28 Νοέ 2011

Φυσιολογικό VS Παθολογικό: οχι και τοσο ξεκάθαροι όροι

Φυσιολογικές και μη φυσιολογικές εκδηλώσεις της συμπεριφοράς. Υπάρχει μια διάκριση μεταξυ του τι ειναι φυσιολογικό να κάνουμε και τι οχι, τι ειναι περίεργο ή ανώμαλο ακόμα, μια διάκριση μεταξύ φυσιολογικού και παθολογικού ή τρελού. Ωστόσο η διάκριση αυτή δεν είναι τόσο σαφής όσο μπορεί να νομίζετε.

Και αυτό συμβαίνει για δύο βασικούς λόγους:

Η μη φυσιολογική συμπεριφορά δεν είναι πραγματικά ιδιαίτερα ανώμαλη ως και καθόλου. Οι άνθρωποι αναπτύσσουν συνήθως διάφορες προβληματικές συμπεριφορές για λόγους που είναι πολύ κατανοητοί. Σε γενικές γραμμές, τα παιδιά εξελίσσονται έχοντας αγχώδεις «διαταραχές» επειδή έχουν βιώσει μια ασυνήθιστα τρομακτική σειρά γεγονότων στη ζωή τους, ένα ή περισσότερα τραύματα, ή είχαν ασυνεπείς γονείς ή πειθαρχία. Σίγουρα, μερικές φορές μπορεί να συμβάλλουν τα γονίδια. Αλλά ακόμα και τα γονίδια που προδιαθέτουν τα παιδιά για ανάπτυξη του άγχους, έχουν προσαρμοστική αξία. Έτσι, μια κοινωνία που υπόκειται μια απροσδόκητη επίθεση ή προσβολή, συνήθως επωφελείται με το να έχει ορισμένα μέλη που είναι ασυνήθιστα σε υπερεπαγρύπνηση και συνεχώς σε επιφυλακή για τον κίνδυνο. Χρησιμεύουν ως βασικοί φρουροί σε τέτοιες περιπτώσεις.

Συγκεκριμένα το άγχος πρόκειται για συνήθη διαταραχή αφού 1/3 των ενηλίκων παρουσιάζει κάθε χρόνο μια τουλάχιστον σοβαρή κρίση άγχους. Υπολογίζεται οτι περίπου ενα 10% του γενικού πλυθησμού συμβουλεύεται κάποια στιγμή γιατρό επειδή αισθάνεται άγχος, ένταση, ή ανησυχία. Το φυσιολογικό άγχος, ειναι μια υγιής, φυσιολογική αντίδρση, που εκδηλώνεται σε περιπτώσεις ανησυχίας ή σε στιγμές πραγματικού κινδύνου ή απειλής. Μέτριος βαθμός άγχους, στην πραγματικότητα, βελτιώνει την απόδοση του ανθρώπου σε δύσκολες στιγμες και αποτελεί δημιουργικό και κινητήριο παράγοντα για τη ζωή.

Ομοίως, τα παιδιά συνήθως οδηγούνται στην κατάθλιψη όταν οι άνθρωποι και τα γεγονότα δημιουργούν μια θλιβερή, τρομακτική ατμόσφαιρα στην οποία αυτά πρέπει να μεγαλώσουν. Τα παιδιά συνήθως συμπεριφέρονται άσχημα όταν οι γονείς, οι συμμαθητές, οι δάσκαλοι είτε, ακούσια, ενθαρύνουν τέτοιες συμπεριφορές, ή αδυνατούν να παρέχουν συνεπή όρια και δομή. Και πάλι, όταν τα γονίδια συμβάλουν σε αυτήν την εικόνα, ορισμένοι εξελικτικοί ψυχολόγοι πιστεύουν οτι αυτά τα γονίδια μπορεί επίσης, υπό ορισμένες συνθήκες, να έχουν πλεονεκτήματα.

Και μην ξεχνάμε όλους αυτούς τους “ιδιοφυείς τρελούς”ή “τρελούς επιστήμονες” ή όλους αυτούς τους καλλιτέχνες που διακατέχονταν απο εμμονές, επιθετικές ή καταστροφικές παρορμήσεις, και που χωρίς αυτούς στην ιστορία της ανθρωπότητας τίποτα δεν θα ήταν ίδιο.

Η φυσιολογική συμπεριφορά, μόλις που είναι φυσιολογική. Όποιος νοιάζεται για τα παιδιά θα σας πεί ότι θέλει τα παιδιά να είναι υπό τη φροντίδα του για να είναι ευτυχισμένα, υγιή, και «κανονικά». Απόλυτα φυσιολογικά συναισθήματα. Αλλά τί ακριβώς είναι φυσιολογικό; Υπάρχει κάποιος που πραγματικά να διασχίσει μια ολόκληρη παιδική ηλικία, χωρίς να αντιμετωπίσει απολύτως καμία δυσκολία, κανένα εμπόδιο; Κοιτάξτε τη ζωή των περισσότερων ενηλίκων. Ξεχάστε για μια στιγμή το τεράστιο ποσοστό των ανθρώπων που υποφέρουν από κάποια ψυχική διαταραχή σε κάποια στιγμή στη ζωή τους. Σκεφτείτε πόσοι άνθρωποι αγωνίζονται καθημερινά για θέματα όπως το υπερβολικό βάρος, το διαζύγιο, τραύματα, τραγωδίες, σοβαρή απώλεια, προβλήματα στο σχολείο ή στην εργασία, ανησυχίες για τα χρήματα, προβλήματα σχέσεων, και άλλα. Όλοι αγωνιζόμαστε, ο καθένας θλίβεται, ο καθένας υποφέρει κατα διαστήματα. Ίσως ό,τι σκεφτόμαστε ως φυσιολογικό, συχνά δεν είναι τόσο φυσιολογικό.

Η ψυχιατρική ορίζει το “φυσιολογικό” ως εξής: Η μέση συμπεριφορά, με στατιστικά κριτήρια, σχετίζεται με την ικανότητα προσαρμογής, την κοινωνική αποδοχή, την ευφορία ή δυσφορία του ατόμου, υπό την εννοια οτι αντιπροσωπεύει ενα ευχάριστο η δυσάρεστο συναίσθημα αποδοχής ή απόρριψης αντίστοιχα απο το κοινωνικό περιβάλλον έτσι ώστε να καθορίσει το φυσιολογικό ή μη φυσιολογικό του χαρακτήρα της. Απο την άλλη πλευρά τα κύρια κριτήρια που υιοθετούνται για να καθοριστεί αν μια συμπεριφορά ειναι παθολογική είναι τα επώδυνα συμπτώματα, η μείωση της αποδοτικότητας στις φυσιολογικές (σωματικές, πνευματικές) και κοινωνικές λειτουργίες, και η ύπαρξη χαρακτηριστικών συμπτωμάτων που αποδεδειγμένα θεωρούνατι οτι ανήκουν σε γνωστές ψυχικές παθήσεις. Όμως αν για παράδειγμα χάσουμε ενα αγαπημένο πρόσωπο ή μάθουμε οτι ενα αγαπημένο πρόσωπο έχει μια σοβαρή ασθένεια ή αντιμετωπίζει μια σοβαρή οικονομική δυσχέρεια ή ακόμα και μετα απο εναν χωρισμό, τα συναισθήματα που νιώθουμε δεν είναι επώδυνα; Ποιος μπορεί να καθορίσει την ένταση των συναισθημάτων θλίψης ή στρες που βιώνουμε σε καθημερινές δυσάρεστες αλλα υπαρκτές καταστάσεις; Και μήπως όταν αντιμετωπίζουμε δυσάρεστες καταστάσεις δεν εκδηλώνουμε πολύ συχνά κάποια μείωση στη σωματική μας απόδοση (τα λεγόμενα “ψυχοσωματικά”, οι δυσκολίες στον ύπνο, στο φαγητό κτλ.) ή μήπως έχουμε την ίδια απόδοση στην δουλεία μας ή στο διάβασμά μας και είμαστε πάντα χαμογελαστοί και χαρούμενοι με την οικογενειά μας και τους φίλους μας; Τέλος, το έντονο άγχος αποτελεί σύμπτωμα της αγχώδους νευρωσικής διαταραχής, το έντονο αίσθημα του φόβου, σύμπτωμα της φοβικής νευρωσικής διαταραχής ή/και της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής (στην τελευταία συγκαταλέγονται όλες αυτές οι «παιδικές» παρορμήσεις, όπως να σιγουρευτούμε οτι έχουμε κλειδώσει τις πόρτες και κλείσει τις ηλεκτρικές συσκευες του σπιτιου ή άλλες μικρο-“εμμονές” καθαριότητας). Ακόμα, η ταχυκαρδία, η εφίδρωση σε συνδυασμό με έντονο αίσθημα άγχους και φόβου ειναι κλινικά συμπτώματα κρίσεων πανικού και πάει λέγοντας, η λίστα ειναι μεγάλη!

Σύμφωνα με τον Bergeret, ένας «φυσιολογικός» δομικά άνθρωπος μπορεί για κάποιους λόγους, να παρουσιάσει κάποια δεδομένη στιγμή ενα οξύ νευρωσικό ή ψυχωσικό επεισόδιο, και αντίστροφα κάποιος που παρουσίασε ενα σοβαρό ψυχολογικό πρόβλημα, ακόμα και ψυχωσικό, μπορεί, αν αντιμετωπιστεί σωστά και έγκαιρα, να ξαναβρεί μια φυσιολογική κατάσταση. Με απλά λόγια: Υπάρχει μια πολύ λεπτή και δυσδιάκριτη γραμμή ανάμεσα σε αυτό που αποκαλούμε φυσιολογικό και παθολογικό. Όλοι μας, κάτω απο ορισμένες συνθήκες, μπορούμε να αντιδράσουμε με υπερβολικό άγχος, φόβο ή θυμό, που υπο το πρίσμα των διαγνωστικών εργαλείων ταξινόμησης των διαταραχών, θα θεωρούμασταν ασθενείς, ομως αυτό δεν ισχυεί. Μπορούμε να περάσουμε την γραμμή απο το φυσιολογικό στο παθολογικό επίπεδο, για λίγο, ίσως γιατί βρεθήκαμε στην ανάγκη να εκτονώσουμε έντονα την ψυχική μας ανισσοροπία, αλλά πάντα μπορούμε να γυρίσουμε πίσω. Και αντίστοιχα κάποιος που βρίσκεται στο παθολογικό επίπεδο μπορεί, κατω απο ευνοικές συνθήκες να περάσει τη γραμμή και να έρθει στο φυσιολογικό. Επιπλέον, αν δεν το ελέγξουμε, οι κρίσεις μας επαναληφθούν αρκετές φορές και με μεγαλύτερη ένταση κάθε φορα ή δεν έχουν πραγματική και λογική βάση, τοτε πιθανόν και να μείνουμε στο παθολογικό επίπεδο (χωρίς αυτό να σημαίνει οτι δεν μπορούμε να επιστρέψουμε), ετσι και ένας πάσχων μπορεί να έρθει και να μείνει στο φυσιολογικό επίπεδο.

