09 Νοέ 2015

Το κόστος του να είσαι το «αγαπημένο παιδί» της μαμάς

Πολλές φορές οι νέες μητέρες ακούν την κλασσική συμβουλή να μην «καλομαθαίνουν» τα παιδιά τους, να μην είναι δηλαδή υπέρ του δέοντος ελαστικές ή προστατευτικές μαζί τους. Μια νέα έρευνα του πανεπιστημίου Purdue έρχεται να επιβεβαιώσει πως το να αισθάνεται το παιδί πως είναι το «αγαπημένο» της μητέρας του δεν είναι και ό,τι πιο υγιές συναισθηματικά αλλά και ψυχολογικά για το ίδιο.

Η συναισθηματική εγγύτητα μεταξύ γονιού και παιδιού φυσικά δεν είναι κάτι αρνητικό. Αντίθετα θα λέγαμε ότι είναι κάτι θεμιτό. Φαίνεται όμως πως οι ενήλικες που δηλώνουν ότι θεωρούν πως ήταν το «αγαπημένο παιδί» της μητέρας τους, έχουν την τάση να εμφανίζουν πολύ πιο συχνά συμπτώματα κατάθλιψης σε σχέση με τα αδέρφια τους τα οποία δηλώνουν ότι βρίσκονταν σε σύγκρουση με τη μητέρα τους ή ότι τις έχουν απογοητεύσει. Η έρευνα διεξήχθη μέσα σε μια επταετία κατά τη διάρκεια μιας πολυετούς έρευνας που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη σχετικά με τις ενδοοικογενειακές διαφορές στην ανάπτυξη των παιδιών. Σε αυτή συμμετείχαν πάνω από 700 ενήλικες από 300 περίπου οικογένειες, οι οποίοι κλήθηκαν να βαθμολογήσουν την συναισθηματική εγγύτητα με τη μητέρα τους, τον βαθμό σύγκρουσης μαζί της, το πόσο περήφανη θεωρούν ότι αισθάνεται γι’ αυτούς αλλά και το πόσο απογοητευμένη.

Σε μια προσπάθεια να ερμηνεύσουν τα αποτελέσματα, οι ερευνητές λένε ότι οι ενήλικες της έρευνας που είχαν την αντίληψη ότι ήταν τα «αγαπημένα παιδιά» των μητέρων τους, σε μεγάλο βαθμό ανέφεραν ότι έχουν ζήσει μέσα σε ένα μη σταθερό συναισθηματικό περιβάλλον, στο οποίο έπρεπε να είναι φροντιστές (της μητέρας ή άλλων προσώπων στο περιβάλλον τους) και ως εκ τούτου απολάμβαναν μεγαλύτερη συναισθηματική εγγύτητα με κόστος στην ψυχική τους υγεία.

Φυσικά η συσχέτιση συναισθηματικής εγγύτητας άνευ σαφών ορίων και κακής ψυχικής υγείας δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση πως όσα παιδιά αισθάνονται κοντά τις μητέρες τους θα αναπτύξουν συμπτώματα κατάθλιψης στο μέλλον. Απαιτούνται η συνύπαρξη μιας σειράς άλλων παραγόντων για να αναπτυχθούν τέτοια συμπτώματα στα παιδιά κατά την ενήλικη ζωή τους, όπως: ασταθές οικογενειακό περιβάλλον, υπέρμετρα «ενήλικα» βάρη στα παιδιά, κακές οικογενειακές σχέσεις (κυρίως ανταγωνιστικές ή/και κακοποιητικές) με άλλα μέλη της οικογένειας (και σημαντικά τρίτα πρόσωπα), αλλά και εκτεταμένες τραυματικές εμπειρίες στην καθημερινότητα του παιδιού.

Όπως στις περισσότερες περιπτώσεις, βλέπουμε ότι και σε αυτό τον τομέα ισχύει το «παν μέτρον άριστον». Μια υγιής ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού απαιτεί μεταξύ άλλων μια υγιή ισορροπία ανάμεσα στο άκρο της συναισθηματικής «συγχώνευσης» των γονιών με τα παιδιά τους και το άλλο άκρο της συναισθηματικής «απομάκρυνσης» των γονιών. Το παιδί έχει ανάγκη τόσο το ζωτικό του χώρο όσο και την απαραίτητη αγάπη και αποδοχή να αναπτυχθεί συναισθηματικά και ψυχολογικά με έναν υγιή τρόπο.

Εισαγωγική Εικόνα

Βιβλιογραφία

]]>

13 Ιούλ 2015

Ο ρόλος των συναισθημάτων

Τα συναισθήματα παίζουν σημαντικό ρόλο συνδυαστικά με τον τρόπο που σκεφτόμαστε και συμπεριφερόμαστε. Για να κατανοήσουμε τα συναισθήματα, είναι σημαντικό να καταλάβουμε τα τρία συστατικά ενός συναισθήματος. Τα συναισθήματα μας αποτελούνται από ένα υποκειμενικό στοιχείο (το πώς βιώνουμε το συναίσθημα), ένα φυσικό (το πώς το σώμα μας αντιδρά στο συναίσθημα) και ένα εκφραστικό (το πώς συμπεριφερόμαστε σε απάντηση προς το συναίσθημα). Αυτά τα διαφορετικά στοιχεία μπορούν να διαδραματίσουν έναν ρόλο στη λειτουργία και στον σκοπό των συναισθηματικών μας αντιδράσεων.

Αλλά γιατί βιώνουμε συναισθήματα; Τι ρόλο εξυπηρετούν;

Τα συναισθήματα μπορούν να μας παρακινήσουν να αναλάβουμε δράση. Όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μία πρόκληση, μπορεί να νιώσουμε άγχος για το αν θα τα πάμε καλά. Λόγω αυτής της συναισθηματικής μας αντίδρασης, ίσως να είναι πιο πιθανό να παρακινηθούμε να εμπλακούμε περισσότερο, ώστε να επιτύχουμε μια πιθανή έκβαση που επιθυμούμε. Από τη στιγμή που βιώνουμε ένα συγκεκριμένο συναίσθημα, μας δίνεται το κίνητρο να αναλάβουμε δράση και να κάνουμε κάτι θετικό για να βελτιώσουμε τις πιθανότητές επιτυχίας μας.

Τείνουμε, επίσης, να αναλαμβάνουμε δράση προκειμένου να βιώνουμε θετικά συναισθήματα και να ελαχιστοποιούμε την πιθανότητα να νιώθουμε τα αρνητικά. Για παράδειγμα, μπορούμε να ανατρέχουμε σε κοινωνικές δραστηριότητες ή χόμπι που μας παρέχουν μια αίσθηση ευτυχίας, ικανοποίησης και ενθουσιασμού. Από την άλλη πλευρά, πιθανόν να αποφεύγουμε καταστάσεις που μπορούν δυνητικά να οδηγήσουν σε πλήξη, θλίψη ή άγχος.

Ο Δαρβίνος πίστευε ότι τα συναισθήματα είναι προσαρμοστικός παράγοντας που επιτρέπει τόσο τους ανθρώπους, όσο και στα ζώα να επιβιώσουν και να αναπαραχθούν. Τα συναισθήματα χρησιμεύουν ώστε να λάβουμε δράση γρήγορα και να μεγιστοποιήσουμε τις πιθανότητές μας για επιβίωση και επιτυχία.

Τα συναισθήματά μας, επιπλέον, συμβάλλουν σημαντικά στις αποφάσεις που παίρνουμε. Ακόμα και σε περιπτώσεις που πιστεύουμε ότι οι αποφάσεις μας καθοδηγούνται αποκλειστικά από τη λογική και τον ορθολογισμό, τα συναισθήματα παίζουν καθοριστικό ρόλο. Η συναισθηματική νοημοσύνη ή η ικανότητά μας να κατανοούμε και να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματα, έχει αποδειχθεί ότι παίζει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Όταν ερχόμαστε σε επαφή με άλλους ανθρώπους, είναι σημαντικό να δώσουμε «σήματα» για να τους βοηθήσουμε να κατανοήσουν το πώς αισθανόμαστε. Αυτά τα «σήματα» μπορούν να περιλαμβάνουν τη συναισθηματική έκφραση μέσα από τη γλώσσα του σώματος, όπως οι διάφορες εκφράσεις του προσώπου που συνδέονται με τα ιδιαίτερα συναισθήματα που βιώνουμε. Όταν λέμε σε φίλους ή σε μέλη της οικογένειας ότι αισθανόμαστε χαρά, λύπη, ενθουσιασμένοι ή φοβισμένοι, τους δίνουμε σημαντικές πληροφορίες που μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιήσουν για να αναλάβουν δράση.

Ακριβώς όπως τα δικά μας συναισθήματα παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τους άλλους, οι συναισθηματικές εκφράσεις των γύρω μας, μας δίνει μια πληθώρα κοινωνικών πληροφοριών. Η επικοινωνία με τους άλλους είναι ένα σημαντικό μέρος της καθημερινής μας ζωής και των σχέσεων, καθώς βοηθά να ερμηνεύουμε και να αντιδρούμε στα συναισθήματα των άλλων. Αυτό μας επιτρέπει να ανταποκριθούμε κατάλληλα και να οικοδομήσουμε βαθύτερες, πιο ουσιαστικές σχέσεις με τους φίλους μας, την οικογένεια μας και τους αγαπημένους μας.

