14 Ιούλ 2014

Ετήσιο Πρόγραμμα Κατάρτισης στην Ειδική Αγωγή και την Ψυχολογία (Αξιολόγηση, Διάγνωση και Θεραπευτική Αποκατάσταση)

Το Εργαστήριο Νευροψυχολογίας του Παιδαγωγικού Τμήματος Ειδικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας σε συνεργασία με το Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας συνδιοργανώνουν αυτοχρηματοδοτούμενο ετήσιο επιμορφωτικό πρόγραμμα κατάρτισης σε θέματα Ειδικής Αγωγής και Ψυχολογίας διάρκειας 530 ωρών με τίτλο: «Ετήσιο Πρόγραμμα Κατάρτισης στην Ειδική Αγωγή και την Ψυχολογία».

Επιστημονικός υπεύθυνος Προγράμματος

Ανάργυρος Καραπέτσας, Καθηγητής Νευροψυχολογίας – Νευρογλωσσολογίας, Παιδαγωγικό Τμήμα Ειδικής Αγωγής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Μοριοδότηση

Το Πρόγραμμα Κατάρτισης είναι απόλυτα εναρμονισμένο με το σχέδιο νόμου περί την «Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση» (2014) προκειμένου οι συμμετέχοντες να λαμβάνουν τη σχετική μοριοδότηση.

Το πρόγραμμα κατάρτισης απευθύνεται σε:

  • Προπτυχιακούς και Μεταπτυχιακούς Φοιτητές
  • Αδιόριστους και Διορισμένους Εκπαιδευτικούς
  • Ψυχολόγους.
  • Σχολικούς συμβούλους.
  • Λογοθεραπευτές.
  • Κοινωνικούς λειτουργούς.
  • Ιατρούς.
  • Γονείς παιδιών με ενδιαφέρον για τις αναπτυξιακές διαταραχές
  • Ενδιαφερόμενους στο χώρο της Γενικής Αγωγής, της Ειδικής Αγωγής και της Ψυχολογίας

Διάρκεια

530 ώρες / ετήσιο. Θα πραγματοποιηθεί από τον Οκτώβριο 2014 έως και τον Ιούλιο 2015 (έναρξη Οκτώβριος 2014)

Σκοπός του Προγράμματος

Η εκπαίδευση και η απόκτηση εξειδικευμένων θεωρητικών γνώσεων, καθώς και η εφαρμογή τους μέσω εκπόνησης πρακτικής άσκησης. Μετά την επιτυχή παρακολούθηση του προγράμματος ο επιμορφούμενος θα έχει την ικανότητα να:

  • Αξιολογεί τις διαταραχές στον ευρύτερο χώρο της Ειδικής Αγωγής και της Ψυχολογίας.
  • Διαμορφώνει προγράμματα διαφοροποιημένης διδασκαλίας.
  • Έχει υπέυθυνο ρόλο στη διεπιστημονική ομάδα αντιμετώπισης δυσκολιών των μαθητών που ανακύπτουν στην τάξη ή/και την κοινότητα.
  • Σχεδιάζει προγράμματα πρώιμης και εκπαιδευτικής παρέμβασης.
  • Εφαρμόζει εξατομικευμένα προγράμματα εκπαίδευσης προσαρμοσμένα στις ατομικές ανάγκες του μαθητή.

Τόπος διεξαγωγής του Προγράμματος

Θα διεξαχθεί σε δύο αυτόνομα τμήματα. Το ένα θα είναι στο Βόλο και το άλλο στην Αθήνα. Οι ημέρες διεξαγωγής των μαθημάτων θα είναι Σάββατο και Κυριακή με διδασκαλίες που θα πραγματοποιούνται είτε δια ζώσης είτε εξ αποστάσεως.

Κόστος Συμμετοχής

Το συνολικό κόστος παρακολούθησης του εκπαιδευτικού προγράμματος ανέρχεται στο ποσό των 1100 €. Το ποσό αυτό θα καταβληθεί σε 4 δόσεις:

  • α΄ δόση 300 € στην εγγραφή (Ιούλιος)
  • β΄ δόση 300 € το Δεκέμβριο
  • γ΄ δόση 300 € το Φεβρουάριο
  • δ΄ δόση 200 € τον Απρίλιο

Εκπτώσεις

• 10% (990€) σε ανέργους με θεωρημένη κάρτα ανεργίας, πολύτεκνους με θεωρημένο αντίστοιχο δελτίο, Φοιτητές, καθώς και με την εφάπαξ καταβολή του ποσού.

Επικοινωνία

Website: Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Παιδαγωγικό Τμήμα Ειδικής Αγωγής Εργαστήριο Νευροψυχολογίας Αργοναυτών & Φιλελλήνων, 38221 ΒΟΛΟΣ Τηλ. 24210-74678 Fax: 24210-06487 Email: semead@uth.gr

Εισαγωγική Εικόνα

]]>

05 Ιούλ 2014

Ένα στα τρία άτομα με δυσλεξία έχουν κακοποιηθεί σωματικά κατά την παιδική τους ηλικία

Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου του Τορόντο, τα άτομα με δυσλεξία είναι πιο πιθανό να έχουν υποστεί κάποιου είδους σωματική βία κατά τη διάρκεια της παιδικής τους ηλικίας12 . Συγκεκριμένα, οι ερευνητές βρήκαν ότι το 35% των δυσλεκτικών της έρευνας είχαν υποστεί συστηματική σωματική βία πριν κλείσουν τα 18 έτη, σε αντίθεση με τους μη δυσλεκτικούς οι οποίοι είχαν υποστεί σωματική βία σε ποσοστό 7%.

Για να φτάσουν σε αυτό το συμπέρασμα, οι ερευνητικές ομάδες συνέλεξαν στοιχεία μέσω γενικών ερωτηματολογίων για την υγεία περισσότερων από 13.000 συμμετέχοντες. Από αυτούς περίπου 1000 είχαν δηλώσει ότι είχαν πέσει θύμα συστηματικής σωματικής βίας κατά την παιδική τους ηλικία και 77 ότι είχαν διαγνωσθεί από κάποιον επίσημο φορέα με δυσλεξία. Για να μελετήσουν τη συσχέτιση δυσλεξίας με την ύπαρξη σωματική βίας, οι ερευνητές βρήκαν αντιπροσωπευτικά δείγματα μεταξύ των ομάδων με δυσλεξία και χωρίς δυσλεξία ώστε να έχουν κοινούς άλλους παράγοντες όπως ηλικία, φύλο, φυλετική καταβολή, κοινωνικο-οικονομικό στάτους, άλλα οικογενειακά προβλήματα κ.α.

Η πενταπλάσια διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων είναι στατιστικώς σημαντική, κάτι που υποδεικνύει μια σαφή συσχέτιση μεταξύ ύπαρξης δυσλεξίας και κακοποιητικού περιβάλλοντος στην παιδική ηλικία. Το βασικό πρόβλημα όμως με τις συσχετιστικές έρευνες είναι ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποια παράμετρος προκαλεί ποια.

Υπάρχουν δύο ενδεχόμενα. Το πρώτο είναι τα άτομα να αναπτύσσουν δυσλεξία και ως συνέπεια των μαθησιακών δυσκολιών που αντιμετωπίζουν να γίνονται δέκτες σωματικής βίας από το ευρύτερο περιβάλλον τους το οποίο ουσιαστικά τους απορρίπτει μη αποδεχόμενο την ιδιαιτερότητά τους. Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σωματική βία να προϋπάρχει και να επηρεάζει την ανάπτυξη της δυσλεξίας, προκαλώντας την ή επιδεινώνοντας τα συμπτώματά της. Οι ερευνητές σε αυτή τη φάση δεν μπορούν να απαντήσουν με σιγουριά τι προϋπάρχει και τι προκαλεί τι, αλλά είναι σίγουροι για την συνύπαρξη δυσλεξίας και σωματικής κακοποίησης σε υψηλά ποσοστά μεταξύ των ανηλίκων.

Τα ευρήματα αυτής της έρευνας μπορούν να φανούν ιδιαίτερα χρήσιμα σε λειτουργούς ψυχικής υγείας που ασχολούνται με μαθησιακές διαταραχές, καθώς υπογραμμίζουν την ανάγκη διερεύνησης του οικογενειακού και ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος για ύπαρξη συστηματικής σωματικής βίας στα παιδιά με δυσλεξία.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Fuller-Thomson, E., & Hooper, S. R. (2014). The Association Between Childhood Physical Abuse and Dyslexia: Findings From a Population-Based Study. Journal of Interpersonal Violence. doi:10.1177/0886260514540808 []
  2. University of Toronto News: “One third of adults with dyslexia report physical abuse in childhood” []
30 Ιούν 2014

Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής / Υπερκινητικότητας: πώς να βοηθήσω το παιδί μου;

Μία από τις πιο συχνές διαγνώσεις στο πεδίο των μαθησιακών διαταραχών είναι η Διαταραχή Ελλειματικής Προσοχής / Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ/Υ), η οποία είναι μια διαταραχή νευρολογικής φύσεως που χαρακτηρίζεται από μία αναπτυξιακά μη αναμενόμενη παρόρμηση και δυσκολία συγκέντρωσης με ή χωρίς συμπτώματα υπερικινητικότητας. Υπολογίζεται πως περίπου 5% των παιδιών σχολικής ηλικίας καλύπτουν τα κριτήρια για να διαγνωστούν με κάποια μορφή ΔΕΠ/Υ.

Σε γενικές γραμμές υπάρχουν δύο τύποι ΔΕΠ/Υ οι οποίοι έχουν και διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ο τύπος ελλειμματικής προσοχής χαρακτηρίζει το παιδί που δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί σε δραστηριότητες, χάνει την προσοχή του όταν του δίνονται οδηγίες, αποφεύγει να κάνει δραστηριότητες που απαιτούν σημαντικά επίπεδα νοητικής λειτουργίας (λογική σκέψη, απομνημόνευση, προσοχή) και γενικά παρουσιάζει την εικόνα ενός «ξεχασιάρικου» παιδιού.

Ο δεύτερος τύπος είναι αυτός της υπερκινητικής συμπεριφοράς ο οποίος χαρακτηρίζεται από δυσκολία του παιδιού να σταθεί ακίνητο όταν του ζητηθεί, ανεξέλεγκτες σωματικές δραστηριότητες (τρέξιμο, σκαρφάλωμα, τούμπες κτλ), δυσκολία να εργαστεί ήσυχα στο χώρο του, βιασύνη να απαντήσει σε ερωτήματα πριν καν ολοκληρωθούν οι ερωτήσεις ή δυσκολία να περιμένει τη σειρά του σε ένα παιχνίδι. Γενικά το παιδί με αυτό τον τύπο ΔΕΠ/Υ δείχνει την εικόνα ενός παιδιού που είναι παρορμητικό.

