12 Ιαν 2015

Νευρο-εγκληματολογία: μπορούμε να προβλέψουμε την παραβατική συμπεριφορά;

Πριν από 15 περίπου χρόνια κυκλοφόρησε το Minority Report, μία ταινία που ως θέμα είχε μια φουτουριστική και δυστοπτική κοινωνία στην οποία κάποιοι αστυνομικοί μπορούσαν να προβλέψουν μέσω ενός «σκαναρίσματος» ποιος επρόκειτο να διαπράξει κάποιο έγκλημα. Έτσι, μπορούσαν να επέμβουν πριν καν συμβεί το οποιοδήποτε περιστατικό και να σώσουν αθώους πολίτες από την πιθανή βίαιη συμπεριφορά των συμπολιτών τους. Αν και φυσικά προς το παρόν η επιστήμη δεν έχει φτάσει στο σημείο να μπορούμε να προβλέπουμε με ένα σκανάρισμα και με τόσο μεγάλη ακρίβεια την συμπεριφορά των ανθρώπων, σίγουρα έχουν γίνει πολλά βήματα προς την ενσωμάτωση όλο και περισσότερων βιολογικών ερευνών στην προσπάθεια κατανόησης της βίαιης συμπεριφοράς. Αποτέλεσμα του αυξημένου ενδιαφέροντος για την σύνδεση βιολογικών καταβολών με την επιθετική/παραβατική συμπεριφορά είναι η γέννηση ενός νέου, υβριδικού, κλάδου: η νευρο-εγκληματολογία.

Η βιβλιογραφία στον κλάδο της νευρο-εγκληματολογίας είναι ακόμη περιορισμένη και κατά κόρον περιλαμβάνει άρθρα συσχέτισης διαφόρων παραγόντων με την παραβατικότητα. Μερικοί από αυτούς τους παράγοντες είναι ορισμένοι βιολογικοί και γενετικοί δείκτες (επίπεδα ορμονών, επίπεδα νευροδιαβιβαστών, εγκεφαλικές ανωμαλίες, βιολογική κληρονομικότητα), περιγενετικοί παράγοντες (κατανάλωση αλκοόλ ή/και χρήση ναρκωτικών κατά την εγκυμοσύνη, ασθένειες κατά την εγκυμοσύνη, προβλήματα στη γέννα) αλλά και περιβαλλοντικοί παράγοντες (προβλήματα στο σπίτι, βιαία πρότυπα, κοινωνικο-οικονομική κατάσταση οικογενειακού περιβάλλοντος).

Γενετικοί Παράγοντες

Έρευνες με ομοζυγωτικά και διζυγωτικά δίδυμα αδέρφια που χωρίστηκαν κατά τη γέννα και μεγάλωσαν σε διαφορετικά περιβάλλοντα μας επιτρέπουν να δούμε την επίδραση που έχουν οι γενετικοί παράγοντες1 . Εάν δύο δίδυμα αδέρφια αναπτύξουν την ίδια παραβατική συμπεριφορά, παρόλο που έχουν μεγαλώσει σε δύο εντελώς διαφορετικά περιβάλλοντα, τότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι η συμπεριφορά επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από γενετικούς παράγοντες. Οι μέχρι τώρα έρευνες διδύμων για την επιθετική και αντικοινωνική συμπεριφορά (δύο παράγοντες που σχετίζονται με την εγκληματικότητα) δείχνουν πως σε γενικά πλαίσια οι γενετικοί παράγοντες επηρεάζουν την εμφάνιση επιθετικότητας σε ποσοστό 40%-60%. Από την άλλη πλευρά, γενετικές έρευνες σε επίπεδο ανάλυσης συγκεκριμένων γονιδίων, δεν έχουν καταλήξει στην ταυτοποίηση γονιδίων που σχετίζονται με την επιθετική συμπεριφορά. Αυτή η έλλειψη ευρημάτων περιπλέκει ακόμη περισσότερο το ερώτημα εάν γεννιόμαστε επιθετικοί και αυτό στο οποίο καταλήγουν οι επιστήμονες έως τώρα είναι πως μάλλον η αλληλεπίδραση μεταξύ ολόκληρων ομάδων –και όχι συγκεκριμένων- γονιδίων είναι αυτή η οποία μπορεί να προκαλεί την επιθετική συμπεριφορά στα επίπεδα του 40%-60% που αναφέραμε προηγουμένως. Είναι σαν να μιλάμε για ένα «κοκτέιλ» γονιδίων για την επιθετική συμπεριφορά, το οποίο αποτελείται από πολλά και διαφορετικά γονίδια. Δεν αρκεί η ύπαρξη των «συστατικών» του «κοκτέιλ», αλλά πρέπει να «αναμιχθούν» μεταξύ τους με συγκεκριμένο τρόπο, ώστε να φτάσουμε στο τελικό αποτέλεσμα.

Περιγενετικοί παράγοντες

Μια σειρά από περιγενετικούς παράγοντες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, της γέννας ή των πρώτων ημερών της ζωής των παιδιών έχουν συσχετιστεί με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης επιθετικής και παραβατικής συμπεριφοράς κατά την ενηλικίωση. Επιπλοκές στη γέννα, υποσιτισμός κατά τα πρώτα στάδια της εγκυμοσύνης αλλά και εγκατάλειψη ή/και κακοποίηση του βρέφους ήδη από τις πρώτες εβδομάδες της ζωής είναι μερικοί από τους παράγοντες που έχουν βρεθεί πως είναι κοινά στοιχεία στα ιστορικά των ατόμων με επιθετική συμπεριφορά. Πιο συγκεκριμένα, η κατανάλωση αλκοόλ και χρήση νικοτίνης κατά την εγκυμοσύνη έχει βρεθεί πως σχετίζεται θετικά με την ανάπτυξη παιδικής επιθετικότητας. Μια άλλη ουσία η οποία έχει βρεθεί στο επίκεντρο πολλών μελετών είναι ο μόλυβδος, καθώς πλήθος ερευνητών έχουν βρει συσχετισμό μεταξύ των υψηλών επιπέδων μολύβδου στο σώμα της μητέρας κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης και της παραβατικής συμπεριφοράς του παιδιού όταν ενηλικιωθεί2 . Φαίνεται πως το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, όπου αρχίζουν να σχηματίζονται το νευρολογικό σύστημα και τα όργανα του παιδιού, είναι ιδιαίτερα κρίσιμο, καθώς η κακή διατροφή της μητέρας σε αυτή τη φάση της εγκυμοσύνης αυξάνει κατά 2 φορές την πιθανότητα το παιδί να έχει αντικοινωνική συμπεριφορά κατά την εφηβική και ενήλικη ζωή του.

Τα περιγενετικά προβλήματα σχετίζονται πιο συχνά με νευρολογικά προβλήματα, παιδική επιθετικότητα και παραβατική συμπεριφορά ως ενήλικες, όταν έρχονται σε συνδυασμό με ένα κακό περιβάλλον ανατροφής. Φαίνεται δηλαδή πως ο πιο καθοριστικός παράγοντας για την ανάπτυξη επιθετικής και παραβατικής συμπεριφοράς είναι ο τρόπος με τον οποίο μεγαλώνουν οι γονείς τα παιδιά τους, τα πρότυπα που τους δίνουν, τα συστήματα αμοιβών-ποινών που αξιοποιούν, αλλά και φυσικά η γενικότερη κοινωνικοοικονομική κατάσταση που μπορεί να επιβαρύνει γονείς και παιδιά στην καθημερινότητά τους.

Επίπεδα ορμονών και νευροδιαβιβαστών

Οι ορμόνες είναι φυσικές ουσίες που απελευθερώνει το σώμα μας σε διάφορες φάσεις της καθημερινότητάς μας και έχουν άμεση επίδραση στο νευρολογικό μας σύστημα αλλά και στη λειτουργία διάφορων οργάνων του σώματός μας. Μέσα στα πλαίσια της νευροεγκληματολογικής έρευνας, έχει βρεθεί πως οι αυξομειώσεις στα επίπεδα συγκεκριμένων ορμονών, σχετίζονται με την ανάπτυξη αντικοινωνικής συμπεριφοράς, τόσο σε ενήλικες, όσο και παιδιά3 . Δύο από τους πιο συνήθεις «υπόπτους» είναι η κορτιζόλη και η τεστοστερόνη. Χαμηλά επίπεδα κορτιζόλης στα παιδιά σχετίζονται με αυξημένη επιθετική συμπεριφορά και το ίδιο ισχύει για τα υψηλά επίπεδα τεστοστερόνης στους εφήβους και τους ενήλικες. Βέβαια, η παρουσία ή η απουσία ορμονών στο σώμα μας, μπορεί να οφείλεται σε πολλούς παράγοντες: οργανική/εγκεφαλική δυσλειτουργία, γενετική προδιάθεση ή περιβάλλον (στρες).

Εκτός από τις ορμόνες όμως, το σώμα μας και συγκεκριμένα το νευρικό μας σύστημα λειτουργεί με τη χρήση άλλων ουσιών που ονομάζοντια νευροδιαβιβαστές. Οι νευροδιαβιβαστές είναι ουσιαστικά οι «αγγελιοφόροι» του νευρικού συστήματος, καθώς ελέγχουν την πυροδότηση ολόκληρων νευρικών δικτύων, επηρεάζοντας φυσικά τη συμπεριφορά μας. Στα πλαίσια της έρευνας για την αντικοινωνική και επιθετική συμπεριφορά, η επιστημονική κοινότητα έχει εστιάσει στον ρόλο του νευροδιαβιβαστή σεροτονίνη4 . Η σεροτονίνη χρησιμοποιείται σε πολλές περιοχές του εγκεφάλου, αλλά αυτή που μας ενδιαφέρει περισσότερο είναι ο πρόσθιος λοβός του εγκεφάλου, ο οποίος ελέγχει την παρορμητικότητά μας. Χαμηλά επίπεδα σεροτονίνης έχουν συσχετιστεί με κακή λειτουργία του πρόσθιου λοβού του εγκεφάλου, με αποτέλεσμα την έλλειψη αυτοσυγκράτησης και την ταυτόχρονη ανάπτυξη επιθετικής συμπεριφοράς.