Γιατί είναι σημαντική αυτή η συζήτηση; Νομίζω, επειδή οι άνθρωποι συχνά τιμωρούν τον εαυτό τους που έχουν προβλήματα ή που έχουν παιδιά με προβλήματα. Το να αφεθείτε να σας παρασύρει η κατάσταση δεν θα βοηθήσει ιδιαίτερα. Βγείτε από το παιχνίδι του καταλογισμού ευθυνών και αρχίστε να ψάχνετε για λύσεις ή καλύτερους τρόπους για να φροντίσετε τον εαυτό σας και τα παιδιά σας. Σταματήστε να περιμένετε την τελειότητα και αποδεχθείτε ότι είστε άνθρωποι.

Επιπλέον, μήπως να ξανασκεφτείτε τί ορίζετε φυσιολογικό και τι παθολογικό την επόμενη φορά που θα συναντήσετε εναν «περίεργο» άνθρωπο;

 

Εισαγωγική Φωτογραφία

Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες 
]]>

11 Νοέ 2011

Κατάθλιψη: Με ή χωρίς Φάρμακα;

 

Η κατάθλιψη αποτελεί μια ασθένεια που επηρεάζει το σώμα, τη διάθεση και τη σκέψη. Συγκαταλέγεται στις θυμικές(συναισθηματικές) διαταραχές μαζι με αυτήν της μανίας. Επειρεάζει τον τρόπο με τον οποίο το άτομο σκέφτεται για τον εαυτό του, τους άλλους και το καθε τι που συμβαίνει γύρω του, τον τρόπο με τον οποίο κοιμάται, τρώει κ.α. Η καταθλιπτική διαταραχή είναι διαφορετική απο το αίσθημα της στεναχώριας ή της πίεσης που φυσιολογικά μπορεί να νιώσει ο καθένας μας μετα απο ενα συγκεκριμένο ερέθισμα, σχετιζόμενο συνήθως με αίσθηση απώλειας, όπως ο θάνατος ενος αγαπημένου προσώπου, ο χωρισμός, η απώλεια της εργασιας ή η μή επιτευξη των στόχων. Δεν είναι σημάδι προσωπικής αδυναμίας ή μια κατάσταση την οποία μπορεί κάποιος απλά να αποδιώξει απο πάνω του. Χωρίς υποστήριξη και βοήθεια, το άτομο με καταθλιπτική διαταραχή μπορεί να υποφέρει απο τα συμπτώματά της για εβδομάδες, μήνες ή και χρόνια, γι’αυτό και δεν πρέπει να παραβλέπουμε την ένταση και την διαρκειά τους και να τα διαχωρίζουμε απο το κοινό αίσθημα στενοχώριας ή μελαγχολίας.

Σύμφωνα με μια μελέτη του 2009 στο περιοδικό Journal of Marital and Family Therapy (JMFT), κοντά στο 16% των ανθρώπων θα διαγνωστεί με μείζονα κατάθλιψη κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Στην πραγματικότητα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναφέρει ότι, από όλα τα προβλήματα υγείας, η κατάθλιψη είναι το δεύτερο από την κορυφή. Επι πλέον, περισσότερες γυναίκες από άνδρες υποφέρουν από κατάθλιψη σε γάμο.

Όσον αφορα τις υποκατηγορίες την κατάθλιψης και το σύνολο των συμπτωμάτων της μπορεί ο καθένας να βρεί πλείαδα πληροφορίων που κατακλύζουν το διαδικτυο και να ενημερωθεί κατάλληλα (και μή). Αυτο που μάς απασχολεί εδώ είναι το κατά πόσο τα συμπτώματα της καταθλιπτικής διαταραχής μπορούν να αντιμετωπιστούν επαρκώς χωρίς την παρεμβολή φαρμάκων. Και αυτό γιατι απο πολλούς πιστεύεται πως η φαρμακοθεραπεία, κυρίως σε ήπιας μορφής ψυχικές διαταραχές, πρεπει να αποτελεί την ύστατη λύση και όχι την εύκολη λύση άμεσης ανακούφισης.

Θεραπεία κατάθλιψης με φάρμακα

Για την θεραπευτική αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της κατάθλιψης χρησιμοποιούνται, μεταξύ άλλων, τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, οι Επιλεκτικοί Αναστολείς Επαναπρόσληψης της Σεροτονίνης (SSRI), και oι αναστολείς της επαναπρόσληψης σεροτονίνης και της νορεπινεφρίνης (SNRI). Στην οικογένεια με τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά βασίστηκε η Ψυχιατρική για να θεραπεύσει την κατάθλιψη, τις προηγούμενες δεκαετίες. Παρόλο που έχουν πλέον εμφανιστεί στην ψυχιατρική, αρκετές επόμενες γενιές φαρμάκων η σύχρονη Ψυχιατρική εξακολουθεί ακόμα να χρησιμοποιεί (αλλά σαν δεύτερη ή τρίτη επιλογή) φάρμακα αυτής της παλαιάς φαρμακευτικής οικογένειας των τρικυκλικών. Οι Επιλεκτικοί Αναστολείς Επαναπρόσληψης της Σεροτονίνης (SSRI), έχουν σημαντική επίδραση στο σύστημα σεροτονινεργικής νευροδιαβίβασης (η σεροτονίνη είναι η χημική ουσία που ηρεμεί το σώμα μας). Οι αναστολείς της επαναπρόσληψης σεροτονίνης και της νορεπινεφρίνης (SNRI) είναι μια κατηγορία αντικαταθλιπτικών φαρμάκων που ενεργούν επάνω σε δύο νευροδιαβιβαστές στον εγκέφαλο που είναι γνωστοί για τη ρύθμιση της διάθεσης, δηλαδή τη σεροτονίνη και τη νορεπινεφρίνη.

Ολα τα αντικαταθλιπτικα φάρμακα όμως, όπως και τα περισσότερα φαρμακα άλλωστε, έχουν σημαντικές παρενέργειες όπως: καταστολή και μείωση της συγκέντρωσης, καρδιακά προβλήματα, επιλιπτικές κρίσεις, αυτοκτονικό ιδεασμό, ξηρότητα στόματος, υπνηλία, εφιδρώσεις, μυδρίαση, διαταραχές προσαρμογής, τρόμος, υπομανία, διαταραχές σεξουαλικής λειτουργίας, δυσκολία στην ούρηση, ναυτία, έμετοι, ανησυχία, δυσκολία ύπνου, κεφαλαλγία, δυσκοιλιότητα, αύξηση του σωματικού βάρους κ.α.

Τι συμβαίνει τελικά με τα φάρμακα;

“Νέες θεραπείες για την κατάθλιψη” φώναζε το 1986 ενα άρθρο στο περιοδικό New Woman, «Εντυπωσιακή πρόοδο κατά της κατάθλιψης» έλεγε ένα νέο κομμάτι των York Times Magazine το 1990. Ο υπότιτλός του ήταν αποκαλυπτικός: «Η επιτυχία των νέων φαρμάκων αποτελεί προτροπή για συζήτηση σχετικά με την υπερβολική χρήση τους και την αξία της ομιλιτικής θεραπείας». Αυτή η ιστορία αυτάρεσκα έλεγε ότι το νέο κύμα των αντικαταθλιπτικών, περιλαμβανομένων του τότε δύο ετών, Prozac, «αποδείχθηκε εξίσου αποτελεσματικό με τα παλαιότερα και συχνά πιο ασφαλή.» Επιπλέον, το άρθρο είπε ότι αυτά τα καταπληκτικά νέα φάρμακα δουλεψαν όταν η ξεπερασμένη ψυχοθεραπεία δεν το έκανε. Έτσι η Ψυχοθεραπεία εστάλη στα αζήτητα της ιστορίας.

Μόλις δύο χρόνια μετά, ξαφνικά, ο κατασκευαστής του Prozac, Eli Lilly, κατηγορήθηκε από τις οικογένειες των ανθρώπων που είτε διέπραξαν αυτοκτονία ή προσπάθησαν να αυτοκτονίσουν κατά τη λήψη του φαρμάκου. Στα επόμενα 15 χρόνια, αγωγές για άλλα αντικαταθλιπτικά συσσωρευτηκαν από άλλους κατασκευαστές για τον ίδιο λόγο: Forest Pharmaceuticals κατασκευάστρια του Celexa, Lilly (και πάλι) κατασκευάστρια του Cymbalta, Pfizer κατασκευάστρια του Zoloft, και GlaxoSmith Kline κατασκευάστρια του Paxil.

Την ίδια στιγμή, η αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων άρχισε να πιέζει σκληρά τις φαρμακευτικές εταιρείες για την προώθηση των “off-label” χρήσεων των προϊόντων τους, δηλαδή τις χρήσεις που δεν είχαν εγκριθεί από το FDA (οργανισμός των ΗΠΑ, αντίστοιχος με τον ελληνικό ΕΟΦ). Για να επιτύχει τους στόχους του, μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες θα πλήρωναν γιατρούς για να χορηγούν διάφορα φάρμακα που χρησιμοποιούνταν ήδη για συμπτώματα που δεν σχετίζονταν με το δηλωμένο σκοπό των φαρμάκων.

Έτσι, απο την μία η βιομηχανία φαρμάκων προωθεί τις off-label χρήσεις, και απο την άλλη πολλές από τις ερευνητικές εργασίες φώναζαν οτι τα οφέλη από το φάρμακο ήταν απατηλά. Οι γιατροί που μισθόνονταν απο τους κατασκευαστές των φαρμάκων θα παρουσίαζαν πλασματικά αποτελέσματα σε τέτοιου κύρους περιοδικά όπως είναι το New England Journal of Medicine και το περιοδικό της Αμερικανικής Ιατρικής Ένωσης. Τα περιοδικά στη συνέχεια θα προσθέσουν στις εκδοτικές πολιτικές τους την απαίτηση σε όλα τα υποβαλλόμενα άρθα να περιλαμβάνονται οι πηγές χρηματοδότησης για την έρευνα.

Και τώρα, το τελευταίο πλήγμα για τη φαρμακευτική βιομηχανία: η έρευνα δείχνει ότι όχι μόνο είναι εικονικά χάπια, που ονομάζονται placebos, (που χρησιμοποιούνται στην επιστημονική έρευνα για έλεγχο) αλλά είναι και εξίσου αποτελεσματικά για την αντιμετώπιση της κατάθλιψη, όπως τα αντικαταθλιπτικά, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις είναι ακόμη πιο αποτελεσματικά! Στα τέλη του 2004 αναγγέλθηκε από το FDA ότι “τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα μπορεί να συνδεθούν με την αυτοκτονία εφήβων”. Παρόλο που στις κλινικές έρευνες των εγκεκριμένων αντικαταθλιπτικών, δεν υπήρξαν περιστατικά αυτοκτονίας, η προσέγγιση των εφήβων στα προβλήματα είναι πιό παρορμητική και ο αυτοκτονικός ιδεασμός πιό έντονος, στα πρώτα στάδια έναρξης της θεραπείας. Λόγω αυτού, το FDA επιτρέπει τώρα μια προειδοποιητική δήλωση στους γονείς και τα παιδιά που λαμβάνουν SNRIs ή SSRIs από το γιατρό τους. Το FDA έχει διατάξει ότι μια “προειδοποίηση σε μαύρο τετράγωνο” πρέπει να τοποθετείται στα ένθετα συσκευασιών των φαρμάκων. Μια συγκεντρωτική ανάλυση των δοκιμών 9 αντικαταθλιπτικών, οδήγησε σε έναν κίνδυνο αυτοκτονικότητας (αυτοκαταστροφικές σκέψη και συμπεριφορά) δύο φορές πιό υψηλό από ότι το placebo. Επιπλέον, η τελευταία λέξη της τεχνολογίας δείχνει ότι τόσο τα εικονικά χάπια οσο και η ψυχοθεραπεία αλλάζουν την νευρωνική καλωδίωση του εγκεφάλου. Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να πάρουμε την ψυχοθεραπεία από τα αζήτητα και να την επαναφέρουμε στην τιμητική της θέση, όπου και ανήκει.