Διαγνωστικά Κριτήρια

Σύμφωνα με το Διαγνωστικό Εγχειρίδιο του Αμερικανικού Συνδέσμου Ψυχιατρικής1 για να διαγνωσθεί ένα παιδί με ΔΕΠ/Υ πρέπει να τηρεί τον τύπο Α1 ή Α2 των ακόλουθων κριτηρίων:

Α) Έξι ή περισσότερα από τα ακόλουθα συμπτώματα ελλειμματικής προσοχής, τα οποία εμφανίζονται για διάστημα τουλάχιστον 6 μηνών, δεν είναι αναπτυξιακά αναμενόμενα από το παιδί και το καθιστούν δυσλειτουργικό στην καθημερινότητά του:

  1. Αποτυχία εστίασης προσοχής σε λεπτομέρειες ή κάνει λάθη απροσεξίας στις σχολικές του εργασίες ή άλλες δραστηριότητες.
  2. Δυσκολία διατήρησης προσοχής κατά τη διεξαγωγή δραστηριοτήτων.
  3. Φαίνεται ότι δεν ακούει όταν του απευθύνουν τον λόγο.
  4. Δεν ακολουθεί μέχρι τέλους τις οδηγίες και αδυνατεί να ολοκληρώσει τις εργασίες που του ανατίθενται.
  5. Δυσκολία να οργανώσει κάτι.
  6. Αποφεύγει να αναλάβει καθήκοντα που απαιτούν παρατεταμένη, πνευματική προσπάθεια.
  7. Χάνει αντικείμενα αναγκαία για την καθημερινότητά του.
  8. Διασπάται η προσοχή του από εξωτερικά ερεθίσματα.
  9. Ξεχνάει να κάνει τις δραστηριότητες και τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει.

Β) Έξι ή περισσότερα από τα ακόλουθα συμπτώματα υπερκινητικής-παρορμητικής συμπεριφοράς, τα οποία εμφανίζονται για διάστημα τουλάχιστον 6 μηνών, δεν είναι αναπτυξιακά αναμενόμενα από το παιδί και το καθιστούν δυσλειτουργικό στην καθημερινότητά του.

  1. Κουνά νευρικά τα άκρα του ή στριφογυρίζει στη θέση του.
  2. Σηκώνεται από τη θέση του σε καταστάσεις που δεν είναι αναμενόμενο.
  3. Έχει έντονη σωματική δραστηριότητα όταν κάτι τέτοιο δεν είναι αναμενόμενο.
  4. Δυσκολεύεται να παίξει ή να συμμετάσχει ήσυχα σε δραστηριότητες.
  5. Βρίσκεται σε μια διαρκή κίνηση.
  6. Μιλάει ακατάπαυστα.
  7. Απαντάει πριν ολοκληρωθεί η ερώτηση που πάει να του γίνει.
  8. Δυσκολεύεται να περιμένει τη σειρά του για μια δραστηριότητα.
  9. Διακόπτει και γίνεται ενοχλητικός στους άλλους

Τα συμπτώματα πρέπει να έχουν εμφανιστεί πριν το παιδί ολοκληρώσει τα επτά έτη, να είναι παρόντα σε τουλάχιστον δύο διαφορετικά περιβάλλοντα (π.χ. σχολείο, σπίτι), λόγω αυτών το παιδί να αντιμετωπίζει κλινικά σημαντικά προβλήματα στην κοινωνική του ζωή (σχολείο, σπίτι, εξωσχολικές δραστηριότητες κτλ) και τα όποια συμπτώματα να μην εξηγούνται καλύτερα με κάποια άλλη διάγνωση παρόμοιας συμπτωματολογίας.

Πως εξηγώ τη ΔΕΠ/Υ στο παιδί

Όπως συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις που πρέπει να εξηγήσουμε σε ένα παιδί κάτι που μας φαίνεται δυσνόητο ακόμη και για εμάς τους ίδιους, πριν η οικογένεια μιλήσει στο παιδί για τη ΔΕΠ/Υ, θα πρέπει να έχει φροντίσει να ενημερωθεί η ίδια πολύ καλά για το θέμα. Η οικογένεια θα πρέπει να κατανοήσει μέσα από την ενημέρωσή της από ειδικούς τι ακριβώς παρουσιάζει το παιδί, τι προβλήματα ενδέχεται να έχει στο μέλλον και πως θα μπορέσει να τα αντιμετωπίσει2 .

Από εκεί και πέρα η βασική συμβουλή είναι απλή: ειλικρίνεια. Οι γονείς δεν πρέπει να κρύψουν κάτι, ενδεχομένως πιστεύοντας ότι έτσι προστατεύουν το παιδί τους, γιατί αργά η γρήγορα το παιδί θα διαβάσει τις αντιδράσεις των γονιών και θα καταλάβει ότι «κάτι τρέχει», κάτι που θα έχει ως αποτέλεσμα να μπερδευτεί, ενώ εάν βλέπει ότι δεν τα καταφέρνει εκεί που άλλα παιδιά είναι καλύτερα από το ίδιο μπορεί να αναπτύξει αρνητική αυτοεικόνα, κάτι που θα βλάψει φυσικά την αυτοπεποίθησή του. Θυμηθείτε ότι ανάλογα με την ηλικία του παιδιού, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε λέξεις και εκφράσεις που μπορεί να κατανοήσει. Απαντάμε σύντομα, με ειλικρίνεια και χωρίς να αποκρύπτουμε κάτι, ενώ εάν δεν γνωρίζουμε να απαντήσουμε σε μια ενδεχόμενη απορία του, απλά του λέμε ότι δεν γνωρίζουμε, αλλά θα φροντίσουμε να μάθουμε και θα το ξανασυζητήσουμε μαζί του.

Είναι καλά οι γονείς να έρθουν σε συνεννόηση και με άλλα άτομα και φορείς με τα οποία έρχεται σε επαφή καθημερινά το παιδί (π.χ. σχολείο, φροντιστήριο, γυμναστήριο) ώστε αφενός να γίνουν σύμμαχοι των γονέων και αφετέρου να μην φέρουν το παιδί σε δύσκολη θέση λόγω της άγνοιάς τους. Με το να συζητήσουμε με τους άλλους φορείς εν γνώσει του παιδιού μας, περνάμε το μήνυμα ότι η ΔΕΠ/Υ δεν είναι ένα θέμα ταμπού, κάτι που θα μειώσει και την πίεση που ενδεχομένως μπορεί να δεχτεί το παιδί εάν το αναγκάσουμε να κουβαλάει ένα τέτοιο μυστικό.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν πρέπει να επιτρέψουμε στο παιδί να χρησιμοποιήσει τη ΔΕΠ/Υ ως δικαιολογία για να αποφεύγει εργασίες ή να μεταχειρίζεται άλλα άτομα. Γνωρίζοντας τα όρια και τις δυνατότητες του παιδιού μπορούμε να διαμορφώσουμε ένα εξατομικευμένο και σταθερό πρόγραμμα αμοιβών και ποινών, όπως ακριβώς θα κάναμε εάν το παιδί μας δεν παρουσίαζε συμπτώματα ΔΕΠ/Υ.

Διαχείριση μέσα στην οικογένεια

Για να διαχειριστούμε σωστά τη ΔΕΠ/Υ θα πρέπει να μην ξεχνάμε πως πρόκειται για μία απολύτως διαχειρίσιμη νευρολογική-συμπεριφορική διαταραχή. Δεν ήρθε το τέλος του κόσμου για το παιδί μας και η διαταραχή δεν λέει απολύτως τίποτε για τις νοητικές ικανότητες του παιδιού. Το παιδί μπορεί να συνεχίσει κανονικότατα το σχολείο του και να γίνει ένας πολύ επιτυχημένος επαγγελματίας, επιστήμονας ή ότι άλλο επιλέξει να ακολουθήσει. Οι ομαλές και στενές οικογενειακές σχέσεις που χαρακτηρίζονται από μια άνευ όρων αγάπη των μελών μεταξύ τους, βοηθούν τα παιδιά να ενισχύσουν την αυτοπεποίθησή τους. Ακόμη και αν το παιδί απογοητεύει σε κάποιες στιγμές τους γονείς, το γενικότερο μήνυμα που πρέπει να παίρνει είναι η αποδοχή της προσωπικότητάς του και η ενίσχυση των ικανοτήτων του. Εάν παίρνει την προσοχή που χρειάζεται μόνο όταν απογοητεύει τους γονείς, τότε θα μάθει ότι είναι «κακό παιδί» και ότι δεν αξίζει ως άτομο, κάτι που θα μειώσει σημαντικά την αυτοπεποίθησή του.

Όπως είπαμε και πιο πάνω, οι γονείς θα πρέπει να ενημερωθούν πλήρως για όλες τις πτυχές της ΔΕΠ/Υ και των συγκεκριμένων δυσκολιών που αναμένεται να αντιμετωπίσει το παιδί και να προσπαθήσουν με ειλικρίνεια να ενημερώσουν με τη σειρά τους το παιδί μια απλή και κατανοητή γλώσσα. Σε καμία περίπτωση η διαταραχή αυτή δεν πρέπει να μένει κρυμμένη κάτω από το χαλάκι και να γίνει θέμα ταμπού.

Το παιδί σταδιακά θα πρέπει να αρχίσει να αναπτύσσει ικανότητες αυτοδιαχείρισης της διαταραχής και αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από τη συνεργασία των γονέων και κρατώντας έναν ανοιχτό δίαυλο επικοινωνίας με το παιδί. Για να μπορέσει να αναπτύξει αυτές τις ικανότητες, είναι σημαντικό το παιδί να συμμετέχει ενεργά και με πλήρη γνώση των στόχων της θεραπευτικής παρέμβασης που του γίνεται και να μην είναι απλά ένας παθητικός δέκτης. Με τον τρόπο αυτό εκτός ότι μειώνεται το άγχος του παιδιού και τονώνεται η αυτοπεποίθησή του, ουσιαστικά πολλαπλασιάζονται οι πιθανότητες επιτυχούς παρέμβασης.

Ειδικά στην περίπτωση που το παιδί χρειάζεται κάποιου είδους φαρμακευτική αγωγή, οι γονείς θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στο πως θα συζητήσουν το θέμα της χορήγησης φαρμάκου. Το παιδί δεν πρέπει να πάρει το μήνυμα πως είναι ασθενής, αλλά ότι η φαρμακευτική αγωγή θα το βοηθήσει να ανταπεξέλθει καλύτερα στην καθημερινότητά του, όπως ακριβώς τα γυαλιά βοηθούν ένα μυωπικό παιδί να βλέπει καλύτερα στο σχολείο.