Ποιος φταίει; Το άτομο ή ο εγκέφαλος;

Όπως είπαμε ήδη, σκοπός της νευροεγκληματολογίας είναι να ερευνήσει τους φυσιολογικούς παράγοντες που επηρεάζουν την εμφάνιση εγκληματικής συμπεριφοράς. Με τα ολοένα και περισσότερα ευρήματα σε αυτόν τον επιστημονικό τομέα, γεννιέται ένα βασικό ερώτημα: εάν γενετικοί, περιγενετικοί, φυσιολογικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες εμπλέκονται στην ανάπτυξη εγκληματικής συμπεριφοράς, που τραβάμε τα όρια της προσωπικής ευθύνης; Πόσο ευθύνεται το άτομο για τις πράξεις του, εάν δεχόμαστε εξωτερικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις αποφάσεις και τις πράξεις του;

Μια βιβλιογραφική ανασκόπηση που έγινε πρόσφατα5 αναφέρει ένα ακραίο μεν, αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα πραγματικής ιστορίας που προβλημάτισε τόσο την επιστημονική όσο και την νομική κοινότητα.

•	Figure 1, by Glenn et al. (2014)Ο Μάικλ ήταν ένας 40χρονος δάσκαλος και ήταν παντρεμένος με την Κριστίν η οποία είχε μία κόρη από προηγούμενο γάμο της. Δεν είχε ιστορικό βίαιης ή παράνομης συμπεριφοράς και ζούσε ευτυχισμένος με την οικογένειά του. Ξαφνικά όμως η συμπεριφορά του άλλαξε. Έγινε επιθετικός απέναντι στη γυναίκα και τη θετή του κόρη. Άρχισε να συμπεριφέρεται πολύ παράξενα, καθώς βρέθηκε πως έπαιρνε πορνογραφικά περιοδικά στην τάξη που δίδασκε, ενώ επεδίωκε να κοιμάται τα βράδια με τη θετή του κόρη.

Μετά από καταγγελία της γυναίκας του για σεξουαλική παρενόχληση του παιδιού, ο Μάικλ δικάστηκε και βρέθηκε ένοχος για το συγκεκριμένο αδίκημα Καθώς του δόθηκε η επιλογή είτε να μπει φυλακή, είτε να παρακολουθήσει προγράμματα αποκατάστασης σε ψυχιατρική κλινική, ο Μάικλ επέλεξε το δεύτερο. Μετά από μερικό διάστημα αποκλείστηκε η συμμετοχή του από τα προγράμματα αυτά, καθώς έκανε ανήθικες προτάσεις και παρενοχλούσε τις γυναίκες υπαλλήλους των προγραμμάτων αυτών. Γενικά η συμπεριφορά του ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τον ήπιο και ευγενικό χαρακτήρα του πριν από μερικούς μήνες.

Τελικά ο Μάικλ άρχισε να παραπονιέται για έντονους πονοκεφάλους. Κατά τη μεταφορά του στο νοσοκομείο, ο γιατρός που τον παρακολουθούσε ζήτησε να του γίνει μαγνητική τομογραφία για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει κάποιο πιο σοβαρό πρόβλημα για τους πονοκεφάλους. Τα αποτελέσματα της εξέτασης έδειξαν ότι ο Μάικλ είχε αναπτύξει έναν καλοήθη όγκο στον πρόσθιο λοβό του εγκεφάλου του, ο οποίος όπως είπαμε επηρεάζει την παρορμητικότητά μας. Ο όγκος αυτός βρέθηκε πως είχε αναπτυχθεί περίπου στο διάστημα που είχε αλλάξει η συμπεριφορά του Μάικλ. Μετά από μια επιτυχή εγχείρηση αφαίρεσης του όγκου, ο Μάικλ ξαναβρήκε τον εαυτό του. Έγινε ξανά ο άνθρωπος που όλοι γνώριζαν εξ’ αρχής. Η συμπεριφορά του άλλαξε εντελώς, τα ξαναβρήκε με τη γυναίκα του και όταν τελείωσε το πρόγραμμα αποκατάστασης, επέστρεψε στο σπίτι μαζί της και με την θετή του κόρη.

Μετά από μερικούς μήνες, η γυναίκα του ανακάλυψε πορνογραφικό υλικό στον υπολογιστή του, ενημέρωσε τον γιατρό και μια νέα τομογραφία έδειξε ότι ο καρκίνος είχε επιστρέψει. Έπειτα από μια δεύτερη εγχείρηση αφαίρεσης του όγκου, η συμπεριφορά του Μάικλ ξαναέγινε κανονική. Επαναληπτικές εξετάσεις και προσεκτική παρατήρηση της συμπεριφοράς του για τα επόμενα έξι χρόνια έδειξαν ότι ο καρκίνος δεν ξαναεμφανίστηκε και ότι ο Μάικλ ήταν ο εαυτός του, χωρίς παρορμήσεις και επιθετική συμπεριφορά.

Το παραπάνω πραγματικό παράδειγμα είναι μεν ακραίο, αλλά υπογραμμίζει πόσο σημαντική είναι η επίδραση της βιολογίας στη συμπεριφορά μας και αφήνει ανοιχτή την πρόταση ο σωφρονισμός και η καταπολέμηση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς να συμπεριλαμβάνει και νέους στόχους και να λαμβάνει υπόψην περισσότερους παράγοντες εάν θέλουμε να είμαστε πιο αποτελεσματικοί.

Η απάντηση στο ερώτημα που θέσαμε σχετικά με το που είναι τα όρια της προσωπικής ευθύνης, δεν είναι ξεκάθαρη και εξαρτάται από την οπτική γωνία και το φιλοσοφικό υπόβαθρο από το οποίο ξεκινάμε τη διερεύνηση της συμπεριφοράς. Εάν δεχτούμε ένα καθαρά μηχανικό, συμπεριφορικό μοντέλο της συμπεριφοράς μας, τότε ξεκινάμε από την παραδοχή πως δεν είμαστε τίποτα άλλο πέρα από μια βιολογική μηχανή και προϊόν του περιβάλλοντός μας, οπότε η προσωπική ελευθερία και η προσωπική ευθύνη περιορίζεται σημαντικά. Στο άλλο άκρο έχουμε την παραδοχή πως ως ανώτερα και ελεύθερα σκεπτόμενα όντα πρέπει να έχουμε την πλήρη ευθύνη των πράξεών μας. Η βιολογία και το περιβάλλον δεν είναι τίποτα άλλο από μερικές παράμετροι τις οποίες μπορούμε να ελέγξουμε ή να υπερκεράσουμε με την σωστή θέληση.

Κάπου στο ενδιάμεσο όμως βλέπουμε πως βρίσκεται η χρυσή τομή ανάμεσα στα δύο άκρα. Ας φανταστούμε τη συμπεριφορά μας σαν ένα ποτήρι μισογεμάτο με νερό. Ο κάθε ένας από εμάς έρχεται με μια συγκεκριμένη προδιάθεση για επιθετική και παραβατική συμπεριφορά, άλλοι έχουν το ποτήρι γεμάτο σχεδόν ως επάνω (μεγάλη γενετική προδιάθεση), ενώ άλλοι σχεδόν άδειο (μικρή γενετική προδιάθεση). Από εκεί και πέρα, το περιβάλλον και οι καταστάσεις που βιώνουμε προσθέτουν πολύ (κακό περιβάλλον) ή λίγο νερό (καλό περιβάλλον) στο ποτήρι μας. Σε αυτό έρχονται και άλλοι βιολογικοί παράγοντες όπως η ορμονική και η εγκεφαλική δυσλειτουργία που είδαμε πιο πάνω, προσθέτοντάς ο καθένας το δικό του νερό στο ποτήρι. Εάν το νερό μετά από όλες αυτές τις προσθήκες είναι αρκετό, μπορεί το ποτήρι να ξεχειλίσει και να χυθεί έξω, οπότε να εκδηλωθεί και η επιθετική/αντικοινωνική/παραβατική μας συμπεριφορά. Εάν το νερό δεν είναι αρκετό (μικρή γενετική προδιάθεση, καλό περιβάλλον και προσωπικά βιώματα, καμία βιολογική διαταραχή), τότε απλά η συμπεριφορά δεν εκδηλώνεται.

Όπως και να έχει το σίγουρο είναι πως η νευροεγκληματολογία και τα εργαλεία που δημιουργεί πρέπει να χρησιμοποιούνται με φειδώ και λογική και να μην παρερμηνεύονται τα αποτελέσματά της. Είναι ένα ακόμη επιπλέον μέσο που έχουμε στο ταξίδι που κάνουμε εδώ και πολλούς αιώνες στην όλο και βαθύτερη κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και κατά συνέπεια του ίδιου μας του είναι.

Εικόνα

  • Figure 1, by Glenn et al. (2013)
]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Raine, A. (2013). The Anatomy of Violence: The Biological Roots of Crime. Pantheon. []
  2. Wright, J. P. et al. (2008). Association of prenatal and childhood blood lead concentrations with criminal arrests in early adulthood. PloS Med. 5, 732–740 []
  3. McBurnett, K., Lahey, B. B., Rathouz, P. J. & Loeber, R. (2000). Low salivary cortisol and persistent aggression in boys referred for disruptive behavior.Arch. Gen. Psychiatry 57, 38–43. []
  4. Nelson, R. J. & Trainor, B. C. (2007). Neural mechanisms of aggression. Nature Rev. Neurosci. 8, 536–546. []
  5. Glenn, A. L., & Raine, A. (2013). Neurocriminology: implications for the punishment, prediction and prevention of criminal behaviour. Nature Reviews Neuroscience, 15(1), 54–63. doi:10.1038/nrn3640 []
20 Αυγ 2014

Ο βιολογικός μηχανισμός της αγάπης

Η αγάπη είναι μία έννοια που έχει πολλές προεκτάσεις: φιλοσοφικές, ψυχολογικές, θεολογικές, κοινωνικές ή ακόμη και βιολογικές. Το συναίσθημα της αγάπης έχει αποδειχθεί από πολλές έρευνες ότι έχει άμεσο αντίκτυπο τόσο στην νοητική/ψυχολογική μας κατάσταση, όσο και στη σωματική. Για παράδειγμα, το σύνδρομο της «σπασμένης καρδιάς» (broken heart) είναι ένα υπαρκτό πρόβλημα και περιγράφει την ιδιαίτερη σωματική ευαισθησία που προκαλείται μετά από έναν έντονο, αρνητικό γεγονός που συνήθως σχετίζεται με την απώλεια (θάνατος, χωρισμός κτλ).