Αντικαταθλιπτικά VS Ψυχοθεραπεία

Αν η κατάθλιψη είναι τόσο σοβαρή, πώς θα μπορούσε η ψυχοθεραπεία να έχει αποτέλεσμα εκεί όπου τα φάρμακα μας έδωσαν τα αντίθετα (όπως παρενέργειες και πώς μπορούν απλά να σταματήσουν να λειτουργούν, αν είχαν κάποια επίδραση στην αρχή); Πώς η ψυχοθεραπεία έχει την ικανότητα να εξουδετερώσει αυτό που οι φαρμακευτικές εταιρείες έχουν χρεωθεί ως μια χημική ανισορροπία στον εγκέφαλο; Το πιο σημαντικό, πώς θα μπορούσε η συμβουλευτική να αντιμετωπίσει το είδος της κατάθλιψης που βγαίνει από τεταμένες προσωπικές σχέσεις;

Τα καλά νέα είναι ότι «ανισορροπίες» στη χημεία του εγκεφάλου σε καταθλιπτικά άτομα δεν έχουν ποτέ βρεθεί. Δηλαδή, δεν υπάρχει τίποτα σχετικά με τον εγκέφαλο ενός καταθλιπτικού ατόμου που δεν λειτουργεί σωστά. Όταν υπάρχει λιγότερη σεροτονίνη (ο νευροδιαβιβαστής που σηματοδοτεί καλά συναισθήματα) στον εγκέφαλό τους, είναι μια αντανάκλαση της κατάθλιψής τους, όχι η αιτία της. Περισσότερες καλές ειδήσεις είναι ότι η ψυχοθεραπεία είναι πραγματικά η καλύτερη λύση για το είδος της κατάθλιψης που προκείπτει από τεταμένες προσωπικές σχέσεις. Σύμφωνα με την έρευνα του Journal of Marital and Family Therapy (JMFT), τόσο η συμβουλευτική ζευγαριών όσο και η ατομική θεραπεία μπορεί να βελτιώσει την κατάθλιψη, αλλά μόνο η θεραπεία σχέσης βελτιώνει τις σχέσεις.

Έρευνα με λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI), καταδεικνύει ότι φάρμακα, εικονικά σκευάσματα, και ψυχοθεραπεία, όλα μπορούν να αλλάξουν τη χημεία του εγκεφάλου. Αλλά πώς θα μπορούσαν τα φάρμακα να έχουν την ίδια επίδραση στον εγκέφαλο, όπως τα εικονικά σκευάσματα; Οι επιστήμονες υποθέτουν ότι τα εικονικά χάπια δουλεύουν, λόγω της προσοχής και φροντίδας που οι ερευνητές δίνουν στους ανθρώπους που συμμετέχουν στο πείραμα. Ομως και η ψυχοθεραπευτική έρευνα καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα. Όταν η ψυχοθεραπεία δουλέυει, το κάνει λόγω της ποιότητας της θεραπευτικής σχέσης. Και έτσι φυσικά η φαρμακευτική θα λειτουργήσει επειδή διανέμεται από τους ερευνητές που μιλούν και ακούνε τους εθελοντές της έρευνας. Αυτό που λέμε εδώ είναι ότι ο τρόπος που μας αντιμετωπίζουν προκαλεί αλλαγές στη χημεία του εγκεφάλου.

Μελέτες που έγιναν στο ζωικό βασίλειο ρίχνουν περισσότερο φως σε αυτό. Το 1986, το Discover Magazine αναφέρει μια έρευνα από την Jacqueline Crawley με χάμστερ της Σιβηρίας, ζώα που ζευγαρώνουν για την αναπαραγωγή. Όταν ενα θυλικό απομακρύνεται μακριά από το σύντροφό της, το αρσενικό δεν λειτουργεί μόνο κατάθλιπτικά, αλλά τα επίπεδα σεροτονίνης στον εγκέφαλο πέφτουν – ένα σίγουρο σημάδι της κατάθλιψης. Αλλά κοιτάξτε αυτό: για να αυξήσουν τα επιπεδα σεροτονίνης σε κανονικά επίπεδα, το μονο που επρεπε να κανουν οι ερευνητές ήταν να εισαγάγουν εκ νέου τη σύντροφο!

Με άλλα λόγια, το πώς αισθάνεστε για τη σχέση σας πραγματικά είναι στο κεφάλι σας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι άρχισε εκεί. Μερικές φορές διορθώνοντας εξωγενείς παράγοντες είναι το μόνο που χρειάζεται για να διορθωθεί ό,τι δεν πάει καλά στον εγκέφαλο.

Υπάρχει άλλος ενας εξωτερικός παράγοντας που έχει μια ισχυρή επίδραση εκτός από τη φροντίδα και την προσοχή που αναφέρονται ανωτέρω. Ενα άλλο άρθρο του JMFT σημειώνει ότι περισσότερες γυναίκες από άνδρες κάνουν κίνηση για χωρισμό και ότι όταν το κάνουν, αν είχαν ήδη κατάθλιψη, τα συμπτώματά τους αυξάνονται. Οι συγγραφείς εικάζουν ότι το άτομο που κινεί το χωρισμό έχει περισσότερο έλεγχο στα γεγονότα εκείνη τη στιγμή και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η κατάθλιψη αυξάνεται. Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της κατάθλιψης είναι η απελπισία που προέρχεται από το να είναι κανείς εκτός ελέγχου της κατάστασης. Η πραγματική λύση για τον θεραπευτή ειναι να συνεργαστεί με τον συντρόφο ώστε εκείνος/η να παραιτηθεί από τον έλεγχο, να είναι ακροατής, και να συμπεριφέρεται με σεβασμό, εκτός του ότι δίνει φροντίδα και προσοχή. Στη συνέχεια, ακριβώς όπως στην περίπτωση με τα χάμστερ Σιβηρίας των οποίων η κατάθλιψη αυξήθηκε απλά με την αλλαγή των εξωτερικών συνθηκών, η κατάθλιψη του συντρόφου μπορεί να αυξηθεί επίσης.

Υπάρχει ένα τεράστιο όφελος στη θεραπεία. Οι σύντροφοι σε μια σχέση μπορούν να διδαχθούν πώς να κάνουν ο ένας τον άλλον ευτυχισμένο αντί να τσακώνονται γιατί το άλλο πρόσωπο τους κανει δυστυχισμένους. Με άλλα λόγια, οι σύντροφοι μπορούν να μάθουν πώς να κάνουν την ένεση της σεροτονίνης ο ένας στον εγκέφαλο του άλλου μόνο με ενα καλοβαλμένο χαμόγελο και μια προνοητική χειρονομία. Αυτό είναι πολύ πιο ισχυρό από τα φάρμακα, έτσι δεν είναι;

Εισαγωγική Φωτογραφία:

Πηγές / Περισσότερες πληροφορίες

  • Psychcentral.comHow To Manage Depression Without Meds by Dr. Deb Schwarz Hirschhorn
  • Βάρβογλη Λίζα, (2006), Ερευνώντας τους λαβυρίνθους του εγκεφάλου, Κλινική νευροψυχολογία, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα.
  • Ζερβής χρήστος, (2003), Ψυχοπαθολογία του ενήλικα, Ηλεκτρονικές Τεχνικές Ε.Π.Ε., Αθήνα

]]>

12 Οκτ 2011

Μια προσπάθεια κατανόησης της αυτιστικής συμπεριφοράς μεσα από τη Θεωρία του Νού

 

Εκτιμάται ότι υπάρχουν 1-2 παιδιά με αυτισμό ανά 1.000 παιδιά, ενώ μετρώντας τα παιδιά με Διάχυτες Αναπτυξιακές Διαταραχές (Δ.Α.Δ.) , το νούμερο ανέρχεται σε 6-7 περιπτώσεις ανά 1.000. Είναι 3 έως 5 φορές πιο συχνή στα αγόρια από ότι στα κορίτσια. Δεν είναι ξεκάθαρο αν πράγματι υπάρχει αύξηση των περιστατικών αυτισμού ή αν η αύξηση αυτή αντανακλά το γεγονός ότι τα διαγνωστικά κριτήρια έχουν διευρυνθεί και αναγνωρίζονται γενικά οι αυτιστικές διαταραχές και λόγω της διάδοσης της γνώσης αναγνωρίζονται ευκολότερα τα στοιχεία του αυτισμού και γίνονται περισσότερες και ακριβέστερες διαγνώσεις. Παραμένει σημαντικό, ωστόσο, το ότι ολοένα και περισσότερα παιδιά εμφανίζονται στους επαγγελματίες του χώρου της υγείας, παρουσιάζοντας προβληματικές συμπεριφορές στο φάσμα του αυτισμού.

Σύμφωνα με την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρία (American Psychiatric Association), ο αυτισμός ορίζεται ως «μία διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή που αποτελείται από μία ή περισσότερες συγκεκριμένες ανωμαλίες. Οι Διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές χαρακτηρίζονται από σοβαρή και διάχυτη βλάβη σε αρκετούς αναπτυξιακούς τομείς όπως στις δεξιότητες κοινωνικής αλληλεπίδρασης στις δεξιότητες επικοινωνίας ή στην παρουσία στερεοτυπικής συμπεριφοράς, ενδιαφερόντων και δραστηριοτήτων». Ακόμα, ο ορισµός που δίνεται για τον αυτισµό από την Αutism Society of America στο άρθρο Defining Autism διευκρινίζει ότι: «Ο αυτισμός είναι µια διαδεδομένη αναπτυξιακή διαταραχή χωρίς πλήρη θεραπεία που κυρίως εµφανίζεται στα πρώτα τρία χρόνια της ζωής κάποιου ατόµου και είναι το αποτέλεσμα νευρολογικών ανωµαλιών που αλλάζουν την κανονική λειτουργία του εγκεφάλου και έχουν συνέπειες στην ανάπτυξη των κοινωνικών συναναστροφών και των επικοινωνιακών ικανοτήτων. Τα παιδιά, αλλά και οι ενήλικες που είναι αυτιστικοί έχουν δυσκολίες στην προφορική και µη-προφορική επικοινωνία και στις δραστηριότητες που αφορούν παιχνίδια.»

