17 Ιαν 2011

Αλήθειες και ψέμματα για την Ψυχολογία

Καλώς ή κακώς η κοινή γνώμη διαμορφώνει την άποψή της για πολλά θέματα μέσα από όλα όσα βλέπει, ακούει και διαβάζει στα ΜΜΕ. Αυτός είναι ένας «πρωτόγονος» μηχανισμός δημιουργίας και διαιώνισης στερεοτύπων ο οποίος βρίσκει εφαρμογή σε πολλές και διαφορετικές περιπτώσεις: από το τι πιστεύουμε για ένα πρόσωπο της επικαιρότητας, την στάση μας απέναντι σε κοινωνικές ομάδες (π.χ. μετανάστες) αλλά και τα πιστεύω μας για έναν ολόκληρο επιστημονικό κλάδο.

Προφανώς σε αυτό το άρθρο θα ασχοληθούμε με την τρίτη περίπτωση και συγκεκριμένα με ορισμένα στερεότυπα που κυκλοφορούν κυρίως για τους εφαρμοσμένες ειδικότητες Ψυχολογίας, αλλά και για τους ψυχολόγους γενικότερα.

Ψυχοθεραπεία

Όχι, δεν θέλουν όλοι οι ψυχολόγοι να σας ξαπλώσουν σε έναν καναπέ και να σας πιέσουν να θυμηθείτε λεπτομέρειες για την παιδική σας ηλικία. Μπορεί αυτή  η στερεότυπη εικόνα να κυριαρχεί σε αναρίθμητες ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, όμως δεν παύει να είναι αυτό ακριβώς: ένα στερεότυπο. Η μέθοδος που απεικονίζεται είναι αυτή της κλασσικής ψυχανάλυσης, όπου ο ψυχαναλυτής προσπαθούσε να χαλαρώσει το άτομο τοποθετώντας το σε μια άνετη θέση, συνήθως σε έναν επικλινή καναπέ, ενώ αυτός βρισκόταν εκτός του οπτικού πεδίου του συμβουλευόμενου/ασθενούς, παρακινώντας τον να εκφράσει ελεύθερα τις σκέψεις του. Η συζήτηση πολύ συχνά επικεντρωνόταν στην παιδική ηλικία και τα παιδικά τραύματα, καθώς αυτά παίζουν κυρίαρχο ρόλο στην ψυχαναλυτική θεωρία.

Πλέον όμως η συγκεκριμένη εικόνα συναντάται εξαιρετικά σπάνια. Πέραν της ψυχαναλυτικής προσέγγισης πλέον υπάρχουν πολλές περισσότερες θεραπευτικές μέθοδοι που ουδεμία σχέση έχουν με όλα αυτά. Μάλιστα, πολλοί ψυχοθεραπευτές αποφεύγουν να μιλήσουν για το παρελθόν καθώς πιστεύουν πως μια τέτοια συζήτηση όχι απλώς δεν βοηθάει, αλλά δημιουργεί εμπόδια στην θεραπεία. Ούτε καν οι σύγχρονοι ψυχοδυναμικοί ψυχοθεραπευτές δεν ανταποκρίνονται στην στερεότυπη εικόνα που περιγράψαμε.

Όχι, στην ψυχοθεραπεία δεν πάνε μόνο οι τρελοί! Ο θεμέλιος λίθος της ψυχοθεραπείας είναι η ανάγκη του ατόμου να έρθει σε επαφή με τον εαυτό του ώστε να επαναφέρει μια εσωτερική ισορροπία. Προφανώς αυτόν τον στόχο δεν τον έχουν μόνο οι «τρελοί», αλλά ο καθένας από εμάς. Υπό αυτό το σκεπτικό, δεν χρειάζεται κάποιος να πάσχει από κάποια μορφή ψυχικής διαταραχής (π.χ. κατάθλιψη, σχιζοφρένεια, μετατραυματικό στρες) ώστε να του δημιουργηθεί η ανάγκη να δει κάποιον ψυχολόγο ή να συμμετάσχει σε μια ομάδα αυτοβοήθειας. Στην Ελλάδα βεβαίως η επίσκεψη σε ψυχολόγο είναι θέμα ταμπού, αλλά στο εξωτερικό (Ευρώπη και Αμερική κυρίως) ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό όσων επισκέπτονται έναν ψυχολόγο δεν τηρούν τα κριτήρια για κάποια ψυχική διαταραχή, αλλά απλά παρακολουθούν έναν αριθμό συνεδριών ώστε να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν σε κάποια δυσκολία που αντιμετωπίζουν ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Ο ψυχολόγος δεν είναι το ίδιο με τον ψυχίατρο. Η ψυχιατρική είναι μια ειδικότητα της Ιατρικής, πράγμα που σημαίνει ότι οι ψυχίατροι είναι γιατροί που έχουν κάνει ειδίκευση στην φυσιολογία των ψυχικών διαταραχών. Από την άλλη ο ψυχολόγος ειδικεύεται στην πρόληψη, αναγνώριση και θεραπευτική προσέγγιση της ψυχοπαθολογικής συμπεριφοράς. Οι δύο αυτοί κλάδοι δεν είναι αντίπαλοι αλλά σύμμαχοι, έχοντας ως σκοπό την θεραπεία του ατόμου, ο καθένας στο πεδίο του και με τα μέσα στα οποία ειδικεύεται: ο μεν στην επέμβαση σε φυσιολογικό επίπεδο (π.χ. φαρμακοθεραπεία) και ο δε στην επέμβαση σε ψυχοθεραπευτικό/συμπεριφορικό επίπεδο. Με άλλα λόγια, ο ψυχίατρος αναλαμβάνει το ιατρικό κομμάτι της ψυχικής διαταραχής, ενώ ο ψυχολόγος το ψυχοθεραπευτικό. Ο συνδυασμός των δύο συνήθως φέρνει τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα.

Η προσωπικότητα των ψυχολόγων

Όχι, ένας ψυχολόγος δεν μπορεί να «διαβάσει» τη σκέψη σας. Κυκλοφορεί η αντίληψη πως ένας ψυχολόγος μπορεί να σε «ψυχολογήσει» μέσα σε λίγα λεπτά και να καταλάβει τι πάστας άνθρωπος είσαι, τι σου αρέσει, τι όχι, τι συνήθειες έχεις κτλ Φυσικά αυτό είναι ένας μύθος. Ο ψυχολόγος είναι ένας παρατηρητής της ανθρώπινης συμπεριφοράς, οπότε μπορεί πράγματι να δώσει σημασία σε πράγματα που ίσως άλλοι δεν θα προσέξουν και θα προσπαθήσει να το ερμηνεύσει (π.χ. γλώσσα του σώματος). Αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ανοιχτά βιβλία για τον ψυχολόγο. Για να καταλάβει ένας ψυχολόγος τα συμπεριφορικά μοτίβα και τις δυσλειτουργίες κάποιου χρειάζεται αρκετές ώρες εκτενής συζήτησης και ανάλυσης. Γι’αυτό άλλωστε και οι πρώτες συνεδρίες με έναν ψυχολόγο είναι συνήθως συναντήσεις γνωριμίας, όπου συλλέγονται λεπτομέρειες για τον συμβουλευόμενο και το πρόβλημά του. Εάν μπορούσαμε να βγάλουμε τόσο εύκολα σωστά συμπεράσματα για κάποιον, τότε όλες αυτές οι πρώτες αναγνωριστικές συνεδρίες θα ήταν απλά άχρηστες.