Η ανθρώπινη ανάγκη για αγάπη έχει περιγραφεί σε πλήθος θεωρητικών πλαισίων, από το ψυχαναλυτικό μοντέλο του Freud έως και την πυραμίδα των αναγκών του Maslow. Από τη στιγμή που γεννιόμαστε κυνηγούμε το συναίσθημα της ασφάλειας και αποδοχής που συνοδεύουν την αγάπη που λαμβάνουμε από τους γύρω μας. Η αγάπη είναι ο θεμέλιος λίθος της δημιουργίας νέων οικογενειών, αλλά και σημαντικότατος παράγοντας σύσφιξης των σχέσεων με μέλη της οικογένειάς και του φιλικού μας περιβάλλοντος.

Όπως γίνεται κατανοητό, η αγάπη δεν είναι απλά ένα συναίσθημα. Έχει πλήθος διαφορετικών οπτικών γωνιών υπό τις οποίες μπορεί να την προσεγγίσει κανείς. Επηρεάζεται από πλήθος άλλων παραγόντων (βιολογικούς, κοινωνικούς, γνωστικούς κτλ) και εν συνεχεία μπορεί να επηρεάσει εκ νέου αυτούς τους παράγοντες, καθιστώντας αυτό το συναίσθημα ως ένα από τα σημαντικότερα στη ζωή μας.

Βιολογία της αγάπης

Μέχρι και πρόσφατα οι επιστήμονες ερευνούσαν την αγάπη μέσα στα πλαίσια της έρευνας για την ανάπτυξη και το ρόλο των συναισθημάτων στη ζωή μας και επικεντρωνόντουσαν κυρίως στο γνωστικό κομμάτι (τι πιστεύουμε ότι είναι αγάπη, πότε νοιώθουμε ότι αγαπάμε κάποιον, πως εξηγούμε την αγάπη κτλ) και τις κοινωνικές προεκτάσεις της. Η βιολογία της αγάπης όμως άρχισε σιγά-σιγά να τραβάει τα βλέμματα της επιστημονικής κοινότητας, με αποτέλεσμα τις τελευταίες δύο δεκαετίες να έχουμε αποκτήσει αρκετές γνώσεις γύρω από τους νευροβιολογικούς και ενδοκρινολογικούς μηχανισμούς της παρατηρήσιμης, κοινωνικής συμπεριφοράς που ερμηνεύεται ως αγάπη.

Η εξέλιξη της κοινωνικής και φροντιστικής συμπεριφοράς

Η αγάπη είναι κατά βάση μια κοινωνική συμπεριφορά και ως τέτοια μπορεί να ερευνηθεί και υπό τη σκοπιά της εξέλιξης. Τι είδους εξελικτική αξία έχει η ανάπτυξη αλληλένδετων σχέσεων ενδιαφέροντος και προστασίας μεταξύ δύο οργανισμών; Η ικανότητα δύο οργανισμών να αλληλεπιδρούν και να υποστηρίζουν τους ομοιοστατικούς μηχανισμούς (την ισορροπία δηλαδή στην λειτουργία ενός οργανισμού), την ατομική ανάπτυξή αλλά και την αναπαραγωγή τους, είναι ένας από τους αρχαιότερους βιολογικούς μηχανισμούς. Τέτοιου είδους «κοινωνικές συμπεριφορές» παρατηρούνται ακόμη και στους πιο πρωτόγονους οργανισμούς: τα βακτήρια. Τα βακτήρια έχουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν και να προσεγγίζουν μέλη του είδους τους, ενώ έχει παρατηρηθεί ότι η αναπαραγωγή τους είναι πιο επιτυχής όταν βρίσκονται εντός των ομάδων τους1 . Η «κοινωνική» συμπεριφορά των βακτηρίων είναι φυσικά μόνο η αρχή. Η αγάπη φαίνεται πως έχει ιδιαίτερη αξία για την επιβίωση και την αναπαραγωγή όλων των ειδών, καθώς παρατηρείται σχεδόν σε όλα τα γνωστά είδη: ερπετά, θηλαστικά, πουλιά, ψάρια. Όλοι οι οργανισμοί φροντίζουν ο ένας τον άλλο, ιδιαίτερα οι γονείς τα παιδιά τους, τα οποία άλλωστε μεταφέρουν και τα γονίδιά τους στο μέλλον. Όσοι οργανισμοί δεν έδειξαν τέτοιου είδους συμπεριφορές, φαίνεται πως απλά δεν κατάφεραν να επιβιώσουν αρκετά για να μεταδώσουν τα δικά τους γονίδια έως και σήμερα. Η «αγάπη» λοιπόν φαίνεται πως είναι ένας θεμέλιος λίθος στην εξέλιξη των ειδών και ένας δυναμικός μηχανισμός που ευνοεί την ανάπτυξη και την υγεία των οργανισμών.

Ο φυσιολογικός μηχανισμός της αγάπης

ΟξυτοκίνηΗ αγάπη στον άνθρωπο –όπως και όλα τα βασικά συναισθήματα- εδρεύει στα πιο «πρωτόγονα» μέρη του εγκεφάλου, αυτά τα οποία αναπτύχθηκαν κατά τα πρώιμα στάδια της εξέλιξής μας και είναι παρόντα σε όλα τα θηλαστικά2 . Βασικό ρόλο στο συναίσθημα της αγάπης παίζει η ορμόνη οξυτοκίνη η οποία εκκρίνεται σε αυτές τις «πρωτόγονες περιοχές» και συγκεκριμένα στην νευροϋπόφυση (posterior pituitary gland) και παίζει κεντρικό ρόλο στην αναπαραγωγή, αυξάνοντας την ερωτική επιθυμία σε άνδρες, βοηθώντας τις γυναίκες να αντέξουν τον πόνο της γέννας, αλλά και δημιουργώντας δεσμούς μεταξύ των ενηλίκων και του νεογνού. Έχει βρεθεί πως η ύπαρξη και μόνο ενός μωρού στο χώρο αυξάνει τα επίπεδα οξυτοκίνης σε όλους τους ενήλικους, άνδρες και γυναίκες3, κάτι που μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως ο οργανισμός μας είναι φτιαγμένος να «επιβάλλει» σε κάποιο βαθμό την αγάπη των άλλων όσο είμαστε μωρά. Οι πολυάριθμες έρευνες γύρω από τον ρόλο της οξυτοκίνης τις τελευταίες δεκαετίες έχουν υποδείξει ότι η συγκεκριμένη ορμόνη παίζει σημαντικό ρόλο σε ένα μεγάλο εύρος κοινωνικών συμπεριφορών που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την αγάπη και την ερωτική διάθεση. Μερικά παραδείγματα πέρα από το δέσιμο μεταξύ γονιών και παιδιών, είναι η διευκόλυνση της οπτική επαφής, η ενσυναίσθηση αλλά και η διάθεση για σεξουαλική συμπεριφορά.

Αν και η οξυτοκίνη φαίνεται πως παίζει σημαντικό ρόλο στην αγάπη, δεν θα πρέπει να θεωρήσουμε λανθασμένα πως είναι η «ορμόνη της αγάπης», καθώς αυτό το συναίσθημα όπως και όλα τα άλλα δημιουργούνται μέσα από περίπλοκες διαδικασίες και μια σειρά από εκκρίσεις άλλων ορμονών, νευροδιαβιβαστών και επικοινωνίας μεταξύ πολλών διαφορετικών εγκεφαλικών περιοχών. Για παράδειγμα η έκκριση του νευροπεπτιδίου βασοπρεσίνη σχετίζεται επίσης με την ανάπτυξη κοινωνικών συμπεριφορών παρόμοιων με αυτές που ρυθμίζει η οξυτοκίνη. Έρευνες γύρω από αυτές τις ορμόνες έχουν δείξει ότι εάν ο οργανισμός δεν μπορεί να τις απορροφήσει (π.χ. λόγω φαρμακευτικής αγωγής ανταγωνιστών των συγκεκριμένων ορμονών) τότε μειώνεται η εμφάνιση φροντιστικών, κοινωνικών συμπεριφορών τόσο απέναντι σε ενήλικες όσο και σε παιδιά. Είναι χαρακτηριστικό ότι έρευνες σε άτομα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο φάσμα του αυτισμού έχουν δείξει ότι μεταξύ άλλων παρουσιάζουν δυσλειτουργία στο σύστημα των κοινωνικών συμπεριφορών που σχετίζονται με την οξυτοκίνη και τη βασοπρεσίνη4, κάτι που φαίνεται λογικό εάν αναλογιστούμε ότι το φάσμα του αυτισμού περιγράφει ακριβώς συμπεριφορές που χαρακτηρίζονται από έλλειψη κοινωνικών δεξιοτήτων.

Το σύστημα μέρος του οποίου είναι και η οξυτοκίνη και η βασοπρεσίνη είναι δυναμικό και παρουσιάζει λειτουργικές διαφορές από άτομο σε άτομο. Η έκκριση της ορμόνης αλλά και ο αντίκτυπός της στη συμπεριφορά δεν είναι ίδια σε όλους και αυτό οφείλεται τόσο σε γεννητικούς όσο και σε επιγεννετικούς παράγοντες. Ερχόμαστε εξοπλισμένοι με ένα σύστημα οξυτοκίνης το οποίο λειτουργεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο, αλλά οι εμπειρίες της ζωής μας μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο λειτουργίας του, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγές στην αντίληψη της αγάπης από το ίδιο άτομο. Κάποιος ο οποίος για παράδειγμα μεγάλωσε σε ένα αποστειρωμένο και αυστηρό περιβάλλον μπορεί να μην εκτιμά την αξία της αγάπης ή ακόμη και να μην έχει νιώσει αυτό που οι περισσότεροι περιγράφουν ως αγάπη, έως ότου βρεθεί σε ένα διαφορετικό, πιο ανοιχτό και δεκτικό περιβάλλον που θα τον περιβάλλει με στοργή, οδηγώντας το βιολογικό του σύστημα να αλλάξει τη λειτουργικότητά του και επομένως και την αντίληψη του ίδιου για το συναίσθημα της αγάπης.

