30 Μαρ 2014

Μη λεκτική επικοινωνία

Η γλώσσα του σώματος ή η μη λεκτική επικοινωνία είναι σημαντική στην καθημερινή μας ζωή, καθώς βοηθά στην αποκωδικοποίηση συναισθημάτων, στάσεων και απόψεων τόσο στο οικογενειακό περιβάλλον ή στο χώρο εργασίας –ιδιαίτερα σε επαγγέλματα που έχουν να κάνουν με συνεντεύξεις, πωλήσεις, διαφημίσεις, πολιτική και εκπαίδευση- όσο και στο ευρύτερο κοινωνικό χώρο. Ο κλάδος της ψυχολογίας, επίσης, και ιδιαίτερα η συμβουλευτική διαδικασία λαμβάνει πολύ σοβαρά τα μη λεκτικά μηνύματα, καθώς η ψυχοθεραπευτική σχέση περιλαμβάνει το σύνολο των συναισθημάτων και των πεποιθήσεων που έχουν ο θεραπευτής για το θεραπευόμενο και αντιστρόφως, όπως και τον τρόπο έκφρασης και ανταλλαγής των συναισθημάτων και των πεποιθήσεων αυτών.

Ποιοι είναι όμως οι τρόποι έκφρασης της;

Η γλώσσα του σώματος εκφράζεται μέσω του προσώπου, του βλέμματος, τις χειρονομίες, τις στάσεις και τις κινήσεις του σώματος, τη σωματική επαφή, αλλά ακόμα και μέσω του τρόπου που μιλάμε. Στο πρόσωπο μας διαγράφονται η χαρά, η έκπληξη, ο φόβος, ο θυμός, η θλίψη, η αηδία και το ενδιαφέρον. Η οπτική επαφή, μάλιστα, παίζει καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία μιας σχέσης, καθώς με το βλέμμα ξεκινούν όλες οι επαφές. Το πόσο συχνά κοιτάζουμε κάποιον και για πόση διάρκεια είναι από τα κυριότερα χαρακτηριστικά. Γενικά, το πόσο συχνά ανταλλάσσουμε βλέμματα με κάποιο πρόσωπο, αποκαλύπτει θετικά συναισθήματα, ενώ η προσπάθεια αποφυγής του βλέμματος αποκαλύπτει αρνητικά συναισθήματα. Άλλα χαρακτηριστικά είναι η διαστολή της κόρης των ματιών, καθώς και η κατεύθυνση που στρέφεται το βλέμμα όταν διακόπτεται η οπτική επαφή. Θα μπορούσαμε να καταλάβουμε από τον τρόπο που κοιτάζει κάποιος κάποια χαρακηριστικά για τον εαυτό του; Λέγεται, πως εκείνοι που τείνουν να στρέφουν το βλέμμα τους δεξιά είναι άνθρωποι του «λόγου» όπως συγγραφείς, ενώ εκείνοι που στρέφουν αριστερά είναι άνθρωποι του «χώρου» όπως αρχιτέκτονες και καλλιτέχνες.

Επίσης, ο τρόπος που καθόμαστε, αγγίζουμε και περπατάμε δημιουργούν χιλιάδες μηνύματα και εκφράζουν συναισθήματα. Στις κινήσεις του σώματος μας φαίνεται και ο βαθμός έλξης, συμπάθειας ή αντιπάθειας. Για παράδειγμα, όταν έχουμε για κάποιον θετικά συναισθήματα, τείνουμε να γέρνουμε το σώμα μας προς το μέρος του. Επίσης, άνθρωποι που προβάλλουν αυτοπεποίθηση υιοθετούν μια αυστηρή όρθια στάση, ενώ άτομα με υψηλό κύρος έχουν χαλαρή και άνετη στάση. Άτομα φοβισμένα ή ντροπαλά τείνουν να χαμηλώνουν το κεφάλι, τους ώμους και όλο το σώμα προς το έδαφος με μάζεμα των άκρων κοντά στον κορμό σε μια στάση υποταγής. Επιπλέον, ο τρόπος που μιλάμε είναι σημαντικός και περιλαμβάνει τους διάφορους ήχους, εκτός των λέξεων, τα χαρακτηριστικά της φωνής, όπως ένταση, συχνότητα, έμφαση, τόνος και ταχύτητα ομιλίας, καθώς και τις παύσεις και τα σιωπηλά διαστήματα. Αντανακλά συναισθήματα και στάσεις σε συνδυασμό με τις κινήσεις του βλέμματος και του σώματος και παράλληλα ρυθμίζει τη ροή του λόγου μεταξύ ομιλητή και ακροατή. Φυσικά, πολλά μη λεκτικά μηνύματα παράγονται και από την ενδυμασία ή την εμφάνιση μας αλλά και την διακόσμηση των προσωπικών μας χώρων.

Γιατί είναι σημαντικό να γνωρίζουμε τη γλώσσα του σώματος;

Διότι μαθαίνοντας τη σημασία της κίνησης του σώματός μας, μαθαίνουμε να την προσέχουμε τόσο σε εμάς τους ίδιους, όσο και στους ανθρώπους γύρω μας. Παρακολουθώντας τις κινήσεις και γνωρίζοντας την ερμηνεία τους μπορούμε να βελτιώσουμε την αυτογνωσία, την αυτοεκτίμηση και την προσωπική αυτονομία μας. Μπορούμε να κατανοούμε πιο εύκολα τους δεσμούς μεταξύ σκέψης, συναισθημάτων και συμπεριφοράς, διότι με την γνώση της γλώσσας του σώματος μεγιστοποιούνται οι πηγές επικοινωνίας. Κατανοούμε την επίδραση του εαυτού μας στους άλλους, συσχετίζουμε την εσωτερική με την εξωτερική πραγματικότητα, και γίνονται αντιληπτές συναισθηματικές, νοητικές ή φυσικές αλλαγές.

Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε τις ατομικές διαφορές, δηλαδή, την μοναδικότητα μας ως άνθρωποι στη συμπεριφορά και στην έκφραση μας, αλλά συγχρόνως και τις πολιτισμικές διαφορές με τους διαφορετικούς κοινωνικούς κανόνες έκφρασης που θέτει κάθε κοινωνία.

Βιβλιογραφία

  • Γεώργας, Δ. (1995). Κοινωνική Ψυχολογία, Τόμος Α΄. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα
  • Gordon, W.R. (2000). Η γλώσσα του σώματος με τη μέθοδο της αυτοδιδασκαλίας. Αθήνα: Καστανιώτης
  • Παπαδάκη-Μιχαηλίδη, Ε. (1998). Η σιωπηλή γλώσσα των συναισθημάτων. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα
  • Πιανός, Χ.Κ. (2009). Συμβουλευτικός θεραπευτικός διάλογος, θεωρία και πράξη. Αθήνα: Έλλην.
  • Satir, V. (1989). Πλάθοντας ανθρώπους. Αθήνα: Κέδρος. (μετάφραση Στυλιανούδη Λ).

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

13 Ιαν 2014

Σχολικός Εκφοβισμός: ο ρόλος της γειτονιάς, της οικογένειας και του σχολείου

Ο σχολικός εκφοβισμός άρχισε να μελετάται ως φαινόμενο στα μέσα της δεκαετίας του 1960, κυρίως ως πηγή άγχους για τους μαθητές και τις οικογένειές τους. Ανάλογα με τη σοβαρότητα της εκάστοτε περίπτωσης, ο σχολικός εκφοβισμός μπορεί να προκαλέσει χαμηλή αυτοεκτίμηση, σχολική αποτυχία, προβλήματα με τον νόμο σε εφηβική ηλικία, αλκοολισμό κ.α. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να σχετιστεί με αυτοκτονικές τάσεις στην εφηβεία ή προβλήματα εκφοβισμού στον εργασιακό χώρο. Επιπλέον, τα παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα σχολικού εκφοβισμού είναι πιο πιθανό να έχουν χαμηλότερη σχολική επίδοση, προβλήματα με το σχολείο, προβλήματα συμπεριφοράς κατά την εφηβεία και ενηλικίωση αλλά και κοινωνικό αποκλεισμό. Ο μεγάλος κατάλογος προβλημάτων που σχετίζεται με τον σχολικό εκφοβισμό υπογραμμίζει την σημαντικότητα του θέματος, την ανάγκη να μελετηθεί σε βάθος αλλά και την αναγκαιότητα της έγκαιρης και έγκυρης ενημέρωσης των γονέων και του σχολικού περιβάλλοντος ώστε οι περιπτώσεις εκφοβισμού να εντοπίζονται νωρίς και να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά. Μέσα από τις διάφορες μελέτες έχει παρατηρηθεί ότι υπάρχουν πέντε κύριοι κοινωνικοί παράγοντες που σχετίζονται με τον σχολικό εκφοβισμό: η γειτονιά, η οικογένεια και το σχολείο1 .