Όχι, οι ψυχολόγοι δεν είναι «πειραγμένοι». Τουλάχιστον αυτός είναι ο κανόνας, ακόμη και αν υπάρχουν εξαιρέσεις που τον επιβεβαιώνουν. Ο υπερκινητικός ψυχολόγος-ψυχοθεραπευτής που κατεβάζει τις πιο απίθανες ιδέες και συνδέει ασύνδετα πράγματα δίχως απολύτως καμία λογική είναι απλά μία κινηματογραφική καρικατούρα και τίποτε περισσότερο. Βεβαίως, οφείλουμε να ομολογήσουμε πως ο λόγος που εξαπλώθηκε αυτή η αντίληψη είναι η ύπαρξη πολύπλοκων ψυχολογικών θεωριών, ιδίως ψυχαναλυτικής προέλευσης, οι οποίες περιέχουν δυσνόητους και παρεξηγημένους όρους (π.χ. οιδιπόδειο σύμπλεγμα).

Ψυχοπαθολογία

Τα άτομα με ψυχοπαθολογία δεν είναι πιο επικίνδυνα από τον μέσο συμπολίτη μας. Δεδομένου πως προβλέπεται πως περίπου οι μισοί από εμάς θα αναπτύξουμε κάποια μορφή ψυχοπαθολογίας κατά τη διάρκεια της ζωής μας, καταλαβαίνετε πως είναι ανούσιο να σκεφτόμαστε πως οι μισοί συμπολίτες μας είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνοι. Ακόμη και κατά τη διάρκεια που το άτομο βιώνει τα συμπτώματα της ψυχοπαθολογίας είναι εξαιρετικά σπάνιες οι περιπτώσεις επιθετικής συμπεριφοράς, καθώς οι πλείστες ψυχοπαθολογίες έχουν εντελώς διαφορετικά συμπτώματα. Φυσικά υπάρχουν συγκεκριμένες εξαιρέσεις ψυχοπαθολογιών που εξ’ορισμού περιλαμβάνουν επιθετικές τάσεις, όπως π.χ. η αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

03 Ιούν 2010

Κατά συρροή δολοφόνοι: τα τέρατα στην ντουλάπα μας

Όταν κάποιος αποφασίσει να γράψει για ένα τόσο περίεργο θέμα, όπως την ψυχολογία των κατά συρροή δολοφόνων, σίγουρα κινδυνεύει να χαθεί μέσα σε εγκληματολογικού τύπου αναλύσεις και κανιβαλιστικές αναφορές ανάλογες των αστυνομικών βιβλίων μυστηρίου. Θέλοντας να αποφύγω κυρίως το δεύτερο δεν πρόκειται να αναφερθώ σε περιπτωσιακές μελέτες δολοφόνων. Θα προτιμήσω η αναφορά μου στο θέμα των δολοφόνων να κινηθεί σε δύο άξονες: την μέση ψυχογραφία των κατά συρροή δολοφόνων και στα αίτια που μπορεί να οδηγήσουν σε ανάπτυξη μιας τόσο βίαιης συμπεριφοράς. Για μια σταχυολόγηση περιπτώσεων κατά συρροή δολοφόνων δεν έχετε παρά να επισκεφθείτε το blog «Έγκλημα και Τιμωρία»1 , το οποίο στάθηκε και η αφορμή για να γραφτεί αυτό το post.

Σύμφωνα με το Λεξικό Τριανταφυλλίδη η δολοφονία ορίζεται ως «ένας προμελετημένος φόνος με δόλιο τρόπο». Επομένως, όταν μιλάμε για κατά συρροή δολοφόνους αναφερόμαστε σε άτομα που αφαιρούν πολλές ανθρώπινες ζωές χωρίς κάποιο εμφανές κίνητρο, πέραν ίσως της προσωπικής τους ευχαρίστησης. Με αυτόν τον τρόπο αφαιρούνται από τη λίστα μας άτομα που σκότωσαν μεν πολλούς συνανθρώπους τους, αλλά το έκαναν είτε λόγω ανάγκης για επιβίωση (π.χ. περιπτώσεις κανιβαλισμού λόγω πείνας) είτε για αυτοάμυνα ή πολεμικούς σκοπούς (π.χ. στρατιώτες). Προσωπικά βεβαίως θα ήθελα πολύ να μελετήσω και την ψυχολογία του στρατιώτη που αισθανόμενος ως πιόνι μιας ανώτερης δύναμης (π.χ. καθήκον, διαταγές) προχωρεί σε μαζικές εκτελέσεις στρατιωτών και πολιτών, αλλά αυτό είναι θέμα για άλλο post. Άλλωστε ο Dr. Zimbardo καλύπτει αρκετά αυτό το θέμα στο βιβλίο του «The Lucifer Effect» για το οποίο έγραψα προ ολίγων ημερών.

Τι συμβαίνει στο μυαλό ενός δολοφόνου;

Στο ευρύ κοινό κυριαρχεί η αντίληψη πως οι κατά συρροή δολοφόνοι είναι και ψυχοπαθείς. Αυτό είναι εν μέρει σωστό, αλλά φυσικά δεν ισχύει πάντοτε, τουλάχιστον υπό την οπτική γωνία που θέλει τα άτομα αυτά ως σχιζοφρενή και επομένως αποκομμένα από την πραγματικότητα. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε στις περισσότερες των περιπτώσεων τα άτομα αυτά καταδικάζονται με τις σκληρότερες ποινές (θανατική ποινή ή πολλάκις ισόβια), καθώς το δικαστήριο δεν κάνει δεκτό το αίτημα της διαταραγμένης ψυχικής υγείας που έχει ως αποτέλεσμα την έλλειψη αυτοελέγχου. Οι περισσότεροι κατά συρροή δολοφόνοι έχουν πολύ καλή αντίληψη της ηθικής και γνωρίζουν πότε μια πράξη τους είναι σωστή ή όχι, βάσει των κοινωνικών κανόνων. Αυτό όμως δεν τους εμποδίζει να πράξουν το κακό, μιας και τα ψυχολογικά οφέλη που έχουν από τη δολοφονία τους ικανοποιούν και σβήνουν τον φόβο της τιμωρίας. Σίγουρα όμως οι περισσότεροι κατά συρροή δολοφόνοι παρουσιάζουν έντονα σημάδια ενεργούς ψυχοπαθολογίας σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό.

