02 Φεβ 2011

Πώς το μυαλό εξουδετερώνει προσβλητικές ιδέες

Μετάφραση/Επιμέλεια: Γεωργία Πανταζή* Πρωτότυπο: “How the Mind Counteracts Offensive Ideas”, PsyBlog

Το ανθρώπινο μυαλό πάντα ψάχνει για ένα νόημα στον κόσμο. Είναι ένας από τους λόγους πουαγαπάμε τις ιστορίες τόσο πολύ: δίνουν νόημα σε αυτό που θα μπορούσε, διαφορετικά, να είναιτυχαία γεγονότα. Από τις ιστορίες αναδύονται χαρακτήρες, το πλαίσιο, οι ελπίδες και τα όνειρά τους, ακόμα καιτα ήθη. Χρησιμοποιώντας απλές δομές, οι ιστορίες μπορούν να επικοινωνούν πολύπλοκες ιδέες σχετικά με την άποψη του συντάκτη για τον κόσμο και πώς λειτουργεί, συχνά χωρίς τη γνώσητου αναγνώστη. Και όταν οι ιστορίες ενσωματώνουν τις αξίες στις οποίες εμείς δεν πιστεύουμε,έχουμε την τάση να τις απορρίπτουμε. Όμως, σύμφωνα με μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκεστο περιοδικό Personality and Social Psychology Bulletin, η τάση μας αυτή πηγαίνει πέρα απότην απόρριψη, καθώς, ψυχολογικά, απωθούμε την πρόκληση, επαναβεβαιώνοντας τις δικιές μαςγνωστές δομές για το νόημα.

Στην έρευνά τους, οι Proulx et al. (2010) χρησιμοποίησαν δύο ιστορίες που απεικονίζουναποκλίνουσες απόψεις για τον κόσμο, για να διερευνήσουν πώς οι άνθρωποι αντιδρούν σεπροσβλητικές ιδέες.

Η χελώνα και ο λαγός

Η πρώτη ιστορία ήταν ο μύθος του Αισώπου «Η χελώνα και ο λαγός». Είμαι βέβαιη ότι τον γνωρίζετε, γι ‘αυτό θα προχωρήσω κατ ‘ευθείαν σε ένα από τα ήθη της: αν καταπιάνεστε σε κάτι, όπως η χελώνα, τελικά θα τα καταφέρετε, ακόμα και αν θεωρείστε από τους γύρω σας εκτός συναγωνισμού.

Μια άλλη ερμηνεία είναι ότι ο λαγός χάνει τον αγώνα γιατί έχει υπερβολική αυτοπεποίθηση. Είτε έτσι, είτε αλλιώς, τόσο ο λαγός όσο η χελώνα θα πάρουν τελικά αυτό που τους αξίζει με βάση τον τρόπο που συμπεριφέρονται. Αυτός είναι ο τρόπος μας αρέσει να πιστεύουμε ότι λειτουργεί ο κόσμος: η προσπάθεια, φέρνει ανταμοιβή. Ο τεμπέλης, ο λαγός, πάντα χάνει, έτσι;

Το Αυτοκρατορικό Μήνυμα

Σίγουρα μια διαφορετική ηθική προέρχεται από το δεύτερο κομμάτι που χρησιμοποίησαν οι ερευνητές: ένα μικρό διήγημα του Franz Kafka που ονομάζεται ‘An Imperial Message’. Σε αυτή την ιστορία ένας αγγελιαφόρος, που αποστέλλεται από τον αυτοκράτορα, προσπαθεί να σας παραδώσει ένα σημαντικό μήνυμα. Όμως, αν και είναι ισχυρός και αποφασιστικός, δεν έχει σημασία πόσο σκληρά προσπαθεί, ποτέ δεν θα το παραδώσει. Σε αντίθεση με το μύθο του Αισώπου, ο Κάφκα μας υπενθυμίζει ότι η προσπάθεια, η επιμέλεια και ο ενθουσιασμός συχνά δεν ανταμείβονται. Μερικές φορές δεν έχει σημασία αν κάνουμε ή πούμε τα σωστά πράγματα, δεν θα πάρουμε αυτό που θέλουμε.

Από πολλές απόψεις η ιστορία του Κάφκα είναι εξίσου αληθής, όπως ο μύθος του Αισώπου, αλλά είναι μια πολύ λιγότερο “εύγευστη” αλήθεια. Ο μύθος του Αισώπου φαίνεται να έχει νόημα για εμάς, ενώ η ιστορία του Κάφκα όχι, μοιάζει κενή και παράλογη. Κατά συνέπεια, εμμένουμε μάλλον περισσότερο στο μύθο του Αισώπου παρά στην καταθλιπτική ιστορία του Κάφκα.

Ασυναίσθητη απειλή

Αυτές οι δύο ιστορίες χρησιμοποιήθηκαν από τον Proulx et al. για να εξετάσουν πώς οι άνθρωποι αντέδρασαν καταρχάς σε μια ασφαλή, καθησυχαστική ιστορία και, δεύτερον, με μια ιστορία που περιέχει μια απειλή για την άποψη των περισσότερων ανθρώπων του κόσμου. Πίστευαν ότι, σε απάντηση στην ιστορία του Κάφκα, οι άνθρωποι θα ήταν ασυνείδητα κινητοποιημένοι να επιβεβαιώσουν τα πράγματα στα οποία πιστεύουν. Στο πρώτο πείραμά τους, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν στοιχεία της πολιτιστικής ταυτότητας των συμμετεχόντων για να εξετάσουν αυτή την επιβεβαίωση. Δόθηκε σε 26 συμμετέχοντες ο μύθος του Αισώπου για τη σκληρή δουλειά και σε άλλους 26 η πιο απαισιόδοξη ιστορία του Κάφκα. Όπως είχε προβλεφθεί οι συμμετέχοντες που διάβασαν την ιστορία του Κάφκα την εξέλαβαν ως απειλή για τον τρόπο που βλέπουν τον κόσμο. Αντέδρασαν σε αυτήν την απειλή, με το να επιβεβαιώσουν την πολιτιστική τους ταυτότητας πιο έντονα από εκείνους που είχαν διαβάσει το μύθο του Αισώπου, η οποία δεν αμφισβήτησε την κοσμοθεωρία τους. Με άλλα λόγια, οι συμμετέχοντες σε αυτή τη μελέτη απώθησαν την ιστορία του Κάφκα επιβεβαιώνοντας την πολιτισμική τους ταυτότητα.

Παράλογη κωμωδία

Σε δύο ακόμα μελέτες, οι Proulx et al. καταπιάστηκαν με ένα ζευγάρι επικρίσεων της πρώτης τους μελέτης: ότι οι συμμετέχοντες θα έχουν βρει την ιστορία του Κάφκα (1) πολύ άδικη και (2) πολύ ανοίκεια. Έτσι, σε μια δεύτερη μελέτη χρησιμοποίησαν μια περιγραφή από ένα σκίτσο του Monty Python, για το οποίο, οι συμμετέχοντες δεν είχαν ενημερωθεί ότι προκειται για ενα αστείο σκίτσο. Στην τρίτη μελέτη χρησιμοποίησαν τον διάσημο παράλογο πίνακα του Magritte με έναν κύριο με ένα σφαιρικό καπέλο με ένα μεγάλο πράσινο μήλο μπροστά από το πρόσωπό του, γνωστός ως “The son of man”. Η ιδέα της χρησιμοποίησης παράλογων ερεθίσματων όπως οι Monty Python και ο πίνακας του Magritte είναι ότι, όπως το διήγημα του Κάφκα, αμφισβητούν τις πάγιες αντιλήψεις μας για τον κόσμο.

Η έρευνα υποστηρίζεi αυτή η ιδέα. Τόσο οι Python, όσο και ο Magritte παρήγαγαν την ίδια αντίθετη αντίδραση στους ανθρώπους, οδηγώντας τους να επαναλαμβάνουν τις αξίες στις οποίες πίστευαν. Παρόμοια αλλά όχι παράλογα ερεθίσματα, δεν έχουν το ίδιο αποτέλεσμα. Αντί να χρησιμοποιήσουν την πολιτιστική ταυτότητα, όμως, οι ερευνητές μέτρησαν τις έννοιες της δικαιοσύνης και της ανάγκης για δομή. Οι συμμετέχοντες αντέδρασαν στην νοούμενη απειλή που υπέκρυπτε το σκίτσο των Python, παραδίδοντας μια ευρύτερη θεωρητική τιμωρία σε έναν παραβάτη. Εδώ, η απειλή του παράλογου, προκάλεσε στους συμμετέχοντες να επαναβεβαιώσουν την πίστη τους στη δικαιοσύνη.

Στην τρίτη μελέτη οι συμμετέχοντες αντέδρασαν στην νοούμενη απειλή του πίνακα του Magritte, εκφράζοντας μια μεγαλύτερη ανάγκη για δομή. Ξαφνικά λαχταρούσαν για μια έννοια, κάτι, οτιδήποτε βγάζει κάποιο νόημα, αντί του άνδρας με το σφαιρικό καπέλο και το μήλο μπροστά από το πρόσωπό του.

Παράλογη αλήθεια

Αυτό που υπογραμμίζει αυτή η έρευνα είναι ότι απωθούμε τις απειλές για τις απόψεις μας για τον κόσμο, με την επαναβεβαίωση των σημασιολογικών δομών με τις οποίες αισθανόμαστε άνετα, είμαστε ασφαλείς.

Οι ερευνητές μέτρησαν πολιτισμικές ταυτότητες, ιδέες της δικαιοσύνης και μιας γενικευμένης ανάγκης για νόημα, αλλά μάλλον θα έχουν βρει τα ίδια αποτελέσματα σε πολλούς άλλους τομείς, όπως τη πολιτική, τη θρησκεία ή οποιαδήποτε άλλο εδραιωμένο σύνολο πεποιθήσεων.

Όταν καθιερωμένη κοσμοθεωρίας μας δοκιμάζεται ή αμφισβητείται, είτε από το παράλογο, το απροσδόκητο, το μη αρεστό, τη σύγχυση ή το άγνωστο, βιώνουμε μια ψυχολογική πίεση να το απωθήσουμε, προσπαθώντας να επαναβεβαιώσουμε τα πράγματα που θεωρούμε με τα οποία αισθανόμαστε ασφαλείς, άνετα και εξοικειωμένοι. Και αυτό καμιά φορά είναι κρίμα γιατί ιστορίες όπως του Κάφκα περιέχουν αλήθειες που θα κάναμε καλά αν τις προσέχαμε.

Η Γεωργία Πανταζή είναι ψυχολόγος Παντείου και εθελόντρια σε σταθμό με αυτιστικά παιδιά. Ερευνητικά ενδιαφέροντα: παιδοψυχολογία, θέματα κοινωνικής ψυχολογίας κ.τ.λ. (glpantazi@gmail.com)

Φωτογραφίες:
  • www.psyblog.com
  • dim-patrid.ima.sch.gr
  • montypython.wikia.com
  • rene-magritte-paintings.blogspot.com

Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες:

  1. Η ανάρτηση αυτή είναι μετάφραση από τα Αγγλικά του άρθρου του PsyBlog: “How the Mind Counteracts Offensive Ideas”
  2. Παπαστάμου Σ. και συνεργάτες (2001), «Εισαγωγή στην Κοινωνική Ψυχολογία, Επιστημολογικοί Προβληματισμοί και Μεθοδολογικές Κατευθύνσεις», Τόμος Α’, Ελληνικά Γράμματα.
]]>

20 Ιαν 2011

Το Φαινόμενο Χαμαιλέων

Γράφει η Γεωργία Πανταζή*

Σύμφωνα με τους Allan και Margaret Pease (2006), καθρεφτίζουμε ο ένας τη γλώσσα του σώματος του άλλου για να δεθούμε μεταξύ μας, να γίνουμε αποδεκτοί και να δημιουργήσουμε συμπάθεια, αλλά συχνά δεν έχουμε επίγνωση ότι το κάνουμε. Τον παλιό καιρό, ο κατοπτρισμός ήταν μια κοινωνική πρακτική που βοηθούσε τους προγόνους μας να εισέλθουν με επιτυχία σε μεγαλύτερες ομάδες. Είναι επίσης ένα απομεινάρι από την πρωτόγονη μέθοδο μάθησής που βασίζεται στη μίμηση.