Εν κατακλείδι, τα συναισθήματα μπορούν να μας παρακινήσουν να δράσουμε με συγκεκριμένους τρόπους και να μας δώσουν τα εργαλεία και τους πόρους που χρειαζόμαστε για να αλληλεπιδράσουμε ουσιαστικά με τον κοινωνικό μας περίγυρο.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία

  • Darwin, C. (1872). The expression of emotions in man and animas. New York: Appleton.
  • Goleman, D. (2011). Η Συναισθηματική Νοημοσύνη. Αθήνα: Πεδίο.
  • James, W. (1884). What is an emotion ?. Mind, 9, 188-205.
  • Lyons, W. (1999). The Philosophy of Cognition and Emotion. In T. Dalgleish, & M. J. Power (Eds.)(1999). A Handbook of Cognition and Emotion (21-44). Chichester: Wiley.
  • Niedenthal, P., Krauth-Greuber, S., Ric, F. (2011). Ψυχολογία του συναισθήματος. Αθήνα: Τόπος (Μοτίβο εκδοτική).
  • Παππά, Β. (2013). Η λογική των συναισθημάτων: Συναισθηματική ανάπτυξη και συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Οκτώ.
]]>

09 Ιούλ 2015

To φάσμα του αυτισμού

Ο αυτισμός ως λέξη προέρχεται από την ελληνική ρίζα “εαυτός” και είναι μια πάθηση που προβληματίζει τους επιστήμονες τα τελευταία εξήντα χρόνια. Τι είναι όμως αυτισμός;

Στην ελληνική πραγματικότητα ο αυτισμός και δύσκολα αναγνωρίζεται από το κοντινό -οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού αλλά και γενικότερα το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού δεν έχει επίγνωση της σοβαρότητας που δημιουργεί μια τέτοια πάθηση.

Οι περισσότεροι από μας θα έχουμε κάπου ακούσει έτσι γενικά για τον αυτισμό και είναι σίγουρο ότι έχουμε δει ή ακόμα συναναστραφεί κάποιο αυτιστικό άτομο. Είναι εκείνη η ήσυχη κυρία που κάθεται στο πάρκο και κουνιέται μπρος-πίσω; Είναι εκείνο το αγοράκι που συστηματικά κοροϊδεύει το παιδάκι με τα παραπανίσια κιλά και όταν αυτό του θυμώνει εκείνο συνεχίζει να το κοροϊδεύει; ή μήπως ο συνεργάτης μας στο γραφείο που ξέρει τρείς γλώσσες και είναι μέχρι “αηδίας” προσηλωμένος στη δουλειά;

Όταν μιλάμε για τον αυτισμό, αναφερόμαστε σε ένα “φάσμα” γιατί τόσο τα αίτια όσο και τα χαρακτηριστικά των ατόμων αυτών, ποικίλουν που είναι δύσκολο ένας μη ειδικός να διαχωρίσει και να ξεχωρίσει ένα άτομο με νοητική καθυστέρηση ή άλλες παρόμοιες ασθένειες από κάποιο αυτιστικό παιδί και αυτό γιατί το νοητικό επίπεδο των αυτιστικών παιδιών κυμαίνεται από τα ανώτερα επίπεδα έως τις βαρύτερες μορφές νοητικής στέρησης.

Τα κοινά χαρακτηριστικά των αυτιστικών ατόμων αν και λίγα είναι συγκεκριμένα:

  • Αντιστέκονται σε οποιαδήποτε αλλαγή
  • Δεν χρησιμοποιούν λέξεις αλλά κινήσεις
  • Γίνονται επιθετικοί με αποτέλεσμα να χτυπούν άλλους ή να τραυματιστούν οι ίδιοι
  • Δεν χρησιμοποιούν σχεδόν ποτέ βλεμματική επαφή
  • Συνδέονται πολύ με κάποια αντικείμενα ή κινήσεις και
  • Αντιδρούνε θετικά ή αρνητικά στους ήχους ,στις οσμές και στο στροβίλισμα.

Τα κυριότερα σύνδρομα που σχετίζονται με το αυτιστικό φάσμα είναι: Κanner, Rett, Asperger και ανήκουν στην κατηγορία των Διαδεδομένων Αναπτυξιακών Διαταραχών που διαρκούν ισόβια.

Σύνδρομο Kanner

O παιδοψυχίατρος L.Kanner ήταν ο πρώτος που ασχολήθηκε με τον αυτισμό. Πολλά παιδιά που έπασχαν από αυτισμό θεωρούνταν ότι έπασχαν από πρώιμη μορφή σχιζοφρένιας ή από νοητική καθυστέρηση. Αντίθετα ο Kanner παρατήρησε ότι η επίκτητη ανικανότητα τους να σχετιστούν με το κόσμο, η έλλειψη ανάπτυξης της γλώσσας, και η στερεότυπη συμπεριφορά ήταν αυτά που τους κρατούσαν σε απόσταση από το περιβάλλον. Αυτή την κατάστασή την ονόμασε “πρώιμο βρεφικό αυτισμό” γιατί τα συμπτώματα εμφανίζονται από τη βρεφική ηλικία.

Σύνδρομο Rett

To συγκεκριμένο σύνδρομο πήρε το όνομα του από το γιατρό Α.Rett το 1966, οφείλεται σε μετάλλαξη γονιδίων στο έμβρυο, συναντάται κυρίως στα κορίτσια και είναι σοβαρή νευρολογική διαταραχή που προκαλεί σωματική και νοητική αναπηρία. Κάποια από τα χαρακτηριστικά που μπορεί να παρατηρήσει κάποιος με τη πρώτη ματιά είναι:

  • Απραξία
  • Στερεότυπες κινήσεις των χεριών
  • Μη κανονική αναπνοή και διαταραχή στο μάσημα της τροφής.

Σύνδρομο Αsperger

Πήρε το όνομα του από τον γιατρό H.Asperger ο οποίος το κατατάσσει στο ψηλότερο σημείο της βαθμίδας του αυτιστικού φάσματος, διότι τα συμπτώματα του είναι πιο ελαφριάς μορφής.

Τα άτομα που πάσχουν από αυτό το σύνδρομο δυσκολεύονται να “διαβάσουν” τα μη λεκτικά σήματα δηλ. τις εκφράσεις του προσώπου των οικείων τους με αποτέλεσμα να μη μπορούν να συνάψουν και να κρατήσουν κοινωνικές σχέσεις, αφού δεν είναι σε θέση να καταλάβουν τις ανάγκες τους, παρόλα αυτά τα άτομα με Asperger είναι λειτουργικά και έχουν :

  • Υψηλό δείκτη νοημοσύνης
  • Αξιοπιστία και επιμονή (στο εργασιακό κομμάτι)
  • Καλή μνήμη για γεγονότα ,αριθμούς και ημερομηνίες
  • Πολύ καλή και ακριβής χρήση της γλώσσας
  • Ειλικρίνεια και δικαιοσύνη αφού δεν μπορούν να υποκριθούν
  • Κοινωνικοί απολαμβάνουν την επαφή με άλλα άτομα.

Στον αντίποδα οι λόγοι που προκαλούν τη μειωμένη επικοινωνία με του γύρω τους είναι:

  • Δεν αναγνωρίζουν και γι’ αυτό δεν εφαρμόζουν τους κοινωνικούς κανόνες
  • Δεν μπορούν να κατανοήσουν διάφορα σχήματα λόγου ή μεταφορικές εκφράσεις
  • Παρουσιάζουν εμμονή με τη ρουτίνα και γι’ αυτό δε μπορούν να δεχτούν και να προσαρμοστούν σε αλλαγές.

Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε ότι οι αλλαγές που έγιναν τα τελευταία χρόνια στη κοινωνία έφεραν στο προσκήνιο την αύξηση των ατόμων με Αsperger,και αυτό γιατί ενώ παλιότερα τα άτομα αυτά είχαν την αποδοχή ,τον σεβασμό αλλά και πολύ καλές επιδόσεις στο σχολείο ,σήμερα αυτό έχει αλλάξει αφού και το επίπεδο στα σχολεία έχει γίνει πιο απαιτητικό αλλά και οι μέθοδοι διδασκαλίας δεν δίνουν τόση έμφαση στην απομνημόνευση ,έτσι αυτά τα άτομα πλέον να δυσκολεύονται.

Κλείνοντας, θα ήταν καλό η ελληνική κοινωνία να αλλάξει την οπτική της και να σταματήσει να βάζει αβίαστα ετικέτες σε συμπεριφορές ατόμων και κυρίως παιδιών πίσω από αυτές μπορεί να κρύβονται σοβαρές παθήσεις. Θα ήταν λοιπόν πιο ωφέλιμο να μαθαίναμε ως γονείς, ως εκπαιδευτικοί ,ως κοντινό περιβάλλον να αναγνωρίζουμε τα “σημάδια” ώστε έγκαιρα να γίνει η κατάλληλη παρέμβαση προς όφελος πάντα του παιδιού.

Εισαγωγική Εικόνα

]]>

31 Μαρ 2015

Τέσσερα περίεργα πειράματα ψυχολογίας

Αυτές τις ημέρες τα μεγαλύτερα blogs ψυχολογίας παγκοσμίως παρουσιάζουν μία λίστα με τα πιο περίεργα πειράματα ψυχολογίας στα οποία λίγοι θα ήθελαν να λάβουν μέρος. Τα πειράματα αυτά στην καλύτερη των περιπτώσεων προκάλεσαν ντροπή στους υποψήφιους ή τους έβαλαν να κάνουν κάτι το οποίο οι περισσότεροι θα θεωρούσαν σιχαμερό και στην χειρότερη τους προκάλεσαν σωματικό πόνο ή έντονη ψυχική δυσφορία. Οι περισσότερες έρευνες είναι σχετικά πρόσφατες και έγιναν έπειτα από σχετική συγκατάθεση των συμμετεχόντων και αφού ελήφθησαν όλα τα απαραίτητα μέτρα που να εξασφαλίζουν ότι οι συμμετέχοντες δεν διέτρεξαν κάποιον κίνδυνο. Η μία περίπτωση πειράματος που έγινε σε παλαιότερη εποχή αποτελεί εξαίρεση αυτού του κανόνα και με βάσει τα σημερινά δεδομένα και δικλίδες ασφαλείας θεωρείται σχεδόν καθολικά ανήθικο. Η λίστα θα μπορούσε να είναι πολύ μεγαλύτερη εάν προσθέταμε μερικά κλασικά πειράματα που έχω παρουσιάσει στο παρελθόν, όπως είναι το πείραμα του Μίλγκραμ και το πείραμα της φυλακής του Στάνφορντ, αλλά δεν τα παρουσιάζω εδώ, καθώς όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να ανατρέξει στις παλαιότερες αναρτήσεις.

