12 Μαΐ 2010

Βιντεοθήκη: Τελευταίες προσθήκες (Μάιος 2010)

Γιατί το videogaming κάνει καλό...Η Jane McGonigal πιστεύει πως το videogaming όχι μόνο έχει θετικό αντίκτυπο για το άτομο, αλλά και για την κοινωνία γενικότερα. Στην ολιγόλεπτη ομιλία της στο TED καλύπτει ένα μεγάλο εύρος της έρευνας για τα βιντεοπαιχνίδια, από τα συναισθήματα των παικτών, τις ψυχολογικές διαστάσεις του παιχνιδιού αλλά και τα όσα μας διδάσκει η… ιστορία για τον ρόλο που έπαιξαν τα παιχνίδια στην εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών.

what-makes-us-humanΤι είναι αυτό που ξεχωρίζει το ανθρώπινο είδος από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο; Είμαστε πράγματι τόσο διαφορετικοί όσο θέλουμε να πιστεύουμε; Το ντοκιμαντέρ “What makes us human” προσπαθεί να απαντήσει σε αυτά ακριβώς τα ερωτήματα. Ψυχολογία, φιλοσοφία, βιολογία, κοινωνιολογία και νευροεπιστήμες δίνουν τη δική τους οπτική γωνία σ’ αυτά τα ερωτήματα. Η αφήγηση είναι δομημένη με τέτοιο τρόπο ώστε να κρατάει το ενδιαφέρον τόσο των ειδικών, όσο και του μέσου θεατή. ]]>

06 Ιαν 2010

Ηθική: θέμα σχετικότητας ;

Τι είναι το καλό και τι το κακό; Ποια είναι τα όρια μεταξύ μιας ηθικής πράξης και μιας ανήθικης; Πως μπορούμε να “μετρήσουμε” ή και να “αυξήσουμε” την ηθικότητα μιας πράξης; Αυτά και παρόμοια ερωτήματα απασχολούν τους φιλοσόφους εδώ και αιώνες. Μεγάλα μυαλά της ανθρωπότητας έχουν προσπαθήσει να διερευνήσουν με τον δικό τους τρόπο ένα καθαρά ανθρώπινο χαρακτηριστικό: την ηθικότητα. Οι Καντ, Καρτέσιος, Αριστοτέλης, Πλάτωνας και Νίτσε είναι μόνο μερικά ενδεικτικά μεγάλα ονόματα φιλοσόφων που ο καθένας έδωσε τις δικές του απαντήσεις στο ερώτημα του τι είναι ηθικό και τι όχι.

Όπως ήταν φυσικό, ένα τόσο μεγάλο και πανανθρώπινο θέμα απασχολεί και την επιστήμη της ψυχολογίας, από πολλές διαφορετικές σκοπιές. Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι, ίσως με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Δρ. Ζιμπάρντο, ενδιαφέρονται να δουν πως οι κοινωνικές συνθήκες μπορούν να αλλάξουν τις συμπεριφορές των ανθρώπων κάνοντας τους περισσότερο ή λιγότερο ηθικούς. Τελικά αυτοί που προβαίνουν σε αποτρόπαιες πράξεις βίας, όπως δολοφονίες, βιασμούς, γενοκτονίες και βασανισμούς ανθρώπων είναι πράγματι λίγοι και αποτελούν τρανταχτές περιπτώσεις ατόμων με σοβαρά ψυχοκοινωνικά προβλήματα (ή και “κόμπλεξ”, όπως λέμε στην καθομιλουμένη), όπως πιστεύουν οι περισσότεροι; Ή μήπως ο καθένας από εμάς είναι σε θέση να βγάλει από μέσα του έναν μικρό ή μεγάλο “δαίμονα”, έτοιμο να διαπράξει το κακό όταν βρεθεί στις κατάλληλες συνθήκες;

Ο Δρ. Ζιμπάρντο στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο “Το φαινόμενο του Λούσιφερ: Πως καλοί άνθρωποι γίνονται κακοί” (Lucifer’s Effect: How Good People Turn Evil), υποστηρίζει πως όλα είναι σχετικά. Δεν υπάρχουν ξεκάθαρα όρια μεταξυ καλού και κακού, αλλά αντίθετα η ηθικότητα εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από εξωτερικούς παράγοντες που επηρεάζουν τη συμπεριφορά μας. Εάν είμαστε μέλη ενός συνόλου που βρίσκεται σε σύγκρουση με μια δαιμονοποιημένη εξω-ομάδα (Εμείς VS οι Άλλοι) τότε είναι πολύ πιο εύκολο να διαπράξουμε αποτρόπαιες πράξεις εναντίον των αντιπάλων όταν λειτουργούμε ως σύνολο. Η ευθύνη της πράξης δεν είναι προσωπική, αλλά αντίθετα “μοιράζεται” στα μέλη της ομάδας ή -πολύ συχνότερα- χρεώνεται σε έναν απώτερο, πάντοτε “καλό”, σκοπό και επομένως εξανεμίζεται1 .

Έρευνες όπως το πασίγνωστο πείραμα της φυλακής του Στανφορντ ή το πείραμα του Μίλγκραμ έδειξαν πως η ανθρώπινη ηθικότητα είναι αρκετά εύπλαστη. Αν βρεθούμε σε ένα βίαιο περιβάλλον ή κάποιος τον οποίο θεωρούμε ανώτερό αναλάβει την ευθύνη των (ανήθικων) πράξεών υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να γίνουμε και εμείς βίαιοι και σαδιστές, αντίθετα πάντα με τις ηθικές αξίες που πιστεύουμε πως έχουμε. Αυτά τα συμπεράσματα φαίνονται πως επαληθεύονται και με εγχώριες έρευνες, όπως αυτή της Δρ. Χαρίτου-Φατούρου2 , η οποία μέσω συνεντεύξεων των βασανιστών της χούντας (ΕΑΜ-ΕΣΑ) διαπίστωσε πως το περιβάλλον παίζει καταλυτικό ρόλο στη “δημιουργία” ατόμων έτοιμα να βασανίσουν τον οποιοδήποτε με μια και μόνη διαταγή.

Οι φιλόσοφοι και οι ψυχολόγοι που ασχολούνται με το αίσθημα της ηθικής στις έρευνές τους συχνά χρησιμοποιούν κάποια παραδείγματα στα οποία το υποκείμενο έρχεται αντιμέτωπο με ένα ηθικό δίλημμα και πρέπει να πάρει μια απόφαση η οποία έχει μια ηθική και μια ανήθικη πλευρά. Το ενδιαφέρον εστιάζεται στην ερμηνεία που δίνουν τα άτομα στην επιλογή τους. Ένα πολύ κλασσικό παράδειγμα του οποίου παραλλαγές χρησιμοποιούνται συνέχεια είναι το ακόλουθο. Έστω πως ένα τραίνο γεμάτο με 8 ανθρώπους κατευθύνεται προς τον γκρεμό. Εσείς είστε σε ένα σταυροδρόμι και μπορείτε να αλλάξετε τροχιά στο τραίνο στέλνοντάς το προς μια άλλη κατεύθυνση -σώζοντας έτσι τη ζωή των 8 επιβατών- στην οποία όμως βρίσκονται άλλα 2 άτομα τα οποία και θα σκοτωθούν σε περίπτωση που το τραίνο περάσει από πάνω τους. Τι κάνετε; Αφήνετε το τραίνο να πέσει στον γκρεμό ή επεμβαίνετε και σώζετε τα 8 άτομα θυσιάζοντας τα 2;

Το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού θα απαντούσε πως θα έσωζε τα 8 άτομα θυσιάζοντας τα άλλα δύο, με γνώμονα το γενικό καλό που θα έκαναν. Όταν όμως οι αριθμοί αλλάζουν, αλλάζουν και οι απαντήσεις. Όσο περισσότερα άτομα θυσιάζονται τόσο μεγαλύτερος αριθμός ατόμων πρέπει να σώζεται3 . Όταν οι αριθμοί είναι οριακοί (4 άτομα θυσιάζονται, 5 σώζονται) τόσο πιο άβολα νιώθουμε με την επιλογή μας.

Μήπως όμως η ηθικότητα δεν είναι απλά θέμα αριθμών, αλλά θέμα ερμηνείας; Ας δούμε ένα άλλο παράδειγμα ηθικού προβλήματος που κάνει εμφανές αυτό το ζήτημα.

Ένας επιχειρηματίας καλείται να πάρει μια απόφαση σχετικά με το εάν θα επεκτείνει την επιχείρησή του. Οι σύμβουλοί του του λένε πως εάν επεκτείνει την επιχείρησή του θα κάνει μεγάλο κακό στο περιβάλλον και θα εξαντλήσει όλους τους φυσικούς πόρους της περιοχής. Αυτός όμως απαντάει πως η πρώτη του προτεραιότητα είναι να αυξήσει το κέρδος του, οπότε δεν τον νοιάζει εάν θα καταστραφεί ή όχι το φυσικό περιβάλλον. Τελικά επεκτείνεται η επιχείρηση και πράγματι το περιβάλλον καταστρέφεται.

Πως κρίνετε την απόφαση του επιχειρηματία, βάσει της επίπτωσής της στο περιβάλλον; Ηθική ή όχι; Οι περισσότεροι απαντάνε πως η τελική απόφασή του είναι μάλλον ανήθικη καθώς ήξερε το κακό που θα κάνει στο περιβάλλον και παρόλα αυτά επέκτεινε την επιχείρησή του.

Ας δούμε τώρα το ίδιο πρόβλημα ελαφρώς διαφοροποιημένο (οι διαφορές είναι υπογραμμισμένες).

Ένας επιχειρηματίας καλείται να πάρει μια απόφαση σχετικά με το εάν θα επεκτείνει την επιχείρησή του. Οι  σύμβουλοί του του λένε πως εάν επεκτείνει την επιχείρησή του θα κάνει επίσης πολύ καλό στο περιβάλλον μιας και θα προστατεύσει την περιοχή και θα εμπλουτίσει τους φυσικούς πόρους της. Αυτός όμως απαντάει πως η πρώτη του προτεραιότητα είναι να αυξήσει το κέρδος του, οπότε δεν τον νοιάζει εάν θα καταστραφεί ή όχι το φυσικό περιβάλλον. Τελικά επεκτείνεται η επιχείρηση και πράγματι το περιβάλλον προστατεύεται και εμπλουτίζεται.

Πως κρίνετε τώρα την απόφαση του επιχειρηματία, βάσει της επίπτωσης που είχε στο περιβάλλον; Ηθική ή όχι; Οι μόνες διαφορές στις δύο ιστορίες είναι πως το τελικό αποτέλεσμα είναι θετικό στη μία και αρνητικό στην άλλη. Κάποιος θα περίμενε πως μιας και στην πρώτη ιστορία η απόφαση του επιχειρηματία κρίθηκε ως ανήθικη, στην δεύτερη θα έχει κριθεί ως ηθική. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει, καθώς και πάλι οι περισσότεροι απαντάνε πως η πράξη του είναι ανήθικη γιατί σκοπός του δεν είναι να σώσει το περιβάλλον, αλλά να αυξήσει το κέρδος του. Η ερμηνεία των χαρακτήρων που γίνεται στις δύο ιστορίες είναι διαφορετική, και αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αλλαγή των κριτηρίων βάσει των οποίων κρίνεται η ηθικότητα μιας πράξης.

