18 Οκτ 2013

Κάτω από αυτό το πρίσμα, τι είναι φυσιολογικό και τι όχι;

Αρκετοί από εμάς αναρωτιόμαστε αν εμείς, οι επιλογές μας, τα συναισθήματα μας, οι άλλοι και περισσότερο από όλα τα παιδιά μας είναι «φυσιολογικά», εξελίσσονται «ομαλά» και δεν ανήκουν σε κανένα παθολογικό φάσμα. Αυτό που συχνά δεν αναρωτιόμαστε, όμως, είναι από που προκύπτουν αυτές οι ανησυχίες μας και από που προκύπτει η τάση μας να κατηγοροποιούμε τις συμπεριφορές μας, τους ανθρώπους, τα παιδιά μας σε «φυσιολογικά» ή σε «παθολογικά».

Ακόμη, δεν αναρωτιόμαστε τουλάχιστον συνειδητά για τον σκοπό μιας τέτοιας κατηγοροποίησης και έτσι, αναπόφευκτα, αν τοποθετήσουμε μια συμπεριφορά στο φάσμα του μη φυσιολογικού- του παθολογικού, πιστεύουμε πως, εξαιτίας και μόνο αυτού, η συμπεριφορά αυτή είναι όντως παθολογική. Είναι, όμως, η πραγματικότητα έτσι; Είναι εύκολο να ξεχωρίζουμε, στην πράξη, σε «φυσιολογικό» ή σε «παθολογικό» τις συμπεριφορές μας, τον εαυτό μας ή τους ανθρώπους που συναντάμε;

Πρώτα από όλα, μια συμπεριφορά που θεωρείται «φυσιολογική» για τη δική μου τη ζωή, μπορεί να θεωρηθεί «παθολογική» για τη ζωή κάποιου άλλου. Δηλαδή, ο καθένας μας έχει διαφορετικές προτεραιότητες και διαφορετικούς στόχους και μόνο αν γνωρίζουμε αυτούς, μπορούμε να αποφασίσουμε αν ο απέναντι μας κινείται στα πλαίσια του «φυσιολογικού», ώστε να μπορέσει να πετύχει αυτούς τους στόχους. Εξάλλου, και στην ψυχιατρική για να οριστεί μια διαταραχή, λαμβάνεται πάντοτε υπόψη το αίσθημα ευχαρίστησης ή δυσφορίας του ατόμου από τη ζωή του- μία ακόμη ένδειξη ότι η διάκριση της φυσιολογικής από την παθολογική συμπεριφορά εξαρτάται από τα υποκειμενικά μας κριτήρια. Έτσι, όταν λέμε ότι κάτι είναι «φυσιολογικό», χρειάζεται πάντα να ορίζουμε το «για ποιον είναι φυσιολογικό».

Από την άλλη, σαφέστατα και υπάρχουν κάποια άλλα- πιο αντικειμενικά- κριτήρια στη διάκριση του φυσιολογικού από το παθολογικό. Έτσι, στη ψυχιατρική άλλα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τον εντοπισμό των ψυχιατρικών διαταραχών είναι η παρατηρήσιμη συμπεριφορά του ατόμου που εξετάζεται- τα λεγόμενα συμπτώματα-, η διάρκεια, η συχνότητα και η ένταση που αυτά εμφανίζονται και οι συνέπειες που έχουν στη ζωή του ατόμου: στην εργασιακή του απόδοση, στην κοινωνικότητα του, στη σωματική του υγεία: ύπνος, διατροφή κ.α. Αυτά τα- σχεδόν αντικειμενικά- κριτήρια αποτελούν την πυξίδα για τον εντοπισμό των ψυχιατρικών διαταραχών.

Όμως, ποιος είπε πως η ύπαρξη κάποιας ψυχιατρικής διαταραχής καθιστά έναν άνθρωπο παθολογικό;

Πρώτα από όλα, η κατηγοροποίηση των ψυχιατρικών διαταραχών γίνεται μονάχα για τη μελέτη, την κατανόηση και την καλύτερη δυνατή βοήθεια των άτομων που τις παρουσιάζουν. Από εκεί και έπειτα, είναι καλό να αντιμετωπίζουμε τη συμπεριφορά του ατόμου που παρουσιάζει κάποια ψυχιατρική διαταραχή με τον ίδιο τρόπο που θα αντιμετωπίζαμε μια οποιαδήποτε συμπεριφορά- γιατί κάθε συμπεριφορά είτε ανήκει στο φάσμα του «φυσιολογικού» είτε ανήκει στο φάσμα του «παθολογικού» είναι πάντα μοναδική.

Δηλαδή, ακόμη κι αν εμείς οι δύο παρουσιάζαμε μια ίδια ψυχιατρική διαταραχή, θα είχαμε μια εντελώς διαφορετική κατάσταση να αντιμετωπίσουμε και πιθανότατα ο τρόπος που θα συμπεριφερόμασταν θα ήταν κατά πολύ διαφορετικός, ακόμη κι αν αυτός έμοιαζε σε μερικά σημεία. Και αυτό γιατί κανένας μας δεν θα ήταν η συγκεκριμένη ψυχιατρική διαταραχή- κανένας μας δεν θα ήταν μη φυσιολογικός- παθολογικός.

Θα ήμασταν απλά δυο διαφορετικοί άνθρωποι που εξαιτίας της ιδιοσυγκρασίας μας, των βιωμάτων μας και της παρούσας χρονικής στιγμής της ζωής μας, αντιμετωπίζουμε με διαφορετικό τρόπο μια ίδια- στο όνομα- ψυχολογική κατάσταση.Και με την τελευταία πρόταση, θέλω να θέσω δύο ερωτήματα.

Πρώτα από όλα, όλοι μπορούμε να περάσουμε και να ξαναπεράσουμε και να ξαναπεράσουμε το μονοπάτι που οδηγεί από το «φυσιολογικό» στο «παθολογικό» και ανάποδα. Η ζωή έχει δυσκολίες για όλους: συναντάμε σε αυτήν θανάτους, χωρισμούς, απορρίψεις, ματαιώσεις και είναι εύκολο να χαθούμε για λίγο ή για πολύ σε κάποιο από αυτά τα τούνελ. Αν χαθούμε, δεν σημαίνει πως πάψαμε να είμαστε φυσιολογικοί- ειδικά όταν μπορούμε να ξαναβρούμε τον δρόμο μας και να αντέχουμε για λίγο το σκοτάδι. Αν τόσο εύκολα θεωρούμε κάτι «παθολογικό», θα έπρεπε με τον ίδιο τρόπο να το αναθεωρούμε σε κάτι «φυσιολογικό».

Με πιο απλά λόγια, το τι είναι φυσιολογικό και τι παθολογικό είναι ένας συνεχής αγώνας διαπραγμάτευσης- δεν μπορούμε απλά να βάζουμε μια ταμπέλα και να την αφήνουμε. Αντίθετα, θα πρέπει να εξετάζουμε σταθερά τι είναι φυσιολογικό με βάση τη δική μας ζωή και τις δικές μας σκέψεις. Έτσι, θα ήταν καλό, όταν λέμε πως κάτι είναι φυσιολογικό να προσθέτουμε τη φράση «για’ μένα», π.χ «Για’ μένα είναι φυσιολογικό που…».