Αν και από καιρό υπήρχαν υπόνοιες ότι Τα βιβλία αυτοβοήθειας, τα εγχειρίδια πειθούς και τα άρθρα των glossy περιοδικών συχνά συμβουλεύουν ότι η μίμηση της γλώσσας του σώματος των άλλων μπορεί να αυξήσει το πόσο μας συμπαθούν. Αλλά είναι πραγματικά αλήθεια ότι η μίμηση προκαλεί τους άλλους να μας συμπαθούν, ή είναι ο μιμητισμός απλά ένα υποπροϊόν των επιτυχημένων κοινωνικών αλληλεπιδράσεων;

Σύμφωνα με τους Allan και Margaret Pease (2006), καθρεφτίζουμε ο ένας τη γλώσσα του σώματος του άλλου για να δεθούμε μεταξύ μας, να γίνουμε αποδεκτοί και να δημιουργήσουμε συμπάθεια, αλλά συχνά δεν έχουμε επίγνωση ότι το κάνουμε. Τον παλιό καιρό, ο κατοπτρισμός ήταν μια κοινωνική πρακτική που βοηθούσε τους προγόνους μας να εισέλθουν με επιτυχία σε μεγαλύτερες ομάδες. Είναι επίσης ένα απομεινάρι από την πρωτόγονη μέθοδο μάθησής που βασίζεται στη μίμηση.

Αν και από καιρό υπήρχαν υπόνοιες ότι η αντιγραφή της γλώσσας του σώματος άλλων ανθρώπων αυξάνει την συμπάθεια, η επίδραση δεν εξετάστηκε αυστηρά μέχρι που οι Chartrand και Bargh (1999) πραγματοποίησαν μια σειρά πειραμάτων. Υπέβαλαν τρία σχετικά ερωτήματα: 1. Οι άνθρωποι μιμούνται αυτόματα τους άλλους, ακόμη και τους ξένους; 2. Η Μίμηση αυξάνει την προτίμηση; 3. Όσοι εκδηλώνουν υψηλή αντίληψη για την προοπτική των άλλων παρουσιάζουν το «φαινόμενο του χαμαιλέοντα» περισσότερο;

Οι άνθρωποι μιμούνται αυτόματα τους άλλους, ακόμη και τους ξένους; Το πείραμα: Εξετάζοντας τί αποκαλούν ως «φαινόμενο χαμαιλέων», στην πρώτη μελέτη τους οι 78 συμμετέχοντες κάθισαν για να συνομιλήσουν με ένα πειραματικό μέλος ή έναν «συνεργό», ο οποίος είχε την υποχρέωση να ποικίλει σε ιδιόμορφα χαρακτηριστικά και ύφος με συστηματικό τρόπο. Μερικοί χρησιμοποιούσαν περισσότερο το χαμόγελο, άλλοι περισσότερο το άγγιγμα του προσώπου τους ενώ άλλοι χρησιμοποιούσαν περισσότερο την κίνηση των ποδιών τους.

Αποτέλεσμα: Ναι, οι συμμετέχοντες φυσικά αντέγραψαν τον πειραματικό συνεργό (το οποίο μόλις είχαν γνωρίσει) όπως μετρήθηκε από το άγγιγμα του προσώπου, το κούνημα του ποδιού και το χαμόγελο. Το άγγιγμα του προσώπου ανέβηκε μόνο 20%, αλλά το ποσοστό κουνήματος των ποδιών ανέβηκε κατά ένα εντυπωσιακό 50% όταν οι συμμετέχοντες εμπνεύστηκαν από ένα άλλο κινούμενο πόδι.

Η Μίμηση αυξάνει την προτίμηση; Στο δεύτερο πείραμα οι Chartrand και Bargh θέλησαν να δουν εάν όλα αυτές οι κινήσεις και τα αγγίγματα έχουν οποιαδήποτε πραγματική χρήση, ή εάν είναι απλώς ένα υποπροϊόν των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων.

Το πείραμα: 78 συμμετέχοντες οδηγήθηκαν σε ένα δωμάτιο για να συνομιλήσουν με έναν άγνωστο (ένας άλλος πειραματικός συνεργός) για μια φωτογραφία. Με μερικούς συμμετέχοντες ο συνεργός μιμήθηκε τη γλώσσα του σώματός τους, με άλλους όχι. Κατόπιν οι συμμετέχοντες ρωτήθηκαν πόσο συμπάθησαν το συνεργό και εκτίμησαν την ομαλότητα της αλληλεπίδρασης, σε μια κλίμακα από 1 έως 9.

Αποτέλεσμα: Ο μιμητισμός πράγματι λειτούργησε για να αυξήσει την προτίμηση. Όταν η γλώσσα του σώματός τους αντιγράφηκε, οι συμμετέχοντες έδωσαν στο σύμμαχο έναν μέσο όρο 6.62 για την προτίμηση (και 6.76 για την ομαλότητα). Όταν δεν μιμούνταν, οι συμμετέχοντες έδωσαν στο σύμμαχο έναν μέσο όρο 5.91 για την προτίμηση (και 6.02 για την ομαλότητα). Δεν είναι και καμία τεράστια διαφορά θα μου πείτε, αλλά κι όμως, μια μετρήσιμη επίδραση για μια αλλαγή στη συμπεριφορά τόσο δυσδιάκριτη, οι περισσότεροι άνθρωποι ούτε καν την παρατηρούν.

Όσοι εκδηλώνουν υψηλή αντίληψη στην προοπτική των άλλων παρουσιάζουν το «φαινόμενο χαμαιλέοντα» περισσότερο; Δεδομένου ότι είμαστε όλοι διαφορετικοί, μερικοί άνθρωποι θα εμπλακούν φυσικά στη μίμηση περισσότερο από άλλους. Όμως, ποια είδη ψυχολογικών διεργασιών έχουν επιπτώσεις σε αυτό; Οι Chartrand και Bargh εξέτασαν την λήψη προοπτικής: ο βαθμός στον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται φυσικά την προοπτική των άλλων ανθρώπων.

Το πείραμα: 55 σπουδαστές συμπλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο για τη λήψη προοπτικής, μαζί με μια μέτρηση της ενσυναίσθησης. Κατόπιν κάθισαν απέναντι από έναν πειραματικό συνεργό, που έκανε το ίδιο παλαιό άγγιγμα του προσώπου και τη ρουτίνα κίνησης των ποδιών.

Αποτέλεσμα: Οι συμμετέχοντες που είχαν υψηλή βαθμολογία στην λήψη προοπτικής αύξησαν το άγγιγμα του προσώπου τους κατά 30% περίπου και την κίνηση των ποδιών κατά 50% περίπου, έναντι των συμμετεχόντων με χαμηλή λήψη προοπτικής. Οι διαφορές μεταξύ των ανθρώπων στη ενσυναισθητική ανησυχία, εντούτοις, δεν είχαν καμία επίδραση στη μίμηση, γεγονός που υποδηλώνει ότι αυτό που ήταν σημαντικό στην ενθάρρυνση της μίμησης, ήταν περισσότερο η γνωστική συνιστώσα της λήψης προοπτικής, παρά η συναισθηματική.

Άρα το «φαινόμενο χαμαιλέων», εκτός από «προνόμιο» των ψύχραιμων ερπετών, είναι πραγματικά μια θερμή απάντηση που διευκολύνει τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Αυτό το πείραμα προτείνει ότι οι περισσότεροι από μας μιμούμαστε αυτόματα σε διαφορετικό βαθμό και, ακριβώς όπως λένε και οι συμβουλές των περιοδικών, ενθαρρύνει όντως τους άλλους ανθρώπους να μας συμπαθούν.

Επιπλέον, κατά τους Pease, oι μελέτες σχετικά με τη συγχρονισμένη γλώσσα του σώματος δείχνουν ότι οι άνθρωποι που νοιώθουν παρόμοια συναισθήματα ή κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος και συμπαθούν ο ένας τον άλλον, αρχίζουν να μιμούνται ο ένας τις εκφράσεις και τις χειρονομίες του άλλου. Ο «συγχρονισμός» με ένα άλλο άτομο ξεκινά από την εποχή που βρισκόμαστε στη μήτρα, καθώς οι λειτουργίες του σώματός μας και οι παλμοί της καρδιάς μας συνταιριάζουν με εκείνα της μητέρας μας. Eτσι, ο κατοπτρισμός είναι μια κατάσταση προς την οποία φυσιολογικά ρέπουμε όλοι.

Ο τoνισμός και η χροιά της φωνής, η ταχύτητα, ακόμα και η προφορά, συγχρονίζονται επίσης στη διάρκεια της διαδικασίας κατοπτρισμού για να εδραιώσουν τις κοινές αντιλήψεις και να δημιουργήσουν συμπάθεια. Αυτό είναι γνωστό ως «ρυθμός» και μπορεί να φαίνεται λες και δύο άνθρωποι τραγουδούν ντουέτο. Καθώς η σχέση προχωρά, ο κατοπτρισμός των κύριων θέσεων της γλώσσας του σώματος λιγοστεύει, αφού το κάθε άτομο αρχίζει να προβλέπει τις διαθέσεις του άλλου, και έτσι το φωvητικό συνταίριασμα με το άλλο άτομο γίνεται το κύριο μέσο για τη διατήρηση της συμπάθειας.

Η σημασία του κατοπτρισμού είναι ένα από τα πιο σημαντικά μαθήματα της γλώσσας του σώματος επειδή είναι ένας ξεκάθαρος τρόπος με τον οποίο οι άλλοι δείχνουν αν συμφωνούν μαζί μας ή τους αρέσουμε. Είναι επίσης ένας τρόπος για να δείξουμε στους άλλους ότι μας αρέσουν απλώς με το να μιμηθούμε τη γλώσσα του σώματός τους.

Ο κατοπτρισμός της γλώσσας του σώματος και του τρόπου ομιλίας των άλλων είναι ένας από τους ισχυρότερους τρόπους για τη γρήγορη δημιουργία συμπάθειας. Σε μια πρώτη συνάντηση με κάποιον, μιμηθείτε τον τρόπο που κάθεται, τη στάση του κορμιού του, τις χειρονομίες, τις εκφράσεις και τον τόνο της φωνής του. Πριν περάσει πολύ ώρα, θα αρχίσετε να νοιώθετε ότι σας έχει συμπαθήσει, θα σας περιγράψει ως «ευχάριστη παρέα».