Η Γειτονιά

Πλήθος ερευνών στους τομείς της κοινωνιολογίας και της ψυχολογίας έχουν αποδείξει ότι η γειτονιά που μένει κάποιος σχετίζεται άμεσα με το κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο της οικογένειάς του. Αυτή η παράμετρος είναι ιδιαίτερα σημαντική στις μεγάλες πόλεις, όπου οι κάτοικοι μένουν σε περιοχές ανάλογα με το οικονομικό τους επίπεδο (π.χ. ας σκεφτούμε την Αθήνα και τον «διαχωρισμό» μεταξύ βορείων και δυτικών προαστίων). Στις μικρότερες πόλεις και χωριά το κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο των κατοίκων είναι πιο ομοιόμορφα κατανεμημένο. Το κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο μιας οικογένειας με τη σειρά του σχετίζεται θετικά με την πιθανότητα ανάπτυξης ή παρατήρησης αντικοινωνικών συμπεριφορών. Με άλλα λόγια, το μέρος στο οποίο μένει κάποιος μπορεί να είναι μια σημαντική πηγή πληροφόρησης για την πιθανότητα που έχει να γίνει μάρτυρας, θύτης ή θύμα βίαιης ή/και αντικοινωνικής συμπεριφοράς στην καθημερινότητά του.

Έρευνες με παιδιά –κυρίως στις ΗΠΑ- έχουν δείξει ότι παιδιά που κατοικούν σε περιοχές όπου επικρατούν μη ιδανικές κοινωνικές συνθήκες έχουν έως και 3 φορές αυξημένη πιθανότητα να αναπτύξουν συμπεριφορικά προβλήματα στο σχολείο σε σχέση με παιδιά που μεγαλώνουν σε γειτονιές με καλές κοινωνικές – οικονομικές συνθήκες. Ανάμεσα στα συμπεριφορικά προβλήματα που αναφέραμε συμπεριλαμβάνεται και ο σχολικός εκφοβισμός. Δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η πιθανότητα ενός παιδιού να γίνει θύμα σχολικού εκφοβισμού είναι αυξημένη σε κοινωνικά υποβαθμισμένες περιοχές, καθώς τα σχολεία σε αυτές τις περιοχές ενδεχομένως δεν έχουν τα οικονομικά μέσα και τις κατάλληλες δομές για να αποτρέψουν αυτού του είδους τη συμπεριφορά. Ακόμη όμως και αν υπάρχουν κάποιες δομές για την αποτροπή του σχολικού εκφοβισμού, η συσσώρευση τόσων πολλών αρνητικών περιβαλλοντικών παραγόντων καθιστά το έργο των δομών πιο δύσκολο σε σχέση πάντα με το έργο δομών που λαμβάνουν χώρα σε περιοχές που δεν είναι κοινωνικά υποβαθμισμένες. Παρατηρούμε λοιπόν ότι για την ολοκληρωμένη αντιμετώπιση της αποκλίνουσας και επιθετικής συμπεριφοράς στα σχολεία δεν αρκεί απλά η δημιουργία δομών. Αυτή θα πρέπει να συνοδεύεται από την ανάπτυξη μιας συνολικής πολιτικής κοινωνικής στήριξης των οικογενειών των υποβαθμισμένων περιοχών όπου και εμφανίζονται πιο συχνά βίαιες συμπεριφορές.

Εκτός από τη συνολικότερη αντιμετώπιση του θέματος από πλευράς της Πολιτείας, οι τοπικές κοινωνίες μπορούν να πάρουν οι ίδιες πρωτοβουλίες αυτό-οργάνωσης για την αντιμετώπιση του εκφοβισμού. Πρόσφατες κοινωνιολογικές μελέτες αποδεικνύουν ότι όταν υπάρχει μια συλλογική –έστω και άτυπη- συμφωνία μεταξύ των κατοίκων μιας περιοχής για το ποιες συμπεριφορές θεωρούνται κοινωνικά αποδεκτές και ποιες όχι, αυτό αυτόματα δημιουργεί ένα είδος κοινωνικού ελέγχου και αποτροπής των θυτών σχολικού εκφοβισμού. Αντίθετα, εάν οι τοπικές κοινωνίες χαρακτηρίζονται από αποξένωση και ασυνεννοησία μεταξύ των οικογενειών τότε αυξάνεται η πιθανότητα εμφάνισης βίαιης και αντικοινωνικής συμπεριφοράς2 .

Η Οικογένεια

Η οικογένεια είναι ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες κοινωνικοποίησης και εκμάθησης κοινωνικών κανόνων. Η συμπεριφορά των γονέων και η γενικότερη ανατροφή που δίνουν στα παιδιά τους επηρεάζει άμεσα και ίσως περισσότερο από κάθε άλλο παράγοντα τη δημιουργία του μελλοντικού χαρακτήρα των παιδιών. Μέσα από τα πρώτα χρόνια της ζωής το παιδί μαθαίνει πώς να συμπεριφέρεται στην κοινωνία, πώς να ζητάει πράγματα, ποιες συμπεριφορές είναι αποδεκτές και ποιες όχι αλλά και πώς να εκφράζει τα αρνητικά του συναισθήματα. Όπως είπαμε και προηγουμένως, το οικονομικό – κοινωνικό επίπεδο της οικογένειας μπορεί να προβλέψει την πιθανότητα ανάπτυξης αντικοινωνικής συμπεριφοράς, όπως και το εκπαιδευτικό επίπεδό της. Όσο υψηλότερο είναι το εκπαιδευτικό επίπεδο των γονιών τόσο μειωμένες είναι οι πιθανότητες αντικοινωνικής συμπεριφοράς του παιδιού.

Φυσικά, ο όρος «οικογένεια» είναι αρκετά ευρύς και περιλαμβάνει όχι μόνο την πυρηνική οικογένεια (μητέρα, πατέρας και παιδιά) αλλά γενικότερα όλα τα άτομα της οικογένειας με τα οποία έρχεται σε επαφή και χρησιμοποιεί ως πρότυπα το παιδί: παππούδες, ξαδέρφια, θείοι κτλ. Επίσης δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι κάθε οικογένεια είναι μοναδική και μπορεί να έχει το δικό της αδύνατο σημείο: βία στην οικογένεια, χωρισμένοι γονείς, μη βιολογικοί γονείς, μονογονεϊκές οικογένειες κ.α. Όσο πιο ενεργοί είναι οι γονείς στην ανάπτυξη του παιδιού, τόσο μειώνονται οι πιθανότητες αυτό να προβεί σε αντικοινωνική ή παράνομη συμπεριφορά κατά την παιδική, προ-εφηβική και εφηβική ηλικία3 . Φυσικά, η ενεργητική στάση που πρέπει να έχει ο γονέας δεν θα πρέπει να μεταφραστεί σε μια άνευ ορίων σχέση με το παιδί ή σε μια σχέση αυστηρής υποταγής του παιδιού στις εντολές των γονέων. Η σχέση μεταξύ τους θα πρέπει να είναι αρμονική, με προκαθορισμένα όρια και σεβασμό στην ανεξαρτησία του παιδιού.

Μία ακόμη παράμετρος που πρέπει να λάβουμε υπόψη όταν μελετάμε τις πιθανότητες εμφάνισης αντικοινωνικής συμπεριφοράς στα παιδιά, είναι η ξαφνικές αλλαγές στο οικονομικό επίπεδο της οικογένειας. Εάν το παιδί μεγαλώνει εν μέσω κάποιας ξαφνικής οικονομικής κρίσης (π.χ. απώλεια εργασίας, χρεωκοπία, μεγάλη μείωση μισθών) ή άλλης οικογενειακής κρίσης (π.χ. πένθος, βιαιότητα, συζυγικές προστριβές) τότε είναι πιθανό να αναπτύξει προβλήματα συμπεριφοράς.

Ιδιαίτερη έμφαση επίσης πρέπει να δοθεί στις σχέσεις που αναπτύσσουν τα αδέρφια μεταξύ τους. Μέσα από την καθημερινότητά τους και τα παιχνίδια, τα παιδιά μαθαίνουν κάποιους βασικούς κοινωνικούς ρόλους και συμπεριφορές. Για παράδειγμα, εάν ο μεγάλος αδερφός τους είναι πολύ επιθετικός και επιβλητικός, ο μικρός αδερφός μπορεί να παίρνει έναν πιο υποτακτικό ρόλο στην οικογένεια. Σε γενικές γραμμές τα παιδιά τείνουν να επιβάλλονται στα μικρότερα αδέρφια και όχι στα μεγαλύτερα, με τα αγόρια να αναπτύσσουν πιο συχνά βίαιη συμπεριφορά σε σχέση με τα κορίτσια.

Το Σχολικό Περιβάλλον

Στην πλειοψηφία των δυτικών χωρών η εκπαίδευση είναι υποχρεωτική έως κάποια ηλικία (συνήθως έως τα παιδιά γίνουν 12-18 ετών). Αυτό βάζει το σχολικό περιβάλλον στο επίκεντρο της καθημερινότητας του παιδιού και της ανάπτυξής του. Τα εθνικά εκπαιδευτικά συστήματα μπορούν να γίνουν αρωγοί στη σωστή και ολοκληρωμένη διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Ένα καλοσχεδιασμένο σχολικό περιβάλλον που πρωταρχικό στόχο έχει την μεθοδευμένη και συνολική διαπαιδαγώγηση των παιδιών αλλά και να ξεχωρίσει από τα υπόλοιπα σχολεία του χώρου, λειτουργεί θετικά ως προς την ανάπτυξή υγιών συμπεριφορών στα παιδιά και την αποφυγή του σχολικού εκφοβισμού. Αντίθετα, ένα ασταθές σχολικό περιβάλλον, δίχως προκαθορισμένους στόχους και οργάνωση δεν βοηθά προς αυτή την κατεύθυνση, με αποτέλεσμα τα παιδιά να είναι πιο επιρρεπή σε βίαιες συμπεριφορές. Τόσο η επίσημη όσο και η ανεπίσημη στάση του σχολείου απέναντι στη βία είναι εξίσου σημαντικές για την μεταλαμπάδευση σωστών συμπεριφορικών μοτίβων στους μαθητές. Μέσα στο σχολικό περιβάλλον το παιδί μαθαίνει τους ρόλους που αργότερα αναμένεται να λάβει στο ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον. Το παιδί έρχεται σε άμεση επαφή με τη δυναμική και λειτουργίας των ομάδων: ηγετικότητα, υποτακτικότητα, υπακοή σε κανόνες, αλληλοσεβασμός, λήψη αποφάσεων κ.α.