Οι κατά συρροήν δολοφόνοι είναι πολύ πιο πιθανό να επιτεθούν και να σκοτώσουν ξένα άτομα, παρά άτομα του οικογενειακού τους περιβάλλοντος. Υπάρχουν βεβαίως και οι εξαιρέσεις όπου κάποιος κατάφερε να αποδεκατίσει σχεδόν ολόκληρη την οικογένειά του πριν κινήσει τις υποψίες και συλληφθεί, αλλά αυτό απλά επιβεβαιώνει τον κανόνα. Η έλλειψη διαπροσωπικής επαφής αφενός δεν αφήνει περιθώρια συναισθηματικού δεσμού μεταξύ θύτη και θύματος και αφετέρου επιτρέπει πιο εύκολη κάλυψη του δράστη, μιας και όντας ξένος με το θύμα και την οικογένειά του, δεν μπορεί να κινήσει υποψίες. Οι δράστες μάλιστα τείνουν να επιλέγουν όσο το δυνατόν πιο αδύναμα θύματα ώστε να αυξήσουν τις πιθανότητες επιτυχίας και να μειώσουν τις πιθανότητες αντίστασης και επιβίωσης του θύματος. Έτσι, τα πιο πολλά θύματα είναι γυναίκες και μικρά παιδιά, ενώ οι πιο πολλοί θύτες είναι άνδρες, συνήθως νεαρής ηλικίας 20-30 ετών. Όπως είπαμε και στην εισαγωγή μας, οι κατά συρροή δολοφόνοι δεν σκοτώνουν για κάποιο προσωπικό τους όφελος, πέραν της ικανοποίησής τους. Γι’ αυτό άλλωστε και τα περισσότερα θύματα βρίσκονται με ανέπαφα τα προσωπικά τους είδη αξίας. Μιλάμε ουσιαστικά για ένα έγκλημα πάθους με αυτοσκοπό την ευχαρίστηση της εξουσίας που απολαμβάνει ο δολοφόνος.

Κάποιοι2 διαχωρίζουν τους κατά συρροή δολοφόνους σε δύο κατηγορίες: στους ψυχωσικούς και τους ψυχοπαθείς. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται τα άτομα που δεν έχουν ηθική συνείδηση λόγω ενεργούς ψυχοπαθολογίας, η οποία μπορεί να διαγνωσθεί έπειτα από ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη. Οι ψυχωσικοί είναι άτομα που είναι αποκομμένα από την πραγματικότητα, έχουν παραισθήσεις ή ψευδαισθήσεις και έχουν παραδώσει την ηθική τους ευθύνη σε κάποια τρίτη δύναμη που συνήθως την αντιλαμβάνονται μέσω φωνών που τους δίνουν διαταγές ή «σημάδια» που τους καθοδηγούν. Αυτές οι ψευδαισθήσεις σε πολλές περιπτώσεις είναι ντυμένες με κάποιο θρησκευτικό/παραθρησκευτικό μανδύα και έχουν την μορφή δαιμόνων, πνευμάτων ή ακόμη και του ίδιου του Θεού. Άλλες φορές οι ψευδαισθήσεις περιορίζονται σε μια άγνωστη φωνή «μέσα στον εγκέφαλο» που διψάει για αίμα, ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις δολοφόνων που πιστεύουν ότι κάποιος τρίτος έλεγχε το σώμα τους τη στιγμή της δολοφονίας. Πρέπει να σημειωθεί πως οι ψυχωσικοί δολοφόνοι, εφόσον μπορέσουν να μειώσουν τα ψυχωσικά τους συμπτώματα και να έρθουν σε επαφή με την πραγματικότητα, πολύ συχνά νιώθουν τύψεις για ότι έχουν κάνει, αλλά πιστεύουν πως ήταν αδύνατο να το σταματήσουν. Λόγω ακριβώς της ύπαρξης ενεργούς ψυχοπαθολογίας κατά τη διάρκεια διάπραξης των δολοφονιών, η οποία δεν επέτρεπε την σωστή ηθική κρίση, τα δικαστήρια σε αυτές τις περιπτώσεις μπορούν να δεχτούν κάποια ελαφρυντικά.

Οι ψυχωσικοί είναι συγκριτικά ένας μικρός αριθμός των κατά συρροή δολοφόνων, σε σχέση με τους μη-ψυχωσικούς που έχουν απόλυτη επαφή με την πραγματικότητα. Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε πως τα ψυχωσικά συμπτώματα δεν θα πρέπει να ταυτίζονται με την εικόνα του δολοφόνου. Ένας ελάχιστος αριθμός ψυχωσικών διαπράττει δολοφονίες, και σίγουρα αυτός ο αριθμός στατιστικά δεν είναι μεγαλύτερος από την αναλογία των δολοφόνων ανάμεσα στους μη-ψυχωσικούς. Δυστυχώς η ταύτιση ψυχικών διαταραχών με δολοφονικές φιγούρες έχει δαιμονοποιήσει αρκετές ψυχικές διαταραχές και κυρίως την σχιζοφρένεια.

Στην δεύτερη -και μεγαλύτερη- κατηγορία κατατάσσονται οι μη-ψυχωσικοί, αλλά ψυχοπαθείς δολοφόνοι. Αυτοί οι δολοφόνοι δεν παρουσιάζουν κανενός είδους ψευδαισθήσεις ή παραισθήσεις, έχουν απόλυτη γνώση των ηθικών κανόνων, αλλά δεν τους νοιάζει εάν αυτό που κάνουν είναι σωστό ή λάθος. Τους αρκεί η προσωπική τους ευχαρίστηση από τη δολοφονία και την επίδειξη εξουσίας. Αυτά τα άτομα δεν έχουν ισχυρή ηθική συνείδηση και γι’ αυτό το λόγο δεν νοιώθουν καθόλου ενοχές. Οι κατά συρροή δολοφόνοι όχι μόνο δεν νιώθουν τύψεις για τα εγκλήματά τους, αλλά θέλουν να ταυτίσουν τα θύματά τους με τους ίδιους. Βλέπουν τα θύματά τους ως τρόπαια μιας πράξης για την οποία είναι περήφανοι. Γι’ αυτό άλλωστε πολλές φορές οι δολοφόνοι κρατούν «αναμνηστικά» από τα θύματά τους (π.χ. προσωπικά αντικείμενα, ακρωτηριασμένα σωματικά μέλη, ζωτικά όργανα κτλ)3 .

Συνήθως είναι άτομα που ξεχωρίζουν στην παρέα λόγω των ψυχρών συναισθημάτων και της απομόνωσής τους. Σπάνια μοιράζονται πράγματα για τον εαυτό τους και δεν κάνουν προσπάθειες να καταλάβουν τα συναισθήματα των ανθρώπων γύρω τους. Πέραν δηλαδή των επίπεδων συναισθημάτων τους παρουσιάζουν και σαφή έλλειψη ενσυναίσθησης.

Πολλοί από τους κατά συρροή δολοφόνους εμφανίζονται με έντονη και χρόνια αντικοινωνική συμπεριφορά. Δεν ενδιαφέρονται για τους κοινωνικούς κανόνες, είναι βίαιοι, βλάπτουν -σωματικά και ψυχικά- τα άτομα του περιβάλλοντός τους, ενώ σχεδόν πάντοτε είναι βάναυσοι με τα ζώα, τα οποία είναι και τα πρώτα τους θύματα. Βλέπουμε δηλαδή ότι η δολοφονία δεν είναι παρά ο τελικός σταθμός μιας προϋπάρχουσας αντικοινωνικής συμπεριφοράς που είναι ενεργή για πολλά χρόνια και η οποία μπορεί να ξεκινάει από μικρή ηλικία με κάποιες «αθώες» πράξεις όπως κλοπές, βασανισμούς και θανάτωση ζώων, πολλαπλούς καυγάδες με άλλα παιδιά, έντονη εκδικητικότητα στις σχέσεις τους κτλ.