Τα βασικά συμπτώματα που συναντούμε στο Αυτιστικό Φάσμα περιλαμβάνονται στην έννοια που εισήγαγε η Lorna Wing, μετά από μελέτες, της τριάδας ελλειμμάτων του Αυτισμού: Μειονεκτούσα Κοινωνική Αλληλεπίδραση, Μειονεκτούσα Κοινωνική Επικοινωνία και Περιορισμένα, Επαναληπτικά Ενδιαφέροντα & Δραστηριότητες. Έτσι ο αυτισμός σήμερα γίνεται αντιληπτός ως ένα φάσμα διαταραχών, με κοινή βάση (τα ελλείμματα στην τριάδα), αλλά με διαφορετική ένταση στις κλινικές εκδηλώσεις και στη λειτουργικότητα του πάσχοντα.

Προκειμένου κανείς να κατανοήσει καλύτερα τη συγκεκριμένη διαταραχή δεν αρκεί να εστιάσει μόνο στην κλινική της εικόνα, αλλά χρειάζεται και να λάβει υπόψη του τα υποκείμενα γνωσιακά ελλείμματα που την χαρακτηρίζουν και την καθορίζουν. Πρέπει κατά κάποιο τρόπο να κατανοήσουμε την ιδιαίτερη «κουλτούρα του Αυτισμού», το ιδιαίτερο γνωσιακό του στυλ, έτσι ώστε να μπορούμε να προβλέπουμε και να αντιμετωπίζουμε, κατά το δυνατό, τα συμπτώματα. Χωρίς αυτό η συμπεριφορά των παιδιών θα παραμένει ακατανόητη και απειλητικά απρόβλεπτη. Ένα από τα υποκείμενα γνωσιακά ελλείμματα είναι αυτό που σχετίζεται με τη Θεωρία του Νου.

Θεωρία του Νου

Η «θεωρία του νου» (Theory of Mind) αναφέρεται, σύμφωνα με την Frith (1996) στη δυνατότητα του ατόμου να συνάγει συμπεράσματα για τις νοητικές διεργασίες, τόσο τις δικές του όσο και των άλλων και να χρησιμοποιεί τα συμπεράσματά του, για να ερμηνεύσει, να κατανοήσει και να προβλέψει τη δική του συμπεριφορά, καθώς και τη συμπεριφορά των άλλων. Επίσης η ικανότητα ανάγνωσης του νου αναφέρεται στην ικανότητά μας να αποδίδουμε νοητικές καταστάσεις σε άλλους, οι οποίες ερμηνεύουν τη συμπεριφορά τους και ταυτόχρονα μας βοηθούν να προβλέψουμε τη μελλοντική τους συμπεριφορά, αλλά και γενικότερα μας βοηθούν να κατανοήσουμε την επικοινωνία. Έχοντας αναπτύξει πλήρως την θεωρία του νου είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε αστεία/χιούμορ, να αναπτύξουμε ενσυναίσθηση, να αντιληφθούμε έννοιες όπως προσποίηση, εξαπάτηση, κολακεία κ.α.

Ο Baron-Cohen περιγράφει ως «θεωρία του νου» το σύνολο των πνευματικών καταστάσεων, όπως επιθυμίες, σκοπούς, φαντασία, συναισθήματα κ.α., που προκαλούν δράση. Εφόσον κάποιος είναι ικανός να έχει επίγνωση της ατομικής συναισθηματικής και πνευματικής του κατάστασης και μπορεί να έχει ενσυναίσθηση, δηλαδή μπορεί να αντιλαμβάνεται τα δικά του συναισθήματα, κίνητρα και ιδέες, καθώς και αυτά των άλλων, και κατανοεί ότι είναι υποκειμενικά και άρα διαφορετικά, αυτό το άτομο έχει αναπτύξει τη θεωρία του νου.

Ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα άτομα με αυτισμό έχουν περιορισμένη ή ελλιπή Θεωρία του Νου, δηλαδή δεν είναι σε θέση να διεισδύσουν στην πνευματική κατάσταση των άλλων, δεν διαθέτουν την διαισθαντική ικανότητα να αντιλαμβάνονται ότι οι άλλοι έχουν αισθήματα και σκέψεις που διαφέρουν από τα δικά τους. Τα άτομα με αυτισμό δυσκολεύονται να «διαβάσουν το νου» των άλλων ανθρώπων, τους είναι δύσκολο να καταλάβουν ότι ο άλλος ίσως αισθάνεται, επιθυμεί, γνωρίζει ή πιστεύει κάτι διαφορετικό απ’ αυτούς. Αυτή η έλλειψη «θεωρίας του νου» των ανθρώπων με αυτισμό μπορεί να εξηγήσει κάποιες απ’ τις δυσκολίες τους στην επικοινωνία και κάποιες από τις προφανώς ακατάλληλες συμπεριφορές τους. Στην καθημερινή ζωή, ακόμα και τα πολύ ικανά αυτιστικά άτομα βρίσκουν πολύ δύσκολο να συγκρατούν στο μυαλό τους ταυτόχρονα μια πραγματικότητα και ένα γεγονός το οποίο κάποιος φαντάζεται.

Συγκεκριμένα ο Baron-Cohen θεωρεί ότι ο αυτισμός προκαλεί ένα είδος «πνευματικής τύφλωσης» (Mind-blindness) στο παιδί και κατά συνέπεια το καθιστά ανίκανο να ασχοληθεί με τις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις. Με τον όρο πνευματική τύφλωση εννοούμε την έλλειψη της ικανότητας επεξεργασίας τον νοητικών καταστάσεων του εαυτού και του άλλου. Μπορεί ακόμα να μην μπορούν να προβλέψουν αυτά που οι άλλοι θα πουν ή θα κάνουν σε διάφορες καταστάσεις και επιπλέον, έχουν δυσκολία να αντιληφθούν ότι οι άλλοι έχουν διαφορετικά συναισθήματα και σκέψεις από τις δικές τους με αποτέλεσμα να καθίστανται ιδιαίτερα ευάλωτοι στη δολιότητα, στην εξαπάτηση ή και την υστεροβουλία των άλλων.

Θεωρία του Νου και Εγκέφαλος

Το συγκεκριμένο σημείο του εγκεφάλου που στις φυσιολογικές περιπτώσεις είναι υπεύθυνο για την ικανότητα για «νοητική ανάγνωση» κοινωνικών καταστάσεων μειονεκτεί στον αυτισμό. Δέν είναι ακόμα ξεκάθαρο ποιά ακριβώς σημεία του εγκεφάλου εμπλέκονται, αλλά οι υποψήφιες περιοχές περιλαμβάνουν το δεξιό κογχικο-μετωπιαίο φλοιό, ο οποίος είναι ενεργός όταν τα υποκείμενα σκέφτονται νοητικές καταστάσεις κατα τη διάρκεια λειτουργικών απεικονιστικών τεχνικών, όπως έχει βρεθεί χρησιμοποιώντας τη μέθοδο SECT και τον αριστερό μεσοπρόσθιο φλοιό, που είναι ενεργός όταν τα υποκείμενα διεξάγουν συμπεράσματα για σκέψεις, ενώ εξετάζονται απο τον τομογράφο εκπομπής ποζιτρονίων. Άλλες υποψήφιες περιοχές περιλαμβάνουν την ανώτερη κροταφική αύλακα και τη αμυγδαλή. Αυτές οι περιοχές μπορεί να σχηματίζουν ένα τμήμα ενός νευρωνικού κυκλώματος που στηρίζει την πορεία της θεωρίας του νου.

Tα αυτιστικά παιδιά, σύμφωνα με την Frith (1996), είναι συμπεριφοριστές. Δεν περιμένουν από τους ανθρώπους να είναι ευγενικοί ή σκληροί. Αντιλαμβάνονται την εκδηλώμενη συμπεριφορά όπως ακριβώς παρουσιάζεται: κυριολεκτικά. Επομένως οι προθέσεις που αλλάζουν τη σημασία της συμπεριφοράς, για παράδειγμα η κολακεία, η εξαπάτηση, η ειρωνεία και η πειστικότητα συνιστούν δυσεπίλυτα προβλήματα ερμηνείας. Το γεγονός ότι πολλές φορές οι άνθρωποι εξαπατούν και ξεγελούν τους άλλους αποτελεί κίνδυνο για τους αυτιστικούς ανθρώπους και είναι ένα αίνιγμα χωρίς καμία λογική βάση.

Η σπουδαιότητα αυτής της αναπτυξιακής κατάκτησης (θεωρία του νου) είναι υψίστης σημασίας για όλες τις ανώτερες νοητικές λειτουργίες. Ο Alan Leslie, προτείνει έναν μηχανισμό, τον αποζευκτικό, που εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο οι μεταπαραστάσεις (ή αλλιώς δευτερεύουσες αναπαραστατικές διαδικασίες) μπορεί να λειτουργούν. Σύμφωνα με τον Leslie ο μηχανισμός αυτός είναι έμφυτος και ωριμάζει μόνο κατά το δεύτερο έτος της ζωής του παιδιού. Στο σημείο αυτό αρχίζει να αναπτύσσεται η ικανότητα της προσποίησης – συμβολοποίησης και ακολουθεί σταδιακά η ικανότητα της νοητικοποίησης. Το γεγονός αυτό, μεταξύ άλλων, επιτρέπει τελικά τη διαμόρφωση μίας πλήρους θεωρίας της νόησης. Το στοιχείο που καθιστά τη θεωρία του Leslie σχετική με τον αυτισμό είναι ότι μπορούμε να υποθέσουμε ότι και το συμβολικό παιχνίδι και η νοητικοποίηση μειονεκτούν στα αυτιστικά παιδιά. Τα αυτιστικά παιδιά δεν μπορούν να καταλάβουν την υποκριτική ικανότητα και δεν μπορούν να υποκριθούν ότι παίζουν. Υπάρχουν ενδείξεις ότι τα αυτιστικά παιδιά εκδηλώνουν ελάχιστο ή καθόλου προσποιητό παιχνίδι. Περνούν τον περισσότερο χρόνο τους παίζοντας με σημείο αναφοράς την πραγματικότητα. Σπανίως συναντάμε στα αυτιστικά παιδιά πειστικές αναφορές επινοητικού και ευρηματικού παιχνιδιού, όπως αυτό που παρατηρείται συνήθως στα φυσιολογικά παιδιά προσχολικής ηλικίας. Η διαφορά μπορεί να παρατηρηθεί σε ένα τυπικό παιχνίδι φροντίδας, όπως το τάισμα μίας κούκλας με ένα άδειο κουτάλι. Το κανονικό παιδί περνά μέσα από τις απαραίτητες διαδικασίες ταΐσματος και συνοδεύει την πράξη με τους απαραίτητους συνοδευτικούς ήχους. Τα αυτιστικό παιδί αντίθετα στριφογυρίζει ή χτύπα το κουτάλι κατ’επανάληψη. Γενικότερα τα αυτιστικά παιδιά έλκονται από στοιχεία της φύσης: το νερό, το φώς, τον αέρα, τη φωτιά, τον ρυθμό.