Είναι γνωστό πως διαφοροποιώντας ελαφρώς τη διατύπωση μιας ερώτησης ή την περιγραφή ενός γεγονότος, μπορεί να αλλάξει και η τελική ερμηνεία τους, με αποτέλεσμα ανάπτυξη διαφορετικών συμπεριφορών. Παρόμοια αποτελέσματα μπορεί να έχει και η διατύπωση ενός ηθικού διλήμματος η οποία μπορεί κάλλιστα να δημιουργήσει μια τάση προς την μια ή την άλλη πλευρά. Αυτού του είδους οι διαπιστώσεις είναι γνωστές και στους πολιτικούς οι οποίοι, παίζοντας με τις λέξεις, προσπαθούν να πείσουν υπέρ της αναγκαιότητας και -κυρίως- της ηθικότητας των αποφασεών τους.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε πως η ηθική εν τέλει φαίνεται πως είναι ένα πολύ σχετικό θέμα. Εξαρτάται από την διατύπωση του ηθικού ζητήματος, τις προδιαθέσεις μας, τις κοινωνικές συνθήκες αλλά και το αναμενόμενο τελικό αποτέλεσμα. Βλέπουμε πως το καλό και το κακό δεν έχουν ξεκάθαρα όρια. Μια πράξη που σε μια δεδομένη στιγμή μας φαίνεται απολύτως ηθική και δικαιολογημένη, μπορεί στο επόμενο λεπτό να είναι εντελώς ανήθικη. Στις δύσκολες εποχές που ζούμε οι οποίες αποτελούν πρόσφορο έδαφος για κάθε είδους εχθρικά συναισθήματα απέναντι σε συνανθρώπους μας (πολυεπίπεδος ρατσισμός, ανταγωνιστικότητα, μεταναστευτικά ζητήματα, οικονομική ανέχεια κ.α.) πρέπει να έχουμε όλα αυτά στο νου μας όταν καλούμαστε να πάρουμε δύσκολες αποφάσεις, κυρίως όταν βάσει αυτών διακυβέβεται η ζωή τρίτων.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Zimbardo, P. (2009). “The Lucifer Effect: How Good People Turn Evil”. Random House Group: London. []
  2. Χαρίτου-Φατούρου, Μ. (2003). “Ο Βασανιστής ως Όργανο της Κρατικής Εξουσίας: Ψυχολογικές Καταβολές”. Ελληνικά Γράμματα: Αθήνα. []
  3. Medical News Today: “Moral Dilemma Scenarios Prone to Biases” []
11 Δεκ 2009

Η μοναξιά και η ευτυχία είναι "μεταδοτικές"

Στις αρχές του μήνα που μας πέρασε, το Psychology Today δημοσίευσε ένα αρκετά ενδιαφέρον άρθρο σχετικά με τα ευρήματα μιας έρευνας που έγινε στις ΗΠΑ, η οποία βρήκε πως η μοναξιά τείνει να είναι «μεταδοτική» μεταξύ των ατόμων ενός κοινωνικού περιβάλλοντος. Η αναφορά αφορά την έρευνα των Cacioppo et al. (2008)1 η οποία έλαβε χώρα στις ΗΠΑ με συμμετέχοντες άνδρες και γυναίκες ηλικίας 18-65 ετών.

Οι ερευνητές χώρισαν τους συμμετέχοντες σε άτομα τα οποία αντιμετωπίζουν υψηλά επίπεδα «μοναξιάς» και σε αυτά που έχουν χαμηλότερα επίπεδα και δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως «μοναχικά άτομα». Έπειτα έψαξαν ανάμεσα στα άτομα του περιβάλλοντός τους (οικογένεια, φίλοι, εργασία κ.α.) και προσπάθησαν να εντοπίσουν εκ νέου εάν τα άτομα αυτά αισθάνονται επίσης μοναχικά. Αυτό που ανακάλυψαν είναι πως τα μοναχικά άτομα αν και έχουν λιγότερες επαφές με άλλα άτομα, τείνουν να σχετίζονται με άτομα επίσης μοναχικά, πράγμα που δεν ισχύει για τους μη μοναχικούς τύπους οι οποίοι έχουν λιγότερα μοναχικά άτομα στα κοινωνικά τους δίκτυα.

Μάλιστα η «μετάδοση» της μοναχικότητας βρέθηκε πως είναι πιο συχνή μεταξύ φίλων παρά μεταξύ ατόμων της ίδιας οικογένειας, ενώ ταυτόχρονα τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το φαινόμενο αυτό απαντάται πιο συχνά μεταξύ των κοινωνικών δικτύων των γυναικών παρά των ανδρών. Βεβαίως ένα ερώτημα παραμένει ώστε να ερμηνεύσουμε σωστά τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής: μήπως αυτό που βλέπουμε είναι απλά ότι τα άτομα τείνουν να σχετίζονται με άτομα με παρόμοια επίπεδα μοναχικότητας; Όπως και να έχει πάντως, η έρευνα αυτή μας δίνει κάποιες βασικές κατευθυντήριες γραμμές αντιμετώπισης του αισθήματος της μοναξιάς, τονίζοντας πως είναι σημαντικό να μπορέσουμε να στηρίξουμε το άτομο ώστε να αρχίσει να συσχετίζεται με άτομα που δεν μοιράζονται τα ίδια συναισθήματα με τον ίδιο, σε μια προσπάθεια να σταματήσει η πιθανή ανακύκλωση των αισθημάτων μοναξιάς.

Στα παραπάνω ευρήματα έρχεται να προστεθεί μια ακόμη έρευνα του Νικόλα Χρηστάκη (ο Δρ. Χρηστάκης συμμετέχει και στην έρευνα για την μοναξιά), καθηγητή στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ η οποία έδειξε πως ακόμη και το συναίσθημα της ευτυχίας είναι μεταδοτικό. Σύμφωνα με τα ευρύματα, εάν ένα άτομο νιώθει ευτυχισμένο, τότε τα άτομα του περιβάλλοντός του έχουν 25% περισσότερες πιθανότητες να νιώθουν ευτυχισμένα επίσης, πάντα σε σχέση με τα άτομα που δηλώνουν λιγότερο ευτυχισμένα.

Υπάρχουν και αρκετές άλλες έρευνες οι οποίες δείχνουν πως γενικά ο άνθρωπος έχει την τάση να αντιγράφει τα συμπεριφορικά και συναισθηματικά μοτίβα που επικρατούν στο περιβάλλον του (π.χ. ξέρουμε πως όσο περισσότερα άτομα έχουν κόψει το τσιγάρο σε ένα κοινωνικό δίκτυο, τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες έχουν τα υπόλοιπα μέλη του να το κόψουν επίσης εάν το προσπαθήσουν). Όλα αυτά τα ευρήματα περνάνε ένα ξεκάθαρο μήνυμα: το κοινωνικό περιβάλλον παίζει έναν σημαντικότατο ρόλο στην ανάπτυξη και την διακοπή συναισθημάτων. Υπό αυτή την έννοια μπορούμε να πούμε με μια σχετική σιγουριά πως όντως τα συναισθήματα τείνουν να είναι «μεταδοτικά».

Η ψυχολογική κατάσταση λοιπόν ενός ατόμου εξαρτάται άμεσα από το περιβάλλον του, κάτι που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψην στις προσπάθειες τόσο των συμβούλων όσο και των συμβουλευόμενων έαν θέλουν να αλλάξουν την συμπεριφορά των δεύτερων.

Εισαγωγική Φωτογραφία:

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Cacioppo, John T., Fowler, James H. and Christakis, Nicholas A. (2008). Alone in the Crowd: The Structure and Spread of Loneliness in a Large Social Network []
30 Αυγ 2009

Φυλακές: Σωφρονιστικά Ιδρύματα ή Πανεπιστήμια Εγκληματιών;

46442359_cf7bc5c5d2Οι φυλακές έχουν ως επίσημο σκοπό τους τον σωφρονισμό των κρατουμένων με τους κοινωνικούς κανόνες και τους ισχύοντες νόμους, ώστε, μετά το πέρας της ποινής τους, να μπορέσουν να επιστρέψουν και πάλι στον κοινωνικό ιστό ως υγιή μέλη τους. Βεβαίως το τι συνιστούν οι “κοινωνικοί κανόνες” και κατά πόσο επιβάλλεται η συμμόρφωσή μας προς αυτούς παραμένει ένα ανοιχτό θέμα συζήτησης. Επειδή όμως δεν θα ήθελα να επεκταθούμε σε μια τέτοιου είδους ανάλυση, χάριν συζήτησης ας θεωρήσουμε ως δεδομένο πως το κύριο αίτημά μας προς τα σωφρονιστικά ιδρύματα είναι οι κρατούμενοι να έχουν αποβάλλει τουλάχιστον τον βίαιο χαρακτήρα τους και να μην αποτελούν απειλή πρωτίστως για την σωματική υγεία των συμπολιτών τους.

Κατά πόσο όμως το σωφρονιστικό σύστημα καταφέρνει να επιτύχει αυτόν τον σκοπό; Πως μπορεί η ψυχολογία να βοηθήσει στον καλύτερο σωφρονισμό των κρατουμένων και επομένως στην ευημερία της κοινωνίας που θα τους δεχτεί και πάλι στους κόλπους της ; Αυτά τα ερωτήματα δεν είναι επίκαιρα μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο, μιας και η αντίληψη πως οι φυλακές ως έχουν δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από το καλύτερο “πανεπιστήμιο των εγκληματιών” είναι σχεδόν οικουμενική.

O Δρ. Dvoskin του Πανεπιστημίου της Αριζόνας ασχολήθηκε εκτεταμένα με το θέμα αυτό στο βιβλίο της επιστημονικής του ομάδας υπό τον τίτλο “Applying Social Science to Reduce Violent Offending” (“Εφαρμόζοντας την Κοινωνική Επιστήμη για τη Μείωση των Βίαιων Εγκλημάτων”) και παρουσίασε συνοπτικά τις απόψεις του στο τελευταίο συνέδριο του Αμερικανικού Ψυχολογικού Συνδέσμου (APA)12 . Οι συγγραφείς του βιβλίου υποστηρίζουν πως η ψυχολογία και η κοινωνιολογία μπορούν να βοηθήσουν στην δόμηση ενός ορθότερου, λογικότερου και αποτελεσματικότερου σωφρονιστικού συστήματος το οποίο θα είναι σε θέση να εκπληρώσει τους στόχους του πιο γρήγορα και πιο άμεσα μιας και, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Δρ. Dvoskin, το υπάρχων περιβάλλον της φυλακής όχι μόνο δεν παρεμποδίζει την ανάπτυξη βίαιων συμπεριφορών αλλά, αντίθετα, βοηθά στην ανάπτυξή τους. Οι κρατούμενοι συνηθίζουν την βία στο περιβάλλον τους και μαθαίνουν να βιαιοπραγούν παρακολουθώντας τους πιο ισχυρούς συγκρατούμενούς τους ενώ λαμβάνει δράση ένας πολύ κλασσικός μηχανισμός κοινωνικής μάθησης, αυτός της μίμησης προτύπου.

Εφόσον όμως η βίαιη συμπεριφορά μπορεί να διδαχθεί, το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και με την κοινωνικά αποδεκτή. Γιατί όμως δεν βλέπουμε να συμβαίνει κάτι τέτοιο στις φυλακές; Πρώτος και κυριότερος λόγος είναι φυσικά η έλλειψη τέτοιου είδους προτύπων εντός του ιδρύματος. Ελάχιστοι είναι οι κρατούμενοι που έχουν πρόσβαση σε ένα εξειδικευμένο πρόγραμμα ψυχολογικής υποστήριξης και αποκατάστασης στο οποίο να είναι σε θεση να δεχτούν εκείνα τα ερεθίσματα που μπορεί να λειτουργήσουν ως οδηγοί συμπεριφοράς. Ένας δεύτερος λόγος όμως έχει να κάνει και με τα μέσα σωφρονισμού που χρησιμοποιούνται στις φυλακές. Στο σύνολό τους τα συστήματα και οι κανόνες των φυλακών είναι δομημένοι με τέτοιον τρόπο ώστε η χρήση ποινών έναντι μιας ανεπιθύμητης συμπεριφοράς είναι πιο συχνή από τη χρήση αμοιβών έναντι μιας επιθυμητής. Αυτοί οι δύο βασικοί μηχανισμοί συμπεριφορικής μάθησης -η χρήση ποινών και αμοιβών- έχουν ένα κοινό στοιχείο: για να είναι πετυχημένοι πρέπει να χρησιμοποιούνται συστηματικά, άμεσα και σε κλιμακωτό βαθμό. Με άλλα λόγια η αμοιβή ή η ποινή πρέπει να είναι συνεχείς και ανάλογες της συμπεριφοράς (δηλαδή ούτε υπερβολικά αυστηρή τιμωρία για ένα ασήμαντο παράπτωμα, αλλά ούτε και μια μεγάλη αμοιβή για μια μικρή, καλή πράξη) και να κάνουν την εμφάνισή τους αμέσως μετά την πράξη του κρατούμενου για την οποία αμείβεται ή τιμωρείται, διαφορετικά χάνεται το χρονικό πλαίσιο στο οποίο μπορεί να λάβει θέση η συμπεριφορική μάθηση.