Πρώιμες Ενδείξεις και Αίτια

Όπως πάντα, οι παράγοντες που φαίνεται να επηρεάζουν την ανάπτυξη έντονης αντικοινωνικής συμπεριφοράς που μπορεί να οδηγήσει σε κατά συρροή δολοφονίες χωρίζονται σε ψυχολογικούς/περιβαλλοντικούς και βιολογικούς. Δεν πρόκειται όμως για αλληλοαποκλειόμενα αίτια. Ανάλογα με την περίπτωση, το περιβάλλον και οι γενετικοί παράγοντες παίζουν διαφορετικό ρόλο και έχουν διαφορετική επίδραση στην τελική διαμόρφωση της δολοφονικής προσωπικότητας.

Περιβάλλον

Στις πλείστες των περιπτώσεων οι θύτες τέτοιων δολοφονιών προέρχονται από ένα διαταραγμένο οικογενειακό περιβάλλον το οποίο τους άφησε μεγάλα συναισθηματικά κενά και αισθήματα ανασφάλειας και μειονεξίας. Ένα 60% των ατόμων που παρουσιάζουν αντικοινωνική συμπεριφορά, και επομένως και των κατά συρροή δολοφόνων, έχει χάσει τουλάχιστον έναν από τους δύο γονείς ή οι γονείς αδιαφορούσαν επιδεικτικά για την ανατροφή του παιδιού τους4 . Επίσης, έχει παρατηρηθεί ότι μεγάλο ποσοστό των κατά συρροή δολοφόνων έχουν πέσει θύματα βιασμού ή/και σωματικής και ψυχολογικής βίας στα παιδικά τους χρόνια. Όπως και στην περίπτωση των θυτών οικογενειακής βίας, τα βίαια συμπεριφορικά μοτίβα που έζησαν ως παιδιά τείνουν να τα επαναλαμβάνουν και ως ενήλικες, αλλά από τη θέση του θύτη αυτή τη φορά.

Όπως βλέπουμε δηλαδή, το κακό οικογενειακό περιβάλλον παίζει καταλυτικό ρόλο στην διαμόρφωση ατόμων με έντονη αντικοινωνική συμπεριφορά και σκέψεις. Φυσικά δεν σημαίνει ότι όποιος έχει μεγαλώσει σε ένα σκληρό περιβάλλον θα γίνει απαραίτητα εγκληματίας και δη δολοφόνος! Απλά τέτοια περιβάλλοντα έχουν μεγαλύτερη επίδραση σε άτομα που έτσι και αλλιώς έχουν κάποια ευαίσθητη ψυχολογική κράση.

Βιολογία

Υπάρχουν έρευνες που αποκαλύπτουν την βιολογική βάση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς5 . Πριν λίγα χρόνια έγινε μια έρευνα στην Δανία σε υποκείμενα άτομα που έχουν αναπτύξει αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας. Τα άτομα αυτά ήταν όλα υιοθετημένα, οπότε αυτό που έκαναν οι επιστήμονες ήταν να ελέγξουν εάν οι βιολογικοί συγγενείς είχαν αναπτύξει αυτή τη διαταραχή. Το αποτέλεσμα της έρευνας ήταν ξεκάθαρο: οι βιολογικοί συγγενείς των αντικοινωνικών ατόμων ήταν 4-5 φορές πιο πιθανό να έχουν αναπτύξει την διαταραχή αυτή, σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό.

Η σύγχρονη επιστήμη όμως υπογραμμίζει και άλλες φυσιολογικές διαφορές μεταξύ του μέσου πληθυσμού και των ψυχοπαθών δολοφόνων. Για παράδειγμα έχει βρεθεί ότι ένας στους τρεις ψυχοπαθείς παρουσιάζει ανωμαλίες στα εγκεφαλικά κύματα EEG, καθώς αυτά είναι πιο αργά σε σχέση με τον μέσο ενήλικα. Μια θεωρία είναι πως οι εγκέφαλοι των ψυχοπαθών αναπτύσσονται με πιο αργούς ρυθμούς, αλλά χρειάζονται περισσότερες φυσιολογικές αποδείξεις για να αποδειχθεί κάτι τέτοιο.

Καθώς πολλοί πιστεύουν ότι το μυστικό για να κατανοήσουμε την συμπεριφορά των ψυχοπαθών είναι η βιολογία, δεν είναι λίγοι οι ερευνητές που στρέφονται στην έρευνα των εγκεφάλων των ψυχοπαθών, με την ελπίδα ότι θα καταφέρουν να εντοπίσουν κάποιες διαφορές σε σχέση με τους εγκεφάλους μη-ψυχοπαθών ατόμων. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η έρευνα του Δρ. Kiehl, καθηγητή ψυχολογίας και νευροεπιστημών του πανεπιστήμιου του Νότιου Μεξικού6 . Η ιδέα της έρευνας είναι απλή. Υπολογίζεται πως ένας στους τέσσερις κρατούμενους στις φυλακές των ΗΠΑ παρουσιάζει ήπια ή σοβαρότερης μορφής συμπτώματα αντικοινωνικής και ψυχοπαθούς προσωπικότητας. Αυτό που κάνει ο Δρ. Kiehl είναι να πηγαίνει στις φυλακές, να μετράει τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων και στη συνέχεια, με ένα μικρό fMRI scanner να παίρνει κάποιες εικόνες του εγκεφάλου. Το ίδιο κάνει και με τους φυλακισμένους που δεν παρουσιάζουν συμπτώματα, αλλά και με μη φυλακισμένους που ούτε αυτοί έχουν συμπτώματα. Στο τέλος συγκρίνει αυτές τις 3 ομάδες και βλέπει σε τι διαφέρουν οι αντικοινωνικοί/ψυχοπαθείς.

Η ομάδα του Δρ. Kiehl, με τα αποτελέσματα που έχει έως τώρα, πιστεύει πως η κύρια διαφορά μεταξύ ψυχοπαθών και υπόλοιπου πληθυσμού είναι κάποιες ανωμαλίες του παραλιμβικού συστήματος, το οποίο σχετίζεται με την κατανόηση και έκφραση του συναισθήματος. Αυτά τα πρώιμα αποτελέσματα έρχονται να υποστηρίξουν την θεωρία περί ανωμαλίας ή καθυστερημένης ανάπτυξης του εγκεφάλου ως κύρια αιτία ανάπτυξης της ψυχοπαθούς συμπεριφοράς των κατά συρροή δολοφόνων.

Βεβαίως, όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν ανοιχτά και κάθε νέο στοιχείο στον τομέα της ψυχοπαθολογίας των εγκληματιών πρέπει να ερευνάται από πολλές και διαφορετικές σκοπιές, καθώς δεν πρέπει να ξεχνάμε πως τα δικαστήρια μπορούν να επηρεαστούν εύκολα υπέρ ή κατά ενός κατηγορουμένου βάσει των αιτιών που αποδίδει η ψυχιατρική στην συμπεριφορά τους.

Εισαγωγική Φωτογραφία:

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Έγκλημα και Τιμωρία, της Νίνας Κουλετάκη []
  2. Science Ray: «Serial Killer: Psychopathic or Psychotic« []
  3. Sam Vaknin: «The Psychology of Serial and Mass Killers«. Buzzle.com []
  4. Shirley Lynn Scott: «What Makes Serial Killer Tick?«. TruTV []
  5. Shirley Lynn Scott: «What Makes Serial Killer Tick?«. TruTV []
  6. Greg Miller (2008). «Investigating the Psychopathic Mind«.Science. 321 []
28 Μαρ 2010

Ειδικές Φοβίες: Τι είναι, από που προέρχονται, πως αντιμετωπίζονται

«Τι; Να πάμε με αεροπλάνο στην Κρήτη; Με τίποτε! Προτιμώ να φάμε μια μέρα στο καράβι!»