Το δεύτερο ερώτημα αφορά και πάλι τις ψυχιατρικές διαταραχές- αν και όχι μόνο. Πιο απλά θα έλεγα ότι αφορά τις παραξενιές τις δικές μας και των άλλων. Έχετε σκεφτεί πως μπορεί όλες αυτές να είναι η συνέπεια της προσαρμογής μας στο περιβάλλον που κληθήκαμε να μεγαλώσουμε, να αναπτυχθούμε και να ενταχθούμε; Έχετε σκεφτεί πως μπορεί να έχουν προσαρμοστική αξία, καθώς αποτυπώνουν την ένωση της αρχικής μας ιδιοσυγκρασίας με τις συνθήκες που συναντήσαμε στη ζωή μας μέχρι τώρα και ίσως, ακριβώς επειδή έχουν προσαρμοστική αξία και μας έχουν βοηθήσει, να μας είναι τόσο μα τόσο δύσκολο να τις αποχαιρετίσουμε;

Κάτω από αυτό το πρίσμα, τι είναι φυσιολογικό και τι όχι; 

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

18 Σεπ 2013

Τα θύματα ρατσιστικής βίας έχουν αυξημένες πιθανότητες ανάπτυξης κατάθλιψης και άγχους

Ο ρατσισμός περιγράφει ένα μεγάλο εύρος συμπεριφορών οι οποίες στρέφονται εναντίον ατόμων διαφορετικών εθνοτικών, θρησκευτικών, πολιτικών, κοινωνικών, σεξουαλικών ή άλλων ομάδων οι οποίες συνήθως είναι η μειονότητα σε μια συγκεκριμένη κοινωνία. Το φαινόμενο του ρατσισμού έχει απασχολήσει την επιστημονική κοινότητα εδώ και πολλές δεκαετίες, καθώς τα ερωτήματα γύρω από την ανάπτυξη, την εκδήλωση και τις επιπτώσεις αυτών των συμπεριφορών είναι πολλά. Ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα είναι ο αντίκτυπος που έχει η ρατσιστική συμπεριφορά στα θύματά του. Τι βλάβες μπορεί να προκαλέσει σε ένα άτομο η έκθεσή του επί μεγάλο χρονικό διάστημα σε ένα εχθρικό, ρατσιστικό περιβάλλον που στρέφεται εναντίον του;

Έρευνες στον χώρο είχαν βρει ότι τα άτομα που δηλώνουν ότι έχουν νοιώθουν θύματα τέτοιων συμπεριφορών στην καθημερινότητά τους, έχουν αυξημένες πιθανότητες να αντιμετωπίζουν ψυχικές διαταραχές, προσέχουν λιγότερο την υγεία τους και αναφέρουν περισσότερα προβλήματα υγείας [1] . Επίσης έχουν χαμηλότερα επίπεδα αυτοπεποίθησης και έχουν αυξημένες πιθανότητες να αναπτύξουν αντικοινωνική συμπεριφορά. Όταν ο ρατσισμός λαμβάνει χώρα όχι απλά σε ατομικό αλλά σε ένα συστημικό επίπεδο (δηλαδή όταν ολόκληρη η κοινωνία στην οποία ζει κάποιος έχει ένα ρεπερτόριο συμπεριφορών και κανόνων που βάζουν το μειονοτικό άτομο σε μειονεκτική θέση) τα επίπεδα άγχους αυξάνονται, κάτι το οποίο μπορεί να επηρεάσει τη ζωή του ατόμου σε πολλαπλά επίπεδα. Οι ίδιες έρευνες έχουν δείξει ότι οι εγκυμονούσες που βιώνουν συστημικό ρατσισμό είναι πιο πιθανό να αντιμετωπίσουν προβλήματα κατά τη διάρκεια της γέννας σε σχέση με γυναίκες που δεν είναι θύματα συστημικής ρατσιστικής συμπεριφοράς.

Μια πρόσφατη μετα-έρευνα του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης η οποία εστίασε κυρίως στην βιβλιογραφία για τις επιπτώσεις του ρατσισμού στους νέους, βρήκε ότι ο αντίκτυπος των ρατσιστικών συμπεριφορών για τα άτομα των μειονοτικών ομάδων ξεκινούν ήδη από την εφηβική ηλικία [2] . Οι νέοι αυτοί αισθάνονται ξένοι, απομονωμένοι και σε πολλές περιπτώσεις πέφτουν θύματα ακόμη και σωματικής βίας από τους συνομήλικους τους, κάτι το οποίο έχει επιπτώσεις μεταξύ άλλων και στην ψυχική τους υγεία. Συγκεκριμένα, τα νεαρά θύματα ρατσιστικής συμπεριφοράς αναπτύσσουν πιο συχνά συμπτώματα κατάθλιψης, ενώ σε πολλές περιπτώσεις εκφράζουν έντονο άγχος. Όπως είναι εμφανές, η ρατσιστική συμπεριφορά έχει δραματικές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής των θυμάτων της σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι περισσότερες έρευνες έχουν γίνει στις ΗΠΑ, το Η.Β. και την Αυστραλία, πολυπολιτισμικές χώρες στις οποίες γίνονται ήδη προσπάθειες να περιοριστούν τα φαινόμενα ρατσισμού και να μειωθεί όσο είναι δυνατόν η συστημική ρατσιστική συμπεριφορά, προστατεύοντας τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των μειονοτικών ομάδων. Θα είχε ενδιαφέρον να βλέπαμε τα ανάλογα αποτελέσματα σε λιγότερο πολυπολιτισμικές χώρες όπου οι μειονότητες αντιμετωπίζουν ακόμη μεγαλύτερη πίεση από την υπόλοιπη κοινωνία.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία / Περισσότερες Πληροφορίες

  1. Paradies, Y. (2006). A systematic review of empirical research on self-reported racism and health. international Journal of Epidemiology35(4), 888-901 [PDF]
  2. Priest, N., Paradies, Y., Trenerry, B., Truong, M., Karlsen, S., & Kelly, Y. (2012). A systematic review of studies examining the relationship between reported racism and health and wellbeing for children and young people. Social Science & Medicine.
]]>

09 Ιούν 2013

Τα ποσοστά ψυχοπαθολογίας στην Ελλάδα

Ένα σοβαρό ερώτημα το οποίο απασχολεί την ελληνική επιστημονική κοινότητα στο χώρο της ψυχολογίας εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες είναι το ποσοστό των Ελλήνων πολιτών οι οποίοι αντιμετωπίζουν κάποια ψυχική διαταραχή. Λόγω πολλαπλών παραγόντων που σχετίζονται με τον τρόπο λειτουργίας και οργάνωσης των δομών ψυχικής υγείας στην Ελλάδα, αλλά και προβλημάτων μεθοδολογίας, δεν έχει υπάρξει κάποια μεγάλη έρευνα πάνω σε αυτόν τον τομέα για τουλάχιστον 30 χρόνια. Αυτό το ερώτημα απασχολούσε και μια ομάδα ερευνητών του Πανεπιστημίου των Ιωαννίνων, η οποία κατάφερε να οργανώσει μια (σχεδόν) πανελλαδική έρευνα με σκοπό να δώσει κάποιες απαντήσεις σχετικά με τον επιπολασμό (συχνότητα εμφάνισης) ψυχικών διαταραχών στον γενικό πληθυσμό της Ελλάδας1 .

Όπως αναφέρουν και οι ερευνητές στο άρθρο τους, τα ποσοστά επιπολασμού ψυχικών διαταραχών ανά το παγκόσμιο κυμαίνονται στα επίπεδα του 12%. Με άλλα λόγια, αυτή τη στιγμή περίπου ένας στους δέκα κατοίκους αυτού του πλανήτη αντιμετωπίζει κάποια ψυχική διαταραχή ελαφριάς, μέτριας ή βαριάς μορφής. Οι πιο συχνά εμφανιζόμενες διαταραχές είναι αυτές που σχετίζονται καταθλιπτικά συμπτώματα και άγχος.

Η επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου των Ιωαννίνων θέλησε να έχει ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα απαντήσεων από όλες τις γωνιές της Ελλάδος: τα μεγάλα αστικά κέντρα, την λοιπή ηπειρωτική Ελλάδα αλλά και τα νησιά. Λόγω προβλημάτων οικονομικής φύσεως όμως αποφασίστηκε η έρευνα να μην καλύψει και την Κρήτη, για την οποία υπάρχουν δεδομένα από άλλες έρευνες που επικεντρώθηκαν στον πληθυσμό του εν λόγω νησιού. Το τελικό δείγμα της έρευνας αποτελούνταν από 9800 άτομα ηλικίας 18-70 ετών (περίπου 50% άνδρες και 50% γυναίκες), παντρεμένα σε ποσοστό 60% και εργαζόμενα σε ποσοστό 60%, επιλεγμένα τυχαία αλλά αντιπροσωπευτικά από όλη την υπόλοιπη Ελλάδα. Η έρευνα έγινε με τη μορφή ερωτηματολογίων από τον Σεπτέμβριο του 2009 έως και τον Φεβρουάριο του 2010.