*Η Γεωργία Πανταζή είναι ψυχολόγος Παντείου και εθελόντρια σε σταθμό με αυτιστικά παιδιά. Ερευνητικά ενδιαφέροντα: παιδοψυχολογία, θέματα κοινωνικής ψυχολογίας κ.τ.λ. (glpantazi@gmail.com)

Εισαγωγική Φωτογραφία:
  • art-sci.blogspot.com
Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες:
  1. www.psyblog.com “The Chameleon Effect”
  2. Pease Allan & Barbara. (2006). “Το απόλυτο βιβλίο για την Γλώσσα του σώματος. ΕΣΟΠΤΡΟΝ. ΑΘΗΝΑ.
]]>

30 Δεκ 2010

Πώς οι προσδοκίες των άλλων μας ελέγχουν

Αισθανόμαστε γρήγορα πώς μας βλέπουν οι άλλοι και χειριζόμαστε τις προσδοκίες τους.

Μια καλή άσκηση για να μάθεις για σένα είναι να σκεφτείς για το πώς άλλοι άνθρωποι μπορεί να σε βλέπουν με διαφορετικούς τρόπους. Εξετάστε πώς η οικογένειά σας, οι συνάδελφοι σας ή ο/η σύντροφός σας σκέφτονται σας. Τίθεται εδώ μια ενδιαφέρουσα ερώτηση: μέχρι ποιό σημείο αντιλαμβάνεστε και χειρίζεστε τις προσδοκίες από το πώς σας βλέπουν οι άλλοι;

Η ιδέα ότι οι προσδοκίες άλλων ανθρώπων για μας έχουν άμεσες επιπτώσεις στο πώς συμπεριφερόμαστε, εξετάστηκε σε μια κλασική μελέτη κοινωνικής ψυχολογίας που πραγματοποιήθηκε από το Δρ. Mark Snyder από το πανεπιστήμιο Μινεσότας και των συναδέλφων του (Snyder et al, 1977). Υποστήριξαν ότι οι άνθρωποι αισθάνονται πώς οι άλλοι τους βλέπουν και αμέσως αρχίζουν να επιδεικνύουν τις αναμενόμενες συμπεριφορές.

Αίσθημα της έλξης

Εξέτασαν την ιδέα αυτή στα πλαίσια της διαπροσωπικής έλξης. Παρακολούθησαν συνομιλίες μεταξύ ανδρών και γυναικών φοιτητών/τριών, που είχαν μόλις συναντηθεί, μέσω μικροφώνων και ακουστικών. Ένας από τους γρηγορότερους τρόπους για να δούμε αν οι άνθρωποι, που μόλις γνωρίστηκαν, λειτουργούν με βάση τα κοινωνικά στερεότυπα, είναι να εξετάσουμε το κριτήριο της εξωτερικής εμφάνισης. Οι άνθρωποι αυτόματα υποθέτουν ότι αυτοί που είναι ελκυστικότεροι είναι επίσης και πιο κοινωνικοί, χιουμοριστικοί, ευφυείς και ούτω καθεξής (Tesser, Kinch, Felson κ.α.)

Έτσι για να χειριστούν αυτή την παράμετρο, αμέσως πριν από τη συνομιλία, μαζί με τις βιογραφικές πληροφορίες για το πρόσωπο που επρόκειτο να συνομιλήσουν, δόθηκε στους άνδρες και μια φωτογραφία. Στους μισούς δόθηκε μια φωτογραφία μιας γυναίκας που είχε εκτιμηθεί για την ελκυστικότητα της ως 8 στα 10 και στους άλλους μισούς δόθηκε μια φωτογραφία μιας γυναίκας που εκτιμήθηκε ως 2 στα 10. Κατόπιν, οι άνδρες μίλησαν στις γυναίκες αλλά χωρίς να τις δουν. Έτσι δεν ήξεραν ότι στην πραγματικότητα δεν μιλούσαν στη γυναίκα της εικόνας που είχαν μπροστά τους. Οι μισοί πίστευαν πως μιλούσαν στην ελκυστική γυναίκα και οι άλλοι μισοί στη μη ελκυστική γυναίκα. Η ερώτηση είναι η εξής: οι γυναίκες θα ανταποκρίνονταν σε αυτό το γεγονός και ασυναίσθητα θα εναρμονίζονταν με το στερεότυπο στο οποίο είχαν τυχαία οριστεί? Με τον τρόπο αυτό οι πειραματιστές θα μπορούσαν να αποκλείσουν την επιρροή των μεμονωμένων προσωπικοτήτων και να εστιάσουν στην επίδραση των προσδοκιών.

Όταν ανεξάρτητοι παρατηρητές άκουσαν τις ταινίες με τις συνομιλίες, διαπίστωσαν ότι όταν οι γυναίκες μιλούσαν στους άνδρες που τις θεωρούσαν πολύ ελκυστικές, οι γυναίκες εξέθεσαν περισσότερων των συμπεριφορών που συνδέονται στερεοτυπικά με τους ελκυστικούς ανθρώπους: μίλησαν ζωηρότερα και φάνηκε να απολαμβάνουν την συνομιλία περισσότερο. Αυτό που συνέβαινε ήταν ότι οι γυναίκες προσαρμόστηκαν στο στερεότυπο που προβλήθηκε σε αυτές. Άρα οι άνθρωποι όντως αισθάνονται πώς αντιμετωπίζονται από τους άλλους και αλλάζουν τη συμπεριφορά τους για να ταιριάξουν με αυτήν την προσδοκία.

Αυτό το πείραμα διενεργήθηκε για να δείξει το χειρισμό του στερεοτύπου της ελκυστικότητας αλλά ο ίδιος κανόνας ισχύει για πολλούς διαφορετικούς τομείς της ζωής. Σκεφτείτε οποιαδήποτε από τα τυποποιημένα στερεότυπα για την τάξη, τη φυλή και την υπηκοότητα. Κάθε ένα από αυτά δημιουργεί προσδοκίες στο μυαλό των ανθρώπων, προσδοκίες που είναι δύσκολο για μας να χειριστούμε.

Μεταβάλλοντας την συμπεριφορά των άλλων

Καταλαβαίνοντας ότι οι προσδοκίες άλλων ανθρώπων για εμάς έχουν επιπτώσεις στη συμπεριφορά μας άμεσα και γρήγορα, είναι ένα ζωτικής σημασίας συστατικό στην κατανόηση του πώς μπορούμε εμείς να είμαστε αρκετά διαφορετικοί στις διάφορες κοινωνικές καταστάσεις.

Σας αφήνω με μια τελική σκέψη: στο πραγματικό κόσμο, δύο άνθρωποι επηρεάζουν ο ένας τον άλλον συνεχώς, προσπαθώντας να ανταποκριθούν στις, ο ένας του άλλου, προσδοκίες. Φυσικά έχουμε τον άμεσο έλεγχο μόνο των δικών μας προσδοκιών για τους άλλους. Έτσι μια επίπτωση αυτής της μελέτης είναι ότι αλλάζοντας τις προσδοκίες μας για τους άλλους, μπορούμε πραγματικά να αλλάξουμε τη συμπεριφορά τους προς το χειρότερο ή, ακόμα καλύτερα, προς το καλύτερο .

Η επίδραση μπορεί να είναι ανεπαίσθητη, αλλά είναι μια ισχυρή συνειδητοποίηση ότι η συμπεριφορά των άλλων προέρχεται εν μέρει από το πώς τους βλέπουμε, ακριβώς όπως η συμπεριφορά μας προέρχεται εν μέρει από το πώς οι άλλοι βλέπουν εμάς.

Εισαγωγική Φωτογραφία:

Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες:

  1. www.psyblog.com “How Other People’s Unspoken Expectations Control Us”
  2. Brown, J. (1998). The Self. Boston. MacGrawhill
]]>

14 Δεκ 2010

Δείξε μου μια φωτογραφία σου, να σου πω το IQ σου…

Υπάρχουν διάφορα στερεότυπα γύρω από την ευφυΐα. Ανάλογα με τη χώρα και την κουλτούρα της κάθε χώρας οι άνθρωποι τείνουν να πιστεύουν πως οι όμορφοι άνθρωποι είναι και πιο έξυπνοι ή το αντίστροφο (βλ. ανέκδοτα με ξανθιές). Στη Δύση επικρατούν και οι δύο τάσεις, με κάποιους λαούς να έχουν μια μάλλον αρνητική προκατάληψη εναντίων των όμορφων ατόμων τα οποία τείνουν να τα θεωρούν λιγότερο έξυπνα, και άλλους να δημιουργούν αυτόματους θετικούς συσχετισμούς μεταξύ ομορφιάς και εξυπνάδας. Υπάρχει κάποια αλήθεια πίσω από αυτά τα στερεότυπα;

Φαίνεται τελικά πως πράγματι υφίσταται μια θετική συσχέτιση μεταξύ φυσικής ομορφιάς και ευφυΐας, τουλάχιστον για τον δυτικό κόσμο και συγκεκριμένα τη Μ. Βρετανία. Εκεί τα πιο όμορφα άτομα φαίνεται πως τείνουν να είναι πιο έξυπνα από τα λιγότερο όμορφα. Σύμφωνα με μια διαχρονική έρευνα στην οποία αναφέρεται το Psychology Today1 τα παιδιά που σε μικρή ηλικία χαρακτηρίζονται ως πιο «εμφανίσιμα» τείνουν να αναπτύσσουν μεγαλύτερο δείκτη ευφυΐας σε σχέση με τα λιγότερο «εμφανίσιμα».

Συγκεκριμένα, για 50 χρόνια οι  Βρετανοί επιστήμονες παρακολουθούσαν την εξέλιξη όλων των παιδιών που γεννήθηκαν στην Μ. Βρετανία μεταξύ 1 και 9 Μαρτίου 1958.  Μεταξύ των στοιχείων που συνέλεξαν όλα αυτά τα χρόνια υπήρχαν και οι χαρακτηρισμοί που κλήθηκαν να δώσουν οι δάσκαλοί των παιδιών όταν αυτά ήταν 7 και 11 ετών. Οι δάσκαλοι έπρεπε να απαντήσουν στο ερώτημα εάν πίστευαν ότι το παιδί ήταν αντικειμενικά εμφανίσιμο ή όχι. Αν και τις δύο φορές  το παιδί είχε χαρακτηριστεί ως εμφανίσιμο, τότε οι επιστήμονες της παρούσας έρευνας τους κατέτασσαν στους «εμφανίσιμους». Αν έστω και στη μία φορά το παιδί δεν είχε χαρακτηριστεί ως εμφανίσιμο τότε το κατέτασσαν στους «μη εμφανίσιμους». Για την ιστορία, αξίζει να αναφερθεί πως βάσει του πιο πάνω διαχωρισμού το 63% των παιδιών είχαν χαρακτηριστεί ως εμφανίσιμα. Στη συνέχεια οι επιστήμονες έψαξαν και βρήκαν τα ίδια άτομα, τα οποία πλέον είναι μεσήλικες, και αξιολόγησαν τον δείκτη νοημοσύνης τους.

Αυτό που βρήκαν ήταν πως οι «μη εμφανίσιμοι» είχαν κατά μέσο όρο δείκτη νοημοσύνης 91.8, ενώ οι «εμφανίσιμοι» 104.23 (βλ. Εικόνα 1). Υπενθυμίζουμε πως στον δείκτη ευφυΐας το 100 είναι ο μέσος όρος και η τυπική απόκλιση είναι 15, πράγμα που σημαίνει ότι και οι δύο ομάδες ήταν εντός του μέσου όρου. Παρόλα αυτά όμως η διαφορά των 13 περίπου μονάδων φάνηκε πως είναι στατιστικά σημαντική. Το φύλο δεν φάνηκε να παίζει κάποιον ιδιαίτερο λόγο, αν και οι «εμφανίσιμοι» άνδρες είχαν μεγαλύτερη διαφορά από τους «μη εμφανίσιμους», σε σχέση με τη διαφορά «εμφανίσιμων» και «μη εμφανίσιμων» γυναικών.