«Πάρε το σκυλί σου από τα πόδια μου! Κανίς, ξε-κανίς, εγώ το φοβάμαι!» «Ο γιατρός είπε να κάνω αξονική τομογραφία. Δεν υπάρχει περίπτωση να βάλω το κεφάλι μου σε εκείνο το σωλήνα!»

Αυτές είναι μερικές κλασικές αντιδράσεις ατόμων που πιθανόν πάσχουν από μια από τις πιο διαδεδομένες ψυχικές διαταραχές: την ειδική φοβία. Η ειδική φοβία αναφέρεται κυρίως στις φοβικές αντιδράσεις που είναι δυσανάλογες του φοβικού ερεθίσματος, το οποίο συνήθως είναι αβλαβές και ακίνδυνο. Τα άτομα που πάσχουν από ειδική φοβία συνήθως συνειδητοποιούν ότι ο φόβος τους είναι παράλογος ή/και σημαντικά μικρότερος από τον φόβο άλλων ατόμων για το ίδιο φοβικό αντικείμενο. Αυτό το οποίο φοβάται το άτομο μπορεί εν δυνάμει να είναι και κακό για την υγεία του, ωστόσο ακόμη και όταν το άτομο βρίσκεται σε ασφαλές περιβάλλον συνεχίζει να παρουσιάζει φοβικές αντιδράσεις. Όσο πιο έντονο ή πρόσφατο είναι το φοβικό αντικείμενο, τόσο πιο έντονη είναι και η αντίδραση.

Οι ειδικές φοβίες έχουν το εξής καλό, σε σχέση με άλλες αγχώδεις εκδηλώσεις: δεν παρεμποδίζουν πάντοτε την λειτουργικότητα του ατόμου. Ειδικά στις περιπτώσεις που κάποιος έχει μια ειδική φοβία για κάποιο αντικείμενο/περίσταση που δεν συναντά στην καθημερινότητά του (π.χ. υψοφοβία), μπορεί να εκδηλώσει ελάχιστες φοβικές εκδηλώσεις. Βεβαίως, σε ορισμένους φοβικούς ακόμη και η σκέψη του αντικειμένου ή της κατάστασης είναι αρκετή για την εκδήλωση συμπτωμάτων πανικού.

Οι άνθρωποι φοβούνται διάφορα πράγματα, από ζώα και φυσικά φαινόμενα έως καταστάσεις. Πιο συγκεκριμένα, υπάρχουν 3 κύριες κατηγορίες ειδικών φοβιών: φόβος ζώων (π.χ. αράχνες, σκύλοι, κατσαρίδες, φίδια), φόβος αίματος-ένεσης και φόβος καταστάσεων (π.χ. υψοφοβία, κλειστοφοβία). Οι υπόλοιπες ειδικές φοβίες κατατάσονται σε μια τέταρτη κατηγορία και μπορούν να περιλαμβάνουν φόβο προς κάθε ερέθισμα (π.χ. κλόουν, δυνατοί ήχοι, καιρικά φαινόμενα).

Διαγνωστικά Κριτήρια

Τα διαγνωστικά κριτήρια της ειδικής φοβίας, όπως περιγράφονται από το DSM-IV-TR είναι τα ακόλουθα:

  • Έκφραση αδικαιολόγητου και υπερμετρου άγχους και φόβου λόγω παρουσίας κάποιου φοβικού ερεθίσματος (αντικείμενο, κατάσταση κτλ), για διάστημα τουλάχιστον ενός μήνα.
  • Όταν το άτομο εκτίθεται στο φοβικό ερέθισμα εκφράζει άμεσα συμπτώματα φόβου και άγχους, τα οποία προσομοιάζουν κρίσεις πανικού. Στα παιδιά ο φόβος και το άγχος μπορεί να εκφράζονται ως κλάμα ή πάγωμα του βλέμματος.
  • Το άτομο αναγνωρίζει πως ο φόβος του είναι υπερβολικός και αδικαιολόγητος. Αυτό το σύμπτωμα μπορεί να μην εμφανίζεται στα παιδιά.
  • Το άτομο αποφεύγει το φοβικό ερέθισμα. Όταν αναγκάζεται να το αντιμετωπίσει, αυτό γίνεται με υπέρμετρο άγχος και ένταση.
  • Η αποφυγή του φοβικού ερεθίσματος και τα συμπτώματα άγχους όταν το άτομο αντιμετωπίζει τα φοβικά ερεθίσματα, παρεμποδίζουν σε σημαντικό βαθμό την λειτουργικότητα του σε προσωπικό, κοινωνικό, επαγγελματικό ή άλλο τομέα της ζωής του.
  • Τα συμπτώματα του ατόμου δεν επεξηγούνται πληρέστερα βάσει κάποιας άλλης ψυχικής διαταραχής.

Επιδημιολογικά Χαρακτηριστικά

Η φοβική διαταραχή είναι η συχνότερη ψυχική διαταραχή στο γυναικείο πληθυσμό και η δεύτερη σε συχνότητα εμφάνισης στον ανδρικό. Ανάλογα με το είδος της ειδικής φοβίας, αλλάζει και η συνήθης ηλικία έναρξης των φοβικών αντιδράσεων, η οποία μπορεί να κυμαίνεται από τα 7 έως τα 25 έτη1 . Μετά τα πρώιμα στάδια της ενήλικης ζωής συνήθως η συχνότητα εμφάνισης ειδικών φοβιών μειώνεται εντυπωσιακά. Στην χώρα μας υπολογίζεται πως περίπου ένα ποστοστό της τάξεως του 10% έχει αναπτύξει ειδική φοβία σε κάποια φάση της ζωής του 2 . Οι πιο συνηθισμένοι τύποι ειδικών φοβιών είναι η υψοφοβία και η ζωοφοβία, με την κλειστοφοβία και τον φόβο των ενέσεων να ακολουθούν στην κατάταξη3  .

Αιτιολογία

Υπάρχουν πολλές διαφορετικές θεωρίες που προσπαθούν να εξηγήσουν τον τρόπο με τον οποίο προκαλούνται οι ειδικές φοβίες, καθεμιά από τις οποίες φωτίζει μια διαφορετική εκδοχή των παραγόντων που οδηγούν στην γέννηση αυτής της διαταραχής. Οι δυο πιο διαδεδομένες θεωρίες είναι η θεωρία των επίκτητων φόβων και η κοινωνική μάθηση των φόβων4 .