Μυρίστε την πάνα του μωρού σας

Μια ομάδα μητέρων δέχτηκαν να λάβουν μέρος σε μια τουλάχιστον περίεργη έρευνα1 . Έπρεπε να μυρίσουν διαδοχικά δύο κουβάδες που περιείχαν λερωμένες πάνες και να αξιολογήσουν πόσο σιχαμερή ήταν η μυρωδιά. Ο ένας από τους δύο κουβάδες περιείχε την λερωμένη πάνα του μωρού τους. Ακόμη και όταν οι μητέρες δεν γνώριζαν ποιανού μωρού είναι η κάθε πάνα, αξιολόγησαν την μυρωδιά από την πάνα του δικού τους μωρού ως λιγότερο σιχαμερή σε σχέση με την άλλη πάνα.

Σκοπός της έρευνας: Να αξιολογήσει κατά πόσο η Εξέλιξη μας έχει προικίσει με την ικανότητα να ελέγχουμε τις αυτόματες αντιδράσεις μας. Πράγματι, οι ερευνητές έφτασαν στο συμπέρασμα πως οι μητέρες είναι σε θέση να αναγνωρίζουν και να ανέχονται περισσότερο τις σωματικές εκκρίσεις των μωρών τους, κάτι που είναι λογικό εάν δεχτούμε πως υπάρχει ένας μηχανισμός ενστικτώδους προστασίας και αποδοχής των βρεφών από τις μητέρες τους.

Μη κάνετε τίποτα για μέρες

Πως θα σας φαινόταν εάν σας πλήρωναν για να λάβετε μέρος σε ένα πείραμα στο οποίο πολύ απλά δεν έπρεπε να κάνετε τίποτα; Πιο συγκεκριμένα, στο πείραμα που περιγράφω2 οι συμμετέχοντες κλείστηκαν εθελοντικά σε «λευκά κελιά», τα οποία περιείχαν μόνο ένα κρεβάτι, ενώ είχαν καλυμμένα τα χέρια και τα μάτια τους. Το μόνο που έπρεπε να κάνουν ήταν να αντέξουν όσο περισσότερο μπορούν. Οι περισσότεροι φυσικά δεν άντεξαν και πολύ, ενώ υπήρξαν συμμετέχοντες που ανέφεραν έντονες ψευδαισθήσεις.

Σκοπός της έρευνας: Οι ερευνητές ήθελαν να μελετήσουν τι συμβαίνει όταν δεν έχουμε απολύτως τίποτα να κάνουμε, ενώ οι αισθητηριακές πληροφορίες που λαμβάνουμε είναι περιορισμένες. Όπως γράφουν οι ερευνητές στο άρθρο τους, το πείραμά τους υποδεικνύει ότι η ποικιλία στις πληροφορίες που λαμβάνουμε με τις αισθήσεις μας είναι εξαιρετικά σημαντική για την καλή ψυχική μας υγεία. Η ποικιλία αυτή δεν είναι απλά «το αλάτι και το πιπέρι» που κάνει την καθημερινότητά μας καλύτερη, αλλά πρόκειται για βασική μας ανάγκη για επιβίωση.

Ξαπλώστε στον τομογράφο ενώ ο/η σύντροφός σας σάς φέρνει σε οργασμό

Ο τίτλος του πειράματος νομίζω τα λέει όλα. Οι ερευνητές της συγκεκριμένης έρευνας ((Huynh, H. K., Willemsen, A. T. M., & Holstege, G. (2013). Female orgasm but not male ejaculation activates the pituitary. A PET-neuro-imaging study. NeuroImage, 76, 178–182. http://doi.org/10.1016/j.neuroimage.2013.03.012)) έψαξαν και βρήκαν ζευγάρια τα οποία θέλησαν να φέρουν ο ένας τον άλλο σε οργασμό, ενώ ο/η σύντροφός τους ξάπλωνε σε έναν τομογράφο εκπομπής ποζιτρονίων. Οι συμμετέχοντες είχαν όσο το δυνατόν περισσότερο ιδιωτικό χώρο (δεδομένων των συνθηκών), ενώ οι ερευνητές στο δίπλα δωμάτιο παρακολουθούσαν την εγκεφαλική δραστηριότητα του συμμετέχοντα σε όλη τη διάρκεια του πειράματος.

Σκοπός του πειράματος: Οι ερευνητές ήθελαν να μελετήσουν την λειτουργία της υπόφυσης, ενός μέρους του εγκεφάλου το οποίο μεταξύ άλλων σχετίζεται με την σεξουαλική ορμή και την έκκριση ορμονών. Συγκεκριμένα, ήθελαν να δουν εάν είναι δυνατόν να δουν οπτικά την λειτουργία της υπόφυσης, κάτι που έως και την πραγματοποίηση του πειράματος δεν είχαν καταφέρει να κάνουν με μεγάλη επιτυχία. Η έρευνα έφτασε στο συμπέρασμα πάντως πως η υπόφυση ενεργοποιείται κατά τη διάρκεια του οργασμού στις γυναίκες, αλλά όχι κατά τη διάρκεια της εκσπερμάτισης στους άνδρες, υπογραμμίζοντας τη διαφορά στη φυσιολογία του οργασμού ανάμεσα στα δύο φύλα.

Πάρτε οικονομικές αποφάσεις, ενώ κρατιέστε και δεν πηγαίνετε στην τουαλέτα

Οι συμμετέχοντες της συγκεκριμένης έρευνας ((Tuk, M. A., Trampe, D., & Warlop, L. (2011). Inhibitory Spillover: Increased Urination Urgency Facilitates Impulse Control in Unrelated Domains. Psychological Science, 22(5), 627–633. http://doi.org/10.1177/0956797611404901)) νόμιζαν ότι συμμετείχαν σε ένα πείραμα όπου έπρεπε να δοκιμάσουν διαφορετικούς τύπους νερού. Οι μισοί ήπιαν από μια γουλιά από πέντε διαφορετικά ποτήρια νερό, ενώ οι άλλοι μισοί από ένα ποτήρι από το κάθε «τύπο» νερού. Όπως είναι φυσικό η δεύτερη ομάδα άρχισε να έχει φυσικές ανάγκες μετά από λίγο λόγω της μεγάλης κατανάλωσης νερού. Όμως πριν μπορέσουν να πάνε στην τουαλέτα έπρεπε να τελειώσουν το πείραμα, το οποίο απαιτούσε να πάρουν μια οικονομική απόφαση. Συγκεκριμένα οι συμμετέχοντες μπορούσαν να αποφασίσουν να πάρουν: 1)μια μικρότερη ανταμοιβή τώρα ή 2)μια μεγαλύτερη ανταμοιβή στο μέλλον.

Σκοπός του πειράματος: Οι ερευνητές ήθελαν να δουν εάν το γεγονός ότι η δεύτερη ομάδα ήταν υποχρεωμένη να είναι εγκρατείς όσον αφορά τις φυσικές της ανάγκες επηρέαζε τις οικονομικές αποφάσεις που θα έπαιρναν σε σχέση με τους άλλους συμμετέχοντες που δεν είχαν τη φυσική ανάγκη για ενούρηση. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι πράγματι υπήρχαν διαφορές ανάμεσα στις δύο ομάδες. Όσοι έπρεπε να συγκρατήσουν τις φυσικές τους ανάγκες ήταν και πιο εγκρατείς στις οικονομικές αποφάσεις που έπαιρναν, επιλέγοντας να περιμένουν ώστε να πάρουν μεγαλύτερη ανταμοιβή στο μέλλον.

Εισαγωγική Εικόνα

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Case, T. I., Repacholi, B. M., & Stevenson, R. J. (2006). My baby doesn’t smell as bad as yours. Evolution and Human Behavior, 27(5), 357–365. http://doi.org/10.1016/j.evolhumbehav.2006.03.003 []
  2. Heron. (1957) The Pathology of Boredom. Scientific American []
22 Ιαν 2015

Εκπαιδευτικό Σεμινάριο: Αναγνώριση και Διαχείριση της Συμπτωματολογίας ΔΕΠ/Υ

Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητας(ΔΕΠ-Υ, ADHD: Attention Deficit Hyperactivity Disorder) είναι από τις πλέον μελετημένες νευροαναπτυξιακές διαταραχές παγκοσμίως. Αποτελεί τη συχνότερη διάγνωση σε ένα σημαντικό ποσοστό μαθητών σχολικής ηλικίας και εκδηλώνεται με την ακόλουθη τριάδα πρωτογενούς συμπτωματολογίας: α) ελλείμματα στη συγκέντρωση και την προσοχή, β) υπερκινητικότητα και γ) ελλείμματα στην αναστολή κοινωνικά ανάρμοστης συμπεριφοράς, ήτοι παρορμητικότητα.