Ο πυρήνας της αγάπης είναι το αίσθημα της ασφάλειας και αυτό αντικατοπτρίζεται και στις ιδιότητες των ορμονών που σχετίζονται με αυτή. Τακτικές δόσεις οξυτοκίνης σε ζώα έχει αποδειχθεί ότι αυξάνουν τις φροντιστηκές συμπεριφορές, μειώνουν το στρες και την αμυντική συμπεριφορά, επιτρέποντας στους γονείς να αναπτύξουν καλύτερους δεσμούς με τα νεογνά τους αλλά και τα ίδια να αναπτύξουν μεγαλύτερο ρεπερτόριο συμπεριφορών μέσα σε ένα αίσθημα ασφάλειας.

Συμπερασματικά

Η αγάπη είναι ένα από τα πιο βασικά συναισθήματα όχι μονο στον άνθρωπο αλλά και το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο και όπως βλέπουμε υπάρχουν και σαφείς βιολογικοί λόγοι γι’ αυτό. Η βιολογία παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη συμπεριφορών αγάπης και φροντίδας, αλλά και το αντίστροφο: η ένταξη του ατόμου σε ένα σύστημα φροντιστικών συμπεριφορών αλλάζει την βιολογία του, με αποτέλεσμα την ενθάρρυνση και ανάπτυξη συμπεριφορών αγάπης από το ίδιο. Η φύση της αγάπης είναι ριζωμένη καλά μέσα μας και απλά περιμένει την κατάλληλη ευκαιρία να εκδηλωθεί.

Φωτογραφίες

 

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Ingham, C. J., & Jacob, E. (2008). Swarming and complex pattern formation in Paenibacillus vortex studied by imaging and tracking cells. BMC Microbiology, 8(1), 36. doi:10.1186/1471-2180-8-36 []
  2. R. Biswas-Diener & E. Diener (Eds), Noba Textbook Series: Psychology. Champaign, IL: DEF Publishers. DOI: nobaproject.com []
  3. Feldman, R. (2012). Oxytocin and social affiliation in humans. HormonesandBehavior, 61(3), 380–391. doi:10.1016/j.yhbeh.2012.01.008 (pdf) []
  4. Miller, M., Bales, K. L., Taylor, S. L., Yoon, J., Hostetler, C. M., Carter, C. S., & Solomon, M. (2013). Oxytocin and Vasopressin in Children and Adolescents With Autism Spectrum Disorders: Sex Differences and Associations With Symptoms: Oxytocin and vasopressin in autism. Autism Research, 6(2), 91–102. doi:10.1002/aur.1270 []
14 Ιούλ 2014

Μπορούν οι άνθρωποι να γίνουν πιο συμπονετικοί;

Η συμπόνια ή ενσυναίσθηση περιλαμβάνει την ικανότητα των ανθρώπων να αισθάνονται συμπάθεια για τους άλλους και να κατανοούν τον πόνο των άλλων ανθρώπων. Βέβαια, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η ενσυναίσθηση περιλαμβάνει κάτι περισσότερο από συμπάθεια. Η ενσυναίσθηση βοηθά τους ανθρώπους να αισθάνονται τι νιώθουν οι άλλοι, αλλά επίσης τους ωθεί να βοηθήσουν τους άλλους και να τους ανακουφίσουν τον πόνο τους.

Μέχρι πρόσφατα, οι επιστήμονες γνώριζαν πολύ λίγα για το αν η ενσυναίσθηση θα μπορούσε να καλλιεργηθεί ή να διδάξει. Σε μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Psychological Science (2013), οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όχι μόνο μπορούν οι ενήλικες να μάθουν να είναι πιο συμπονετικοί, αλλά ότι η μάθηση της θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει σε μια πιο αλτρουιστική συμπεριφορά και στην πραγματικότητα να οδηγήσει σε αλλαγές στον εγκέφαλο.

Οι ερευνητές προσπάθησαν να διδάξουν την ενσυναίσθηση σε μια μελέτη που έκαναν σε νέους ενήλικες με τη βοήθεια μιας αρχαίας βουδιστικής τεχνικής, η οποία προορίζεται να αυξήσει τα συναισθήματα για την φροντίδα ανθρώπων που βιώνουν πόνο. Ενώ διαλογίζονταν, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να φανταστούν πως κάποιος υποφέρει. Στη συνέχεια, διαπιστώθηκε πως επιθυμούσαν την ανακούφιση της ταλαιπωρίας του ατόμου. Ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να νιώσουν συμπόνια για διαφορετικούς τύπους ανθρώπων, αρχικά για κάποιον που θα μπορούσαν να αισθανθούν εύκολα συμπόνια, όπως ένα μέλος της οικογένειας ή έναν στενό φίλο και στη συνέχεια για έναν ξένο, καθώς και κάποιον που ερχόταν σε σύγκρουση με τα συναισθήματα του και την συμπόνια. Μια ομάδα από τους συμμετέχοντες είχε εκπαιδευτεί στην τεχνική γνωστή ως «γνωστική επανεξέταση», στην οποία οι άνθρωποι μαθαίνουν να επαναδιατυπώνουν τις σκέψεις τους, ώστε να αισθάνονται λιγότερο αρνητισμό. Οι ερευνητές θέλησαν να προσδιορίσουν εάν οι άνθρωποι μπορούν να μάθουν να αλλάξουν τις συνήθειές τους σε ένα σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα, έτσι ώστε και οι δύο ομάδες των συμμετεχόντων να λάβουν εκπαίδευση στο διαδίκτυο για μια περίοδο 30 λεπτών κάθε μέρα για δύο εβδομάδες.

Οι ερευνητές ήθελαν να μάθουν αν η εκπαίδευση της ενσυναίσθησης θα βοηθήσει τους συμμετέχοντες να γίνουν πιο αλτρουιστικοί. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να παίξουν ένα παιχνίδι στο οποίο θα ξόδευαν δικά τους χρήματα για να βοηθήσουν κάποιον που έχει ανάγκη. Το παιχνίδι περιλάμβανε να παίζουν με δύο άλλους ανώνυμους ανθρώπους online, όπου ο ένας ήταν ο «δικτάτορας» και ο άλλος ήταν το «θύμα». Ο συμμετέχων παρακολουθούσε τον δικτάτορα να μοιράζεται ένα αθέμιτο χρηματικό ποσό με το θύμα και στη συνέχεια να αποφασίσει πόσα από τα δικά του χρήματα να μοιραστεί και να αναδιανέμει τα χρήματα μεταξύ του δικτάτορα και το θύματος.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι είχαν εκπαιδευτεί στην ενσυναίσθηση είχαν περισσότερες πιθανότητες να μοιραστούν τα χρήματα για να βοηθήσουν τον παίκτη που είχε αδικηθεί, ένα παράδειγμα της αλτρουιστικής συμπεριφοράς. Αυτοί οι παίκτες ήταν πιο πιθανό να υιοθετήσουν αλτρουιστική συμπεριφορά από εκείνους στην ομάδα ελέγχου, που είχαν εκπαιδευτεί στη γνωστική επανεξέταση.

Η εκπαίδευση της ενσυναίσθησης αλλάζει τον εγκέφαλο;

Βρεγματικός λοβός - Parietal CortexΟι ερευνητές ήθελαν να δουν τι είδους επιπτώσεις είχε αυτή η εκπαίδευση στον εγκέφαλο. Χρησιμοποιώντας λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI), τόσο πριν όσο και μετά την εκπαίδευση, οι ερευνητές ήταν σε θέση να δουν πώς ο διαλογισμός επηρέασε την εγκεφαλική δραστηριότητα. Αυτό που παρατηρήθηκε ήταν ότι οι συμμετέχοντες που ήταν πιο αλτρουιστές μετά την εκπαίδευση είχαν μια αύξηση της δραστηριότητας του εγκεφάλου στο βρεγματικό λοβό (parietal cortex), μια περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με την ενσυναίσθηση και την κατανόηση για τους άλλους ανθρώπους. Άλλες περιοχές του εγκεφάλου που συνδέονται με θετικά συναισθήματα και σημείωσαν επίσης αύξηση της δραστηριότητας.

Οι ερευνητές προτείνουν ότι όπως και πολλές άλλες ικανότητες, η ενσυναίσθηση είναι μια ικανότητα που μπορεί να βελτιωθεί με την εξάσκηση. Τα αποτελέσματα της μελέτης προσφέρουν συναρπαστικές δυνατότητες για να βοηθήσουν τους ανθρώπους να καλλιεργήσουν την ενσυναίσθηση, κάτι που αλλάζει τις ζωές πολλών. Οι υγιείς ενήλικες δεν είναι οι μόνοι που μπορούν να επωφεληθούν από την εν λόγω κατάρτιση. Διδάσκοντας την ενσυναίσθηση σε παιδιά και ενήλικες, μπορεί να μειώσει τον εκφοβισμό (bullying) και να βοηθήσει εκείνους που αντιμετωπίζουν τα κοινωνικά ζητήματα.

Γιατί είναι σημαντικό να ξέρουμε ότι η ενσυναίσθηση μπορεί να διδαχτεί ακόμη και σε ενήλικες; Επειδή η ενσυναίσθηση αποτελεί κεντρική συνιστώσα πολλών κοινωνικών συμπεριφορών, όπως τον αλτρουισμό και τον ηρωισμό. Πριν αναλάβουμε δράση να βοηθήσουμε κάποιο πρόσωπο, είναι σημαντικό ότι όχι μόνο κατανοούμε τη μοναδικότητα της κατάστασης, αλλά ότι νιώθουμε την τάση να ανακουφίσουμε τον άλλον από τον πόνο.