Σύμφωνα με την πρώτη, οι άνθρωποι γεννιούνται έχοντας «γονιδιακά κωδικοποιημένους» ορισμένους βασικούς φόβους. Αυτή η θεωρία βασίζεται στη δαρβινική θεώρηση της εξέλιξης των ειδών και των ανθρώπινων συμπεριφορών. Για να μπορέσει το είδος μας, ο homo sapiens, να επιβιώσει στο ασταθές και επικίνδυνο περιβάλλον του, είναι προικισμένος με ορισμένους βασικούς φόβους προς πράγματα και καταστάσεις που μπορεί να τον βλάψουν. Με αυτή τη λογική, φόβοι όπως αυτοί για τα ερπετά, τις κατσαρίδες και τα αγνώστα προσώπα ουσιαστικά μας προστατεύει από εν δυνάμει επικίνδυνες καταστάσεις. Μπορεί μόλις μία στις χίλιες να είναι πραγματικά επικίνδυνη, αλλά ακόμη και έτσι, το αποτέλεσμα είναι η ασφάλειά μας. Το πρόβλημα με τις ειδικές φοβίες είναι πως το τίμημα που πληρώνουν τα άτομα για την ασφάλειά τους είναι η λειτουργικότητά τους, μιας και έχουν ένα συνεχές άγχος πριν καν αντιμετωπίσουν το φοβικό ερέθισμα. Για παράδειγμα κάποιος με κλειστοφοβία δεν μπορεί να κάνει κάποια μαγνητική τομογραφία η οποία θα μπορούσε να ήταν εξέταση-κλειδί για την σωστή διάγνωση μιας θανατηφόρας ασθένειας. Κάποιος με μικροβιοφοβία δεν μπορεί να κάνει απλά πράγματα, όπως να πάει σε μια δημόσια τουαλέτα και να μιλήσει από τηλεφωνικές συσκευές τρίτων. Με άλλα λόγια, η ειδοποιός διαφορά μεταξύ φόβου και ειδικής φοβίας είναι α)η παρουσία φοβικής αντίδρασης απουσία ερεθίσματος (ή παρουσία ασήμαντου ερεθίσματος) και β)η απώλεια της λειτουργικότητας του ατόμου.

Μια δεύτερη θεωρία που εξηγεί μια διαφορετική ομάδα φοβιών είναι η μάθησή τους είτε βάσει κοινωνικών προτύπων, είτε βάσει κάποιου παθήματός μας που έγινε μάθημα. Γεννιόμαστε σε ένα περιβάλλον που εμπεριέχει κινδύνους τους οποίους αγνοούμε και οι οποίοι ενδεχομένως δεν είναι «κωδικοποιημένοι» στα γονίδιά μας. Έτσι, αναγκαζόμαστε να μαθαίνουμε τι είναι επικίνδυνο και τι όχι, ακολουθώντας τα πρότυπα του περιβάλλοντός μας. Δεν αγγίζουμε το μάτι της κουζίνας γιατί έτσι μας έμαθε η μαμά και όχι γιατί έτσι μας λέει το ένστικτό μας, δεν παίζουμε με τις πρίζες του σπιτιού γιατί είδαμε τον μπαμπά που τον χτύπησε ρεύμα όταν έβαλε τα γυμνά του δάχτυλα εκεί κ.ο.κ. Παρόμοιοι μηχανισμοί βρίσκονται πίσω από την μάθηση των ειδικών φοβιών. Για παράδειγμα, εάν βρεθούμε σε ένα περιστατικό όπου κάποιος είχε μια αρνητική αντίδραση όταν του κάνανε ένεση (π.χ. ένεση ανδρεναλίνης προς αποφυγή καρδιακού, την οποία ακολούθησε ο θάνατος του ατόμου) θεωρητικά μπορούμε να αναπτύξουμε φοβία προς τις ενέσεις, μιας και τις έχουμε συνδέσει με κάποια αρνητικά αποτελέσματα.

Φυσικά ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να μάθουμε κάτι, συμπεριλαμβανομένων των φοβιών, είναι το ζήσουμε. Για παράδειγμα εάν μας κυνηγήσει ένα σκυλί ή μας τραυματίσει -ιδιαίτερα σε κάποια τρυφερή, νεαρή ηλικία- υπάρχει πιθανότητα να γενικεύσουμε τον φόβο προς όλα τα σκυλιά, αναπτύσσοντας έτσι σκυλοφοβία, εάν πέσουμε από τον πρώτο όροφο μιας πολυκατοικίας είναι πιθανό να αναπτύξουμε υψοφοβία κ.ο.κ. Αυτού του είδους η ανάπτυξη φοβιών εντάσσεται στα πλαίσια της λεγόμενης κλασσικής εξαρτημένης μάθησης, μιας μεθόδου μάθησης που έγινε το επίκεντρο επιστημονικής έρευνας στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, από έναν Ρώσο συμπεριφοριστή, τον Pavlov.

Στα πλαίσια ενός πειράματος για την έκκριση σάλιου στους σκύλους, ο Ivan Pavlov παρατήρηση πως ενώ αρχικά τα σκυλιά απέκρυναν σάλιο μόνο όταν έβλεπαν το φαγητό, στα τελευταία στάδια του πειράματος η έκκριση σάλιου λάμβανε θέση ακόμη και μόνο στη θέα των επιστημόνων που συνήθως τους πήγαιναν το φαγητό. Αυτή η παρατήρηση, όσο αστεία και αν ακούγεται, οδήγησε στην γέννηση του συμπεριφορισμού, μιας τάσης της ψυχολογίας η οποία δίνει έμφαση στις σχέσεις αίτιου-αιτιατού ανάμεσα σε ερέθισμα και αντίδραση. Οι συμπεριφοριστές προσπαθούν να αλλάξουν την συμπεριφορά των άλλων μέσω αλλαγής του ερεθίσματος (ή μέσω -ευχάριστης ή δυσάρεστης- αλλαγής του αποτελέσματος της συμπεριφοράς). Όπως ακριβώς οι σκύλοι του Pavlov είχαν μάθει να συνδέουν τους ιατρούς με το αίσθημα της πείνας, έτσι και οι φοβικοί έχουν συνδέσει ένα ερέθισμα (π.χ. σκύλος) με ένα συναίσθημα (π.χ. φόβος, πανικός, αηδία).

Για να κατανοήσουμε καλύτερα το συμπεριφοριστικό πλαίσιo μέσα στο οποίο αναπτύσσονται οι φοβίες, έχει ενδιαφέρον να αναφερθούμε στην ιστορική περιπτωσιακή μελέτη του μικρού Άλμπερτ, την οποία μας περιγράφει στις σημειώσεις του ο κορυφαίος και πρωτοπόρος Αμερικανός συμπεριφοριστής, John B. Watson. Ο μικρός Άλμπερτ ήταν ένα νήπιο το οποίο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα είχε εισαχθεί στην κλινική του Dr. Watsonκαι είχε την ατυχία να γίνει το «πειραματόζωο» σε ένα πολύ ενδιαφέρον -από επιστημονική άποψη και μόνο- πείραμα. Συγκεκριμένα, αρχικά ο Dr. Watson παρουσίαζε ένα λευκό κουνελάκι στον μικρό Άλμπερτ. Αυτή η κίνηση σε πρώτη φάση δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Αργότερα όμως κάθε φορά που παρουσίαζε το κουνέλι στον Άλμπερτ, έκανε και έναν δυνατό θόρυβο, κάτι που φυσικά τρόμαζε τον Άλμπερτ. Μετά από πολλές επαναλήψεις ο Dr. Watson έπαψε να κάνει τον δυνατό θόρυβο και παρουσίαζε και πάλι μόνο το λευκό κουνέλι. Τότε πρόσεξε ότι ο Άλμπερτ αντιδρούσε με φόβο μόνο και μόνο στην θέα του κουνελιού, μιας και είχε συνδέσει το κουνέλι με τον φόβο. Έτσι, ο μικρός Άλμπερτ, άθελά του έγινε η πρώτη επιστημονικά τεκμηριωμένη μάθηση φοβίας. Αξίζει να σημειωθεί πως πριν γίνει η θεραπεία του Άλμπερτ ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία (σύνδεση του κουνελιού με ένα ευχάριστο συναίσθημα), ο μικρός είχε αρχίσει να γενικεύει τις φοβικές του αντιδράσεις προς οτιδήποτε λευκό και φουντωτό (π.χ. γενειάδα), μια εύστοχη παρατήρηση που καταδεικνύει τον μηχανισμό γενίκευσης των φοβιών.