Όπως γίνεται κατανοητό, ένα παιδί με ΔΕΠ/Υ είναι λογικό να κάνει κάποια πράγματα διαφορετικά από τα άλλα παιδιά και να χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να ολοκληρώσει κάποιες δραστηριότητες. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει οι γονείς και οι δάσκαλοι να συγκρίνουν το παιδί με ΔΕΠ/Υ με τα άλλα παιδιά. Το παιδί πρέπει να έχει συγκεκριμένους και εξατομικευμένους στόχους που να μπορεί να φτάσει. Οι πολλαπλές υποχρεώσεις και η ύπαρξη πολύ υψηλών στόχων που πολύ πιθανόν να μην μπορέσει να φτάσει το παιδί, δημιουργούν κακή αυτοεικόνα στο παιδί και το οδηγούν στο να έχει χαμηλές προσδοκίες από τον εαυτό του.

Αντί να επικεντρωθούν οι γονείς στα αρνητικά συμπτώματα της ΔΕΠ/Υ, είναι πιο χρήσιμο να στηρίξουν το παιδί να συνεχίσει να αναπτύσσει όποιες ικανότητες έχει και να του υπενθυμίζουν (λεκτικά και μη λεκτικά) τα θετικά στοιχεία του. Η οικογένεια είναι η πιο σημαντική πηγή αυτοπεποίθησης για το παιδί και η αυτοπεποίθηση με τη σειρά της είναι ο καλύτερος σύμμαχος στην καθημερινότητα ενός παιδιού με ΔΕΠ/Υ. Οι γονείς αντί να επικεντρώνονται αποκλειστικά και μόνο στο να γίνει καλύτερο το παιδί στις δραστηριότητες που υστερεί (π.χ. γράψιμο έκθεσης), πρέπει να βοηθήσουν το παιδί να αναπτύξει άλλα ταλέντα στα οποία έχει κλίση (π.χ. ποδόσφαιρο). Όταν το παιδί αντιλαμβάνεται ότι αξίζει και ότι μπορεί να πετύχει πράγματα με την προσπάθειά του, η θετική αυτοεικόνα του μεταφέρεται και στην προσπάθεια που θα κάνει με τις δραστηριότητες που υστερεί.

Ολόκληρη η οικογένεια θα πρέπει να κατανοήσει ότι η ΔΕΠ/Υ είναι μια αντιμετωπίσιμη κατάσταση, για την οποία δεν ευθύνονται ούτε τα μέλη της, αλλά φυσικά ούτε και το παιδί. Είναι απλά μία μικρή επιπλέον δυσκολία που θα πρέπει να αντιμετωπίσουν όλοι μαζί μέσω ενός οργανωμένου σχεδίου το οποίο περιλαμβάνει το μοίρασμα ευθυνών στα μέλη (π.χ. ποιος είναι υπεύθυνος να μεταφέρει το παιδί στις συνεδρίες με παιδοψυχολόγο και ποιος για τη φαρμακευτική του αγωγή) αλλά και την ανάπτυξη συγκεκριμένων συμπεριφορών στην καθημερινότητα ώστε να στηριχθεί το παιδί με ΔΕΠ/Υ. Μπορεί να χρειαστεί να αλλάξουν οι τρόποι με τους οποίους γίνονταν κάποιες δραστηριότητες μέσα στην οικογένεια, αλλά αυτό είναι κάτι απολύτως θεμιτό και απαραίτητο για την σφαιρική αντιμετώπιση της διαταραχής.

Οι γονείς, ιδανικά με τη βοήθεια ενός ειδικού, μπορούν να δημιουργήσουν ένα συγκεκριμένο και σαφές πλαίσιο κανόνων συμπεριφοράς στο σπίτι (πως μιλάμε, πότε διαβάζουμε, τι ευθύνες έχουμε, πότε μπορούμε να δούμε τηλεόραση) οι οποίοι ακολουθούνται ανεξαιρέτως από όλα τα μέλη της οικογένειας και συνοδεύονται από τις αντίστοιχες επιβραβεύσεις ή επιπτώσεις ανάλογα με το εάν θα τηρηθούν ή όχι. Φυσικά οι κανόνες θα πρέπει να είναι σαφείς και να δημιουργηθούν μετά από συζήτηση με το παιδί και να ισχύουν και για τους γονείς, οι οποίοι θα πρέπει να δίνουν πρώτοι το καλό παράδειγμα.

Αντί οι γονείς να αφήνουν στο παιδί μια πληθώρα επιλογών, είναι πιο χρήσιμο να του δίνουν 2 ή 3 επιλογές βάσει των οποίων καλείται να πάρει την απόφασή του. Για παράδειγμα αντί να αφήσετε το παιδί σας ανεξέλεγκτο στο σουπερ μάρκετ να πάρει όποια λιχουδιά του αρέσει, περιορίστε το να επιλέξει μεταξύ 2 συγκεκριμένων επιλογών. Δεδομένου πως τα παιδιά με ΔΕΠ/Υ δυσκολεύονται να επεξεργαστούν πολλές πληροφορίες μαζί, είναι πάντοτε καλύτερα να μειώνουμε τον όγκο των συγκρίσεων που καλούνται να κάνουν.

Κρατήστε το πρόγραμμα της καθημερινότητας σταθερό, βάσει μιας συγκεκριμένης ρουτίνας. Η ώρα του ξυπνήματος, η διαδικασία του ντυσίματος, η ώρα της αναχώρησης προς το σχολείο, η ώρα του φαγητού κτλ πρέπει να είναι σταθερά και γνωστά στο παιδί. Με αυτόν τον τρόπο το παιδί ξέρει αυτόματα τι πρέπει να κάνει και διαχειρίζεται καλύτερα τον χρόνο του.

Το πιο σημαντικό είναι οι γονείς να δίνουν χρόνο έκφρασης στο παιδί τους. Εάν κρατήσουν μια συνεχή, άνευ όρων, επικοινωνία με το παιδί, αυτό θα εκφράσει τους τομείς στους οποίους δυσκολεύεται (π.χ. την ώρα της ανάγνωσης) αλλά και ενδεχομένως θα αναφέρει τι πιστεύει ότι θα το βοηθούσε (π.χ. περισσότερα διαλλείματα). Οι ανοιχτές συζητήσεις με όλη την οικογένεια ενθαρρύνουν την έκφραση του παιδιού, το καθιστούν υπεύθυνο για τις αποφάσεις του και το κάνουν πιο ανεξάρτητο.

Η οικογένεια δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αποθαρρυνθεί στην προσπάθειά της. Οι δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίσει με τη ΔΕΠ/Υ θα πρέπει να γίνουν η αφορμή για πιο συντονισμένη προσπάθεια και ανοιχτή επικοινωνία μεταξύ των μελών της. Όπως αναφέρθηκε πολλές φορές παραπάνω, η ΔΕΠ/Υ είναι μία απολύτως διαχειρίσημη γνωστική διαταραχή, αρκεί οι γονείς να δράσουν άμεσα μόλις δουν κάποιες πρώιμες ανησυχητικές ενδείξεις και είναι έτοιμοι να στηρίξουν το παιδί τους στην καθημερινότητά του.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. American Psychiatric Association, & American Psychiatric Association. (2000). Diagnostic and statistical manual of mental disorders: DSM-IV-TR (4th ed., text revision.). Washington, DC: American Psychiatric Association. []
  2. Ακρίβου, Ευαγγελία Α. (2012). ΔΕΠ/Υ : Διαταραχή ελλειμματικής προσοχής / υπερκινητικότητας: ένας οδηγός για γονείς – 1η έκδ. – Τρίκαλα: Λογείον []
05 Μαΐ 2014

Ψυχολογικοί μηχανισμοί άμυνας του Εγώ στα παιδιά και τους εφήβους

Όταν αντιμετωπίζουμε αγχογόνες καταστάσεις ο οργανισμός μας αντιδρά αυτόματα -ψυχολογικά και σωματικά- με σκοπό τη μείωση του άγχους. Ουσιαστικά το άγχος είναι μια μορφή φοβικης αντιδρασης, εν απουσία βεβαίως κάποιας άμεσης, φυσικής απειλής. Στις περιπτώσεις άγχους δεν κινδυνεύουμε φυσικά με σωματική βλάβη, αλλά παρόλα αυτά είμαστε αντιμέτωποι με μια κατάσταση που φοβόμαστε ότι μπορεί μελλοντικά να θέσει την ευημερια μας σε κίνδυνο.

Όπως οι ενήλικες, έτσι και τα παιδιά αι οι έφηβοι έχουν αναπτύξει κάποιους βασιμούς μηχανισμούς άμυνας σε ψυχολογικό επίπεδο για την προσασία του Εγώ, της βασικής ψυχολογικής μονάδας που ταυτίζεται με την αντίληψη που έχουμε για τον εαυτό μας. Σκοπός αυτού του μηχανισμού είναι η μείωση του άγχους, ώστε να μην απειληθεί η ψυχολογική ισορροπία του ατόμου. Υπό αυτό το πρίσμα, οι μηχανισμοί άμυνας είναι απολύτως υγιείς συμπεριφορές και αντιδράσεις όταν χρησιμοποιούνται για μιρά χρονικά διαστήματα. Εάν το παιδί χρησιμοποιεί συχνά μηχανισμούς άμυνας ή/και εάν ο στρεσογόννος παράγοντας συνεχίζει να το πιέζει για μεγάλο χρονικό διάστημα τότε αυξάνεται η πιθανότητα ανάπτυξης προβληματικών συμπεριφορών στο σπίτι και το σχολείο.

Βασικοί μηχανισμοί άμυνας του Εγώ στα παιδιά και τους εφήβους

Υπεραναπλήρωση: Το παιδί καταπνίγει τις επιθυμίες του, ενώ υιοθετεί συμπεριφορές αντίθετες προς τα πιστεύω του, σε μια προσπάθεια να μειώσει το χάσμα ανάμεσα σε αυτό που θέλει και αυτό που αισθάνεται πως πρέπει να κάνει. Για παράδειγμα, ένα παιδί έχει ανάγκη από ελευθερία, αλλά επειδή οι γονείς του τού έχουν μάθει ότι τα «καλά» παιδιά ακούν «πάντα» τους γονείς του, τελικά αυτό γίνεται υποτακτικό και εξαρτημένο από τους γονείς, πνίγοντας τις πραγματικές του ανάγκες.

Μετατόπιση: Το παιδί μεταβιβάζει συναισθήματα ή ενέργειες από ένα πρόσωπο ή σύστημα προς ένα άλλο, όταν του είναι πιο εύκολο να τα εκφράσει. Για παράδειγμα, το παιδί μισεί τους αδιάφορους γονείς του και μεταβιβάζει το θυμό του υπό μορφή βίας προς ζώα ή συμμαθητές του στο σχολείο.