Εφόσον, λοιπόν, η αντίληψη και κατανόηση του κόσμου μπορεί να είναι δύσκολη για τους ανθρώπους με αυτισμό, δεν θα πρέπει να μας προκαλεί έκπληξη ότι προσπαθούν να αντισταθμίσουν αυτή τη δυσκολία, διατηρώντας σταθερά και ίδια τα πράγματα γύρω τους και δείχνοντας προτίμηση στην τάξη και στις ρουτίνες. Η εμμονή τους για διατήρηση της ομοιότητας, όπως έλεγε και ο Kanner (ο οποίος δημοσίευσε για πρώτη φορά μελέτες για τον αυτισμό το 1943 και για κάποιο διάστημα ο αυτισμός προσδιορίζονταν ως «αυτισμός τύπου Kanner»), είναι απλά ένας αμυντικός μηχανισμός για να αντεπεξέρχονται σε έναν ταχέως μεταβαλλόμενο κόσμο που δεν κατανοούν.

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλογραφία:
  • Wing Lorna (1998), “The Autistic Spectrum, A Guide for Parent and Professionals”, London, Constable
  • Frith Uta, (1996), Αυτισμός: “Εξηγώντας το Αίνιγμα”. Β’ εκδοση, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα.
  • Βάρβογλη Λίζα (2005), “Τί συμβαίνει στο παιδί, Νευροεξελικτικές Διαταραχές της παιδικής και της εφηβικής ηλικίας”, Αθήνα , Εκδόσεις Καστανιώτη Α.Ε.
  • Βάρβογλη Λίζα (2007), “Η Διάγνωση του Αυτισμού, Πρακτικός οδηγός”, Αθήνα, Εκδόσεις Καστανιώτη Α.Ε.
  • Γενά Αγγελική (2002), “Αυτισμός και Διάχυτες Αναπτυξιακές Διαταραχές, Αξιολόγηση – Διάγνωση – Αντιμετώπιση”, Αθήνα, Ζαχαρόπουλος Χ. , Σιταράς Δ. & Σια Α.Ε.Ε.
  • Καλύβα Ευφροσύνη (2005), “Αυτισμός: Εκπαιδευτικές και Θεραπευτικές Προσεγγίσεις”, Αθήνα, Εκδόσεις Παπαζήση ΑΕΒΕ
  • Συνοδινού Κλαίρη (1996), “Ο παιδικός Αυτισμός, Θεραπευτική προσέγγιση”, τέταρτη έκδοση, Αθήνα, Εκδόσεις Καστανιώτη Α.Ε
Εισαγωγική Φωτογραφία: ]]>

03 Μαΐ 2011

Ποιοί απολαμβάνουν περισσότερο τις μικρές χαρές της ζωής; Χρήματα Vs Ευτυχία

ΠρωτότυπαPsychology Τoday1, Thatsfit.ca2 , Psyblog3

Θα ήθελα να ζήσω σαν φτωχός άνθρωπος με πολλά χρήματα. – Pablo Picass

Η σχέση μεταξύ χρημάτων και ευτυχίας εδώ και καιρό απασχολεί πολλούς από εμάς που ζούμε στο σύγχρονο κόσμο, και τα τελευταία χρόνια, οι θετικοί ψυχολόγοι (ψυχολογία θετικών συναισθημάτων) έχουν πραγματοποιήσει μια σειρά από ενδιαφέρουσες μελέτες που δείχνουν – αν μη τι άλλο – ότι η σύνδεση μεταξύ τους είναι περίπλοκη.

Οι ερευνητές Jordi Quoidbach, Elizabeth W. Dunn, KV Πετρίδης, και Moira Mikolajczak διερεύνησαν το κατά πόσον οι πλούσιοι άνθρωποι είναι λιγότερο πιθανό από τους άλλους να γευτούν τις μικρές απολαύσεις. Όπως μπορείτε να φανταστείτε, η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ένα ενδιαφέρον ναι. Πλούσιοι άνθρωποι παίρνουν εμφανώς λιγότερη χαρά στα μικρά πράγματα στη ζωή. Αυτό συμβαίνει επειδή διαθέτουν ήδη τα μεγάλα πράγματα;

Πραγματοποιήθηκαν δύο μελέτες πάνω στο θέμα. Στην πρώτη μελέτη χρησιμοποιήθηκε μια διαδικασία μικτής μεθόδους: έρευνα και εργαστήριο. Ενήλικοι συμμετέχοντες στην έρευνα (από το Βέλγιο) συμπλήρωσαν συνήθη ερωτηματολόγια αξιολόγησης των εισοδημάτων τους, της διάθεσης τους να απολαμβάνουν τα θετικά συναισθήματα και της συνολικής ευτυχία τους. Οι μισοί από τους συμμετέχοντες ήταν απ την αρχή εκτεθειμένοι σε μια φωτογραφία του ευρώ, οι άλλο μισοί δεν ήταν. Σε μια σειρά από αναλύσεις, ο πλούτος (έσοδα) προέβλεψε αρνητικά αποτελέσματα σχετικά με την μέτρηση της απόλαυσης, και το ίδιο έκανε η έκθεση με τις φωτογραφίες των χρημάτων. Σε μια άλλη σειρά αναλύσεων, η στατιστική σχέση μεταξύ εισοδήματος και ευτυχίας αποδυναμώθηκε όταν ελήφθη υπόψη η τάση για απόλαυση.

Στη δεύτερη μελέτη οι ενήλικες συμμετέχοντες (από τον Καναδά), πάλι εκτέθηκαν σε μια εικόνα των χρημάτων ή όχι, και στη συνέχεια τους ζητήθηκε να φάνε ένα κομμάτι σοκολάτας. Οι βαθμολογίες ήταν το αποτέλεσμα από το πόση ώρα χρειάστηκαν οι συμμετέχοντες να φάνε τη σοκολάτα (προφανώς, περισσότερο χρόνο σήμαινε περισσότερη απόλαυση), καθώς και το πόσο πολύ φαίνεται να απολαμβάνουν τη σοκολάτα. Επειδή οι γυναίκες αφιέρωναν περισσότερο χρόνο τρώγοντας τη σοκολάτα, το φύλο ήταν ελεγχόμενη παράμετρος στις στατιστικές αναλύσεις. Η έκθεση στο χρήμα μείωνε τόσο το χρόνο που χρειάστηκαν οι συμμετέχοντες για να φάνε όσο και την παρατηρούμενη απόλαυση.

Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι μια απλή υπενθύμιση του πλούτου υπονόμευσε την ικανότητα των συμμετεχόντων να απολαύσουν τα μικρά πράγματα στη ζωή, όπως μια σοκολάτα.

Αλλά ας πάρουμε τα αποτελέσματα των μελετών αυτών στην ονομαστική τους αξία. Τι σημαίνει – για χάρη του επιχειρήματος – ότι τα άτομα με τα χρήματα δεν εκτιμούν τα μικρά πράγματα, όπως μία σοκολάτα; Πολλά πράγματα. Σημαίνει ότι είναι συνηθισμένοι στις μικρότερες απολαύσεις της ζωής, που υποψιάζομαι ότι είναι και οι πιο πολυάριθμες. Σημαίνει ότι η αίσθηση της ευτυχίας τους είναι πιθανώς μειωμένη, σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνουν τους άλλους ανθρώπους και τι είναι αυτό που τους ικανοποιεί. Και σημαίνει ότι η προσπάθειά τους για την καλή ζωή θα είναι συνεχής και τελικά απογοητευτική.

Η Βίβλος μας λέει ότι είναι πιο δύσκολο για μια καμήλα να περάσει μέσα από το μάτι μιας βελόνας από ό, τι είναι για έναν πλούσιο άνδρα να εισέλθει στη βασιλεία του Θεού (Κατά Ματθαίον 19:24). Γι ‘αυτό ίσως θα πρέπει να προσθέσουμε ότι οι πλούσιοι δεν μπορούν να απολαμβάνουν ακόμη και το χρόνο τους εδώ στη γη, τουλάχιστον όταν ο πλούτος τους είναι προεξάρχων χαρακτηριστικό για τους ίδιους.

Από την άλλη πλευρά, στον αντίποδα, θα λέγαμε των μελετών αυτών, υποστηρίζεται η άποψη ότι τα χρήματα μπορούν να αγοράσουν την ευτυχία και μάλιστα επιβεβαιώνεται από μελέτη του Πανεπιστήμιου του Ιλινόις. Έτσι, ενώ το κλασσικό ρητό ότι τα “κρύα” και “ σκληρά“ μετρητά δεν θα σε κάνουν ποτέ πραγματικά ευτυχισμένο, ανατρέπεται από τους οι ερευνητές του Πανεπιστήμιου του Ιλινόις, οι οποίοι προέβησαν στο συμπέρασμα ότι τα χρήματα όντως αγοράζουν την ευτυχία, ή τουλάχιστον ένα συγκεκριμένο τύπο αυτής.

Αφού ρωτήθηκαν πάνω από 136.000 άτομα από όλο τον κόσμο, η ομάδα των ερευνητών διαπίστωσε ότι τα άτομα με υψηλό εισόδημα είναι πιο πιθανό να αναφέρουν αίσθημα ευτυχίας για τη ζωή τους συνολικά, ανεξάρτητα από την ηλικία τους, το φύλο ή την θέση τους στον κόσμο. Όμως, ενώ εκείνοι οι πλούσιοι του λαϊκού στρώματος ίσως δηλώνουν υψηλότερα επίπεδα ικανοποίησης από τη ζωή, το εισόδημα δεν είχε καμία επίδραση σε αυτό που οι ερευνητές αξιολογούν ως «θετικά συναισθήματα.» Αυτοί συνδέονταν με τα πράγματα, όπως το αίσθημα σεβασμού, το να έχουν φίλους και οικογένεια στους οποίους αισθάνονται ότι μπορούν να βασιστούν.

«Ναι, το χρήμα μας κάνει ευτυχισμένους – είδαμε ότι η επίδραση του εισοδήματος στην ικανοποίηση από τη ζωή είναι πολύ ισχυρή και σχεδόν πανταχού παρούσα και καθολική σε όλο τον κόσμο», είπε ο Ed Diener, επικεφαλής της μελέτης, στην Washington Post. «Αλλά σε κάνει πιο ικανοποιημένο από ότι σε κάνει να αισθάνεσαι καλά. Τα θετικά συναισθήματα επηρεάζονται λιγότερο από τα χρήματα και πλήττονται περισσότερο από τα πράγματα που κάνουν οι άνθρωποι καθημερινά», πρόσθεσε.

Τα αποτελέσματα έχουν συγκεντρώσει μεγάλη προσοχή σε όλο τον κόσμο για ένα λόγο: αυτή είναι η πρώτη μελέτη που δίνει προσοχή στις διαφορές μεταξύ της συνολικής ικανοποίησης από τη ζωή σας και την καθημερινή σας ευτυχία. Είναι μια σημαντική διάκριση, αλλά είναι δυνατόν να έχουμε το ένα χωρίς το άλλο;

Οι 3 λόγοι γιατί τα χρήματα φέρνουν Ικανοποίηση, όχι όμως Ευτυχία.