Δυστυχώς όμως η πραγματικότητα στις φυλακές συνήθως διαφέρει πολύ από το ιδανικό. Οι κρατούμενοι δέχονται σχεδόν αποκλειστικά και μόνο τιμωρίες και οι περισσότεροι μάλιστα πιο αυστηρές από όσο τους αρμόζει, μιας και η λογική του σωφρονιστικού συστήματος αγγίζει την λογική του «όλου η τίποτα», σύμφωνα με την οποία υπάρχει μια είδους τιμωρία η οποία είτε εφαρμόζεται καθολικά και ανεξάρτητα της σοβαρότητας και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του παραπτώματος, είτε όχι. Έπειτα, τα προγράμματα θεραπείας και ψυχολογικής υποστήριξης είναι σχεδόν ανύπαρκτα στις ελληνικές -και όχι μόνο- φυλακές. Αποτέλεσμα αυτού είναι να μην καταπολεμούνται τα βαθύτερα αίτια που προκάλεσαν την εγκληματική συμπεριφορά και έτσι να επέλθει ο σωφρονισμός, αλλά να ανακυκλώνεται μια επιφανειακή και τιμωρητικού τύπου αντίληψη για την ποινή που αρμόζει στον κάθε κρατούμενο. Ένα παράδειγμα είναι η έλλειψη ψυχολογικής στήριξης των ναρκομανών, των αλκοολικών ή των παθολογικά τζογαδόρων. Τα άτομα αυτά παρανόμησαν πρώτα και κύρια εξαιτίας του εθισμού τους, πράγμα που σημαίνει πως αν καταφέρουμε να τον εξαλείψουμε τότε οι πιθανότητες σωφρονισμού του κρατούμενου και μη επανάληψης της παράνομης ή εγκληματικής πράξης πολλαπλασιάζονται.

Η έλλειψη τέτοιου είδους δομών δεν είναι το μόνο πρόβλημα του σωφρονιστικού συστήματος. Το σύστημα πάσχει και από την έλλειψη στοχευμένων τρόπων απασχόλησης των κρατουμένων. Είναι λογικό πως ο εγκλεισμός σε ένα στείρο περιβάλλον το οποίο δεν σου δίνει την δυνατότητα να δημιουργήσεις και να αμοιφθείς για τον κόπο σου να μην σου δίνει κάποια κίνητρα για να προσπαθήσεις για κάτι καλύτερο. Σε αυτό το σημείο θα μπορούσαμε να πούμε πως η εργοθεραπεία πρέπει να πέσει στο τραπέζι των προτάσεων μιας πιθανής αναδιαμόρφωσης του υπάρχοντος σωφρονιστικού συστήματος. Το χαμηλό κοινωνικό επίπεδο αλλά και η ελλιπής μόρφωση είναι συχνά δύο από τους πιο σημαντικούς -πρωτογενείς ή δευτερογενείς- παράγοντες που σχετίζονται με την αύξηση της εγκληματικότητας. Η εργοθεραπεία πέραν από την ψυχολογικού τύπου υποστήριξη που προσφέρει στον κρατούμενο μπορεί να τον βοηθήσει να εμπλουτίσει και τις γνώσεις του, κάτι το οποίο θα είχε σίγουρα κάποια θετική επίδραση στην ζωή του στο μέλλον του μετά φυλακής.

Σίγουρα οι κρατούμενοι είναι στις φυλακές για κάποιον λόγο, άλλοι σοβαρό και άλλοι λιγότερο σοβαρό. Αυτό το οποίο όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι πως ο πρωταρχικός στόχος της φυλακής δεν είναι η τιμωρία αλλά ο σωφρονισμός. Οι κρατούμενοι πρέπει να βγουν από το ίδρυμα κράτησης καλύτεροι και όχι χειρότεροι. Η καταπάτηση ενός νόμου δεν πρέπει να ταυτίζεται με τον αιώνιο στιγματισμό του κρατούμενου και με την παρεμπόδιση της κοινωνικής τους ανάπτυξης. Θα πρέπει να καταλάβουμε πως κάτι τέτοιο φέρει καταστροφικές συνέπειες όχι μόνο για τον κρατούμενο, αλλά και για το κοινωνικό σύνολο στο οποίο θα επανενταχθεί αργά η γρήγορα αυτός ο άνθρωπος. Στο πρόσωπο του εκάστοτε κρατούμενου δεν πρέπει να βλέπουμε έναν εχθρό, αλλά τον ίδιο μας τον εαυτό, μιας και το πρόσωπο των φυλακών είναι απλά ένα αντικαθρέφτισμα της κοινωνίας μας. Εισαγωγική Φωτογραφία:

Prison Cell, by Still Burning

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Pam Willenz: «Harsh Punishment Backfires», Medical News Today []
  2. Using Social Science to Prevent Violent Crime,» Joel A. Dvoskin, PhD, University of Arizona College of Medicine Session: 3256, Aug. 8, Metro Toronto Convention Centre. []
17 Μαρ 2009

Η Εξελικτική Ψυχολογία της Θρησκείας

στο προηγούμενο post και τιμής ένεκεν της χρονιάς του Δαρβίνου, αποφάσισα να αναδημοσιεύσω μια ομιλία του Δρ. Steven Pinker σχετικά με την εξελικτική ψυχολογία της θρησκείας. Το κείμενο μεταφράστηκε και αναδημοσιεύεται μετά από γραπτή άδεια του Δρ. Pinker, οπότε για το συγκεκριμένο κείμενο δεν ισχύουν οι συνήθεις κανόνες copyright του Ψυχολογείν. Οι υπότιτλοι των διάφορων ενοτήτων προστέθηκαν εκ των υστέρων για να διευκολύνουν την ανάγνωση. Ελπίζω πως θα το βρείτε ενδιαφέρον.


Του Δρ. Steven Pinker*

Η ομιλία δόθηκε στην ετήσια συνάντηση του Ιδρύματος Ελευθερίας από την Θρησκεία, στις 29 Οκτωβρίου 2004, κατά την παράδοση του βραβείου «Τα Νέα Ρούχα του Αυτοκράτορα»

Σας ευχαριστώ πολύ για την μεγάλη τιμή που μου κάνετε. Ανυπομονώ να διακοσμήσω το γραφείο μου στο Χάρβαρντ με τον Αυτοκράτορα. Πρόκειται για μία ειδική τιμή να βρίσκομαι εδώ προς αναγνώριση των επιτευγμάτων της Άνι Γκέιλορ (Anne Gaylor) και θα ήθελα να εκφράσω την εκτίμησή μου για την υπέροχη δουλειά που έχει κάνει σ’αυτό το Ίδρυμα.

Έχουμε πράγματι το «γονίδιο του Θεού» ή ένα «θεϊκό κύκλωμα»; Αναφέρομαι σε μερικούς ισχυρισμούς που πολλοί από εσάς ίσως να έχετε υπόψην. Πριν από μόλις μια εβδομάδα το περιοδικό Times κυκλοφόρησε με το εξώφυλλο: «Το Γονίδιο του Θεού: η θεότητα μας ωθεί στην αναζήτηση μιας ανώτερης δύναμης;». Είτε το πιστεύετε, είτε όχι, μερικοί επιστήμονες απαντούν θετικά στο ερώτημα αυτό. Πριν από λίγα χρόνια κάποιοι ισχυρίζονταν πως ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι εξοπλισμένος με ένα υποσύστημα διαμορφωμένο από την εξέλιξη το οποίο ευθύνεται για την θρησκευτική πίστη. Σύμφωνα με τους Λος Άντζελες Ταιμς , «αυτό το θεϊκό κύκλωμα επηρεάζει την ένταση της θρησκευτικότητας». Στην σημερινή μου ομιλία θα ήθελα να κάνω μια αξιολόγηση αυτών των ισχυρισμών.

Σίγουρα μπροστά μας υπάρχει ένα φαινόμενο προς εξήγηση, και αυτό δεν είναι άλλο από την θρησκευτική πίστη. Σύμφωνα με εθνολογικές μελέτες, η θρησκευτική πίστη είναι πανανθρώπινο φαινόμενο. Σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες οι άνθρωποι πιστεύουν ότι η ψυχή συνεχίζει να υπάρχει και μετά το φυσικό θάνατο, ότι οι θρησκευτικές τελετές μπορούν να αλλάξουν τον φυσικό μας κόσμο και να μας φέρουν αντιμέτωπους με την αλήθεια, αλλά και και πως οι αρρώστιες και η κακοτυχία γιατρεύονται μέσω διάφορων αόρατων προσωποποιημένων οντοτήτων όπως πνεύματα, φαντάσματα, άγιοι, δαίμονες, Χερουβίμ ή πρόσωπα όπως ο Ιησούς, οι διάβολοι και οι θεοί.

Κάποιος θα μπορούσε κάλλιστα να ρωτήσει: αυτό το φαινόμενo απαντάται σε όλες τις κοινωνίες; Η απάντηση είναι πως ναι, σε όλες. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα μιας κοινωνίας με την οποία είμαστε όλοι οικείοι, αυτό των Η.Π.Α. Την τελευταία φορά που έλεγξα τα αποτελέσματα ερευνών γύρω από θρησκευτικά θέματα, το 25% των Αμερικανών πίστευε στις μάγισσες, το 50% στα φαντάσματα, το 50% τον διάβολο, το 50% πίστευε πως το περιεχόμενο της Γενέσεως (σ.σ. το πρώτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης) είναι αληθές κυριολεκτικά, το 69% πίστευε στους αγγέλους, το 87% πίστευε πως ο Ιησούς αναστήθηκε από τους νεκρούς και το 96% πίστευε σε κάποια μορφή ανώτερης θεϊκής δύναμης.

Τι συμβαίνει λοιπόν;  Ο ανθρώπινος νους από πολλές απόψεις φαίνεται είναι μια καλοφτιαγμένη μηχανή. Βέβαια, δεν είναι κυριολεκτικά μια καλοφτιαγμένη μηχανή αλλά έχει την εμφάνιση και τα χαρακτηριστικά μιας καλής μηχανής υπό τη βιολογική σκοπιά του όρου. Για παράδειγμα, μπορούμε να βλέπουμε, να σκεφτόμαστε, να μιλάμε, να κατανοούμε και γενικά να επιτυγχάνουμε στόχους καλύτερα από οποιοδήποτε ρομπότ ή υπολογιστή. Δεν μπορούμε να πάμε στην Σίρκουιτ Σίτυ και να αγοράσουμε το ρομπότ-οικιακή βοηθό των Τζετσονς (σ.σ. φουτουριστική εκπομπή κινουμένων σχεδίων) και να περιμένουμε πως θα είναι ικανό να πλένει τα πιάτα ή να κάνει απλές καθημερινές δουλειές. Τέτοιου είδους εργασίες είναι πολύ δύσκολες για κάποιο ανθρώπινο δημιούργημα όπως είναι ένα ρομπότ, παρόλο που ένα πεντάχρονο παιδί θα μπορούσε να τις κάνει χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Η εξήγηση αυτής της καλοφτιαγμένης μηχανής έρχεται μέσα από την δαρβίνια θεωρία της Εξέλιξης, της μόνης θεωρίας που έχουμε προς το παρόν η οποία είναι σε θέση να εξηγήσει με όρους αίτιου-αιτιατού την αυταπάτη του σχεδιασμού αυτής της μηχανής.

Το ερώτημα που γεννάται όμως είναι πως γίνεται μέσα σε αυτόν τον μηχανισμό να εξελίχθηκαν και οι παράλογες δοξασίες; Ο Χένρι Λούις Μένκεν (H.L. Mencken ) είπε πως «η πιο κοινή από όλες τις τρελές αντιλήψεις είναι η παθιασμένη πίστη σε κάτι που είναι εξόφθαλμα μη αληθές. Αυτή είναι η κύρια απασχόληση της ανθρωπότητας». Αυτή η δήλωση εκφράζει ένα αίνιγμα για τους ψυχολόγους.

Μια εξήγηση είναι πως η θρησκευτική πίστη είναι άλλη μια περιβαλλοντική προσαρμογή. Πολλές από τις ικανότητες και τις αυτόματες συμπεριφορές μας είναι προϊόν προσαρμογών οι οποίες έγιναν ώστε να μπορούμε να ανταποκριθούμε όσο το δυνατόν καλύτερα στον κόσμο στον οποίο ζούμε. Έχουμε την ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε το βάθος σε μια εικόνα επειδή ο κόσμος μας είναι τρισδιάστατος. Έχουμε έναν ενδογενή φόβο για τα φίδια επειδή τα φίδια στο περιβάλλον μας είναι επικίνδυνα.