Φυσικά είναι δύσκολο να διαχωρίσουμε το σχολικό περιβάλλον από το γενικότερο κοινωνικό περιβάλλον εντός του οποίου βρίσκεται. Οικονομικές, φυσικές ή άλλες καταστροφές επηρεάζουν σημαντικά τη λειτουργία του σχολείου και την αποτελεσματικότητα της εκπαίδευσης που προσφέρουν. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλα τα σχολεία σε μια χώρα χτυπημένη για παράδειγμα από οικονομική κρίση θα υπολειτουργούν ή ότι θα επιτρέπουν την μάθηση βίαιων συμπεριφορών στους μαθητές. Ακόμη και εάν οι μαθητές προέρχονται από βίαιες οικογένειες και πηγαίνουν σε σχολεία που υποθάλπτουν τέτοιες συμπεριφορές, αυτό δεν σημαίνει ότι θα έχουν τάση στον σχολικό εκφοβισμό. Αντίθετα, οι παράγοντες του κοινωνικού, οικογενειακού και σχολικού παράγοντα θα πρέπει να αξιολογούνται ξεχωριστά4 .

Επίλογος

Το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού είναι περίπλοκο και σίγουρα δεν περιορίζεται στην μελέτη των κοινωνικών παραγόντων που αναφέραμε πιο πάνω. Για την πλήρη κατανόησή του θα πρέπει να ληφθούν υπόψη πολλοί και διαφορετικοί ατομικοί και κοινωνικοί παράγοντες οι οποίοι μπορούν να περιλαμβάνουν από την κατάσταση σε μια μικρή κοινωνική μονάδα όπως είναι η οικογένεια, έως και τις μεγαλύτερες όπως ένα σχολείο, μια πόλη ή ακόμη και μια ολόκληρη χώρα. Το σίγουρο είναι όμως πως η τοπική κοινωνία, η οικογένεια και το σχολείο παίζουν σημαντικότατο ρόλο στην ανάπτυξη ή την αποτροπή αντικοινωνικών συμπεριφορών και αυτό θα πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους του εμπλεκόμενους φορείς εάν θέλουμε να υπάρξει έλεγχος αυτού του δυσάρεστου φαινομένου.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Hernandez de Frutos, Τ. (2013). Five Independents Variables Affecting Bullying: Neighborhood, Family, School, Gender-Age and Mass Media . Sociology Mind, 304-313 []
  2. Sampson, R. J.-R. (2002). Assessing neighborhood effects: Social processes and new directions in research. Annual Review of Sociology, 433-478 []
  3. Menasco, M. A. (2012). Family financial stress and adolescent substance use. An examination of structural and psycholosocial factors. Economic Stress and the Family, 285-315 []
  4. Akiba, M. L. (2002). Student victimization & school system effects on school violence in 37 nations. American Educational Research, 829-853 []
18 Σεπ 2013

Τα θύματα ρατσιστικής βίας έχουν αυξημένες πιθανότητες ανάπτυξης κατάθλιψης και άγχους

Ο ρατσισμός περιγράφει ένα μεγάλο εύρος συμπεριφορών οι οποίες στρέφονται εναντίον ατόμων διαφορετικών εθνοτικών, θρησκευτικών, πολιτικών, κοινωνικών, σεξουαλικών ή άλλων ομάδων οι οποίες συνήθως είναι η μειονότητα σε μια συγκεκριμένη κοινωνία. Το φαινόμενο του ρατσισμού έχει απασχολήσει την επιστημονική κοινότητα εδώ και πολλές δεκαετίες, καθώς τα ερωτήματα γύρω από την ανάπτυξη, την εκδήλωση και τις επιπτώσεις αυτών των συμπεριφορών είναι πολλά. Ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα είναι ο αντίκτυπος που έχει η ρατσιστική συμπεριφορά στα θύματά του. Τι βλάβες μπορεί να προκαλέσει σε ένα άτομο η έκθεσή του επί μεγάλο χρονικό διάστημα σε ένα εχθρικό, ρατσιστικό περιβάλλον που στρέφεται εναντίον του;

Έρευνες στον χώρο είχαν βρει ότι τα άτομα που δηλώνουν ότι έχουν νοιώθουν θύματα τέτοιων συμπεριφορών στην καθημερινότητά τους, έχουν αυξημένες πιθανότητες να αντιμετωπίζουν ψυχικές διαταραχές, προσέχουν λιγότερο την υγεία τους και αναφέρουν περισσότερα προβλήματα υγείας [1] . Επίσης έχουν χαμηλότερα επίπεδα αυτοπεποίθησης και έχουν αυξημένες πιθανότητες να αναπτύξουν αντικοινωνική συμπεριφορά. Όταν ο ρατσισμός λαμβάνει χώρα όχι απλά σε ατομικό αλλά σε ένα συστημικό επίπεδο (δηλαδή όταν ολόκληρη η κοινωνία στην οποία ζει κάποιος έχει ένα ρεπερτόριο συμπεριφορών και κανόνων που βάζουν το μειονοτικό άτομο σε μειονεκτική θέση) τα επίπεδα άγχους αυξάνονται, κάτι το οποίο μπορεί να επηρεάσει τη ζωή του ατόμου σε πολλαπλά επίπεδα. Οι ίδιες έρευνες έχουν δείξει ότι οι εγκυμονούσες που βιώνουν συστημικό ρατσισμό είναι πιο πιθανό να αντιμετωπίσουν προβλήματα κατά τη διάρκεια της γέννας σε σχέση με γυναίκες που δεν είναι θύματα συστημικής ρατσιστικής συμπεριφοράς.

Μια πρόσφατη μετα-έρευνα του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης η οποία εστίασε κυρίως στην βιβλιογραφία για τις επιπτώσεις του ρατσισμού στους νέους, βρήκε ότι ο αντίκτυπος των ρατσιστικών συμπεριφορών για τα άτομα των μειονοτικών ομάδων ξεκινούν ήδη από την εφηβική ηλικία [2] . Οι νέοι αυτοί αισθάνονται ξένοι, απομονωμένοι και σε πολλές περιπτώσεις πέφτουν θύματα ακόμη και σωματικής βίας από τους συνομήλικους τους, κάτι το οποίο έχει επιπτώσεις μεταξύ άλλων και στην ψυχική τους υγεία. Συγκεκριμένα, τα νεαρά θύματα ρατσιστικής συμπεριφοράς αναπτύσσουν πιο συχνά συμπτώματα κατάθλιψης, ενώ σε πολλές περιπτώσεις εκφράζουν έντονο άγχος. Όπως είναι εμφανές, η ρατσιστική συμπεριφορά έχει δραματικές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής των θυμάτων της σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι περισσότερες έρευνες έχουν γίνει στις ΗΠΑ, το Η.Β. και την Αυστραλία, πολυπολιτισμικές χώρες στις οποίες γίνονται ήδη προσπάθειες να περιοριστούν τα φαινόμενα ρατσισμού και να μειωθεί όσο είναι δυνατόν η συστημική ρατσιστική συμπεριφορά, προστατεύοντας τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των μειονοτικών ομάδων. Θα είχε ενδιαφέρον να βλέπαμε τα ανάλογα αποτελέσματα σε λιγότερο πολυπολιτισμικές χώρες όπου οι μειονότητες αντιμετωπίζουν ακόμη μεγαλύτερη πίεση από την υπόλοιπη κοινωνία.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία / Περισσότερες Πληροφορίες

  1. Paradies, Y. (2006). A systematic review of empirical research on self-reported racism and health. international Journal of Epidemiology35(4), 888-901 [PDF]
  2. Priest, N., Paradies, Y., Trenerry, B., Truong, M., Karlsen, S., & Kelly, Y. (2012). A systematic review of studies examining the relationship between reported racism and health and wellbeing for children and young people. Social Science & Medicine.
]]>

10 Σεπ 2013

Βίντεο: Το κλασικό πείραμα τυφλής υπακοής του Μίλγκραμ

Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και το σοκ της ανόδου του ναζισμού και της πραγματοποίησης του Ολοκαυτώματος των Εβραίων, ένα ερώτημα άρχισε να γεννάται στην ερευνητική κοινότητα: πόσο αλήθεια κρύβει είναι η υπερασπιστική γραμμή των περισσότερων καταδικασθέντων ναζί ότι απλά εκτελούσαν διαταγές όταν εξόντωναν εκατομμύρια Εβραίων; Θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί ένα νέο τρομακτικό γεγονός τύπου Ολοκαυτώματος από οποιαδήποτε ομάδα ή μήπως υπήρχαν ειδικές συνθήκες στην ναζιστική Γερμανία και τον τρόπο σκέψης του γερμανικού λαού που επέτρεψαν αυτή τη θηριωδία να λάβει χώρα;

Το καλοκαίρι του 1961 ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Yale Δρ. Μίλγκραμ πραγματοποίησε ένα απλό πείραμα για να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα. Τοποθέτησε έναν συμμετέχοντα σε ένα δωμάτιο ο οποίος είχε τον ρόλο του δασκάλου, ενώ στο διπλανό δωμάτιο είχε τοποθετήσει έναν βοηθό του που έπαιζε το ρόλο του μαθητή. Ο δάσκαλος δεν γνώριζε ότι ο μαθητής ήταν συνεργάτης του πειραματιστή και θεωρούσε ότι τοποθετήθηκαν τυχαία στους δύο ρόλους. Ο μαθητής δέθηκε σε μια καρέκλα παρουσία του δασκάλου και του τοποθετήθηκαν ηλεκτρόδια στα δάχτυλα. Στη συνέχεια ο δάσκαλος έλαβε τη θέση του στο διπλανό δωμάτιο.