Η ΔΕΠ-Υ αποτελεί ενδεχομένως το συχνότερο πρόβλημα μάθησης και συμπεριφοράς της παιδικής ηλικίας, παρουσιάζεται στο 5-7% των παιδιών παγκοσμίως και παρά τη διαφοροποίηση των συμπτωμάτων με την ηλικία, τα κύρια χαρακτηριστικά της νόσου επιμένουν σε μεγάλο βαθμό στην εφηβεία και την ενήλικη ζωή. Συνεπώς σε κάποιο ποσοστό ατόμων, η ΔΕΠ-Υ   αποτελεί   μια δια βίου διάγνωση.

Βάσει ερευνητικών δεδομένων, η συμπτωματολογία της διαταραχής διαγιγνώσκεται για πρώτη φορά, από έναν επίσημο δημόσιο φορέα όταν το παιδί δυσκολεύεται   να   ενταχθεί στο πρόγραμμα του σχολείου, λόγω των αυξημένων απαιτήσεων για συγκέντρωση προσοχής και τήρηση κανόνων στο ενδοσχολικό περιβάλλον.

Συχνά η ΔΕΠ-Υ συνυπάρχει με Ειδικές Μαθησιακές Διαταραχές (Δυσλεξία), συμπτώματα κατάθλιψης, ενώ, όταν   η διαταραχή παραμείνει   αδιάγνωστη ή επιμένει στην εφηβεία, οι έφηβοι με ΔΕΠ-Υ παρουσιάζουν παράλληλα αντικοινωνική συμπεριφορά και δεν εκμεταλλεύονται πλήρως τις δυνατότητές τους για κοινωνική και επαγγελματική αποκατάσταση στην ενήλικη ζωή. Κατά συνέπεια, τόσο ο ειδικός ψυχικής υγείας που χρειάζεται να ενημερωθεί σχετικά με την έγκαιρη αξιολόγηση & τον εντοπισμό, καθώς και την εφαρμογή προγραμμάτων παρέμβασης προσαρμοσμένων στις ιδιαίτερες γνωστικές και συναισθηματικές ανάγκες κάθε παιδιού που ενδεχομένως αντιμετωπίζει τη συγκεκριμένη συμπτωματολογία της ΔΕΠ-Υ, κρίνεται πρωτίστως αναγκαίο να κατανοήσει τη φύση και την πολυπλοκότητα της διαταραχής.

Ειδικότερα, η   εκπαίδευση των «φορέων της γνώσης» τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση  όσο και των άλλων επαγγελματιών ψυχικής υγείας, στην κατανόηση των δυσκολιών των παιδιών με   ΔΕΠ-Υ, στον έγκαιρο εντοπισμό & αναγνώριση της συμπτωματολογίας   με αξιόπιστες και έγκυρες για τα ελληνικά δεδομένα- ψυχομετρικές δοκιμασίες   αλλά και εκπαιδευτικά εργαλεία   θα βοηθήσει αυτούς στην   εκπόνηση εξατομικευμένων προγραμμάτων παρέμβασης, κάποια εκ των οποίων θα παρουσιαστούν ενδελεχώς στο πλαίσιο διεξαγωγής του σεμιναρίου.

Στόχος του σεμιναρίου

Ο απώτερος   στόχος του σεμιναρίου   αφορά στην εκπαίδευση επαγγελματιών ψυχικής υγείας (παιδοψυχιάτρων – ψυχολόγων), εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, εκπαιδευτικών ειδικής αγωγής, λογοθεραπευτών, όλων των ειδικών που εμπλέκονται στην υποστήριξη παιδιών με ΔΕΠ-Υ και στην ευαισθητοποίηση της ευρύτερης επιστημονικής κοινότητας   και του κοινωνικού συνόλου.

Εν κατακλείδι, το σεμινάριο επιδιώκει να παρέχει θεωρητική και πρακτική γνώση καθώς και να ευαισθητοποιήσει τους συμμετέχοντες, αναδεικνύοντας τις διαφορετικές πλευρές της καθημερινότητας και της εκπαιδευτικής ζωής ενός παιδιού ή εφήβου με ΔΕΠ-Υ και να προτείνει παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση τόσο των συμπτωμάτων όσο και των συνοδών αρνητικών επιπτώσεων που επιφέρει η συμπτωματολογία   στην κοινωνικο-συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού

Μεθοδολογία

Το σεμινάριο κατανέμεται σε δύο μέρη:

α) το θεωρητικό υπόβαθρο της ΔΕΠ-Υ

β) βιωματικό μέρος που εμπεριέχει την κατανόηση &   την ορθή εφαρμογή ποικίλων τεχνικών παρέμβασης με σκοπό την αντιμετώπιση των αναπτυξιακών δυσκολιών παιδιών με ΔΕΠ-Υ.

Στο βιωματικό μέρος- εκτός από την ανάλυση των περιστατικών μαθητών με ΔΕΠ- Υ θα δοθεί ιδιαίτερη έμφαση σε σταθμισμένα στον ελληνικό πληθυσμό, εργαλεία που στοχεύουν στην αξιολόγηση της συμπτωματολογίας της διαταραχής, όπως αυτή εκδηλώνεται τόσο στο ενδο – οικογενειακό περιβάλλον όσο και στο ενδο – σχολικό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.

Στο πλαίσιο του επιμορφωτικού σεμιναρίου, παρουσιάζεται αναλυτικά η φύση της διαταραχής, η πρωτογενής και δευτερογενής συμπτωματολογία των παιδιών με ΔΕΠ-Υ, η αξιολόγηση και αναγνώριση των συνοδών – συννοσηρών προβλημάτων τα οποία σε συνδυασμό με τα πυρηνικά συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ προκαλούν σημαντική έκπτωση της ικανότητας των παιδιών να λειτουργούν και να σχετίζονται με την οικογένεια, το σχολείο και τους συνομηλίκους τους.

Εκτός από την κλινική εικόνα της ΔΕΠ-Υ, ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στην παρουσίαση μεθόδων αντιμετώπισης & αποτελεσματικής διαχείρισης της ΔΕΠ-Υ, όπως της συμπεριφοριστικής προσέγγισης στη θεραπεία των παιδιών με ΔΕΠ-Υ και της οικογενειακής θεραπείας (υπαρξιακή – συστημική προσέγγιση).

Τέλος, θα εμπλουτιστεί η εκπαίδευση των δασκάλων και φορέων ειδικής αγωγής με την εκμάθηση ειδικών τεχνικών συμπεριφοριστικής προσέγγισης, ώστε να δίνουν εντολές, να ενισχύουν την προσαρμοστική και κοινωνικά   αποδεκτή συμπεριφορά και να ελαττώνουν την αρνητική συμπεριφορά των παιδιών με ΔΕΠ-Υ.

Ορισμένα σημεία που αφορούν στη φαρμακοθεραπεία θα θιγούν ελάχιστα, καθώς κρίνεται απαραίτητο λόγω της νευροβιολογικής φύσης της διαταραχής ΔΕΠ-Υ.

Περιεχόμενα του σεμιναρίου:

Πρώτο μέρος – θεωρητικό – νέα ερευνητικά δεδομένα:

  • Κλινική εικόνα της διαταραχής, η πρωτογενής και δευτερογενής συμπτωματολογία των παιδιών με ΔΕΠ-Υ και Ταξινόμηση της ΔΕΠ-Υ
  • Αιτιοπαθογένεια της ΔΕΠ-Υ
  • Συννοσηρότητα ΔΕΠ-Υ & Μαθησιακές Δυσκολίες / ΔΕΠ-Υ & Κατάθλιψη / ΔΕΠ-Υ & Διαταραχές   Συμπεριφοράς
  • Παράγοντες επικινδυνότητας & Προστατευτικοί   παράγοντες

Δεύτερο μέρος: Αναγνώριση και αντιμετώπιση της ΔΕΠ-Υ

  • Λήψη αναπτυξιακού ιστορικού & σύνταξη πρωτοκόλλου για την εκτίμηση της συμπτωματολογίας
  • Χορήγηση & αξιολόγηση σταθμισμένων στον ελληνικό πληθυσμό   δύο (2) ερωτηματολογίων που βασίζονται στα κριτήρια του DSM-IV-TR), για τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς: α) των CBCL (Achenbach, 2001) &   ΤRF (Achenbach, 2001)   &   β)   της Ελληνικής   Κλίμακας   Αξιολόγησης της ΔΕΠΥ για γονείς και εκπαιδευτικούς (Α. Καλαντζή – Αζίζι, Κ. Αγγελή, Γ. Ευσταθίου,2005)- Στάθμιση της ADHD Rating Scale –IV (DuPaul, Power, Anastopoulos & Reid, 1998).

Οι συμμετέχοντες θα έχουν την ευκαιρία να ασκηθούν στη χορήγηση και αξιολόγηση των δεδομένων, όπως αυτά θα συλλεχθούν από τα εν λόγω ερωτηματολόγια.

Διαχείριση της διαταραχής – προγράμματα παρέμβασης σε παιδιά σχολικής και εφηβικής ηλικίας που στηρίζονται στη συμπεριφοριστική προσέγγιση. Στόχος είναι η εκμάθηση στρατηγικών επίλυσης προβλημάτων, τόσο στο παιδί με ΔΕΠ-Υ όσο και στα άτομα που έρχονται σε καθημερινή επαφή μαζί του. Θα εμπλουτιστεί η εκπαίδευση των  συμμετεχόντων με την εκμάθηση ειδικών τεχνικών συμπεριφοριστικής προσέγγισης, ώστε να δίνουν εντολές, να ενισχύουν την προσαρμοστική και κοινωνικά   αποδεκτή συμπεριφορά και να ελαττώνουν την αρνητική συμπεριφορά των παιδιών με ΔΕΠ-Υ .