Θεραπεία

Όπως για τις περισσότερες ψυχικές διαταραχές, υπάρχουν διάφοροι τρόποι προσέγγισης και καταπολέμησης των ειδικών φοβιών οι οποίοι μπορούν να χωριστούν σε δύο κυρίως κατηγορίες, αυτές της ψυχοθεραπείας και της ψυχοφαρμακολογίας. Φυσικά η κάθε μέθοδος έχει τους δικούς της στόχους και συνήθως ένας συνδυασμός των δύο έχει τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα.

Από άποψη ψυχοθεραπειών η συμπεριφορική και η γνωστικο-συμπεριφορική θεραπεία κρατάνε τα ηνία στη θεραπεία των φοβιών. Όπως είδαμε και πιο πάνω, στην περίπτωση του μικρού Άλμπερτ, ο συμπεριφορισμός μπορεί όχι μόνο να δημιουργήσει μια φοβία, αλλά και να την εξαλλείψει. Η διαδικασία εξάλειψης της φοβίας ονομάζεται «συστηματική απευαισθητοποίηση» και στόχο έχει την σταδιακή αποσυσχέτιση του φοβικού ερεθίσματος με τα αισθήματα του φόβου ή αηδίας που πιθανόν προκαλεί. Το άτομο μπορεί να ζητηθεί να κάνει μια λίστα των καταστάσεων που τον φοβίζουν και στη συνέχεια να τις κατατάξει από αυτή που του δημιουργεί τα ηπιότερα αρνητικά συναισθήματα προς αυτή που του προκαλεί τα ισχυρότερα (π.χ. η φωτογραφία ενός αεροπλάνου μπορεί να φοβίζει ελάχιστα το άτομο, ένα βίντεο αεροπλάνου εν πτήσει προκαλεί μετρίου βαθμού φόβο, ενώ η πραγματική πτήση δημιουργεί αίσθημα πανικού). Αφού γίνει αυτό, το άτομο σε συνεργασία με τον ψυχολόγο, προσπάθεί να αντιμετωπίσει μία-μία τις φοβικές καταστάσεις, από τις πιο ήπιες προς τις πιο σοβαρές. Η απευαισθητοποίηση μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους. Το άτομο μπορεί απλά να κληθεί να αντιμετωπίσει άμεσα τους φόβους του (π.χ. να δει φωτογραφίες αεροπλάνου, βίντεο, να πετάξει σε μια εικονική πτήση, να μπει σε αεροπλάνο και τέλος να πετάξει) ή να αντικαταστήσει τα αρνητικά συναισθήματα με θετικά. Το δεύτερο γίνεται συνήθως χρησιμοποιώντας κάποιες τεχνικές χαλάρωσης οι οποίες δημιουργούν ευχάριστα συναισθήματα, ακολουθούμενες από το φοβικό ερέθισμα. Σταδιακά, το φοβικό ερέθισμα θα συνδεθεί με αυτά τα ευχάριστα συναισθήματα. Φυσικά η διαδικασία είναι ελαφρώς πιο πολύπλοκη, αλλά αυτή είναι η κεντρική ιδέα της συστηματικής απευαισθητοποίησης.

Στα πλαίσια της γνωστικο-συμπεριφορικής θεραπείας, το άτομο καλείται να αλλάξει τον τρόπο σκέψης του για το φοβικό ερέθισμα, τόσο κατά την ώρα της φοβικής αντίδρασης, όσο και γενικότερα. Στόχος του ψυχοθεραπευτή είναι το άτομο να ενδυναμωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκτήσει -σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα- τον έλεγχο των συναισθημάτων και των σκέψεών του. Κάποιες αποκρυσταλλωμένες σκέψεις θα πρέπει να αλλάξουν και κάποια παράλογα μοντέλα σκέψης να αντικατασταθούν με πιο ορθολογικά.

Τέλος, όσον αφορά τα ψυχοθεραπευτικά μοντέλα θεραπείας, μία φοβική αντίδραση μπορεί να αναλυθεί και να αντιμετωπιστεί και μέσω ψυχοδυναμικών τεχνικών και ψυχανάλυσης. Μπορεί η αιτία της φοβικής αντίδρασης να κρύβεται σε κάποιο τραυματικό γεγονός του παρελθόντος ή ακόμη και υπαρξιακά θέματα και τις ενδόμυχες σκέψεις και συμπλέγματα που έχουν αναπτυχθεί επί της βάσεώς τους. Σκοπός της θεραπείας σε αυτή την περίπτωση είναι αρχικά να εντοπιστεί αυτό το γεγονός ή τα υπαρξιακά ζητήματα, να αναλυθούν τα συναισθήματα και οι σκέψεις που έχουν αναπτυχθεί γύρω από αυτά και στη συνέχεια να δωθεί η κατάλληλη στήριξη και καθοδήγηση ώστε να αλλάξει ο τρόπος σκέψης και τα συναισθήματα έναντι των φοβικών ερεθισμάτων, επί της λύσεως των προαναφερθέντων προβλημάτων.

Όσον αφορά τις φαρμακοθεραπείες, υπάρχουν 3 διαφορετικές ομάδες ψυχοφαρμάκων τα οποία έχει βρεθεί ότι βοηθούν στην αντιμετώπιση των ειδικών φοβιών. Εννοείται πως ο μόνος που μπορεί να επιλέξει την κατάλληλη φαρμακοθεραπεία για το εκάστοτε άτομο είναι ο θεράπων ψυχίατρος. Στην πρώτη ομάδα φαρμάκων ανήκουν τα λεγόμενα SSRI (selective serotonin reuptake inhibitors) φάρμακα, τα οποία στοχεύουν στην ρύθμιση των επιπέδων της σεροτονίνης στον ανθρώπινο εγκέφαλο, μιας ουσίας που συνδέεται άμεσα με τα αισθήματα ευχαρίστησης/δυσαρέσκειας. Το θετικό με αυτού του είδους τα φάρμακα είναι ότι δεν είναι εθιστικά και έχουν σχετικά λίγες παρενέργειες. Παραδείγματα αυτής της ομάδας είναι τα Effexor, Zoloft, Prozac, Paxil και Luvox.

Η δεύτερη ομάδα είναι τα TCA (Tricyclic Antidepressants) και τα MAOI (Μonoamine Οxidase Ιnhibitors), στόχος των οποίων είναι η ρύθμιση διαφορετικών ομάδων νευροδιαβιβαστών που σχετίζονται με την ανάπτυξη φοβικών συναισθημάτων. Μεγάλο μειονέκτημα αυτών των ψυχοφαρμάκων είναι οι πολλές ανεπιθύμητες ενέργειες, αν και τα αποτελέσματα που έχουν είναι άμεσα.