Φαντασίωση: Το παιδί αρνείται μια δυσάρεστη πραγματικότητα και πλάθει έναν φανταστικό κόσμο στον οποίο θα ήθελε να κατοικεί. Με αυτόν τον τρόπο δοκιμάζει λύσεις στα προβλήματά του, δίχως να διατρέχει τον κίνδυνο των συνεπειών των πράξεών του.

Φυγή: Το παιδί δεν συμμετέχει σε καταστάσεις που του είναι δυσάρεστες. Ένα παιδί που φοβάται τον ανταγωνισμό μπορεί να μην συμμετέχει στο μάθημα ή σε εξωσχολικές δραστηριότητες υπό το φόβο της αποτυχίας ή σύγκρισής του με τρίτους.

Αντιστάθμιση: Το παιδί που αισθάνεται ανπαρκές ή μειονεκτικά απέναντι στους συμμαθητές του, αντισταθμίζει αυτό το άγχος με το να γίνει πολύ καλός αθλητής ή μουσικός, ώστε να αποδείξει την αξία του, πρώτα και κύρια στον εαυτό του και στη συνέχεια στους άλλους γύρω του. σε καποιες περιπτώσεις τα παιδιά που χρησιμοποιούν την αντιστάθμιση είναι παιδιά που προσπαθούν να «φουσκώσουν» το Εγώ τους εκπέμποντας μια ψεύτικη αυτοπεποίθηση και ναρκισισμό.

Εκλογίκευση: Το παιδί δικαιολογεί τις αποτυχίες ή τις παραγματοποίητες επιδιώξεις του μέσω της μετατροπής των κινήτρων του ή της κατάστασης ώστε αυτή να γίνει ανεκτή και επιτρεπτή τόσο από το ίδιο το παιδί όσο και τον περίγυρό του. Για παράδειγμα, η σχολική αποτυχία των παιδιών δεν αποδίδεται σε εσωτερικούς παράγοντες όπως είναι η μειωμένη προσπάθεια ή η έλλειψη ενδιαφέροντος, αλλά σε εξωτερικούς όπως είναι το κακό εκπαιδευτικό σύστημα ή τα δύσκολα θέματα στις εξετάσεις.

Προβολή: Τα επιβλαβή για τον εαυτό συναισθήματα που πηγάζουν από το παιδί αποδίδονται σε τρίτα πρόσωπα. Για παράδειγμα, ένα παιδί που ζηλεύει τον αδερφό του, μπορεί να αρνείται αυτά τα συναισθήματα και να αποδίδει εχθρική διάθεση και ζήλια τον αδερφό του.

Εξιλέωση: Το παιδί προσπαθεί να ακυρώσει κάποια κακή ή μη αποδεκτή σκέψη ή συναίσθημα μέσω της εξιλέωσης: εκφράζει μετάνοια ή ζητάει συγνώμη. Κάποια παιδιά και έφηβοι με βαθιά ενοχικά συναισθήματα μπορεί να φτάσουν στο σημείο της αυτοτιμωρίας (σωματικής και ψυχολογικής), ώστε να αισθανθούν ότι έχει «καθαρίσει το ποινικό τους μητρώο».

Παλινδρόμηση: Το παιδί βιώνοντας μια σημαντική απογοήτευση, ματαίωση ή άγχος αναπτύσσει συμπεριφορές που είναι αναμενόμενες για παιδιά μικρότερης ηλικίας, σε μια προσπάθεια να καλύψει βασικές του ανάγκες. Π.χ. Ένα μεγάλο παιδί βρέχει το κρεβάτι του τη στιγμή που οι γονείς του είναι στα πρόθυρα διαζυγίου. Με αυτόν τον τρόπο επιζητεί την προσοχη των γονιών ώστε να καλύψουν τις δικές του βασικές ανάγκες για αγάπη και προστασία.

Απομόνωση: Το παιδί απομονώνεται συναισθηματικά, γίνεται αδρανές και παθητικό. Με αυτόν τον τρόπο προστατεύει το Εγώ του από πλήγματα που μπορεί να δεχτεί από το περιβάλλον του. Π.χ. το παιδί απομακρύνεται συναισθηματικά από τους γονείς που χωρίζουν, όχι γιατί δεν το αγαπούν ή δεν τους αγαπάει, αλλά για να μην πληγωθεί στο μέλλον από την πιθανή απουσία κάποιου από τους δύο γονείς.

Εισαγωγική Εικόνα

Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες

]]>

21 Απρ 2014

Βρέφη δύο ημερών έχουν ήδη ανεπτυγμένες κάποιες βασικές γλωσσικές δομές

Ένα από τα ερωτήματα που απασχολεί πολλούς αναπτυξιακούς ψυχολόγους και γλωσσολόγους είναι και αυτό της απόκτησης της γλώσσας. Ερχόμαστε στον κόσμο έτοιμοι με κάποιο κοινό βιολογικό μηχανισμό, προδιατεθειμένοι να αναπτύξουμε συγκεκριμένες γλωσσικές ικανότητες -όπως π.χ. υποστηρίζει ο Τσόμσκι με τη θεωρία του περί βιολογικών καταβολών της γλωσσικής σύνταξης- ή είμαστε tabularasaκαι μαθαίνουμε αποκλειστικά και μόνο βάσει της εμπειρίας, όπως υποστηρίζουν οι συμπεριφοριστές; Εδώ και δεκαετίες η επιστημονική κοινότητα βρίσκει επιχειρήματα και δεδομένα υπέρ της μίας ή της άλλης θεωρητικής προσέγγισης, με τους περισσότερους ειδικούς να συμφωνούν πως η αλήθεια κρύβεται κάπου στη μέση. Ναι μεν έχουμε έναν εγγενή βιολογικό μηχανισμό, αλλά το εάν θα αναπτυχθεί ή όχι η γλώσσα και ο βαθμός ανάπτυξής της εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από το περιβάλλον του παιδιού. Ποια είναι όμως τα όρια αυτού του μηχανισμού; Πόσο ισχυρός είναι;

Αμερικανοί ερευνητές προσπάθησαν να ρίξουν περισσότερο φως σε αυτό το θέμα, διεξάγοντας μια ενδιαφέρουσα έρευνα με βρέφη ηλικίας μόλις δύο ημερών1 ! Στην έρευνά τους, οι επιστήμονες έπαιξαν στα βρέφη κάποιες μαγνητοφωνημένες φωνές να λένε συγκεκριμένες ψευδολέξεις που περιείχαν συλλαβές, άλλες που είναι πολύ συνηθισμένες στις γλώσσες παγκοσμίως (π.χ. μπλ) και άλλες που είναι λιγότερο συνηθισμένες (π.χ. λμπ). Αξιοποιώντας μία μη παρεμβατική μέθοδο καταγραφής της εγκεφαλικής λειτουργίας (Near Infrared Spectroscopy – NIRS) προσπάθησαν να δουν εάν ο εγκέφαλος των βρεφών αντιδρά διαφορετικά στις δύο περιπτώσεις2 . Αυτό που βρήκαν ήταν ότι πράγματι όχι μόνο υπήρχε διαφοροποίηση στην λειτουργία του εγκεφάλου στις δύο περιπτώσεις, αλλά μάλιστα η διαφοροποιημένη εγκεφαλική δραστηριότητα παρουσιάστηκε στις ευρύτερες περιοχές του αριστερού ημισφαιρίου που σχετίζονται με την γλωσσική ανάπτυξη! Παρόμοιες έρευνες έχουν γίνει και στο παρελθόν με ενήλικες, οι οποίες είχαν ακριβώς τα ίδια αποτελέσματα. Είναι η πρώτη φορά όμως που μια τέτοια έρευνα λαμβάνει χώρα σε τόσο μικρά βρέφη.

Σύμφωνα με αυτά τα δεδομένα ο εγκέφαλός μας είναι έτοιμος να επεξεργαστεί γλωσσικό κώδικα λίγες ώρες μετά την γέννηση, κάτι που υπογραμμίζει την σημαντικότητα και την έκταση του βιολογικού μηχανισμού ανάπτυξης της γλώσσας στους ανθρώπους. Ο άνθρωπος είναι ο μοναδικός οργανισμός στον πλανήτη που επικοινωνεί με έναν τόσο περίπλοκο γλωσσικό κώδικα. Η σημαντικότητα αυτού του κώδικα για την επιβίωση του είδους μας μέσα στα πλαίσια της ομάδας θεωρείται δεδομένη και αυτό εξηγεί την ξεκάθαρη γενετική κωδικοποίηση του μηχανισμού που τον εξασφαλίζει.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Psyblog: «How We Know Babies Are Born With The Structure of Language» []
  2. Gómez, D. M., Berent, I., Benavides-Varela, S., Bion, R. A. H., Cattarossi, L., Nespor, M., & Mehler, J. (2014). Language universals at birth. Proceedings of the National Academy of Sciences, 201318261. doi:10.1073/pnas.1318261111 []
12 Απρ 2014

Κριτική στη θεωρία της πολλαπλής νοημοσύνης του Howard Gardner

Ανάμεσα στα πιο μυστηριώδη αντικείμενα της ψυχολογίας, η νοημοσύνη κατέχει μια εξέχουσα θέση. Η προβληματική που δημιουργεί ανευρίσκεται τόσο στην δυστοκία του ορισμού της, καθώς υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις όσον αφορά το περιεχόμενό της, όσο και από την ίδια την έννοια και το αν αυτή έχει πραγματικό νόημα ή απλώς περιγράφει μια συλλογή από διαφορετικές λειτουργίες που αλληλοσυμπληρώνονται και λειτουργούν συνδυαστικά στον βίο του ανθρώπου.

Υπάρχουν δύο απόψεις γύρω από τη φύση της νοημοσύνης. Από τη μία, είναι η άποψη που υποστηρίζει την ολότητα και ενότητα της νοημοσύνης, η λεγομένη μονοπαραγοντική θεωρία (L. Terman). Από την άλλη πλευρά είναι οι πολυπαραγοντικές θεωρίες (Spearman, Vernon, Thurstone, Sternberg και Guilford), σύμφωνα με τις οποίες η νοημοσύνη απαρτίζεται και οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, ενίοτε ανεξάρτητους μεταξύ τους. Η πιο φημισμένη πολυπαραγοντική θεωρία είναι η θεωρία της πολλαπλής νοημοσύνης του Howard Gardner.