Ο Rogers, περιγράφοντας την ενσυναίσθηση, υποστήριξε ότι αποτελείται από τρία στοιχεία: ένα θυμικό (ευαισθησία), ένα γνωστικό (παρατήρηση και πνευματική διεργασία) και ένα επικοινωνιακό (αντίδραση-απάντηση). Επίσης, σύμφωνα με ερευνητές, η ενσυναίσθηση περιλαμβάνει τρία βασικά πράγματα. Πρώτον, οι άνθρωποι πρέπει να αισθάνονται ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ένα άλλο πρόσωπο είναι σοβαρά. Επίσης, πρέπει να πιστεύουν ότι αυτά τα προβλήματα δεν είναι αυτοπροκληθέντα. Όταν οι άνθρωποι πιστεύουν ότι η δυσάρεστη κατάσταση ενός ατόμου είναι «δική του φταίξιμο,» είναι λιγότερο πιθανό να συμπάσχουν και να βοηθήσουν. Τρίτον, οι άνθρωποι πρέπει να μπορούν να μπουν στη θέση του άλλου ατόμου που αντιμετωπίζει αυτά τα προβλήματα, χωρίς βέβαια να χαθούν μέσα σε αυτή.

Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί πως διάφοροι προσωπικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες ασκούν επίδραση στην ανάπτυξη και την έκφραση της συναίσθησης. Η οικογένεια και οι σχέσεις οι οποίες αναπτύσσονται στα μέλη της, κατέχει πρωτεύοντα ρόλο, όμως και τα προσόντα με τα οποία οπλίζει το άτομο η φύση και η κοινωνία, συμμετέχουν οπωσδήποτε στην ικανότητα για εμβίωση και έκφραση ενσυναίσθησης σε διάφορα επίπεδα. Μπορεί να φαίνεται δύσκολο, αλλά η έρευνα δείχνει ότι η ενσυναίσθηση είναι κάτι που μπορούμε να μάθουμε, να γίνουμε πιο συμπονετικοί αλλά και να αναλάβουμε δράση ώστε να βοηθήσουμε τους άλλους γύρω μας.

Φωτογραφίες

Βιβλιογραφία

]]>

25 Ιούν 2014

Η κακοποίηση των παιδιών μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές εγκεφαλικές ανωμαλίες

Δυστυχώς, όπως ανά το παγκόσμιο έτσι και στη χώρα μας, πολλά παιδιά μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον συστηματικής κακοποίησης ή σοβαρής παραμέλησης. Ως κακοποίηση νοείται κάθε πράξη ή κατάσταση που μπορεί να προκαλέσει ψυχολογικά και σωματικά προβλήματα στο παιδί ή να θέσει τη ζωή του σε κίνδυνο: σεξουαλική κακοποίηση, σωματική κακοποίηση, παραμέληση των βασικών του αναγκών κ.α. Οι επιπτώσεις μιας κακοποιητικής συμπεριφοράς ποικίλλουν ανάλογα με τη φύση της συμπεριφοράς, τη σοβαρότητά της κακοποίησης, το χρονικό διάστημα που έλαβε χώρα και φυσικά την ίδια την ψυχοσύνθεση του παιδιού.

Υπάρχουν πολλές έρευνες για τις επιπτώσεις της κακοποίησης οι οποίες καλύπτουν ένα μεγάλο φάσμα των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν στη ζωή τους τα παιδιά που έχουν υποστεί τέτοιου είδους συμπεριφορά. Οι ψυχολογικές επιπτώσεις της κακοποίησης, ανάλογα με την περίπτωση μπορεί να περιλαμβάνουν: απομόνωση του παιδιού, χαμηλή αυτοπεποίθηση, ανάπτυξη φοβιών, ευερεθιστότητα, καθυστερημένη νοητική ανάπτυξή του, περιορισμένες κοινωνικές δεξιότητες, δυσκολίες στην κατανόηση του γραπτού ή/και προφορικού λόγου, το χρόνιο άγχος, την επιθετική συμπεριφορά, την μειωμένη συναισθηματική νοημοσύνη ή ακόμη και τις τάσεις αυτοκτονίας12 3 .

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας υπολογίζει ότι περίπου 1/5 κορίτσια και 1/7 αγόρια πέφτουν θύματα κάποιας μορφής σεξουαλικής κακοποίησης , ενώ 1/4 ενήλικες έχουν βιώσει σημαντική σωματική βία για κάποιο διάστημα της παιδικής τους ηλικίας. Λαμβάνοντας υπόψη δεδομένα όπως τα προαναφερθέντα, μπορούμε να κατανοήσουμε τη σοβαρότητα του προβλήματος της παιδικής κακοποίησης και τα πολλαπλά μέτωπα από τα οποία μπορούμε να προσεγγίσουμε το συγκεκριμένο θέμα.

Μια ομάδα στο FIDMAG Sisters Hospitallers Foundationfor Researchand Teaching που εδρεύει στην Ισπανία, αποφάσισε να μελετήσει τις συνέπειες της κακοποίησης στην εγκεφαλική ανάπτυξη των παιδιών και συγκεκριμένα τον αντίκτυπο που έχει η κακοποίηση στην ανάπτυξη των εξωτερικών στρωμάτων στον εγκεφαλικό φλοιό, την εξωτερική στρώση νευρώνων του εγκεφάλου45 . Στην μελέτη τους οι ερευνητές έλαβαν υπόψη τους τα δεδομένα 12 άλλων ερευνών οι οποίες περιείχαν μεταξύ άλλων ανατομικά δεδομένα για τον εγκέφαλο των συμμετεχόντων: 275 ενήλικες και 56 έφηβοι που υπέστησαν κακοποίηση και 306 ενήλικες και 56 έφηβοι που δεν είχαν τέτοιες εμπειρίες. Ανέλυσαν την ανατομία του εγκεφάλου αξιοποιώντας μια καινοτόμα τεχνική νευροαπεικόνισης, μέτρησαν την ποσότητα της μέλανας ουσίας σε όλους τους συμμετέχοντες και συνέκριναν τα κακοποιημένα με τα μη κακοποιημένα άτομα, προσπαθώντας να δουν εάν θα υπήρχαν διαφορές στην μέλανα ουσία.

Αυτό που βρήκαν οι ερευνητές ήταν πως τα κακοποιημένα άτομα είχαν μειωμένη μέλανα ουσία σε περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την συναισθηματική αντίληψη, τη μνήμη, τις γενικότερες γνωστικές λειτουργίες και τον έλεγχο των παρορμήσεων. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μέλανα ουσία είναι ουσιαστικά η ποσότητα των νευρώνων στα εξωτερικά στρώματα του εγκεφάλου. Μειωμένα επίπεδα μέλανας ουσίας σημαίνουν και μειωμένους νευρώνες στις συγκεκριμένες περιοχές, κάτι που μπορεί να επηρεάσει φυσικά και την συμπεριφορά και την προσωπικότητα του ατόμου, όπως και έχει παρατηρηθεί να συμβαίνει στις περιπτώσεις αυτές.

Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας ουσιαστικά έρχονται να ολοκληρώσουν την εικόνα που είχαμε για τις επιπτώσεις της κακοποίησης στην παιδική ηλικία και να δώσουν μια πιο λεπτομερή εξήγηση σε φυσιολογικό επίπεδο και συγκεκριμένα στο τι αναπτυξιακές ανωμαλίες παρουσιάζει ο εγκέφαλος των θυμάτων ακριβώς λόγω της κακοποίησης. Αφενός μεν αυτό είναι ένα επιπλέον καμπανάκι κινδύνου προς όλη την κοινωνία για να σκύψει πάνω από το θέμα αυτό, αφετέρου δε δίνει το έναυσμα για πρόωρη παρέμβαση στις περιπτώσεις που ένα παιδί καταφέρει να ξεφύγει από το κακοποιητικό περιβάλλον ώστε να προλάβουμε στο βαθμό του δυνατού τις εγκεφαλικές αναπτυξιακές ανωμαλίες που δημιουργούν επιπλέον συμπεριφορικά προβλήματα στα θύματα κακοποίησης.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Child Welfare Information Gateway: «Long-Term Consequences of Child Abuse and Neglect» []
  2. Times: «How Child Abuse Primes the Brain for Future Mental Illness» []
  3. PsyPost: «Neurobiologists find chronic stress in early life causes anxiety, aggression in adulthood« []
  4. Lim, L., Radua, J., & Rubia, K. (2014). Gray Matter Abnormalities in Childhood Maltreatment: A Voxel-Wise Meta-Analysis. American Journal of Psychiatry. doi:10.1176/appi.ajp.2014.13101427 []
  5. MedNews: «Child abuse has serious consequences for brain development» []
26 Ιαν 2014

Οι εγκεφαλικές περιοχές επικοινωνούν μεταξύ τους με συγχρονισμένη πυροδότηση

Ο εγκέφαλος είναι ένα από τα πιο αξιοθαύμαστα όργανα κάθε ζωικής μορφής, πόσο μάλιστα στην περίπτωση του ανθρώπου. Χάρη σε αυτόν μπορούμε να αισθανόμαστε, να κινούμαστε, να σκεφτόμαστε, να λαμβάνουμε αποφάσεις, να αγαπούμε, να κατανοούμε και να παράγουμε λόγο, να απομνημονεύουμε και γενικά να επιβιώνουμε! Κι όμως αυτή η βιολογική μηχανή ζυγίζει λιγότερο από 1,5 κιλό, ενώ έχει διασυνδέσεις με όλα τα σημεία του σώματός μας. Όπως είναι γνωστό, ο εγκέφαλος δεν λειτουργεί με έναν άναρχο τρόπο. Αντίθετα, κάθε περιοχή του ειδικεύεται στην ανάλυση και εξαγωγή συγκεκριμένων πληροφοριών (π.χ. οπτική αντίληψη, συναισθήματα, απομνημόνευση κτλ). Πως όμως επικοινωνούν μεταξύ τους αυτές οι περιοχές; Δεδομένου ότι υπάρχουν εκατομμύρια συνδέσεις μεταξύ των εγκεφαλικών περιοχών, πως καταφέρνει ένα νευρικό σήμα να φτάσει από το ένα σημείο στο άλλο;

Αυτό ήταν το βασικό ερώτημα μιας ομάδας Ολλανδών ερευνητών από το Πανεπιστήμιο του Radboud1 . Συγκεκριμένα, οι ερευνητές θέλησαν να δουν πως συνδέονται δύο είδη πληροφοριών στα πρώτα στάδια της απομνημόνευσης: οι νέες πληροφορίες με τις ήδη υπάρχουσες μνήμες που ανακαλούμε. Αυτό το οποίο ανακάλυψαν ήταν ότι η περιοχή που λαμβάνει αυτές τις δύο πληροφορίες συγχρονίζει την πυροδότηση των νευρώνων της με την πυροδότηση των νευρώνων των περιοχών που στέλνουν αυτές τις πληροφορίες. Για παράδειγμα εάν η περιοχή A που στέλνει αισθητηριακές πληροφορίες πυροδοτεί με μια συχνότητα της τάξης των 40Hz (40 πυροδοτήσεων το δευτερόλεπτο), ενώ η περιοχή B που ανακαλεί τις μνήμες πυροδοτεί με μια ταχύτητα της τάξης των 35Hz, η περιοχή Γ που λειτουργεί ως δέκτης και λαμβάνει και συνδέει αυτές τις δύο εναλλάσσει τη λήψη πληροφοριών μεταξύ 40Hz και 35Ηz. Με αυτόν τον τρόπο το σήμα που λαμβάνει η περιοχή Γ δεν μπερδεύεται με άλλα νευρικά σήματα.