Ίσως, από την άλλη, να υπάρχει πράγματι μια αόρατη, θαυματουργή θεότητα που μας προσέχει και μας ανταμείβει και πράγματι να έχουμε αυτό το θεϊκό εγκεφαλικό κύκλωμα ώστε να μπορούμε να επικοινωνούμε μαζί της. Ως επιστήμονας μου αρέσει να αντιμετωπίζω τα ερωτήματα ως υποθέσεις που μπορούν να ελεγχθούν και αυτή η εναλλακτική υπόθεση μπορεί να ελεγχθεί. Βάσει αυτής, για παράδειγμα, τα θαύματα θα έπρεπε να είναι παρατηρήσιμα, η επιτυχία στην ζωή να ισούται με αρετή και η ο πόνος με την αμαρτία. Δεν γνωρίζω κάποιον που να προχώρησε σε τέτοιου είδους έρευνες, αλλά θα μπορούσα να πω πως έχουμε αρκετούς λόγους να πιστεύουμε πως αυτή η υπόθεση δεν έχει επαληθευτεί. Υπάρχει μια παροιμία των Γίντις που λέει πως «Αν ο Θεός κατοικούσε στην Γη, οι άνθρωποι θα είχαν σπάσει τα παράθυρά του».

Η θρησκεία ως εξελικτικός μηχανισμός

Έχουν γίνει και άλλες, πιο ευλογοφανείς προσπάθειες επεξήγησης της θρησκευτικής πίστης ως βιολογικό μηχανισμό προσαρμογής. Αν και η δαρβινική θεώρηση του ψυχικού μας κόσμου με καλύπτει σε μεγάλο βαθμό, δεν θεωρώ πως αυτού του είδους οι επεξηγήσεις είναι αρκετά πειστικές.

Η πρώτη από αυτές είναι πως η θρησκεία μας ανακουφίζει. Ιδέες όπως ο καλός ποιμένας, το θεϊκό σχέδιο, ή η μεταθανάτια ζωή κάνουν την ζωή μας λιγότερο επίπονη και μας κάνουν να αισθανόμαστε καλύτερα. Φυσικά υπάρχουν ψεγάδια αλήθειας σε αυτήν την επεξήγηση, αλλά δεν είναι μια ικανοποιητική θεωρία βιολογικής προσαρμογής, καθώς αυτόματα εγείρει το ερώτημα γιατί οι άνθρωποι βρίσκουν ανακούφιση σε λανθασμένες πεποιθήσεις. Το να πιστεύεις πως κάτι ισούται με Χ, αυτό αυτόματα δεν κάνει και την πεποίθησή σου αληθή. Δεν υπάρχει κανένας λόγος η σκέψη και μόνο πως κάτι είναι Χ να είναι ανακουφιστική, εφόσον δεν έχεις κανέναν λόγο να πιστεύεις πως είναι πράγματι έτσι. Σκεφτείτε το ακόλουθο: όταν έχετε παγώσει από το κρύο και κάποιος σας πει πως είστε ζεστοί, ή όταν σας κυνηγά ένα μανιασμένο σαρκοφάγο ζώο και κάποιος σας πει πως το ζώο είναι απλά ένα λαγουδάκι αυτές οι σκέψεις δεν σας ανακουφίζουν ιδιαίτερα. Σε γενικές γραμμές δεν είμαστε τόσο ευκολόπιστοι. Γιατί όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά όσον αφορά την θρησκευτική πίστη;

Η δεύτερη υπόθεση που έχει διατυπωθεί είναι πως η η θρησκεία δυναμώνει τους δεσμούς μια κοινότητας. Όσοι διαβάσατε το άρθρο των Τάιμς στο οποίο αναφέρθηκα πριν ίσως γνωρίζετε κάποια πράγματα γι’ αυτή την θεωρία, μιας και οΝτέν Χάμερ (Dean Hamer ) του οποίου το βιβλίο «Το γονίδιο του Θεού» ήταν η έμπνευση για το εν λόγω εξώφυλλο των Τάιμς, ανέπτυξε αυτή την υπόθεση ως μια πιθανή εξήγηση της θρησκείας. Και πάλι θεωρώ πως υπάρχουν ψεγάδια αλήθειας και σε αυτή τη θεωρία, μιας και όντως η θρησκεία φέρνει τα μέλη μιας κοινότητας πιο κοντά. Αλλά και πάλι γεννάται το ίδιο ερώτημα: γιατί; Γιατί η πίστη σε πνεύματα ή σε μυστικιστικές τελετές να είναι απαραίτητο συστατικό για να ενδυναμωθούν οι δεσμοί μιας κοινότητας, με απώτερο σκοπό φυσικά την επιβίωσή της; Γιατί τα συναισθήματα της εμπιστοσύνης, της αφοσίωσης, της φιλίας και της αλληλεγγύης δεν είναι αρκετά από μόνα τους; Δεν υπάρχει κάποιος a priori λόγος να θεωρούμε πως η πίστη στην ψυχή ή σε μια θρησκευτική τελετή βοηθάει άμεσα την συνεργασία μεταξύ ανεξάρτητων μονάδων.

Μία τρίτη θεωρία είναι πως η θρησκεία είναι η πηγή των ανώτερων ηθικών αξιών μας. Όσοι έχετε διαβάσει το βιβλίο «Rock of Ages» του Στήβεν Γκουλντ (Steven Jay Gould) γνωρίζετε αυτό το επιχείρημα: εφόσον η επιστήμη δεν μπορεί να μας πει ποιες  θα πρέπει να είναι οι ηθικές μας αξίες, η θρησκεία είναι εκεί για να αναλάβει αυτό το ρόλο και γι’ αυτό αυτές οι δύο «αυθεντίες» θα πρέπει να δείχνουν σεβασμό η μία προς την άλλη. Το μεγάλο πρόβλημα με αυτήν την επεξήγηση είναι εμφανές σε όποιον έχει διαβάσει τη Βίβλο η οποία είναι ένα εγχειρίδιο για βιασμούς, γενοκτονίες και καταστροφή. Ο Θεός λέει στους Ισραηλίτες να εισβάλουν στα χωριά της Μαδιάμ : «Σκοτώστε όλους τους άνδρες, σκοτώστε όλα τα παιδιά, σκοτώστε όλες τις ηλικιωμένες γυναίκες. Τις νεαρές γυναίκες που βρίσκετε ελκυστικές φέρτε τες πίσω στο στρατόπεδό σας, ξυρίστε τα κεφάλια τους και κλειδώστε τες σε ένα δωμάτιο για 30 ημέρες έως ότου σταματήσουν να κλαίνε γιατί σκοτώσατε τους γονείς τους και τότε πάρτε τες ως τέταρτες ή πέμπτες συζύγους σας»(σ.σ. Παλαιά Διαθήκη, Κεφ. 31). Έτσι βλέπουμε πως η Βίβλος, αντίθετα με τα όσα πιστεύει η πλειονότητα των Αμερικανών, μόνο πηγή ανώτερων ηθικών αξιών δεν είναι. Οι θρησκείες είχαν ως αποτέλεσμα λιθοβολισμούς, κάψιμο μαγισσών,τις Σταυροφορίες, την Ιερά Εξέταση, ιερούς πολέμους (Τζιχάντ ), βομβιστές αυτοκτονίας, το κυνήγι των ομοφυλόφιλων, ανθρώπους που πυροβολούν εν ψυχρώ το προσωπικό κλινικών που κάνουν εκτρώσεις αλλά και μητέρες που έπνιξαν τα παιδιά τους ώστε να μπορούν να ξανασυναντηθούν αγαπημένοι στον παράδεισο.

Οι ηθικές αξίες δεν πηγάζουν απαραίτητα από τη θρησκεία. Οι ψυχολόγοι έχουν εντοπίσει πολλά συναισθήματα που είναι πανανθρώπινα, όπως η αγάπη, η συμπόνοια, η γενναιοδωρία, η ενοχή, η ντροπή και η αγανάκτηση. Η πίστη σε πνεύματα δεν έχει άμεση σχέση με αυτά. Οι ηθικοί φιλόσοφοι όπως ο Πήτερ Σίνγκερ (Peter Singer) οι οποίοι εξετάζουν εξονυχιστικά την έννοια της ηθικότητας έχουν καταστήσει εμφανές πως η ηθική  λογικά έχει τις ρίζες της στην εναλλαξιμότητα των ενδιαφερόντων μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας. Τα παγκόσμια ηθικά συστήματα συλλαμβάνουν με κάποιο τρόπο αυτή την ιδέα της εναλλαξιμότητας των ενδιαφερόντων και των οπτικών γονιών μας, αυτή την ιδέα δηλαδή του χρυσού κανόνα πως «είμαι απλά ένα άτομο μεταξύ άλλων». Πάνω σε αυτόν τον κανόνα βασίζονται άλλωστε και οι ιδέες όπως ο «συνεχώς επεκτεινόμενος κύκλος» του Σίνγκερ αλλά το «πέπλο της άγνοιας» του Τζον Ρολς (John Rawls). Ένας ανθρωπόμορφος θεός- τιμωρός που φέρνει την δικαιοσύνη δεν έχει θέση στην προσπάθεια επεξήγησης της ηθικότητας.

Για να απαντήσει κανείς στο ερώτημα «Γιατί ο Homo Sapiens έχει τόσο έντονη τάση προς τη θρησκευτική πίστη;» πρέπει αρχικά να κάνει τη διάκριση μεταξύ των συμπεριφορών που είναι άμεσα προϊόντα της φυσικής προσαρμογής υπό τη Δαρβινική έννοια του όρου και των συμπεριφορών που είναι υποπροϊόντα αυτής της προσαρμογής. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα: γιατί το αίμα μας είναι κόκκινο; Το κόκκινο αίμα μας δίνει κάποιο ιδιαίτερο πλεονέκτημα (π.χ. καμουφλάρισμα από πιθανούς κινδύνους); Αυτό είναι μάλλον απίθανο. Η εξήγηση του λόγου για τον οποίο έχουμε κόκκινο αίμα είναι πως μέσω της φυσικής προσαρμογής επικράτησε η μεταφορά του οξυγόνου μέσω ενός συγκεκριμένου μορίου, της αιμογλοβίνης. Η αιμογλοβίνη τυγχάνει να έχει κόκκινο χρώμα όταν είναι οξυγονωμένη, οπότε το κόκκινο χρώμα του αίματός μας είναι απλά ένα υποπροϊόν της απαραίτητης χημείας που κρύβεται πίσω από τη μεταφορά του οξυγόνου στο σώμα μας. Το χρώμα αυτό καθ’ αυτό δεν έχει επικρατήσει βάσει της φυσικής προσαρμογής.

Για να ξεχωρίσουμε την φυσική προσαρμογή από τα υποπροϊόντα της το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να σιγουρευτούμε πως το υπό εξέταση χαρακτηριστικό αναπτύσσεται κάτω από διαφορετικά περιβάλλοντα και πως εμφανίζεται καθολικά στα μέλη του είδους. Αυτός ο κανόνας για παράδειγμα μας επιτρέπει να αποφανθούμε πως η ανάγνωση δεν αποτελεί βιολογική προσαρμογή. Τα παιδιά δεν μαθαίνουν αυτόματα ανάγνωση, καθώς χρειάζεται κάποιος να τους διδάξει πρώτα, σε αντίθεση με την ομιλία η οποία αποτελεί βιολογική προσαρμογή, μιας και εμφανίζεται σε όλα τα παιδιά με φυσιολογική ανάπτυξη ανεξαρτήτως της κοινωνίας στην οποία μεγάλωσαν.

Το δεύτερο κριτήριο είναι να μπορεί να ειπωθεί πως το χαρακτηριστικό αυτό θα μπορούσε να έχει βοηθήσει στην επιβίωση και την αναπαραγωγή του είδους μέσα στα πλαίσια του περιβάλλοντός του στο οποίο αναπτύχθηκε. Αυτό στην περίπτωση του ανθρώπινου είδους είναι ένα περιβάλλον στο οποίο ο άνθρωπος ήταν τροφοσυλλέκτης και κυνηγός, συμπεριφορές που ήταν παρούσες πολύ πριν την σχετικά πρόσφατη ανάπτυξη της αγροτικής καλλιέργειας και του πολιτισμού.

Ένα σημαντικό στοιχείο του δεύτερου κριτηρίου είναι πλεονέκτημα που έδωσε (ή που συνεχίζει να δίνει) το υπό εξέταση χαρακτηριστικό να είναι σε συμφωνία με τους νόμους της φυσικής, της μηχανικής και της χημείας, ώστε το αποτέλεσμα της προσαρμογής να καθίσταται χρήσιμο. Αυτή η χρησιμότητα βεβαίως δεν πρέπει να καθορίζεται εκ των υστέρων, γιατί έτσι δεν έχουμε μια λογική εξελικτική επεξήγηση αλλά ένα παραμύθι. Ένας τρόπος για να διαχωρίσουμε αυτές τις δύο διαφορετικές επεξηγήσεις είναι να εξετάσουμε την εξελικτική χρησιμότητα του υπό εξέταση γνωρίσματος από μια ανεξάρτητη σκοπιά.