Στη θεωρία αυτή, o Gardner διακρίνει τη νοημοσύνη με βάση οκτώ κριτήρια:

  • Μουσική νοημοσύνη (Ευαισθησία στον ήχο, αντίληψη στις νότες, τη μουσική)
  • Γλωσσική νοημοσύνη (Ικανότητα ανάγνωσης, γραφής, διαχείρισης των λέξεων και έκφραση μέσω αυτών),
  • Λογικομαθηματική νοημοσύνη (λογική, αφηρημένη σκέψη, ευχέρεια στους αριθμούς, κριτική σκέψη)
  • Ενδοπροσωπική νοημοσύνη (αντίληψη του εαυτού και των συναισθημάτων του, αυτογνωσία)
  • Διαπροσωπική νοημοσύνη (ικανότητα συνεργασίας με άλλους, εκτίμηση των συναισθημάτων και χαρακτηριστικών τους, ομαδικότητα)
  • Χωρική νοημοσύνη (Αντίληψη του χώρου και των διαστάσεων, γραφικές παραστάσεις)
  • Νατουραλιστική νοημοσύνη (Κατηγοριοποίηση και αξιολόγηση των χαρακτηριστικών του περιβάλλοντος)
  • Κιναισθητική νοημοσύνη (έλεγχος κινήσεων των μελών του σώματος, δεξιότητα στη διαχείριση των αντικειμένων)

Ο ίδιος υποστήριξε πως οι διάφορες μορφές της νοημοσύνης είναι σχεδόν ανεξάρτητες μεταξύ τους, και γύρω από αυτήν την ιδέα δόμησε την θεωρία της πολλαπλής νοημοσύνης.

Καταρχάς, η απόλυτη διάκριση των τύπων της νοημοσύνης του Gardner, όχι μόνο σε πειραματικό επίπεδο δεν βρέθηκε συμφωνία (καθώς στα πειράματα νοημοσύνης παρατηρείται συσχετισμός των διαφόρων ειδών, όπως αυτά της γλωσσικής και της λογικομαθηματικής νοημοσύνης,  αντίθετα με τις προβλέψεις του Gardner), αλλά και σε θεωρητικό επίπεδο θεωρώ πως η διάκριση είναι επιφανειακή. Και τούτο γιατί σε πολλούς, από τους φαινομενικά διαφορετικούς, «τύπους» της νοημοσύνης μπορούν να βρεθούν κοινά στοιχεία που μόνο στην έκφανσή τους, δηλαδή στον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνονται στην καθημερινή ζωή, διαφέρουν, δίχως να αποτελούν όμως παρασκηνιακά διαφορετικές νοητικές λειτουργίες.

Για παράδειγμα, η γλωσσική νοημοσύνη διακρίνεται για την ικανότητα στη διαχείριση των λέξεων, την χρήση πλούσιου λεξιλογίου και τη σωστή χρήση του λόγου για την έκφραση. Έχοντας την κοινή αντίληψη ότι ένα «θεωρητικό», «λογοτεχνικό» μυαλό βρίσκεται σε αντιδιαστολή από το «λογικό», ή πόσο μάλλον «μαθηματικό» μυαλό, δεν διστάζουμε να πιστέψουμε πως υπάρχει φυσικά και μια αντίστοιχη διάκριση μεταξύ των νοητικών λειτουργιών. Έτσι, μην μπορώντας να βρούμε ένα κοινό κρίκο, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι είναι διαφορετικά, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, τμήματα της νοημοσύνης.

Ας αναρωτηθούμε όμως το εξής. Μια καλή χρήση του λόγου, είναι εν τέλει, η σωστή επιλογή των λέξεων που θα αποδώσουν το προσδοκώμενο νόημα. Είναι επομένως μια διεργασία σύγκρισης, απόρριψης και επιλογής λέξεων, τις οποίες συνθέτουμε σε προτάσεις προκειμένου να εκφραστούμε. Η ίδια διεργασία συμβαίνει από την ποίηση μέχρι τη ρητορική. Ο σκοπός που θέτουμε και τις διακρίνει (την ποίηση από τη ρητορική) είναι αδιάφορος σε αυτά τα πλαίσια. Το «ζύγισμα» των λέξεων, η διαδικασία δηλαδή επιλογής των καταλλήλων, γίνεται πρώτα από όλα από την εντύπωση που έχουμε για αυτές τις λέξεις, και συνεπώς την βαρύτητα που θεωρούμε ότι θα έχουν στον δέκτη εκφράζοντάς τες. Ανακαλούμε δηλαδή τον θεωρούμενο αντίκτυπο της κάθε λέξης, όπως τον έχουμε διαμορφώσει στο νου μας μέσω της εμπειρίας. Για να δια-κρίνουμε από τη μνήμη τις λέξεις που προσδοκούμε να αποδώσουν με τη μεγαλύτερη ακρίβεια, δεν γίνεται παρά να περάσουμε στην αξιολόγηση, δηλαδή την το προαναφερθέν «ζύγισμα». Το ζύγισμα αυτό όμως δεν είναι παρά κριτική σκέψη, που δεν οφείλεται σε καμία άλλη λειτουργία πλην της λογικής, της λογικομαθηματικής κατά τον Gardner, που ο ίδιος μάλιστα κατέταξε την κριτική σκέψη στη λογικομαθηματική νοημοσύνη(βλ. παραπάνω). Η διάκριση, και συνεπώς η αξιολόγηση, αποτελούν προϊόντα της κριτικής σκέψης, που πολύ σωστά εντάσσεται στο πλαίσιο της λογικομαθηματικής, καθώς η σύγκριση δεδομένων είναι λειτουργία της λογικής, όπως και στα μαθηματικά. Η κρίση είναι μέτρηση, ζύγισμα. Επομένως, όχι μόνον η γλωσσική και η λογικομαθηματική συσχετίζονται, αλλά είναι θεωρητικά (και πρακτικά) αδύνατον ένας άνθρωπος να είναι ιδιαίτερα ικανός στη διαχείριση της γλώσσας χωρίς να έχει μια αντίστοιχη ικανότητα στη λογική. Και αυτό γιατί το συστατικό της γλώσσας, όπως είδαμε, είναι η ίδια η λογική. Είναι επομένως άτοπο να διακρίνουμε αυτά τα δύο. Στην πραγματικότητα, αν εξαιρέσουμε τη διαφοροποίηση του αντικειμένου, είναι ακριβώς οι ίδιες λειτουργίες.

Η επιλογή του αντικειμένου τώρα, δεν οφείλεται στη νοημοσύνη αυτή καθ’ αυτή, αλλά είναι απόρροια εμπειριών, καθώς επιλέγουμε να χρησιμοποιούμε το νου μας σε αυτά που μας τραβούν την προσοχή, ή μέσα από ένα οποιοδήποτε σύστημα αξιών που θέτουμε, θεωρούμε προτιμότερο να ασχοληθούμε. Ένας ικανός γλωσσολόγος ή ομιλητής, για παράδειγμα, θα αναρωτιόνταν κανείς, γιατί δεν είναι και μαθηματικός; Η παραπλανητική αυτή σκέψη δεν πρέπει να καθοδηγεί το συλλογισμό μας. Το γεγονός ότι ένας ικανός ομιλητής δεν είναι και ειδήμων σε αυτά που θεωρούμε «ασχολίες τις λογικής», δεν σημαίνει ότι θα ήταν πραγματικά ανίκανος σε αυτές. Μέσα στην πολύπλοκη πραγματικότητα, είναι ισχυρό ενδεχόμενο πως για κάποιους λόγους, είτε δεν επέλεξε τέτοιες ασχολίες, ώστε να επιδείξει και εκεί ικανότητες (π.χ. δεν υπήρξαν τα κατάλληλα ερεθίσματα), είτε επέλεξε άλλες απομακρύνοντας τον εαυτό του από τις πρώτες (ακολουθώντας ακαδημαϊκή σπουδή, επαγγελματικές προοπτικές, κ.λπ., δεν υπήρχε κίνητρο για άλλη ασχολία). Είναι εξάλλου γνωστό πως υπήρχαν ερεθίσματα από νεαρή ηλικία, εξωτερικά από αυτά που λαμβάνει ο κάθε άνθρωπος από την κοινωνία (ιδιαίτερα φερ’ ειπείν την εκπαίδευση, που συχνά λειτουργεί μάλλον αποτρεπτικά). Είναι το ενδιαφέρον πολλές φορές, που καθορίζει τις ασχολίες, και όχι η νοημοσύνη, η οποία βέβαια είναι αυτή που τις θεμελιώνει, τις αναπτύσσει και τις αναδεικνύει (μια πυξίδα και ένα βιβλίο γεωμετρίας για τον Αϊνστάιν, μια επίδειξη ηλεκτρισμού στο λύκειο για τον Τέσλα, κ.λπ. Σίγουρα τα ερεθίσματα αυτά δεν είναι καθοριστικά. Είναι όμως ενδιαφέρον που διατηρούνται στη μνήμη αυτών των ανθρώπων, ώστε να τα αφηγηθούν στον κόσμο μετά από πολλά χρόνια..).

Επίσης, η θεωρία του Gardner δεν είναι μια θεωρία που μελετά την νοημοσύνη ως ψυχολογικό φαινόμενο. Είναι μια απαρίθμηση των εκδηλώσεων της νοημοσύνης, μια λίστα που ολοένα και εμπλουτίζεται από μεταγενέστερους. Ικανότητες όπως χορός, μουσική, γλώσσα, είναι απλώς εκφάνσεις της ευφυΐας του ανθρώπου, και δεν ταυτίζονται με αυτήν. Μπορεί να υπάρχει ποικιλία εκφάνσεων, αλίμονο όμως αν θεωρούμε ότι η καθεμία αποτελεί ξεχωριστή, ανεξάρτητη όπως υποστηρίζει ο Gardner, μορφή νοημοσύνης. Βλέπουμε έτσι πως στα κριτήρια αυτά προστίθενται και άλλα (όπως υπαρξιακή νοημοσύνη). Αντί για μια θεωρία που εξηγεί το νόημα της νοημοσύνης, έχουμε μια καταγραφεί των εκδηλώσεών της στην καθημερινή ζωή, και θεωρώντας ακόμη χειρότερα ότι οι εκδηλώσεις αυτές αποτελούν και γνήσιες μορφές της νοημοσύνης.

Τέλος, δεν γίνεται διάκριση μεταξύ ικανότητας και νοημοσύνης (όπως επισήμαναν οι  Robert J. SternbergEysenck,  και Scarr). Έτσι, ο τραγουδιστής θεωρείται πως έχει μουσική νοημοσύνη, ενώ στην πραγματικότητα είναι ενδεχομένως η χροιά της φωνής του, που για βιολογικά αίτια, τον καθιστούν ευχάριστο στο άκουσμα, και όχι απευθείας μια ιδιαίτερη ικανότητα του νου. Το ίδιο ισχύει και για τα στοιχεία του χαρακτήρα. Έτσι, κάποιος μπορεί να μην εκτιμά τα συναισθήματα των άλλων, όχι απαραίτητα επειδή υστερεί σε αυτό νοητικά, αλλά επειδή αδιαφορεί ή είναι εγωκεντρικό, χαρακτηριστικά που πιθανώς να οφείλονται στις εμπειρίες του (π.χ. στην αγωγή που του δόθηκε).