Μπροστά στον δάσκαλο υπήρχε μια κονσόλα η οποία υποτίθεται ότι μπορούσε να κάνει ηλεκτροσόκ στον μαθητή. Το ηλεκτροσόκ μπορούσε να είναι πολύ μικρής έντασης έως και πολύ μεγάλης, ανάλογα με τα κουμπιά που θα πατούσε ο δάσκαλος. Οι οδηγίες που δόθηκαν στον δάσκαλο ήταν να διαβάζει μια λίστα με ζευγάρια λέξεων τα οποία έπρεπε να απομνημονεύσει ο μαθητής. Εάν ο μαθητής έκανε λάθος τότε ο δάσκαλος τον τιμωρούσε με ηλεκτροσόκ. Στα πρώτα λάθη το ηλεκτροσόκ ήταν πολύ μικρό, ενώ όσο περισσότερα λάθη έκανε ο μαθητής τόσο αυξανόταν και η ένταση του ρεύματος. Η κονσόλα του δασκάλου είχε διάφορες βαθμίδες έντασης ξεκινώντας από «ελαφρά ηλεκτροσόκ», προχωρώντας σε «μεσαίας έντασης ηλεκτροσόκ» και καταλήγοντας σε «σοβαρά ηλεκτροσόκ» και «θανάσιμα ηλεκτροσόκ». Φυσικά ο μαθητής δεν λάμβανε ποτέ τα ηλεκτροσόκ, αλλά αυτό δεν το γνώριζε ο δάσκαλος.

Αυτό που ήθελαν να δουν οι πειραματιστές ήταν ποιο ποσοστό των δασκάλων θα έφτανε στο σημείο να κάνει σοβαρά ηλεκτροσόκ στον συνάνθρωπό του, υπό την πίεση του πειραματιστή. Ενώ αρχικά οι πειραματιστές πίστευαν ότι μόλις 1 στους 20 ή 1 στους 10 θα έκανε κάτι τέτοιο, τελικά πάνω από τους μισούς συμμετέχοντες είτε έκαναν όλα τα ηλεκτροσόκ στον μαθητή, είτε σταμάτησαν λίγο πριν το τέλος, υπακούοντας στις συνεχείς παροτρύνσεις του πειραματιστή που ήταν δίπλα στον δάσκαλο.

Αν και αργότερα αυτού του είδους ο σχεδιασμός πειράματος θεωρήθηκε ανήθικος και επικίνδυνος καθώς θα μπορούσε να προκαλέσει ψυχικά προβλήματα στον δάσκαλο ο οποίος πίστευε ότι έκανε πράγματι ηλεκτροσόκ σε άνθρωπο, η αξία του πειράματος του Μίλγκραμ για την κοινωνική Ψυχολογία είναι ανεκτίμητη, καθώς όχι μόνο έδωσε μια καθαρή απάντηση στο ερώτημα του κατά πόσο ο καθένας από εμάς μπορεί να γίνει «βασανιστής» υπό τις κατάλληλες συνθήκες, αλλά έδωσε το έναυσμα για μια σειρά άλλων πειραμάτων και ερευνών πάνω στο θέμα της τυφλής υπακοής σε μια Αρχή.

Στο βίντεο που παραθέτουμε μπορείτε να δείτε το γνήσιο ντοκιμαντέρ του πειράματος, το οποίο σκηνοθέτησε ο ίδιος ο Μίλγκραμ. Η φωνή μάλιστα που κάνει την περιγραφή είναι δικιά του. Το βίντεο είναι στα αγγλικά και δυστυχώς δεν υπάρχουν ελληνικοί υπότιτλοι, παρά μόνο αγγλικοί.

https://www.youtube.com/watch?v=wdUu3u9Web4]]>

31 Ιαν 2013

Άτομα με αντικρουόμενες πολιτισμικές ταυτότητες τείνουν να αναπτύσουν ακραίες πολιτικές αντιλήψεις

Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου του Kiel, τα άτομα τα οποία αναπτύσουν μια διπλή πολιτισμική ταυτότητα- συνήθως μετανάστες πρώτης γενιάς οι οποίοι μεγαλώνουν με την πολιτισμική ταυτότητα της οικογένειάς τους αλλά και της κοινωνίας στην οποία ζούν- έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να ακολουθήσουν ακραίες πολιτικές επιλογές και να είναι πιο ανεκτικοί απέναντι στη βία12 .

Η εν λόγω έρευνα έγινε στη Γερμανία και οι συμμετέχοντες ήταν νεαροί μετανάστες πρώτης γενιάς από τις δύο μεγαλύτερες μειονότητες της χώρας: την τουρκική και την ρώσικη. Αρχικά οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο που σκοπό είχε να μετρήσει τον βαθμό της εσωτερικής σύγκρουσης που ένιωθαν για τις δύο πολιτισμικές τους ταυτότητες. Στη συνέχεια ρωτήθηκαν για το κατά πόσο συμφωνούν ή δικαιολογούν πιο ακραίες μορφές πολιτικής έκφρασης, όπως οι καταλήψεις δημόσιων χώρων, οι βανδαλισμοί και η συμμετοχή σε βίαιες διαδηλώσεις.

Αυτό το οποίο βρήκαν οι ερευνητές είναι πως όσο πιο έντονο ήταν το αίσθημα της εσωτερικής πολιτισμικής σύγκρουσης, τόσο πιο πιθανό ήταν τα άτομα να έβλεπαν θετικά ακραίες και βίαιες μορφές πολιτικής έκφρασης. Επιπλέον, στο ερωτηματολόγιο ρώτησαν επίσης για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των ατόμων, αλλά δεν βρέθηκε κάποια σύνδεση μεταξύ θρησκευτικού συναισθήματος και υποστήριξης ή συμμετοχής σε βίαιες πολιτικές ενέργειες.

Παλαιότερες έρευνες στον χώρο είχαν δείξει πως οι μετανάστες πρώτης γενιάς τείνουν να συμμετέχουν σε ειρηνικές μορφές διαδήλωσης. Η νέα έρευνα έρχεται να συμπληρώσει την εικόνα, προσθέτοντας τον παράγοντα της εσωτερικής πολιτισμικής σύγκρουσης, η οποία φαίνεται πως είναι ένας αποφασιστικός παράγοντας πρόβλεψης της μελλοντικής πολιτικής συμπεριφοράς του ατόμου. Οι ερευνητές στο άρθρο τους υπογραμμίζουν το πόσο σημαντικό είναι οι μετανάστες να ενσωματόνονται όσο το δυνατόν γρηγορότερα και πιο ομαλά σε μια νέα κοινωνία, κάτι που είναι ευθύνη τόσο της Πολιτείας και του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου, όσο και της μεταναστευτικής κοινότητας.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Simon, B., Reichert, F., & Grabow, O. (2013). When Dual Identity Becomes a Liability: Identity and Political Radicalism Among Migrants. Psychological science. doi:10.1177/0956797612450889 []
  2. Association for Psychological Science: Conflicting Cultural Identities May Foster Political Radicalism []
26 Σεπ 2012

Οι διαφορές των δύο φύλων

Γράφει η Κατερίνα Νίκου

Αναδημοσίευση από το GeneNutrition.gr

Οι επιστήμονες, οι κοινωνιολόγοι και οι ανθρωπολόγοι σήμερα γνωρίζουν ότι οι άνδρες και οι γυναίκες είναι διαφορετικοί μεταξύ τους. Δεν είναι οι μεν καλύτεροι και οι δε χειρότεροι είναι απλά διαφορετικοί. Σήμερα, η κοινωνία μας προσπαθεί να προβάλλει ότι άνδρες και γυναίκες έχουν ακριβώς τις ίδιες ικανότητες, δυνατότητες και δεξιότητες όμως η επιστήμη αποδεικνύει ότι τα δύο φύλα διαφέρουν μεταξύ τους. Πώς προέκυψαν όμως αυτές οι διαφορές;

Οι άνδρες και οι γυναίκες εξελίχθηκαν διαφορετικά εξαιτίας της αναγκαιότητας. Οι άνδρες ιστορικά έπρεπε να προστατεύσουν την οικογένεια και να κυνηγήσουν για να φέρουν τροφή και οι γυναίκες να αναθρέψουν τα παιδιά και να φροντίσουν την οικογένεια. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τόσο ο εγκέφαλός τους όσο και το σώμα τους να εξελιχθούν διαφορετικά. Έτσι λοιπόν, ο εγκέφαλος των ανδρών και των γυναικών ακολούθησαν διαφορετική πορεία εξέλιξης για εκατομμύρια χρόνια και σήμερα γνωρίζουμε ότι τα δύο φύλα επεξεργάζονται τις πληροφορίες με διαφορετικό τρόπο. Επιπλέον, άνδρες και γυναίκες σκέφτονται διαφορετικά, πιστεύουν διαφορετικά πράγματα και έχουν διαφορετικές αντιλήψεις, προτεραιότητες και συμπεριφορές.