Πριν παρουσιάσουμε τα αποτελέσματα της έρευνας έχει ενδιαφέρον να υπογραμμίσουμε μια σημαντική παρατήρηση που έκαναν και οι ίδιοι οι ερευνητές. Μόνο το 54% των ερωτηθέντων δέχτηκαν να απαντήσουν στην έρευνα, με αποτέλεσμα οι τελικές στατιστικές αναλύσεις να γίνουν με ένα δείγμα της τάξεως των 5000 ατόμων. Οι γυναίκες και οι μεσήλικες ήταν αυτοί οι οποίοι έδειξαν τα μεγαλύτερα ποσοστά άρνησης συμμετοχής στην έρευνα. Μια εικασία που μπορούμε να κάνουμε είναι ότι αυτή η συμπεριφορά σε κάποιο βαθμό μπορεί να οφείλεται στην έλλειψη παιδείας των Ελλήνων γύρω από θέματα ψυχιατρικής, με αποτέλεσμα τον στιγματισμό ερωτημάτων που σχετίζονται με την ψυχική μας υγεία.

Το ερωτηματολόγιο που χρησιμοποίησε η ερευνητική ομάδα αξιολογούσε την παρουσία 14 ψυχιατρικών συμπτωμάτων κατά τη διάρκεια α)της τελευταίας εβδομάδας και β)κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι συμμετέχοντες σε ένα ποσοστό της τάξεως του 15% εμφάνιζαν τα συμπτώματα της ψυχολογικής κόπωσης, ευερεθιστότητας και της ανησυχίας, ενώ τα χαμηλότερα ποσοστά (5%) εμφανίστηκαν για τις εμμονές, τις φοβίες και τον πανικό. Οι γυναίκες είχαν υψηλότερα ποσοστά εμφάνισης ψυχιατρικών συμπτωμάτων σε σχέση με τους άνδρες. Συνολικά, υπολογίστηκε ότι το 14% των συμμετεχόντων παρουσίαζε κάποια μέτρια ή σοβαρή ψυχοπαθολογία, με τις γυναίκες να έχουν υψηλότερα ποσοστά από τους άνδρες.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, η πιο συχνά εμφανιζόμενη ψυχική διαταραχή στην Ελλάδα είναι η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή (ΓΑΔ) με ποσοστό 4,1%, ακολουθούμενη από τα καταθλιπτικά επεισόδια με ποσοστό 2,9%. Οι συμμετέχοντες σε ποσοστό της τάξεως του 7,5% πληρούσαν τα κριτήρια για μία τουλάχιστον διαταραχή σχετιζόμενη με το άγχος ή/και την κατάθλιψη. Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι το 50% των συμμετεχόντων παρουσίαζε τα ψυχοπαθολογικά συμπτώματα για διάστημα τουλάχιστον ενός έτους. Με απλά λόγια, με μια απλή αναγωγή συμπεραίνουμε πως περίπου το 6,5% του πληθυσμού παρουσιάζει χρόνια ψυχοπαθολογική συμπτωματολογία.

Οι μεγαλύτερες ηλικίες (50-70 ετών) παρουσίαζαν αυξημένα ποσοστά κατάθλιψης και άγχους σε σχέση με τις άλλες ηλικιακές ομάδες, πιθανόν λόγω της ταυτόχρονης ύπαρξης κάποιου οργανικού προβλήματος το οποίο φυσικά επιβαρύνει και ψυχολογικά αυτά τα άτομα.

Μεγάλο ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζουν και οι αριθμοί κατάχρησης αλκοόλ και άλλων ουσιών, καθώς βρέθηκε ότι σε ένα ποσοστό περίπου 12,6% του πληθυσμού κάνει κατάχρηση αλκοόλ, με τους άνδρες να έρχονται πρώτοι (16,9%) σε σχέση με τις γυναίκες (8,5%). Το 40% του πληθυσμού βρέθηκε πως είναι καπνιστές (καπνίζει συστηματικά τον τελευταίο μήνα) με τους άνδρες και πάλι να έρχονται πρώτοι και σε αυτή την κατάχρηση (50% των ανδρών έναντι 30% των γυναικών). Η χρήση χασίς κυμαίνεται στο 2%.

Τέλος, οι ερευνητές εστιάζουν την προσοχή μας στο γεγονός ότι τα αποτελέσματα της πανελλήνιας έρευνας επαληθεύουν την αντίληψη που θέλει τους κατοίκους των νησιωτικών περιοχών και ιδιαίτερα των πιο μικρών νησιών να παρουσιάζουν αυξημένα ποσοστά ψυχοπαθολογίας σε σχέση με τους κατοίκους της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Κάνοντας μια σύγκριση των ευρημάτων με τα ποσοστά επιπολασμού στην υπόλοιπη Ευρώπη, οι ερευνητές αναφέρουν ότι στην Ελλάδα παρουσιάζουμε μειωμένα ποσοστά κατάθλιψης σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρώπης αλλά αυξημένα ποσοστά γενικευμένου άγχους και αγχωδών διαταραχών.

Στην προσπάθειά της έρευνας να λάβει υπόψη και κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες που ενδεχομένως συμβάλλουν στην ανάπτυξη της ψυχοπαθολογίας, βρέθηκε ότι η ανεργία -από την οποία υποφέρει το ένα τέταρτο της Ελλάδας- σχετίζεται με υψηλότερα ποσοστά εμφάνισης ψυχοπαθολογικών συμπτωμάτων, ιδιαίτερα των καταθλιπτικών. Η ακριβής σχέση του παράγοντα της ανεργίας και της ψυχοπαθολογίας αναμένεται να ερευνηθεί σε βάθος σε μια μελλοντική δημοσίευση της ίδιας επιστημονικής ομάδας.

Σε γενικές γραμμές βλέπουμε ότι τα ποσοστά ψυχοπαθολογικών συμπτωμάτων στη χώρα μας είναι στα ίδια επίπεδα με αυτά της υπόλοιπης Ευρώπης. Κύριο ψυχιατρικό σύμπτωμα στην ελληνική κοινωνία φαίνεται πως είναι οι αγχώδεις και καταθλιπτικές διαταραχές, όπως ακριβώς βλέπουμε ότι συμβαίνει και στον υπόλοιπο κόσμο2. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον βεβαίως παρουσιάζει η συσχέτιση μεταξύ ανεργίας και ανάπτυξης ψυχοπαθολογικών συμπτωμάτων, αν και πρέπει να τονίσουμε ότι η έρευνα έγινε τέλη του 2009, στις αρχές δηλαδή της ελληνικής οικονομικής κρίσης. Θα είχε ενδιαφέρον εάν είχαμε δεδομένα από το 2011 και έπειτα, όταν η οικονομική ύφεση άρχισε να βαθαίνει επικίνδυνα και η ανεργία να εκτοξεύεται σε δυσθεώρητα ύψη. Μια σύγκριση μεταξύ της προ-κρίσης και μετά-κρίσης εποχών θα έδειχνε εμμέσως τον ψυχολογικό αντίκτυπο του γενικότερου ασταθούς οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού κλίματος που αντιμετωπίζει η χώρα μας.

Τέλος, ένα σημείο της έρευνας που προσωπικά με προβληματίζει ιδιαίτερα είναι τα υψηλότατα ποσοστά μη συμμετοχής στην έρευνα. Οι μισοί συμμετέχοντες αρνήθηκαν να απαντήσουν στα ερωτηματολόγια. Υποψιάζομαι ότι η πιο πιθανή αιτία είναι η έλλειψη ενημέρωσης γύρω από θέματα ψυχικής υγείας και ο γενικότερος στιγματισμός που επικρατεί γύρω από αυτά τα θέματα, τα οποία θεωρούνται ταμπού από μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού. Μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα θα έπρεπε να διαθέτει ένα καλά δομημένο σύστημα ψυχικής υγείας, το οποίο να έχει καταφέρει να έρθει κοντά στον απλό, καθημερινό πολίτη και να τον ενημερώσει σωστά, αντικειμενικά και χωρίς διαστρεβλώσεις για τον ορισμό και την σημαντικότητα της ψυχικής υγείας, με απώτερο σκοπό την πρόληψη και την έγκαιρη διάγνωση των ψυχικών διαταραχών.