Η προσπάθεια της ψυχολογικής σκέψης οφείλει, κατά τη γνώμη μου, να στρέφεται στην εύρεση του μίτου μέσω του οποίου συνδέονται οι εκφάνσεις των ψυχικών λειτουργιών του ατόμου, και όχι στην απλή καταγραφή τους. Το κατόρθωμα βρίσκεται στην αναζήτηση των αρχών, μέσω των οποίων μπορούν να περιγραφούν τα πολυποίκιλα ψυχολογικά φαινόμενα. Το ίδιο πιστεύω πως πρέπει να γίνει και με τη νοημοσύνη. Ειδάλλως, μένουμε στάσιμοι στα όσα μας προβάλλονται, αγνοώντας το προσκήνιο πίσω από το οποίο προέρχεται το εκάστοτε μυστήριο.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

23 Μαρ 2014

Τι συμβαίνει στην τρίτη ηλικία;

Γνωστική ανάπτυξη στην ενηλικίωση

Τα άτομα της τρίτης ηλικίας, όπως και εκείνοι της μέσης ηλικίας, δείχνουν μείωση στην ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών, αλλά αυτό αναπτύσσεται με πολύ ταχύτερο ρυθμό. Η μνήμη για ονόματα και τοποθεσίες μειώνεται. Η ανάκληση πληροφοριών επιβραδύνεται, αλλά οι περισσότερες είναι ακόμη σε θέση να ανακληθούν. Εξαιτίας αυτού, οι ηλικιωμένοι, όταν υποχρεούνται να λύσουν κάποια προβλήματα, χειρίζονται τις πληροφορίες, αντί να βασίζονται στην ανάκληση.

Κοινωνικό-Συναισθηματική Ανάπτυξη στην ύστερη ενήλικη ζωή

Οι ενήλικες τρίτης ηλικίας τείνουν να είναι επιλεκτικοί στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις τους – μεγιστοποιώντας τη συναισθηματική ικανοποίηση, και ελαχιστοποιώντας συναισθηματικούς κινδύνους. Σε γενικές γραμμές, προτιμούν τις οικογενειακές επισκέψεις (π.χ. τα παιδιά με τα εγγόνια τους), τις επισκέψεις των συγγενών, αλλά και των στενών φίλων ή/και γειτόνων τους. Σε μια έρευνα τους, οι Carstensen και Turk-Charles (1994) διαπίστωσαν ότι μετά την ανάγνωση ενός αποσπάσματος από ένα δημοφιλές μυθιστόρημα σε 20 – 83 ετών άτομα, οι νεότεροι ενήλικες απέδωσαν καλύτερα στην ανάκληση ουδέτερου υλικού από ό,τι οι ηλικιωμένοι, αλλά τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας είχαν καλύτερες επιδόσεις όταν το απόσπασμα από τη φύση του ήταν συναισθηματικής φύσης. Αυτό σημαίνει ότι οι ηλικιωμένοι είναι πιο προσαρμοσμένα προς την συναισθηματική πληροφορία από ότι οι νεότεροι στην ηλικία. Επιπλέον, σε μια άλλη μελέτη, φάνηκε ότι οι άνθρωποι τρίτης ηλικίας επηρεάζονται από αρνητικά συναισθήματα περισσότερο από τους νεότερους (Carstensen, Pasupathi & Mayr, 1998).

Θετική Ψυχολογία στην ύστερη ενήλικη ζωή

Παρά το γεγονός ότι το γήρας φέρνει φόβο σε πολλούς, λόγω της αναπόφευκτης παρακμής της υγείας, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που προκλητικά αψηφούν τους περιορισμούς και τις προκαταλήψεις της γήρανσης. Ένα από αυτά τα άτομα είναι η Σάντυ Χαλπερίν (Sadie Halperin). Μετά από 11 μήνες στην άρσης βαρών και στη ποδηλασία, η Sadie ήταν σε θέση να αποφύγει την υπέρταση και βελτίωσε την υγεία της και ήταν σε θέση να βγει έξω και να ψωνίσει μόνη της.

Άλλοι παρουσίασαν, επίσης σημαντική βελτίωση στις γνωστικές δεξιότητες τους σε μεγάλη ηλικία. Η Anna Mary Robertson, επίσης γνωστή ως «Grandma Moses» έγινε διεθνώς γνωστή μετά το ξεκίνημα της ζωγραφικής στην ηλικία των 78 ετών. Τέλος, ο Pablo Casals έγινε γνωστός ως ο «μεγαλύτερη τσελίστας» όταν ήταν ήδη 95 ετών. Ο ίδιος ανέφερε σε μια συνέντευξη του μια φορά ότι συνεχίζει να ασκείται 6 ώρες κάθε μέρα, επειδή αυτός εξακολουθεί να βλέπει πρόοδο στις επιδόσεις του. Η Νόσος του Alzheimer είναι δυνατόν να προληφθεί. Σε μια πρόσφατη μελέτη στην οποία συμμετείχαν 700 μοναχές, διαπιστώθηκε ότι οι Mankato καλόγριες (από τη Μινεσότα) δεν έδειξαν σχεδόν κανένα σημάδι της νόσου του Αλτσχάιμερ, που δείχνει ότι η γνωστικές δραστηριότητες βοηθούν στη διατήρηση ενός λειτουργικού και υγιή εγκεφάλου.

Έχοντας το σώμα και το μυαλό υγιή, και διατηρώντας καλές σχέσεις, οδηγούν στην επίτευξη της θετικής γήρανσης. Ο Vaillant ( 2002) διαπίστωσε ότι εκείνοι που είναι ευχαριστημένοι με τη ζωή τους στην ηλικία των 75-80 ετών δεν κάπνιζαν, δεν έκαναν χρήση αλκοόλ, ασκούνταν, δεν ήταν υπέρβαροι και είχαν ευτυχισμένο και σταθερό γάμο όταν ήταν 50 ετών. Επίσης, έχει διαπιστωθεί ότι εκείνοι που συμμετέχουν σε διάφορες δραστηριότητες, όπως το να πηγαίνουν στην εκκλησία, να συμμετέχουν σε συναντήσεις και ταξίδια, και να ασκούνται, είναι πιο ευτυχισμένοι και πιο ικανοποιημένοι από την ηλικία τους, από εκείνους που κάθονται μόνο στο σπίτι.

 Η αίσθηση του ελέγχου είναι επίσης σημαντική. Οι Judith Rodin και Ellen Langer (1977) διαπίστωσαν ότι οι ηλικιωμένοι που διαμένουν σε οίκους ευγηρίας έδειξαν αυξημένη εγρήγορση, είχαν καλή διάθεση, και η θνησιμότητα ήταν μειωμένη, όταν επιτρεπόταν να αποφασίζουν για τον εαυτό τους για το τι φαγητό θα τρώγανε, τι ταινίες θα βλέπανε, ποιος και πότε θα μπορούσε να τους επισκεφθεί. Ο Γάλλος Jeanne Lanin Calumet τράβηξε την ανθρώπινη διάρκεια ζωής του έως 122 χρόνια, όταν τελικά πέθανε το 1997.

Αυτά και άλλα επιτεύγματα ερευνών δείχνουν ότι το γήρας δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται αρνητικά. Μάλλον, θα πρέπει να γίνεται αποδεκτό ως ένα άλλο κεφάλαιο στη ζωή ενός ατόμου και τότε θα βιώνεται ικανοποίηση.

Εισαγωγική Εικόνα

]]>

28 Ιαν 2014

Σεμινάριο: Η εκπαιδευτική και θεραπευτική αντιμετώπιση των παιδιών με ΔΕΠ-Υ μέσω της Παιγνιοθεραπείας

Στόχος του σεμιναρίου Το σεμινάριο απευθύνεται σε άτομα που ασχολούνται ή πρόκειται να ασχοληθούν με παιδιά στην επαγγελματική ή/και προσωπική τους ζωή, καθώς και σε όποιους επιθυμούν να διευρύνουν τις γνώσεις τους σχετικά με τη ΔΕΠ-Υ στην παιδική ηλικία και την αντιμετώπισή της. Στόχος του σεμιναρίου είναι να κατανοήσουμε τη φύση της ΔΕΠ-Υ, το πώς  επηρεάζει τα παιδιά, τις οικογένειές τους και τις σχολικές τάξεις, καθώς και το πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί. Λαμβάνοντας υπόψη το μαθησιακό και  ψυχολογικό προφίλ και τις ανάγκες των παιδιών με ΔΕΠ-Υ, θα διερευνήσουμε  και θα επεξεργαστούμε σε θεωρητικό και βιωματικό επίπεδο το πώς μπορούν να αξιοποιηθούν τεχνικές και μέθοδοι της παιγνιοθεραπείας για την αποτελεσματική εκπαιδευτική / θεραπευτική αντιμετώπιση ενός παιδιού με ΔΕΠ-Υ.

Μεθοδολογία

Το σεμινάριο θα είναι κυρίως βιωματικό, ενώ παράλληλα θα πλαισιωθεί με την απαραίτητη θεωρητική προσέγγιση και την αναφορά σε μελέτες περιπτώσεων. Επίσης, θα χρησιμοποιηθούν τεχνικές, όπως: δημιουργική συμβολική έκφραση μέσα από τη χρήση αντικειμένων, παιχνίδια ενσωμάτωσης. αφήγηση, ζωγραφική, παιχνίδι ρόλων, κ.ά.