Η εν λόγω έρευνα έγινε με την τοποθέτηση ηλεκτροδίων σε ποντίκια και μέτρηση της εγκεφαλικής δραστηριότητάς τους όταν τα ποντίκια προσπαθούσαν να συγκρίνουν τα οπτικά ερεθίσματα που λάμβαναν ενώ κινούνταν σε έναν λαβύρινθο με τις μνήμες που είχαν από τις προηγούμενες προσπάθειες που είχαν κάνει στον εν λόγω λαβύρινθο.

Όπως χαρακτηριστικά έγραψε ο ιστοχώρος PsyPost2 , είναι σαν οι διάφορες εγκεφαλικές περιοχές να λειτουργούν ως πομποί και δέκτες ραδιοφωνικών σημάτων. Αν και αυτός ο παραλληλισμός είναι βοηθητικός δεν θα πρέπει να μας μπερδεύει: οι εγκεφαλικές περιοχές δεν επικοινωνούν «ασύρματα» όπως τα ραδιόφωνα, αλλά αντίθετα συνδέονται μεταξύ τους με συγκεκριμένες νευρικές οδούς. Αυτό αξίζει να το υπογραμμίσουμε για να μη γίνονται παρανοήσεις που μπορεί να οδηγήσουν κάποιους στην λανθασμένη εντύπωση ότι μιλάμε για απόδειξη τηλεπάθειας μεταξύ νευρώνων.

Η σημαντικότητα αυτής της έρευνας έγκειται στο γεγονός, πως είναι η πρώτη φορά που αποδεικνύεται ερευνητικά αυτού του είδους η θεωρία περί επικοινωνίας των εγκεφαλικών περιοχών. Παρόλο που τις τελευταίες 3-4 δεκαετίες οι γνώσεις μας για την λειτουργία του εγκεφάλου αυξήθηκαν γεωμετρικά, έχουμε αρκετό χρόνο ακόμη να καλύψουμε πριν την πλήρη κατανόηση του τρόπου ανάπτυξης αυτού του εκπληκτικού οργάνου και του τρόπου μεταφοράς ευαίσθητων πληροφοριών μεταξύ του συνόλου του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος. Έρευνες παρόμοιες με αυτή μας βοηθούν να ρίξουμε περισσότερο φως σε αυτόν τον τομέα, κάτι που μελλοντικά μπορεί να οδηγήσει σε πολλές πρακτικές εφαρμογές, ιδιαίτερα σε σχέση με την αποκατάσταση ασθενών με εγκεφαλικές δυσλειτουργίες.

Εισαγωγική Εικόνα

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. H.O. Cabral et al. (2014). Oscillatory Dynamics and Place Field Maps Reflect Hippocampal Ensemble Processing of Sequence and Place Memory under NMDA Receptor Control. Neuron, 81(2),  402-415 []
  2. PsyPost: Brain works like radio receiver []
04 Δεκ 2013

Τα βιντεοπαιχνίδια αυξάνουν τον όγκο της φαιάς ουσίας κυρίως σε περιοχές που σχετίζονται με την μνήμη

Το τελευταίο διάστημα ακούμε όλο και πιο συχνά για τις κακές παρενέργειες χρήστης του υπολογιστή και του διαδικτύου: απομόνωση, εθισμός, μη φυσιολογική ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων στα παιδιά. Όπως όμως συμβαίνει με όλα τα πράγματα στη ζωή, μέσα σε κάθε αρνητικό υπάρχει και κάτι θετικό και το αντίστροφο. Εν προκειμένω, φαίνεται πως η ενασχόληση με ηλεκτρονικά παιχνίδια έχει εκτός από τις αρνητικές και κάποιες καλές επιπτώσεις στην ανάπτυξη του εγκεφάλου μας.

Κάποιες παλαιότερες έρευνες σε εφήβους έχουν δείξει ότι οι έφηβοι που παίζουν ηλεκτρονικά παιχνίδια έχουν αυξημένη ποσότητα φαιάς ουσίας στο κοιλιακό ραβδωτό σώμα, μια περιοχή που βρίσκεται στον «πυρήνα» του εγκεφάλου και μεταξύ άλλων λειτουργικών σχετίζεται και με την εθιστική συμπεριφορά. Με τον όρο φαιά ουσία οι νευροεπιστήμονες αναφέρονται στα μέρη εκείνα του εγκεφάλου όπου βρίσκονται από τα βασικά σώματα των νευρώνων. Εκτός από την φαιά ουσία υπάρχει και η λευκή ουσία του εγκεφάλου, η οποία αποτελείται κυρίως από τους άξονες των νευρώνων που μεταφέρουν τα ηλεκτροχημικά μηνύματα από τον ένα νευρώνα στον άλλο.

Σε μια πιο πρόσφατη μελέτη του Max Planck Institute1 σε ενήλικες, οι ερευνητές θέλησαν να δουν αν η ενασχόληση με βιντεοπαιχνίδια μπορεί να σχετίζεται θετικά με αύξηση του όγκου της φαιάς ουσίας και σε άλλες περιοχές του εγκεφάλου. Για το σκοπό αυτό έγιναν μετρήσεις σε 62 συμμετέχοντες οι οποίοι ήταν για παίκτες ηλεκτρονικών παιχνιδιών σε βιντεοκονσόλες και ηλεκτρονικούς υπολογιστές, άλλοι για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και άλλοι για μικρότερο. Οι συμμετέχοντες δέχτηκαν να κάνουν μαγνητική τομογραφία ώστε να ποσοτικοποιηθεί ο ακριβής όγκος διάφορων περιοχών του εγκεφάλου και να γίνει η τελική συσχέτιση μεταξύ των ωρών βιντεοπαιχνιδιού και όγκου της φαιάς ουσίας. Εάν η υπόθεση των ερευνητών ήταν σωστή και πράγματι ο χρόνος ενασχόλησης με τα βιντεοπαιχνίδια αυξάνει τον όγκο συγκεκριμένων εγκεφαλικών περιοχών, θα αναμενόταν οι παίκτες που έπαιζαν περισσότερα βιντεοπαιχνίδια να έχουν και περισσότερη φαιά ουσία.

Κάνοντας την σύγκριση μεταξύ των παικτών οι ερευνητές πράγματι επιβεβαίωσαν ότι για όσο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα έπαιζε βιντεοπαιχνίδια κάποιος, τόσο αυξημένη ήταν η φαιά ουσία στις περιοχές πέριξ του ιππόκαμπου (μιας περιοχής που σχετίζεται με την μνήμη) και του οπτικού φλοιού (της περιοχής που είναι υπεύθυνη για την οπτική αντίληψη). Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τα ευρήματα της συγκεκριμένης μελέτης, οι παίκτες βιντεοπαιχνιδιών με την συνεχή τους ενασχόληση με αυτά εκπαιδεύουν τον εγκέφαλό τους, με ορατά αποτελέσματα στις μνημονικές και οπτικές περιοχές του εγκεφάλου τους. Η συγκεκριμένη ερευνητική ομάδα έχει κάνει και άλλες μελέτες πάνω στο θέμα των βιντεοπαιχνιδιών και έχει δημοσιεύσει παρόμοια ευρήματα που υποστηρίζουν τον θετικό αντίκτυπο που μπορεί να έχουν τα βιντεοπαιχνίδια στην ανάπτυξή μας2 .

Τι σημαίνουν όμως αυτά τα ευρήματα; Τα βιντεοπαιχνίδια βοηθάνε ή όχι; Πόσο πρέπει να παίζουμε; Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα δεν είναι εύκολη και σίγουρα δεν μπορούν να δοθούν συγκεκριμένες απαντήσεις σχετικά με το πόσο πρέπει να παίζουμε βιντεοπαιχνίδια. Όπως κάθε άλλη ενασχόληση, τα βιντεοπαιχνίδια μπορούν να προκαλέσουν εθισμό εάν το άτομο περνάει τον περισσότερο χρόνο του αποκλειστικά και μόνο παίζοντας. Κάτι τέτοιο έχει φυσικά  πολλαπλές άσχημες συνέπειες για την ανάπτυξή του, ιδιαίτερα όταν αυτό είναι σε ευαίσθητη ηλικία. Η καλύτερη συμβουλή και σε αυτή την περίπτωση είναι πως πρέπει να ασχολούμαστε με βιντεοπαιχνίδια αρκετά ώστε να μας προσφέρουν την διασκέδαση που επιζητούμε αλλά όχι περισσότερο από το σημείο που το παιχνίδι θα μας προκαλέσει προβλήματα σε άλλους τομείς της ζωής μας, καθιστώντας μας μη λειτουργικούς στην καθημερινότητά μας (κοινωνικές επαφές, ερωτική ζωή, εργασία κτλ).