Εισαγωγική Εικόνα

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Skapinakis, P., Bellos, S., Koupidis, S., Grammatikopoulos, I., Theodorakis, P. N., & Mavreas, V. (2013). Prevalence and sociodemographic associations of common mental disorders in a nationally representative sample of the general population of Greece. BMC Psychiatry, 13(1), 163. doi:10.1186/1471-244X-13-163 []
  2. Cross-national comparisons of the prevalences and correlates of mental disorders. Bulletin of the World Health Organization, 78(4), 413-426. []
12 Μαΐ 2013

Οι μητέρες με τραυματικό παρελθόν αποφεύγουν να μιλήσουν για τα συναισθήματα των παιδιών τους

Σύμφωνα με μια νέα έρευνα του Πανεπιστημίου Notre Dame1 , μητέρες οι οποίες έχουν κακοποιηθεί -ψυχολογικά ή/και σωματικά- κατά την παιδική τους ηλικία, αργότερα αποφεύγουν να ανοίγουν συναισθηματικές συζητήσεις με τα παιδιά τους. Στην έρευνα του πανεπιστημίου συμμετείχαν μητέρες από χαμηλά κοινωνικο-οικονομικά στρώματα, οι οποίες είχαν υποστεί κάποια μορφή κακοποίησης από το οικογενειακό τους περιβάλλον κατά την παιδική τους ηλικία. Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι οι μητέρες αυτές, σε σύγκριση με μητέρες που δεν είχαν κακοποιηθεί στην παιδική τους ηλικία, έδειχναν έντονα αποφευκτική συμπεριφορά όταν έπρεπε να κατανοήσουν τη συναισθηματική κατάσταση των παιδιών τους. Για παράδειγμα, έκαναν λιγότερες και πιο σύντομες συζητήσεις με τα παιδιά τους, χρησιμοποιούσαν ερωτήσεις κλειστού τύπου (όπου οι απαντήσεις που ανέμεναν ήταν μονολεκτικές καταφατικές ή αρνητικές) και γενικότερα δεν βοηθούσαν στην ελεύθερη έκφραση των συναισθημάτων των παιδιών τους.

Όταν κάποιος γίνεται θύμα μιας τραυματικής κατάστασης, ιδιαίτερα όταν αυτή λαμβάνει χώρα στην ευαίσθητη παιδική ηλικία όταν και διαμορφώνονται σημαντικά στοιχεία της προσωπικότητάς μας, είναι πολύ πιθανό να αναπτύξει μια συναισθηματική ακαμψία ως έναν μηχανισμό άμυνας υπό την απειλή της συναισθηματικής κατάρρευσης. Όταν αυτή η ακαμψία παρατηρείται για μεγάλο χρονικό διάστημα γίνεται στοιχείο της προσωπικότητας κάποιου και τείνει να εμφανίζεται σε πολλούς τομείς της ζωής κάποιου, όπως είναι οι σεξουαλικές, φιλικές ή οικογενειακές του σχέσεις.

Για να αντιληφθούμε την σημαντικότητα αυτής της έρευνας είναι χρήσιμο να υπογραμμίσουμε ότι όταν ένα παιδί μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον στο οποίο δεν ενθαρρύνεται η συναισθηματική του έκφραση, τότε η γνωστική και συναισθηματική του ανάπτυξη μπορεί να καθυστερήσει ή να παρουσιάσει προβλήματα. Βλέπουμε δηλαδή πως η προβληματική ανάπτυξη ενός γονιού μπορεί να οδηγήσει, προφανώς δίχως τη θέλησή του, σε έναν φαύλο κύκλο στον οποίο και το δικό του παιδί μπορεί να αντιμετωπίσει παρόμοια προβλήματα συναισθηματικής ανάπτυξης, διαιωνίζοντας το πρόβλημα στις επόμενες γενιές.

Τα αποτελέσματα της έρευνας μας υπενθυμίζουν πόσο σημαντικό είναι οι γονείς να ενθαρρύνουν τα παιδιά τους να συζητούν για όσα τους απασχολούν και να τους δίνουν έναν ασφαλή χώρο έκφρασης των συναισθημάτων τους, αλλά και πόσο αναγκαίο είναι όταν παρουσιάζεται μια προβληματική συμπεριφορά στο παιδί οι γονείς να είναι έτοιμοι να δουλέψουν πάνω και στις δικές τους εμπειρίες και το ρόλο τους απέναντι στο παιδί.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. University of Notre Dame. (2013, May 9). «Mothers Traumatized In Childhood Avoid Emotional Talk With Their Children.» Medical News Today. []
21 Απρ 2013

LSD: η ιστορία, τα στατιστικά χρήσης και οι επιπτώσεις της κατανάλωσης στη σωματική και ψυχική υγεία

Άλμπερτ Χόφμαν, εργαζόμενος στην φαρμακοβιομηχανία Σαντόζ, πειραματιζόταν πάνω σε διάφορες χημικές ουσίες με σκοπό να βρει ένα νέο, αποτελεσματικό διεγερτικό του αίματος. Ανάμεσα στις χημικές ουσίες που ανακάλυψε ήταν και η λυσεργική διαιθυλαμίδη (Lysergic acid diethylamide), ευρέως γνωστή και ως LSD.

Οι επιπτώσεις της νέας ουσίας στον ανθρώπινο οργανισμό θα παρέμεναν άγνωστες εάν ο ίδιος ο Χόφμαν δεν αποφάσιζε πέντε χρόνια αργότερα (1943) να συνεχίζει την έρευνα πάνω στο LSD. Καθώς έκανε τα πειράματά του, κατα λάθος δοκίμασε κάποια μικροποσότητα LSD που έμεινε στις άκρες των νυχιών του όταν άγγιξε το σκεύασμα. Ο Χόφμαν αργότερα θα περιέγραφε την εμπειρία του:

Άμεσως ένοιωσα μια μεγάλη ένταση, αλλά και μια ελαφρά, ευχάριστη ζαλάδα. Πήγα στο σπίτι μου, όπου βρέθηκα σε μια όχι και τόσο δυσάρεστη κατάσταση χαρακτηριζόμενη από αυξημένη φαντασία. Έκλεισα τα μάτια μου και ήταν σαν να βρίσκομαι σε όνειρο: έβλεπα παντού εικόνες και σχήματα με έντονα χρώματα, σαν από καλειδοσκόπιο. Η επίδραση του ναρκωτικού κράτησε περίπου 2 ώρες.

Παρά το γεγονός ότι δεν βρέθηκε κάποια συγκεκριμένη χρήση του ναρκωτικού για ιατρικούς λόγους, το LSD διαδόθηκε γρήγορα μέσω των ιατρικών εργαστηρίων στα οποία δόθηκε ποσότητα LSD για πειράματα. Τις αμέσως επόμενες δεκαετίες το LSD ήταν από τα πρώτα σε κατανάλωση ναρκωτικά παγκοσμίως.

Επιπτώσεις του LSD

Αν και μετά την αρχική ανακάλυψή του ναρκωτικού, η επιστημονικη κοινότητα δεν έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το LSD, η αυξημένη χρήση του από μια μερίδα πληθυσμού και ιδιαίτερα τη νεολαία, ήταν αναμενόμενο να οδηγήσει στη μελέτη των επιπτώσεών του στον άνθρωπο12 . Ακόμη και σήμερα όμως η εξειδικευμένη έρευνα πάνω στο LSD παραμένει σχετικά περιορισμένη, με τις περισσότερες μελέτες να ασχολούνται με πειραματικά μοντέλα σε πειραματόζωα345 . Γνωρίζουμε με σχετική σιγουριά πάντως ότι το LSD επηρεάζει τον μηχανισμό απελευθέρωσης και πρόσληψης σεροτονίνης στον εγκέφαλο. Η σεροτονίνη είναι ένας νευροδιαβιβαστής  ο οποίος σχετίζεται με τη λειτουργία πολλαπλών εγκεφαλικών συστημάτων που σχετίζονται με τον έλεγχο της συμπεριφοράς, την αντίληψη των ερεθισμάτων, τα συναισθήματα, τον έλεγχο της κίνησης, την πείνα, την θερμοκρασία του σώματος αλλά και τη σεξουαλική συμπεριφορά.

