24 Ιούλ 2016

Τα βιντεοπαιχνίδια δράσης αναπτύσσουν τον οπτικοκινητικό συντονισμό και τις οπτικοχωρικές ικανότητες

Πιστεύετε ότι έχετε κακό οπτικοκινητικό συντονισμό; Απλά παίξτε περισσότερα παιχνίδια δράσης! Οι τελευταίες έρευνες πάνω στον αντίκτυπο των ηλεκτρονικών παιχνιδιών στην ανάπτυξη γνωστικών δεξιοτήτων, επιβεβαιώνουν προηγούμενα ευρήματα, σύμφωνα με τα οποία όσοι παίζουν βιντεοπαιχνίδια δράσης στον υπολογιστή ή την κονσόλα τους, αναπτύσσουν καλύτερα αντανακλαστικά και βελτιώνουν τον οπτικοκινητικό συντονισμό τους.

Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Psychological Science1 , οι παίκτες που παίζουν τουλάχιστον 5 ώρες τέτοιων παιχνιδιών κάθε εβδομάδα αναπτύσσουν τις γνωστικές τους ικανότητες, κάτι που βοηθάει ιδιαίτερα σε καθημερινές δραστηριότητες, όπως π.χ. η οδήγηση. Συγκεκριμένα όσο πιο έμπειροι είναι οι παίκτες σε παιχνίδια οδήγησης και δράσης (FPS), τόσο καλύτερες οπτικοχωρικές ικανότητες έχουν, όπως αυτές εκδηλώνονται σε δραστηριότητες οπτικοχωρικής μνήμης αλλά και στον έλεγχο της ευαισθησίας στις αντιθέσεις χρωμάτων.

Ο πειραματικός σχεδιασμός αρχικά ήταν απλός. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να οδηγήσουν ένα εικονικό αυτοκίνητο σε έναν δρόμο. Στόχος ήταν να μείνουν στο κέντρο του δρόμου, λαμβάνοντας υπόψη εικονικούς πλευρικούς «ανέμους» που μετακινούσαν το αυτοκίνητο προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά. Οι συμμετέχοντες με εμπειρία σε βιντεοπαιχνίδια δράσης και οδήγησης ήταν πολύ καλύτεροι σε αυτή τη δραστηριότητα σε σχέση με όσους δεν είχαν ανάλογη εμπειρία. Επιπλέον, φάνηκε πως όσο πιο έμπειροι ήταν οι παίκτες, τόσο καλύτεροι ήταν στη συγκεκριμένη δραστηριότητα, καθώς κατάφερναν να κρατήσουν το «αυτοκίνητο» στο κέντρο του δρόμου, ακόμη και υπό πολύ πιο δύσκολες συνθήκες («δυνατούς ανέμους»).

Πέραν αυτού του πειράματος, οι ερευνητές θέλησαν να πραγματοποιήσουν και ένα δεύτερο ώστε να ελέγξουν εάν πράγματι η εμπειρία σε βιντεοπαιχνίδια δράσης ήταν όντως ο παράγοντας που επηρέαζε τα αποτελέσματα. Στο δεύτερο πείραμα έλαβαν μέρος συμμετέχοντες δίχως εμπειρία σε βιντεοπαιχνίδια. Χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Η πρώτη ομάδα έπαιξε 10 φορές από 1 ώρα το Super Mario Kart, ένα γρήγορο βιντεοπαιχνίδι οδήγησης. Η δεύτερη ομάδα έπαιξε 10 φορές από 1 ώρα το Roller Coaster Tycoon III, ένα βιντεοπαιχνίδι στο οποίο οι παίκτες χτίζουν ένα λούνα παρκ.

Τα δύο παιχνίδια έχουν ομοιότητες όσον αφορά την ευκολία εκμάθησής τους, αλλά και τα γραφικά που χρησιμοποιούν (έντονα χρώματα, καρτουνίστικα γραφικά). Διαφέρουν όμως στις γνωστικές απαιτήσεις τους. Το Super Mario Kart απαιτούσε καλό συντονισμό κινήσεων, οπτικοχωρική αντίληψη και ταχύτητα, ενώ το Roller Coaster Tycoon III απαιτούσε προγραμματισμό κινήσεων και καλή διαχείριση πόρων. Στη δεύτερη φάση του πειράματος οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να κάνουν την δραστηριότητα που αναφέραμε πιο πάνω: να κρατήσουν ένα εικονικό όχημα στο κέντρο ενός δρόμου.

Τα δεδομένα έδειξαν ότι οι συμμετέχοντες που έπαιξαν το Super Mario Kart ήταν καλύτεροι στη δεύτερη δραστηριότητα, σε σχέση με όσους έπαιξαν Roller Coaster Tycoon III, κάτι που υποδεικνύει ότι η εξάσκηση των οπτικοχωρικών ικανοτήτων έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαφοροποίηση των αποτελεσμάτων. Πειράματα στα οποία οι συμμετέχοντες έπαιξαν παιχνίδια δράσης (FPS) είχαν παρόμοια αποτελέσματα.

Τα βιντεοπαιχνίδια, όπως ακριβώς και τα υπόλοιπα παιχνίδια (επιτραπέζια, γρίφοι, σταυρόλεξα κτλ) έχουν άμεσο αντίκτυπο στην ανάπτυξη των γνωστικών μας ικανοτήτων, καθώς λειτουργούν ως εξάσκηση. Ο εθισμός βεβαίως στα βιντεοπαιχνίδια είναι ένα εντελώς διαφορετικό κεφάλαιο και έχει άλλες προεκτάσεις, ψυχολογικές και συναισθηματικές.

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Li, L., Chen, R., & Chen, J. (2016). Playing Action Video Games Improves Visuomotor Control. Psychological Science. doi:10.1177/0956797616650300 []
13 Απρ 2016

Τα δίγλωσσα παιδιά παρουσιάζουν αυξημένη εγκεφαλική δραστηριότητα στις περιοχές που σχετίζονται με ανώτερες γνωστικές διεργασίες

Σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, όπως αυτό το οποίο έχει διαμορφωθεί τις τελευταίες δεκαετίες, οι αποστάσεις έχουν μικρύνει και οι λαοί έχουν έρθει πιο κοντά. Ως αποτέλεσμα αυτής της πραγματικότητας έχουν αυξηθεί οι μεικτοί γάμοι μεταξύ αλλοεθνών και κατά συνέπεια και αλλόγλωσσων αλλά επίσης έχει αυξηθεί και η μεταναστευτική ροή, με οικογένειες ομοεθνών να διαμένουν μόνιμα ως μετανάστες σε μια άλλη χώρα στην οποία κάνουν και την οικογένειά τους.

Έτσι, όλο και περισσότεροι άνθρωποι είναι σχεδόν εκ γενετής δίγλωσσοι. Είτε οι γονείς τους μιλάνε σε δύο μητρικές γλώσσες στο σπίτι, είτε τα παιδιά μιλάνε μία γλώσσα στο σπίτι και άλλη μία εκτός σπιτιού, ανάλογα με τη χώρα στην οποία μεγαλώνουν. Ήδη υπάρχει ένας μεγάλος όγκος ερευνών που υποστηρίζουν ότι οι γλωσσική ανάπτυξη των δίγλωσσων και πολύγλωσσων παιδιών παρουσιάζει σημαντικές διαφορές σε σχέση με τα μονόγλωσσα παιδιά. Σε ορισμένες περιπτώσεις πολύγλωσσων παιδιών υπάρχει μια μικρή καθυστέρηση στην έναρξη της ομιλίας (αν και αυτό δεν είναι ο κανόνας), αλλά στη συνέχεια οι γλωσσικές δεξιότητες των παιδιών αυτών είναι πιο ανεπτυγμένες, καθώς παρατηρείται ότι κατακτούν πιο εύκολα γλωσσικούς, γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες.

Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι σχετικά απλός. Καθώς τα δίγλωσσα και πολύγλωσσα παιδιά έρχονται σε επαφή με περισσότερες από μία γλώσσες, πρέπει να κατακτήσουν διπλό (ή και τριπλό σε κάποιες περιπτώσεις) λεξιλόγιο, διαφορετικούς γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες κτλ. Όλη αυτή η διαδικασία απαιτεί χρόνο, και γι’ αυτό ίσως να υπάρχει η μικρή καθυστέρηση στην έναρξη ομιλίας. Όταν όμως τα παιδιά αυτά κατακτήσουν τις απαραίτητες γλωσσικές ικανότητες, είναι σε θέση να κατανοούν βαθύτερα τη δομή των γλωσσών και κατά συνέπεια να κατακτούν ταχύτερα όποιους νέους γλωσσικούς κανόνες καλούνται να μάθουν.

Πέρα από τις ανεπτυγμένες γλωσσικές δεξιότητες, η πολυγλωσσία φαίνεται πως σχετίζεται και με την ευρύτερη ανάπτυξη των γνωστικών δεξιοτήτων. Μια πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον έδειξε πως ήδη από την ηλικία των 11 μηνών –πριν δηλαδή τα παιδιά αρχίσουν να μιλάνε- υπάρχουν σημαντικές διαφορές στις ανώτερες εκτελεστικές διαδικασίες μεταξύ πολύγλωσσων/δίγλωσσων και μονόγλωσσων παιδιών, ενώ οι διαφορές αυτές αντικατοπτρίζονται και σε επίπεδο εγκεφαλικής λειτουργίας1 .

Όλοι μας μπορούμε να αντιληφθούμε και να ξεχωρίσουμε μεταξύ τους ήχους διαφόρων ξένων γλωσσών κατά τους πρώτους μήνες της ζωής μας. Πρόκειται για ένα στάδιο κατά το οποίο μπορούμε πολύ πιο εύκολα να αρχίσουμε να μαθαίνουμε μια δεύτερη γλώσσα. Σύμφωνα με την έρευνα αυτή, ενώ τα μονόγλωσσα παιδιά παύουν να μπορούν να διαχωρίσουν ήχους μιας νέας γλώσσας μετά την ηλικία των 10 μηνών, τα δίγλωσσα παιδιά συνεχίζουν να έχουν ανοιχτούς τους «ακουστικούς» τους ορίζοντες.