Επί παραδείγματι, μέσω της προβολικής γεωμετρίας κάποιος μπορεί να δείξει πως με τον συνδυασμό δύο εικόνων του ίδιου τοπίου από δύο διαφορετικές κάμερες/οπτικές γωνίες, είναι δυνατόν να υπολογιστεί το βάθος των αντικειμένων. Οι άνθρωποι και άλλα πρωτεύοντα θηλαστικά είμαστε εφοδιασμένοι με τέτοιου τύπου βιολογικές κάμερες οι οποίες μας βοηθούν στην στερεοσκοπική αντίληψη του κόσμου γύρω μας. Αυτές οι κάμερες είναι ακριβώς αυτό που θα περνούσε από το μυαλό των μηχανικών εάν ήθελαν να δημιουργήσουν ένα ρομπότ εφοδιασμένο με αντίληψη του βάθους. Αυτή η ομοιότητα είναι ένας αρκετά καλός λόγος να πιστεύουμε πως η ικανότητά μας για στερεοσκοπική αντίληψη βάθους είναι μια εξελικτική προσαρμογή.

Το ίδιο συμβαίνει και με τον φόβο των φιδιών. Σε όλες τις κοινωνίες οι άνθρωποι φοβούνται τα φίδια. Μάλιστα αυτός ο φόβος παρουσιάζεται ακόμη και σε μαϊμούδες που μεγάλωσαν σε ένα εργαστηριακό περιβάλλον και δεν έχουν δει ποτέ τους φίδια. Γνωρίζουμε από την ερπετολογία πως τα φίδια ήταν ένα από τα κυρίαρχα είδη στην Αφρική, κατά τη διάρκεια της εξέλιξής μας, όπως επίσης γνωρίζουμε πως το να σε δαγκώσει ένα φίδι δεν είναι καλό λόγω της χημείας του δηλητηρίου του φιδιού. Είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε πως αυτή καθ’ αυτή  η επικινδυνότητα  των φιδιών λόγω των δηλητηρίων τους δεν είναι ένα ψυχολογικό φαινόμενο, αλλά βάσει αυτής αναπτύχθηκε το σύγχρονο ψυχολογικό φαινόμενο, αυτό της έμφυτης φοβίας προς τα φίδια, κάτι που όπως βλέπουμε είναι εύλογο να υποθέσουμε πως αποτελεί εξελικτική προσαρμογή.

Ένα τρίτο παράδειγμα είναι η τάση να μας αρέσουν τα γλυκά φαγητά. Φυσικά δεν πρόκειται για κάποια τρομερά εξελικτική συμπεριφορά πλέον, αλλά ξέρουμε από την βιοχημεία πως η ζάχαρη περιέχει πολλές θερμίδες, κάτι που θα μπορούσε να είναι σωτήριο σε μια εποχή που οι πηγές τροφής ήταν περιορισμένες. Γι’ αυτό το λόγο αυτή η τάση μπορεί να θεωρηθεί μια ακόμη εξελικτική προσαρμογή.

Εν αντιθέσει με τα παραπάνω παραδείγματα, δεν είναι ξεκάθαρο ποια είναι η εξελικτική λειτουργικότητα του χιούμορ ή της μουσικής. Θεωρώ πως οι επεξηγήσεις της θρησκείας στις οποίες αναφέρθηκα ήδη έχουν το ίδιο ακριβώς πρόβλημα: δεν υπάρχει κάποια ανεξάρτητη και λογική εξήγηση του λόγου για τον οποίο φάνηκε χρήσιμη στο είδος μας.

Τα οφέλη της θρησκείας για τους «παραγωγούς» και τους «καταναλωτές» της

Η εναλλακτική θεωρία είναι βεβαίως πως όπως ακριβώς το χρώμα του αίματος, έτσι και η θρησκεία είναι ένα υποπροϊόν άλλων προσαρμογών. Ένα πολύ σημαντικό πόρισμα της θεωρίας της Εξέλιξης είναι πως η μάχη της επιβίωσης μεταξύ οργανισμών -είτε ανήκουν στο ίδιο είδος, είτε σε διαφορετικό- οδηγούν σε έναν ιδιότυπο  «ανταγωνισμό εξοπλισμών». Ο ένας οργανισμός αναπτύσσει πιο έξυπνα ή πιο θανατηφόρα όπλα, ο άλλος απαντάει αναπτύσσοντας ακόμη πιο ευφυείς άμυνες κ.ο.κ. Σε κάθε στάδιο κατά τη διάρκεια αυτού του αέναου ανταγωνισμού ένα χαρακτηριστικό μπορεί να είναι προσαρμοστικό για έναν οργανισμό, αλλά όχι για τους αντιπάλους του, εφόσον το όπλο του πρώτου είναι ανώτερο της άμυνας του δεύτερου. Και αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που δεν είναι όλες οι συμπεριφορές προσαρμοστικές, τουλάχιστον όχι για όλους τους οργανισμούς. Κάτι που είναι προσαρμοστικό για το λιοντάρι δεν είναι για το πρόβατο.

Οπότε, μια αναδιατύπωση της ερώτησης «Γιατί η θρησκεία είναι τόσο διαπεραστική;» είναι το ερώτημα «Ποιος ωφελείται από αυτή;». Για να το θέσω και αλλιώς, πρέπει να διαχωρίσουμε τα πιθανά οφέλη των παραγωγών της θρησκείας (το θρησκευτικό κατεστημένο των ιερέων) από τα οφέλη των καταναλωτών της (το ποίμνιο, οι πιστοί). Η απάντηση μπορεί να είναι διαφορετική σε αυτές τις δύο περιπτώσεις. Οπότε, πρέπει να διαφοροποιήσουμε την ερώτηση «Ποιο είναι το όφελος από την χάραξη της θρησκείας από τους σαμάνους, τους ιερείς και λοιπούς;» από την ερώτηση «Ποιο είναι το όφελος της αποδοχής της θρησκείας από τους πιστούς;».

Ορισμένοι ανθρωπολόγοι πιστεύουν πως τα οφέλη της θρησκείας γίνονται εμφανή σε αυτούς που προκαλούν την θρησκευτική πίστη σε τρίτους. Ένα κοινό χαρακτηριστικό όλων των θρησκειών είναι η λατρεία των προγόνων. Αυτή η προγονολατρεία ακούγεται πολύ καλή σε κάποιον ο οποίος ξέρει πως σε λίγα χρόνια θα γίνει και ο ίδιος πρόγονος. Ένα από τα μειονεκτήματα του γήρατος είναι η συνειδητοποίηση της θνητής μας φύσης. Εάν καταφέρεις να πείσεις τους ανθρώπους γύρω σου πως θα συνεχίσεις να αλληλεπιδράς μαζί τους ακόμη και μετά τον θάνατό σου, αυτό τους δίνει ένα κίνητρο να σου φέρονται καλά έως και την τελευταία μέρα της ζωής σου.

Οι τροφικές απαγορεύσεις είναι επίσης πολύ συχνές σε όλες τις θρησκείες. Εάν καταφέρεις να αποτρέψεις την βρώση μιας συγκεκριμένης τροφής, ιδιαίτερα ζωικής προέλευσης, από παιδιά κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου της ζωής τους, αυτά θα μεγαλώσουν έχοντας αναπτύξει το αίσθημα της αηδίας απέναντι και μόνο στη σκέψη του να φάνε αυτό το απαγορευμένο φαγητό. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που οι περισσότεροι από εμάς δεν τρώμε σκυλιά, εγκεφάλους πιθήκων ή σκουλήκια, αν και σε άλλες κοινωνίες αυτές οι τροφικές προτιμήσεις είναι συνηθισμένες. Υπάρχουν επίσης και οικολογικοί λόγοι που προκαλούν την ανάπτυξη τροφικών απαγορεύσεων, όπως επίσης υπάρχουν και λόγοι που καθιστούν απαραίτητο τον έλεγχο των τροφών μέσα στις κάθε κοινωνίες. Από τη στιγμή που δύο γειτνιάζουσες κοινωνίες έχουν διαφορετικές διατροφικές συνήθειες, εάν κρατήσεις τα μέλη της κοινωνίας σου μακριά από τις διατροφικές συνήθειες των άλλων, τότε αυτόματα μειώνεις την πιθανότητα να φύγουν από τη δική σου ομάδα και να πάνε στην άλλη.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό των θρησκειών είναι οι τελετές περάσματος από μία κατάσταση σε μια άλλη. Πολλές κοινωνικές αποφάσεις πρέπει να γίνουν με ένα κατηγορηματικό «ναι ή όχι», ή με ένα «όλο ή τίποτα». Αλλά η βιολογική ανάπτυξη είναι συνεχής και με λιγότερο ξεκάθαρα όρια μεταξύ των διάφορων σταδίων. Ένα παιδί δεν γίνεται ενήλικας από τη μια μέρα στην άλλη. Αλλά παρόλα αυτά πρέπει να πάρουμε κάποιες αποφάσεις όπως πότε κάποιος έχει δικαίωμα ψήφου, πότε μπορεί να οδηγήσει ή να αγοράσει όπλα. Δεν υπάρχει κάτι μαγικό στην ηλικία των 13 ή των 18 ή σε οποιαδήποτε άλλη ηλικία. Απλά είναι πιο εύκολο να ορίσουμε αυθαίρετα μια ηλικία μετά την οποία ένα άτομο θεωρείται ώριμο για κάτι, παρά να ελέγχουμε τον βαθμό ωριμότητας του καθενός κάθε φορά που θέλει, για παράδειγμα, να αγοράσει αλκοόλ. Οι θρησκευτικές τελετές οριοθετούν διάφορα στάδια της ζωής των πιστών, λειτουργώντας παρόμοια με μία αστυνομική ταυτότητα. Μια ακόμη λιγότερο ξεκάθαρη οριοθέτηση στις κοινωνίες μας είναι το έως πότε κάποιος είναι ελεύθερος να εμπλέκεται σε ρομαντικές σχέσεις και πότε πρέπει να δεσμευτεί με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Ο θρησκευτικός γάμος είναι ένας χρήσιμος τρόπος οριοθέτησης αυτών των δύο διαφορετικών σταδίων στην ζωή μας.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό των περισσότερων θρησκειών είναι οι θυσίες. Ένα γενικό πρόβλημα στην δημιουργία ισχυρών δεσμών μεταξύ των μελών μιας ομάδας είναι το πως μπορεί να ξεχωρίσει κανείς τους πιστούς υπηκόους της, από τους λιγότερο πιστούς ή τα παράσιτά της. Ένας τρόπος για να ελέγξει κάποιος ποιος νιώθει πραγματικούς δεσμούς με την ομάδα είναι να δει κατά πόσο είναι έτοιμος να κάνει θυσίες γι’ αυτή. Ας δούμε ένα παράδειγμα που οι περισσότεροι γνωρίζουμε. Σε μια οικεία μας εθνική ομάδα λέγεται το εξής: «Μόλις απέκτησες γιο. Σε παρακαλώ δώσε μου το μωρό ώστε να του κόψω λίγο δέρμα από το πέος του». Φυσικά αυτό δεν θα το έκανε ο καθένας, εκτός και αν λάμβανε υπόψην του πολύ σοβαρά τις σχέσεις του με την υπόλοιπη εθνική ομάδα. Φυσικά υπάρχουν ακόμη πιο βάρβαρα παραδείγματα από άλλες κοινωνίες του κόσμου μας.

Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό των θρησκειών είναι η ύπαρξη ειδημόνων με μυστηριώδεις γνώσεις. Εάν είσαι ο μοναδικός που έχει μυστηριώδεις και σημαντικές γνώσεις, τότε κερδίζεις αυτόματα τον σεβασμό των υπολοίπων μελών της κοινωνίας. Ακόμη και σε ένα μη θρησκευτικό περιβάλλον, οι περισσότερες κοινωνίες δείχνουν σεβασμό προς άτομα που θεωρούνται γνώστες και ειδήμονες στον χώρο τους. Οπότε, μια καλή στρατηγική των ιερέων είναι να αναμιγνύουν τις όποιες πραγματικές τους γνώσεις – και πράγματι οι ανθρωπολόγοι έχουν βρει πως οι σαμάνοι και οι μάγοι σε διάφορες φυλές του κόσμου έχουν γνώσεις των ιδιοτήτων των φυτών που χρησιμοποιούν- με λίγο «άμπρα κατάμπρα», παραισθησιογόνες ουσίες, ταχυδακτυλουργικά κόλπα, πολυτελή ρούχα, όμορφους ναούς κτλ. Με αυτόν τον τρόπο ενισχύουν την αντίληψη πως υπάρχουν μυστηριώδεις και ακατανόητοι κόσμοι και ο μόνος τρόπος να έρθει κάποιος σε επαφή με αυτούς είναι μέσω των υπηρεσιών τους.