Δείκτες Ευφυΐας
Εικόνα 1: Δείκτες Ευφυΐας («Εμφανίσιμοι»: 91.81, «Μη Εμφανίσιμοι»: 104.23)

Πως μπορούμε να εξηγήσουμε αυτά τα αποτελέσματα; Μήπως κάτι πάει λάθος στην μεθοδολογία μας και καταλήγουμε σε λανθασμένα αποτελέσματα ή μήπως τελικά πράγματι η φυσική ομορφιά συνδέεται με κάποιο τρόπο με την ευφυΐα; Αυτά είναι αρκετά δύσκολα ερωτήματα. Κάποιος θα μπορούσε να πει πως πολύ απλά οι έξυπνοι άνθρωποι μας φαίνονται αυτόματα και πιο όμορφοι. Αλλά αυτό δεν λύνει το πρόβλημα. Ίσα-ίσα το κάνει κυκλικό και ίσως λίγο πιο πολύπλοκο, γιατί αν υποθέσουμε ότι ισχύει αυτή η θεωρία τότε θα πρέπει να εξηγήσουμε το γιατί τείνουμε να βλέπουμε την εξυπνάδα ως χαρακτηριστικό γνώρισμα ή και ακόμη και ως κριτήριο της φυσικής ομορφιάς, σε τέτοιο βαθμό που να γίνεται ένα αυτοεκπληρούμενο στερεότυπο. Μήπως τελικά η ομορφιά δεν είναι κάτι τόσο επιφανειακό και δεν περιορίζεται στο όμορφο δέρμα, το καλοχτισμένο κορμί και στα μπλε μάτια, αλλά σχετίζεται και με λιγότερο επιφανειακά πράγματα όπως η εξυπνάδα;

Από την άλλη, μπορούμε επίσης να υποθέσουμε πως το γεγονός πως κάποιος είναι «άσχημος», αυτόματα του δημιουργεί ένα επιπλέον εμπόδιο στην ζωή του, το οποίο μεταξύ άλλων έχει αντίκτυπο και στην εκπαίδευσή του και κατ’ επέκταση και στην ευφυΐα του. Για παράδειγμα, κάποιο παιδί που είναι «άσχημο» είναι αναμενόμενο πως δεν θα λαμβάνει τόσα θετικά μηνύματα από το περιβάλλον του όσο ένα «όμορφο». Κατ’ επέκταση, μπορεί να αναπτύξει χαμηλή αυτοπεποίθηση, η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα να μην θέτει υψηλούς στόχους στην ζωή του, να προσπαθεί λιγότερο να επιτύχει εκπαιδευτικούς στόχους και εν τέλει να αναπτύσσει και χαμηλότερο δείκτη ευφυΐας.

Οι Kanazawa & Kovar σε μια δημοσίευσή τους το 20062 βλέπουν τη σχέση ευφυΐας και εξυπνάδας από μία διαφορετική σκοπιά. Εκεί υποστηρίζουν με εμπειρικά στοιχεία μία βασική θεωρία σχετικά με το γιατί οι όμορφοι άνθρωποι τείνουν να είναι και οι πιο έξυπνοι. Η θεωρία προέρχεται από την εξελικτική κοινωνιο-βιολογία και είναι η εξής: Οι πιο έξυπνοι άνδρες μπορούν  να αποκτήσουν πιο εύκολα κάποιο υψηλό κοινωνικό στάτους σε σχέση με τους λιγότερο έξυπνους. Οι γυναίκες έλκονται από άνδρες με υψηλότερο κοινωνικό στάτους, κάτι που δίνει την ευκαιρία στους έξυπνους άνδρες να επιλέξουν όμορφες γυναίκες που έλκονται από αυτούς. Αποτέλεσμα ενός τέτοιου γάμου είναι ένα έξυπνο και όμορφο παιδί το οποίο κληρονόμησε το πρώτο χαρακτηριστικό από τον πατέρα του και το δεύτερο από τη μητέρα του.

Πριν αρχίσετε να μιλάτε για κοινωνικό δαρβινισμό, είναι καλό να υπενθυμίσουμε ορισμένα βασικά πράγματα. Η ομορφιά σαφώς και δεν είναι αντικειμενικά μετρήσιμη με την ευρύτερη έννοια του όρου. Πρόκειται για ένα κοινωνικό δημιούργημα που πολλές φορές επιβάλλεται από την κοινωνία στο άτομο. Δεν είναι τυχαίο πως ένας νεαρός Ταϊλανδός της φυλής Padaung θεωρεί τον μακρύ, ασθενικό λαιμό ως ένδειξη ομορφιάς, ενώ το ίδιο πράγμα για τους περισσότερους από εμάς θεωρείται παράξενο και αντιαισθητικό. Όπως βεβαίως δεν είναι επίσης τυχαίο ότι τα ψηλά, λιγνά κορμιά των μοντέλων της σύγχρονης Δύσης θα θεωρούνταν άσχημα από κάποιον παρατηρητή που ζούσε στην Ευρώπη του Μεσαίωνα. Τα κοινωνικά πρότυπα αλλάζουν με τον τόπο και τον χρόνο. Επομένως η ομορφιά ως δείκτης δεν έχει καμία απολύτως διαχρονική αξία.

Έπειτα, δεν πρέπει να ξεχνάμε και τα προβλήματα που έχει ο ορισμός και η μέτρηση του δείκτη ευφυΐας. Παρόλο που τα τεστ IQ όσο πάνε λαμβάνουν υπόψην τους όλο και περισσότερους παράγοντες και γίνονται όλο και λιγότερο προκατειλημμένα για διάφορες κοινωνικές ομάδες, είμαστε πολύ μακριά ακόμη από την συμφωνία για το τι εστί ευφυΐα και πως μετράται αντικειμενικά ανάμεσα σε όλους τους ανθρώπους.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Psychology Today: «Beautiful People Really ARE More Intelligent« []
  2. Kanazawa & Kovar (2006). «Why beautiful people are more intelligent«. Intelligence. 32: 227–243 [PDF] []
09 Δεκ 2010

Εύκολα ψέμματα

Ο άνθρωπος δεν είναι το μοναδικό πλάσμα του πλανήτη μας που προσπαθεί να ξεγελάσει ή να παραπλανήσει τους άλλους. Υπάρχουν ζώα που καμουφλάρονται για να κρυφτούν από τους θηρευτές, άλλα που βγάζουν ψεύτικους ήχους για να τραβήξουν την προσοχή των υποψήφιων θηραμάτων τους και άλλα που προσποιούνται ότι είναι νεκρά ώστε να τραβήξουν όσο το δυνατόν λιγότερη προσοχή. Αυτό που διαφοροποιεί όμως τον άνθρωπο από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο είναι το ψέμα, το οποίο είναι μια ιδιαίτερη μορφή παραπλάνησης και βασίζεται φυσικά στην λογική μας ικανότητα. Κάθε φορά που έχουμε την επιλογή να πούμε μια πικρή αλήθεια ή ένα εύκολο ψέμα, ζυγίζουμε τα υπερ και τα κατά και πράτουμε αναλόγως.

Θα πρέπει φυσικά να τονίσουμε πως -από ψυχολογικής απόψεως- ένα ψέμα δεν είναι πάντα χειρότερο από μια αλήθεια. Ας αναλογιστούμε για παράδειγμα την περίπτωση του placebo effect όπου ένα ψεύτικο φάρμακο είναι πολλές φορές πολύ πιο αποτελεσματικό από ένα πραγματικό. Η ικανότητά μας να ψευδόμαστε, ακόμη και στον ίδιο μας τον εαυτό σε ασυνείδητο επίπεδο, ίσως να έχει και κάποια εξελικτική σημασία. Αρκεί να φανταστούμε τους προγόνους μας που έρχονταν αντιμέτωποι με άλλες πιο ισχυρές ομάδες ή θηρία και ήξεραν πως έπρεπε να βάλουν τα δυνατά τους για να νικήσουν έναν πιο δυνατό εχθρό. Σε αυτές τις περιπτώσεις η ομαδική εξαπάτηση της ομάδας ώστε να πιστεύει πως έχει να κάνει με έναν πιο αδύναμο εχθρό είχε σημαντικές επιπτώσεις στο τελικό αποτέλεσμα της μάχης/κυνηγιού. Ή -ένα άλλο παράδειγμα από πολιτικοκοινωνιολογική σκοπιά- νομίζω πως λίγοι θα μπορούσαν να κατηγορήσουν για παράδειγμα τον  Claus von Stauffenberg που εξαπάτησε τους πάντες ώστε να προσπαθήσει να σκοτώσει τον Χίτλερ. Καλώς ή κακώς, το ψέμα είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης και όταν χρησιμοποιείται σωστά μπορεί να γίνει και ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο.

Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη μελέτη αυτής της συμπεριφοράς είναι φυσικά οι συνθήκες υπό τις οποίες κάνει την εμφάνισή της. Πότε μας είναι πιο εύκολο να πούμε ψέμματα; Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου του Τορόντο12 , είναι πιο πιθανό να πούμε ψέμματα ή να εξαπατήσουμε κάποιον όταν αυτό μας είναι εξαιρετικά εύκολο και -κυρίως- όταν δεν χρειάζεται να προσπαθήσουμε ιδιαίτερα. Στην έρευνά τους πήραν μέρος κάποιοι φοιτητές του πανεπιστημίου οι οποίοι νόμιζαν ότι έπαιρναν μέρος σε κάποιο πείραμα που μετρούσε τις γνώσεις τους. Αυτό που έπρεπε να κάνουν ήταν να απαντήσουν σε μια σειρά από ερωτήσεις που εμφανίζονταν στην οθόνη του υπολογιστή τους. Αλλά τους εξηγήθηκε ότι υπήρχε ένα μικρό προβληματάκι στο πρόγραμμα (bug), κάτι που τους επέτρεπε να δουν τις σωστές απαντήσεις. Στην μια ομάδα υποτίθεται ότι το bug ήταν πως εάν πατούσαν το spacebar η απάντηση θα εμφανιζόταν σύντομα στην οθόνη, ενώ στην δεύτερη ομάδα η απάντηση θα εμφανιζόταν σε λίγα δευτερόλεπτα εκτός και αν πατούσαν το κουμπί enter. Αυτό που βρήκε η συγκεκριμένη έρευνα είναι πως, σε σχέση με την πρώτη ομάδα, τα άτομα της δεύτερης ομάδας ήταν πιο πιθανό να προσπαθήσουν να δουν την απάντηση («ξεχνώντας» να πατήσουν το enter). Με άλλα λόγια, η εξαπάτηση ήταν πιο εύκολη όταν δεν απαιτούσε κάποια φυσική ενέργεια από πλευράς των φοιτητών. Πολύ πιθανό με αυτόν τον τρόπο το άτομο υποσυνείδητα αποποιείται της ευθύνης του. Όταν δεν έχουμε έχουμε καταβάλει προσπάθεια να κάνουμε κάτι κακό, τότε πολύ απλά «νίπτουμε τας χείρας μας» για το τελικό αποτέλεσμα.