Θέματα όπως: πώς γίνεται η εκπαίδευση των γονέων παιδιών με ΔΕΠ-Υ ή η οριοθέτηση του παιδιού με ΔΕΠ-Υ με τη μέθοδο του time-out, τι περιλαμβάνει η θεραπεία   της συμπεριφοράς & τι η οικογενειακή θεραπεία θα υποστηριχθούν με τη συνοδεία έντυπου υλικού, εύληπτου και έγκυρου για την αντιμετώπιση της συμπτωματολογίας. Στο πλαίσιο της παρέμβασης θα προβληθεί βίντεο που παρουσιάζει ποικίλες μεθόδους αποτελεσματικής αποκατάστασης σημαντικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι γονείς & εκπαιδευτικοί παιδιών με ΔΕΠ-Υ.

Τρίτο μέρος: Διαχείριση της διαταραχής – Προγράμματα παρέμβασης στην οικογένεια – συζήτηση

Στο τρίτο μέρος του σεμιναρίου – στο πλαίσιο των βιωματικών δράσεων – ευνοείται η συζήτηση μεταξύ των συμμετεχόντων –φορέων ψυχικής υγείας- σε θέματα που μπορεί να τους έχουν απασχολήσει στην πρακτική τους με παιδιά διαγνωσμένα με ΔΕΠ-Υ & μαθησιακές δυσκολίες.

Θα δοθούν σημειώσεις και βιβλιογραφία

Χρόνος και Τόπος

Διάρκεια: 13 ώρες

Σάββατο 25/04/2015, Ώρες : 10.30π.μ-15.30μ.μ Κυριακή  26/04/2015, Ώρες: 10:00π.μ.-17:00μ.μ.

Κόστος συμμετοχής: Για Εκπαιδευτικούς & Επαγγελματίες Ψυχικής Υγείας: 120€ Για Φοιτητές, μεταπτυχιακούς Φοιτητές (passo), ανέργους (κάρτα ανεργίας): 100€

*Ειδικές τιμές για ομάδες άνω των 4 ατόμων Οι τιμές σε έκδοση τιμολογίου επιβαρύνονται με Φ.Π.Α 23% Προθεσμία δήλωσης συμμετοχής έως 17 Απριλίου 2015

Στο κόστος του σεμιναρίου περιλαμβάνονται:

  • Βεβαίωση παρακολούθησης του σεμιναρίου
  • Καφές στα διαλείμματα

Διαδικασία εγγραφής

  • Υποβολή των στοιχείων σας στον ειδικό χώρο της ιστοσελίδας μας (http://www.evrymathia.com.gr) ή τηλεφωνική επικοινωνία με το Κέντρο ΕΥΡΥΜΑΘΕΙΑ στο τηλέφωνο 210 2814378 ώρες 15.30 – 21.30 ή μέσω facebook: www.facebook.com/evrymathia
  • Επιβεβαίωση κράτησης από την γραμματέα του ΕΥΡΥΜΑΘΕΙΑ, μέσω email (www.evrymathia.com.gr) ή τηλεφωνικώς
  • Εφόσον έχει επιβεβαιωθεί η κράτηση θέσης καταθέτετε το αντίστοιχο ποσό του κόστους συμμετοχής με τους τρόπους που αναγράφονται στον τρόπο πληρωμής

Τρόπος πληρωμής

Η κράτηση της θέσης για το σεμινάριο εξασφαλίζεται με την ονομαστική κατάθεση του αντιστοίχου ποσού στον παρακάτω τραπεζικό λογαριασμό:

EUROBANK: 0026.0456.55.0200017341 (δικαιούχος Μαρία Σταθάκου)

Ακυρώσεις εγγραφών δεν γίνονται δεκτές. Δεκτές γίνονται αντικαταστάσεις ονομάτων.

Οι θέσεις είναι περιορισμένες.

Εισηγήτρια

Σιαπάτη Σταυρούλα, Δρ. Σχολικής Ψυχολογίας – Εκπαιδευτικός Ειδικής   Αγωγής – μέλος ΕΕΜ ΔΕΠΥ

Η Σταυρούλα Σιαπάτη γεννήθηκε στις15 Μαρτίου 1971,στην Ελλοπία Θηβών. Σπούδασε το χρονικό διάστημα 1988-1992 στο Τμήμα Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης. Επιπρόσθετα, όσον αφορά στο εν λόγω Πανεπιστήμιο σπούδασε στο Τμήμα Ψυχολογίας. Εξειδικεύτηκε στη σχολική ψυχολογία παιδιών και είναι κάτοχος δύο μεταπτυχιακών τίτλων στον τομέα της Σχολικής Ψυχολογίας. Ειδικότερα, στο δεύτερο μεταπτυχιακό δίπλωμα εξειδικεύτηκε στην αξιολόγηση και αποκατάσταση Ειδικών Μαθησιακών Διαταραχών & Διαταραχών Συμπεριφοράς σε παιδιά και εφήβους. Το 2007 απέκτησε το Διδακτορικό Δίπλωμα στη Σχολική Ψυχολογία με άριστα από το Ε.Κ.Π.Α. Η διδακτορική διατριβή είχε θέμα την κοινωνική, συναισθηματική και σχολική λειτουργικότητα παιδιών που είχαν διαγνωστεί με Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ)και καταθλιπτική συμπτωματολογία.

Παράλληλα, η πολυετή εκπαίδευσή της στην υπαρξιακή – συστημική προσέγγιση στον τομέα της Ψυχοθεραπείας από τον Παιδοψυχίατρο, κο. Δ. Καραγιάννη, της επιτρέπει να εργάζεται ως Οικογενειακή Θεραπεύτρια & με οικογένειες παιδιών που έχουν λάβει τη διάγνωση της ΔΕΠ-Υ. Εργάζεται ως Εκπαιδευτικός Ειδικής Αγωγής σε τμήματα ένταξης στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση Δ. Θεσσαλονίκης. Επίσης, ως ψυχολόγος φροντίζει τη λειτουργικότητα οικογενειών παιδιών με ΔΕΠ-Υ ή /και συναισθηματικές δυσκολίες. Επί 17 έτη ήταν κάτοχος και υπεύθυνη του Ινστιτούτου Λόγου & Συστημικής- Οικογενειακής Θεραπείας που έδρευε στη Θήβα. Έχει συμμετάσχει με εργασίες της σε πολλά συνέδρια, ημερίδες και έχει λάβει μέρος ως εισηγήτρια σε πολλές διαλέξεις σε σχολεία του Ν. Βοιωτίας & Ν. Θεσσαλονίκης. Είναι παντρεμένη, μητέρα δύο παιδιώνν, ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη.

]]>

01 Δεκ 2014

Τα παιδιά που κάνουν ελεύθερες δραστηριότητες γίνονται πιο ανεξάρτητα

Η παιδική ηλικία είναι μία από τις πιο ευαίσθητες και σημαντικές περιόδους ανάπτυξης του ανθρώπου. Όσο είμαστε παιδιά μαθαίνουμε χιλιάδες πράγματα που διαμορφώνουν την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα μας. Ερχόμαστε σε επαφή με τον κόσμο γύρω μας, συναναστρεφόμαστε με τους ανθρώπους του περιβάλλοντός μας, πειραματιζόμαστε με αντικείμενα και «ανακαλύπτουμε» τα ταλέντα μας. Ένα πολύ μεγάλο μέρος της προσωπικότητάς μας ως ενήλικες βασίζεται στα παιδικά μας χρόνια και στην ποιότητα της αλληλεπίδρασης με τους άλλους και των εμπειριών μας με τον φυσικό κόσμο γύρω μας.΄

Ένα πολύ συχνό ερώτημα που έχουν οι γονείς είναι ο βαθμός στον οποίο τα όρια που θέτουν στα παιδιά τους τελικά τα βοηθούν ή όχι. Μήπως με τα όρια πνίγουμε την ελευθερία, την εφευρετικότητα και την αυτοπεποίθηση των παιδιών ή τελικά τα προστατεύουμε από κινδύνους και τα βοηθούμε να καταλάβουν πως πρέπει να λειτουργούν με κανόνες εντός μιας κοινωνίας;

Η αλήθεια για άλλη μια φορά βρίσκεται κάπου στη μέση. Τα όρια σε γενικές γραμμές θα λέγαμε πως πρέπει να λειτουργούν όπως τα σύνορα των χωρών: ορίζουν ένα χώρο μέσα στον οποίο το παιδί είναι ελεύθερο να κινηθεί, να πειραματιστεί και να βιώσει πράγματα. Πέρα από αυτό τον χώρο όμως η ελευθερία του παύει να υφίσταται και πρέπει να ακολουθεί κάποιους συγκεκριμένους και προκαθορισμένους κανόνες. Αυτό είναι το ιδανικό βεβαίως. Στις περιπτώσεις όμως που το παρακάνουμε με τα όρια, καταλήγουμε σε ένα παιδί που είναι συνεχώς ελεγχόμενο και παύει να έχει την ελευθερία των κινήσεων και του πειραματισμού. Συνεχίζοντας την αναλογία με τις χώρες και τα σύνορα, θα μπορούσαμε να πούμε πως τα αυστηρά όρια θα μπορούσαμε να πούμε πως μοιάζουν με την εικόνα της Β. Κορέας, όπου για κάθε μετακίνηση από την πόλη Α στην πόλη Β χρειάζεται ειδική άδεια από τις Αρχές.