Όλα αυτά τα πρακτικά πλεονεκτήματα αποκαλύπτουν ένα κομμάτι του μυστηρίου του λόγου για τον οποίον οι άνθρωποι αρέσκονται να ενθαρρύνουν την θρησκευτική πίστη στους άλλους, χωρίς ωστόσο να καταδεικνύουν κάποια βιολογική προσαρμογή. Σε αυτή την περίπτωση η θρησκευτική πίστη είναι απλά ένα υποπροϊόν άλλων, πιο βασικών, κινήτρων.

Αλλά τι συμβαίνει με την άλλη πλευρά των συναλλαγών, τους «καταναλωτές»; Γιατί συνεχίζουν να αγοράζουν το προϊόν των παραγωγών της θρησκείας; Ένας λόγος είναι πως στις περισσότερες περιπτώσεις δείχνουμε εμπιστοσύνη σε ειδικούς. Αυτή είναι η φύση της ειδημοσύνης. Εάν έχω πονόδοντο, ανοίγω το στόμα μου και επιτρέπω σε έναν τύπο να μου τρυπήσει τα δόντια. Εάν έχω στομαχόπονο, επιτρέπω σε έναν άλλο να με εγχειρήσει. Όλες αυτές οι καταστάσεις περιέχουν σε έναν βαθμό πίστη. Φυσικά σε αυτές τις περιπτώσεις η πίστη είναι λογική, αλλά μπορεί, με τους κατάλληλους χειρισμούς, να καταστεί μη λογική.

Υπάρχουν όμως και συναισθηματικοί λόγοι οι οποίοι εξελίχθηκαν για κάποιους λόγους και οι οποίοι μας κάνουν επιρρεπείς στην θρησκευτική πίστη. Η ανθρωπολόγος Ρουθ Μπένεντικτ (Ruth Benedict ) συνοψίζει πολύ καλά το αίσθημα της προσευχής λέγοντας πως «η θρησκεία είναι μια παγκόσμια τεχνική για την επιτυχία». Εθνογραφικές έρευνες έχουν δείξει πως όταν οι άνθρωποι προσπαθούν να επικοινωνήσουν με τον Θεό, δεν το κάνουν για να κουτσομπολεύσουν ή για να μοιραστούν τις γνώσεις τους μαζί του. Το κάνουν για να ζητήσουν χάρες όπως ίαση ασθενειών, επαγγελματική επιτυχία ή επιτυχία σε έναν πόλεμο. Αυτή η ιδέα έχει κάνει την εμφάνισή της και στο «Λεξικό του Διαβόλου» τουΆμπροους Μπίερς («The Devil’s Dictionary», Ambrose Bierce ) όπου η λέξη «προσευχή» ορίζεται ως «η πράξη κατά την οποία κάποιος ο οποίος δηλώνει ανάξιος ζητά να αλλάξουν οι νόμοι του σύμπαντος για χάρη του». Επομένως, από αυτή την άποψη η θρησκεία είναι ένα έσχατο μέτρο στο οποίο καταφεύγουν οι άνθρωποι όταν δυσκολεύουν τα πράγματα και οι συνήθεις τεχνικές επίτευξης  ενός στόχου φαίνεται να αποτυγχάνουν.

Πέρα από τους συναισθηματικούς υπάρχουν και κάποιοι γνωστικοί λόγοι, κυρίως στον τρόπο με τον οποίο αναλύουμε τον κόσμο, οι οποίοι έχουν ερευνηθεί σε βάθος από τους ανθρωπολόγους ΝτανΣπέρμπερ (Dan Sperber), Πασκάλ Μπόιερ (Pascal Boyer) και Σκωτ Άτραν (Scott Atran). Οποιοσδήποτε ενδιαφέρεται για την εξελικτική ψυχολογία της θρησκείας είμαι σίγουρος πως θα απολαύσει ιδιαίτερα το βιβλίο του Μπόιερ «Η εξήγηση της Θρησκείας» (Religion Explained) αλλά και το «Στον Θεό που Εμπιστευόμαστε» (In God We Trust) του Άτραν. Το «Γονίδιο του Θεού» (The God Gene) είναι επίσης ένα πολύ καλό ανάγνωσμα, αλλά προτιμώ τα έργα των Μπόιερ και Άτραν.

Θεωρία της νοητικής απόδοσης

Το σημείο εκκίνησης είναι ένας μηχανισμός της ανθρώπινης σκέψης που οι ψυχολόγοι αποκαλούν διαισθητική ψυχολογία (intuitive psychology) ή «θεωρία της νοητικής απόδοσης». Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία οι άνθρωποι δημιουργούν τις δικές τους διαισθητικές θεωρίες για να εξηγήσουν την συμπεριφορά των άλλων ατόμων. Όταν προσπαθώ να προβλέψω την συμπεριφορά κάπου, δεν τον σκέφτομαι ως ένα ρομπότ το οποίο απλά αντιδρά στα φυσικά ερεθίσματα του περιβάλλοντός του, αλλά αντίθετα, του αποδίδω μια ανεξάρτητη νοητική ικανότητα. Δεν γνωρίζω επακριβώς τι θέλει να κάνει κάποιος ή τι αισθάνεται αλλά υποθέτοντας πως -όπως και εγώ, έτσι και αυτός- σκέφτεται και αισθάνεται πράγματα. Με άλλα λόγια δηλαδή υποθέτω πως έχει νου και προσπαθώ να εξηγήσω η συμπεριφορά του βάσει των πεποιθήσεων  και των επιθυμιών του.

Αυτό το φαινόμενο που λέγεται διαισθητική ψυχολογία, το οποίο, σύμφωνα με έρευνες, είναι υπαρκτό και ξεχωριστό μέρος του ανθρώπινου ψυχισμού, φαίνεται πως είναι απών σε άτομα που πάσχουν από αυτισμό. Τα αυτιστικά άτομα μπορεί να έχουν ιδιαίτερη κλίση στα μαθηματικά, τις τέχνες, την γλώσσα ή τη μουσική, αλλά παρόλα αυτά δεν μπορούν να αποδώσουν σωστά νοητικές λειτουργίες στους άλλους ανθρώπους. Συμπεριφέρονται στους ανθρώπους όπως σε ένα ρομπότ ή μια κούκλα. Έχουν γίνει έρευνες που προσπάθησαν να εντοπίσουν τις περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με τη συγκεκριμένη λειτουργία και προς το παρόν φαίνεται πως ένα μέρος αυτής λαμβάνει χώρα στον κυκλοειδήμεσοπρόσθιο (orbital ventromedial cortex) αλλά και τον άνω κροταφικό φλοιό (superior temporal sulcus).

Ίσως η απανταχού παρούσα πίστη σε πνεύματα, ψυχές, θεούς, αγγέλους κτλ να οφείλεται στην διαισθητική μας ψυχολογία η οποία βρίσκεται σε κατάσταση αμόκ. Εάν έχεις την τάση να πιστεύεις σε μια αόρατη ύπαρξη που αποκαλείς «νου» και η οποία συνυπάρχει με το σώμα, τότε το επόμενο βήμα είναι να θεωρήσεις πως ο «νους» μπορεί και υπάρχει ανεξάρτητα από το σώμα. Στοκάτω-κάτω , ποτέ δεν μπορούμε να αγγίξουμε τον νου των άλλων ανθρώπων, οπότε πάντοτε χρειάζεται να κάνουμε ένα μικρό λογικό άλμα. Απλά στην περίπτωση του δυισμού που ανέφερα πιο πάνω, κάνουμε ένα ακόμη, λίγο πιο μεγάλο, λογικό άλμα.

Μάλιστα κατά τον 19ο αιώνα ο ανθρωπολόγος Έντουαρντ Τάιλερ (Edward Tyler) κατέληξε στο συμπέρασμα πως με κάποιον τρόπο υπάρχουν επαρκείς εμπειρικές αποδείξεις για την ύπαρξη της ψυχής. Αυτές οι αποδείξεις υπήρχαν μέχρι την πρόσφατη ανάπτυξη των νευροεπιστημών , οι οποίες μας προσφέρουν μια εναλλακτική επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ο ανθρώπινος νους. Ας πάρουμε για παράδειγμα τα όνειρα. Όταν ονειρευόμαστε το σώμα μας παραμένει στο κρεβάτικαθ’ όλη τη διάρκεια του ύπνου, αλλά κάποιο κομμάτι του εαυτού μας μας φαίνεται πως είναι ξύπνιο και περιπλανιέται στον κόσμο. Το ίδιο συμβαίνει και όταν είμαστε σε ημιναρκώδη κατάσταση κατά τη διάρκεια ενός πυρετού, όταν παίρνουμε ναρκωτικά ή όταν έχουμε αϋπνίες.

Οι σκιές και οι αντικαθρεπτισμοί είναι μυστηριώδεις (ή τουλάχιστον ήταν έως την ανάπτυξη των θεωριών για τις φυσικές ιδιότητες του φωτός οι οποίες επεξήγησαν αυτά τα φαινόμενα). Φαίνεται πως έχουν την μορφή και την υπόσταση ενός ατόμου, χωρίς όμως να είναι το ίδιο το άτομο.

Ο θάνατος, φυσικά, είναι η υπέρτατη απόδειξη της ύπαρξης της ψυχής. Κάποιος μπορεί να σφύζει από ζωή τη μια στιγμή και την αμέσως επόμενη να είναι ένα άψυχο σώμα, πολύ πιθανώς χωρίς να έχει αλλάξει κάτι στην εξωτερική του εμφάνιση. Στην περίπτωση αυτή φαίνεται πως η ζωντανή οντότητα που κατοικούσε στο σώμα αυτό ξαφνικά το άφησε και έφυγε.

Οπότε πριν την ύπαρξη των σύγχρονων επιστημών της φυσικής, της βιολογίας και ειδικά των νευροεπιστημών, μία λογική εξήγηση όλων αυτών των φαινομένων ήταν ότι η ψυχή περιπλανιέται όταν κοιμόμαστε, κρύβεται στις σκιές, μας κοιτάει μέσα από την επιφάνεια ενός νερόλακκου και αφήνει το σώμα μας όταν πεθάνουμε.

Συνοψίζοντας θα λέγαμε πως η οικουμενική τάση προς την θρησκεία παραμένει ένας γνήσιος επιστημονικός γρίφος. Αλλά πολλές επεξηγήσεις βιολογικής προσαρμογής, όπως αυτές που παρουσιάστηκαν στο περιοδικό Τάιμ (Time) την περασμένη εβδομάδα, δεν νομίζω πως καλύπτουν επαρκώς τα κριτήρια της βιολογικής προσαρμογής. Υπάρχει η εναλλακτική επεξήγηση πως η ψυχολογία της θρησκείας είναι ένα υποπροϊόν πολλών διαφορετικών απόψεων του νου μας η οποία αναπτύχθηκε για άλλους σκοπούς. Αυτούς τους σκοπούς πρέπει να τους ξεχωρίσουμε βάσει των ωφελημάτων που έχουν οι παραγωγοί από τη μια πλευρά και οι καταναλωτές της θρησκείας από την άλλη. Όσον αφορά τους καταναλωτές, υπάρχουν πιθανές συναισθηματικές προσαρμογές στην επιθυμία μας για υγεία, αγάπη και επιτυχία, αλλά και γνωστικές όσον αφορά την διαισθητική ψυχολογία μας αλλά και οι αποδείξεις ύπαρξης της ψυχής βάσει των εμπειριών μας. Αν βάλουμε όλα τα παραπάνω σε μια σειρά, αυτό στο οποίο καταλήγουμε είναι η επίκληση στον μυστηριώδη κόσμο των ψυχών για να πραγματοποιήσουν τις πιο τρυφερές μας επιθυμίες.


  • Το πρωτότυπο κείμενο στα αγγλικά μπορείτε να το βρείτε εδώ.