Όπως αναφέραμε, το LSD επιφέρει μια σειρά αλλαγών στον τρόπο λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου. Οι επιπτώσεις του όμως αφορούν γενικότερα και τον τρόπο λειτουργίας του συνόλου του οργανισμού μας. Οι κύριες σωματικές επιπτώσεις της χρήσης LSD είναι:

  • Εφίδρωση
  • Ξηρότητα στόματος
  • Διαστολή κορών των ματιών
  • Αλλαγή στη θερμοκρασία του σώματος
  • Αϋπνία
  • Απώλεια όρεξης

Οι επιπτώσεις σε βιολογικό επίπεδο έχουν ως αποτέλεσμα και την δημιουργία συμπτωμάτων σε επίπεδο γνωστικών και συναισθηματικών λειτουργιών. Οι κυριες ψυχολογικές επιπτώσεις της κατανάλωσης, όπως είδαμε εν μέρει και από την εμπειρία του Χόφμαν, είναι:

  • Παραισθήσεις (παρανόηση κυρίως οπτικών ερεθισμάτων)
  • Ψευδαισθήσεις (αντίληψη ανύπαρκτων κυρίως οπτικών ερεθισμάτων)
  • Διαστρέβλωση της αντίληψης του χώρου και του χρόνου (αποπροσανατολισμός)
  • Διαστρέβλωσης αντίληψης προσωπικής ταυτότητας
  • Έντονος χρωματισμός συναισθημάτων και σκέψεων(ευχάριστα ή δυσάρεστα)
  • Έμμονες ιδέες
  • Κρίση πανικού
  • Απώλεια ελέγχου
  • Υπερσεξουαλικότητα ή απώλεια σεξουαλικής επιθυμίας

Ανάλογα με τη συχνότητα και την ποσότητα κατανάλωσης αλλά και τον οργανισμό του χρήστη, οι επιπτώσεις του LSD μπορεί να διαφέρουν σε ένταση και χρονική διάρκεια. Μια συνηθισμένη δοσολογία LSD (ένα δισκίο) έχει επίδραση από μερικά λεπτά έως λίγες ώρες. Η συχνή χρήση LSD, ακριβώς λόγω της μεγάλης διαστρέβλωσης που προκαλεί σε τόσες πολλές γνωστικές και συναισθηματικές λειτουργίες μπορεί οδηγήσει σε εμφάνιση ψυχοπαθολογικής συμπεριφοράς όπως είναι ένα ψυχωσικό ή καταθλιπτικό επεισόδιο ή μια διαταραχή πανικού.

Λόγω των έντονων εμπειριών που προκαλεί, στο εξωτερικό το LSD έχει αρχίσει προσφάτως να χρησιμοποιείται πειραματικά σε κάποια ψυχοθεραπευτικά πλαίσια όπως στην αντιμετώπιση του αλκοολισμού6 . Φυσικά η πειραματική χρήση του σε αυτά τα πλαίσια γίνεται υπό αυστηρούς κανόνες και εξειδικευμένους θεραπευτές, ενώ ακόμη δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την αποτελεσματικότητα της χρήσης του LSD για ψυχοθεραπευτικούς σκοπούς.

Στατιστικά Χρήσης

Στην Ε.Ε. το ποσοστό ενηλίκων που έχουν καταναλώσει LSD τουλάχιστον μια φορά στη ζωή τους είναι μεταξύ 0% (Ρουμανία) έως 5.3% (Ηνωμένο Βασίλειο). Η πλειοψηφία των υπολοίπων χωρών υπολογίζουν τη χρήση LSD από ενήλικες σε 0.3% – 2%. Το ποσοστό χρήσης LSD τουλάχιστον μια φορά στους νέους (15-34 ετών) παραμένει σε χαμηλά ποσοστά που και πάλι βρίσκονται μεταξύ 0% (Ρουμανία) και 5.5% (Ηνωμένο Βασίλειο).

Τέλος, το ποσοστό των ατόμων που δοκίμασαν LSD τουλάχιστον μια φορά κατά τον τελευταίο χρόνο στην Ε.Ε. υπολογίζεται ότι κυμαίνεται σε χαμηλά ποσοστά, καθώς καμία άλλη χώρα δεν ξεπερνάει το ποσοστό της Εσθονίας, το οποίο είναι της τάξεως του 1%.7

Θεραπεία κατάχρησης LSD

Οι χρόνιοι χρήστες LSD αντιμετωπίζονται παγκοσμίως όπως ακριβώς και οι χρήστες των υπόλοιπων ναρκωτικών ουσιών8. Η χρήση ναρκωτικών ουσιών θεωρείται το αποτέλεσμα μιας σειράς άλλων ψυχολογικών δυσλειτουργών ή/και παθολογικών σχέσεων στη ζωή του ατόμου και η θεραπεία μπορεί να γίνει με μια σειρά πρεμβάσεων, όπως είναι η ατομική και η ομαδική ψυχοθεραπεία αλλά και η εισαγωγή σε ειδικές κλινικές αποτοξίνωσης. Σκοπός των παρεμβάσεων δεν είναι απλά να σταματήσει η χρήση ναρκωτικών ουσιών τώρα, αλλά να αποφευχθεί μια νέα χρήση στο μέλλον (υποτροπή).

Εισαγωγική Φωτογραφία

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. M.d, C. S. (1995). Effects of LSD on Somatosensory and Visual Evoked Responses and on the EEG in Man. Στο J. W. M.D (Επιμ.), Recent Advances in Biological Psychiatry(σσ 209–227). Springer New York. []
  2. Stern, W. C., Morgane, P. J., & Bronzine, J. D. (1972). LSD: effects on sleep patterns and spiking activity in the lateral geniculate nucleus. Brain research, 41(1), 199–204. []
  3. Moreno, J. L., Holloway, T., Umali, A., Rayannavar, V., Sealfon, S. C., & González-Maeso, J. (2013). Persistent effects of chronic clozapine on the cellular and behavioral responses to LSD in mice. Psychopharmacology, 225(1), 217–226. doi:10.1007/s00213-012-2809-7 []
  4. Grossman, L., Utterback, E., Stewart, A., Gaikwad, S., Chung, K. M., Suciu, C., … Kalueff, A. V. (2010). Characterization of behavioral and endocrine effects of LSD on zebrafish. Behavioural Brain Research, 214(2), 277–284. doi:10.1016/j.bbr.2010.05.039 []
  5. Hughes, R. N. (1973). Effects of LSD on exploratory behavior and locomotion in rats. Behavioral Biology, 9(3), 357–365. doi:10.1016/S0091-6773(73)80184-1 []
  6. Kurland, A., Savage, C., Pahnke, W. N., Grof, S., & Olsson, J. E. (2009). LSD in the Treatment of Alcoholics. Pharmacopsychiatry, 4(02), 83–94. doi:10.1055/s-0028-1094301 []
  7. European Monitoring Center for Drugs and Drugs Addiction []
  8. Boer, A. P., & Sipprelle, C. N. (1969). Induced Anxiety in the Treatment for LSD Effects. Psychotherapy and Psychosomatics17(2), 108–113. doi:10.1159/000286016 []
04 Απρ 2013

Τι είναι το στρες;

Το στρες είναι μια φυσιολογική σωματική και ψυχική αντίδραση σε μια απειλή η σε μια αίτηση για την αντιμετώπιση απαιτητικών καταστάσεων. Όταν νιώθεις στρες το σώμα σου είναι σε ένταση και ο εγκέφαλος σου πυροδοτείται από πολλαπλές σκέψεις.

Ο καθένας μας εκτίθεται καθημερινά σε στρες καταστάσεις. Το στρες μάλιστα μπορεί να είναι και θετικό – το λεγόμενο ευ στρες – όταν καλούμαστε να το αντιμετωπίσουμε σπάνια (ή μόνο μερικές φορές) και σε περιορισμένο βαθμό. Σε αυτή την περίπτωση λειτουργεί σαν καταλύτης και μας ενεργοποιεί για να αντεπεξέλθουμε στις όποιες καταστάσεις. Όσο ποιο συχνό και έντονο είναι το στρες, τόσο πιο δύσκολο μας είναι να αντιμετωπίσουμε της καθημερινές μας υποχρεώσεις.

Συναισθήματα, θυμού, απογοήτευσης και φόβου, όπως επίσης, οξυθυμία, κούραση και κατάθλιψη, μας κυριαρχούν και δεν μας επιτρέπουν να λειτουργήσουμε έτσι όπως θα θέλαμε, με αποτελέσμα η ψυχολογία μας να ειναι σε «κακή».