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Kühn, S., & Gallinat, J. (2013). Amount of lifetime video gaming is positively associated with entorhinal, hippocampal and occipital volume. Molecular Psychiatry. doi:10.1038/mp.2013.100 []
  2. Kühn, S., Gleich, T., Lorenz, R. C., Lindenberger, U., & Gallinat, J. (2013). Playing Super Mario induces structural brain plasticity: gray matter changes resulting from training with a commercial video game. Molecular psychiatry. doi:10.1038/mp.2013.169 []
04 Νοέ 2013

Το νευρικό σύστημα κάνει υπολογισμούς ήδη από το επίπεδο των νευρώνων

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ίσως το σημαντικότερο όργανό μας. Χάρη σε αυτόν συντονίζουμε τις αυτόματες και τις συνειδητές μας λειτουργίες, από τις πιο βασικές όπως είναι η αναπνοή έως και τις πιο σύνθετες όπως είναι η αναγνώριση προσώπων. Παρόλο που έχουν γίνει πάρα πολλά και σταθερά βήματα κατανόησης της λειτουργίας του εγκεφάλου, νέες έρευνες σχετικά με αυτή δεν παύουν να μας εκπλήσσουν. Αυτό έγινε και με την πρόσφατη ανακοίνωση των αποτελεσμάτων μιας έρευνας του UCL1 , σύμφωνα με την οποία το νευρικό μας σύστημα είναι σε θέση να κάνει υπολογισμούς ήδη από το επίπεδο των νευρώνων.

Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι οι νευρώνες λειτουργούν ομαδικά ώστε να μπορέσουν να βγάλουν εις πέρας τους περίπλοκους υπολογισμούς αλλά και να πραγματοποιήσουν την παρατηρούμενη συμπεριφορά. Έτσι, έχουμε διάφορα νευρικά κέντρα στον εγκέφαλο τα οποία συνεργάζονται μεταξύ τους ανάλογα με το τι κάνουμε την κάθε φορά. Για παράδειγμα, όταν θέλουμε να πιάσουμε μία κινούμενη μπάλα, πρέπει να συνεργαστούν μια σειρά ομάδων που σχετίζονται με την οπτική αντίληψη, την αντίληψη της κίνησης, την πρόβλεψη της τροχιάς ενός κινούμενου αντικειμένου, τον συντονισμό των οπτικών κέντρων με τα κινητικά κέντρα, την έναρξη της κίνησης του χεριού και την πραγματοποίηση λεπτών κινήσεων με τα δάχτυλα ώστε να μπορέσουμε να συγκρατήσουμε τη μπάλα.

Σύμφωνα με την νέα έρευνα του UCL φαίνεται πως υπάρχει το νευρικό σύστημα αντιδρά διαφορετικά στα διάφορα είδη σήματος ήδη από το επίπεδο της επικοινωνίας μεταξύ δύο νευρώνων. Συγκεκριμένα, η έρευνα έγινε σε ποντίκια και σκοπός της ήταν να καταγράψει την αντίδραση των νευρώνων όταν τα ποντίκια εκθέτονταν σε μια σειρά διαφορετικών οπτικών ερεθισμάτων. Καταγράφοντας την λειτουργία των δενδριτών των νευρώνων, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι νευρώνες ερμηνεύουν τα ερεθίσματα με συγκεκριμένο τρόπο, ανάλογα με τις ιδιότητες τους (π.χ. εάν το ερέθισμα είχε κλήση, γωνίες, κινείτο κτλ). Αξίζει να σημειωθεί ότι οι δενδρίτες είναι τα σημεία εκείνα των νευρώνων τα οποία δέχονται τις πληροφορίες από γειτονικούς νευρώνες και τις μεταφέρουν στο κυρίως σώμα του νευρώνα τους.

Το εύρημα αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό καθώς αμφισβητεί τα κλασσικά μοντέλα που ήθελαν τους νευρώνες να κάνουν ομαδικά υπολογισμούς για τις ιδιότητες των εκάστοτε ερεθισμάτων. Φαίνεται πως τουλάχιστον για τα οπτικά ερεθίσματα ο υπολογισμός γίνεται ήδη από το επίπεδο των νευρώνων, διαφοροποιώντας την αντίδρασή τους από αυτό το πρώιμο στάδιο συγκέντρωσης της πληροφορίας. Εάν και προς το παρόν δεν έχουν γίνει παρόμοιες έρευνες σε άλλα εγκεφαλικά κέντρα και σε διαφορετικά ζωικά είδη, οι ερευνητές θεωρούν πολύ πιθανό ότι και οι νευρώνες κάνουν υπολογισμούς και για άλλου τύπου ερεθίσματα πέραν των οπτικών αλλά και ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο.

Η πανίσχυρη υπολογιστική μηχανή που ονομάζουμε εγκέφαλος δεν παύει να μας εκπλήσσει με τις δυνατότητές του. Φαίνεται πως έχουμε ακόμη πολύ δρόμο μπροστά μας για να κατανοήσουμε πλήρως πως μπορεί ένα τόσο μικρό όργανο να κάνει τόσα πολλά με τόσο περίπλοκους τρόπους.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. UCL Press release: «Smart neurons: single dendrites can perform computations» []
28 Αυγ 2013

History of Neuroscience: Eric Kandel

Ο διάσημος νευροεπιστήμονας Eric Kandel δίνει μια σπάνια συνέντευξη (2001) όπου μιλάει για την καριέρα του, τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα αλλά και το παρελθόν και το μέλλον της σύγχρονης νευροεπιστήμης. Το βίντεο προορίζεται για εξειδικευμένο κοινό, καθώς για να το κατανοήσει κανείς απαιτούνται κάποιες βασικές γνώσεις νευροβιολογίας και νευροψυχολογίας.

Ο Δρ. Kandel είναι κάτοχος βραβείου Νόμπελ φυσιολογίας (2000), ενώ είναι και ο συγγραφέας του καλύτερου και πληρέστερου -κατά την άποψή μου- εγχειριδίου νευροεπιστημών («Principles of Neural Science«).

]]>

21 Απρ 2013

LSD: η ιστορία, τα στατιστικά χρήσης και οι επιπτώσεις της κατανάλωσης στη σωματική και ψυχική υγεία

Άλμπερτ Χόφμαν, εργαζόμενος στην φαρμακοβιομηχανία Σαντόζ, πειραματιζόταν πάνω σε διάφορες χημικές ουσίες με σκοπό να βρει ένα νέο, αποτελεσματικό διεγερτικό του αίματος. Ανάμεσα στις χημικές ουσίες που ανακάλυψε ήταν και η λυσεργική διαιθυλαμίδη (Lysergic acid diethylamide), ευρέως γνωστή και ως LSD.

Οι επιπτώσεις της νέας ουσίας στον ανθρώπινο οργανισμό θα παρέμεναν άγνωστες εάν ο ίδιος ο Χόφμαν δεν αποφάσιζε πέντε χρόνια αργότερα (1943) να συνεχίζει την έρευνα πάνω στο LSD. Καθώς έκανε τα πειράματά του, κατα λάθος δοκίμασε κάποια μικροποσότητα LSD που έμεινε στις άκρες των νυχιών του όταν άγγιξε το σκεύασμα. Ο Χόφμαν αργότερα θα περιέγραφε την εμπειρία του:

Άμεσως ένοιωσα μια μεγάλη ένταση, αλλά και μια ελαφρά, ευχάριστη ζαλάδα. Πήγα στο σπίτι μου, όπου βρέθηκα σε μια όχι και τόσο δυσάρεστη κατάσταση χαρακτηριζόμενη από αυξημένη φαντασία. Έκλεισα τα μάτια μου και ήταν σαν να βρίσκομαι σε όνειρο: έβλεπα παντού εικόνες και σχήματα με έντονα χρώματα, σαν από καλειδοσκόπιο. Η επίδραση του ναρκωτικού κράτησε περίπου 2 ώρες.

Παρά το γεγονός ότι δεν βρέθηκε κάποια συγκεκριμένη χρήση του ναρκωτικού για ιατρικούς λόγους, το LSD διαδόθηκε γρήγορα μέσω των ιατρικών εργαστηρίων στα οποία δόθηκε ποσότητα LSD για πειράματα. Τις αμέσως επόμενες δεκαετίες το LSD ήταν από τα πρώτα σε κατανάλωση ναρκωτικά παγκοσμίως.

Επιπτώσεις του LSD

Αν και μετά την αρχική ανακάλυψή του ναρκωτικού, η επιστημονικη κοινότητα δεν έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το LSD, η αυξημένη χρήση του από μια μερίδα πληθυσμού και ιδιαίτερα τη νεολαία, ήταν αναμενόμενο να οδηγήσει στη μελέτη των επιπτώσεών του στον άνθρωπο12 . Ακόμη και σήμερα όμως η εξειδικευμένη έρευνα πάνω στο LSD παραμένει σχετικά περιορισμένη, με τις περισσότερες μελέτες να ασχολούνται με πειραματικά μοντέλα σε πειραματόζωα345 . Γνωρίζουμε με σχετική σιγουριά πάντως ότι το LSD επηρεάζει τον μηχανισμό απελευθέρωσης και πρόσληψης σεροτονίνης στον εγκέφαλο. Η σεροτονίνη είναι ένας νευροδιαβιβαστής  ο οποίος σχετίζεται με τη λειτουργία πολλαπλών εγκεφαλικών συστημάτων που σχετίζονται με τον έλεγχο της συμπεριφοράς, την αντίληψη των ερεθισμάτων, τα συναισθήματα, τον έλεγχο της κίνησης, την πείνα, την θερμοκρασία του σώματος αλλά και τη σεξουαλική συμπεριφορά.