Περιεχόμενα του σεμιναρίου

  • Τι είναι η ΔΕΠ-Υ και ποια είναι τα συμπτώματά της(πρωτογενή και δευτερογενή)
  • Μαθησιακό προφίλ του παιδιού με ΔΕΠ-Υ
  • Ψυχολογικό προφίλ του παιδιού με ΔΕΠ-Υ
  • Εκπαιδευτική και Θεραπευτική αντιμετώπιση – σχεδιασμός εκπαιδευτικών και θεραπευτικών προγραμμάτων
  • Μοντέλα παιγνιοθεραπείας για το παιδί με ΔΕΠ-Υ
  • Σχεδιασμός ομαδικών δραστηριοτήτων για παιδιά με ΔΕΠ-Υ προσχολικής και σχολικής ηλικίας
  • Τεχνικές για τον αυτοέλεγχο και την εκμάθηση κοινωνικών δεξιοτήτων
  • Συζήτηση
Λόγω του βιωματικού χαρακτήρα του σεμιναρίου, οι συμμετέχοντες καλούνται να  φοράνε άνετα ρούχα και να έχουν μαζί τους καλτσάκια. Θα δοθούν σημειώσεις και βιβλιογραφία.
  • Συντονίστρια: Αναστασία Πετρακοπούλου,νηπιαγωγός,παιγνιοθεραπεύτρια, ΜΑ
  • Διάρκεια: 5 ώρες
  • Ημερομηνία Διεξαγωγής: Κυριακή 23/02/2014
  • Ωρες: 10.00 πμ – 3.00 μμ
  • Κόστος συμμετοχής: 50€
  • Τόπος διεξαγωγής: ΚΕΝΤΡΟ ΕΥΡΥΜΑΘΕΙΑ, ΑΘΗΝΑ
*Ειδικές τιμές για ομάδες άνω των 4 ατόμων Οι τιμές σε έκδοση τιμολογίου επιβαρύνονται με Φ.Π.Α 23% Προθεσμία δήλωσης συμμετοχής έως 14 Φεβρουαρίου 2014 Αυγής 55 & Μπιζανίου 1, Ν. Ηράκλειο (ισόγειο) Στο κόστος του σεμιναρίου περιλαμβάνονται:
  • Folder με το υλικό του Σεμιναρίου
  • Βεβαίωση παρακολούθησης
  • Καφέ και σνακ στα διαλείμματα

Διαδικασία εγγραφής

  • Υποβολή των στοιχείων σας στον ειδικό χώρο της ιστοσελίδας http://www.evrymathia.com.gr/contact.php#.UMdwJKwYgxI
  • Τηλεφωνική επικοινωνία με το Κέντρο ΕΥΡΥΜΑΘΕΙΑ στο τηλέφωνο 210 2814378
  • Ώρες 15.00 – 21.00 ή μέσω facebook: www.facebook.com/evrymathia
  • Επιβεβαίωση κράτησης από την γραμματέα του ΕΥΡΥΜΑΘΕΙΑ, μέσω email (www.evrymathia.com.gr) ή τηλεφωνικώς
  • Εφόσον έχει επιβεβαιωθεί η κράτηση θέσης καταθέτετε το αντίστοιχο ποσόου κόστους συμμετοχής με τους τρόπους που αναγράφονται στον τρόπο πληρωμής

Τρόπος πληρωμής

Η κράτηση της θέσης για το σεμινάριο εξασφαλίζεται με την ονομαστική κατάθεση του αντιστοίχου ποσού στον παρακάτω τραπεζικό λογαριασμό: EUROBANK: 0026.0456.55.0200017341 (δικαιούχος Μαρία Σταθάκου) Ακυρώσεις εγγραφών δεν γίνονται δεκτές. Δεκτές γίνονται αντικαταστάσεις ονομάτων. Οι θέσεις είναι περιορισμένες]]>

24 Οκτ 2013

Τα οφέλη του θηλασμού στη ψυχολογία της μητέρας και του παιδιού

Το μητρικό γάλα είναι η ιδανική διατροφή για τα βρέφη. Είναι εύπεπτο και ικανοποιεί και την πείνα αλλά και την ανάγκη του μωρού για πιπίλισμα. Περιέχει περισσότερες από διακόσιες γνωστές θρεπτικές ουσίες, ενώ οι κατασκευαζόμενες βρεφικές τροφές περιέχουν περίπου το ήμισυ από αυτές. Ο θηλασμός παρέχει ισχυρή προστασία ενάντια σε πολυάριθμες απειλές για την υγεία του μωρού, όπως είναι οι ασθένειες, οι ιογενείς και βακτηριακές λοιμώξεις και οι αλλεργίες, ενισχύοντας το ανοσοποιητικό του σύστημα. Σύμφωνα με ερευνητικά δεδομένα το μητρικό γάλα μειώνει τη συχνότητα εμφάνισης ή σοβαρότητας της νόσου και επιτρέπει την ταχύτερη ανάρρωση. Επιπλέον, τα μωρά που θηλάζουν εμφανίζουν μικρότερο ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας, οξείες λοιμώξεις και νοσηλείες.

Ο θηλασμός δημιουργεί μια ειδική σχέση που παρέχει φυσική και συναισθηματική άνεση, τόσο για τη μητέρα όσο και για το μωρό. Μια μητέρα που θηλάζει, ηρεμεί και χαλαρώνει μέσω του θηλασμού με αποτέλεσμα να δίνει στο παιδί της απεριόριστη προσοχή πολλές φορές κάθε μέρα. Θα κοιτάξει μέσα στα μάτια του, θα του μιλήσει και θα συνδεθεί μαζί του με ένα μοναδικό τρόπο. Ο θηλασμός προάγει τη φυσική σύνδεση ανάμεσα στη μητέρα και το μωρό χάρη στη συνδυασμένη δράση των ορμονών προλακτίνη και οκυτοκίνη. Η οκυτοκίνη βοηθά στη μείωση του άγχους και αυξάνει την προσοχή της μητέρας προς το μωρό της. Οι ορμόνες που διεγείρονται μέσω του θηλασμού βοηθούν τις μητέρες, ώστε να μην εμφανίζουν αρνητική διάθεση και να κοιμούνται καλύτερα, μειώνουν το άγχος και οδηγούν στην ομαλή μετάβαση από τον τοκετό στη μητρότητα.

Οι περισσότεροι επιστήμονες, συμφωνούν ότι το μεγαλύτερο όφελος του θηλασμού είναι η συναισθηματική ευεξία μητέρας και παιδιού.

Τα οφέλη του θηλασμού στην ψυχολογία της μητέρας

Οι μητέρες που επιλέγουν να θηλάσουν, αισθάνονται ολοκληρωμένες και αντιμετωπίζουν την περίοδο της λοχείας με μεγαλύτερη ευκολία. Το συναισθηματικό δέσιμο και η επαφή με το μωρό τους, ενισχύει την αυτοπεποίθησή τους (όσον αφορά την ικανότητά τους να το φροντίσουν). Έτσι, ενισχύεται η αυτοεκτίμηση και η εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους. Επιπλέον, οι μητέρες που θηλάζουν, εμφανίζουν μειωμένες πιθανότητες εκρήξεων θυμού, κακοποίησης ή εγκατάλειψης των παιδιών τους.

Τα οφέλη του θηλασμού στην ψυχολογία του παιδιού

Κατά τη διάρκεια του θηλασμού, το μωρό απολαμβάνει τη ζεστασιά και τη σωματική επαφή με την αγκαλιά της μητέρας και αισθάνεται ασφάλεια και ηρεμία, γεγονός που του δίνει τις πρώτες βάσεις για τη συναισθηματική και ψυχολογική του ανάπτυξη. Τα μωρά που θηλάζουν, μαθαίνουν να εμπιστεύονται τη μητέρα και να αντιλαμβάνονται την αγάπη και το ισχυρό δέσιμο. Μεγαλώνοντας, δεν εμφανίζουν έντονη προσκόλληση στους γονείς, γίνονται ανεξάρτητα και δε βιώνουν έντονο άγχος αποχωρισμού.

Ο θηλασμός είναι ιδανικός όχι μόνο για τα μωρά και τις μητέρες, αλλά και για τις οικογένειες και την κοινωνία γενικότερα. Μερικά από τα οφέλη του θηλασμού έχουν αντίκτυπο και στην κοινωνία, διότι μια κοινωνία που έχει υγιή μωρά ευνοείται, καθώς δεν επιβαρύνεται το κοινωνικό σύστημα υγείας. Επιπλέον, τα γνωστικά οφέλη του θηλασμού στα μωρά (το μητρικό γάλα εμφανίζεται ως παρόγοντας ενίσχυσης της νοημοσύνης του παιδιού) ελαφρύνουν το βάρος του εκπαιδευτικού συστήματος της χώρας.

Όσον αφορά την οικογένεια, ο θηλασμός δημιουργεί ήρεμη ατμόσφαιρα μέσα στο σπίτι. Το μωρό τρέφεται σωστά και η μητέρα αποκτά βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα οφέλη για την υγεία της και μπορεί να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στα άλλα μέλη της οικογένειας. Επιπλέον, ευνοείται ο οικονομικός προϋπολογισμός της οικογένειας πράγμα υπολογίσιμο σε περιόδους οικονομικής κρίσης.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Baby breastfeeding, by PublicDomainPictures

]]>

13 Σεπ 2013

Εξαρτήσεις στην εφηβική ηλικία: Αντιμετώπιση

Εάν λάβουμε υπόψη τον μεγάλο αντίκτυπο που έχει η χρήση ουσιών σε πολλούς και διαφορετικούς τομείς της ζωής των εφήβων, τότε μπορούμε να βγάλουμε εύκολα συμπεράσματα για τις συνέπειές τους στην ψυχολογική, κοινωνική και επαγγελματική τους ανάπτυξη. Τόσο στις περιπτώσεις που η κατάχρηση είναι δευτερεύων σύμπτωμα, όσο και στις περιπτώσεις που είναι το πρωτεύων, οι έφηβοι με τέτοιου είδους συμπεριφορά ανήκουν σε ομάδες αυξημένου κινδύνου.

Η χρήση ουσιών, όπως επισημάναμε στο σχετικό άρθρο για τη συννοσηρότητα στις εξαρτήσεις,  μπορεί να σταθεί εμπόδιο όχι μόνο στην έγκαιρη διάγνωση μιας κύριας ψυχικής διαταραχής, αλλά ακόμη και στην αντιμετώπισή της123

Για τον λόγο αυτό η έγκαιρη διάγνωση της κατάχρησης ή/και εξάρτησης από ουσίες στην εφηβεία είναι ένα αποτελεσματικό πρώτο βήμα στην αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού. Υπάρχουν πολλά διαγνωστικά εργαλεία για την εξάρτηση τα οποία σταθμίζονται στον εφηβικό πληθυσμό και αξιοποιούνται παγκοσμίως. Παραδείγματα τέτοιων εργαλείων αποτελούν: το πρότυπο συνέντευξης Adolescent Drug Abuse Diagnosis (ADAD), το Teen Addiction Severity Index (TASI) αλλά και το Diagnostic Interview Schedule for Children (DISC), τα  οποία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για εφήβους και παιδιά στην πρώιμη εφηβική ηλικία (Gilvarry, 2000).

Εφόσον γίνει η διάγνωση, τα παιδιά μπορούν να ακολουθήσουν μια σειρά από διαφορετικές θεραπευτικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση της κατάχρησης ουσιών. Ανάλογα με την περίπτωση, αυτές μπορούν να λάβουν χώρα είτε σε κάποιο ιδρυματικό περιβάλλον, είτε σε μια διαπροσωπική, οικογενειακή ή ομαδική θεραπεία είτε σε κάποιο άλλο θεραπευτικό περιβάλλον. Αν και οι περισσότερες προσεγγίσεις έχουν αναπτυχθεί για την θεραπεία ενηλίκων, τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχουν γίνει σημαντικά βήματα για την προσαρμογή τους σε εφηβικούς πληθυσμούς. Η τελική επιλογή για το πρόγραμμα που θα ακολουθηθεί εξαρτάται από την ένταση του προβλήματος, την συνύπαρξη άλλης ψυχικής διαταραχής αλλά και τις ιδιαιτερότητες του περιβάλλοντος του εφήβου4 .