Φυσικά το θέμα της εξαπάτησης σχετίζεται άμεσα και με το θέμα της ηθικότητας. Για παράδειγμα, η ίδια έρευνα έδειξε πως όταν οι φοιτητές στο τέλος της έρευνας έπρεπε να τσεκάρουν σε ένα ΝΑΙ ή ένα ΟΧΙ στην ερώτηση εάν θα ήθελαν να βοηθήσουν κάποιον ανάπηρο συμφοιτητή τους να ολοκληρώσει το πείραμα, τότε ένα σεβαστό ποσοστό των συμμετεχόντων απάντησε πως θα ήθελε κάτι τέτοιο. Αντίθετα, όταν υπήρχε απλά η υποσημείωση πως εάν θέλουν να βοηθήσουν κάποιον ανάπηρο συμφοιτητή τους θα έπρεπε να το δηλώσουν στους πειραματιστές, το ποσοστό των πρόθυμων φοιτητών μειώθηκε κατακόρυφα. Αυτό που βλέπουμε πως υπογραμμίζουν τα εν λόγω πειράματα είναι η περίπλοκη φύση της ηθικότητας. Εάν μας ζητηθεί ενεργά να πράξουμε το καλό ή το κακό, τότε η πιθανότητα ηθικής συμπεριφοράς είναι αρκετά μεγάλη. Αντίθετα, εάν υπάρχει η περίπτωση να πράξουμε κάτι σχετικά ανήθικο δίχως να καταβάλουμε προσπάθεια, τότε η άμυνά μας πέφτει, οδηγώντας στην ανήθικη συμπεριφορά.

Η ηθική συμπεριφορά βεβαίως είναι κάτι πολύ σχετικό. Κάτι που είναι ηθικό στη μια περίπτωση, είναι ανήθικο στην άλλη. Ένα ψέμα ίσως έχει περισσότερα θετικά αποτελέσματα στο άτομο ή στην ομάδα από μια αλήθεια. Άυτή η σχετικότητα όμως είναι το αλατοπίπερο της ανθρώπινης φύσης. Δεν συμφωνείτε;

Εισαγωγική Εικόνα:

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Rimma Teper (2010). «Active Transgressions and Moral Elusions: Action Framing Influences Moral Behavior». Social Psychological and Personality Science []
  2. PsyPost: «Why do people behave badly? Maybe it’s too easy» []
05 Νοέ 2010

Η γλώσσα επηρεάζει την σκέψη

Η γλώσσα είναι ένα από τα πιο σημαντικά εργαλεία του ανθρώπου. Χάρη στη γλώσσα μπορούμε να επικοινωνούμε μεταξύ μας, να εκφράζουμε τις επιθυμίες μας αλλά και γενικότερα να εξωτερικεύουμε τις σκέψεις μας είτε αυτές αναφέρονται σε απτά αντικείμενα είτε σε μεταφορικές έννοιες. Όμως ποια ακριβώς είναι η σχέση μεταξύ σκέψης και γλώσσας; Πρόκειται για μια γραμμική σχέση ή για μια σχέση αλληλοεξάρτησης; Με άλλα λόγια η γλώσσα είναι απλά ένα μέσο έκφρασης της σκέψης ή μήπως μπορεί να επηρεάσει την ίδια τη σκέψη;

Οι έρευνες των τελευταίων ετών τείνουν προς τη δεύτερη περίπτωση. Ξέρουμε πως η γλώσσα που μιλάει κάποιος μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο που σκέφτεται για τον εαυτό του και τις ικανότητές του. Για παράδειγμα θυμάμαι πως πριν από λίγους μήνες μια έρευνα είχε δείξει πως οι Αμερικανοί φοιτητές με καταγωγή από την Λατινική Αμερική έτειναν να περιγράφουν τον εαυτό τους διαφορετικά ανάλογα με το έαν η συνέντευξη δινόταν στην αγγλική η την ισπανική γλώσσα. Όσοι μιλούσαν στα ισπανικά έτειναν να δίνουν αυτοπεριγραφές που έδιναν μεγαλύτερη βαρύτητα στις κοινωνικές σχέσεις και την σημασία του κοινωνικού συνόλου, μια έννοια που έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στους ισπανόφωνους πληθυσμούς. Βλέπουμε δηλαδή πως η γλώσσα μπορεί να μας κάνει να αλλάζουμε από τη μια ταυτότητα στην άλλη, ίσως λόγω της βαρύτητας που έχει κατά τη διάρκεια σχηματισμού της ατομικής μας ταυτότητάς.

Αλλά πειράματα όπως το παραπάνω έχουν να κάνουν με τα συνειδητά χαρακτηριστικά που αποδίδουμε στον εαυτό μας. Τι γίνεται όμως με τις ασυνείδητες σκέψεις μας που ίσως βρίσκονται ακόμη πιο κοντά στον πυρήνα της προσωπικότητάς μας; Αυτές μπορούν επίσης να επηρεαστούν από την ομιλούμενη γλώσσα;

Μια νέα έρευνα του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ προσπάθησε να ερευνήσει αυτό το ερώτημα χορηγώντας τεστ τύπου ΙΑΤ (Implicit Association Test) σε πολύγλωσσους φοιτητές1 . Το ΙΑΤ είναι ένα τεστ που χορηγείται με υπολογιστή και σκοπό έχει να μετρήσει τον βαθμό των ασυνείδητων συνδέσεων που έχουμε μεταξύ δύο αντικειμένων-εννοιών. Έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν κυρίως σε έρευνες για τον ρατσισμό. Στο τεστ αυτό δίνονται δύο κατηγορίες εννοιών (π.χ. λευκός-μαύρος) και στη συνέχεια παρουσιάζονται κάποιες άλλες λέξεις (π.χ. κακοποιός, άσχημος, όμορφος, αγάπη κ.α.). Το υποκείμενο καλείται να κατηγοριοποιήσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα τις λέξεις στις δύο κατηγορίες, μία φορά συνδέοντας τις αρνητικές λέξεις με τη μία κατηγορία (π.χ. μαύρος) και μετά με την άλλη κατηγορία (π.χ. λευκός). Η θεωρία είναι πως εάν το υποκείμενο έχει προκατάληψη υπέρ ή κατά μίας από τις δύο κατηγορίες αυτό θα φανεί καθώς θα τείνει να κατηγοριοποιεί πιο συχνά τις αρνητικές λέξεις με τη μία κατηγορία και τις θετικές με την άλλη, ανεξάρτητα από το ποιες είναι οι οδηγίες που έχουν δοθεί. Μπορείτε να πάρετε μια γεύση από το ΙΑΤ και -γιατί όχι- να συμμετέχετε σε μια online έρευνα στην ιστοσελίδα του Χάρβαρντ.

Η εν λόγω έρευνα για τη γλώσσα λοιπόν έγινε με πληθυσμούς δίγλωσσων φοιτητών: στο Μαρόκο (γαλλικά και αραβικά) και στις ΗΠΑ (αγγλικά και ισπανικά). Το θέμα του ΙΑΤ ήταν η κατηγοριοποίηση θετικών και αρνητικών χαρακτηριστικών προς άραβες και άτομα με καταγωγή από την Λατινική Αμερική αντίστοιχα. Τα αποτελέσματα έδειξαν ξεκάθαρα πως οι φοιτητές που κάνανε το ΙΑΤ στα αραβικά έτειναν να έχουν μια θετική προκατάληψη προς τους άραβες, όπως και οι ισπανόφωνοι φοιτητές είχαν μια θετική προκατάληψη προς τους ισπανόφωνους πληθυσμούς. Το φαινόμενο αυτό όμως δεν ήταν παρουσιάστηκε σε αυτούς που έκαναν το ΙΑΤ στις άλλες γλώσσες (αγγλικά και γαλλικά). Τα αποτελέσματα αντιστρέφονταν ακόμη και όταν το ίδιο το άτομο έκανε ξανά το ΙΑΤ σε διαφορετική γλώσσα! Η έρευνα αυτή είναι αξιοσημείωτη καθώς υποδεικνύει πως η γλώσσα μπορεί να μας επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό ακόμη και σε ένα εντελώς ασυνείδητο επίπεδο και έχει την δύναμη να αλλάζει δυναμικά τα πιστεύω μας και την ατομική μας ταυτότητά.

Εισαγωγική Εικόνα:

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. PsyPost: «Language appears to shape our implicit preferences« []
04 Οκτ 2010

Υπόθεση Tyler Clementi: ομοφυλοφιλία, cyber-bullying και διαδίκτυο

Πριν από 2-3 μήνες ανέβασα ένα άρθρο για το φαινόμενο της διαδικτυακής βίας, το λεγόμενο cyber-bullying, και τις διάφορες μορφές που έχει αρχίσει να παίρνει η παρενόχληση μέσω διαδικτύου. Μάλιστα, όπως εξηγούσα και εκεί, ανάμεσα στις πιο συνηθισμένες μορφές παρενόχλησης είναι η αποκάλυψη προσωπικών δεδομένων (π.χ. τηλέφωνα, διευθύνσεις, φωτογραφίες, βίντεο κτλ) δίχως την συγκατάθεση του θύματος. Σίγουρα όταν έγραφα εκείνο το άρθρο δεν φανταζόμουν πως λίγους μήνες μετά θα μιλούσαμε για μία από τις τραγικότερες επιβεβαιώσεις για την επικινδυνότητα του φαινομένου αυτού. Μιλάω φυσικά για την υπόθεση του Tyler Clementi.

Για όσους δεν γνωρίζουν, ο Clementi ήταν ένας πρωτοετής φοιτητής και ταλαντούχος βιολιστής σε ένα πανεπιστήμιο των ΗΠΑ, ο οποίος αυτοκτόνησε πριν από περίπου 10 ημέρες πηδώντας από μια γέφυρα. Ο λόγος; Οι συγκάτοικοί του ανέβασαν στο διαδίκτυο ένα σύντομο βίντεο που τράβηαν κρυφά στο οποίο φαινόταν ο Clementi να βρίσκεται σε ερωτικές περιπτύξεις με τον σύντροφό του. Βλέπετε τύχαινε να είναι ομοφυλόφιλος και από ότι φαίνεται δεν άντεξε το στίγμα το οποίο του φόρτωσαν οι δύο συγκάτοικοί του.

Η είδηση αυτή δημιούργησε ένα κύμα αντιδράσεων σε όλες τις ΗΠΑ, με φοιτητές και γονείς να διαδηλώνουν υπέρ της ανεκτικότητας (αν όχι αποδοχής) απέναντι στην ομοφυλοφιλία. Δεν είναι άλλωστε η μόνη αυτοκτονία ομοφυλόφιλου μετά από παρενόχλησή του που συμβαίνει στις ΗΠΑ. Υπάρχουν τουλάχιστον άλλες 3 περιπτώσεις μέσα στον τελευταίο μήνα και πολλοί φοβούνται ότι ο πραγματικός αριθμός μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερος.

Το περιστατικό αυτό έχει αρκετές πτυχές. Πρώτα και κύρια εγείρει το θέμα της σεξουαλικής ελευθερίας και της αποδοχής της ομοφυλοφιλίας ή έστω την ανεκτικότητά της από την σύγχρονη δυτική κοινωνία (δεν αναφερόμαστε καν στις ανατολικές και δη στις μουσουλμανικές κοινωνίες που σε πολλές περιπτώσεις η ομοφλοφιλία τιμωρείται ακόμη και σήμερα με θάνατο). Οι νεαροί που όχι μόνο θεώρησαν ότι έχουν το δικαίωμα να παραβιάσουν την ιδιωτική ζωή του Clementi και του συντρόφου του, αλλά και ότι θα ήταν αστείο να το δημοσιεύσουν στο διαδίκτυο, δεν είναι κάποιοι εκτός κοινωνίας. Τα άτομα αυτά μεγάλωσαν και γαλουχήθηκαν με συγκεκριμένες αρχές -τις οποίες δεν θα ήθελα να κρίνω εφόσον δεν γνωρίζω περισσότερα για το περιβάλλον τους- για τις οποίες ευθύνη φέρει το σύνολο της κοινωνίας που δεν έχει πάρει κάποια ξεκάθαρη θέση απέναντι στην ομοφυλοφιλία.

Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι οι νεαροί ήθελαν απλά να πειράξουν τον Clementi και ότι θα ανέβαζαν το βίντεο στο διαδίκτυο, αυτό εγείρει άλλα ερωτήματα σχετικά με την προστασία της ιδιωτικής ζωής την εποχή του διαδικτύου. Μήπως τελικά τα διάφορα εργαλεία που υπάρχουν στο διαδίκτυο έχουν αρχίσει και δημιουργούν κάποιες διαφορετικές νόρμες όσον αφορά την ιδιωτικότητα; Πριν από 10-15 χρόνια ο στιγματισμός σε παρόμοιες περιπτώσεις είχε εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά. Καταρχήν ήταν εστιασμένος τοπικά, που σημαίνει ότι μια μικρή κοινότητα ήταν αυτή που γνώριζε και που ασκούσε πίεση στον στιγματισμένο, οπότε η λύση μερικές φορές ήταν προφανής: αλλαγή περιβάλλοντος. Έπειτα, χρονικά, το στίγμα είχε συγκεκριμένη διάρκεια ζωής. Δεν μπορούσε εύκολα να επηρεάσει την ζωή σου π.χ. σε βάθος δέκα χρόνων. Όλα αυτά έχουν αλλοιωθεί με την επέλλαση του διαδικτύου. Πλέον οι δημόσιες αποκαλύψεις (οι οποίες έχουν γίνει πολύ πιο εύκολες χάρη στην υπεροχή της τεχνολογίας) κάνουν το γύρο ολόκληρου του κόσμου σε ελάχιστα λεπτά και τα δεδομένα αυτά παραμένουν σχεδόν για πάντα διαθέσιμα online, δημιουργώντας τον κίνδυνο πρόσβασης σε αυτά από μελλοντικούς εργοδότες, φίλους κτλ

Το διαδίκτυο δεν είναι απλά ένα εργαλείο. Είναι ένας ολόκληρος νέος αχανής κόσμος μέσα στον οποίο ζούμε, με όλα τα θετικά και τα αρνητικά του. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως όταν καθόμαστε πίσω από μια οθόνη και ένα πληκτρολόγιο, τα όσα θα πούμε ή θα κάνουμε online σίγουρα έχουν αντίκτυπο στην «πραγματική» ζωή των συνανθρώπων μας. Η ελευθερία θέλει και υπευθυνότητα.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

13 Αυγ 2010

Ρατσισμός: ψυχική και σωματική βία

Ο άνθρωπος είναι ων κοινωνικό. Αναπόφευκτα, γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε και ζούμε μέσα σε ένα δεδομένο κοινωνικό περιβάλλον και συνήθως εντός μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας. Σύντομα, νιώθουμε μέλη αυτή της ομάδας (ενδο-ομάδα) και την βλέπουμε σε αντίθεση με τις υπόλοιπες ομάδες του περιβάλλοντός μας (έξω-ομάδες), για τις οποίες μπορεί να αδιαφορούμε ή ακόμη και να μισούμε. Είτε έχουμε γεννηθεί σε κάποια χώρα της Δύσης, είτε στη ζούγκλα του Αμαζονίου, η κοινωνία μας έχει πλάσει έτσι ώστε ήδη από την ηλικία των 5 ετών δείχνουμε μια σταθερή προτίμηση για μέλη της ενδο-ομάδας μας1 . Αυτός ο κοινωνικός μηχανισμός φυσικα μας έχει βοηθήσει να επιβιώσουμε ανά τους αιώνες και ειναι εξαιρετικά χρήσιμος από μια δαρβινική σκοπιά.

Δυστυχώς όμως, αυτή η κοινωνική κατηγοριοποίηση οδηγεί αρκετές φορές στη δημιουργία προβληματικών έως και επικίνδυνων αντιλήψεων, όπως ο ακραίος εθνικισμός και ο ρατσισμός. Σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία όπου το κεφάλαιο και το ανθρώπινο δυναμικό ρέει (σχεδόν) ελεύθερα ανά το παγκόσμιο το πρόβλημα του ρατσισμού αποκτά όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις. Ως ρατσισμός ορίζεται οποιαδήποτε στάση, συμπεριφορά ή πεποίθηση που στρέφεται εναντίον κάποιας κοινωνικής ομάδας λόγω της εθνικότητας, της φυλής ή του χρώματος των μελών της. Το εύρος των ρατσιστικών πράξεων είναι αρκετά μεγάλο και περιλαμβάνει από τον ξυλοδαρμό αλλοδαπών και τις εργασιακές/μισθολογικές διάκρισεις εναντίον αλλοεθνών, έως τα ρατσιστικά ανέκδοτα και τα στερεότυπα.

Ο ρατσισμός μπορεί να λειτουργεί τόσο σε ατομικό, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Σε ατομικό επίπεδο ο φορέας της ρατσιστικής πράξης είναι ένα μεμονωμένο άτομο το οποίο στρέφεται εναντίον άλλων κοινωνικών ομάδων, χωρίς απαραίτητα να έχει την ανοικτή κοινωνική υποστήριξη των υπολοίπων μελών της κοινωνικής ομάδας στην οποία ανήκει. Όταν όμως ο ρατσισμός εξαπλωθεί, τότε δεν αποκλείεται ολόκληρες κοινωνίες να δρουν συστηματικά εναντίων ολόκληρων κοινωνικών ομάδων. Τέτοια παραδείγματα είναι η θέσπιση σκληρών νόμων εναντίον οτιδήποτε θεωρείται «ξένο» (π.χ. απαγόρευση ένδυσης με έναν συγκεκριμένο τρόπο, δια νόμου απέλαση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, νομιμοποίηση της εργασιακής ανισότητας κ.α.), αλλά ακόμη και η άτυπη ενίχυση ρατσιστικών ιδεολογιών από το Κράτος ή κάποια τοπική κοινότητα.

Όπως καταλαβαίνετε, ο ρατσισμός δημιουργεί πολλαπλά προβλήματα στο θύμα. Ο κοινωνικός αποκλεισμός, η «ειδική» μεταχείρισή του από τους εργοδότες και τους προϊσταμένους του αλλά και το συνεχές αίσθημα καταδίωξης επιδυνώνει σημαντικά την ψυχική υγεία, αυξάνοντας κατακόρυφα τα επίπεδα άγχους και θυμού και δημιουργώντας ακόμη και προβλήματα συγκέντρωσης2. Ως γνωστό, το χρόνιο άγχος σχετίζεται άμεσα και με προβλήματα όπως έλκος του στομάχου και αυξημένη πίεση. Έτσι, τα θύματα ρατσισμού όχι μόνο καλούνται να ανταπεξέλθουν σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον, αλλά και να αντιμετωπίσουν μια κακή ποιότητα ζωής εξαιτίας της απομόνωσής τους.

Δεδομένων των τελευταίων υπολογισμών που μετράνε τον παγκόσμιο αριθμό μεταναστών στα 200 εκατομμύρια, είναι επόμενο πως οι ειδικοί ψυχικής υγείας θα κληθούν να αντιμετωπίζουν έναν όλο και μεγαλύτερο αριθμό ατόμων με δυσπροσαρμοστικές τάσεις λόγω προβλημάτων σχετιζόμενων με προκαταλήψεις και ρατσιστικές συμπεριφορές.

Εισαγωγική Φωτογραφία:

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Barrett, M. , Wilson, H. & Lyons, E. (1999). Self-categorization theory and the development of national identity in English children. Poster presented at the Biennial Meeting of the Society for Research in Child Development, Albuquerque, New Mexico, USA, April 1999 []
  2. Winnipeg Free Press: «Exposure to prejudice may cause aggression, overeating, lack of focus: study» []
21 Ιούλ 2010

Το φαινόμενο της διαδικτυακής βίας

Μέσα σε λιγότερο από 20 χρόνια το διαδίκτυο από ένα μέσο μεταφοράς πληροφοριών μεταξύ επιστημόνων και μυστικών υπηρεσιών μεταμορφώθηκε σε ένα από τα πιο λαϊκά και πολυχρησιμοποιημένα μέσα επικοινωνίας. Οι αλλαγές που έφερε στον τρόπο ζωής μας πολλές και διάφορες. Κατάφερε να παρεισφρήσει και να αλλάξει τα δεδομένα στον τρόπο οργάνωσης της εργασίας μας, την επικοινωνία με γνωστούς και φίλους, την διασκέδαση και, φυσικά, την ενημέρωση. Όπως συμβαίνει και με κάθε άλλη αλλαγή στο ανθρώπινο περιβάλλον και ιδιαίτερα στον τρόπο επικοινωνίας (π.χ. ανακάλυψη τυπογραφίας, τηλέγραφος, τηλέφωνο κτλ), έτσι και εδώ η συμπεριφορά μας δεν έμεινε ανεπηρέαστη. Όπως ήταν φυσικό το διαδίκτυο έγινε μια νέα δίοδος διοχέτευσης των συναισθημάτων και των σκέψεών μας.

Μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις μεταφοράς μοτίβων ανθρώπινης συμπεριφοράς στο διαδίκτυο είναι και η βία. Στην αγγλική βιβλιογραφία μάλιστα το φαινόμενο της διαδικτυακής βίας έχει και όνομα: cyberbullying. Ένας γενικός ορισμός που θα μπορούσαμε να δώσουμε στο φαινόμενο αυτό, ώστε να το διαχωρίσουμε από τις περιπτώσεις ψυχολογικής, λεκτικής και σωματικής βίας εκτός διαδικτύου (bullying) είναι πως πρόκειται για μια επιθετική και συνειδητή ομαδική ή ατομική πράξη μέσω της χρήσης του διαδικτύου και άλλων ηλεκτρονικών μέσων, η οποία στρέφεται εναντίον ενός ατόμου το οποίο είναι δύσκολο να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Παραδείγματα τέτοιας συμπεριφοράς είναι η αποστολή απειλητικών ή χλευαστικών e-mails, τα flames, η παρενόχληση μέσω IM, η δημοσίευση προσωπικών στοιχείων και φωτογραφιών χωρίς την συγκατάθεσή μας κ.α.

Αν και οι περισσότερες περιπτώσεις βίαιης παρενόχλησης εκτός διαδικτύου αφορούν κυρίως παιδιά σχολικής και εφηβικής ηλικίας1 , η διαδικτυακή παρενόχληση είναι ένα φαινόμενο που αγγίζει τόσο τους νεαρούς, όσο και τους ενήλικες, καθώς θύτες και θύματα μπορούν να βρεθούν και στις δύο ηλικιακές ομάδες (αν και η αλήθεια είναι πως το φαινόμενο αυτό παρουσιάζεται πιο έντονο στις νεαρότερες ηλικίες).