Όπως αναφέραμε, το LSD επιφέρει μια σειρά αλλαγών στον τρόπο λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου. Οι επιπτώσεις του όμως αφορούν γενικότερα και τον τρόπο λειτουργίας του συνόλου του οργανισμού μας. Οι κύριες σωματικές επιπτώσεις της χρήσης LSD είναι:

  • Εφίδρωση
  • Ξηρότητα στόματος
  • Διαστολή κορών των ματιών
  • Αλλαγή στη θερμοκρασία του σώματος
  • Αϋπνία
  • Απώλεια όρεξης

Οι επιπτώσεις σε βιολογικό επίπεδο έχουν ως αποτέλεσμα και την δημιουργία συμπτωμάτων σε επίπεδο γνωστικών και συναισθηματικών λειτουργιών. Οι κυριες ψυχολογικές επιπτώσεις της κατανάλωσης, όπως είδαμε εν μέρει και από την εμπειρία του Χόφμαν, είναι:

  • Παραισθήσεις (παρανόηση κυρίως οπτικών ερεθισμάτων)
  • Ψευδαισθήσεις (αντίληψη ανύπαρκτων κυρίως οπτικών ερεθισμάτων)
  • Διαστρέβλωση της αντίληψης του χώρου και του χρόνου (αποπροσανατολισμός)
  • Διαστρέβλωσης αντίληψης προσωπικής ταυτότητας
  • Έντονος χρωματισμός συναισθημάτων και σκέψεων(ευχάριστα ή δυσάρεστα)
  • Έμμονες ιδέες
  • Κρίση πανικού
  • Απώλεια ελέγχου
  • Υπερσεξουαλικότητα ή απώλεια σεξουαλικής επιθυμίας

Ανάλογα με τη συχνότητα και την ποσότητα κατανάλωσης αλλά και τον οργανισμό του χρήστη, οι επιπτώσεις του LSD μπορεί να διαφέρουν σε ένταση και χρονική διάρκεια. Μια συνηθισμένη δοσολογία LSD (ένα δισκίο) έχει επίδραση από μερικά λεπτά έως λίγες ώρες. Η συχνή χρήση LSD, ακριβώς λόγω της μεγάλης διαστρέβλωσης που προκαλεί σε τόσες πολλές γνωστικές και συναισθηματικές λειτουργίες μπορεί οδηγήσει σε εμφάνιση ψυχοπαθολογικής συμπεριφοράς όπως είναι ένα ψυχωσικό ή καταθλιπτικό επεισόδιο ή μια διαταραχή πανικού.

Λόγω των έντονων εμπειριών που προκαλεί, στο εξωτερικό το LSD έχει αρχίσει προσφάτως να χρησιμοποιείται πειραματικά σε κάποια ψυχοθεραπευτικά πλαίσια όπως στην αντιμετώπιση του αλκοολισμού6 . Φυσικά η πειραματική χρήση του σε αυτά τα πλαίσια γίνεται υπό αυστηρούς κανόνες και εξειδικευμένους θεραπευτές, ενώ ακόμη δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την αποτελεσματικότητα της χρήσης του LSD για ψυχοθεραπευτικούς σκοπούς.

Στατιστικά Χρήσης

Στην Ε.Ε. το ποσοστό ενηλίκων που έχουν καταναλώσει LSD τουλάχιστον μια φορά στη ζωή τους είναι μεταξύ 0% (Ρουμανία) έως 5.3% (Ηνωμένο Βασίλειο). Η πλειοψηφία των υπολοίπων χωρών υπολογίζουν τη χρήση LSD από ενήλικες σε 0.3% – 2%. Το ποσοστό χρήσης LSD τουλάχιστον μια φορά στους νέους (15-34 ετών) παραμένει σε χαμηλά ποσοστά που και πάλι βρίσκονται μεταξύ 0% (Ρουμανία) και 5.5% (Ηνωμένο Βασίλειο).

Τέλος, το ποσοστό των ατόμων που δοκίμασαν LSD τουλάχιστον μια φορά κατά τον τελευταίο χρόνο στην Ε.Ε. υπολογίζεται ότι κυμαίνεται σε χαμηλά ποσοστά, καθώς καμία άλλη χώρα δεν ξεπερνάει το ποσοστό της Εσθονίας, το οποίο είναι της τάξεως του 1%.7

Θεραπεία κατάχρησης LSD

Οι χρόνιοι χρήστες LSD αντιμετωπίζονται παγκοσμίως όπως ακριβώς και οι χρήστες των υπόλοιπων ναρκωτικών ουσιών8. Η χρήση ναρκωτικών ουσιών θεωρείται το αποτέλεσμα μιας σειράς άλλων ψυχολογικών δυσλειτουργών ή/και παθολογικών σχέσεων στη ζωή του ατόμου και η θεραπεία μπορεί να γίνει με μια σειρά πρεμβάσεων, όπως είναι η ατομική και η ομαδική ψυχοθεραπεία αλλά και η εισαγωγή σε ειδικές κλινικές αποτοξίνωσης. Σκοπός των παρεμβάσεων δεν είναι απλά να σταματήσει η χρήση ναρκωτικών ουσιών τώρα, αλλά να αποφευχθεί μια νέα χρήση στο μέλλον (υποτροπή).

Εισαγωγική Φωτογραφία

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. M.d, C. S. (1995). Effects of LSD on Somatosensory and Visual Evoked Responses and on the EEG in Man. Στο J. W. M.D (Επιμ.), Recent Advances in Biological Psychiatry(σσ 209–227). Springer New York. []
  2. Stern, W. C., Morgane, P. J., & Bronzine, J. D. (1972). LSD: effects on sleep patterns and spiking activity in the lateral geniculate nucleus. Brain research, 41(1), 199–204. []
  3. Moreno, J. L., Holloway, T., Umali, A., Rayannavar, V., Sealfon, S. C., & González-Maeso, J. (2013). Persistent effects of chronic clozapine on the cellular and behavioral responses to LSD in mice. Psychopharmacology, 225(1), 217–226. doi:10.1007/s00213-012-2809-7 []
  4. Grossman, L., Utterback, E., Stewart, A., Gaikwad, S., Chung, K. M., Suciu, C., … Kalueff, A. V. (2010). Characterization of behavioral and endocrine effects of LSD on zebrafish. Behavioural Brain Research, 214(2), 277–284. doi:10.1016/j.bbr.2010.05.039 []
  5. Hughes, R. N. (1973). Effects of LSD on exploratory behavior and locomotion in rats. Behavioral Biology, 9(3), 357–365. doi:10.1016/S0091-6773(73)80184-1 []
  6. Kurland, A., Savage, C., Pahnke, W. N., Grof, S., & Olsson, J. E. (2009). LSD in the Treatment of Alcoholics. Pharmacopsychiatry, 4(02), 83–94. doi:10.1055/s-0028-1094301 []
  7. European Monitoring Center for Drugs and Drugs Addiction []
  8. Boer, A. P., & Sipprelle, C. N. (1969). Induced Anxiety in the Treatment for LSD Effects. Psychotherapy and Psychosomatics17(2), 108–113. doi:10.1159/000286016 []
21 Ιαν 2013

Νέα έρευνα υποστηρίζει ότι οι νευρώνες μπορούν να αλλάξουν μορφή μετά την πλήρη ανάπτυξή τους

Νέα έρευνα του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ ρίχνει φως στο θέμα της νευρολογικής ανάπτυξης, καθώς τα αποτελέσματά της υποδεικνύουν ότι οι νευρώνες μπορούν να αλλάξουν μορφή μετά το στάδιο της πλήρους ανάπτυξής τους.

Σύμφωνα με τα όσα γνωρίζαμε έως τώρα, οι νευρώνες δημιουργούνται από τα βλαστοκύτταρα  και παίρνουν την τελική τους μορφή κατά τη διάρκεια της κύησης. Αφού έχουν πάρει την τελική τους μορφή (π.χ. κινητικοί νευρώνες, ενδιάμεσοι νευρώνες, αισθητήριοι νευρώνες) δεν μπορούν να αλλάξουν εκ νέου σε κάποιον άλλου τύπου νευρώνα.

Αυτή η διαπίστωση πλέον μπορεί να αποδειχθεί λανθασμένη, καθώς η έρευνα του Χάρβαρτ έδειξε ότι στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης ενός νευρώνα υπάρχει δυνατότητα να αλλάξει ο τύπος του, υπογραμμίζοντας την εκπληκτική πλαστικότητα και ευελιξία του ανθρώπινου νευρικού συστήματος12 .

Στα πειράματα της η επιστημονική ομάδα επικεντρώθηκε στην αλλαγή κάποιων ενδιάμεσων νευρώνων οι οποίοι κανονικά μεταφέρουν πληροφορίες ανάμεσα στα δύο ημισφαίρια. Σκοπός τους ήταν οι νευρώνες αυτοί να μετατραπούν σε εγκεφαλονωτιαίους κινητικούς νευρώνες, η βλάβη των οποίων είναι γνωστό ότι προκαλεί στην πολλαπλή σκλήρυνση κατά πλάκας. Η αλλαγή του νευρώνα έγινε μέσω της επανακωδικοποίησης του γονιδιακού του υλικού και μάλιστα το πείραμα έλαβε χώρα όχι σε απομονωμένους νευρώνες σε εργαστηριακό περιβάλλον, αλλά σε ζωντανό, νεαρό πειραματόζωο.

Εάν η αλλαγή αυτή των νευρώνων αποδειχθεί πως είναι δυνατή και σε ενήλικα πειραματόζωα, τότε ανοίγει ο δρόμος για την ανάπτυξη καινοτόμων θεραπειών για νευρολογικές διαταραχές όπως την σκλήρυνση κατά πλάκας, τη νόσο του Πάρκινσον κ.α. Αυτό το οποίο δίνει ελπίδες για την ανάπτυξη τέτοιου είδους θεραπειών είναι το γεγονός πως η επιστημονική ομάδα κατέληξε σε παρόμοια ευρήματα πριν πέντε χρόνια, όταν κατάφερε να αλλάξει μορφή και σε άλλα κύτταρα του σώματος, όπως αυτά που συνθέτουν το πάγκρεας.

Οι γνώσεις μας για την ανάπτυξη, τον τρόπο λειτουργίας και τις διαταραχές του νευρικού μας συστήματος έχουν αυξηθεί γεωμετρικά κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Εάν η έρευνα σε αυτόν τον τομέα συνεχίσει με τους ίδιους ρυθμούς, έχουμε κάθε λόγο να μιλάμε για μια νέα εποχή στην ιατρική και την νευροψυχολογία.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Caroline Rouaux, Paola Arlotta. Direct lineage reprogramming of post-mitotic callosal neurons into corticofugal neurons in vivo. Nature Cell Biology, 2013 []
  2. One form of neuron turned into another in brain. ScienceDaily []