Επιπλέον, καθώς για τις ανάγκες της έρευνας, αξιοποιήθηκε η τεχνική MEG (Magnetoencephalography / μαγνητοεγκεφαλογραφία), οι επιστήμονες ήταν σε θέση να δουν τις ακριβείς εγκεφαλικές περιοχές που ενεργοποιούνταν κατά τη διάρκεια που τα παιδιά άκουγαν παρόμοιους ήχους από διαφορετικές γλώσσες. Τα μονόγλωσσα παιδιά είχαν σημαντικά χαμηλότερη εγκεφαλική δραστηριότητα στις πρόσθιες εγκεφαλικές περιοχές, οι οποίες σχετίζονται με ανώτερες γνωστικές δεξιότητες. Αυτό συνέβη, σύμφωνα πάντα με την ερμηνεία των ερευνητών, διότι τα παιδιά αυτά δεν ήταν σε θέση να διαχωρίσουν παρόμοιους ήχους (π.χ. ba/ da/), εν αντιθέσει με τα δίγλωσσα παιδιά, επομένως δεν απαιτούνταν κάποια επιπλέον εγκεφαλική δραστηριότητα για να επεξεργαστεί περεταίρω τις ακουστικές πληροφορίες.

http://youtu.be/TAYhj-gekqw Βίντεο από τη συγκεκριμένη έρευνα

Η συγκεκριμένη έρευνα έρχεται να προστεθεί στις εκατοντάδες έρευνες που μελετούν την πολυγλωσσία και διαφοροποιήσεις που προκαλεί στον τρόπο που σκεφτόμαστε, μιλάμε αλλά και λειτουργούμε2 . Τα πλεονεκτήματα της πολυγλωσσίας, ιδιαίτερα όταν αυτή ξεκινήσει από μικρή ηλικία φαίνεται πως είναι αρκετά, τόσο σε σχέση με τη γλωσσική όσο και τη γνωστική ανάπτυξη των παιδιών.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Ramírez, N. F., Ramírez, R. R., Clarke, M., Taulu, S., & Kuhl, P. K. (2016). Speech discrimination in 11-month-old bilingual and monolingual infants: A magnetoencephalography study. Developmental Science Dev Sci. doi:10.1111/desc.12427 []
  2. Edwards, J. (2012). Multilingualism: Understanding linguistic diversity. London: Continuum International Pub. Group. []
20 Απρ 2015

Ευφυϊα και ψυχικές διαταραχές: αυτοκαταστροφικός μονόδρομος ή εποικοδομητική (υπο όρους) αμφίδρομη σχέση;

Πριν από 2.500 χρόνια ο Αριστοτέλης υποστήριξε πως «δεν υπάρχει καμία μεγάλη ιδιοφυΐα χωρίς κάποια δόση παράνοιας». Σήμερα ο ισχυρισμός του αποδεικνύεται επιστημονικά καθώς πολυάριθμες μελέτες αποδεικνύουν πως η ευφυΐα σχετίζεται με ισχυρότερες τάσεις που αφορούν στην κατάθλιψη, στη σχιζοφρένεια και στη διπολική διαταραχή καθώς επίσης και σε εθισμούς όπως τα ναρκωτικά και το αλκοόλ. Σύμφωνα με μία μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Neuron  αυτό οφειλεται σε μία πρωτεΐνη που παράγεται στον εγκέφαλο (neuronal calcium sensor-1 protein) και η οποία έχει άμεση σύνδεση με τη μνήμη, τη δημιουργική σκέψη και με σοβαρές ψυχικές διαταραχές όπως οι παραπάνω.

Επιπρόσθετα, σε έρευνες  που έλαβαν χώρα στην Αγγλία και σε Σκανδιναβικές χώρες αποδεικνύεται πως υπάρχει άρρηκτος δεσμός ανάμεσα στη διπολική διαταραχή και στις υψηλές επιδόσεις των μαθητών στο σχολείο ειδικότερα σε όσους μελετούσαν μαθηματικά, λογοτεχνία και μουσική. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται ιστορικά από αναρίθμητα παραδείγματα εξεχόντων προσωπικοτήτων του χώρου της τέχνης και των επιστημών που ταλανίστηκαν από σοβαρές ψυχικές ασθένειες κατα τη διάρκεια του πολύκροτου βίου τους όπως ο Van Gogh, ο Κερτ Κομπέιν,η Σύλβια Πλαθ, ο Έντεκα Άλαν Πόε, η Βιρτζίνια Γουλφ και χιλιάδες άλλοι. Φαίνεται λοιπόν, πως αναπτύσσεται μία αλληλοσχέση ανάμεσα στην ευφυΐα και το δημιουργικό πνεύμα κάτι ωστόσο που δεν αποτελεί τον κανόνα σύμφωνα με μία γνωστή έρευνα των Getzels και Jackson (1962), που δείχνει ότι δημιουργικοί άνθρωποι  δεν ήταν κατ’ ανάγκην και οι έχοντες την πλέον υψηλή νοημοσύνη. Αυτό το συμπέρασμα χρήζει ιδιαίτερης προσοχής καθώς σε πολλές περιπτώσεις ανθρώπων με έντονη συνύπαρξη ψυχικών ασθενειών και καλλιτεχνικής δραστηριότητας , οι πράξεις αυτοχειρίας κατέχουν υψηλό ποσοστό καθιστώντας τις πράξεις αυτοκαταστροφής ως μία πράξη ηρωισμού σε μία προσπάθεια λύτρωσης μίας βασανισμένης ιδιοφυίας. Φυσικά αυτός ο τρόπος σκέψης κρίνεται από την επιστημονική κοινότητα ως ανεδαφικός καθώς η γοητεία σε μία πράξη αυτοχειρίας είναι το ίδιο παράλογη με τη δαιμονοποίησή της αφού αναστέλλει την κατανόησή μας για σοβαρές ψυχικές διαταραχές που υποβόσκουν στις εξέχοντες καλλιτεχνικές προσωπικότητες που ενδεχομένως πολλοί από εμας έχουμε θαυμάσει.

Αυτό που πρέπει να γίνει σαφές είναι πως η κατάθλιψη ή οποιαδήποτε άλλη ψυχική διαταραχή δεν αποτελεί το εισιτήριο μίας ιδιοφυίας και κατ’επεκτάση μίας πράξης αυτοχειρίας. Η αυτοκτονία αποτελεί μία από τις σοβαρότερες εκφάνσεις των ψυχικών ασθενειών και σίγουρα δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως μία φυσιολογική ή ακόμα και ηρωική πράξη ενός ευφυούς και δημιουργικού ανθρώπου. Ένας άνθρωπος που προβαίνει σε μία τέτοια ενέργεια, κρίνεται ψυχικά διαταραγμένος και στόχος μας θα πρέπει να είναι η πρόληψη και η σωστή ενημέρωση από επιστήμονες του χώρου της Ψυχιατρικής έτσι ώστε να αντιμετωπίσουμε με τον κατάλληλο χειρισμό τέτοιες περιπτώσεις που ενδεχομένως αντιλήφθουμε στο περιβάλλον μας.

Αξίζει να σημειωθεί πως η οπτική γωνία με την οποία βλέπουμε τέτοιες καταστάσεις διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο καθώς οδηγεί πολλούς ανθρώπους στο να χρησιμοποιούν τις ταμπέλες του «άρρωστου», του «καταθλιπτικού», του «προβληματικού» κ.ά τις οποίες μακροπρόθεσμα θα υιοθετήσει και ο ίδιος ο πάσχων οδηγώντας τον συχνά σε προβληματικές εσωτερικεύσεις που λειτουργούν ανασταλτικά στην προσπάθεια ανάρρωσής του. Η παιδεία, οι αντιλήψεις και το πνευματικό επίπεδο της κοινωνίας καθώς και η η επιστημονική πρόοδος σε θέματα ψυχικής υγείας της κάθε χώρας ασφαλώς διαδραματίζει βαρυσήμαντο ρόλο στην υιοθέτηση τέτοιων απόψεων.

Εν κατακλείδι, η αλληλοσχέση δημιουργικότητας, ευφυίας και ψυχικών διαταραχών είναι επιστημονικά αποδεδειγμένη και δεδομένου οτι η αυτοχειρία ή οποιαδήποτε άλλη πράξη αυτοκαταστροφής αποτελούν τις σοβαρότερες εκφάνσεις αυτών των διαταραχών, δεν θα πρέπει να θεωρούνται σε καμία περίπτωση ως μία δικαιολογημένη ή «φυσιολογική» αντίδραση λύτρωσης υπο το μανδύα της «βασανισμένης ιδιοφυίας». Κρίνεται αναπόδραστη αναγκαιότητα η συνειδητοποίηση εκ μέρους του πάσχοντος αλλά και του περιβάλλοντός του, πως οποιαδήποτε ψυχική ασθένεια δεν αποτελεί αντικείμενο ντροπής, τύψεων ή κατωτερότητας γι’αυτό και η αποδοχή της διαφορετικότητας του ατόμου καθώς και η ορθολογική αντιμετώπιση της συμπτωματολογίας του, θα αποτελέσουν το εναρκτήριο λάκτισμα στην προσπάθεια απελευθέρωσης από τους δαίμονες που αποδομούν την ψυχική του ισορροπία. Στόχος καθίσταται η πρόληψη και η σωστή ενημέρωση από επιστήμονες της Ψυχιατρικής σε θέματα ψυχικής υγείας. Η οποιαδήποτε ακραία αντιμετώπιση των ψυχικών ασθενειών αποτελεί τροχοπέδη στην προσπάθεια παροχής βοήθειας σε ανθρώπους που πραγματικά χρειάζονται την στήριξη και την επιστημονική αρωγή μας.Με αυτή την ασφαλιστική δικλείδα, άνθρωποι με ιδιάιτερη ευφυία που ενδεχομένως αντιμετωπίζουν κάποια διαταραχή θα μπορέσουν να εκφράσουν εποικοδομητικά το μεγαλείο του ταλέντου τους. Ίσως τελικά αυτή η ανάγκη έκφρασης του ιδιαίτερου ψυχισμού τους και η απόδραση από την επίπονη πραγματικότητα είναι που ωθούν αυτά τα άτομα στην ενασχόλησή τους με τον κόσμο των τεχνών και των επιστημών καθιστώντας τους ιδιαίτερα επιτυχημένους στο αντικείμενο που επιλέγουν. Αυτό φυσικά αποτελεί προσωπική άποψη και δεν αποδεικνύεται με επιστημονικές μελέτες.

Εισαγωγική Εικόνα

]]>

31 Μαρ 2015

Τέσσερα περίεργα πειράματα ψυχολογίας

Αυτές τις ημέρες τα μεγαλύτερα blogs ψυχολογίας παγκοσμίως παρουσιάζουν μία λίστα με τα πιο περίεργα πειράματα ψυχολογίας στα οποία λίγοι θα ήθελαν να λάβουν μέρος. Τα πειράματα αυτά στην καλύτερη των περιπτώσεων προκάλεσαν ντροπή στους υποψήφιους ή τους έβαλαν να κάνουν κάτι το οποίο οι περισσότεροι θα θεωρούσαν σιχαμερό και στην χειρότερη τους προκάλεσαν σωματικό πόνο ή έντονη ψυχική δυσφορία. Οι περισσότερες έρευνες είναι σχετικά πρόσφατες και έγιναν έπειτα από σχετική συγκατάθεση των συμμετεχόντων και αφού ελήφθησαν όλα τα απαραίτητα μέτρα που να εξασφαλίζουν ότι οι συμμετέχοντες δεν διέτρεξαν κάποιον κίνδυνο. Η μία περίπτωση πειράματος που έγινε σε παλαιότερη εποχή αποτελεί εξαίρεση αυτού του κανόνα και με βάσει τα σημερινά δεδομένα και δικλίδες ασφαλείας θεωρείται σχεδόν καθολικά ανήθικο. Η λίστα θα μπορούσε να είναι πολύ μεγαλύτερη εάν προσθέταμε μερικά κλασικά πειράματα που έχω παρουσιάσει στο παρελθόν, όπως είναι το πείραμα του Μίλγκραμ και το πείραμα της φυλακής του Στάνφορντ, αλλά δεν τα παρουσιάζω εδώ, καθώς όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να ανατρέξει στις παλαιότερες αναρτήσεις.