Το στρες μας κάνει ιδιαίτερα απαιτητικούς, ανυπόμονους και ευερέθιστους με ιδιαίτερα χαμηλή διάθεση για συνεργασία. Διατρέχουμε μάλιστα κίνδυνο να κακοποιήσουμε λεκτικά η ακόμη και σωματικά τα παιδιά μας. Λειτουργώντας κάτω από στρες έχουμε την τάση να παρεξηγούμε συμπεριφορές των παιδιών μας, πιστεύοντας ότι για παράδειγμα έκαναν κάτι από πρόθεση, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για μια απλή απροσεξία.

Πως καταλαβαίνουμε το στρες;

Υπάρχουν διάφορα προειδοποιητικά σημάδια του στρες, όπως:

  • Πονοκέφαλος.
  • Διαταραχές στον ύπνο.
  • Προβλήματα συγκέντρωσης.
  • Ένταση και πόνος στο μυϊκό σύστημα.
  • Κούραση.
  • Η αίσθηση ότι ήμαστε υπερφορτωμένοι και ότι ήμαστε ανίκανοι να αντεπεξέλθουμε στην καθημερινότητα μας.
  • Ενοχλήσεις στο στομάχι και διάρροια.
  • Εξανθήματα και ακμή.
  • Επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις και ιογενείς ασθένειες.

Πώς να αντιμετωπίσουμε το καθημερινό στρες;

  • Αναγνωρίστε έγκαιρα και δώστε προσοχή σε μυϊκές εντάσεις.
  • Αθληθείτε 3 φόρες την εβδομάδα για τουλάχιστον 20 λεπτά.
  • Μάθετε να ηρεμείτε με ασκήσεις χαλάρωσης και εφαρμόστε τες τακτικά.
  • Διαγνώσετε έγκαιρα αρνητικές σκέψεις που σας επιβαρύνουν.
  • Μάθετε να ελέγχεται και να κατευθύνεται την σκέψη σας.
  • Εφαρμόστε αλλαγές στον τρόπο ζωής σας.
  • Δουλέψτε με πρόγραμμα και πάνω από όλα μην γεμίζετε υπερβολικά την ημέρα σας με υποχρεώσεις.

Αν εσείς ή ο σύντροφος σας νιώθετε πολύ τακτικά ιδιαίτερα στρεσαρισμένοι και αδυνατείτε να αντεπεξέλθετε στις καθημερινές σας υποχρεώσεις, ενώ σας είναι πολύ δύσκολο να επιλύετε τα προβλήματα σας με ηρεμία, τότε θα πρέπει να ζητήσετε βοήθεια από ψυχολόγο – ψυχοθεραπευτή.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

25 Μαρ 2013

Κοινωνική Ευθανασία Ζώων και Κατάθλιψη

Σύμφωνα µε τις στατιστικές των φιλοζωικών οργανώσεων, κάθε χρόνο εγκαταλείπονται περίπου 80.000 ζώα στη χώρα μας. Κάποια από αυτά θα τα δούμε νεκρά στην άκρη ενός δρόμου και το θέαμα δεν θα μας προξενήσει έκπληξη διότι πρόκειται για κάτι σύνηθες, μια εικόνα που την βλέπουμε χρόνια και έχουμε όλοι απευαισθητοποιηθεί.

Μερικά από αυτά θα καταλήξουν σε κάποιο “πάρκο” φιλοξενίας το οποίο εάν δεν έχει την δυνατότητα να καλύψει τα έξοδα τους και δεν καταφέρει να βρει για αυτά σπίτι θα τα στείλει για ευθανασία. Τα υπόλοιπα κινδυνεύουν καθημερινά να πέσουν θύματα άγριας κακοποίησης ώστε να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των πρώιμων αντικοινωνικών τάσεων και να αποτελέσουν το αντικείμενο εκτόνωσης της βίας που έχει συσσωρευτεί σε μια κοινωνία που νοσεί ψυχικά.

Οι φιλόζωοι οι όποιοι αποτελούν μειοψηφία έχουν αναλάβει ένα σχεδόν αδύνατο έργο και ο καθένας από αυτούς κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες που όμως δεν είναι αρκετές ώστε να ισοσταθμίσουν την αδιαφορία και την έλλειψη παιδείας της υπόλοιπης κοινωνίας.

Το 2012 ήταν η χρονιά της κρίσης, τα ποσοστά κατάθλιψης αυξάνονται με πρωτοφανείς ταχύτητες και δίνουν στη χώρα μας αύξηση της τάξεως του 40% σε σχέση με προηγούμενα χρόνια. Αυτή η αύξηση δεν θα μπορούσε πάρα μόνο να συνοδεύεται και από μεγάλο αριθμό αυτοκτονιών, ένα λυπηρό ανησυχητικό φαινόμενο το οποίο πιάνει απευθείας τον παλμό της απελπισίας της εποχής. Ζούμε λοιπόν σε μια χώρα και μια κοινωνία που οδηγεί τους ανθρώπους στην αυτοκτονία και στέλνει τα ζώα για ευθανασία.

Πιστεύεται ότι η υιοθεσία ενός κατοικίδιου ζώου προλαμβάνει και ανακουφίζει από τα συμπτώματα της κατάθλιψης. Αυτή η άποψη υποστηρίζεται από πολλές μελέτες που εξετάζουν τα ψυχικά οφέλη για την υγεία που συνδέονται με τα κατοικίδια ζώα. Οι ιδιοκτήτες τους έχουν 40 τοις εκατό λιγότερες πιθανότητες να εμφανίσουν άγχος και 30 τοις εκατό λιγότερες πιθανότητες να εκδηλώσουν κατάθλιψη. Μελέτες έχουν δείξει τα θετικά αποτελέσματα της ιδιοκτησίας κατοικίδιων ζώων σχετικά με διάφορες πτυχές της ψυχικής υγείας, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής στήριξης, της συντροφικότητας, της αυτοεκτίμησης και της ενσωμάτωσης με την κοινότητα. Το παιχνίδι και η φροντίδα των κατοικίδιων ζώων έχουν δείξει ότι μειώνει το στρες και την αρτηριακή πίεση.

Έχοντας ένα κατοικίδιο ζώο επιτρέπει επίσης σε ένα άτομο που έχει κατάθλιψη να στρέψει την προσοχή του μακριά από τα καθημερινά πιεστικά προβλήματα της ζωής. Η ιδιοκτησία ενός κατοικίδιου ζώου μειώνει τον κίνδυνο κατάθλιψης έμμεσα, μέσω της αύξησης της σωματικής δραστηριότητας για τους ιδιοκτήτες. Η σωματική δραστηριότητα αποτελεί σημαντικό προστατευτικό παράγοντα για την κατάθλιψη, καθώς και μια σειρά από άλλα προβλήματα υγείας. Πολλές μελέτες ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα φυσικής δραστηριότητας μεταξύ των ιδιοκτητών σκύλων, σε σύγκριση με μη-ιδιοκτήτες σκύλων.

Η υιοθεσία ενός κατοικίδιου δεν αντικαθιστά την ψυχολογική υποστήριξη ενός ειδικού Ψυχολόγου η Ψυχιάτρου άλλα έχει ιδιαίτερα ευεργετικές ιδιότητες και μπορεί να φέρει σημαντικά αποτελέσματα στην βελτίωση της ψυχικής υγείας ενός ανθρώπου.

Ας σταματήσουμε λοιπόν την ευθανασία των ζωών διότι είναι ταυτόσημη με την ευθανασία της ψυχικής μας υγείας.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

17 Ιαν 2013

Πώς οι "φάσεις" της χαράς και της θλίψης συμβάλλουν στη Διπολική Διαταραχή;

Η διπολική διαταραχή είναι μια διαταραχή της διάθεσης που χαρακτηρίζεται από απρόβλεπτες και δραματικές εναλλαγές μεταξύ της μανίας και της κατάθλιψης. Αυτά τα επεισόδια συμβαίνουν μεταξύ του διαστήματος της «φυσιολογικής διάθεσης», που ονομάζεται ευθυμία.