*Ο Δρ. Steven Pinker είναι καθηγητής του τμήματος Ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο του Harvard. Έως το 2003 δίδασκε στο Τμήμα Γνωστικών Επιστημών και Επιστημών του Εγκεφάλου στο MIT. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στην γλώσσα και την νόηση, ενώ έχει γράψει και αρκετά βιβλία, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται τα «The Language Instinct«, «How the Mind Works» αλλά και το «The Stuff of Thought: Language as a Window into Human Nature«. Για περισσότερες λεπτομέρειες επισκευθείτε την προσωπική του ιστοσελίδα ή ρίξτε μια ματιά στο βιογραφικό του.

]]>

22 Φεβ 2009

Η προβολή βίας ως μέσο απευαισθητοποίησης

Μία συνηθισμένη κριτική στην τακτική των ΜΜΕ να προβάλουν σκηνές βίας είναι πως εν τέλει μας κάνουν πιο αναίσθητους στην προβολή της βίας, μιας και αυτή μπαίνει στην καθημερινότητά μας. Ας αναλογιστούμε τις πρόσφατες αναταραχές στην Γάζα και την κάλυψη του γεγονότος από τα ΜΜΕ. Πόσες φορές είδαμε μέσω της τηλεόρασης βομβαρδισμούς, πυροβολισμούς, σοβαρά τραυματισμένους ή ακόμη και σκοτωμένους ανθρώπους; Πόσες όμως από αυτές τις σκηνές βίας έχουν χαραχθεί στο μυαλό μας; Αναλογικά με τον συνολικό αριθμό τους, πολύ λίγες.

Αλλά το θέμα δεν τελειώνει απλά στον αριθμό των σκηνών που μπορούμε να ανακαλέσουμε. Η απευαισθητοποίηση γίνεται σε ένα πολύ πιο πρωταρχικό στάδιο κωδικοποίησης των γεγονότων που καταγράφουμε στην μνήμη μας. Έχει βρεθεί πως οι φυσιολογικές φοβικές αντιδράσεις μειώνονται όταν κάποιος έρχεται σε συνεχή επαφή με σκηνές βίας. Για παράδειγμα οι Bushman και Anderson (2002) βρήκαν πως όταν κάποιος παρακολουθεί για δεύτερη φορά ένα βίαιο βίντεο οι φυσιολογικές αντιδράσεις του σώματός του (ιδρώτας, χτύποι καρδιάς κ.α.) παρουσιάζονται μειωμένες σε σχέση με την πρώτη φορά που παρακολούθησε ένα παρόμοιο βίντεο. Βλέπουμε δηλαδή πως είναι αναμενόμενο τα βίντεο αυτά εν τέλει να περνούν απαρατήρητα καθώς δεν μας προκαλούν πρωτογενή συναισθηματική αντίδραση για να μας τραβήξουν την προσοχή.

Μία πιο πρόσφατη έρευνα των Bushman και Anderson (2009) γύρω από το θέμα αυτό έχει ακόμη πιο σοκαριστικά αποτελέσματα. Για την ακρίβεια πρόκειται για δύο διαφορετικά πειράματα που προσπαθούν να απαντήσουν στο ερώτημα εάν η παρακολούθηση βίας μας απευαισθητοποιεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είμαστε πλέον το ίδιο πρόθυμοι να βοηθήσουμε κάποιον συνάνθρωπό μας που βρίσκεται σε κίνδυνο.

Στο πρώτο πείραμα 300 φοιτητές χωρίστηκαν τυχαία σε 2 ομάδες. Τα άτομα της μίας ομάδας έπαιξαν για 20 λεπτά ένα βίαιο παιχνίδι και τα άτομα της δεύτερης ένα μη βίαιο. Μετά το πέρας των 20 λεπτών ο πειραματιστής έδινε στον κάθε συμμετέχοντα (οι οποίοι παίρναν μέρος στην έρευνα ένας-ένας) να συμπληρώσουν ένα ερωτηματολόγιο σχετικά με το παιχνίδι και έφευγε από την αίθουσα. Μέσα σε λίγα λεπτά και ενώ ο συμμετέχοντας ήταν μόνος στο δωμάτιο και συμπλήρωνε το ερωτηματολόγιο, ο πειραματιστής που ήταν έξω από το δωμάτιο έβαζε ένα προηχογραφημένο ηχητικό απόσπασμα στο οποίο δύο επαγγελματίες ηθοποιοί ακούγονταν αρχικά να μαλώνουν/φωνάζουν και μετά από λίγα δευτερόλεπτα να πιάνονται στα χέρια. Μάλιστα, για να γίνει πιο πιστευτή η σκηνή, στο σημείο που οι ηθοποιοί φαίνονταν ότι άρχισαν να βιαιοπραγούν ο πειραματιστής έριχνε μια καρέκλα στο πάτωμα και κλωτσούσε την κλειστή πόρτα του δωματίου στο οποίο βρισκόταν ο συμμετέχοντας. Έπειτα, ο ηθοποιός-θύτης ακουγόταν πως έφευγε από το δωμάτιο χτυπώντας δυνατά την πόρτα, ενώ το θύμα παραπονιόταν για τον πόνο. Αυτό που βρέθηκε είναι πως οι συμμετέχοντες που είχαν παίξει το βίαιο παιχνίδι έκαναν 73 δευτερόλεπτα για να βγουν και να βοηθήσουν το θύμα αφότου ο θύτης υποτίθεται πως είχε φύγει, ενώ όσοι είχαν παίξει το μη βίαιο παιχνίδι έκαναν μόλις 17 δευτερόλεπτα για να βγουν από το δωμάτιο και να προσφέρουν την βοήθειά τους!

Μάλιστα, ακόμη και στην περίπτωση που κάποιος δεν έβγαινε να βοηθήσει το θύμα, υπήρχαν διαφορές ανάμεσα στις δύο ομάδες. Όταν τους ζητήθηκε να αξιολογήσουν πόσο βίαιος ήταν ο καυγάς που άκουσαν έξω (υποτίθεται για να ενημερώσουν τις Αρχές του Πανεπιστημίου για το συμβάν) τα άτομα που έπαιξαν το βίαιο παιχνίδι ανέφεραν πως ήταν σχετικά ασήμαντος, ενώ τα άτομα που έπαιξαν το μη βίαιο παιχνίδι ανέφεραν πως ήταν αρκετά σοβαρός.

Το δεύτερο πείραμα έγινε υπό πιο φυσιολογικές συνθήκες. Οι πειραματιστές πήγαν σε ένα σινεμά στο οποίο παίζονταν δύο διαφορετικές ταινίες: μία βίαιη και μία μη βίαιη. Μια κοπέλα με πατιρίτσες παρίστανε πως σκόνταφτε κάπου και «τυχαία» της έπεφτε μία εξ’ αυτών. Οι πειραματιστές μετρούσαν πόσο χρόνο έπαιρνε στα άτομα που παρακολούθησαν τη βίαιη ταινία ή τη μη βίαιη ταινία να βοηθήσουν την κοπέλα. Αυτό που βρέθηκε ήταν πως αυτοί που παρακολούθησαν την βίαιη ταινία καθυστέρησαν 26% περισσότερο σε σχέση με αυτούς που είχαν δει την μη βίαιη ταινία. Η διαφορά αυτή ήταν στατιστικώς σημαντική.

Μια σημαντική λεπτομέρεια του συγκεκριμένου πειράματος είναι πως όταν το πείραμα γινόταν πριν την προβολή των ταινιών δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ αυτών που πήγαιναν να δουν την βίαιη ταινία και αυτών που πήγαιναν στην μη βίαιη, κάτι που επιβεβαιώνει πως ο βασικός παράγοντας για την -ελάχιστα- καθυστερημένη βοήθεια ήταν η προβολή της ταινίας και όχι ενδεχομένως η βίαιη φύση των ατόμων (αν υποθέσουμε πως είναι πιο πιθανό άτομα με τάσεις βίας να βλέπουν βίαιες ταινίες).

Χρόνος καθυστέρησης έως την παροχή βοήθειας πριν και μετά την προβολή της ταινίας

Αυτού του είδους οι έρευνες δείχνουν ξεκάθαρα πως η προβολή βίας στην καθημερινότητά μας μπορεί να μας απευαισθητοποιήσει απέναντι στην βία που βιώνουμε άμεσα στην ζωή μας. Ως αποτέλεσμα αυτού γινόμαστε λιγότερο πρόθυμοι να βοηθήσουμε αυτούς που μας έχουν ανάγκη. Σε αυτό το σημείο βεβαίως μπαίνει το σημαντικό ερώτημα: που ακριβώς είναι τα όρια μεταξύ επαρκούς προβολής βίας ώστε να μας κινητοποιήσει να τη σταματήσουμε και της υπέρμετρης βίας που μας κάνει πιο… αναίσθητους σε αυτή;

Προσωπικά θεωρώ πως η απόλυτη έλλειψη βίας στους τηλεοπτικούς δέκτες μας ή στα παιχνίδια δεν θα μας έκανε απαραίτητα πιο αλτρουιστές ή πιο αποτελεσματικούς στην παροχή βοήθειας, μιας και δεν γνωρίζουμε πόσο ακριβώς κρατάει η επίδραση της προβολής τέτοιων σκηνών στα επίπεδα αλτρουισμού μας.

Εισαγωγική Φωτογραφία Πηγές/Περισσότερες Πληροφορίες ]]>

17 Νοέ 2008

Παρουσίαση βιβλίου: "Ο βασανιστής ως όργανο της κρατικής εξουσίας. Ψυχολογικές καταβολές"

< ![CDATA[Τίτλος: Ο βασανιστής ως όργανο της κρατικής εξουσίας. Ψυχολογικές καταβολές
Συγγραφέας
: Μίκα Φατούρου-Χαρίτου
Έτος έκδοσης: 2003

Εν αφορμή της σημερινής ημέρας του εορτασμού της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, αποφάσισα να αναδημοσιεύσω την παρουσίαση ενός ξεχωριστού βιβλίου, η οποία πρωτοανέβηκε πριν από 1,5 περίπου χρόνο στο προσωπικό μου ιστολόγιο. Το γενικό θέμα του βιβλίου είναι η δημιουργία βασανιστών από ολοκληρωτικά καθεστώτα και πιο συγκεκριμένα από την ελληνική Χούντα πριν από περίπου 40 χρόνια. Είναι αλήθεια πως οι βασανιστές είναι βάναυσοι γιατί το «έχουν στο αίμα τους» ή μήπως είναι απλά κατασκευάσματα ενός συστήματος τυφλής υπακοής;

Περισσότερα

15 Νοέ 2008

Βιντεοθήκη: Τελευταίες προσθήκες (1/11/2008-15/11/2008)

< ![CDATA[

Το τελευταίο δεκαπενθήμερο προστέθηκε ένα ακόμη ντοκιμαντέρ στη λίστα της Βιντεοθήκης του blog. Πρόκειται για ένα ντοκιμαντέρ που ανέβηκε στο νεοσύστατο site του Στέλιου Κούλογλου, tvxs.gr, το οποίο μιλάει για τις φροϋδικές θεωρίες και το ρόλο που έπαιξαν στην αλλαγή της κοινωνίας και του τρόπου με τον οποίον ενεργούμε ως καταναλωτές. Στο ντοκιμαντέρ δεν παρουσιάζεται τόσο η δουλεια του S. Freud, όσο του Αμερικάνου ανηψιού του, ο οποίος εφάρμοσε τις φροϋδικές θεωρίες πάνω στους καταναλωτές, αλλάζοντας ριζικά τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας στον ωκεανό του καταναλωτισμού.
Περισσότερα

10 Νοέ 2008

Η έννοια του προσωπικού χώρου

< ![CDATA[

No Personal Space, by essgeeΑν κάποιος μελετήσει την ανθρώπινη ιστορία είναι πολύ πιθανόν να καταλήξει στο συμπέρασμα πως ο άνθρωπος είναι ένα ον κοινωνικό. Χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλο για να επιβιώσουμε, να πετύχουμε στόχους, αλλά εν τέλει ακόμη και για να ευτυχίσουμε. Το γεγονός αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν όρια στον βαθμό συγχώνευσης των ατόμων. Θέλουμε να πιστεύουμε πως έχουμε ανεξάρτητη σκέψη και βούληση, γνωρίζουμε πως όλοι μας χρησιμοποιούμε ένα εναλλακτικό κοινωνικό πρόσωπο (persona) το οποίο διαφέρει -άλλες φορές πολύ, άλλες φορές λιγότερο- από το ιδιωτικό μας πρόσωπο και πλέον το σύνολο των νομοθεσιών του κόσμου μιλάνε για προστασία των προσωπικών δεδομένων. Αυτά είναι μόνο μερικά από τα παραδείγματα στα οποία γίνεται εμφανές πως ισορροπούμε ανάμεσα στον εαυτό μας και την κοινωνία και πως θέτουμε όρια ανάμεσα σε αυτές τις δύο πραγματικότητες.

