όντως υπάρχει η περίπτωση να είναι κανείς ευαισθητοποιημένος και βέβαιος για τη χρησιμότητα της ψυχοθεραπείας- συμβουλευτικής, αλλά να μην μπορεί να βρει ένα τρόπο να αντεπεξέλθει οικονομικά σε αυτήν. Αυτό συμβαίνει, γιατί μέσα από τη διερεύνηση που έκανε, συνάντησε μόνο ψυχολόγους και συμβούλους που χρεώνουν ακριβά (80-120 ευρώ ανά συνεδρία). Η πραγματικότητα είναι ότι υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις στη χρέωση των ψυχολογικών υπηρεσιών από ιδιώτες ειδικούς ψυχικής υγείας, καθώς δεν υπάρχει μια πάγια χρέωση ανάμεσα τους (αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα) και έτσι, εναπόκειται στην κρίση του καθενός το πόσο θα κοστολογήσει τις υπηρεσίες που προσφέρει. Ωστόσο, τα κριτήρια συνήθως των περισσότερων ειδικών είναι η οικονομική δυνατότητα του πελάτη- θεραπευόμενου, η συχνότητα της θεραπείας, η δική τους προσωπική δουλειά, εμπειρία και εκπαίδευση.

Κατά την γνώμη μου, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε πως η ψυχοθεραπεία ή συμβουλευτική αποτελεί μία ακόμη δουλειά, για να εξασφαλίσει κανείς τα προς το ζην, χωρίς αυτό να αναιρεί την αγάπη που ένας «ειδικός ψυχικής υγείας» χρειάζεται να έχει για την δουλειά του και γενικά τον άνθρωπο. Ακόμη, το επάγγελμα του «ειδικού ψυχικής υγείας» απαιτεί από όποιον το επιλέγει πρώτα την δική του επένδυση σε χρόνο και χρήμα για την δια βίου μόρφωση του και για τη σωστή άσκηση του επαγγέλματος του (εκπαίδευση, εποπτεία, προσωπική θεραπεία). Άρα, είναι σημαντικό πριν κρίνουμε για το ποσό που χρεώνει κανείς, να αναρωτηθούμε για την επένδυση που εκείνος πρώτα έχει κάνει, όσον αφορά την δουλειά του.Υπό αυτήν την έννοια, είναι λογικό να υπάρχουν αποκλίσεις ανάμεσα στους ιδιώτες ψυχολόγους ή ειδικούς ψυχικής υγείας.

Από την άλλη, οι αποκλίσεις αυτές δεν αποκλείουν την εύρεση μιας προσέγγισης, η οποία να είναι ανάλογη των οικονομικών δυνατοτήτων του ενδιαφερομένου. Για παράδειγμα, υπάρχουν κάποιες δημόσιες υπηρεσίες (αν και στη χώρα μας, είναι αρκετά περιορισμένες) που παρέχουν δωρεάν ψυχολογική υποστήριξη. Υπάρχουν, ακόμη, επαγγελματίες που διατίθενται να χαμηλώσουν το κόστος των υπηρεσιών τους (30-60 ευρώ), χωρίς παράλληλα να χαμηλώσουν την ποιότητα αυτών. Απλά, είναι επαγγελματίες πιο ευαισθητοποιημένοι στις οικονομικές δυσκολίες που ο σημερινός άνθρωπος πλέον αντιμετωπίζει.

Μια άλλη παράμετρος που διαφοροποιεί το κόστος της επαγγελματικής βοήθειας είναι το αίτημα που έχει ο ενδιαφερόμενος. Αν λοιπόν, το αίτημα του ενδιαφερόμενου αναφέρεται σε συγκεκριμένες δυσκολίες, συχνά ακολουθείται ένας κύκλος συμβουλευτικής λίγων συνεδριών και έτσι, το κόστος περιορίζεται αρκετά. Αντίθετα, αν το αίτημα του ενδιαφερομένου αναφέρεται σε χρόνιες «χαρακτηρολογικές» δυσκολίες, συχνά ακολουθείται ψυχοθεραπευτική παρέμβαση μηνών ή χρόνων (ανάλογα) και έτσι, το κόστος δεν μπορεί εύκολα να περιοριστεί.

Όμως, ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση, η ερώτηση είναι «Αξίζει τον κόπο;» Αν ήταν να διαθέσετε το ίδιο ποσό χρημάτων για την εκπαίδευση σας ή τη σωματική σας υγεία, θα σας φαινόταν το ίδιο «υπέρογκο»; Ας σταματήσουμε να βλέπουμε τις υπηρεσίες του ψυχολόγου και των υπόλοιπων επαγγελματιών ψυχικής υγείας σαν μια πολυτέλεια, γιατί απλά δεν είναι πολυτέλεια. Ας σταματήσουμε να διαχωρίζουμε την υγεία μας σε «σωματική» και «ψυχική» και ας ενεργήσουμε σφαιρικά για αυτήν, επενδύοντας τόσο στη φροντίδα του σώματος μας όσο και στη φροντίδα της ψυχής μας. Ας αρχίσουμε ακόμη να βλέπουμε τις υπηρεσίες των επαγγελματιών ψυχικής υγείας σαν ένα κύκλο μαθημάτων που μπορεί να μας οδηγήσει στη μεγαλύτερη πνευματική μας ανάπτυξη.

Εξάλλου, η ψυχοθεραπεία ή η συμβουλευτική αποτελεί μια επένδυση που παρότι βραχυπρόθεσμα απαιτεί από εμάς μικρές θυσίες ή μια πιο ορθολογιστική διαχείριση των εσόδων μας,μακροπρόθεσμα μας οδηγεί σε μια πιο ισορροπημένη ζωή και σε μια βαθύτερη γνώση και επαφή με τον εαυτό μας.

Και αλήθεια, υπάρχει κάτι σπουδαιότερο από αυτό;

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>