Μυρίστε την πάνα του μωρού σας

Μια ομάδα μητέρων δέχτηκαν να λάβουν μέρος σε μια τουλάχιστον περίεργη έρευνα1 . Έπρεπε να μυρίσουν διαδοχικά δύο κουβάδες που περιείχαν λερωμένες πάνες και να αξιολογήσουν πόσο σιχαμερή ήταν η μυρωδιά. Ο ένας από τους δύο κουβάδες περιείχε την λερωμένη πάνα του μωρού τους. Ακόμη και όταν οι μητέρες δεν γνώριζαν ποιανού μωρού είναι η κάθε πάνα, αξιολόγησαν την μυρωδιά από την πάνα του δικού τους μωρού ως λιγότερο σιχαμερή σε σχέση με την άλλη πάνα.

Σκοπός της έρευνας: Να αξιολογήσει κατά πόσο η Εξέλιξη μας έχει προικίσει με την ικανότητα να ελέγχουμε τις αυτόματες αντιδράσεις μας. Πράγματι, οι ερευνητές έφτασαν στο συμπέρασμα πως οι μητέρες είναι σε θέση να αναγνωρίζουν και να ανέχονται περισσότερο τις σωματικές εκκρίσεις των μωρών τους, κάτι που είναι λογικό εάν δεχτούμε πως υπάρχει ένας μηχανισμός ενστικτώδους προστασίας και αποδοχής των βρεφών από τις μητέρες τους.

Μη κάνετε τίποτα για μέρες

Πως θα σας φαινόταν εάν σας πλήρωναν για να λάβετε μέρος σε ένα πείραμα στο οποίο πολύ απλά δεν έπρεπε να κάνετε τίποτα; Πιο συγκεκριμένα, στο πείραμα που περιγράφω2 οι συμμετέχοντες κλείστηκαν εθελοντικά σε «λευκά κελιά», τα οποία περιείχαν μόνο ένα κρεβάτι, ενώ είχαν καλυμμένα τα χέρια και τα μάτια τους. Το μόνο που έπρεπε να κάνουν ήταν να αντέξουν όσο περισσότερο μπορούν. Οι περισσότεροι φυσικά δεν άντεξαν και πολύ, ενώ υπήρξαν συμμετέχοντες που ανέφεραν έντονες ψευδαισθήσεις.

Σκοπός της έρευνας: Οι ερευνητές ήθελαν να μελετήσουν τι συμβαίνει όταν δεν έχουμε απολύτως τίποτα να κάνουμε, ενώ οι αισθητηριακές πληροφορίες που λαμβάνουμε είναι περιορισμένες. Όπως γράφουν οι ερευνητές στο άρθρο τους, το πείραμά τους υποδεικνύει ότι η ποικιλία στις πληροφορίες που λαμβάνουμε με τις αισθήσεις μας είναι εξαιρετικά σημαντική για την καλή ψυχική μας υγεία. Η ποικιλία αυτή δεν είναι απλά «το αλάτι και το πιπέρι» που κάνει την καθημερινότητά μας καλύτερη, αλλά πρόκειται για βασική μας ανάγκη για επιβίωση.

Ξαπλώστε στον τομογράφο ενώ ο/η σύντροφός σας σάς φέρνει σε οργασμό

Ο τίτλος του πειράματος νομίζω τα λέει όλα. Οι ερευνητές της συγκεκριμένης έρευνας ((Huynh, H. K., Willemsen, A. T. M., & Holstege, G. (2013). Female orgasm but not male ejaculation activates the pituitary. A PET-neuro-imaging study. NeuroImage, 76, 178–182. http://doi.org/10.1016/j.neuroimage.2013.03.012)) έψαξαν και βρήκαν ζευγάρια τα οποία θέλησαν να φέρουν ο ένας τον άλλο σε οργασμό, ενώ ο/η σύντροφός τους ξάπλωνε σε έναν τομογράφο εκπομπής ποζιτρονίων. Οι συμμετέχοντες είχαν όσο το δυνατόν περισσότερο ιδιωτικό χώρο (δεδομένων των συνθηκών), ενώ οι ερευνητές στο δίπλα δωμάτιο παρακολουθούσαν την εγκεφαλική δραστηριότητα του συμμετέχοντα σε όλη τη διάρκεια του πειράματος.

Σκοπός του πειράματος: Οι ερευνητές ήθελαν να μελετήσουν την λειτουργία της υπόφυσης, ενός μέρους του εγκεφάλου το οποίο μεταξύ άλλων σχετίζεται με την σεξουαλική ορμή και την έκκριση ορμονών. Συγκεκριμένα, ήθελαν να δουν εάν είναι δυνατόν να δουν οπτικά την λειτουργία της υπόφυσης, κάτι που έως και την πραγματοποίηση του πειράματος δεν είχαν καταφέρει να κάνουν με μεγάλη επιτυχία. Η έρευνα έφτασε στο συμπέρασμα πάντως πως η υπόφυση ενεργοποιείται κατά τη διάρκεια του οργασμού στις γυναίκες, αλλά όχι κατά τη διάρκεια της εκσπερμάτισης στους άνδρες, υπογραμμίζοντας τη διαφορά στη φυσιολογία του οργασμού ανάμεσα στα δύο φύλα.

Πάρτε οικονομικές αποφάσεις, ενώ κρατιέστε και δεν πηγαίνετε στην τουαλέτα

Οι συμμετέχοντες της συγκεκριμένης έρευνας ((Tuk, M. A., Trampe, D., & Warlop, L. (2011). Inhibitory Spillover: Increased Urination Urgency Facilitates Impulse Control in Unrelated Domains. Psychological Science, 22(5), 627–633. http://doi.org/10.1177/0956797611404901)) νόμιζαν ότι συμμετείχαν σε ένα πείραμα όπου έπρεπε να δοκιμάσουν διαφορετικούς τύπους νερού. Οι μισοί ήπιαν από μια γουλιά από πέντε διαφορετικά ποτήρια νερό, ενώ οι άλλοι μισοί από ένα ποτήρι από το κάθε «τύπο» νερού. Όπως είναι φυσικό η δεύτερη ομάδα άρχισε να έχει φυσικές ανάγκες μετά από λίγο λόγω της μεγάλης κατανάλωσης νερού. Όμως πριν μπορέσουν να πάνε στην τουαλέτα έπρεπε να τελειώσουν το πείραμα, το οποίο απαιτούσε να πάρουν μια οικονομική απόφαση. Συγκεκριμένα οι συμμετέχοντες μπορούσαν να αποφασίσουν να πάρουν: 1)μια μικρότερη ανταμοιβή τώρα ή 2)μια μεγαλύτερη ανταμοιβή στο μέλλον.

Σκοπός του πειράματος: Οι ερευνητές ήθελαν να δουν εάν το γεγονός ότι η δεύτερη ομάδα ήταν υποχρεωμένη να είναι εγκρατείς όσον αφορά τις φυσικές της ανάγκες επηρέαζε τις οικονομικές αποφάσεις που θα έπαιρναν σε σχέση με τους άλλους συμμετέχοντες που δεν είχαν τη φυσική ανάγκη για ενούρηση. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι πράγματι υπήρχαν διαφορές ανάμεσα στις δύο ομάδες. Όσοι έπρεπε να συγκρατήσουν τις φυσικές τους ανάγκες ήταν και πιο εγκρατείς στις οικονομικές αποφάσεις που έπαιρναν, επιλέγοντας να περιμένουν ώστε να πάρουν μεγαλύτερη ανταμοιβή στο μέλλον.

Εισαγωγική Εικόνα

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Case, T. I., Repacholi, B. M., & Stevenson, R. J. (2006). My baby doesn’t smell as bad as yours. Evolution and Human Behavior, 27(5), 357–365. http://doi.org/10.1016/j.evolhumbehav.2006.03.003 []
  2. Heron. (1957) The Pathology of Boredom. Scientific American []
18 Μαρ 2015

Το φαινόμενο "Τύφλωση Αλλαγής" (Change Blindness)

Φανταστείτε ότι σας σταματά ένας περαστικός και σας ζητάει οδηγίες. Σίγουρα θα θυμόσαστε πολύ καλά τα χαρακτηριστικά του και θα το προσέχατε αν κατά τη διάρκεια της συνομιλίας σας, εμποδιζόταν η οπτική επαφή σας μαζί του και εκείνος αντικαθίστατο από κάποιον άλλο. Και όμως, σύμφωνα με ένα πείραμα των Simon & Levin, το 50% των συμμετεχόντων δεν παρατήρησε την αλλαγή!

Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται «τύφλωση αλλαγής» και είναι η αποτυχία εντοπισμού ακόμη και μεγάλων αλλαγών όταν παρεμβάλλεται κάτι, που έστω και στιγμιαία, μας αποκόπτει από το θέμα που παρακολουθούμε. Τέτοιες παρεμβολές μπορεί να είναι μία λευκή λάμψη μεταξύ δύο σκηνών, η σακκαδική κίνηση του αμφιβληστροειδούς, ο βλεφαρισμός των ματιών, η αλλαγή σκηνής σε μία ταινία, οι υαλοκαθαριστήρες στο αυτοκίνητό μας ή κάποιο φυσικό εμπόδιο.

Η «τύφλωση αλλαγής» μάς έχει βοηθήσει στην κατανόηση της προσοχής, της οπτικής μνήμης και των εσωτερικών αναπαραστάσεων. Αρχικά, νομίζαμε πως δημιουργούμε ακριβείς εσωτερικές αναπαραστάσεις του κόσμου γύρω μας και πως κάθε στιγμή γίνεται «ανανέωση» αυτών των εικόνων με μεγάλη ακρίβεια. Απ’ ό,τι φαίνεται, όμως, αυτό δεν ισχύει, καθώς συγκρατούμε μόνο τις «κεντρικές» πληροφορίες μιας σκηνής.

Στο πείραμα στο οποίο αναφερθήκαμε στην αρχή του θέματος, παρατηρήθηκε και κάτι ακόμα. Οι ερευνητές ήταν νέοι σε ηλικία, και από τους συμμετέχοντες, οι περισσότεροι που παρατήρησαν την αλλαγή ήταν επίσης νέοι, σε σχέση με τους μεγαλύτερους ηλικιακά, οι οποίοι είχαν μικρότερο ποσοστό εντοπισμού της αλλαγής. Στην επανάληψη του πειράματος, οι ερευνητές παρίσταναν αυτή τη φορά εργάτες οικοδομής, οι οποίοι, πάλι, ζητούσαν κάποιες πληροφορίες. Με αυτή την τροποποίηση, ακόμη λιγότερα άτομα παρατήρησαν την αλλαγή. Η εξήγηση για αυτό, έρχεται από τον χώρο της κοινωνικής ψυχολογίας και αναφέρεται στη δυναμική των κοινωνικών ομάδων, όπου άτομα μιας άλλης ομάδας, μας φαίνονται πιο ομοιογενή και «ίδια» σε σχέση με τη «δική μας» ομάδα, όπου μπορούμε πιο εύκολα να εντοπίσουμε διαφορές.