Σε τι θα μας βοηθήσει όμως η κατανόηση των διαφορών μας; Η βαθιά κατανόηση των διαφορών μας θα μας βοηθήσει να αποφύγουμε την απογοήτευση που νιώθουμε όταν προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε και να καταλάβουμε το αντίθετο φύλο. Αυτό που κάνουμε οι περισσότεροι άνθρωποι είναι να θεωρούμε ότι το άλλο φύλο είναι σαν και εμάς, αισθάνεται όπως και εμείς και θέλει να ίδια πράγματα με εμάς. Έτσι, το πιο συχνό παράπονο των γυναικών είναι ότι οι άνδρες δεν τις ακούν, ενώ το αντίστοιχο παράπονο των ανδρών είναι ότι οι γυναίκες προσπαθούν να τους αλλάξουν. Ποιες είναι λοιπόν, αυτές οι διαφορές;

Αρχικά άνδρες και γυναίκες διαφέρουν ως προς τις αισθήσεις τους. Έρευνες έχουν δείξει ότι οι γυναίκες όπως και τα περισσότερα θηλυκά θηλαστικά είναι πολύ πιο ευαίσθητες από τους άνδρες στα αισθητηριακά ερεθίσματα. Και αυτό γιατί οι γυναίκες ως φύλακες της σπηλιάς- οικογενειακής εστίες έπρεπε να αντιλαμβάνονται ακόμη και την πιο μικρή αλλαγή στη διάθεση και στην συμπεριφορά των άλλων. Είναι αυτό που ονομάζουμε «γυναικείο ένστικτο». Επίσης, οι γυναίκες έχει αποδεχτεί ότι έχουν μεγαλύτερο εύρος περιφερειακής όρασης βλέπουν δηλαδή τι συμβαίνει αριστερά, δεξιά του κεφαλιού και πάνω- κάτω από τη μύτη, ενώ οι άνδρες έχουν σηραγγώδη όραση μεγάλων αποστάσεων, βλέπουν δηλαδή καθαρά σε μεγάλη απόσταση. Ένα καθημερινό παράδειγμα που το αποδεικνύει είναι η απεγνωσμένη προσπάθεια ενός άνδρα να βρει τη ζάχαρη στο ντουλάπι ενώ η γυναίκα τη βρίσκει σχεδόν αυτόματα αφού βλέπει καλύτερα περιφερειακά σε σχέση με τον άνδρα. Ανάλογα ευρήματα έχουν βρεθεί και για τις υπόλοιπες αισθήσεις. Έτσι, οι γυναίκες ακούν καλύτερα από τους άνδρες και ξεχωρίζουν καλύτερα τους οξείς ήχους, έχουν πιο ευαίσθητη αφή- το γυναικείο δέρμα είναι δέκα φορές πιο ευαίσθητο από των ανδρών- και τέλος η αίσθηση της γεύσης και της οσμής είναι καλύτερη από των ανδρών.

Πολύ βασικές διαφορές έχουν εντοπιστεί και στον εγκέφαλο. Έτσι, ο γυναικείος εγκέφαλος είναι λίγο πιο μικρός από των αδρών χωρίς όμως να υστερεί στην απόδοση. Μάλιστα, έρευνα έδειξε ότι παρόλο που οι άνδρες έχουν περίπου τέσσερα εκατομμύρια περισσότερα εγκεφαλικά κύτταρα, η γενική νοημοσύνη των γυναικών είναι κατά 3% ανώτερη από των ανδρών. Ο ανδρικός εγκέφαλος όσον αφορά στη λειτουργία του είναι εξειδικευμένος. Είναι διαμορφωμένος με τέτοιο τρόπο ώστε να συγκεντρώνεται σε μία συγκεκριμένη ασχολία κάθε φορά κάνοντας «ένα πράγμα την φορά». Οι γυναίκες από την άλλη, αδυνατούν να το κατανοήσουν αφού οι ίδιες μπορούν να κάνουν περισσότερα από ένα πράγματα κάθε φορά. Μπορούν έτσι να μιλούν, να διαβάζουν και να ακούνε ταυτόχρονα. Ο γυναικείος εγκέφαλος είναι διαμορφωμένος για πολλαπλές ασχολίες. Ο ανδρικός εγκέφαλος από την άλλη, έχει λιγότερες συνεκτικές ίνες μεταξύ δεξιού και αριστερού ημισφαιρίου και είναι περισσότερο κατατετμημένος.

Μία άλλη διαφορά ανάμεσα στα δύο φύλα αφορά στον λόγο. Οι γυναίκες έχουν μεγαλύτερη ευφράδεια λόγου και επιπλέον τους αρέσει να μιλάνε. Οι γυναίκες έχουν κέντρα λόγου και στα δύο εγκεφαλικά ημισφαίρια. Οι άνδρες από την άλλη συνήθως μιλάνε από μέσα τους γιατί δεν έχουν την εκφραστική ικανότητα των γυναικών να επικοινωνούν λεκτικά. Οι γυναίκες όταν μιλούν το κάνουν με έμμεσο τρόπο και ο λόγος τους είναι συγκινησιακός ενώ οι άνδρες με άμεσο τρόπο μπαίνοντας αμέσως στο θέμα και κυριολεκτικά.

Επίσης, οι άνδρες προτιμούν τη σιωπή ειδικά όταν θέλουν να λύσουν ένα πρόβλημα ή όταν είναι αγχωμένοι. Αυτή τη σιωπή συνήθως οι γυναίκες την παρερμηνεύουν και την εκλαμβάνουν ως έλλειψη ενδιαφέροντος. Οι διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα είναι σημαντικές και στην χωρική ικανότητα. Χωρική ικανότητα είναι να μπορεί κανείς να δει νοερά το σχήμα των πραγμάτων, τις διαστάσεις, τις αναλογίες, την κίνηση, τις συντεταγμένες και τη γεωγραφική τους θέση. Επίσης, είναι να μπορεί κανείς στρέψει νοερά ένα αντικείμενο στον χώρο, να βρει ένα δρόμο σε μια διαδρομή μετ΄ εμποδίων και να βλέπει τα πράγματα με τρισδιάστατη προοπτική. Σε αυτό τον τομέα έχει αποδειχτεί ότι υπερέχουν οι άνδρες. Το 90% των γυναικών έχουν περιορισμένη αυτή την ικανότητα.

Οι γυναίκες από την άλλη μπορούν να αντιληφθούν τέλεια τις δύο διαστάσεις όχι όμως και τη διάσταση του βάθους. Αυτή η διαφορά εξηγεί γιατί οι άνδρες είναι καλύτεροι στο παρκάρισμα σε σχέση με τις γυναίκες.

Οι άνδρες εκτιμούν τη δύναμη, την ικανότητα, την αποτελεσματικότητα και τα επιτεύγματα. Η εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους συνδέεται άμεσα με την αποτελεσματικότητα που έχουν σε ότι κάνουν. Ενδιαφέρονται περισσότερο για τις πράξεις και τα πράγματα και λιγότερο για τα συναισθήματα και τους ανθρώπους. Οι γυναίκες από την άλλη, εκτιμούν την αγάπη, την ομορφιά, τις ανθρώπινες σχέσεις και την επικοινωνία. Η εικόνα του εαυτού τους συνδέεται με τα συναισθήματα που νιώθουν και με την ποιότητα των σχέσεων τους. Η επικοινωνία είναι πρωταρχικής σημασίας και η προσφορά βοήθειας αυτονόητη και καθόλου προσβλητική.

Διαφορετικά διαχειρίζονται το άγχος άνδρες και γυναίκες. Οι άνδρες αποτραβιούνται και κλείνονται στον εαυτό τους ενώ οι γυναίκες πλημμυρίζουν από συναισθήματα τα οποία θέλουν με κάθε τρόπο να εκφράσουν. Έτσι, τα δύο φύλα χρειάζονται διαφορετικά πράγματα για να ηρεμήσουν. Διαφορετικό είναι και το χημικό μας κοκτέιλ. Τα οιστρογόνα τα οποία είναι θηλυκές ορμόνες παίζουν καθοριστικό ρόλο στις συμπεριφορές που σχετίζονται με την ανατροφή των παιδιών και με την φύλαξη της οικογενειακής εστίας χαρίζοντας ένα γενικό αίσθημα ευεξίας. Επιπλέον, τα οιστρογόνα αναστέλλουν την χωρική ικανότητα.