Γιατί οι κοινωνικοί επιστήμονες βρίσκουν συνεχώς μέτριες μόνο τις σχέσεις μεταξύ του να έχει κανείς περισσότερα χρήματα και να είναι ευτυχισμένος; Ορισμένοι μάλιστα πρότειναν ότι αυτή η μέτρια σύνδεση μπορεί να είναι υπερβολική. Στην πραγματικότητα τα χρήματα μπορεί να έχουν πολύ μικρή σχέση με την ευτυχία στο σύνολο. Πιο αινιγματικό, όμως, είναι ότι οι άνθρωποι συχνά φαίνεται να γνωρίζουν σε κάποιο επίπεδο ότι τα χρήματα δεν θα τους κάνουν ευτυχισμένους. Και όμως συνεχίζουν να εργάζονται κερδίζοντας χρήματα που δεν είναι αντικειμενικά αναγκαία.

Πρώτα, όμως, ας δούμε τρεις λόγους, γιατί τα χρήματα δεν μας κάνουν ευτυχείς:

  1. Αυτό που είναι σημαντικό είναι το σχετικό εισόδημα. Το χρήμα είναι έννοια σχετική. Συμπεραίνεται ότι δεν μας πειράζει τόσο πολύ για το πραγματικό ύψος του εισοδήματός μας, εφόσον κερδίζουμε περισσότερα από τους άλλους ανθρώπους γύρω μας. Δυστυχώς, καθώς κερδίζουμε περισσότερα χρήματα, είναι πιθανό το περιβάλλον μας να πλαισιώνεται από πλουσιότερους ανθρώπους γι ‘αυτό συχνά αποτυγχάνουμε να επωφεληθούμε από τη θετική σύγκριση.
  2. Τα υλικά αγαθά, δεν μας κάνουν ευτυχισμένους. Η απόκτηση αντικειμένων όπως σπίτια και αυτοκίνητα έχουν μόνο παροδική επίδραση στην ευτυχία. Οι επιθυμίες των ανθρώπων για τα υλικά αγαθά δυνάμωσε στο ίδιο ή σε μεγαλύτερο ποσοστό, από ότι οι μισθοί τους. Και πάλι, αυτό σημαίνει ότι, παρά τα πολύ πιο πολυτελή αντικείμενα, οι άνθρωποι καταλήγουν να μην είναι πιο ευτυχισμένοι. Υπάρχουν ακόμη και στοιχεία που αποδεικνύουν ότι ο υλισμός μας κάνει λιγότερο ευτυχισμένους.
  3. Οι άνθρωποι δεν στρέφονται σε ευχάριστες δραστηριότητες όταν είναι πλούσιοι. Οι άνθρωποι που κερδίζουν περισσότερα χρήματα δεν ξοδεύουν το χρόνο τους απολαμβάνοντας τον εαυτό τους, περνούν το χρόνο τους στην εργασία, σε δραστηριότητες που ενδέχεται να τους προκαλέσουν περισσότερο άγχος και ένταση. Αυτό μπορεί να οφείλεται στην “εστίαση στην ψευδαίσθηση”. Όταν οι άνθρωποι σκέφτονται να κερδίσουν περισσότερα χρήματα πιθανώς να φαντάζονται ότι θα χρησιμοποιήσουν τα χρήματα σε δραστηριότητες αναψυχής. Στην πραγματικότητα, για να κερδίσουν τα χρήματα, θα πρέπει να περνούν περισσότερο χρόνο στην εργασία και στην καθημερινή μετακίνηση προς και από την εργασία.

Η εστίαση στη ψευδαίσθηση

Αυτοί οι τρεις λόγοι εγείρουν φυσικά το ερώτημα γιατί τα ψυχολογικά ευρήματα είναι τόσο μακριά από την καθημερινή εμπειρία των ανθρώπων. Σίγουρα αν τα χρήματα δεν οδηγούν στην ευτυχία, οι περισσότεροι άνθρωποι θα το έχουν αντιληφθεί ως τωρα. Τότε γιατί οι άνθρωποι κυνηγούν ακόμα το ισχυρό δολάριο / λίρα / γιεν, σαν να εξαρτάται η ζωή τους από αυτό;

Οι άνθρωποι με περισσότερα χρήματα και κοινωνική θέση είναι απλά πιο ικανοποιημένοι με τη ζωή τους, όχι πιο ευτυχισμένοι. Ο βραβευμένος με Nobel ψυχολόγος Daniel Kahneman και οι συνεργάτες του προώθησε την ιδέα ότι ο λόγος που οι άνθρωποι συνεχίζουν να σκέφτονται ότι τα χρήματα τους κάνουν πιο ευτυχισμένους είναι ότι η απόκτησή τους οδηγεί σε συμβατικά επιτεύγματα (Kahneman et al., 2006). Συμβατικά επιτεύγματα περιλαμβάνουν τα πράγματα όπως το να πάρουν εκείνη την πολυπόθητη προαγωγή ή είναι σε θέση να αντέξουν οικονομικά το μεγάλο σπίτι – με άλλα λόγια τα πράγματα που λένε δυνατά και καθαρά: αυτός είμαι και αυτό είναι ότι μπορώ να κάνω.

Έτσι, όταν οι άνθρωποι αναρωτιούνται κατά πόσον τα χρήματα φέρνουν την ευτυχία, αμέσως σκέφτονται τη μεγάλη προαγωγή και το μεγάλο σπίτι. Καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, επειδή έχουν αυτά τα αγαθά, πρέπει να είναι ευτυχισμένοι. Στην πραγματικότητα, οι άνθρωποι με περισσότερα χρήματα και κοινωνική θέση είναι απλά πιο ικανοποιημένοι με τη ζωή τους, δεν είναι πιο ευτυχισμένοι. Αλλά πώς ξέρουμε οι άνθρωποι δεν είναι πιο ευτυχισμένοι με περισσότερα χρήματα; Ο συμβατικός τρόπος για να ρωτήσουν οι ψυχολόγοι τους συμμετέχοντες σχετικά με την ευτυχία τους, όπως είδαμε και προηγουμένως, είναι να χρησιμοποιήσουν ένα συνολικό μέτρο. Υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτό είναι ανακριβές και καταλήγει στο να τοποθετείται η ικανοποίηση πάνω από την ευτυχία. Αντ’αυτού οι ψυχολόγοι έχουν αρχίσει να ρωτούν τους ανθρώπους πώς αισθάνονται πολλές φορές, σε μια συγκεκριμένη στιγμή της μέρας, κάθε μέρα και στη συνέχεια προσθέτουν αυτές τις εκθέσεις.

Οι συμμετέχοντες με τα υψηλότερα εισοδήματα είχαν περισσότερες πιθανότητες να βιώσουν έντονες αρνητικές συγκινήσεις και μεγαλύτερη διέγερση κατά τη διάρκεια της μέρας. Σε ένα παράδειγμα αυτού του τύπου των ερευνητών 374 σε 10 διαφορετικές τοποθεσίες σε μια ποικιλία διαφορετικών θέσεων εργασίας ρωτήθηκαν πόσο ευχαριστημένοι ήταν κάθε 25 λεπτά για μια ολόκληρη ημέρα εργασίας (Schnall et al., 1998). Η συσχέτιση μεταξύ της ευτυχίας και του εισοδήματος ήταν τόσο μικρή, που δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Ακόμη χειρότερα, οι ερωτηθέντες με τα υψηλότερα εισοδήματα ήταν πιο πιθανό να βιώσουν έντονα αρνητικά συναισθήματα και μεγαλύτερη διέγερση κατά τη διάρκεια της ημέρας. Αυτού του είδους τα ευρήματα επίσης έχουν παρατηρηθεί σε άλλες μελέτες σχετικά με το πώς τα κέρδη επηρεάζουν την ευτυχία.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι η επικέντρωση στην ψευδαίσθηση θα μπορούσε εν μέρει να εξηγήσει γιατί πιστεύουμε ότι τα χρήματα μας κάνουν ευτυχείς, όταν στην πραγματικότητα αυτό δεν συμβαίνει. Πολλοί άνθρωποι ξέρουν ότι μια πιο μεγάλης ισχύος απασχόλησης σημαίνει περισσότερο άγχος, και ίσως ακόμη καταλάβουν ότι δεν θα τους προσφέρει την ευτυχία, και όμως θα επιλέξουν ακόμα τα χρήματα και το υψηλόβαθμη θέση στην εργασία. Γιατί; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να αποκεντρωθούμε από την ψυχολογία και να εστιάσουμε στην κοινωνική θεωρία.

Άλλη εναλλακτική για να κερδίσουμε χρήματα; Το ερώτημα που ο Καθηγητής Barry Schwartz θέτει είναι γιατί οι άνθρωποι έχουν επικεντρωθεί στα χρήματα, για να το αποκλείσει από εκείνα τα πράγματα που έχουν αποδειχθεί ότι αυξάνουν την ευτυχία (Schwartz, 2007). Πράγματα όπως το να έχουμε μια εργασία που να έχει νόημα για εμάς ή η βελτίωση των κοινωνικών μας σχέσεων. Η θλιβερή απάντηση που δίνει ο Schwartz είναι ότι οι άνθρωποι δεν ψάχνουν για εναλλακτικές λύσεις.

Πού είναι τα μηνύματα που μας λένε ότι είναι εντάξει να μην αναζητούμε όλοι για μετρητά; Μόλις ευδιάκριτα. Βεβαίως και δεν χρειάζεται να ζούμε τη ζωή μας λατρεύοντας τα χρήματα, αλλά σχεδόν πάντα μας λένε ότι πρέπει να το κάνουμε. Τηλεόραση, αφίσες, εφημερίδες, άλλοι άνθρωποι: όλοι μας καλούν και μας φωνάζουν να κυνηγήσουμε το χρήμα. Η επίδραση αυτών των μηνυμάτων παραγκωνίζει οποιεσδήποτε άλλες ιδέες μπορεί να έχουμε για το πώς να ζήσουμε τη ζωή μας. Φυσικά υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, αλλά πού είναι τα πρότυπα για τις εν λόγω εναλλακτικές; Πού είναι τα μηνύματα που μας λένε ότι είναι εντάξει να μην ψάχνουμε όλοι για μετρητά; Μόλις ευδιάκριτα.

Χρήμα και ευτυχία με λίγα λόγια

Μια καλή ιδέα είναι να ξεκινήστε με τη καθημερινή σας ευτυχία. Ορισμένοι ειδικοί πιστεύουν ότι η ευτυχία φέρνει επιτυχία, και αν αυτό είναι αλήθεια, θα μπορούσε σίγουρα να εξηγήσει γιατί οι πλούσιοι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο αναφέρουν ένα αίσθημα πληρότητας.

Τα χρήματα δεν μας κάνουν ευτυχείς σε καθημερινή βάση. Βομβαρδιζόμαστε, όμως με μηνύματα που μας λένε ότι πρέπει να υπολογίζουμε τα χρήματα και να τα αναζητούμε. Έτσι, σαν καλά μέλη της κοινωνίας, ακολουθούμε τη σύμβαση. Τι θα σας κάνει να αισθανθείτε ευτυχείς τώρα; Η απόκτηση χρήματος και η κοινωνική θέση, μας κάνει να αισθανόμαστε ικανοποιημένοι με τη ζωή. Μέσα από το «εστίαση στην ψευδαίσθηση» εμείς οι ίδιοι πείθουμε τον εαυτό μας ότι η ικανοποίηση ισούται με την ευτυχία. Δυστυχώς αυτό δεν ισχύει. Ακόμα κι αν φαίνεται πως έχουμε τα πάντα, μας μένει η αίσθηση ότι κάτι λείπει, αλλά δεν είμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε τι είναι αυτό το κάτι.