Μια πρόσφατη έρευνα στον τομέα της αναπτυξιακής ψυχολογίας12 προσπάθησε να ρίξει φως στο θέμα των ορίων, συνδέοντάς τα όχι με τους κανόνες που θέτουν οι γονείς και οι δάσκαλοι, αλλά με τον τύπο των δραστηριοτήτων που κάνει το κάθε παιδί. Υπάρχουν πολλοί τύποι δραστηριοτήτων για να γεμίζει το παιδί τον ελεύθερο χρόνο του, αλλά μπορούμε να χωρίσουμε τις δραστηριότητες σε δύο γενικές κατηγορίες: τις ελεύθερες και τις δομημένες. Ως ελεύθερη εννοούμε την δραστηριότητα όπου το παιδί αφήνεται σε ένα χώρο να κάνει ότι θέλει, να παίξει με τους δικούς του κανόνες, να διαβάσει με το δικό του ρυθμό κτλ Αντίθετα, μια δομημένη δραστηριότητα είναι όταν το θέμα της, ο χρόνος που θα λάβει χώρα και ο τρόπος ενασχόλησης του παιδιού είναι προκαθορισμένο (π.χ. μαθήματα πιάνου, μπαλέτο, τζούντο κτλ).

Οι επιστήμονες παρακολούθησαν τις δραστηριότητες ενός δείγματος παιδιών πρώιμης σχολικής ηλικίας (6 ετών) και τις κατέταξαν είτε στις ελεύθερες είτε στις δομημένες, χωρίζοντας με αυτόν τον τρόπο τα παιδιά στις δύο αντίστοιχες ομάδες. Στη συνέχεια μελέτησαν τις διαφορές που εμφανίζουν αυτά τα παιδιά στην ικανότητά τους να θέτουν τα ίδια τους στόχους τους· να συμπεριφέρονται δηλαδή με έναν «αυτό-κατευθυνόμενο» (self-directed) τρόπο. Αυτό που βρήκαν είναι πως τα παιδιά των ελεύθερων δραστηριοτήτων ήταν αυτό-κατευθυνόμενα σε μεγαλύτερο βαθμό σε σχέση με τα παιδιά των δομημένων δραστηριοτήτων. Η έρευνα φυσικά είναι «φωτογραφική» και μελετά ένα πολύ μικρό δείγμα παιδιών, μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Γι’ αυτό και οι επιστήμονες θέτουν ως στόχο να διευρύνουν την έρευνά τους παρακολουθώντας σε βάθος χρόνου την αναπτυξιακή πορεία παιδιών που μεγαλώνουν με τη χρήση διαφορετικών δραστηριοτήτων.

Όσο συγκεκριμένη και περιορισμένη και εάν είναι η παρούσα έρευνα σίγουρα δείχνει μια συσχέτιση μεταξύ των δραστηριοτήτων που είναι ελεύθερα να κάνουν τα παιδιά και της ικανότητάς τους να λειτουργούν ανεξάρτητα, ως κύριοι του εαυτού τους. Το τελευταίο είναι φυσικά ένα μεγάλο ζητούμενο για την ομαλή ανάπτυξη των παιδιών και τη δημιουργία υγιών ενήλικων προσωπικοτήτων. Τα όρια που θέτουμε στα παιδιά ακόμη και στον ελεύθερο χρόνο τους έχουν αντίκτυπο στον τρόπο που δομούν την προσωπικότητά τους στο μέλλον. Και αυτό είναι μια σημαντική πληροφορία που πρέπει να έχουν στο βάθος του μυαλού τους τόσο οι γονείς όσο και οι παιδαγωγοί, δύο βασικοί πυλώνες στην ανάπτυξη των παιδιών.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Barker, J. E., Semenov, A. D., Michaelson, L., Provan, L. S., Snyder, H. R., & Munakata, Y. (2014). Less-structured time in children’s daily lives predicts self-directed executive functioning. Frontiers in Psychology, 5. doi:10.3389/fpsyg.2014.00593 []
  2. «Kids whose time is less structured are better able to meet their own goals», Be Boulder []
17 Νοέ 2014

Παιδιά με σύνδρομο Άσπεργκερ: τι προβλήματα αντιμετωπίζουν και πως μπορούμε να τα βοηθήσουμε

Τα παιδιά τείνουν να αντλούν πάρα πολλές πληροφορίες από το περιβάλλον, τον τρόπο αντίδρασης των ενηλίκων γύρω τους, αλλά και τις εμπειρίες τους κατά την αλληλεπίδρασή τους με τους συνομήλικους τους. Αυτή η λεγόμενη κοινωνική μάθηση είναι σημαντική ιδιαίτερα στις μικρότερες ηλικίες που τα παιδιά αναπτύσσουν τις πρώιμες κοινωνικές τους δεξιότητες.

Για τα παιδιά με σύνδρομο Άσπεργκερ τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Λόγω ακριβώς του συνδρόμου (το οποίο έχει σημαντικότατη βιολογική βάση) δεν είναι σε θέση να αποκωδικοποιήσουν επαρκώς τα μηνύματα που υπάρχουν στο περιβάλλον τους, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να αναγνωρίσουν εύκολα π.χ. τις διαθέσεις των άλλων βάσει των εκφράσεων του προσώπου τους ή τον τόνο της φωνής τους. Αποτέλεσμα αυτού είναι τα παιδιά αυτά να μοιάζουν περίεργα και πολλές φορές βρίσκονται σε κοινωνικό αποκλεισμό από τον περίγυρό τους.

Όσοι έχουν επαφή με παιδιά με το συγκεκριμένο σύνδρομο -είτε γιατί βρίσκονται στο περιβάλλον τους, είτε γιατί πρέπει να δουλέψουν μαζί τους για να πετύχουν εκπαιδευτικούς ή άλλους στόχους- θα πρέπει να είναι προετοιμασμένοι να αποδεχτούν τη διαφορετικότητα και να ξέρουν τις βασικές διαφορές στον τρόπο αντίληψης του κόσμου που προκαλεί το σύνδρομο Άσπεργκερ. Με αυτό τον τρόπο η αλληλεπίδρασή τους με τα παιδιά αυτά θα είναι πιο επιτυχής και ολοκληρωμένη.

Διαφοροποιημένη συμπεριφορά παιδιών με σύνδρομο Άσπεργκερ

Τα βασικά συμπτώματα που μπορεί να εντοπίσει κάποιος εύκολα στα παιδιά με σύνδρομο Άσπεργκερ μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:

  • Οπτική επεξεργασία: Η οπτική επεξεργασία, ιδιαίτερα προσώπων, είναι ελλιπής, με αποτέλεσμα τα παιδιά να μην κατανοούν τις πληροφορίες όταν παρουσιάζονται οπτικά. Για το λόγο αυτό προτείνεται στα άτομα του περιβάλλοντός τους να μεταφέρουν πληροφορίες στα παιδιά αυτά με άλλους τρόπους (π.χ. φωνητικά). Για παράδειγμα όταν τα παιδιά του περιβάλλοντος καλούνται να μιμηθούν κάτι που βλέπουν, θα πρέπει κάποιος να εξηγήσει προφορικά στο παιδί με Άσπεργκερ τι πρέπει να κάνει.
  • Ολιστική επεξεργασία: Τα παιδιά με Άσπεργκερ δυσκολεύονται να κατανοήσουν σύνολα πληροφοριών και επικεντρώνονται κυρίως στις λεπτομέρειες. Η ικανότητά μας να «βλέπουμε το δάσος και όχι το δέντρο» λέγεται ολιστική επεξεργασία πληροφοριών. Όπως γίνεται εύκολα κατανοητό όταν τα παιδιά με Άσπεργκερ «βλέπουν το δέντρο και όχι το δάσος», επικεντρώνοντας σε λεπτομέρειες, μπορεί να κάνουν λάθος εκτίμηση μιας κατάστασης. Για παράδειγμα, όταν τα άτομα του περιβάλλοντός τους μιλάνε δυνατά μέσα στα πλαίσια μιας ζωντανής και ευχάριστης συζήτησης, τα παιδιά με σύνδρομο Άσπεργκερ μπορεί να επικεντρωθούν απλά στη φασαρία που προκαλούν οι φωνές, απομονώνοντάς τες από το ευρύτερο περιβάλλον μέσα στο οποίο εκδηλώνονται, με αποτέλεσμα να θεωρούν πως οι άλλοι μαλώνουν και να βάλουν τα κλάματα.
  • Μεταφορά εμπειρίας: Τα παιδιά με σύνδρομο Άσπεργκερ δυσκολεύονται να μεταφέρουν τις εμπειρίες του παρελθόντος τους σε νέες καταστάσεις. Αυτό οφείλεται είτε στην ελλιπή κωδικοποίηση της προηγούμενης κατάστασης, είτε στην πλήρη αγνόησή της. Έτσι, εάν προσπαθήσαμε να μάθουμε στο παιδί πώς να συμπεριφέρεται σε μια κοινωνική κατάσταση μια φορά, μπορεί να χρειαστεί να τους το ξαναμάθουμε εκ νέου την επόμενη. Αυτή η μάθηση πρέπει να γίνεται με όσο το δυνατόν περισσότερες απλουστεύσεις στο πως αναμένεται να συμπεριφερθούν τα παιδιά, ώστε να μπορέσει να είναι επιτυχής.
  • Αφηρημένη σκέψη: Όταν τα παιδιά με σύνδρομο Άσπεργκερ καλούνται να σκεφτούν με έναν αφηρημένο τρόπο για μια κοινωνική κατάσταση, προφανώς αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Δυσκολεύονται να βρουν τον σωστό τρόπο συμπεριφοράς σε μια κατάσταση και μπορεί είτε να χρειαστούν περισσότερο χρόνο για να αναλύσουν την κατάσταση, είτε να μην μπορέσουν να την αναλύσουν, να απογοητευθούν και να «παγώσουν». Και πάλι, το περιβάλλον θα πρέπει να έχει την υπομονή να εξηγήσει στο παιδί με Άσπεργκερ την κατάσταση με πάρα πολύ απλά λόγια και να του δώσει λίγες και συγκεκριμένες επιλογές που είναι σε θέση να κατανοήσει (ανάλογα με την ηλικία, τη διάθεση κτλ).
  • Νοημοσύνη: Τα παιδιά με σύνδρομο Άσπεργκερ έχουν συνήθως κανονικό και πολλές φορές υψηλό δείκτη νοημοσύνης. Παρόλα αυτά, δυσκολεύονται στην επεξεργασία συγκεκριμένων πληροφοριών, ιδιαίτερα όταν αυτές παρουσιάζονται με μεγάλη ταχύτητα στα πλαίσια μιας κοινωνικής συναναστροφής. Αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό από τον περίγυρό τους και να μην βιαστούν να βγάλουν βιαστικά συμπεράσματα για την νοημοσύνη του παιδιού βασιζόμενοι απλά και μόνο στις αργές ή λανθασμένες αντιδράσεις τους κατά τη διάρκεια κοινωνικών συναναστροφών.
  • Αυτοαντίληψη συναισθημάτων: Τα παιδιά με σύνδρομο Άσπεργκερ δεν δυσκολεύονται απλά να αναγνωρίσουν τα συναισθήματα των άλλων, αλλά και τα δικά τους. Μπορεί να μην μπορούν να εκφράσουν τι αισθάνονται σε μια συγκεκριμένη στιγμή. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι τα παιδιά αυτά δεν έχουν συναισθήματα, αλλά πολύ απλά ότι δεν μπορούν να τα κατανοήσουν και να τα γνωστικοποιήσουν πλήρως.