Η τεστοστερόνη από την άλλη, η οποία είναι η βασική ανδρική ορμόνη είναι επιθετική ορμόνη η οποία ωθούσε τους άνδρες να κυνηγήσουν και φέρουν την τροφή. Επιπλέον, κάνει γένια, φαλάκρα, βαθαίνει την φωνή και βελτιώνει την χωρική ικανότητα. Η αρνητική της πλευρά για τον σύγχρονο άνδρα είναι αν δεν βρει φυσιολογική διέξοδο να προκαλέσει επιθετικότητα και αντικοινωνική συμπεριφορά. Οι άνδρες τέλος, δουλεύουν σκληρά εξαιτίας της τεστοστερόνης. Όσο πιο υψηλά τα επίπεδα τόσο πιο αποδοτικοί είναι. Για παράδειγμα, έρευνα έδειξε ότι οι άνδρες που έχουν διακριθεί στον επαγγελματικό τους τομέα είχαν υψηλότερα επίπεδα τεστοστερόνης όπως αθλητές, στελέχη επιχειρήσεων.

Κλείνοντας, τις διαφορές των φύλων μπορούμε να τις δούμε μεταφορικά. Οι άνδρες μοιάζουν με λάστιχο. Όταν το τραβάμε τεντώνεται μόνο μέχρι ένα σημείο και μετά επανέρχεται στην αρχική του θέση. Το ίδιο ισχύει και για τις φάσεις οικειότητας από τις οποίες περνά ένας άνδρας πλησίασμα, απομάκρυνση και ξανά πλησίασμα. Οι γυναίκες από την άλλη, μοιάζουν με κύμα. Όταν αισθάνονται ότι τις αγαπούν η αυτοπεποίθηση τους βρίσκεται στα ύψη μετά από λίγο όμως πέφτει με μια κίνηση που θυμίζει το κύμα. Οι συναισθηματικές ανάγκες των ανδρών και των γυναικών διαφέρουν. Οι γυναίκες χρειάζονται σεβασμό, φροντίδα, κατανόηση, αφοσίωση, επιβεβαίωση και σοβαρή αντιμετώπιση, ενώ οι άνδρες αποδοχή, ενθάρρυνση, επιδοκιμασία, εμπιστοσύνη, εκτίμηση, ευγνωμοσύνη και θαυμασμό. Κατανοώντας λοιπόν, όλες αυτές τις διαφορές άνδρες και γυναίκες θα μπορέσουν να πετύχουν μια αρμονική συνύπαρξη την οποία θα διακρίνει ο σεβασμός της διαφορετικότητας και όχι ο αγώνας για την πλήρη κατανόηση.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Η Κατερίνα Νίκου είναι απόφοιτος του τμήματος Ψυχολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Α.Π.Θ.). Διαθέτει μεταπτυχιακή εξειδίκευση στη «Συμβουλευτική-  Ψυχολογία» από το πανεπιστήμιο του Sheffield. Το τελευταίο διάστημα εργάζεται ιδιωτικά ως ψυχολόγος και παράλληλα είναι εξωτερική συνεργάτης στο κέντρο λογοθεραπείας «Αγωγή του Λόγου».

E-mail: nikoukaterina@gmail.com

]]>

13 Αυγ 2012

Ο εντοπισμός προκατάληψης στα ΜΜΕ

Η κάλυψη ενός γεγονότος από τα ΜΜΕ, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για κάποιο ευαίσθητο θέμα (π.χ. «εθνικά» θέματα), είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα γεννήσει αντιδράσεις, όσο αντικειμενική και εάν είναι η κάλυψή του. Πολλές έρευνες στο παρελθόν έχουν δείξει πως όταν μέλη δύο αντιμαχόμενων ομάδων παρακολουθήσουν μια όσο το δυνατόν πιο αντικειμενική κάλυψη κάποιας σύγκρουσής τους, τείνουν να πιστεύουν πως η κάλυψη όχι μόνο δεν ήταν αντικειμενική, αλλά ήταν και προκατηλλημένη εναντίον τους.

Το φαινόμενο των εχθρικών ΜΜΕ (hostile media effect), όπως ονομάζεται στην επιστημονική κοινότητα, υπογραμμίζει την μη αντικειμενικό τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο γύρω μας. Τείνουμε να πιστεύουμε πως η αλήθεια βρίσκεται πιο κοντά στην δική μας οπτική γωνία και πως η ομάδα στην οποία ανήκουμε είναι πιο σπάνιο να κάνει λάθη, να βιαιοπραγήσει και γενικά να γίνει πηγή ανηθικότητας.

Πέραν του φαινομένου των εχθρικών ΜΜΕ, υπάρχουν τουλάχιστον δύο ακόμη σημαντικοί παράγοντες που επηρεάζουν την κρίση μας σχετικά με την αντικειμενικότητα των όσων βλέπουμε στις ειδήσεις ή διαβάζουμε στις εφημερίδες.

Αυτοκατηγοριοποίηση

Ένας πρώτος και πολύ σημαντικός παράγοντας είναι η αυτοκατηγοριοποίηση που κάνουμε. Με άλλα λόγια, έχουμε την τάση να κατηγοριοποιούμε τον εαυτό μας, όπως κατηγοριοποιούμε και τους γύρω μας. Για παράδειγμα, μπορεί να θεωρούμε τον εαυτό μας «Αριστερό» και τον γείτονα «Δεξιό». Βάζοντας αυτές τις ταμπέλες σε εμάς και στους άλλους, είναι σαν να βάζουμε παραμορφωτικά φίλτρα στον τρόπο με τον οποίο λαμβάνουμε τις πληροφορίες, κάτι το οποίο επηρεάζει και την αντίληψή μας για την αντικειμενικότητα ενός άρθρου ή ενός ΜΜΕ.

Σε ένα πολύ ενδιαφέρον πείραμα που έγινε στις ΗΠΑ, οι πειραματιστές ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να συμπληρώσουν ένα ερωτηματολόγιο για τα ΜΜΕ το οποίο μεταξύ άλλων ρωτούσε για την προκατάληψη των ΜΜΕ εναντίον των θέσεων των Δημοκρατικών1 . Όλοι οι συμμετέχοντες συμπλήρωναν το ίδιο ερωτηματολόγιο, αλλά ήταν χωρισμένοι σε 3 ομάδες. Το μόνο που άλλαζε σε κάθε ομάδα ήταν η εισαγωγική παράγραφος του ερωτηματολογίου, η οποία προϊδέαζε τον συμμετέχοντα ώστε να αυτοκατηγοριοποιηθεί. Στην πρώτη ομάδα η εισαγωγική παράγραφος ήταν ουδέτερη και έγραφε απλά πως σκοπός του ερωτηματολογίου είναι να καταγράψει τις απόψεις σας για τα ΜΜΕ. Στην δεύτερη ομάδα η εισαγωγική παράγραφος προϊδέαζε τον συμμετέχοντα ώστε να πάρει θέση στο δίπολο Δημοκράτες-Ρεπουμπλικάνοι, γράφοντας:

«Το δίπολο μεταξύ Δημοκρατικών-Ρεπουμπλικάνων έχει ενταθεί το τελευταίο χρονικό διάστημα. Σε αυτό το πλαίσιο, οι Δημοκράτες και οι Ρεπουμπλικάνοι βλέπουν πολύ διαφορετικά τις ειδήσεις που παρουσιάζονται στα ΜΜΕ. Σε αυτό το πλαίσιο θα θέλαμε να καταγράψουμε τις απόψεις σας για την κάλυψη των γεγονότων από τα ΜΜΕ»

Τέλος, στην τρίτη ομάδα η παράγραφος ενίσχυε το δίπολο Αμερική-Υπόλοιπος Κόσμος αναφέροντας:

«Το τελευταίο διάστημα ο αραβικός κόσμος έχει αποκτήσει το δικό του παγκόσμιο τηλεοπτικό δίκτυο, το οποίο παρουσιάζει τις ειδήσεις από τη σκοπιά των αραβικών χωρών. Σε αυτό το πλαίσιο θα θέλαμε να καταγράψουμε τις απόψεις σας για την κάλυψη των γεγονότων από τα ΜΜΕ»

Τα αποτελέσματα της έρευνας ήταν ξεκάθαρα (βλ. Εικόνα 1). Ο αυτοκατηγοριοποίηση επηρέασε τις απαντήσεις των συμμετεχόντων. Οι συμμετέχοντες της δεύτερης ομάδας που προϊδεάστηκαν πολιτικά (Ρεπουμπλικάνοι VS Δημοκράτες) πολώθηκαν σημαντικά, με αποτέλεσμα να πιστεύουν ότι τα ΜΜΕ ήταν προκατηλειμένα εναντίον τους. Ουσιαστικά δηλαδή, η έρευνα έφτασε στο συμπέρασμα πως το φαινόμενο των εχθρικών ΜΜΕ μπορεί να προκληθεί αλλάζοντας απλά το περιβάλλον στο οποίο παρουσιάζεται η είδηση.

[caption id="attachment_2630" align="aligncenter" width="300"] Εικόνα 1[/caption]

Η πηγή της είδησης

Ένας δεύτερος παράγοντας που επηρεάζει την αντίληψή μας για την αντικειμενικότητα μιας είδησης, όπως είναι φυσικό, είναι η πηγή της. Έχει σημαντική σημασία το εάν η είδηση που διαβάζουμε προέρχεται από μέσο προς το οποίο εμείς είμαστε θετικά ή αρνητικά διακείμενοι. Για τα δεδομένα της Ελλάδας, σκεφτείτε πως διαβάζετε μια είδηση για τα στατιστικά εγκληματικότητας των αλλοδαπών σε μια από τις ακόλουθες εφημερίδες/έντυπα: Ριζοσπάστης, Τα Νέα, Στόχος. Όπως είναι φυσικό, ανάλογα με την πολιτική σας τοποθέτηση, θα δώσετε διαφορετική βαρύτητα στις πληροφορίες που παρουσιάζει το εν λόγω ρεπορτάζ. Όπως έχουν δείξει σχετικές έρευνες, εάν σας έδιναν να διαβάσετε το ίδιο δημοσιογραφικό κείμενο και απλά άλλαζαν την πηγή, η αξιολόγησή σας για το άρθρο θα άλλαζε σημαντικά.