Σύμφωνα με έρευνα των Tseng et al, ο δεξιός οπίσθιος βρεγματικός φλοιός παίζει σημαντικό ρόλο στην «ανανέωση» των χωρικών και οπτικών αναπαραστάσεων, στην κατεύθυνση της δράσης, καθώς και στη συνειδητοποίηση αυτών που βλέπουμε, καθώς η ενεργοποίησή του σχετίζεται με το συνειδητό εντοπισμό κάποιας αλλαγής. Ακόμη, η παρεμβολή της λειτουργίας αυτού του μέρους του εγκεφάλου, οδηγεί σε αύξηση των περιπτώσεων της «τύφλωσης αλλαγής», το οποίο υπονοεί μια άμεση σχέση μεταξύ τους.

Επομένως, η «τύφλωση αλλαγής» είναι ένας περιορισμός των γνωστικών μας δυνατοτήτων, η οποία μας εμποδίζει από το να εντοπίσουμε αλλαγές στο περιβάλλον μας οι οποίες δεν είναι πάντοτε μικρές ή ασήμαντες και αυτό λαμβάνει χώρα, συνήθως, όταν υπάρξει κάποιου είδους παρεμβολή ή απόσπαση προσοχής. Η αίσθηση ότι μπορούμε να εντοπίσουμε οποιαδήποτε αλλαγή στο περιβάλλον μας και άρα, η άγνοια περί του φαινομένου, ονομάζεται «τύφλωση της τύφλωσης αλλαγής» και μας κάνει ακόμα πιο επιρρεπείς στο φαινόμενο αυτό. Η δε ενημέρωση περί του φαινομένου, μπορεί να μας κάνει πιο προσεκτικούς και να μειώσει την εμφάνισή του.

Πώς, όμως, μας αφορά η «τύφλωση αλλαγής»; Είναι απλώς ένα ενδιαφέρον φαινόμενο το οποίο βρίσκει έδαφος μόνο στο εργαστήριο ή μπορεί να έχει επιπτώσεις και στην καθημερινή μας ζωή; Η απάντηση σε αυτό είναι ξεκάθαρη. Πραγματικές συνθήκες όπου μπορεί να μην παρατηρήσουμε αλλαγές στο περιβάλλον μας και να έχουμε σοβαρές επιπτώσεις είναι η οδήγηση, όπου μια αλλαγή, όπως ένας πεζός ή ένα διερχόμενο αυτοκίνητο μπορεί να μη γίνουν άμεσα αντιληπτά με δραματικές επιπτώσεις. Αυτό επαυξάνεται όταν είμαστε αφηρημένοι, κουρασμένοι ή ακόμα χειρότερα, μιλάμε στο κινητό μας, ακόμα και μέσω handsfree, καθώς σε αντίθεση με την κοινή πεποίθηση, οι άνθρωποι δεν είναι καλοί στο να κάνουν πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Επιπλέον, συνδυάζοντας την «τύφλωση αλλαγής» με τη φαινομενική ομοιότητα ατόμων διαφορετικής κοινωνικής ομάδας από τη δική μας, μπορούμε να εντοπίσουμε επιπτώσεις στην αξιοπιστία των αυτόπτων μαρτύρων σε εγκλήματα, ακόμη και των ίδιων των αστυνομικών.

Στο παρακάτω βίντεο, γίνεται αναπαράσταση του πειράματος με τον περαστικό που ζητάει οδηγίες.

Και σε αυτό γίνεται επίδειξη του φαινομένου. Εσείς, πόσες αλλαγές εντοπίσατε;

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία

Simons, D.J. & Rensink, R.A. (2005). Change blindness: Past, present and future. Trends in Cognitive Sciences, Vol. 9 No. 1 January 2005.

Simons, D.J. & Levin, D.T. (1998) Failure to detect changes to people during a real-world interaction. Psychonomic Bulletin & Review. 1998, 5(4), 644-649.

Simons,D.J. (2000). Current approaches to change blindness. Visual Cognition, 2000, 7 (1/2/3), 1-15.

Tseng, P., et al. Posterior parietal cortex mediates encoding and maintenance processes in change blindness. Neuropsychologia (2009), doi:10.1016/j.neuropsychologia.2009.12.005

Hogg, M.A. & Vaughan, G.M. (2011) Social psychology (6th edition). Pearson Education Limited. England. http://www.npr.org/templates/story/story.php?storyId=95256794

]]>

22 Οκτ 2014

Χαρτογράφηση των συναισθημάτων στο ανθρώπινο σώμα

Τα συναισθήματα είναι ένα θέμα το οποίο απασχολεί την επιστημονική κοινότητα εδώ και πολλές δεκαετίες. Τα συναισθήματα έχουν τραβήξει τα φώτα της επιστήμης γιατί φαίνεται πως έχουν σημαντική αξία τόσο από εξελικτική σκοπιά, όσο και ως βασικοί παράγοντες που μας βοηθούν ακόμη και σήμερα στην λήψη αποφάσεων που πολλές φορές μπορούν να κάνουν τη διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου. Ένας γονέας που αγαπάει το παιδί του σε σημείο που θυσιάζεται για να το σώσει ή το αίσθημα του φόβου που μας βοηθάει να αποφύγουμε επικίνδυνες καταστάσεις και ανθρώπους είναι μόνο δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα της χρησιμότητας των συναισθημάτων.

Σε μια πρόσφατη έρευνα, επιστήμονες από την Φινλανδία, την Σουηδία και την Ταϊβάν υλοποίησαν ένα πείραμα που σκοπό είχε να καταγράψει την φυσιολογία των συναισθημάτων σε όλο το σώμα1 . Είναι γνωστό ότι διαφορετικά συναισθήματα προκαλούν διαφορετικές φυσιολογικές αντιδράσεις σε όλο το σώμα: έκκριση ορμονών, αλλαγή στην κυκλοφορία του αίματος, ευαισθησία συγκεκριμένων περιοχών του σώματος. Αλλά ένα γενικό ερώτημα που απασχολεί τους ερευνητές είναι αφενός η ακριβής καταγραφή των φυσιολογικών αντιδράσεων των συναισθημάτων αλλά και το σε ποιο βαθμό η εικόνα των αλλαγών αυτών είναι πανανθρώπινη και παρόμοια σε όλες τις κουλτούρες του κόσμου. Η έρευνα στις τρεις αυτές χώρες είχε ως απώτερο σκοπό την χαρτογράφηση των φυσιολογικών αλλαγών σε όλο το σώμα ανάλογα με το συναίσθημα που βιώνουν οι συμμετέχοντες.

[caption id="attachment_4424" align="aligncenter" width="300"]Bodily maps of emotions Χάρτης των συναισθήματων (doi: 10.1073/pnas.1321664111) – κλικ για μεγέθυνση[/caption]

Η υλοποίηση του πειράματος ήταν αρκετά απλή. Επτακόσιοι συμμετέχοντες (άνδρες και γυναίκες) κλήθηκαν να διαβάσουν συναισθηματικά φορτισμένες λέξεις και σύντομες ιστορίες αλλά και να δουν βίντεο και εκφράσεις προσώπου που σχετίζονταν με συγκεκριμένα συναισθήματα. Έπειτα, τους ζητήθηκε να χρωματίσουν μια απεικόνιση του ανθρώπινου σώματος τα σημεία στα οποία αισθάνονταν διαφορετικά σε σχέση με την αίσθηση πριν ξεκινήσουν το πείραμα. Με ένα χρώμα υποδείκνυαν την αυξημένη ευαισθησία και σωματική διέγερση και με ένα άλλο την μειωμένη. Στη συνέχεια οι ερευνητές έκαναν έναν σχετικό έλεγχο ώστε να μειώσουν την επιρροή γλωσσικών ιδιωματισμών (όπως π.χ. λέμε «θερμοκέφαλος» στα ελληνικά για να πούμε ότι κάποιος είναι εξαγριωμένος). Παρακάτω βλέπετε τα αποτελέσματα της έρευνας.

Αυτό το οποίο βλέπουμε ξεκάθαρα είναι ότι τα βασικά συναισθήματα του θυμού, του φόβου, του άγχους, της αηδίας, της ντροπής, της ζήλιας και της έκπληξης αυξάνουν την αίσθηση στο πάνω μέρος του σώματος, κάτι που ενδεχομένως σχετίζεται με την αύξηση της πίεσης και του ρυθμού αναπνοής που προετοιμάζει το σώμα μας σε αυτές τις περιπτώσεις για φυγή ή πάλη με το εχθρικό αντικείμενο/πρόσωπο. Από την άλλη βλέπουμε πως η θλίψη και η κατάθλιψη μειώνουν σημαντικά την αίσθηση στα κάτω άκρα, ουσιαστικά σωματικοποιώντας την συναισθηματική «ακινησία» που χαρακτηρίζει αυτές τις συναισθηματικές καταστάσεις.

Τέλος, βλέπουμε πως τα θετικά και επιθυμητά συναισθήματα της χαράς και της αγάπης αυξάνουν την αίσθηση σε όλο μας το σώμα, από το κεφάλι έως και τα πόδια, αντικατοπτρίζοντας την γενική ευεξία που προκαλούν αυτά τα συναισθήματα.

Η έρευνα αυτή είναι σημαντική για την επιστημονική κοινότητα καθώς εμπλουτίζει τις γνώσεις μας για το πώς αντιλαμβανόμαστε τα συναισθήματα. Ανεξάρτητα από τις κοινωνικές και γλωσσικές μας διαφορές, φαίνεται πως η σωματική εμπειρία των συναισθημάτων είναι παρόμοια σε πολλούς και διαφορετικούς πληθυσμούς. Η περεταίρω χαρτογράφηση των συναισθηματικών αντιδράσεων έχει και κλινικές προεκτάσεις, καθώς στο μέλλον μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξη συγκεκριμένων θεραπευτικών μεθόδων για συναισθηματικές διαταραχές (π.χ. αυξομειώνοντας την αίσθηση συγκεκριμένων σωματικών περιοχών ουσιαστικά μπορούμε να ενισχύσουμε ή να μειώσουμε την αντίληψη συγκεκριμένων συναισθημάτων).

Εισαγωγική Εικόνα

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Nummenmaa, L., Glerean, E., Hari, R., & Hietanen, J. K. (2014). Bodily maps of emotions. Proceedings of the National Academy of Sciences, 111(2), 646–651. doi:10.1073/pnas.1321664111 []
21 Ιούλ 2014

Έντονα ερωτικά συναισθήματα και παρορμητικότητα πηγαίνουν χέρι-χέρι

Ο έρωτας, ιδιαίτερα στα πρώτα στάδια μιας νέας σχέσης, λέμε ότι μας «παίρνει το μυαλό». Πόσο αλήθεια είναι όμως αυτό; Πόσο διαφορετικά λειτουργεί ο εγκέφαλός μας όταν το έτερον ήμισυ μας «έχει πάρει το μυαλό»; Τι συνέπειες μπορεί να έχει αυτό στην συμπεριφορά μας και στη λήψη αποφάσεων; Έχοντας αυτά τα ερωτήματα στο νου, μια ομάδα ερευνητών του Πανεπιστημίου του Leiden αποφάσισε να δει εάν όσοι εμπλέκονται σε μια έντονη ερωτική σχέση έχουν διαφορετική επίδοση σε κάποια βασικά τεστ γνωστικών ικανοτήτων1 .