Πως μπορούμε να βοηθήσουμε τα παιδιά με σύνδρομο Άσπεργκερ;

Το γεγονός πως τα παιδιά με σύνδρομο Άσπεργκερ έχουν κανονικό ή υψηλό δείκτη νοημοσύνης διευκολύνει τα άτομα του περιβάλλοντός τους, καθώς σημαίνει πως με τις κατάλληλες στρατηγικές μπορούν να διδάξουν πολλά πράγματα στα παιδιά αυτά και να τα βοηθήσουν να αναπτύξουν συγκεκριμένες κοινωνικές δεξιότητες που θα τα διευκολύνουν να ανταπεξέλθουν στην καθημερινότητά τους.

  • Χρήση λεκτικών οδηγιών: Η εκμάθηση στα παιδιά αυτά γίνεται πιο εύκολη όταν είναι γραμμική (το Α ακολουθεί το Β και έπεται το Γ κτλ) και βασίζεται στη λογική. Περιγράψτε στα παιδιά αυτά τα πιο σημαντικά βήματα που πρέπει να κάνουν σε μια κοινωνική κατάσταση με μια συγκεκριμένη και λογική σειρά.
  • Εκμάθηση δεξιοτήτων: Τα παιδιά θα πρέπει να διδαχθούν να διαβάζουν απλά στοιχεία του περιβάλλοντός τους που θα τα βοηθήσουν να διαβάσουν τα «κοινωνικά μηνύματα» του περιβάλλοντός τους. Π.χ. μπορούν να διδαχθούν να προσέχουν περισσότερο τον τόνο της φωνής κάποιου για να καταλάβουν την συναισθηματική του κατάσταση ή να παρατηρούν στοιχεία της γλώσσας του σώματος που θα τα βοηθήσουν στην «αποκωδικοποίηση» αυτή.
  • Εκμάθηση αυτοαντίληψης συναισθημάτων: Όπως το παιδί μπορεί να διδαχθεί να διαβάζει συγκεκριμένα στοιχεία στην συμπεριφορά των άλλων ώστε να εξάγει συμπεράσματα για την συναισθηματική τους κατάσταση, αντίστοιχα μπορεί να διδαχθεί το ίδιο και για τον εαυτό του. Εάν το παιδί π.χ. μάθει ότι όταν αισθάνεται έναν κόμπο στον λαιμό και αισθανθεί ότι ξαφνικά ζεστένεται, αυτό σημαίνει ότι είναι θυμωμένο ή γενικότερα αναστατωμένο. Στη συνέχεια το παιδί θα μάθει τι πρέπει να κάνει όταν αισθάνεται συγκεκριμένα πράγματα (π.χ. όταν νιώσει θυμωμένος, να εκφράσει το παράπονό του ή να απομακρυνθεί από μια κατάσταση). Με αυτόν τον τρόπο σταδιακά το παιδί θα μάθει να αποφεύγει κοινωνικές καταστάσεις που του προκαλούν δυσφορία και να εμπλέκεται σε αυτές που του είναι πιο ευχάριστες, κάτι που θα αυξήσει κατακόρυφα και την ποιότητα ζωής του στην καθημερινότητά του.

Φυσικά οι συμβουλές και οι στρατηγικές που μπορεί να ακολουθήσει κάποιος ενήλικας που πρέπει να βοηθήσει ένα παιδί με σύνδρομο Άσπεργκερ δεν τελειώνουν εδώ. Το σύνδρομο αυτό είναι πολυεπίπεδο και επηρεάζει τη ζωή του παιδιού με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, ενώ επιπλέον μπορεί να έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά στο κάθε παιδί. Για το λόγο αυτό προτείνεται η εξατομικευμένη συμβουλευτική παρέμβαση σε γονείς και επαγγελματίες που σχετίζονται με παιδιά με σύνδρομο Άσπεργκερ.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

25 Σεπ 2014

Ανανεωμένη έκδοση του βιβλίου "Τρόποι Διαπαιδαγώγησης: ένας οδηγός για γονείς"

Μετά από αρκετή σκέψη αποφάσισα να εμπλουτίσω το βιβλίο «Τρόποι διαπαιδαγώγησης: ένας οδηγός για γονείς» που δημοσίευσα στις αρχές του καλοκαιριού και το οποίο βρήκε αναπάντεχη ανταπόκριση από όλους και όλες εσάς. Εκτός από τις διορθώσεις στο κείμενο, η νέα έκδοση εμπεριέχει περισσότερο κείμενο στα θέματα που είχα αναπτύξει στην πρώτη έκδοση αλλά και μια νέα ολόκληρη ενότητα που είναι αφιερωμένη σε δύο βασικά προβλήματα που πρόσεξα ότι απασχολούν πολλούς γονείς παιδιών προσχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας: την αντιμετώπιση της επιθετικότητας και την διαχείριση προβλημάτων προσοχής (ΔΕΠ/Υ).

Οι τακτικοί αναγνώστες του blog θα αναγνωρίσετε αμέσως πως η νέα ενότητα περιλαμβάνει ουσιαστικά κείμενά μου που έχουν δημοσιευτεί στο παρελθόν στο Ψυχολογείν, τα οποία έχουν φυσικά προσαρμοστεί για τις ανάγκες του βιβλίου.

Εκτός από τις πολύ σημαντικές αλλαγές στο περιεχόμενο του βιβλίου, η νέα έκδοση χρησιμοποιεί τυποποιημένη σελιδοποίηση Α5, κάτι που εκτός του ότι την κάνει πιο ευανάγνωστη για τους e-book readers, είναι καλύτερη ακόμη και εάν θέλετε να εκτυπώσετε το βιβλίο για να το διαβάσετε έτσι. Επιπλέον, το βιβλίο ανέβηκε στην πλατφόρμα Lulu, η οποία επιτρέπει να παραγγείλετε το βιβλίο σε έντυπη μορφή για πιο ευχάριστη ανάγνωση αλλά και για να εμπλουτίσετε την βιβλιοθήκη σας.

Καλή σας ανάγνωση λοιπόν!

diapaidagogisi-eksofilo

[button color=»blue» link=»http://issuu.com/jimhellas/docs/dagorastos-diapaidagogisi»]Online Ανάγνωση[/button] [button color=»blue» link=»http://bit.ly/down-diapaidagogisi»]Κατέβασμα PDF[/button] [button color=»blue» link=»http://www.lulu.com/shop/dimitris-agorastos/%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%BF%CE%B9-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%B3%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82-%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CE%BF%CE%B4%CE%B7%CE%B3%CF%8C%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CF%82/paperback/product-21821143.html»]Αγορά Βιβλίου[/button]

]]>

15 Σεπ 2014

Η επιθετική συμπεριφορά στα παιδιά

< ![CDATA[

Όταν μιλάμε για βίαιη συμπεριφορά, αναφερόμαστε σε ένα ευρύ φάσμα συμπεριφορών που ως τελικό αποτέλεσμα έχουν την πρόκληση ζημιάς σε τρίτα πρόσωπα. Είναι χρήσιμο να διακρίνουμε την επιθετικότητα σε εχθρική επιθετικότητα, όπου υπάρχει απρόκλητη διάθεση και πρόθεση του παιδιού να προκαλέσει ζημιά σε τρίτους, και την συντελεστική επιθετικότητα όπου η συμπεριφορά του παιδιού έχει ως σκοπό την απόκτηση κάποιου αντικειμένου ή την κυριαρχία του σε ένα χώρο και η ζημιά σε τρίτους είναι αυτό που θα λέγαμε μια «παράπλευρη απώλεια».