Αυτό το κάτι είναι απλά το εξής: αισθανθείτε ευτυχισμένοι. Τώρα. Αμέσως.

Τι θα σας έκανε να αισθανθείτε ευτυχείς τώρα;

Τελικά η ευτυχία είναι μια επιλογή, δεν είναι κάτι που θα μας παραδοθεί σε ένα ασημένιο δίσκο!

 Φωτογραφία: www.blogcdn.com Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες:]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Psychologytoday.com – Who Most Enjoy the Small Things in Life []
  2. Thatsfit.ca – Money Can Buy You Happiness, Study Confirms []
  3. Psyblog.com – The 3 Reasons Money Brings Satisfaction But Not Happiness []
21 Φεβ 2011

To Ψυχολογικό ανοσοποιητικό σύστημα

Πρωτότυπο: «The psychological immune system», PsyBlog

Ξεπερνάμε την κακή διάθεση, πολύ νωρίτερα από ό, τι προβλέπουμε, χάρη στο συγκεκαλυμμένο έργο του ψυχολογικού ανοσοποιητικού συστήματος.

Ένα από τα πιο απίστευτα πράγματα του ανθρώπινου μυαλού είναι η αντοχή του. Ας το παραδεχτούμε, η ζωή μπορεί να είναι αρκετά καταθλιπτική κατά καιρούς, κι όμως οι άνθρωποι γενικά ωθούνται σε αυτήν με σχεδόν τον ίδιο ζήλο όπως έκαναν πάντοτε, μερικές φορές ακόμα και με ένα «ελατήριο» στο βήμα τους και ένα χαμόγελο στο πρόσωπό τους.

Πώς γίνεται την μία ημέρα να φαίνεται σαν να πρόκειται να τελειώσει ο κόσμος και την επόμενη να υπάρχει ελπίδα; Και πώς γίνεται οι κακές διαθέσεις μας να εξανεμίζονται τόσο απρόσμενα, σαν ένα τούβλο να βγάζει φτερά και να χάνεται στον καταγάλανο ουρανό;

Ο λόγος είναι ότι όλοι έχουμε ένα μυστικό όπλο εναντίον των κακών διαθέσεων: ένα ψυχολογικό ανοσοποιητικό σύστημα. Όταν βιώνουμε γεγονότα που μας οδηγούν σε μία αδιάκοπη συναισθηματική πάλη, αρχίζει να επιδρά για να προσπαθήσει να μας προστατεύσει από το χειρότερο.

Η διαφορά μεταξύ φυσικού και ψυχολογικού ανοσοποιητικού συστήματος είναι ότι ξέρουμε τα πάντα για το πρώτο. Όταν έχουμε ένα κρύωμα, μπορούμε να δούμε και να νιώσουμε αμυντικά συστήματα του σώματός μας να ενεργοποιούνται. Δεν ισχύει το ίδιο για το ψυχολογικό ανοσοποιητικό σύστημα. Περιέργως φαίνεται να μην παρατηρούμε ότι εργάζεται ασταμάτητα για τη μείωση των αρνητικών συναισθημάτων μας, όπως επίσης ότι το μυστικό μας όπλο είναι μυστικό και από εμάς τους ίδιους.

Πόσο άσχημα θα σας κάνει να αισθάνθείτε η απόρριψη;

Ο Daniel T. Gilbert του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ και οι συνεργάτες του διερεύνησαν αυτό το περίεργο φαινόμενο σε μια σειρά από κλασικές μελέτες κοινωνικής ψυχολογίας (Gilbert et al., 1998). Δημιούργησαν μια κατάσταση, με την οποία σχεδόν όλοι είμαστε εξοικειωμένοι: πρόκειται για μια επαγγελματική συνέντευξη και την απόρριψη από αυτήν.

Πρώτα ώθησε τους συμμετέχοντες να πιστεύουν ότι επρόκειτο για μια επαγγελματική συνέντευξη, αλλά, προηγουμένως, μεταξύ άλλων αλυσιτελών ερωτήσεων, τους ρώτησε πώς θα ένιωθαν αν δεν προσλαμβάνονταν.

Φυσικά δεν υπήρχε δουλειά για να αποκτήσει κανείς και, όπως αρμόζει σε αυτές τις περιπτώσεις, τους είπαν ότι δεν προσλήφθηκαν. Στη συνέχεια, ζήτησαν, και πάλι διακριτικά, πώς αισθάνονται τώρα.

Αυτό που ενδιέφερε τον Gilbert και τους συνεργάτες του ήταν να δείξουν αυτή τη διαφορά μεταξύ του πώς οι άνθρωποι προέβλεψαν ότι θα αισθάνονταν και πως όντως αισθάνονταν. Με άλλα λόγια: καταλαβαίνουν οι άνθρωποι ότι έχουν ένα ψυχολογικό ανοσοποιητικό σύστημα και ότι θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για τη βελτίωση της ψυχικής τους κατάστασης, μετά την απόρριψη;

Υπήρξε επίσης και μια μικρή αλλαγή σε συναισθηματικό επίπεδο: στους μισούς από τους συμμετέχοντες είχαν πει ότι ήταν στο στάδιο της αξιολόγησης για την εργασία από ένα άτομο και στους άλλους μισούς από τρεις ανθρώπους. Αυτό σημαίνει ότι για τους μισούς που αξιολογήθηκαν από ένα άτομο ήταν ευκολότερος ο εξορθολογισμός της απόρριψης αφού όταν υπάρχει μόνο ένα άτομο να αποφασίσει είναι πιο εύκολο να φανταστεί κανείς ότι η απόφαση είχε να κάνει περισσότερο με τις ατομικές προτιμήσεις του ατόμου. Το να απορριφθούν από τρία άτομα, όμως, αφήνει την αίσθηση στον υποψήφιο οτι είναι μια πιο αξιόλογη απόφαση.

Δεν είναι τόσο άσχημα όσο νομίζεις

Ορίστε τι βρήκαν οι επιστήμονες: Οι άνθρωποι προέβλεψαν ότι αν είχαν απορριφθεί θα ένιωθαν περίπου 2 βαθμούς χειρότερα σε μια κλίμακα από 1 έως 10 σε σχέση με τη διάθεσή τους, όταν άρχισαν το πείραμα. Αμέσως μετά την απόρριψη εκείνων για τους οποίους η απόρριψη ήταν εύκολη για τον εξορθολογισμό, έπεσε αισθητά μόνο 0,4 βαθμούς χειρότερα στην κλίμακα, όχι 2 βαθμοί χειρότερα. Και μετά από 10 λεπτά αισθάνθηκαν εξίσου ευτυχής όπως όταν άρχισαν το πείραμα. Το ανοσοποιητικό σύστημα είχε κάνει το έργο του και οι προβλέψεις των ανθρώπων ήταν λάθος.

Τα νέα δεν ήταν τόσο καλά για τους συμμετέχοντες στη δύσκολη για τον εξορθολογισμό κατάσταση, αλλά και πάλι δεν ήταν τόσο άσχημα όσο αναμενόταν. Αντί για 2 βαθμούς λιγότερους στην κλίμακα 1 έως 10, σημείωσαν πτώση 0,68 βαθμούς αμέσως, και πτώση κατά 1,25 βαθμούς μετά από 10 λεπτά, όταν η απόρριψη είχε γίνει πραγματικά κατανοητή. Η πίεση ήταν πολύ μεγαλύτερη για το ψυχολογικό ανοσοποιητικό σύστημα σε αυτή την κατάσταση και δεν τα πήγε τόσο καλά.

Ακόμα, καμία από τις ομάδες δεν αισθάνθηκε τόσο άσχημα όσο νόμιζαν. Και αυτό το πείραμα επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά σε άλλες μελέτες ψυχολογίας. Όταν μας πλήγει μια από τις συχνές αναποδιές της ζωής σε μια ευαίσθητη ζώνη, το ψυχολογικό ανοσοποιητικό σύστημα αρχίζει το έργο του, τον εξορθολογισμό του τι έχει συμβεί και με την πάροδο του χρόνου, το σταματά από το να μας πληγώνει όσο περιμέναμε.

Στην ίδια εργασία, ο Gilbert και οι συνεργάτες του, εξέθεσαν μελέτες για ανθρώπους που απορρίπτονται από τους συντρόφους τους. Ανέφεραν ότι οι προσωπικότητές τους είναι ελλιπείς και οι ακαδημαϊκοί παρέλειψαν να πάρουν θέση. Το μοτίβο επαναλαμβάνεται: άνθρωποι σκέφτονται ότι πρόκειται να αισθανθούν άσχημα, αλλά γενικά δεν είναι τόσο άσχημα όσο αναμένεται και οι άνθρωποι αναρρώνουν πιο γρήγορα από ό, τι προβλέπουν.

Το φιλεύσπλαχνο ασυνείδητο

Το ίδιο το γεγονός ότι δεν φαίνεται να παρατηρούμε το ψυχολογικό ανοσοποιητικό μας σύστημα είναι ίσως ο μόνος λόγος που αυτό λειτουργεί. Σε τελευταία ανάλυση, για να αισθανόμαστε καλύτερα, πρέπει να ξεχάσουμε εύκολα κάποια σημαντικά γεγονότα, όπως το πόσο πολύ θέλαμε τη δουλειά που δεν πήραμε, το πόσο αγαπούσαμε τον σύντροφο που μας απέρριψε ή το πόσο απολαμβάναμε το παγωτό που μόλις έπεσε.

Στο σημείο αυτό θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω την θεωρεία γνωστικής ασυμφωνίας του Festinger που εξηγεί, ίσως, πώς λειτουργεί το ψυχολογικό ανοσοποιητικό σύστημα. Η Θεωρία της γνωστικής ασυμφωνίας στηρίζεται στην γενική αρχή ότι τα ασυνεπή γνωστικά στοιχεία δημιουργούν μια δυσάρεστη ψυχολογική κατάσταση, που οδηγεί σε συμπεριφορές σχεδιασμένες για την επίτευξη συνέπειας, η οποία είναι ψυχολογικά ευχάριστη. Σύμφωνα με την θεωρία της γνωστικής ασυμφωνίας, αν δύο ή περισσότερα γνωστικά στοιχεία (στάσεις, απόψεις, πεποιθήσεις που έχει ένα άτομο) είναι ασύμφωνα μεταξύ τους (δηλαδή δεν ταιριάζουν), το άτομο βρίσκεται σε μια δυσάρεστη κατάσταση ψυχολογικής έντασης (γνωστική ασυμφωνία) την οποία προσπαθεί να μειώσει είτε αλλάζοντας ένα ή και περισσότερα από τα ασύμφωνα γνωστικά στοιχεία, είτε ψάχνοντας για νέα στοιχεία που θα ενισχύσουν κάποια ή θα αποδυναμώσουν άλλα από τα υπάρχοντα ασύμφωνα στοιχεία ώστε να επέλθει η συμφωνία. Έτσι για παράδειγμα, στην προκειμένη περίπτωση του πειράματος, αρχικά τα άτομα δυσαρεστήθηκαν με την μη πρόσληψή τους και κατόπιν σκέφτηκαν ότι έτσι και αλλιώς δεν ήταν μια θέση την οποία ήθελαν πραγματικά εξαρχής. Έτσι λύνεται η γνωστική ασυμφωνία και τα άτομα επανέρχονται στην πρότερη ευχάριστη κατάσταση.