Οπότε, το τελικό συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε είναι πως η απάντηση στο ερώτημα εάν υπάρχει απόλυτη αντικειμενικότητα στα ΜΜΕ, είναι φυσικά πως όχι. Από την άλλη όμως δεν υπάρχει και απολύτως αντικειμενικός παρατηρητής. Και ιδιαίτερα αυτό το δεύτερο σημείο δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Σε έναν κόσμο τόσο ρευστό και σχετικό, γεννάται η ανάγκη για αναζήτηση πυλώνων αλήθειας και σταθερότητας. Είναι σημαντικό όμως να μην επιτρέπουμε στην ανάγκη αυτή να διαστρεβλώνει τις αντιλήψεις μας, τουλάχιστον όχι σε σημαντικό βαθμό.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Nieman Journalism Club, «How do you tell when the news is biased? It depends on how you see yourself» []
05 Ιούλ 2012

Το Διαδίκτυο – Οι διαφορετικές προτιμήσεις των δύο φύλων

Ψυχολόγοι από το Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Μπαθ, στην Αγγλία, έχουν ανακαλύψει ότι τα τελευταία 10 χρόνια, η διαφορά μεταξύ του πώς οι άνδρες και οι γυναίκες χρησιμοποιούν το διαδίκτυο έχει καταστεί ακόμη πιο σημαντική. Ψάχνοντας στο Διαδίκτυο, οι ερευνητές ισχυρίζονται, ότι οι άνδρες είναι πιο πιθανό να ψάξουν και να θέλουν να ενημερώνονται για την ψυχαγωγία, τα παιχνίδια και τις ιστοσελίδες για μουσική. Οι γυναίκες, από την άλλη πλευρά, έψαχναν για ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης1 .

Μετά την εισαγωγή του Facebook, του Twitter και του MySpace, οι γυναίκες άρχισαν να καταναλώνουν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους σερφάροντας σε αυτού του είδους ιστοσελίδες. Ενώ κάποιοι άντρες, επίσης ενδιαφέρονται για την διαδικτυακή κοινωνική δικτύωση, οι γυναίκες περνούν σημαντικά περισσότερο χρόνο σε αυτούς τους δικτυακούς τόπους από τους άνδρες.

Οι ερευνητές αποφάσισαν να κάνουν μια συνέχεια της μελέτης που είχαν πραγματοποιήσει 10 χρόνια πριν, ψάχνοντας για διαφορές μεταξύ των μελετών του 2002 και του 2012. Από έξι πανεπιστήμια, περίπου 500 προπτυχιακούς φοιτητές του πρώτου έτους (389 γυναίκες, 100 άνδρες), συμμετείχαν, με μέσο όρο ηλικίας τα 20 χρόνια.

Τα ευρήματά έδειξαν ότι αντί να ξεπεράσει ή να ξεπεραστούν οι διαφορές μεταξύ των φύλων στην ευρύτερη κοινωνία, η χρήση του διαδικτύου από τα αρσενικά και τα θηλυκά φαίνεται να αντανακλά, και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και επιτείνει τις ευρύτερες τάσεις. Οι δικτυακοί τόποι κοινωνικής δικτύωσης έχουν αλλάξει την δυναμική στην κοινωνία μας σημαντικά.

Από την έλευση των νέων sites κοινωνικής δικτύωσης, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών σχετικά με τη χρήση του Διαδικτύου είναι μεγαλύτερη από ότι ήταν 10 χρόνια πριν.δικτύωσης έχουν αλλάξει τη δυναμική στην κοινωνία μας σημαντικά.

Οι περισσότερες γυναίκες προτιμούν να ξοδεύουν το χρόνο τους να αλληλεπιδρούν με τους φίλους τους διαδικτυακά, έχουν ενδιαφέρον για κουτσομπολιό, και δημοσιεύοντας ή κοιτάζοντας τις φωτογραφίες. Οι γυναίκες ανησυχούν περισσότερο με την επικοινωνία. Ενώ η πλειοψηφία των ανδρών, από την άλλη πλευρά, δεν απολαμβάνουν την κοινωνική δικτύωση όσο το κάνουν οι γυναίκες. Προτιμούν τα παιχνίδια, στοιχήματα για τα αθλητικά παιχνίδια, ή επισκέπτονται ιστοσελίδες μουσικής.

Ο Δρ Joiner δήλωσε: «Στην προηγούμενη έρευνα που δεν βρέθηκαν διαφορές μεταξύ των φύλων όσον αφορά στη χρήση του διαδικτύου για επικοινωνία, ενώ στην παρούσα μελέτη βρήκαμε διαφορές μεταξύ των φύλων στην επικοινωνία και ότι οι γυναίκες χρησιμοποιούσαν ιστότοπους κοινωνικής δικτύωσης περισσότερο από τους άνδρες.»

Η μελέτη αποκάλυψε ότι οι μαθητές αρχίζουν να χρησιμοποιούν το Internet, όταν είναι περίπου 11 ετών, και περνάνε περίπου 3,4 ώρες την ημέρα σερφάροντας. Ωστόσο, όπως έδειξαν τα αποτελέσματα, οι ώρες που αφιερώνονται στο διαδίκτυο από τους άνδρες και τις γυναίκες διαφέρουν σημαντικά.

Ο Δρ Joiner δήλωσε: «Οι διαφορές φύλου στη χρήση του Διαδικτύου είναι περισσότερο μια αντανάκλαση των διαφορών μεταξύ των φύλων στην ευρύτερη κοινωνία. Είναι σημαντικό να συνεχιστούν να διερευνώνται αυτές οι διαφορές, λόγω της σημασίας του Διαδικτύου, σχεδόν σε κάθε πτυχή της ζωής μας και την εσφαλμένη παραδοχή ότι όλοι οι νέοι άνθρωποι έχουν παρόμοια και το υψηλό επίπεδο της ικανότητας στη χρήση της τεχνολογίας».

Δεδομένου ότι ο ρόλος του Διαδικτύου γίνεται όλο και περισσότερο ένα αναπόσπαστο μέρος της ζωής των ανθρώπων, είναι ζωτικής σημασίας να προωθηθεί η κατανόηση μας για το πώς χωράει το διαδίκτυο στις κοινωνικές πτυχές της καθημερινής ζωής μας.

 ]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Joiner, R., Gavin, J., Duffield, J., Brosnan, M., Crook., Durndell, A., Maras, P., Miller, J., Scott, A. & Lovatt, P. (2005). Gender, Internet Identification, and Internet Anxiety: Correlates of Internet Use. Cyber Psychology & Behavior, 8(4), 371-378. []
08 Ιούν 2012

Η κατάθλιψη και η δυσφορία στον κόσμο των ραντεβού

Η κατάθλιψη και η δυσφορία, οι οποίες είναι αρνητικές καταστάσεις διάθεσης που δεν πληρούν το όριο της κλινικής κατάθλιψης, προκαλούν δυσκολίες στις κοινωνικές και διαπροσωπικές σχέσεις των ατόμων. Έρευνες έχουν δείξει ότι οι άνθρωποι με αρνητική διάθεση, είναι λιγότερο δεκτικοί, εκθέτουν συμπεριφορές απόσυρσης και τείνουν να απομονώνονται. Άτομα με αρνητική διάθεση, επίσης βλέπουν τον κόσμο γύρω τους μέσα από ένα φακό «απαισιοδοξίας». Προηγούμενες μελέτες που έχουν επικεντρωθεί στο πώς τα άτομα με ιστορικό κατάθλιψης ή τρέχουσας ύφεσης διαθέσεως αντιλαμβάνονται τον κόσμο γύρω τους, βασίστηκαν στις προσομοιώσεις των προσωπικών αλληλεπιδράσεων. Αν και αυτές έχουν δώσει κάποια στοιχεία σχετικά με το πώς η άσχημη διάθεση επηρεάζει αρνητικά την αντίληψη, χρειάζονται πιο ρεαλιστικά πειράματα.

Ο David S. Greenawalt1 θέλησε να ληφθούν πιο ακριβείς εκτιμήσεις. Ηγήθηκε πρόσφατα μια μελέτη που απαιτήθηκαν 104 συμμετέχοντες να αξιολογήσουν τα αποτελέσματα των πρώτων ραντεβού μέσω σεναρίων. Οι συμμετέχοντες είχαν όλοι διαγνωστεί με κατάθλιψη στο παρελθόν ή έχουν τρέχον αίσθημα δυσφορίας. Έβλεπαν τα πρώτα ραντεβού με πραγματικούς ανθρώπους και στη συνέχεια ρωτήθηκαν αν θεωρούσαν ότι αυτοί οι άνθρωποι θα θέλουν να συνεχίσουν να βγαίνουν ραντεβού. Τα αποτελέσματα συγκρίθηκαν με τα πραγματικά αποτελέσματα.