Περισσότερα

11 Αυγ 2014

Η υιοθεσία βοηθάει στην ομαλότερη ανάπτυξη των υιοθετημένων παιδιών

Η υιοθεσία είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα θέματα που απασχολούν την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα. Ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι και λοιποί κοινωνικοί επιστήμονες δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον γύρω από πολλά ερωτήματα πάνω στο θέμα αυτό: τους ψυχοκοινωνικούς παράγοντες που οδηγούν τους βιολογικούς γονείς να δώσουν τα παιδιά τους για υιοθεσία, τις συνθήκες υπό τις οποίες γίνονται αυτές, τον αντίκτυπο που έχει η παραμονή παιδιών σε ειδικά κέντρα φιλοξενίας έως ότου υιοθετηθούν, αλλά και τις επιπτώσεις που έχει η όλη διαδικασία της αλλαγής οικογενειακού περιβάλλοντος στην σωματική και ψυχική υγεία των παιδιών. Όταν η υιοθεσία γίνεται σε ηλικία που το παιδί κατανοεί πλήρως και συνειδητά την αλλαγή περιβάλλοντός είναι λογικό ότι έχει πολλαπλάσιο αντίκτυπο σε σχέση με τις περιπτώσεις που αυτή συμβαίνει σε ηλικία λίγων μηνών, πριν το παιδί αρχίσει να αντιλαμβάνεται σε συνειδητό επίπεδο όλα όσα του συμβαίνουν. Αυτός είναι και ο λόγος που μεγάλο κομμάτι της έρευνας γύρω από την υιοθεσία γίνεται με παιδιά που είτε έχουν μεγαλώσει με τους βιολογικούς τους γονείς είτε σε κάποιο ίδρυμα για αρκετά χρόνια πριν δοθούν στη νέα οικογένειά τους.

Γενικότερα υπάρχουν δύο αντικρουόμενες απόψεις γύρω από τον αντίκτυπο της υιοθεσίας στα παιδιά. Η πρώτη υπογραμμίζει ότι τα υιοθετημένα παιδιά αντιμετωπίζουν πολλαπλάσια προβλήματα τόσο σε ψυχολογικό επίπεδο λόγω των δύσκολων εμπειριών που έχουν, όσο και σε βιολογικό επίπεδο λόγω πολλαπλάσιων γενετικών –και συνήθως περιγεννητικών- προβλημάτων (καταχρήσεις ουσιών από τις μητέρες, βιαιοπραγίες κατά την εγκυμοσύνη κτλ). Η δεύτερη γραμμή σκέψης επικεντρώνεται στα ευρήματα που δείχνουν ότι η υιοθεσία έχει προστατευτικό χαρακτήρα για τα παιδιά κυρίως λόγω της απομάκρυνσής τους από «τοξικά» περιβάλλοντα που επηρεάζουν την υγιή ανάπτυξή τους.

Μία από τις μεγαλύτερες μετα-αναλύσεις ερευνών για την υιοθεσία1 έλαβε υπόψη της δεκάδες ευρήματα ερευνών και από τις δύο οπτικές γωνίες, προσπαθώντας να τις συνδέσει υπό μία ευρύτερη θεωρία: το catch-upmodel. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, τα υιοθετημένα παιδιά σαφώς και έχουν κάποια επιπλέον προβλήματα συμπεριφορικής ή βιολογικής φύσης λόγω του παρελθόντος τους, αλλά από την άλλη η αλλαγή περιβάλλοντος τα υποστηρίζει ώστε να τα αντιμετωπίσουν όσο το δυνατόν καλύτερα σε σχέση με τους συνομηλίκους τους που δεν κατάφεραν να υιοθετηθούν. Το ερώτημα όμως γύρω από αυτό το μοντέλο είναι σε ποιους τομείς υπερτερούν και σε ποιους υστερούν τα υιοθετημένα παιδιά;

Για να απαντήσουν, οι ερευνητές ανέλυσαν τα ευρήματα 240 μελετών και επικεντρώθηκαν στη σύγκριση των υιοθετημένων παιδιών τόσο με τους συνομηλίκους τους που παρέμειναν στα ορφανοτροφεία και τα αδέρφια τους που μεγαλώνουν στις βιολογικές οικογένειές τους, όσο και με τους συνομηλίκους τους στον τωρινό τους κοινωνικό περίγυρο που μεγαλώνουν με τις βιολογικές τους οικογένειες. Τα σημεία σύγκρισης ήταν πέντε:

  1. Φυσική ανάπτυξη: Τα υιοθετημένα παιδιά παρουσιάζουν αποκλίσεις στο ύψος, το βάρος και τα άλλα φυσικά τους χαρακτηριστικά;
  2. Δημιουργία ισορροπημένων σχέσεων: Μπορούν τα υιοθετημένα παιδιά να αναπτύξουν υγιείς και ισορροπημένες σχέσεις με τη νέα τους οικογένεια και τον κοινωνικό τους περίγυρο;
  3. Γνωστική ανάπτυξη: Τα υιοθετημένα παιδιά αντιμετωπίζουν προβλήματα σε τομείς που σχετίζονται με την γνωστική τους ανάπτυξη και τον δείκτη νοημοσύνης;
  4. Αυτοεκτίμηση: Τα υιοθετημένα παιδιά έχουν συναισθήματα κατωτερότητας ή έχουν εμπιστοσύνη στις δυνάμεις και τις ικανότητές τους;
  5. Γενικά προβλήματα συμπεριφοράς: Τα υιοθετημένα παιδιά αναπτύσσουν πιο συχνά προβλήματα συμπεριφοράς (γκρίνια, συναισθηματικές διακυμάνσεις, αντικοινωνική συμπεριφορά κτλ) σε σχέση με τους συνομηλίκους τους;

Στο γράφημα που ακολουθεί μπορούμε να δούμε τα αποτελέσματα αυτής της μετα-ανάλυσης, όπου συγκρίνονται τα υιοθετημένα παιδιά με τους συνομηλίκους τους που παρέμειναν στα ορφανοτροφεία ή τα αδέρφια τους που παραμένουν στις βιολογικές τους οικογένειες (ομάδα «πρώην»), αλλά και με τους συνομηλίκους τους στον κοινωνικό τους περίγυρο που μεγαλώνουν με τις βιολογικές τους οικογένειες (ομάδα «νυν»).

[caption id="attachment_4318" align="aligncenter" width="405"]Αποτελέσματα της έρευνας Van IJzendoorn et al. (2006). Ελεύθερη μετάφραση από τον αρθρογράφο. Αποτελέσματα της έρευνας Van IJzendoorn et al. (2006). Ελεύθερη μετάφραση από τον αρθρογράφο.[/caption]

Αυτό που βλέπουμε είναι πως τα υιοθετημένα παιδία παρουσιάζουν μια σαφώς καλύτερη φυσική ανάπτυξη σε σχέση με την ομάδα «πρώην», αλλά παρόλα αυτά παραμένουν λίγο πίσω σε αυτόν τον τομέα σε σχέση με την ομάδα «νυν». Παρόμοια ευρήματα παρουσιάστηκαν και στην ανάπτυξη υγιών σχέσεων: τα υιοθετημένα παιδιά παρουσιάζουν πιο υγιείς σχέσεις μέσα στην ανάδοχη οικογένεια σε σχέση με την ομάδα «πρώην», αλλά ταυτόχρονα υστερούν σε αυτό το δείκτη σε σχέση με την ομάδα «νυν». Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και στην ανάλυση της γνωστικής τους ανάπτυξης, ενώ δεν παρουσιάστηκαν σημαντικές διαφορές στην αυτοεκτίμηση, αλλά και στην εμφάνιση προβλημάτων συμπεριφοράς.

Συμπερασματικά

Αυτό το οποίο μπορούμε να δούμε ξεκάθαρα από τα αποτελέσματα είναι βασικά πως η υιοθεσία βοηθάει σαφώς τα παιδιά στην γνωστική, φυσική και συναισθηματική τους ανάπτυξη και πράγματι λειτουργεί προστατευτικά και ιαματικά ώστε να επουλωθούν σε μεγάλο βαθμό οι πληγές του κακού παρελθόντος που έχουν ζήσει τα παιδιά. Εάν τα παιδιά έμεναν με τις βιολογικές οικογένειές τους (δεδομένων των κακών κοινωνικο-οικονομικών και συναισθηματικών συνθηκών σε αυτές) ή στα ορφανοτροφεία θα υστερούσαν σημαντικά σε αυτούς τους τομείς. Από την άλλη βεβαίως, το γεγονός της υιοθεσίας δεν μπορεί να διαγράψει το τραυματικό παρελθόν των παιδιών. Το βάρος αυτού του παρελθόντος συνεχίζει να είναι μαζί τους και να στέκει σε κάποιες περιπτώσεις ως εμπόδιο στην ομαλή ανάπτυξή τους, συγκρινόμενα με τα παιδιά που μεγαλώνουν σε υγιείς, βιολογικές οικογένειες.

Ένα δεύτερο συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε κοιτώντας τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής είναι πως τα υιοθετημένα παιδιά παρόλο που έχουν περισσότερο προβλήματα στην σωματική και συναισθηματική τους ανάπτυξη, το γνωστικό τους πεδίο και τα προβλήματα συμπεριφοράς που παρουσιάζουν δεν παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις από τους συνομηλίκους τους που μεγαλώνουν σε τυπικές οικογένειες.

Το θέμα της υιοθεσίας είναι σίγουρα πολύ μεγάλο και καμία έρευνα δεν μπορεί να αναλύσει όλες τις πτυχές του. Αυτό όμως που αξίζει να θυμόμαστε είναι ότι η υιοθεσία μπορεί να λειτουργήσει ως θείο δώρο για τα περισσότερα παιδιά αλλά και τους γονείς, χαρίζοντας μια υγιή ανάπτυξη στα μεν και την χαρά του γονιού στους δε.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Van IJzendoorn, M. H., & Juffer, F. (2006). The Emanuel Miller Memorial Lecture 2006: Adoption as intervention. Meta‐analytic evidence for massive catch‐up and plasticity in physical, socio‐emotional, and cognitive development. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 47(12), 1228-1245 (PDF) []