Προηγούμενη έρευνα έχει δείξει ότι το συναισθηματικό κύκλωμα εγκεφάλου είναι απορυθμισμένο σε άτομα που έχουν διαγνωστεί με διπολική διαταραχή. Θεωρείται ότι αυτές οι διαταραχές επηρεάζουν την ικανότητα του ατόμου να ελέγχει το συναίσθημα και συμβάλλουν στις διαταραχές διάθεσης.

Συνεχίζοντας, επιστήμονες από το Indiana University School of Medicine χρησιμοποίησαν λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI) για να διερευνήσουν ποιες περιοχές του εγκεφάλου έδειξαν ανώμαλη ενεργοποίηση, ενώ ασθενείς σε διάφορα στάδια της διάθεσης της διπολικής διαταραχής προσπαθούσαν να ελέγξουν την απόκρισή τους σε συναισθηματικό και μη-συναισθηματικό υλικό1 .

Αυτό τους επέτρεψε να αναλύσουν τα πρότυπα ενεργοποίησης του εγκεφάλου των ασθενών με βάση τη διάθεση (μανία, κατάθλιψη, ή νορμοθυμία) και το τύπο του ερεθίσματος (συναίσθημα έναντι χωρίς συναίσθημα και χαράς έναντι λύπης).

Οι ερευνητές βρήκαν ότι στους διπολικούς ασθενείς με κατάθλιψη ενεργοποιήθηκαν ασυνήθιστες περιοχές του εγκεφάλου όταν έπρεπε να παρακρατήσουν απαντήσεις σε λυπημένα πρόσωπα. Οι μανιακοί ασθενείς, από την άλλη πλευρά, είχαν ανώμαλη ενεργοποίηση ανεξάρτητα από το αν προσπαθούσαν να αρνηθούν να δώσουν απάντηση σε λυπημένα ή χαρούμενα πρόσωπα, ή σε μη-συναισθηματικό υλικό. Ακόμη και τα άτομα με ευθυμία έδειξαν ανώμαλη ενεργοποίηση των περιοχών του φλοιού του εγκεφάλου, ενώ παρακρατούσαν τις απαντήσεις τους σε συναισθηματικά πρόσωπα.

Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι διαφορετικές δυσλειτουργίες του κυκλώματος μπορούν να συμβάλουν σε διάφορα χαρακτηριστικά της απορρύθμισης του συναισθήματος στη διπολική διαταραχή.

Ο καθηγητής και ανώτερος συντάκτης της μελέτης ο Dr. Amit Anand ανέφερε, «Αυτή η μελέτη παρέχει σημαντικές πληροφορίες σχετικά με τις περιοχές του εγκεφάλου που μπορεί να είναι σημαντικές για τον έλεγχο της απόκρισης σε συναισθηματικό υλικό και στις λειτουργικές ανωμαλίες σε αυτές τις περιοχές σε διαταραχές της διάθεσης.»

«Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι ελαφρώς διαφορετικά κυκλώματα διαφοροποιούν τους συμπτωματικούς από τους μη συμπτωματικούς ασθενείς με διπολική διαταραχή, όταν καταστέλλουν τις αντιδράσεις χαράς ή λύπης», σχολίασε ο Dr. John Krystal, συντάκτης της Βιολογικής Ψυχιατρικής.

“Τα ευρήματα αυτά μπορεί να έχουν συνέπειες για τη βελτίωση του κυκλώματος του εγκεφάλου με θεραπείες για τη διπολική διαταραχή συμπεριλαμβανομένων τη νευροδιέγερση και την ψυχοθεραπεία.”

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Hummer, T. A., Hulvershorn, L. A., Karne, H. S., Gunn, A. D., Wang, Y., & Anand, A. (2013). Emotional Response Inhibition in Bipolar Disorder: A Functional Magnetic Resonance Imaging Study of Trait- and State-Related Abnormalities. Biological Psychiatry, 73 (2): 136 []
07 Δεκ 2012

Συμμετοχή σε έρευνα για το πένθος

online ερωτηματολόγιο πολλαπλών επιλογών το οποίο περιέχει ερωτήσεις γύρω από το πένθος. Προϋπόθεση για τη συμμετοχή στην έρευνα είναι ο συμμετέχοντας να έχει χάσει κάποιον κοντινό πρόσωπο πρώτου βαθμού τα τελευταία πέντε χρόνια. Όσοι καλύπτετε την παραπάνω προϋπόθεση και επιθυμείτε να βοηθήσετε μια νεαρή φοιτήτρια να ολοκληρώσει την έρευνά της, δεν έχετε παρά να συμπληρώσετε το ερωτηματολόγιο της έρευνας. Η όλη διαδικασία διαρκεί περίπου 10-15 λεπτά. Πληροφορίες: Έφη Μπόνη (effie.21.11@gmail.com) Εισαγωγική Εικόνα

]]>

26 Νοέ 2012

Αντικοινωνική Διαταραχή Προσωπικότητας

Η ιστορία της Αντικοινωνικής Διαταραχής Προσωπικότητας

Η παλαιότερη, «κλινική» παράδοση για την κατανόηση της αντικοινωνικής διαταραχής της προσωπικότητας αναφέρεται στον όρο ψυχοπάθεια ή ψυχοπαθητική προσωπικότητα και οριοθετήθηκε από τον Cleckley (1941/1976). Διακρίνεται με την παρουσία τόσο της προφανής αντικοινωνικής συμπεριφοράς όσο και των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας και ένα τέτοιο άτομο μπορεί να περιγραφεί ως σκληρό και ανελέητα αδιάφορο για τα δικαιώματα και τα συναισθήματα των άλλων (Hare, 1991) ή ως επιθετικό ναρκισσιστή (Meloy ,1992).

Σύγχρονες έννοιες της αντικοινωνικής διαταραχής της προσωπικότητας επισημαίνονται πίσω στις αρχές της δεκαετίας του 19ου αιώνα, και, αναμφισβήτητα, ήταν πάντα στενά συνδεδεμένες με τις σύγχρονες κοινωνικές στάσεις έναντι της ποινικής δικαιοσύνης και της πολιτικής ελευθερίας (Ferguson & Tyrer, 2000). Στις αρχές της δεκαετίας του 1800 οι κλινικοί γιατροί προσπάθησαν να καταλάβουν εγκληματίες των οποίων τα αδικήματα ήταν τόσο αποτρόπαια, αλλά οι κλινικές παρουσιάσεις τους δεν ταίριαζαν με τα ήδη υπάρχοντα αναγνωρισμένα ψυχικά σύνδρομα. Περιγράφοντας τα άτομα αυτά, ο Prichard (1835) επινόησε τον όρο «ηθική παράνοια», η οποία ήταν μια μορφή της «ψυχικής διαταραχής στην οποία οι πνευματικές ικανότητες είναι αμείωτες, αλλά οι ηθικές αρχές του νου είναι διεφθαρμένες ή διεστραμμένες, και το άτομο είναι ανίκανο να λειτουργεί με αξιοπρέπεια και ευπρέπεια στη ζωή.»

Ενώ η ισχύς της συσχέτισης μεταξύ της αντικοινωνικής διαταραχής της προσωπικότητας και της υποτροπής δεν ήταν ποτέ υπό αμφισβήτηση, έχει υπάρξει εδώ και πολύ καιρό η συζήτηση σχετικά με τις επιπτώσεις της. Το 1874 ο Maudsley υποστήριξε ότι η ηθική παραφροσύνη «ήταν μια μορφή ψυχικής αποξένωσης, η οποία έχει τόσο πολύ την εμφάνιση του εγκλήματος που πολλοί άνθρωποι τη θεωρούν ως αβάσιμη ιατρική εφεύρεση». Η ουσία του προβλήματος ήταν ότι δεν ήταν δυνατόν να εξαχθεί μια ουσιαστική γραμμή μεταξύ των δύο μορφών της απόκλισης από τον κανόνα:

  • εγκληματικότητα αφενός
  • και αντικοινωνική προσωπικότητα από την άλλη.