Από την άλλη πλευρά η όλη διαδικασία μας θυμίζει τους μηχανισμούς άμυνας του Εγώ που περιέγραψε ο Freud και κυρίως αυτόν της εκλογίκευσης. Εκλογίκευση σημαίνει ότι τα άτομο προσπαθεί με λογικά επιχειρήματα να αποδείξει στον ίδιο τον εαυτό του και τους άλλους ότι οι πράξεις του, οι επιθυμίες του, και γενικά τα κίνητρα της συμπεριφοράς του, είναι ορθά και συνεπώς παραδεκτά. Καταφεύγει σε αίτια που θεωρεί αληθινά και που το ανακουφίζουν. Η αμυντική αξία της εκλογίκευσης είναι διπλή: βοηθά το άτομο να δικαιώνει τις πράξεις και τις σκέψεις του, και το βοηθάει συγχρόνως να απαλύνει την απογοήτευση που προκαλεί η ματαίωση ενός σκοπού ή μιας επιθυμίας. Έτσι παραδείγματος χάριν, ο υποψήφιος που αποτυγχάνει τις εισαγωγικές εξετάσεις ισχυρίζεται πως είναι ικανοποιημένος γιατί η επιλογή που είχε κάνει δεν ήταν της αρεσκείας του.

Τέλος, όλες αυτές οι διαδικασίες λαμβάνουν χώρα σε ένα ασυνείδητο επίπεδο, που ως γνωστόν, εκεί εδράζεται το Αυτό. Το Αυτό είναι το πιο βασικό, πρωτογενές και πρωτόγονο τμήμα του ψυχικού κόσμου, πάντα στη θεωρεία του Freud. Δεν είναι αποτέλεσμα μα αίτιο μιας δύναμης πρωταρχικής, που δίνει σχήμα και μορφή στη συνείδηση, ο σκοτεινός χώρος της ψυχικής ενέργειας από όπου πηγάζει η ζωή. Εκτός των άλλων ιδιοτήτων και λειτουργιών του, το Αυτό κυριαρχείται από την αρχή της ηδονής, έχοντας την συνεχή τάση να αναζητάει την ηδονή και να αποφεύγει τον πόνο. Έτσι μπορούμε να φανταστούμε ότι συμμετέχει ενεργά στην κινητοποίηση του ψυχολογικού ανοσοποιητικού συστήματος για την αναζήτηση της ευχάριστης διάθεσης και την αποφυγή της δυσάρεστης.

Τα καλά νέα, λοιπόν, είναι πως όταν η ζωή αντιμετωπίζει τα πιο σκληρά χτυπήματά της, το ασυνείδητό μας θα πρέπει να εργάζεται υπερωρίες για να τα αντιστρέψει. Γι ‘αυτό η ζωή συχνά δεν καταλήγει τόσο άσχημη όσο νομίζουμε. Σύντομα οι περισσότεροι από εμάς θα βρούμε τον κεφάτο δρόμο μας και πάλι με μια αναπήδηση στο βήμα μας, χάρη στην φιλεύσπλαχνη, αλλά συγκεκαλυμμένη εργασία του ψυχολογικού ανοσοποιητικού συστήματος.

Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες:
  1. PsyBlog: “The Psychological Immune System”
  2. Είσαγωγή στην ψυχολογία, Βοσνιάδου Στέλλα(Επιμέλεια) και Νασιάκου Μ., Χάντζη Α., Φατούρου-Χαρίτου Μ (1999), Τόμος Β’, Κοινωνική ψυχολογία, Κλινική Ψυχολογία, Gutenberg, Αθήνα.
]]>

30 Δεκ 2010

Πώς οι προσδοκίες των άλλων μας ελέγχουν

Αισθανόμαστε γρήγορα πώς μας βλέπουν οι άλλοι και χειριζόμαστε τις προσδοκίες τους.

Μια καλή άσκηση για να μάθεις για σένα είναι να σκεφτείς για το πώς άλλοι άνθρωποι μπορεί να σε βλέπουν με διαφορετικούς τρόπους. Εξετάστε πώς η οικογένειά σας, οι συνάδελφοι σας ή ο/η σύντροφός σας σκέφτονται σας. Τίθεται εδώ μια ενδιαφέρουσα ερώτηση: μέχρι ποιό σημείο αντιλαμβάνεστε και χειρίζεστε τις προσδοκίες από το πώς σας βλέπουν οι άλλοι;

Η ιδέα ότι οι προσδοκίες άλλων ανθρώπων για μας έχουν άμεσες επιπτώσεις στο πώς συμπεριφερόμαστε, εξετάστηκε σε μια κλασική μελέτη κοινωνικής ψυχολογίας που πραγματοποιήθηκε από το Δρ. Mark Snyder από το πανεπιστήμιο Μινεσότας και των συναδέλφων του (Snyder et al, 1977). Υποστήριξαν ότι οι άνθρωποι αισθάνονται πώς οι άλλοι τους βλέπουν και αμέσως αρχίζουν να επιδεικνύουν τις αναμενόμενες συμπεριφορές.

Αίσθημα της έλξης

Εξέτασαν την ιδέα αυτή στα πλαίσια της διαπροσωπικής έλξης. Παρακολούθησαν συνομιλίες μεταξύ ανδρών και γυναικών φοιτητών/τριών, που είχαν μόλις συναντηθεί, μέσω μικροφώνων και ακουστικών. Ένας από τους γρηγορότερους τρόπους για να δούμε αν οι άνθρωποι, που μόλις γνωρίστηκαν, λειτουργούν με βάση τα κοινωνικά στερεότυπα, είναι να εξετάσουμε το κριτήριο της εξωτερικής εμφάνισης. Οι άνθρωποι αυτόματα υποθέτουν ότι αυτοί που είναι ελκυστικότεροι είναι επίσης και πιο κοινωνικοί, χιουμοριστικοί, ευφυείς και ούτω καθεξής (Tesser, Kinch, Felson κ.α.)

Έτσι για να χειριστούν αυτή την παράμετρο, αμέσως πριν από τη συνομιλία, μαζί με τις βιογραφικές πληροφορίες για το πρόσωπο που επρόκειτο να συνομιλήσουν, δόθηκε στους άνδρες και μια φωτογραφία. Στους μισούς δόθηκε μια φωτογραφία μιας γυναίκας που είχε εκτιμηθεί για την ελκυστικότητα της ως 8 στα 10 και στους άλλους μισούς δόθηκε μια φωτογραφία μιας γυναίκας που εκτιμήθηκε ως 2 στα 10. Κατόπιν, οι άνδρες μίλησαν στις γυναίκες αλλά χωρίς να τις δουν. Έτσι δεν ήξεραν ότι στην πραγματικότητα δεν μιλούσαν στη γυναίκα της εικόνας που είχαν μπροστά τους. Οι μισοί πίστευαν πως μιλούσαν στην ελκυστική γυναίκα και οι άλλοι μισοί στη μη ελκυστική γυναίκα. Η ερώτηση είναι η εξής: οι γυναίκες θα ανταποκρίνονταν σε αυτό το γεγονός και ασυναίσθητα θα εναρμονίζονταν με το στερεότυπο στο οποίο είχαν τυχαία οριστεί? Με τον τρόπο αυτό οι πειραματιστές θα μπορούσαν να αποκλείσουν την επιρροή των μεμονωμένων προσωπικοτήτων και να εστιάσουν στην επίδραση των προσδοκιών.

Όταν ανεξάρτητοι παρατηρητές άκουσαν τις ταινίες με τις συνομιλίες, διαπίστωσαν ότι όταν οι γυναίκες μιλούσαν στους άνδρες που τις θεωρούσαν πολύ ελκυστικές, οι γυναίκες εξέθεσαν περισσότερων των συμπεριφορών που συνδέονται στερεοτυπικά με τους ελκυστικούς ανθρώπους: μίλησαν ζωηρότερα και φάνηκε να απολαμβάνουν την συνομιλία περισσότερο. Αυτό που συνέβαινε ήταν ότι οι γυναίκες προσαρμόστηκαν στο στερεότυπο που προβλήθηκε σε αυτές. Άρα οι άνθρωποι όντως αισθάνονται πώς αντιμετωπίζονται από τους άλλους και αλλάζουν τη συμπεριφορά τους για να ταιριάξουν με αυτήν την προσδοκία.

Αυτό το πείραμα διενεργήθηκε για να δείξει το χειρισμό του στερεοτύπου της ελκυστικότητας αλλά ο ίδιος κανόνας ισχύει για πολλούς διαφορετικούς τομείς της ζωής. Σκεφτείτε οποιαδήποτε από τα τυποποιημένα στερεότυπα για την τάξη, τη φυλή και την υπηκοότητα. Κάθε ένα από αυτά δημιουργεί προσδοκίες στο μυαλό των ανθρώπων, προσδοκίες που είναι δύσκολο για μας να χειριστούμε.

Μεταβάλλοντας την συμπεριφορά των άλλων

Καταλαβαίνοντας ότι οι προσδοκίες άλλων ανθρώπων για εμάς έχουν επιπτώσεις στη συμπεριφορά μας άμεσα και γρήγορα, είναι ένα ζωτικής σημασίας συστατικό στην κατανόηση του πώς μπορούμε εμείς να είμαστε αρκετά διαφορετικοί στις διάφορες κοινωνικές καταστάσεις.

Σας αφήνω με μια τελική σκέψη: στο πραγματικό κόσμο, δύο άνθρωποι επηρεάζουν ο ένας τον άλλον συνεχώς, προσπαθώντας να ανταποκριθούν στις, ο ένας του άλλου, προσδοκίες. Φυσικά έχουμε τον άμεσο έλεγχο μόνο των δικών μας προσδοκιών για τους άλλους. Έτσι μια επίπτωση αυτής της μελέτης είναι ότι αλλάζοντας τις προσδοκίες μας για τους άλλους, μπορούμε πραγματικά να αλλάξουμε τη συμπεριφορά τους προς το χειρότερο ή, ακόμα καλύτερα, προς το καλύτερο .

Η επίδραση μπορεί να είναι ανεπαίσθητη, αλλά είναι μια ισχυρή συνειδητοποίηση ότι η συμπεριφορά των άλλων προέρχεται εν μέρει από το πώς τους βλέπουμε, ακριβώς όπως η συμπεριφορά μας προέρχεται εν μέρει από το πώς οι άλλοι βλέπουν εμάς.

Εισαγωγική Φωτογραφία:

Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες:

  1. www.psyblog.com “How Other People’s Unspoken Expectations Control Us”
  2. Brown, J. (1998). The Self. Boston. MacGrawhill
]]>