Σε αντίθεση με πολλές από τις υπάρχουσες μελέτες, ο Greenawalt διαπίστωσε ότι τα άτομα με ιστορικό κατάθλιψης ήταν πιο ακριβείς στις προβλέψεις τους, ειδικά σε σχέση με τα αρνητικά αποτελέσματα. Όσον αφορά τα θετικά αποτελέσματα, οι άνδρες με ιστορικό κατάθλιψης ήταν στην πραγματικότητα πιο ανακριβείς στις προβλέψεις τους από τους άνδρες χωρίς καταθλιπτικά συμπτώματα. Ο Greenawalt πιστεύει ότι οι άνδρες, οι οποίοι έχουν εμφανίσει κατάθλιψη στο παρελθόν μπορεί να είναι πιο ευαίσθητοι στις αρνητικές αντιδράσεις των άλλων σε κοινωνικές καταστάσεις. Μπορούν να έχουν μεγαλύτερη επίγνωση της γλώσσας του σώματος και να έχουν αυξημένη ανησυχία για απόρριψη. Ο Greenawalt σημειώνει ότι η κατάθλιψη μπορεί να φέρει μεγαλύτερο στίγμα για τους άνδρες, επειδή η ανασφάλεια, η απελπισία, η θλίψη και η καταθλιπτική εικόνα έρχονται σε αντίφαση με το τυπικό αρσενικό.

Εν ολίγοις, η μελέτη αποκάλυψε ότι οι αρνητικές προβλέψεις ήταν πιο ακριβείς σε γενικές γραμμές, για τους άνδρες και τις γυναίκες με ιστορικό καταθλιπτικής διάθεσης, αλλά όχι για εκείνους με τα τρέχοντα συμπτώματα δυσφορίας. Αυτό δικαιολογεί περαιτέρω διερεύνηση σε αρνητικές κοινωνικές αντιδράσεις σε σχέση με την επιμονή της κατάθλιψης. Ο Greenawalt πρόσθεσε, «Φαίνεται σημαντικό να αυξηθεί η κατανόηση των παραγόντων που μπορούν να παρακινήσουν μεγαλύτερη ακρίβεια σε κοινωνικές αντιλήψεις, δεδομένου ότι η διαπροσωπική λειτουργία διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην επανάληψη και τη συντήρηση της κατάθλιψης.»

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Greenawalt, D. S., Hayes, A. M. (2012). Is past depression or current dysphoria associated with social perception? Journal of Social and Clinical Psychology,31.4, 329-355 []
30 Απρ 2012

Μηχανικότητα: η κοινωνία της «κούκλας» και η θεωρία των διαπροσωπικών σχέσεων

Γράφει η Δανάη Χορομίδου*

Πώς θα περιγράφαμε τη ζωή στη σημερινή αστική κοινωνία; Ένα ατελείωτο τρέξιμο! Άγχος, για τα πάντα, ακόμα και στη διασκέδαση. Βομβαρδισμός από πληροφορίες.  Έχουμε προγραμματιστεί να τρέχουμε, και σαν υπνωτισμένοι από το γενικό κλίμα «τρεξίματος», τρέχουμε ακόμα και όταν δεν χρειάζεται να τρέξουμε, ή αν έχουμε λίγη ώρα για ηρεμία νιώθουμε τύψεις που δεν τρέχουμε, ή με ανησυχία ανακαλύπτουμε ότι δεν έχουμε τι να κάνουμε.

Και έτσι γεμίζουμε τον ελεύθερο χρόνο πάλι με συνήθειες που μας έχουν «πουλήσει» και συνεχίζουμε να είμαστε προγραμματισμένα ανθρωποειδή, απόλυτα προσαρμοσμένοι στη ροή του πώς μας θέλει η «κοινωνία» (ή η κεντρικές παγκόσμιες τράπεζες; ), αποξενωμένους από την αληθινή ανθρώπινη φύση μας, αδύναμους, άβουλους, ακινητοποιημένους στο μυαλό και το σώμα, στενάχωρους (δεν απέχουμε πολύ από το 1984 του Τζ.Όργουελ).

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, φροντίζουν επίσης καλά να μας εμφυσήσουν την καταστροφολογία ως τρόπο ζωής και μας βάζουν στο ρόλο του θύματος, στρέφοντάς μας στην απόγνωση. Όλα φαντάζουν γκρίζα, γινόμαστε γκρίζοι, με φόντο τη μαυρίλα.

Είναι «η κοινωνία της κούκλας». Μία κούκλα, δεν μπορεί να ανταποκριθεί, δεν αλληλεπιδρά. Μια κούκλα είναι καταδικασμένη να δέχεται τις ορέξεις του αφέντη της, ακόμα και αν πρόκειται για ένα παιδί. Το παιδί τότε, από μικρό μαθαίνει σε μια μορφή μη επικοινωνίας, όπου δεν υπάρχει σχέση, αλλά μονόδρομη μορφή επικοινωνίας. Το παιδί μαθαίνει σε έναν εύκολο αυθορμητισμό, και δεν αναπτύσσει τις ικανότητές του να ανταποκρίνεται δημιουργικά στα ερεθίσματα και τις καταστάσεις που εμφανίζονται στη ζωή του. Στην κοινωνία της κούκλας, κάθε άτομο εξετάζεται μεμονωμένα, αποσπασμένα, καθώς κάθε κούκλα είναι απομονωμένη από τις άλλες.

Η δημιουργία τέτοιου είδους μονόδρομων σχέσεων, έρχεται σε αντίθεση με τη θεωρία των διαπροσωπικών σχέσεων και την επιστήμη της κοινωνιομετρίας, που πρεσβεύουν την οργάνωση μιας δημοκρατικής κοινωνίας και την οργάνωση ενεργών κοινωνικών ομάδων.

Βασική αρχή της θεωρίας των διαπροσωπικών σχέσεων, είναι η «συνάντηση» μεταξύ δύο ανθρώπων (encounter). Η «συνάντηση» σημαίνει πολλά περισσότερα από το πιο ασαφές και γενικό όρο «διαπροσωπική σχέση». Σημαίνει ότι δύο ή περισσότερα δρώντα άτομα συναντώνται, όχι μόνο για να κοιτάξουν ο ένας τον άλλο, αλλά για να ζήσουν και να βιώσουν ο ένας τον άλλο, ο καθένας με το δικό του τρόπο και από τη δική του θέση και με το δικό του δικαίωμα. Στη «συνάντηση» δύο ανθρώπων βρίσκονται και οι δύο στο χώρο με όλες τις δυνάμεις τους και με όλες τις αδυναμίες τους, ανταποκρινόμενοι ο ένας στον άλλο με αυθορμητισμό, εν μέρει μόνο συνειδητοί ως προς τους αμοιβαίους στόχους τους.

Μόνο οι άνθρωποι που «συναντιώνται» ο ένας με τον άλλο μπορούν να δημιουργήσουν μια φυσιολογική ομάδα και να ξεκινήσουν μια πραγματική κοινωνία ανθρώπων. Η μιας κατεύθυνσης σχέση, όπου το άτομο διαχωρίζεται από την πραγματική ή πιθανή ανταπόκριση των άλλων δρώντων ατόμων, οδηγεί σε μια κοινωνία απομόνωσης. Πράγματι, όσα μεμονωμένα άτομα και αν προσθέσουμε δεν αποτελούν κοινωνική ομάδα μια δυναμική ενότητα ανθρώπων αλλά μία απλή πρόσθεση ατομικών προσωπικοτήτων.

Αν ο αυθορμητισμός, όπως περιγράφεται στην θεωρία του ψυχοδράματος, είναι η ικανότητά μας να ανταποκρινόμαστε στο «εδώ και τώρα» της επικοινωνίας, χρησιμοποιώντας τις δημιουργικές μας δυνάμεις, συναισθανόμενοι τον εαυτό μας και τα μηνύματα που παίρνουμε από τους άλλους, χρειάζεται να τον αναπτύξουμε, ώστε από κοινωνία κούκλας να γίνουμε μια δημοκρατική κοινωνία, ενεργών δρώντων ανθρώπων, έξυπνων, ζωντανών.

Τότε, ίσως να μην νοιαζόμαστε τόσο για την άπλετη, μηχανική πληροφόρηση, αλλά να χρησιμοποιούμε περισσότερο την προσωπική μας κρίση στην πληροφορία και να έχουμε περισσότερη εμπιστοσύνη στην εσωτερική μας σοφία.

Ίσως, να θυμόμαστε να σταματούμε το συνεχές τρέξιμο, να στρεφόμαστε στη δημιουργία αυθεντικότερων σχέσεων με τους άλλους, να εξασκούμαστε στο να νιώθουμε, στο να υπάρχουμε. Και ίσως τότε η ζωή δεν φαντάζει σαν έναν ατελείωτο μαρτυρικό αγώνα. Ίσως τότε θυμηθούμε να τιμούμε, να γιορτάζουμε τη ζωή, να ερωτευόμαστε, να απολαμβάνουμε!

Έτσι δεν έκαναν και οι αρχαίοι Έλληνες;

Η Δανάη Χορομίδου είναι ψυχολόγος, απόφοιτος Παν/μίου Αθηνών ψυχοθεραπεύτρια-ψυχοδραματιστής συνεργάτης του ΨΥ.ΚΑ.Π.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>