Στο μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα, η διάγνωση «ηθική παράνοια» κέρδισε την αποδοχή μεταξύ των ευρωπαϊκών και των αμερικανικών δικαστηρίων της νομοθεσίας, έως ότου αντικαταστάθηκε από τον όρο «ψυχοπαθή κατωτερότητα», που περιγράφεται σε μια σειρά από σημαντικά έργα του Koch (1891). Πίστευε ότι αυτή η μη φυσιολογική συμπεριφορά είναι το αποτέλεσμα «μιας εκ γενετής ή επίκτητης κατωτερότητα του εγκεφάλου». Μετά τον Kraepelin (1905), ο οποίος δημιούργησε τον όρο «διαταραχή της προσωπικότητας», ο Schneider (1923) ανέπτυξε το χαρακτηρισμό της ψυχοπάθειας ως θεμελιώδης διαταραχή προσωπικότητας, και θεωρούνται τα άτομα με «ψυχοπαθή προσωπικότητα» εκείνα που «υποφέρουν μέσω των ανωμαλιών τους, ή μέσω εκείνων των οποίων η κοινωνία υποφέρει». Αυτό μπορεί να φανεί ως πρόδρομος για τις σύγχρονες διαγνωστικές έννοιες στην ψυχιατρική, η οποία πραγματοποιεί έμφαση στην δυσφορία ή δυσλειτουργία που προκύπτει από τις διαταραχές (για παράδειγμα, στο DSM και ICD).

Η ασθένεια

Το διαγνωστικό σύστημα DSM-IV, το προτιμώμενο σύστημα διάγνωσης, χαρακτηρίζει την αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας με κυρίαρχα χαρακτηριστικά την περιφρόνηση και παραβίαση των δικαιωμάτων των άλλων, που έχουν εμφανιστεί σε ένα άτομο από την ηλικία των 15 ετών, όπως υποδεικνύεται από τρία (ή περισσότερα) από τα επτά κριτήρια, δηλαδή:

  • μη συμμόρφωση προς κοινωνικά πρότυπα
  • ανευθυνότητα
  • απάτη
  • αδιαφορία για την ευημερία των άλλων
  • απερισκεψία
  • αποτυχία να προγραμματίσουν το μέλλον
  • και ευερεθιστότητα και επιθετικότητα (APA, 1994).

Η αιτιολογία

Η αντικοινωνική συμπεριφορά τείνει να είναι κληρονομική. Οι ερευνητές προσπάθησαν να καθορίσουν πόσο αυτή η τάση οφείλεται στην γενετική και τη βιολογία και πόσο στη μαθημένη συμπεριφορά. Μερικές μελέτες έχουν εντοπίσει ορισμένα προβλήματα στον εγκέφαλο και ανωμαλίες στη μάθηση σε άτομα με ΑΔΠ. Για παράδειγμα, ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι περιοχές του εγκεφάλου που εμπλέκονται στις σκέψεις για το «μετά» όσον αφορά τις συνέπειες των ενεργειών κάποιου μπορεί να είναι διαφορετικές σε άτομα με ΑΔΠ. Αυτό το εύρημα προσδίδει στοιχεία στην θεωρία ότι ένα κληρονομικό πρόβλημα του εγκεφάλου μπορεί να συμβάλλει στον φτωχό σχεδιασμό και στη παρορμητικότητα που είναι χαρακτηριστικές των ατόμων με ΑΔΠ.

Άλλες μελέτες έχουν δείξει διαφορές στον εγκεφάλους των ανθρώπων με ΑΔΠ που μπορεί να συνεισφέρουν στην διαταραγμένη μάθηση και την προσοχή. Μια σειρά πειραμάτων έδειξαν ότι τα άτομα με αντικοινωνική προσωπικότητα δεν βιώνουν άγχος πριν τους δοθεί ένα σοκ και ότι δεν μαθαίνουν να αποφεύγουν το σοκ όπως οι άλλοι συμμετέχοντας έκαναν στο πείραμα. Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί οι άνθρωποι με AΔΠ δεν φαίνεται να μαθαίνουν από τις αρνητικές συνέπειες ή τη τιμωρία.

Έρευνα που χωρίζει τους γενετικούς από τους περιβαλλοντικούς παράγοντες (για παράδειγμα, μελέτες σε πανομοιότυπα δίδυμα μεγαλωμένα σε διαφορετικά περιβάλλοντα) έχει δείξει ότι οι γενετικοί παράγοντες εξηγούν περίπου το ήμισυ της αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Το οικογενειακό περιβάλλον ή η ανατροφή παίζει σημαντικό ρόλο, επίσης. Οι εμπειρογνώμονες πιστεύουν σήμερα ότι ένας συνδυασμός της γενετικής κληρονομιάς και περιβαλλοντικών παραγόντων οδηγούν σε περισσότερες περιπτώσεις της ΑΔΠ. Με άλλα λόγια, μερικοί άνθρωποι φαίνεται να έχουν μια βιολογική τάση για την ανάπτυξη της αντικοινωνικής συμπεριφοράς και το οικογενειακό περιβάλλον θα καθορίσει κατά πόσον ή όχι αυτή η τάση θα εκπληρωθεί. Άνθρωποι χωρίς τη βιολογική τάση για ΑΔΠ, ανεξάρτητα από το οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνουν, δεν είναι πιθανό να αναπτύξουν ΑΔΠ ως ενήλικες (αν και μπορεί να έχουν διαταραχή συμπεριφοράς ως παιδιά).

Θεραπευτικές μέθοδοι

Φαρμακολογική Θεραπεία

Αν και δεν υπάρχει καμία αξιόπιστη εκτίμηση της χρήσης των φαρμακολογικών θεραπειών μεταξύ εκείνων με αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας στη βιβλιογραφία, μια μεγάλη λίστα των φαρμάκων συνταγογραφούνται συχνά. Οι Dolan και Coid (1993) αξιολόγησαν τη χρήση πολλών ομάδων φαρμάκων όπως αντικαταθλιπτικά, υπνωτικά, αγχολυτικά, αντιεπιληπτικά και διεγερτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος σε άτομα με αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας. Η έρευνα πρότεινε πως η χρήση αυτών των παρεμβάσεων βρέθηκε να είναι περιορισμένη.

Ψυχολογικές Παρεμβάσεις

Δυστυχώς, τα στοιχεία για την αποτελεσματικότητα των ψυχολογικών θεραπειών για την αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας είναι τόσο περιορισμένα όσο και για φαρμακολογικές θεραπείες (Duggan et al.,2007). Πολύ περισσότερη έμφαση έχει δοθεί στην ψυχολογική θεραπεία των άλλων διαταραχών της προσωπικότητας, κυρίως στη μεταιχμιακή διαταραχή της προσωπικότητας (για παράδειγμα, Kernberg, 1984? Linehan & Dimeff, 1997). Οι προηγούμενες προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση της αντικοινωνικής διαταραχής της προσωπικότητας και ψυχοπάθειας πραγματοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό σε υψηλής ασφάλειας νοσοκομεία (όπου το 25% πληρούσε τα κριτήρια της ψυχοπαθητικής διαταραχής). Όπως και με την αγωγή της διαταραχής της προσωπικότητας γενικότερα, οι ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις στη θεραπεία ήταν πιο διαδεδομένες (Cordess & Cox, 1998). Η γνωστική συμπεριφορική προσέγγιση έχει κερδίσει μια εξέχουσα θέση. Για παράδειγμα, στην υπηρεσία “Επικίνδυνη και σοβαρή διαταραχή προσωπικότητας” (DSPD) υπηρεσία (βλ. Ενότητα 2.7) παρέχει μια σειρά από παρεμβάσεις για εξαιρετικά ψυχοπαθείς άνδρες, συμπεριλαμβανομένων τη διαλεκτική συμπεριφορική θεραπεία, την εστιασμένη θεραπεία, τη γνωστική αναλυτική θεραπεία και τα προγράμματα μείωσης της βίας(Υπουργείο Εσωτερικών, 2005a). Οι παρεμβάσεις αυτές περιμένουν αξιολόγησης.

Η επεξεργασία και η διαχείριση της αντικοινωνικής διαταραχής της προσωπικότητας δοκιμάζουν τις ικανότητες του γιατρού. Παρά το γεγονός ότι αυτοί οι ασθενείς αναζητούν σπάνια ιατρική φροντίδα για την διαταραχή – ένα μόνο άτομο από τα επτά θα συζητήσει ποτέ τα συμπτώματά του με έναν γιατρό (Robins και Regier 1991) – ταυτόχρονα προβλήματα θα τους φέρουν σε θεραπεία, είτε οικειοθελώς είτε όχι.


Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>