Σε αυτό το post θα αναλύσουμε ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα σύγκρουσης του «κοινωνικού» και του «προσωπικού» μας κόσμου: τον προσωπικό μας χώρο.

Περισσότερα

22 Οκτ 2008

Ανάπτυξη φιλιών κατά την παιδική ηλικία

Οι φιλίες παίζουν σημαντικό ρόλο τόσο στη ζωή των παιδιών, όσο και των ενηλίκων. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός πως ήδη από την ηλικία των τεσσάρων ετών τα παιδιά σε ποσοστό 75% έχουν αναπτύξει σχετικά στενές σχέσεις με συνομηλίκους τους, ενώ η φιλία είναι ένα φαινόμενο που παρουσιάζεται σε όλες τις κοινωνίες και έχει σχεδόν πάντα μια σημαντική θέση στον κατάλογο των προτεραιοτήτων όλων μας. Βεβαίως οι τρόποι με τους οποίους εκφράζονται οι φιλίες, η ποιότητά τους και η διαχρονικότητά  τους παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές από κοινωνία σε κοινωνία.

Σε αυτό το post θα εστιάσουμε στην μορφή που παίρνουν οι φιλίες από την παιδική ηλικία έως και την εφηβεία.

Πριν ξεκινήσουμε όμως καλό θα ήταν να δώσουμε έναν ορισμό στον όρο «φιλία». Αυτό που οι περισσότεροι εννοούμε όταν μιλάμε για «φιλία» είναι οι εκούσιες, στενές σχέσεις που βασίζονται στην συνεργασία και στην εμπιστοσύνη ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα άτομα. Θα πρέπει να τονιστεί δε πως οι έννοιες «φιλία» και «κοινωνική ένταξη» δεν ταυτίζονται, καθώς η κοινωνική αποδοχή του παιδιού από μια μεγαλύτερη ομάδα συνομηλίκων είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το αν το παιδί έχει φίλους ή όχι.

Ο κόσμος των παιδιών και οι σχέσεις με τους συνομηλίκους τους έχει απασχολήσει και στο παρελθόν τους εξελικτικούς ψυχολόγους και οι έρευνες που έγιναν στον τομέα αυτό είχαν ως αποτέλεσμα αρκετές ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις. Γνωρίζουμε ότι οι σχέσεις των παιδιών και των συνομηλίκων τους αλλάζουν με συστηματικό τρόπο καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν και παιρνούν σε διαφορετικά στάδια ανάπτυξης, αλλά και ότι αυτές οι σχέσεις εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς ανάλογα με την ηλικία.

Οτιδήποτε συμβαίνει κατά την παιδική ηλικία στις παρέες των παιδιών επηρεάζει τη λειτουργία τους και στους άλλους τομείς της ζωής τους, συμπεριλαμβανομένης της οικογένειας, του σχολείου αλλά και της κοινωνίας γενικότερα. Συμβαίνει όμως και το αντίθετο: οτιδήποτε συμβαίνει στους άλλους τομείς της ζωής του παιδιού καθρεφτίζεται στις σχέσεις του με την παρέα του. Γι’ αυτό οι σχέσεις των παιδιών με τους συνομηλίκους τους και με τους φίλους σχετίζονται, από κάθε άποψη, με την σωστή ανάπτυξη τους, αλλά και με το αν έχουν επιτυχία, ή όχι, στο σχολείο.

Ας δούμε όμως τα στάδια της κοινωνικής ένταξης με τη σειρά.

Προσχολική ηλικία

Η ανάπτυξη της κοινωνική συμπεριφοράς, όπως είναι φυσικό, έρχεται ως αποτέλεσμα της επικοινωνίας μας με τα πρώτα πρόσωπα του περιβάλλοντός μας, τα οποία κατά πάσα πιθανότητα είναι οι γονείς και στις περισσότερες περιπτώσεις η μητέρα μας. Αν οι γονείς λοιπόν ενθαρρύνουν το παιδί τότε αυτό αποκτά αυτοπεποίθηση και περιέργεια για να γνωρίσει νέα πρόσωπα, ενώ αν το αποθαρρύνουν (π.χ. με πολλαπλά αρνητικά σχόλια για το πως συμπεριφέρεται ή με το να του μαθαίνουν πως όλοι όσοι το πλησιάζουν αποτελούν έναν εν δυνάμει κίνδυνο, εκτός αν «η μαμά» δώσει την άδεια) τότε το παιδί κλείνεται περισσότερο στον εαυτό του και γίνεται δύσπιστο προς τους άλλους, κάτι που χρόνο με το χρόνο γίνεται εμπόδιο στην ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων με τους συνομολίκους του.

Όπως αναφέραμε και πιο πάνω η ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων είναι μια δυναμική και σταδιακή διαδικασία που γίνεται βήμα-βήμα. Μερικά από τα πιο σημαντικά σημεία αυτής της ανάπτυξης κατά την προσχολική ηλικία είναι τα ακόλουθα:

  • 6-8 μηνών – Τα παιδιά αγνοούν το ένα το άλλο. Ξεκινάει η κοινωνική επαφή με απλά κοιτάγματα, χαμόγελα και άπλωμα χεριού.
  • 9-13 μηνών – Τα παιδιά μαλώνουν και το ένα προσπαθεί να πάρει τα παιχνίδια του άλλου.
  • 19-25 μηνών – Περιορίζονται οι τσακωμοί.
  • 19-25 μηνών – Παρουσιάζεται συνεργατικό και φιλικό παιχνίδι.
Από την ηλικία που το παιδάκι θα πάει στο πρώτο του «σχολείο» -δηλαδή τουλάχιστον μετά τα δύο του χρόνια- η ανάπτυξη των κοινωνικών του δεξιοτήτων επιταχύνεται και επομένως οι φίλοι που αποκτά σε αυτό το διάστημα είναι συνήθως πολλοί σε σχέση με πριν.
Αργότερα, στην ηλικία των τριών με τεσσάρων χρόνων, αναπτύσσεται ο ανταγωνισμός μεταξύ των παιδιών ενώ στην ηλικία των τεσσάρων με πέντε ετών, ταυτόχρονα με τον ανταγωνισμό ο οποίος συνεχίζει να υπάρχει, αρχίζουν να παίζουν συνεργατικά παιχνίδια. Μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στα δύο φύλα είναι πως ο ανταγωνισμός αυτός είναι πιο έντονος στα αγόρια παρά στα κορίτσια.
Στην ηλικία των πέντε χρονών αρχίζουν να αναγνωρίζονται οι αρχηγοί του παιχνιδιού που είναι τα παιδιά τα οποία αγαπούν όλα τα υπόλοιπα μέλη της παρέας, ενώ ταυτόχρονα οι τσακωμοί ανάμεσά τους είναι σχετικά συχνό φαινόμενο. Σε γενικές γραμμές όμως οι φιλίες σε αυτή τη φάση χαρακτηρίζονται από μια ουσιαστική φιλικότητα και τη συνεργατικότητα που υπάρχει ανάμεσά στα παιδιά.
Μετά το πέμπτο έτος οι φίλοι αρχίζουν και περιορίζονται και πάλι, πριν το παιδί περάσει στη σχολική ηλικία η οποία αποτελεί έναν νέο διακριτό κύκλο στην ανάπτυξη της κοινωνικότητας.

Σχολική ηλικία

Σε αυτό το στάδιο οι φιλίες που αναπτύσονται γίνονται πιο σταθερές, καθώς δημιουργείται η διάθεση για συμμόρφωση προς στους κανόνες της ομάδας. Αυτό ήταν αδιανόητο προηγουμένως, μιας και τα μικρότερης ηλικίας παιδιά είναι σε έναν μεγάλο βαθμό εγωκεντρικά.

Μέχρι την ηλικία των οκτώ οι φιλικές ομάδες που σχηματίζονται περιλαμβάνουν τόσο αγόρια, όσο και κορίτσια. Αλλά από την ηλικία των οκτώ και έπειτα (περίπου μέχρι τα έντεκα χρόνια) τα παιδιά προτιμούν φίλους του ίδιου φύλου.

Τα αγόρια αυτής της ηλικίας συμμετέχουν σε ζωηρά και ανταγωνιστικά παιχνίδια και προτιμούν περιπετειώδεις ιστορίες και εξερευνήσεις, ενώ τα κορίτσι συμμετέχουν σε πιο άτονες δραστηριότητες και προτιμούν ευχάριστες και ρομαντικές ιστορίες. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ήβης τα παιδιά τείνουν να απωθούν το αντίθετο φύλο γιατί συνειδητοποιούν τον ιδιαίτερο ρόλο κάθε φύλου. Φυσικά, στη δημιουργία μιας ομάδας φιλίας ρόλο δεν παίζει μόνο το φύλο αλλά και άλλα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των παιδιών τα οποία φαντάζουν σημαντικά σε αυτές τις ηλικίες (π.χ. ομορφιά, καθαριότητα, αθλητικό παράστημα) ή η κοινή γειτονιά και το κοινό σχολείο.

Μια σημαντική διαφοροποίηση στις φιλίες κατά την παιδική ηλικία είναι οι δραστηριότητες που αναπτύσσονται στις παρέες των συνομήλικων. Στα πρώτα χρόνια τα παιδιά συνήθως εξαντλούνται στο να παίζουν με τους φίλους τους, ενώ αργότερα σιγά-σιγά διαφοροποιείται αυτή η δραστηριότητα και πλέον στην μέση παιδική ηλικία αλλά και στην εφηβική τα παιδιά προτιμούν να αθλούνται μαζί με τους φίλους τους, να βγαίνουν βόλτα, να συζητούν και να μοιράζονται τα προβλήματά τους.

Υπάρχουν δύο κύριες κατηγορίες φιλίας. Η πρώτη κατηγορία είναι οι φιλίες μέσα σε μια μεγάλη παρέα συνομηλίκων και η δεύτερη η φιλία ανάμεσα σε δύο μόνο άτομα. Στις φιλίες μέσα στις μεγάλες ομάδες υπάρχουν ορισμένα στοιχεία τα οποία τείνουν να μην παρουσιάζονται στις δυαδικές φιλίες. Τέτοια στοιχεία είναι ο χαρακτηρισμός μιας φιλίας με βάση το βαθμό αποδοχής ενός παιδιού από την υπόλοιπη ομάδα των παιδιών, η σύνδεση του ενός παιδιού με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας (/παρέας) αλλά και η θέση που το παιδί έχει στην ομάδα αυτή.

Εγωκεντρισμός

Μιας και αναφερθήκαμε λίγο πιο πάνω στον εγωκεντρισμό και τον ρόλο τους στην ανάπτυξη μιας φιλίας και στην επιλογή των μελών μιας παρέας, αξίζει να αναφέρουμε μερικές επιπλέον λεπτομέρειες σχετικά με το φαινόμενο αυτό.

Σύμφωνα με τον Salkind ο εγωκεντρισμός μπορεί να οριστεί ως έλλειψη ικανότητας για διαφοροποίηση του υποκειμένου από το αντικείμενο. Το εγωκεντρικό παιδί (συνήθως μικρής ηλικίας) δεν μπορεί να υπολογίσει την προοπτική ενός άλλου προσώπου και αυτή η κατάσταση επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο το εξελισσόμενο άτομο προσεγγίζει τον κόσμο, όπως επίσης επηρεάζει και την κοινωνική ανάπτυξη σε περιοχές όπως οι διαπροσωπικές σχέσεις, η διαμόρφωση στάσεων και η κοινωνική προσαρμογή.

Γενικά, τα παιδιά είναι εγωκεντρικά στις σχέσεις τους και το μόνο που τους ενδιαφέρει σε μια φιλία αρχικά (ηλικία 4-5 ετών) είναι το παιχνίδι και όχι η στοργή και η αλληλοϋποστήριξη. Μεγαλώνοντας μόνο, αρχίζουν να ενδιαφέρονται για τη μονιμότητα μιας φιλίας καθώς και για το πώς βλέπουν τα πράγματα οι φίλοι τους.

Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες:

Εισαγωγική Φωτογραφία: You are the sunshines in my heart! by beija-flor]]>