Για τις ανάγκες τις έρευνας εξετάστηκαν νέοι φοιτητές οι οποίοι δήλωσαν ότι έχουν δημιουργήσει μια νέα ερωτική σχέση πρόσφατα. Στο πρώτο κομμάτι τις έρευνας οι συμμετέχοντες ολοκλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο το οποίο μετράει την ένταση των ερωτικών συναισθημάτων (PassionateLoveQuestionnaire)2, ενώ στο δεύτερο κομμάτι της έρευνας ολοκλήρωσαν δύο γνωστικές δοκιμασίες που σκοπό είχαν να εξετάσουν την παρορμητικότητα του συμμετέχοντα: την ικανότητά του δηλαδή να αντισταθεί να φερθεί βεβιασμένα. Το τελικό ερώτημα που ήθελε να απαντήσει η εν λόγω έρευνα είναι εάν η απόδοση στις γνωστικές δοκιμασίες σχετίζεται θετικά ή αρνητικά με την ένταση των ερωτικών συναισθημάτων.

Οι γνωστικές δοκιμασίες

Stroop test

Η πρώτη δοκιμασία που ολοκλήρωσαν οι συμμετέχοντες είναι το λεγόμενο τεστ Stroop. Η λογική του συγκεκριμένου τεστ είναι σχετικά απλή. Ο συμμετέχοντας καλείται να απαντήσει σε μια σειρά από 3 υποδοκιμασίες. Στην πρώτη περίπτωση βλέπει λέξεις χρωμάτων στην οθόνη του («πράσινο», «μπλε») και καλείται να πατήσει ένα κουμπί με το δεξί χέρι ή το αριστερό ανάλογα με το ποιο χρώμα διάβασε (π.χ. το «μπλε» αντιστοιχεί στο αριστερό χέρι και το «πράσινο» στο δεξί). Στην δεύτερη υποδοκιμασία βλέπει χρωματισμένα τετραγωνάκια (μπλε ή πράσινα) και πάλι καλείται να απαντήσει με το δεξί ή το αριστερό χέρι ανάλογα με το χρώμα που βλέπει. Στην τρίτη και πιο ενδιαφέρουσα υποδοκιμασία ο συμμετέχοντας βλέπει λέξεις χρωμάτων («μπλε», «πράσινο») οι οποίες είναι γραμμένες με διαφορετικά χρώματα (μπλε και πρασινο) και καλείται να πατήσει ένα κουμπί με το αριστερό ή το δεξί του χέρι ανάλογα με το ποιο είναι το χρώμα με το οποίο είναι γραμμένο η λέξη που βλέπει μπροστά του.

[caption id="attachment_4279" align="aligncenter" width="505"]Οι πειραματικές υποδοκιμασίες του τεστ Stroop Οι πειραματικές υποδοκιμασίες του τεστ Stroop[/caption]

Ουσιαστικά, στην τρίτη υποδοκιμασία ο πειραματικός σχεδιασμός δημιουργεί μια γνωστική σύγκρουση, καθώς ο εγκέφαλος διαβάζει τη λέξη (π.χ. «πράσινο») και ταυτόχρονα βλέπει και το χρώμα (π.χ. μπλε) ενώ καλείται να δώσει και μια απάντηση με το δεξί και αριστερό του χέρι. Όταν η λέξη και το χρώμα της ταιριάζουν (π.χ. βλέπει τη λεξη «μπλε» γραμμένη με μπλε χρώμα) δεν υπάρχει γνωστική σύγκρουση καθώς η απάντηση είναι προφανής: μπλε. Όταν όμως η λέξη και το χρώμα της δεν ταιριάζον (π.χ. βλέπει τη λέξη «μπλε» γραμμένη με πράσινο χρώμα) τότε δημιουργείται γνωστική σύγκρουση λόγω της παράλληλης επεξεργασίας του λόγου και του χρώματος, κάτι που φαίνεται κατά την αξιολόγηση των απαντήσεων καθώς στις περιπτώσεις γνωστικής σύγκρουσης οι συμμετέχοντας καθυστερούν περισσότερο να δώσουν τη σωστή απάντηση ή/και κάνουν περισσότερα λάθη.

Flanker test

Η δοκιμασία τύπου Flanker την οποία ολοκλήρωσαν οι συμμετέχοντες είναι της ίδιας λογικής με αυτή του τεστ Stroop. Το υποκείμενο του πειράματος βλέπει ένα κεντρικό ερέθισμα (συνήθως γράμμα ή ένα βελάκι) το οποίο αριστερά και δεξιά συνοδεύεται από άλλα ερεθίσματα. Σκοπός του συμμετέχοντα είναι να απαντήσει εάν το κεντρικό ερέθισμα είναι το ίδιο με αυτά που το περιστοιχίζουν ή όχι. Το πείραμα χωρίζεται σε τρεις πειραματικές υποδοκιμασίες. Στην πρώτη το κεντρικό ερέθισμα είναι το ίδιο με αυτά που το περιστοιχίζουν (π.χ. ένα βελάκι που κοιτάει αριστερά, το οποίο περιστοιχίζεται από άλλα βελάκια που κοιτούν αριστερά). Στην δεύτερη περίπτωση το κεντρικό ερέθισμα είναι διαφορετικό από αυτά που το περιστοιχίζουν, ενώ στην τρίτη απλά τα ερεθίσματα που περιστοιχίζουν το κεντρικό αντικαθίστανται με κενά κουτάκια.

[caption id="attachment_4278" align="aligncenter" width="360"]Οι πειραματικές υποδοκιμασίες του τεστ Flanker Οι πειραματικές υποδοκιμασίες του τεστ Flanker[/caption]

Αυτό το οποίο μετράνε οι ερευνητές στα πειράματα τύπου Flanker είναι η ταχύτητα αντίδρασης των υποκειμένων όταν απαντούν εάν το κεντρικό ερέθισμα είναι το ίδιο με τα περιφερειακά ή όχι, καθώς επίσης και τον αριθμό των λανθασμένων απαντήσεων στις τρεις πειραματικές υποδοκιμασίες. Οι πιο παρορμητικοί συμμετέχοντες είναι αυτοί οι οποίοι δίνουν τις περισσότερες λανθασμένες απαντήσεις.

Έρωτας και παρορμητικότητα

Συγκρίνοντας τα αποτελέσματα των συμμετεχόντων στο ερωτηματολόγιο και στις δύο γνωστικές δοκιμασίες οι ερευνητές βρήκαν ότι όσο πιο παθιασμένα ερωτευμένοι ήταν οι συμμετέχοντες, τόσο χαμηλότερη βαθμολογία επιτύγχαναν στις γνωστικές δοκιμασίες. Βεβαίως, όπως συμβαίνει με όλες τις έρευνες που ελέγχουν συσχετίσεις μεταξύ δύο μεταβλητών (εν προκειμένων «επίπεδα έρωτα» και «παρορμητικότητα»), δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με ασφάλεια εάν ο ένας παράγοντας προκαλεί τον άλλο ή το αντίστροφο. Με απλά λόγια δεν ξέρουμε εάν όσο πιο ερωτευμένος είναι κάποιος τόσο πιο παρορμητικός γίνεται ή εάν όσο πιο παρορμητικός είναι κάποιος τόσο πιο έντονα τείνει να ερωτεύεται.

Όπως και να έχει, η έρευνα έδειξε ότι ο έρωτας πηγαίνει χέρι-χέρι με την παρορμητικότητα και τη μείωση της γνωστικής οξυδέρκειας, κάτι που μπορεί φυσικά να αποτυπώνεται και στην καθημερινότητα του ερωτευμένου: να είναι πιο ξεχασιάρης, να παίρνει περισσότερα ρίσκα ή να έχει δυσκολίες συγκέντρωσης.

Θα είχε ενδιαφέρον εάν η εν λόγω έρευνα συνεχιζόταν και σε βάθος χρόνου ώστε να δούμε πως εξελίσσεται η σχέση μεταξύ παρορμητικότητας και ερωτικού συναισθήματος σε βάθος χρόνου, καθώς ωριμάζει η ερωτική σχέση και αρχίζει να αποκτά και άλλα επιμέρους χαρακτηριστικά πέραν της έντονης ερωτικής επιθυμίας.

Φωτογραφίες

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Van Steenbergen, H., Langeslag, S. J. E., Band, G. P. H., & Hommel, B. (2013). Reduced cognitive control in passionate lovers. Motivation and Emotion. doi:10.1007/s11031-013-9380-3 []
  2. ElaineHatfield: “PassionateLoveQuestionnaire” []
30 Ιούν 2014

Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής / Υπερκινητικότητας: πώς να βοηθήσω το παιδί μου;

Μία από τις πιο συχνές διαγνώσεις στο πεδίο των μαθησιακών διαταραχών είναι η Διαταραχή Ελλειματικής Προσοχής / Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ/Υ), η οποία είναι μια διαταραχή νευρολογικής φύσεως που χαρακτηρίζεται από μία αναπτυξιακά μη αναμενόμενη παρόρμηση και δυσκολία συγκέντρωσης με ή χωρίς συμπτώματα υπερικινητικότητας. Υπολογίζεται πως περίπου 5% των παιδιών σχολικής ηλικίας καλύπτουν τα κριτήρια για να διαγνωστούν με κάποια μορφή ΔΕΠ/Υ.

Σε γενικές γραμμές υπάρχουν δύο τύποι ΔΕΠ/Υ οι οποίοι έχουν και διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ο τύπος ελλειμματικής προσοχής χαρακτηρίζει το παιδί που δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί σε δραστηριότητες, χάνει την προσοχή του όταν του δίνονται οδηγίες, αποφεύγει να κάνει δραστηριότητες που απαιτούν σημαντικά επίπεδα νοητικής λειτουργίας (λογική σκέψη, απομνημόνευση, προσοχή) και γενικά παρουσιάζει την εικόνα ενός «ξεχασιάρικου» παιδιού.

Ο δεύτερος τύπος είναι αυτός της υπερκινητικής συμπεριφοράς ο οποίος χαρακτηρίζεται από δυσκολία του παιδιού να σταθεί ακίνητο όταν του ζητηθεί, ανεξέλεγκτες σωματικές δραστηριότητες (τρέξιμο, σκαρφάλωμα, τούμπες κτλ), δυσκολία να εργαστεί ήσυχα στο χώρο του, βιασύνη να απαντήσει σε ερωτήματα πριν καν ολοκληρωθούν οι ερωτήσεις ή δυσκολία να περιμένει τη σειρά του σε ένα παιχνίδι. Γενικά το παιδί με αυτό τον τύπο ΔΕΠ/Υ δείχνει την εικόνα ενός παιδιού που είναι παρορμητικό.