Η ομαδική θεραπευτική προσέγγιση των Ανώνυμων Αλκοολικών (Alcoholic Anonymous/ΑΑ), η οποία είναι ευρέως διαδεδομένη στο εξωτερικό, εστιάζει στην συναισθηματική υποστήριξη των αλκοολικών που προσπαθούν να ξεπεράσουν τον εθισμό τους. Η θεραπεία γίνεται μέσω ενός συστήματος 12 σημείων τα οποία έχουν ως σκοπό την αναγνώριση και την αποδοχή του προβλήματος του εθισμού και την σταδιακή αντιμετώπισή του μέσω ενός συστήματος επιβραβεύσεων και ομαδικής υποστήριξης από την υπόλοιπη ομάδα των θεραπευομένων. Αν και τα αποτελέσματα του προγράμματος των ΑΑ σε ενήλικες είναι συγκρίσιμα με αυτά άλλων ατομικών συμπεριφορικών θεραπειών, η εφαρμογή του σε εφήβους είναι ακόμη σε πειραματικό στάδιο και παραμένει αμφίβολη η αποτελεσματικότητά του σε αυτή την ηλικιακή ομάδα5.

Δύο από τις πιο διαδεδομένες ατομικές θεραπευτικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση του εθισμού είναι η Γνωστική-Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT) αλλά και η Θεραπεία Ενίσχυσης Κινήτρων (MET). Η CBT εστιάζει στην εκπαίδευση του ατόμου ώστε αυτό να καταστεί ικανό να παρατηρεί την συμπεριφορά του, να αναγνωρίζει τους γνωστικούς, κοινωνικούς και συναισθηματικούς πυροδοτικούς παράγοντες που οδηγούν στην κατάχρηση, να αναπτύξει μια σειρά από ικανότητες ώστε να ελέγχει τις ενορμήσεις του αλλά και να αναγνωρίζει εναλλακτικούς ενισχυτές της συμπεριφοράς του ώστε αυτή να γίνει πιο υγιής.

Μέσα στα πλαίσια της CBT, το άτομο έρχεται σε επαφή με μια σειρά από τεχνικές χαλάρωσης και μεθόδους ελέγχου των συναισθημάτων του. Η εφαρμογή προγραμμάτων CBT σε εφήβους έχει δείξει ότι είναι αποτελεσματικά, εφόσον η δουλειά που κάνει ο έφηβος είναι παρουσία του θεραπευτή, καθώς οι έφηβοι συνήθως αρνούνται να κάνουν ασκήσεις εκτός θεραπευτικού περιβάλλοντος, όπως είναι οι εργασίες στο σπίτι (Perepletchikova, Krystal & Kaufman, 2008). Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η CBT δεν εφαρμόζεται αποκλειστικά και μόνο σε ατομικό, αλλά και σε ομαδικό και οικογενειακό επίπεδο.

Η θεραπεία Ενίσχυσης Κινήτρων (ΜΕΤ) από την άλλη εφαρμόζει μια διαφορετική προσέγγιση, όπου το άτομο αρχικά λαμβάνει βοήθεια ώστε να αναγνωρίσει το πρόβλημα του εθισμού. Στη συνέχεια ο θεραπευτής εστιάζει στην ενίσχυση των κινήτρων που έχει το άτομο ώστε να απελευθερωθεί από τον εθισμό του.

Όπως και με τις άλλες θεραπείες, η ΜΕΤ έχει εφαρμοσθεί κυρίως σε ενήλικες, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την αποτελεσματικότητά της σε εφήβους. Παρόλα αυτά, όσες έρευνες έχουν γίνει με εφήβους που ακολούθησαν ΜΕΤ έχουν δείξει θετικά αποτελέσματα, ιδιαίτερα για την αντιμετώπιση του εθισμού στο αλκοόλ αλλά και την κοινωνική συμπεριφορά των εφήβων. Η αντιμετώπιση του εθισμού σε άλλες ουσίες μέσω της ΜΕΤ έχει αποδειχθεί λιγότερο αποτελεσματική (Perepletchikova, Krystal & Kaufman, 2008).

Τέλος, όσον αφορά τις ψυχοθεραπευτικές μεθόδους αντιμετώπισης της κατάχρησης ουσιών και του εθισμού στους εφήβους, μία αποτελεσματική μέθοδος φαίνεται πως είναι η οικογενειακή-συστημική θεραπεία ((Rowe, C. L. (2012). Family therapy for drug abuse: review and updates 2003-2010. Journal of Marital and Family Therapy, 38(1), 59–81. )) . Οι διάφοροι τύποι οικογενειακής-συστημικής θεραπείας σε εφήβους έχουν μελετηθεί σε έναν αρκετά μεγάλο βαθμό σε σχέση με τις άλλες μεθόδους ψυχοθεραπείας, κυρίως λόγω της ευρείας χρήσης της στο σύστημα ψυχικής υγείας των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου.

Σκοπός των θεραπειών αυτών είναι να παρέμβουν σε πολλαπλά κοινωνικά πεδία τα οποία σχετίζονται με την χρήση ουσιών που παρατηρείται στον έφηβο. Έτσι, κατά περίπτωση, οι φορείς ψυχικής υγείας μπορούν να επέμβουν σε επίπεδο οικογένειας, σχολείου ή φιλικών δικτύων. Σκοπός της πολυεπίπεδης παρέμβασης είναι να βοηθήσει τον έφηβο να επανέλθει σε φυσιολογικές αναπτυξιακές διαδικασίες, και να δραστηριοποιηθεί σε πιο υγιής δραστηριότητες σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο (π.χ. ανάπτυξη χόμπι, συμμετοχή σε αθλητικές δραστηριότητες). Σε επίπεδο γονέων, η οικογενειακή θεραπεία στοχεύει στην εκπαίδευση των γονέων ώστε να επέλθει η σταδιακή μείωση των όποιων ψυχιατρικών συμπτωμάτων και η επανακοινωνικοποίηση του εφήβου (Perepletchikova, Krystal & Kaufman, 2008. Williams & Chang, 2000).

Στους ενήλικες που παρουσιάζουν εθισμό σε ουσίες, πέραν των ψυχοθεραπευτικών μεθόδων που αναφέρθηκαν προηγουμένως, αξιοποιούνται και φαρμακευτικές θεραπείες, οι οποίες στοχεύουν στην συστηματική απεξάρτηση από τις εν λόγω ουσίες. Η έρευνα για την αξιοποίηση παρόμοιων φαρμακευτικών μεθόδων σε εφήβους είναι ακόμη σε πρώιμα στάδια, με αποτέλεσμα να είναι νωρίς να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητά τους (Perepletchikova, Krystal & Kaufman, 2008).

Παρά το γεγονός ότι η κατάχρηση ουσιών σχετίζεται με μια πληθώρα αρνητικών συνεπειών και παρενεργειών που προαναφέρθηκαν εκτενώς, είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι η εξαρτημένη συμπεριφορά των εφήβων που κάνουν κατάχρηση ουσιών δεν έχει πάντοτε αποκλειστικά και μόνο αρνητικό αντίκτυπο στη συμπεριφορά τους. Για παράδειγμα, έχει βρεθεί ότι η εξαρτημένη διαταραχή της προσωπικότητας η οποία μπορεί να είναι παρούσα σε εφήβους με κατάχρηση αλκοόλ μπορεί να δώσει το έναυσμα για θετικές  συμπεριφορές, όπως είναι η δημιουργία εσωτερικών κινήτρων για ακαδημαϊκή επιτυχία, σε μια προσπάθεια του εφήβου να ευχαριστηθούν οι σημαντικοί άλλοι στη ζωή του (Bornstein, 1994).

Βλέπουμε δηλαδή ότι ενώ κάποια χαρακτηριστικά της εξαρτημένης προσωπικότητας μπορεί να είναι αρνητικά σε έναν τομέα (π.χ. ανάπτυξη ψυχοπαθολογίας), ταυτόχρονα μπορεί να αποδειχθούν θετικά σε έναν άλλο τομέα (π.χ. ακαδημαϊκή επίδοση). Αυτή η παρατήρηση υπογραμμίζει το γεγονός ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αποκλειστικά και μόνο ως θετική ή αρνητική, αλλά πάντοτε θα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη ότι αναφερόμαστε σε ένα φάσμα συμπεριφοράς η οποία ανάλογα με το περιβάλλον και τους στόχους του ατόμου μπορεί να πάρει θετική ή αρνητική χροιά. Σε αυτό το γεγονός βασίζονται άλλωστε και οι πλείστες θεραπευτικές προσεγγίσεις των εξαρτήσεων στην εφηβεία, οι οποίες ουσιαστικά προσπαθούν να τονώσουν την υγιή και θετική φύση μιας συμπεριφοράς του εφήβου και να ελέγξουν ή να μειώσουν την αρνητική της φύση (Bornstein, 1994. Perepletchikova, Krystal & Kaufman, 2008).

Συνεργασία

Το άρθρο γράφτηκε σε συνεργασία με την Χριστίνα-Ελένη Μπάμπαλου

31Ψυχολόγος, MSc Αναπτυξιακή και  Σχολική Ψυχολογία (Α.Π.Θ.) – Υπότροφος του Ιδρύματος Ωνάση – Ψυχολόγος στο Δήμο Θεσσαλονίκης, Ψυχοκοινωνική Υποστήριξη Ευπαθών Ομάδων – Συντονίστρια Σχολών Γονέων – Εισηγήτρια Ψυχοεκπαιδευτικών και Βιωματικών Σεμιναρίων +30 6973480170

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Bornstein, R. F. (1994). Adaptive and maladaptive aspects of dependency: an integrative review. The American Journal of Orthopsychiatry, 64(4), 622–635. []
  2. Countryman, J. (2005). Substance Use in Adolescents. Clinical Child Psychiatry, 263-274. []
  3. Gilvarry, E. (2000). Substance abuse in young people. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 41(1), 55-80. []
  4. Williams, R. J., & Chang, S. Y. (2000). A Comprehensive and Comparative Review of Adolescent Substance Abuse Treatment Outcome. Clinical Psychology: Science and Practice, 7(2), 138–166. []
  5. Perepletchikova, F., Krystal, J. H., & Kaufman, J. (2008). Practitioner review: adolescent alcohol use disorders: assessment and treatment issues. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 49(11), 1131–1154.  []