Αν και το φαινόμενο του cyberbullying δεν έχει ερευνηθεί επαρκώς -ιδιαίτερα στην Ελλάδα- μπορούμε να πούμε με σχετική σιγουριά πως σίγουρα θα παίρνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις στο μέλλον, καθώς οι νέες γενιές άρχισαν ήδη να μεγαλώνουν μέσα σε έναν κόσμο όπου το διαδίκτυο και η διαδραστική επικοινωνία κυριαρχούν. Αυτό, κατά την άποψή μου, θα οδηγήσει σε σταδιακή μερική αντικατάσταση του «παραδοσιακού» bullying με το cyberbullying.

Αν και ακόμη είναι νωρίς να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα για τις μακροχρόνιες συνέπειες της διαδικτυακής βίας, υπάρχουν ήδη κάποιες έρευνες για την συσχέτιση μεταξύ cyberbullying και ανάπτυξης ψυχικών διαταραχών. Μόλις πρόσφατα Φινλανδοί επιστήμονες έκαναν έρευνα σε ένα δείγμα 7000 νεαρών Φινλανδών και βρήκαν πως ένα ποσοστό της τάξεως του 4,8% ήταν μόνο θύματα διαδικτυακής βίας (64% κορίτσια), ένα 7,8% ήταν μόνο θύτες (62% αγόρια), ενώ ένα 5,4% ήταν και θύτες και θύματα (55% αγόρια)2 . Ένα στα τέσσερα παιδιά που χαρακτηρίστηκαν ως θύματα διαδικτυακής βίας, ανέφεραν έντονο άγχος, φόβο και ανασφάλεια, κάτι που τα κάνει ιδιαίτερα ευάλωτα για την ανάπτυξη συναισθηματικής διαταραχής στο μέλλον.

Από τα πιο ενδιαφέροντα αποτελέσματα της έρευνας αυτής όμως ήταν οι συσχετίσεις που βρήκαν οι ερευνητές μεταξύ της ιδιότητας του θύτη και του θύματος και της ανάπτυξης ψυχοσωματικών, συναισθηματικών και γνωστικών συμπτωμάτων. Οι θύτες βρέθηκαν να έχουν προβλήματα με την οργάνωση και διευθέτηση εργασιών, και παρουσίαζαν συμπτώματα γενικότερης αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Από την άλλη πλευρά, τα θύματα σχετίστηκαν θετικά με ανάπτυξη συναισθηματικών προβλημάτων, ανασφάλεια και έντονα σωματικά συμπτώματα (πονοκέφαλος, πόνος στο στομάχι, προβλήματα ύπνου).

Είναι σημαντικό να καταλάβουμε πως μπορεί να επηρεαστεί η ψυχολογική ανάπτυξη ενός ατόμου στο μέλλον εάν πέσει θύμα τέτοιας συμπεριφοράς, αλλά και πως μπορούμε να περιορίσουμε την εξάπλωση της διαδικτυακής βίας. Θα έλεγα πως ο καλύτερος τρόπος είναι η εκπαίδευση σε θέματα επικοινωνίας και διαδραστικότητας. Τα παιδιά θα πρέπει να γνωρίζουν πως μπορούν να προφυλαχθούν από ανεπιθύμητα άτομα, πως μπορούν να μπλοκάρουν και να διαγράψουν συνομιλητές οι οποίοι τα ενοχλούν συστηματικά, αλλά και πως μπορούν να προστατεύσουν τα προσωπικά τους στοιχεία. Η πρόληψη είναι η καλύτερη αντιμετώπιση και σε αυτή την περίπτωση. Ήδη έχουν αρχίσει να δημιουργούνται πυρήνες ενημέρωσης γύρω από τέτοια θέματα στο σύνολο των ευρωπαϊκών κρατών. Για παράδειγμα, στη φωτογραφία  βλέπετε ένα κέντρο ενημέρωσης και εκπαίδευσης παιδιών για θέματα διαδικτύου το οποίο έχει δημιουργηθεί στο Βερολίνο (MSPT Museen), ενώ αξίζει να αναφερθεί και η ελληνική ιστοσελίδα SaferInternet.gr που προσπαθεί να ενημερώσει μικρούς και μεγάλους για τους τρόπου με τους οποίους πρέπει να κινούνται στο διαδίκτυο ώστε να παραμένουν ασφαλείς.

Φυσικά, δεν πρέπει να φτάσουμε ούτε στο άλλο άκρο, αυτό της διαδικτυακής απομόνωσης, όπου κάποιος αποφεύγει εντελώς τις ευκολίες του διαδικτύου απλά και μόνο από φόβο μη τυχόν του συμβεί τίποτε. Το διαδίκτυο δεν είναι μπαμπούλας και σίγουρα δεν εγκυμονεί περισσότερους κινδύνους από την ζωή εκτός διαδικτύου. Απλά τυχαίνει να είμαστε λιγότερο εξοικειωμένοι για το πως μπορούμε να προφυλαχθούμε από τα όσα αρνητικά και επικίνδυνα κυκλοφορούν εδώ μέσα.

Εισαγωγική Φωτογραφία:

L’espace internet du musée de la Communication (Berlin), by dalbera

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Farrington et al. (2010). «Individual risk factors for school bullying». Journal of Aggression, Conflict and Peace Research. 2(1): 4-16 []
  2. Deborah Brauser. «Cyberbullying Perpetrators and Victims at Risk for Physical and Psychiatric Problems«. Medscape Medical News. αποθηκευμένη σελίδα []
18 Μαΐ 2010

Παρουσίαση Βιβλίου: Το φαινόμενο του Λούσιφερ

Συγγραφέας: Dr. Philip G. Zimbardo Τίτλος: The Lucifer Effect: Understanding How Good People Turn Evil Έτος Έκδοσης: 2007 Είναι ο άνθρωπος φύσει καλός ή κακός; Μήπως είμαστε tabula rasa; Πόσο μας επηρεάζει το περιβάλλον όσον αφορά τη διενέργεια αποτρόπαιων και απάνθρωπων πράξεων; Παρόλο που οι περισσότεροι τείνουμε να πιστεύουμε στην καλή φύση του ανθρώπου και πολύ περισσότερο στις δικές μας καλές προθέσεις, φαίνεται πως τα πάντα είναι πολύ ρευστά. Η γραμμή που διαχωρίζει την ηθική από την ανήθικη συμπεριφορά είναι πολύ λεπτή και δυσδιάκριτη. Άλλωστε αυτό ακριβώς το γεγονός εκμεταλλεύονται όλοι οι μεγάλοι ηγέτες-τύρρανοι (όχι πάντοτε με την πολιτική έννοια της λέξης) για τη χαλιναγώγηση της συμπεριφοράς των πολιτών και των στρατιωτών απέναντι στους εκάστοτε εχθρούς. Η λέξη-κλειδί για την κατανόηση της βίαιης και ανήθικης συμπεριφοράς από πλευράς ατόμων που μέχρι χθες ήταν «τα καλύτερα παιδιά» και «δεν πείραζαν μυρμήγκι» είναι η λέξη «Περίσταση» (Situation). Όπως έχει αποδειχθεί με εκατοντάδες πειράματα στο παρελθόν το περιβάλλον και οι περιστάσεις παίζουν σημαντικότατο ρόλο στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Και από αυτό ακριβώς το σημείο ξεκινάει το ταξίδι μας στο βιβλίο του Dr. Philip G. Zimbardo «The Lucifer Effect«. O Dr. Zimbardo είναι καθηγητής κοινωνικής ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο του Στάνφορντ. Οι περισσότεροι ίσως τον γνωρίζετε ως τον εγκέφαλο πίσω από το διαβόητο πείραμα της φυλακής του Στάνφορντ πίσω στη δεκαετία του ’70. Θέλοντας να δουν τα αίτια που δημιουργούν την βίαιη συμπεριφορά εντός ενός σωφρονιστικού ιδρύματος οι πειραματιστές δημιούργησαν μια μικρή ψεύτικη φυλακή στο υπόγειο του πανεπιστημίου του Στανφορντ και έβαλαν αγγελία στην εφημερίδα λέγοντας πως ψάχνουν νέους οι οποίοι είναι πρόθυμοι να ζήσουν σε συνθήκες τεχνιτής φυλακής για δύο εβδομάδες, στα πλαίσια ενός πειράματος, πάντα με αντάλλαγμα κάποια χρήματα. Όσοι δέχτηκαν χωρίστηκαν εντελώς τυχαία σε δύο ομάδες: του «φρουρούς» και τους «φυλακισμένους». Οι εντολές που δόθηκαν ήταν απλές: «οι φύλακες πρέπει να προσέχουν τους φυλακισμένους και να φορντίζουν ώστε οι δεύτεροι να ακολουθούν πιστά το πρόγραμμα της φυλακής». Παρόλο που κάποιος θα ανέμενε πως τα υποκείμενα γνωρίζοντας ότι πρόκειται για ψεύτικες συνθήκες δεν θα έμπαιναν και τόσο στο πετσί του ρόλου, μάλλον έγινε το εντελώς αντίθετο. Μέσα σε λίγα εικοστετράωρα ο Dr. Zimbardo αναγκάστηκε να σταματήσει το πείραμα, καθώς η κατάσταση έτεινε να ξεφύγει από κάθε έλεγχο και τα υποκείμενα κινδύνευαν από σωματικό ή ψυχικό τραυματισμό. Ο Dr. Zimbardo δημιούργησε έναν όρο για να περιγράψει αυτή η μετατροπή απλών, καθημερινών ανθρώπων σε πειθήνια άτομα έτοιμα να βασανίσουν, να τραυματίσουν ή ακόμη και να σκοτώσουν: The Lucifer Effect (Το φαινόμενο του Εωσφόρου). Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του προσπαθεί να μας εξηγήσει τα αίτια και τις παραμέτρους που σχετίζοντια με το φαινόμενο αυτό και συγκεκριμένα τις κοινωνικές συνθήκες οι οποίες μπορούν να αλλάξουν τόσο ριζικά την ανθρώπινη συμπεριφορά. Ουσιαστικά το βιβλίο χωρίζεται σε 4 μέρη: 1)Το πείραμα της φυλακής του Στανφορντ, 2)Θεωρίες Κοινωνικής Ψυχολογίας για το φαινόμενο του Λούσιφερ, 3)Εκτενής παρουσίαση αληθινών καταστάσεων εμφάνισης του φαινομένου (Αμπού-Γκράιμπ και Γκουαντάναμο) και 4)Συμβουλές για αποφυγή της χειραγώγησης. Στο πρώτο μέρος, έκτασης αρκετών κεφαλαίων, ο Dr. Zimbardo περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια το πείραμα της φυλακής του Στάνφορντ. Ξεκινώντας από την επιλογή υποκειμένων και τον χωρισμό τους σε ομάδες, προχωρεί στην περιγραφή της εικονικής σύλληψης των «φυλακισμένων», της καθημερινότητα στην φυλακή μέρα με τη μέρα, των βιαιοτήτων, των λαθών των πειραματιστών που επέτρεψαν να χαθεί ο έλεγχος και κλείνει με τις συνεντεύξεις των συμμετεχόντων μετά το πέρας του πειράματος. Η έκταση της περιγραφής των παραμέτρων του πειράματος είναι πολύ μεγάλη, σε βαθμό που -κατά την γνώμη μου- καταντάει τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου αρκετά κουραστικά για ανάγνωση. Σε κάθε περίπτωση όμως τα κεφάλαια αυτά είναι εξαιρετικά χρήσιμα σε όποιον θέλει να μάθει περισσότερα για το συγκεκριμένο πείραμα που δημιούργησε τόσο θόρυβο γύρω από το όνομά του. Μετά το πρώτο μέρος το βιβλίο γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρον, καθώς ο καθηγητής μας δίνει μια γεύση από τις θεωρίες και τα πειράματα της κοινωνικής ψυχολογίαςτα οποία μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τους μηχανισμούς που λειτουργούν καταλυτικά στην αποπροσωποποίηση και χειραγώγηση του ατόμου από την ομάδα. Τα πειράματα που περιγράφονται καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, από τις θεωρίες συμμόρφωσης του ατόμου στις επιταγές της ομάδας ή μιας φιγούρας εξουσίας και την επίπτωση της ανωνυμίας στην συμπεριφορά του, έως την ψευδαίσθηση του ηθικού «εγώ» που μας διακατέχει. Μέσα από τις γραμμές των κεφαλαίων του δεύτερου μέρους ουσιαστικά ο συγγραφέας τονίζει κάποια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της φύσης και του τρόπου λειτουργίας των ομάδων μας που μας καθιστούν έτοιμους για κάθε είδους απάνθρωπη συμπεριφορά:

  • Ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ον, πράγμα που σημαίνει πως θέλει να ανήκει σε μια ομάδα. Προκειμένου να το κάνει αυτό, είναι έτοιμος να προβεί σε κάθε είδους συμπεριφορά που θα του δώσει το εισητήριο του ανήκειν (π.χ. «δοκιμασίες» για εισαγωγή σε μια συμμορία ή σε κάποια κολεγιακή ομάδα στις ΗΠΑ)
  • Πολύ συχνά οι αυταρχικές ομάδες τείνουν να απειλούν με «εξορία» ή ακόμη και με ταύτιση με τον «εχθρό» (εξω-ομάδα) τα άτομα που δεν ακολουθούν τις επιταγές του πλήθους.
  • Η επίδραση που ασκεί η ομάδα είναι σχεδόν πάντοτε έμμεση, πράγμα που σημαίνει πως σπάνια υπάρχουν συγκεκριμένοι γραπτοί «κανόνες απάνθρωπης συμπεριφοράς». Πολύ πιο συχνά, απλά δημιουργείται μια άτυπη νόρμα σκέψης και συμπεριφοράς στην οποία τα άτομα υποκύπτουν άθελά τους. Οι αρχές βέβαια έχουν πάντοτε έναν ρόλο εξουσίας και μπορούν να επιβάλλουν συμπεριφορές πιο άμεσα.
  • Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα με τον τρόπο σκέψης μας είναι πως θεωρούμε τον εαυτό μας ξεχωριστό από τους άλλους. Πιστεύουμε πως είμαστε ιδιαίτερα καλοί, ηθικοί, έξυπνοι κτλ. Κάθε φορά που βλέπουμε πως κάποιοι επιδίδονται σε αποτρόπαιες πράξεις, τείνουμε να τους δακτυλοδείχνουμε, πιστεύοντας ότι ποτέ δεν θα μπορούσαμε να ήμασταν στην θέση τους. Αυτή η ψευδαίσθηση μας κάνει ακόμη πιο ευάλωτους στην χειραγώγηση, καθώς όταν βρεθούμε σε μια φάση που κάνουμε με τη θέλησή μας κακό στον συνάνθρωπό μας τείνουμε να υποτιμούμε την κατάσταση, καθώς πιστεύουμε πως εφόσον ήμαστε τόσο καλοί, δεν μπορεί αυτό που κάνουμε να είναι ανήθικο. Πρέπει να προσέξουμε πως αυτό το σημείο βρίσκει ιδιαίτερη εφαρμογή στις θρησκευτικές ομάδες που είναι έτοιμες να λιθοβολήσουν, να σκοτώσουν, να κάψουν βιβλία κτλ
  • Δυστυχώς οι περισσότεροι τείνουμε να είμαστε κομφορμιστές και σπάνια πηγαίνουμε κόντρα στην ομάδα, ακόμη και όταν διαφωνούμε ριζικά μαζί της. Όταν ένα ολόκληρο πλήθος πιστεύει κάτι, τείνουμε να το πιστέψουμε και εμείς. Το σκεπτικό είναι πως εφόσον τόσα πολλά άτομα πιστεύουν κάτι, τότε μάλλον θα έχουν κάποιο δίκιο.
  • Η διαφωνία με το πλήθος και η διατήρηση της αυτόνομης σκέψης έρχεται με ένα μεγάλο συναισθηματικό κόστος, και αυτό την κάνει δύσκολη. Αυτό επιβεβαιώνεται όχι μόνο μέσα από κοινωνικά πειράματα, αλλά και πειράματα ψυχοφυσιολογίας.
Συμπερασματικά, ο συγγραφέας μιλάει για 10 βήματα που ακολουθούν οι αυταρχικές ομάδες για να αλλάξουν την συμπεριφορά των ατόμων:
  • Δέσμευση του ατόμου για συνεργασία (γραπτή συγκατάθεση, νομική υποχρέωση κτλ)
  • Κάθε ρόλος που κατανέμεται σε ένα άτομο πρέπει να φαίνεται πως έχει ιδιαίτερη αξία και νόημα, ώστε το άτομο να μη χάνει την αυτοπεποίθηση πως κάτι κάτι ουσιαστικό.
  • Παρουσίαση κάποιων βασικών κανόνων συμπεριφοράς, οι οποίοι όμως αφήνουν αρκετά κενά και είναι πολύ εύκολο να παρερμηνευθούν.
  • Αλλαγή της σημασιολογίας των αντικειμένων και των ατόμων. Οι αντίπαλοι παύουν να είναι άνθρωποι, αλλά «εχθροί του έθνους», «σατανικοί» κτλ, ενώ οι δικές μας απάνθρωπες πράξεις περιγράφονται ευφημιστικά (χαρακτηριστικό παράδειγμα στον πόλεμο: οι δολοφονίες αμάχων ονομάζονται «παράπλευρες απώλειες»!)
  • Ψευδο-διάχυση της ευθύνης σε πολλά άτομα και συστήματα. Όταν κάποιος άλλος ευθύνεται για τις πράξεις μας τότε πολύ πιο εύκολα είμαστε πρόθυμοι να φτάσουμε στα άκρα.
  • Παρακινείται η ανάπτυξη μικρών κακών συμπεριφορών που ξεφεύγουν από τους κανόνες. Σταδιακά το άτομο καλείται να πράξει όλο και πιο αποτρόπαιες πράξεις. Η σταδιακή κλιμάκωση του κακού εμποδίζει το άτομο να έχει σωστή κρίση για την ηθικότητα της πράξης του.
  • Δημιουργία μιας καλής ηγετικής φιγούρας, με απώτερο σκοπό τη σύγχυση των ατόμων. Το σκεπτικό είναι πως εφόσον ο ηγέτης έχει τόσες αρετές όσες λένε, πως είναι δυνατόν να μας ζητάει να πράξουμε κάτι κακό; Αυτός ξέρει καλύτερα.
  • Τα άτομα-κλειδιά τα οποία κατευθύνουν τις πράξεις μας, μπορεί να είναι σε θέση να συμφωνήσουν μαζί μας για την ανηθικότητα μιας πράξης, αλλά πάντα θα προβάλλουν αντίσταση στην αλλαγή της συμπεριφοράς, καθώς κάτι τέτοιο παρουσιάζεται ως αδύνατο υπό τις υπάρχουσες συνθήκες («το ξέρω πως τα βασανιστήρια είναι αποτρόπαια, αλλά τι να κάνουμε;»)
  • Τέλος, ίσως το πιο χαρακτηριστικό και ύπουλο βήμα στην δημιουργία πειθήνιων ατόμων είναι η δημιουργία μιας ηθικής ιδεολογίας προς χάρη της οποίας το άτομο καλείται να θυσιάσει μέρος της ηθικότητας και των δικαιωμάτων του. Με άλλα λόγια, το άτομο πιστεύει πως έχει έναν απώτερο σκοπό, ο οποίος αγιάζει όλα τα μέσα.
Μετά την εκτενή παρουσίαση των θεωριών ο Dr. Zimbardo μας δείχνει πως εφαρμόστηκαν αυτού του είδους οι θεωρίες στην πράξη, τόσο στο παρελθόν (Β Παγκόσμιος Πόλεμος) όσο και στις τις ημέρες μας (Αφγανιστάν, Ιράκ, Γκουαντάναμο). Εστιάζει ιδιαίτερα στην περίπτωση των βασανιστηρίων του Αμπού Γκράιμπ, όπου Αμερικανοί στρατιώτες δημιούργησαν μια φυλακή κόλαση όπου όχι μόνο βασάνιζαν αλλά και σκότωναν κρατούμενου. Δεν δίστασαν μάλιστα να φωτογραφήσουν τις αποτρόπαιες πράξεις τους. Ο συγγραφέας εξηγεί πόσο λανθασμένο είναι το σκεπτικό πως αυτά τα περιστατικά είναι «μεμονωμένα» (σας θυμίζει κάτι η έκφραση;) και πως οφείλονται αποκλειστικά στην ανηθικότητα των στρατιωτών. Ναι μεν οι στρατιώτες είναι πλήρως υπεύθυνοι για την συμπεριφορά τους, αλλά ακόμη πιο μεγάλο ποσοστό ευθύνης έχουν οι θιασώτες του πολεμικού συστήματος των ΗΠΑ (στην συγκεκριμένη περίπτωση) οι οποίοι μέσα από το χαώδες σύστημα και τα διττά μηνύματα, άφησαν τεράστια κενά που επέτρεψαν την ανάπτυξη, την διατήρηση και την εξάπλωση τέτοιου είδους συμπεριφορών. Στην θέση των στρατιωτών αυτών θα μπορούσε να βρίσκεται ο κάθε στρατιώτης των ΗΠΑ. Το σάπιο σύστημα θα φρόντιζε έτσι και αλλιώς να βγει προς τα έξω ο χειρότερος εαυτός του. Τέλος, το βιβλίο κλείνει με μια αισιόδοξη νότα. Ο Dr. Zimbardo μιλάει για τους λίγους, αλλά σημαντικούς ήρωες της καθημερινότητας. Αυτούς δηλαδή που δεν διστάζουν να έχουν σταθερές ηθικές αξίες και να ξεχωρίζουν τις φωνές από το υπόλοιπο πλήθος, ακόμη και αν διαφωνούν εντελώς. Είναι αυτοί που παρά το φόβο προς την ομάδα βρίσκουν την δύναμη να κατηγορήσουν ανοιχτά το σύστημα για απάνθρωπη συμπεριφορά και αρνούνται πραγματικά να συμμετέχουν σε οποιαδήποτε πράξη είναι ενάντια στα πιστεύω τους. Ήρωας είναι ο καθένας μας. Αρκεί να κατανοήσει το πόσο ευάλωτος μπορεί να γίνει στην τοξικότητα που αναπόφευκτα φέρει η κοινωνική μας φύση. Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου εκτός από παρουσίαση «καλών Σαμαρειτών» ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με απτές συμβουλές που σκοπό έχουν να αυξήσουν την ατομική και ανεξάρτητη σκέψη και να φέρουν ισορροπία ανάμεσα στο «εγώ» και το «εμείς». Σε γενικές γραμμές πρόκειται για ένα καταπληκτικό βιβλίο που διαβάζεται πολύ ευχάριστα και που έχει πολλά να μας πει και να μας δώσει. Σίγουρα αξίζει να αποκτήσει μια θέση στη βιβλιοθήκη σας! Φωτογραφίες
  • Εισαγωγική: Εξώφυλλο του Lucifer Effect, by Lucifereffect.org
  • Φωτογραφία #2: Abu Ghraib Leash, by wikicommons
]]>