Διαγνωστικά Κριτήρια

Σύμφωνα με το Διαγνωστικό Εγχειρίδιο του Αμερικανικού Συνδέσμου Ψυχιατρικής1 για να διαγνωσθεί ένα παιδί με ΔΕΠ/Υ πρέπει να τηρεί τον τύπο Α1 ή Α2 των ακόλουθων κριτηρίων:

Α) Έξι ή περισσότερα από τα ακόλουθα συμπτώματα ελλειμματικής προσοχής, τα οποία εμφανίζονται για διάστημα τουλάχιστον 6 μηνών, δεν είναι αναπτυξιακά αναμενόμενα από το παιδί και το καθιστούν δυσλειτουργικό στην καθημερινότητά του:

  1. Αποτυχία εστίασης προσοχής σε λεπτομέρειες ή κάνει λάθη απροσεξίας στις σχολικές του εργασίες ή άλλες δραστηριότητες.
  2. Δυσκολία διατήρησης προσοχής κατά τη διεξαγωγή δραστηριοτήτων.
  3. Φαίνεται ότι δεν ακούει όταν του απευθύνουν τον λόγο.
  4. Δεν ακολουθεί μέχρι τέλους τις οδηγίες και αδυνατεί να ολοκληρώσει τις εργασίες που του ανατίθενται.
  5. Δυσκολία να οργανώσει κάτι.
  6. Αποφεύγει να αναλάβει καθήκοντα που απαιτούν παρατεταμένη, πνευματική προσπάθεια.
  7. Χάνει αντικείμενα αναγκαία για την καθημερινότητά του.
  8. Διασπάται η προσοχή του από εξωτερικά ερεθίσματα.
  9. Ξεχνάει να κάνει τις δραστηριότητες και τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει.

Β) Έξι ή περισσότερα από τα ακόλουθα συμπτώματα υπερκινητικής-παρορμητικής συμπεριφοράς, τα οποία εμφανίζονται για διάστημα τουλάχιστον 6 μηνών, δεν είναι αναπτυξιακά αναμενόμενα από το παιδί και το καθιστούν δυσλειτουργικό στην καθημερινότητά του.

  1. Κουνά νευρικά τα άκρα του ή στριφογυρίζει στη θέση του.
  2. Σηκώνεται από τη θέση του σε καταστάσεις που δεν είναι αναμενόμενο.
  3. Έχει έντονη σωματική δραστηριότητα όταν κάτι τέτοιο δεν είναι αναμενόμενο.
  4. Δυσκολεύεται να παίξει ή να συμμετάσχει ήσυχα σε δραστηριότητες.
  5. Βρίσκεται σε μια διαρκή κίνηση.
  6. Μιλάει ακατάπαυστα.
  7. Απαντάει πριν ολοκληρωθεί η ερώτηση που πάει να του γίνει.
  8. Δυσκολεύεται να περιμένει τη σειρά του για μια δραστηριότητα.
  9. Διακόπτει και γίνεται ενοχλητικός στους άλλους

Τα συμπτώματα πρέπει να έχουν εμφανιστεί πριν το παιδί ολοκληρώσει τα επτά έτη, να είναι παρόντα σε τουλάχιστον δύο διαφορετικά περιβάλλοντα (π.χ. σχολείο, σπίτι), λόγω αυτών το παιδί να αντιμετωπίζει κλινικά σημαντικά προβλήματα στην κοινωνική του ζωή (σχολείο, σπίτι, εξωσχολικές δραστηριότητες κτλ) και τα όποια συμπτώματα να μην εξηγούνται καλύτερα με κάποια άλλη διάγνωση παρόμοιας συμπτωματολογίας.

Πως εξηγώ τη ΔΕΠ/Υ στο παιδί

Όπως συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις που πρέπει να εξηγήσουμε σε ένα παιδί κάτι που μας φαίνεται δυσνόητο ακόμη και για εμάς τους ίδιους, πριν η οικογένεια μιλήσει στο παιδί για τη ΔΕΠ/Υ, θα πρέπει να έχει φροντίσει να ενημερωθεί η ίδια πολύ καλά για το θέμα. Η οικογένεια θα πρέπει να κατανοήσει μέσα από την ενημέρωσή της από ειδικούς τι ακριβώς παρουσιάζει το παιδί, τι προβλήματα ενδέχεται να έχει στο μέλλον και πως θα μπορέσει να τα αντιμετωπίσει2 .

Από εκεί και πέρα η βασική συμβουλή είναι απλή: ειλικρίνεια. Οι γονείς δεν πρέπει να κρύψουν κάτι, ενδεχομένως πιστεύοντας ότι έτσι προστατεύουν το παιδί τους, γιατί αργά η γρήγορα το παιδί θα διαβάσει τις αντιδράσεις των γονιών και θα καταλάβει ότι «κάτι τρέχει», κάτι που θα έχει ως αποτέλεσμα να μπερδευτεί, ενώ εάν βλέπει ότι δεν τα καταφέρνει εκεί που άλλα παιδιά είναι καλύτερα από το ίδιο μπορεί να αναπτύξει αρνητική αυτοεικόνα, κάτι που θα βλάψει φυσικά την αυτοπεποίθησή του. Θυμηθείτε ότι ανάλογα με την ηλικία του παιδιού, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε λέξεις και εκφράσεις που μπορεί να κατανοήσει. Απαντάμε σύντομα, με ειλικρίνεια και χωρίς να αποκρύπτουμε κάτι, ενώ εάν δεν γνωρίζουμε να απαντήσουμε σε μια ενδεχόμενη απορία του, απλά του λέμε ότι δεν γνωρίζουμε, αλλά θα φροντίσουμε να μάθουμε και θα το ξανασυζητήσουμε μαζί του.

Είναι καλά οι γονείς να έρθουν σε συνεννόηση και με άλλα άτομα και φορείς με τα οποία έρχεται σε επαφή καθημερινά το παιδί (π.χ. σχολείο, φροντιστήριο, γυμναστήριο) ώστε αφενός να γίνουν σύμμαχοι των γονέων και αφετέρου να μην φέρουν το παιδί σε δύσκολη θέση λόγω της άγνοιάς τους. Με το να συζητήσουμε με τους άλλους φορείς εν γνώσει του παιδιού μας, περνάμε το μήνυμα ότι η ΔΕΠ/Υ δεν είναι ένα θέμα ταμπού, κάτι που θα μειώσει και την πίεση που ενδεχομένως μπορεί να δεχτεί το παιδί εάν το αναγκάσουμε να κουβαλάει ένα τέτοιο μυστικό.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν πρέπει να επιτρέψουμε στο παιδί να χρησιμοποιήσει τη ΔΕΠ/Υ ως δικαιολογία για να αποφεύγει εργασίες ή να μεταχειρίζεται άλλα άτομα. Γνωρίζοντας τα όρια και τις δυνατότητες του παιδιού μπορούμε να διαμορφώσουμε ένα εξατομικευμένο και σταθερό πρόγραμμα αμοιβών και ποινών, όπως ακριβώς θα κάναμε εάν το παιδί μας δεν παρουσίαζε συμπτώματα ΔΕΠ/Υ.

Διαχείριση μέσα στην οικογένεια

Για να διαχειριστούμε σωστά τη ΔΕΠ/Υ θα πρέπει να μην ξεχνάμε πως πρόκειται για μία απολύτως διαχειρίσιμη νευρολογική-συμπεριφορική διαταραχή. Δεν ήρθε το τέλος του κόσμου για το παιδί μας και η διαταραχή δεν λέει απολύτως τίποτε για τις νοητικές ικανότητες του παιδιού. Το παιδί μπορεί να συνεχίσει κανονικότατα το σχολείο του και να γίνει ένας πολύ επιτυχημένος επαγγελματίας, επιστήμονας ή ότι άλλο επιλέξει να ακολουθήσει. Οι ομαλές και στενές οικογενειακές σχέσεις που χαρακτηρίζονται από μια άνευ όρων αγάπη των μελών μεταξύ τους, βοηθούν τα παιδιά να ενισχύσουν την αυτοπεποίθησή τους. Ακόμη και αν το παιδί απογοητεύει σε κάποιες στιγμές τους γονείς, το γενικότερο μήνυμα που πρέπει να παίρνει είναι η αποδοχή της προσωπικότητάς του και η ενίσχυση των ικανοτήτων του. Εάν παίρνει την προσοχή που χρειάζεται μόνο όταν απογοητεύει τους γονείς, τότε θα μάθει ότι είναι «κακό παιδί» και ότι δεν αξίζει ως άτομο, κάτι που θα μειώσει σημαντικά την αυτοπεποίθησή του.

Όπως είπαμε και πιο πάνω, οι γονείς θα πρέπει να ενημερωθούν πλήρως για όλες τις πτυχές της ΔΕΠ/Υ και των συγκεκριμένων δυσκολιών που αναμένεται να αντιμετωπίσει το παιδί και να προσπαθήσουν με ειλικρίνεια να ενημερώσουν με τη σειρά τους το παιδί μια απλή και κατανοητή γλώσσα. Σε καμία περίπτωση η διαταραχή αυτή δεν πρέπει να μένει κρυμμένη κάτω από το χαλάκι και να γίνει θέμα ταμπού.

Το παιδί σταδιακά θα πρέπει να αρχίσει να αναπτύσσει ικανότητες αυτοδιαχείρισης της διαταραχής και αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από τη συνεργασία των γονέων και κρατώντας έναν ανοιχτό δίαυλο επικοινωνίας με το παιδί. Για να μπορέσει να αναπτύξει αυτές τις ικανότητες, είναι σημαντικό το παιδί να συμμετέχει ενεργά και με πλήρη γνώση των στόχων της θεραπευτικής παρέμβασης που του γίνεται και να μην είναι απλά ένας παθητικός δέκτης. Με τον τρόπο αυτό εκτός ότι μειώνεται το άγχος του παιδιού και τονώνεται η αυτοπεποίθησή του, ουσιαστικά πολλαπλασιάζονται οι πιθανότητες επιτυχούς παρέμβασης.

Ειδικά στην περίπτωση που το παιδί χρειάζεται κάποιου είδους φαρμακευτική αγωγή, οι γονείς θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στο πως θα συζητήσουν το θέμα της χορήγησης φαρμάκου. Το παιδί δεν πρέπει να πάρει το μήνυμα πως είναι ασθενής, αλλά ότι η φαρμακευτική αγωγή θα το βοηθήσει να ανταπεξέλθει καλύτερα στην καθημερινότητά του, όπως ακριβώς τα γυαλιά βοηθούν ένα μυωπικό παιδί να βλέπει καλύτερα στο σχολείο.

Όπως γίνεται κατανοητό, ένα παιδί με ΔΕΠ/Υ είναι λογικό να κάνει κάποια πράγματα διαφορετικά από τα άλλα παιδιά και να χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να ολοκληρώσει κάποιες δραστηριότητες. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει οι γονείς και οι δάσκαλοι να συγκρίνουν το παιδί με ΔΕΠ/Υ με τα άλλα παιδιά. Το παιδί πρέπει να έχει συγκεκριμένους και εξατομικευμένους στόχους που να μπορεί να φτάσει. Οι πολλαπλές υποχρεώσεις και η ύπαρξη πολύ υψηλών στόχων που πολύ πιθανόν να μην μπορέσει να φτάσει το παιδί, δημιουργούν κακή αυτοεικόνα στο παιδί και το οδηγούν στο να έχει χαμηλές προσδοκίες από τον εαυτό του.

Αντί να επικεντρωθούν οι γονείς στα αρνητικά συμπτώματα της ΔΕΠ/Υ, είναι πιο χρήσιμο να στηρίξουν το παιδί να συνεχίσει να αναπτύσσει όποιες ικανότητες έχει και να του υπενθυμίζουν (λεκτικά και μη λεκτικά) τα θετικά στοιχεία του. Η οικογένεια είναι η πιο σημαντική πηγή αυτοπεποίθησης για το παιδί και η αυτοπεποίθηση με τη σειρά της είναι ο καλύτερος σύμμαχος στην καθημερινότητα ενός παιδιού με ΔΕΠ/Υ. Οι γονείς αντί να επικεντρώνονται αποκλειστικά και μόνο στο να γίνει καλύτερο το παιδί στις δραστηριότητες που υστερεί (π.χ. γράψιμο έκθεσης), πρέπει να βοηθήσουν το παιδί να αναπτύξει άλλα ταλέντα στα οποία έχει κλίση (π.χ. ποδόσφαιρο). Όταν το παιδί αντιλαμβάνεται ότι αξίζει και ότι μπορεί να πετύχει πράγματα με την προσπάθειά του, η θετική αυτοεικόνα του μεταφέρεται και στην προσπάθεια που θα κάνει με τις δραστηριότητες που υστερεί.

Ολόκληρη η οικογένεια θα πρέπει να κατανοήσει ότι η ΔΕΠ/Υ είναι μια αντιμετωπίσιμη κατάσταση, για την οποία δεν ευθύνονται ούτε τα μέλη της, αλλά φυσικά ούτε και το παιδί. Είναι απλά μία μικρή επιπλέον δυσκολία που θα πρέπει να αντιμετωπίσουν όλοι μαζί μέσω ενός οργανωμένου σχεδίου το οποίο περιλαμβάνει το μοίρασμα ευθυνών στα μέλη (π.χ. ποιος είναι υπεύθυνος να μεταφέρει το παιδί στις συνεδρίες με παιδοψυχολόγο και ποιος για τη φαρμακευτική του αγωγή) αλλά και την ανάπτυξη συγκεκριμένων συμπεριφορών στην καθημερινότητα ώστε να στηριχθεί το παιδί με ΔΕΠ/Υ. Μπορεί να χρειαστεί να αλλάξουν οι τρόποι με τους οποίους γίνονταν κάποιες δραστηριότητες μέσα στην οικογένεια, αλλά αυτό είναι κάτι απολύτως θεμιτό και απαραίτητο για την σφαιρική αντιμετώπιση της διαταραχής.

Οι γονείς, ιδανικά με τη βοήθεια ενός ειδικού, μπορούν να δημιουργήσουν ένα συγκεκριμένο και σαφές πλαίσιο κανόνων συμπεριφοράς στο σπίτι (πως μιλάμε, πότε διαβάζουμε, τι ευθύνες έχουμε, πότε μπορούμε να δούμε τηλεόραση) οι οποίοι ακολουθούνται ανεξαιρέτως από όλα τα μέλη της οικογένειας και συνοδεύονται από τις αντίστοιχες επιβραβεύσεις ή επιπτώσεις ανάλογα με το εάν θα τηρηθούν ή όχι. Φυσικά οι κανόνες θα πρέπει να είναι σαφείς και να δημιουργηθούν μετά από συζήτηση με το παιδί και να ισχύουν και για τους γονείς, οι οποίοι θα πρέπει να δίνουν πρώτοι το καλό παράδειγμα.

Αντί οι γονείς να αφήνουν στο παιδί μια πληθώρα επιλογών, είναι πιο χρήσιμο να του δίνουν 2 ή 3 επιλογές βάσει των οποίων καλείται να πάρει την απόφασή του. Για παράδειγμα αντί να αφήσετε το παιδί σας ανεξέλεγκτο στο σουπερ μάρκετ να πάρει όποια λιχουδιά του αρέσει, περιορίστε το να επιλέξει μεταξύ 2 συγκεκριμένων επιλογών. Δεδομένου πως τα παιδιά με ΔΕΠ/Υ δυσκολεύονται να επεξεργαστούν πολλές πληροφορίες μαζί, είναι πάντοτε καλύτερα να μειώνουμε τον όγκο των συγκρίσεων που καλούνται να κάνουν.

Κρατήστε το πρόγραμμα της καθημερινότητας σταθερό, βάσει μιας συγκεκριμένης ρουτίνας. Η ώρα του ξυπνήματος, η διαδικασία του ντυσίματος, η ώρα της αναχώρησης προς το σχολείο, η ώρα του φαγητού κτλ πρέπει να είναι σταθερά και γνωστά στο παιδί. Με αυτόν τον τρόπο το παιδί ξέρει αυτόματα τι πρέπει να κάνει και διαχειρίζεται καλύτερα τον χρόνο του.

Το πιο σημαντικό είναι οι γονείς να δίνουν χρόνο έκφρασης στο παιδί τους. Εάν κρατήσουν μια συνεχή, άνευ όρων, επικοινωνία με το παιδί, αυτό θα εκφράσει τους τομείς στους οποίους δυσκολεύεται (π.χ. την ώρα της ανάγνωσης) αλλά και ενδεχομένως θα αναφέρει τι πιστεύει ότι θα το βοηθούσε (π.χ. περισσότερα διαλλείματα). Οι ανοιχτές συζητήσεις με όλη την οικογένεια ενθαρρύνουν την έκφραση του παιδιού, το καθιστούν υπεύθυνο για τις αποφάσεις του και το κάνουν πιο ανεξάρτητο.

Η οικογένεια δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αποθαρρυνθεί στην προσπάθειά της. Οι δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίσει με τη ΔΕΠ/Υ θα πρέπει να γίνουν η αφορμή για πιο συντονισμένη προσπάθεια και ανοιχτή επικοινωνία μεταξύ των μελών της. Όπως αναφέρθηκε πολλές φορές παραπάνω, η ΔΕΠ/Υ είναι μία απολύτως διαχειρίσημη γνωστική διαταραχή, αρκεί οι γονείς να δράσουν άμεσα μόλις δουν κάποιες πρώιμες ανησυχητικές ενδείξεις και είναι έτοιμοι να στηρίξουν το παιδί τους στην καθημερινότητά του.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. American Psychiatric Association, & American Psychiatric Association. (2000). Diagnostic and statistical manual of mental disorders: DSM-IV-TR (4th ed., text revision.). Washington, DC: American Psychiatric Association. []
  2. Ακρίβου, Ευαγγελία Α. (2012). ΔΕΠ/Υ : Διαταραχή ελλειμματικής προσοχής / υπερκινητικότητας: ένας οδηγός για γονείς – 1η έκδ. – Τρίκαλα: Λογείον []
21 Μαρ 2013

Το μέλλον μοιάζει πιο κοντινό σε σχέση με το παρελθόν

Όσοι είστε γνώστες κάποιων βασικών εννοιών φυσικής πιθανόν γνωρίζετε το φαινόμενο Ντόπλερ, το οποίο εμφανίζεται στη φύση σε πολλές μορφές, κυρίως κατά τη μετάδοση του ήχου ή του φωτός. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το φαινόμενο αυτό, όσο πιο μακριά είναι η πηγή ενός σήματος (π.χ. ήχος) σε σχέση με τον παρατηρητή τόσο πιο ασθενές γίνεται αντιληπτό αυτό το σήμα. Καθώς η πηγή πλησιάζει τον παρατηρητή, το σήμα γίνεται όλο και πιο ισχυρό. Φανταστείτε ένα τραίνο το οποίο πλησιάζει το σημείο στο οποίο στέκεστε. Όταν είναι μακριά, δεν ακούγεται τόσο δυνατά, αλλά όσο πλησιάζει τόσο αυξάνεται ο θόρυβος που παράγει, ο οποίος εξασθενεί εκ νέου καθώς αυτό φεύγει από εσάς.

Το φαινόμενο Ντόπλερ όμως φαίνεται πως δεν εμφανίζεται μόνο στη φύση, αλλά και στην ανθρώπινη ψυχολογία. Τουλάχιστον αυτό ισχυρίζονται ερευνητές του Πανεπιστημίου του Σικάγο12 , οι οποίοι σε ένα πρόσφατο άρθρο τους περιγράφουν το φαινόμενο του χρονικού φαινομένου Ντόπλερ.

Το πείραμα και τα αποτελέσματα

Σύμφωνα με την έρευνα που πραγματοποίησε η ερευνητική ομάδα του Δρ. Caruso τα γεγονότα που προσδοκούμε για το μέλλον φαίνονται πιο κοντινά σε σχέση με τα γεγονότα που έχουν γίνει στο παρελθόν. Εάν για παράδειγμα, προσδοκούμε μια εκδρομή σε μια εβδομάδα, έχουμε την αίσθηση ότι αυτό είναι πολύ κοντινό σε σχέση με μια εκδρομή που έχουμε κάνει πριν μια εβδομάδα. Παρόλο που οι χρονικές αποστάσεις είναι οι ίδιες, η τελική αίσθηση που έχουμε είναι διαφορετική.

Στο συγκεκριμένο πείραμα οι ερευνητές ρώτησαν δύο ομάδες συμμετεχόντων να βαθμολογήσουν σε μια κλίμακα από το 1 έως το 7 πόσο κοντά ένιωθαν την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Η μία ομάδα ρωτήθηκε μια εβδομάδα πριν τις 14 Φεβρουαρίου και η άλλη μια εβδομάδα μετά. Αυτοί οι οποίοι ρωτήθηκαν πριν, βαθμολόγησαν την χρονική απόσταση με 3.9, ενώ αυτοί που ρωτήθηκαν μια εβδομάδα μετά με 4.8. Πέραν του ότι η διαφορά αυτή βρέθηκε πως ήταν ουσιαστική (αυτό που στην έρευνα ονομάζουμε στατιστικώς σημαντική), αυτό το φαινόμενο παρουσιαζόταν ακόμη και όταν οι ερωτηθέντες απαντούσαν για γεγονότα που έγιναν πριν ένα χρόνο ή που θα γίνουν σε ένα χρόνο από τώρα.

Αυτό το οποίο κάνει τα αποτελέσματα αυτά ακόμη πιο ενδιαφέροντα είναι ένα δεύτερο πείραμα της ίδιας ομάδας, όπου οι συμμετέχοντες απαντούσαν στα ίδια ερωτήματα, αλλά αυτή τη φορά φορώντας γυαλιά εικονικής πραγματικότητας και περπατώντας σε ένα διάδρομο προς τα πίσω. Το αποτέλεσμα ήταν να χαθεί το χρονικό φαινόμενο Ντόπλερ. Δηλαδή, οι συμμετέχοντες πλέον αξιολογούσαν τα γεγονότα του παρελθόντος και του παρόντος ως το ίδιο κοντινά σε σχέση με το παρόν.

Συμπεράσματα

Αυτό το οποίο υπογραμμιζουν τα πιο πάνω ευρήματα είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο. Ο άνθρωπος έχει εξελιχθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να κάνει συνεχώς σχέδια για το μέλλον και τις μελλοντικές του κινήσεις. Αποτέλεσμα αυτής της εστίασής μας στο μέλλον είναι να δίνουμε μεγαλύτερη βαρύτητα και να προσδοκούμε αυτό το οποίο προγραμματίζουμε ότι θα ζήσουμε και όχι αυτό το οποίο έχουμε ζήσει ήδη. Μας είναι πιο εύκολο να εστιάσουμε σε αυτό το οποίο «έχουμε μπροστά μας», παρά αυτό το οποίο «έχουμ ε αφήσει πίσω μας», όπως ακριβώς συμβαίνει και με τη φυσική μας κίνηση σε έναν χώρο. Η δεύτερη παρατήρηση γίνεται πιο κατανοητή όταν λάβουμε υπόψη τα αποτελέσματα της δεύτερης έρευνας η οποία υποδεικνύει τη σχέση μεταξύ της αντίληψης του χώρου και του χρόνου. Όπως ακριβώς κινούμαστε (συνήθως) προς τα μπροστά, έτσι και ο χρόνος κυλάει προς αυτή την κατεύθυνση.

Με την παρατήρηση φαινομένων όπως το χρονικό φαινόμενο Ντόπλερ βλέπουμε όχι μόνο πως συνυπάρχουν οι έννοιες του χρόνου και του χώρου αλλά και πως μπορούν να αλληλοεπηρεάσουν η μία την άλλη. Οι τρόπος αντίληψης των εννοιών αυτών από τον ανθρώπινο εγκέφαλο και οι περιορισμοί που αντιμετωπίζουμε ως προς την κατανόησή ιδιαίτερα του χρόνου θέτουν πολλαπλά φιλοσοφικά ερωτήματα για την ακριβή αντίληψη του κόσμου γύρω μας. Δεν θα πρέπει να παραξενευόμαστε από το γεγονός ότι οι περισσότεροι άνθρωποι (ιδιαίτερα οι μη ειδικοί) αδυνατούν  να κατανοήσουν πολύπλοκες θεωρίες θεωρητικών φυσικών για τον τρόπο δημιουργίας και εξάπλωσης του σύμπαντος και των διαστάσεων που το αποτελούν.

Όμως στο κάτω-κάτω της γραφής δεν θα πρέπει να λησμονούμε πως ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει εξελιχθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι όσο το δυνατόν πιο χρήσιμος για την αντίληψη του κόσμου που μπορούμε να παρατηρήσουμε. Είμαστε δομημένοι με απώτερο σκοπό την επιβίωσή μας και όχι την αντίληψη αόριστων ή και πιο εκλεπτυσμένων εννοιών όπως ο χρόνος. Η φιλοσοφία και η μεταγνωστικές ικανότητες αναπτύχθηκαν πριν από μερικές χιλιάδες χρόνια, ενώ ο εγκέφαλός μας έχει ιστορία εκατομμυρίων ετών.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Caruso, E. M., Boven, L. V., Chin, M., & Ward, A. (2013). The Temporal Doppler Effect When the Future Feels Closer Than the Past. Psychological Science. doi:10.1177/0956797612458804 []
  2. PsyBlog: The Temporal Doppler Effect: Why The Future Feels Closer Than The Past []
03 Ιαν 2013

Πως είναι να ζει κανείς με προσωποαγνωσία;

Ο εγκέφαλός μας είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο επιβίωσης με τόσο πολλούς και πολύπλοκους μηχανισμούς που πολλές φορές τους αγνοούμε έως ότου συναντήσουμε κάποιον με κάποια λειτουργική δυσλειτουργία σχετιζόμενη με κάποιο συγκεκριμένο μηχανισμό. Μία από τις πιο περίεργες περιπτώσεις εγκεφαλικής δυσλειτουργίας είναι η περίπτωση της προσωποαγνωσίας.

Σύμφωνα με το ICD-9 η προσωποαγνωσία είναι μια μορφή ψυχοφυσικής οπτικής διαταραχής στην οποία κάποιος, λόγω εγκεφαλικής βλάβης ή ανωμαλίας, δεν μπορεί να αναγνωρίσει τα πρόσωπα τρίτων, αλλά δίχως αυτό να οφείλεται σε κάποια γενικότερη μνημονική διαταραχή (π.χ. κάποια μορφή αμνησίας). Με άλλα λόγια, το άτομο θυμάται πως έχει γνωρίσει το τάδε ή το δείνα πρόσωπο, αλλά εάν το δει μπροστά του δεν θα το αναγνωρίσει.

Κάποιος ο οποίος ακούει για πρώτη φορά τον ορισμό της προσωποαγνωσίας ίσως θα σκεφτεί ότι πως η διαταραχή είναι δημιούργημα της φαντασίας και ενδεχομένως θα δυσκολευτεί να κατανοήσει πως είναι δυνατόν να μην μπορείς να αναγνωρίσεις τα πρόσωπα των φίλων σου, τη στιγμή που θυμάσαι κανονικά την σχέση σου μαζί τους και τα όσα έχετε κάνει μαζί. Και όμως, η προσωποαγνωσία είναι μια υπαρκτή γνωστική διαταραχή η οποία επηρεάζει έως και περίπου το 2,5% του πληθυσμού.

[caption id="attachment_3069" align="aligncenter" width="300"] Η περιοχή FFA (πηγή: wikipedia)[/caption]

Η ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε πρόσωπα βασίζεται στην λειτουργία μιας συγκεκριμένης εγκεφαλικής περιοχής στο κάτω μέρος του εγκεφάλου, η οποία είναι γνωστή ως Ατρακτοειδής Περιοχή Προσώπων (Fusiform Face Area, FFA). Εάν υπάρξει βλάβη ή αναπτυξιακή ανωμαλία στην FFA τότε η αναγνώριση των προσώπων γίνεται δυσκολότερη ή ακόμη και αδύνατη και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μπορεί κάποιος να μην μπορεί να αναγνωρίζει ακόμη και το ίδιο του το πρόσωπο.

Πως είναι όμως να ζει κανείς με προσωποαγνωσία; Μπορεί να λειτουργήσει κανονικά; Μπορεί να αναπτύξει κανονική επαγγελματική δραστηριότητα; Η σύντομη απάντηση σε αυτές τις ερωτήσεις είναι πως η προσωποαγνωσία προφανώς δημιουργεί σημαντικά προβλήματα ιδιαίτερα στην κοινωνική ζωή του πάσχοντα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτόματα καθίσταται ανίκανος να λειτουργήσει στην προσωπική ή και επαγγελματική του ζωή.

Πως είναι να έχεις προσωποαγνωσία;

Μια πρόσφατη περιπτωσιολογική μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Cognitive Neuropsychology1 προσπαθεί να αποκαλύψει την καθημερινότητα ενός γιατρού ο οποίος επί μία τριακονταετία δεν γνώριζε ότι έπασχε από προσωποαγνωσία. Ο Δρ. David Roger Fine, όπως είναι το όνομά του, είναι εξαιρετικός γαστρεντερολόγος στο Πανεπιστήμιο του Southampton και έως και το 2006 δεν γνώριζε την πάθησή του. «Είναι αξιοπερίεργο πως έζησα τη μισή μου ζωή μη γνωρίζοντας ότι πάσχω από μια γνωστική διαταραχή που επηρεάζει τόσο έντονα την κοινωνικότητά μου. Ακόμη και οι κοντινοί μου άνθρωποι δεν είχαν προσέξει κάτι», δηλώνει ο Δρ. Fine.

Ανακαλώντας τις παιδικές του αναμνήσεις συνειδητοποιεί ότι μπορεί να θυμηθεί με σχετική ευκολία λεπτομέρειες όπως οι κτηριακές εγκαταστάσεις, τα ρούχα των φίλων του, τα μαλλιά τους. Όταν όμως ερωτάται εάν θυμάται τα πρόσωπά τους, η απάντηση είναι αρνητική. Καθώς μεγάλωνε, ίσως και ασυνείδητα, προσπαθούσε να κοινωνικοποιείται σε χώρους στους οποίους θα μπορούσε να ξεχωρίσει τα άτομα βάσει άλλων χαρακτηριστικών τους πλην του προσώπου τους, όπως είναι το ντύσιμό τους ή η προκαθορισμένη θέση στην οποία κάθονταν στον χώρο.

Κατάφερε να τελειώσει το πανεπιστήμιο και να ξεκινήσει την επαγγελματική του καριέρα δίχως ιδιαίτερα προβλήματα, καθώς η εργασία του δεν απαιτούσε απαραίτητα την απομνημόνευση προσώπων (π.χ. παρουσιάσεις συνεδρίων, συνεδρίαση των γιατρών του νοσοκομείου όπου ο κάθε γιατρός κάθεται σε μια προκαθορισμένη θέση, αναγνώριση του ομιλιτή από την φωνή του κ.α.). Πέραν αυτού, το περιβάλλον του νοσοκομείου στο οποίο κινείται όλα τα χρόνια της επαγγελματικής του πορείας περιλαμβάνει πολλαπλά περιβαλλοντικά στοιχεία τα οποία τον βοηθούσαν να αναγνωρίζει με ποιο πρόσωπο ήταν πιο πιθανό να μιλάει την εκάστοτε φορά (π.χ. το γραφείο στο οποίο εισέρχεται, η κλινική στην οποία πηγαίνει κ.α.). Φυσικά, οι συνεργάτες του είχαν προσέξει ότι τύχαινε πολλές φορές να περνάει από δίπλα τους δίχως να χαιρετάει, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να χαρακτηριστεί από τρίτους ως ακατάδεχτος ή ακόμη και αυτιστικός.

Η ερωτική του ζωή ομολογουμένως ήταν πιο δύσκολη, καθώς δυσκολευόταν να αναγνωρίζει τις κοπέλες με τις οποίες φλέρταρε την προηγούμενη βραδιά. Ο Δρ. Fine δηλώνει μάλιστα ότι «Πολλές φορές νόμιζα ότι κάποιες κοπέλες που με ενδιέφεραν εξαφανίζονταν για μήνες μετά την πρώτη μας γνωριμία». Φυσικά το πρόβλημα επεκτεινόταν ακόμη και στην δημιουργία φιλικών σχέσεων. Μάλιστα, ο Δρ. Fine ανακαλεί ένα πολύ χαρακτηριστικό περιστατικό στο οποίο γνώρισε έναν άνδρα σε ένα πάρτυ με τον οποίο μιλούσε για αρκετή ώρα και όταν ξανασυναντήθηκαν λίγα λεπτά μετά που χώρισαν ξανασυστήθηκε σαν να μην γνώριζε τον άνδρα, κάτι το οποίο φυσικά τον προσέβαλε.

Σίγουρα η κοινωνική ζωή του Δρ. Fine δεν ήταν εύκολη, αλλά είναι σημαντικό να προσέξουμε ότι η προσωποαγνωσία δεν του έκοψε αυτόματα τα φτερά για την ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων. Η δημιουργία εναλλακτικών στρατηγικών για την αναγνώριση προσώπων –όπως είναι απομνημόνευση ρούχων, χώρων στους οποίους βρίσκεται συνήθως κάποιος, αναγνώριση της φωνής ή/και των φυσικών χαρακτηριστικών κάποιου- είναι μια συνήθης τακτική των πασχόντων με προσωποαγνωσία.

Φωτογραφίες

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Fine, D. (2012). A life with prosopagnosia. Cognitive Neuropsychology, 1-6 []