Τέλος, τρίτη ομάδα ψυχοφαρμάκων είναι οι αγχολυτικές ουσίες γνωστές και ως βενζοδιαζεπίνες, όπως τα γνωστά Valium και Xanax. Αν και οι βενζοδιαζεπίνες έχουν γρήγορα αποτελέσματα όσον αφορά τον έλεγχο των φοβικών αντιδράσεων, είναι άκρως εθιστικές και δυστυχώς τα συμπτώματα επανέρχονται όταν σταματήσει η φαρμακευτική αγωγή.

Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε πως -όπως είπαμε και πιο πάνω- η πιο αποτελεσματική θεραπεία είναι η συνδυαστική, αυτή δηλαδή που συνδυάζει κάποιου είδους ψυχοθεραπεία (ίσως αυτή που ταιριάζει στο εκάστοτε άτομο) και η φαρμακοθεραπεία με το κατάλληλο φάρμακο. Το σίγουρο είναι πως οι ειδικές φοβίες, αν και είναι πολύ διαδεδομένες, αντιμετωπίζονται σχετικά εύκολα και γρήγορα, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου και κοινωνικού υποβάθρου του ατόμου που τις αντιμετωπίζει.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Anxiety Disorders Association of America []
  2. Νέα Υγεία: Ειδικές Φοβίες []
  3. Scher, C., Steidtmann, D., Luxton, D. & Ingram, R. «Specific Phobia: A Common Problem, Rarely Treated» in Mental Disorders of the New Millennium, Volume I (2006): 245-264. []
  4. Bourne, Edmund J., Ph.D. The Anxiety and Phobia Workbook. 3rd Edition. Oakland, CA: New Harbinger Publications,2001. []
14 Μαΐ 2009

Η ιστορία, το παρόν και το μέλλον του υπνωτισμού

Ένα από τα σήματα κατατεθέντα του κλάδου της ψυχολογίας είναι η πρακτική του υπνωτισμού τον οποίο μάλιστα λέγεται πως πρωτοχρησιμοποίησε ο πατέρας της ψυχανάλυσης, S. Freud. Οι περισσότεροι έχουμε δει κάποια ταινία που να δείχνει κάποιον υπνωτισμό ή ακόμη έχουμε παρακολουθήσει ζωντανά (ή μέσω της τηλεόρασης) κάποιον «μάγο» να υπνωτίζει άτομα από το κοινό του, συχνά με την χρήση ενός ρολογιού τσέπης ή απλά κοιτώντας τα στα μάτια, κάνοντάς τα πειθήνια όργανά του. Σίγουρα η ικανότητα κάποιου να ελέγχει τη σκέψη σχεδόν οποιουδήποτε θελήσει ακούγεται δελεαστική και εξάπτει τη φαντασία μας. Αλλά πόσο κοντά είναι αυτές οι εικόνες στην πραγματική πρακτική της ύπνωσης; Τι είναι η ύπνωση; Μπορούν όλοι να υπνωτιστούν;

Ο ορισμός του υπνωτισμού

Καταρχήν είναι χρήσιμο να δώσουμε έναν ορισμό της ύπνωσης, αλλά και να κάνουμε μια μικρή ιστορική αναδρομή από την γέννησή της έως σήμερα. Σύμφωνα με το Wiktionary η ύπνωση ορίζεται ως «μια τεχνητή κατάσταση όπου το υποσυνείδητο έρχεται στην επιφάνεια, κατά τη διάρκεια της οποίας ένα άτομο παρουσιάζει αυξημένη πιθανότητα υποβολής και είναι πιθανή η ανάκληση απωθημένων μνημών«. Εάν σε αυτόν τον ορισμό προσθέσουμε και το αίσθημα της χαλάρωσης και την κατακόρυφη αύξηση της προσοχής του ατόμου στον εαυτό του και τις σκέψεις του, τότε νομίζω πως συμπληρώνουμε αρκετά καλά την εικόνα της ύπνωσης.

Με άλλα λόγια δηλαδή είναι μια κατάσταση κατά την οποία το άτομο μεταφέρει την προσοχή του από τα εξωτερικά ερεθίσματα στον εσωτερικό του κόσμο και επομένως, κατά μία έννοια, αποκόπτεται από το περιβάλλον του. Παρόλο που η ύπνωση είναι μια τεχνητή κατάσταση, μπορεί να επέλθει και σχεδόν αυτόματα συνήθως σε περιπτώσεις όπου κάνουμε πράγματα που χρειάζονται πολύ λίγη προσοχή,  κάτι που μας δίνει τον χρόνο να στραφούμε στις σκέψεις μας και να αποκοπούμε από τα εξωτερικά ερεθίσματα. Ως έννοια είναι πολύ κοντά στο λεγόμενο «day-dreaming» όπου κάποιος «ονειρεύεται» με τα μάτια ανοιχτά, π.χ. όταν βλέπει μια ταινία, διαβάζει ένα βιβλίο, είναι κολλημένος στην κίνηση κτλ.

Ιστορική αναδρομή

Η έννοια της ύπνωσης -αντίθετα με αυτό που ίσως πιστεύουν πολλοί- δεν γεννήθηκε από τον Sigmund Freud. Ο πατέρας του υπνωτισμού είναι ο Άγγλος γιατρός James Braid, ο οποίος στα μέσα του 19ου αιώνα παρατήρησε μια μυοχαλαρωτική κατάσταση κατά την οποία «τα νεύρα κοιμούνται»1. Αυτό το φαινόμενο το ονόμασε «νευρο-υπνωτισμό»23 , θέλοντας να δώσει έμφαση στην φυσιολογική φύση του υπνωτισμού η οποία άλλωστε τον ενδιέφερε περισσότερο. Πίστευε πως όταν τα άτομα εστιάζουν την προσοχή τους για αρκετά λεπτά σε κάποιο φωτεινό, κινούμενο αντικείμενο αυτό -μέσω κάποιου μηχανισμού- προκαλεί κόπωση στον εγκέφαλο ο οποίος «κοιμάται» για να αποκαταστήσει την λειτουργία του. Συνεχίζοντας τα πειράματά του πάνω σε αυτό το φαινόμενο, κατάφερε να υπνωτίσει πολλά άτομα και να καταγράψει όλα τα στάδια του υπνωτισμού και έφτασε στο συμπέρασμα πως αυτό το φαινόμενο δεν σχετίζεται με τον ύπνο, οπότε και προσπάθησε να αλλάξει τον όρο «υπνωτισμός» με τον πιο δόκιμο, κατά την άποψή του, όρο «μονοϊδεασμός». Αν και ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε για κάποια χρόνια, τελικά ο «υπνωτισμός» επικράτησε του «μονοϊδεασμού».

Μετά τον θάνατο του Braid η τεχνική του υπνωτισμού άρχισε να μελετάται από πολλούς γιατρούς στην Ευρώπη4. Ίσως ο πιο παθιασμένος μελετητής του ήταν το δάσκαλος του Freud, Jean-Martin Charcot. Ο Charcot προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τον υπνωτισμό για να θεραπεύσει περιπτώσεις υστερίας στις γυναίκες της βικτοριανής εποχής κάτι το οποίο φάνηκε πως είχε αποτελέσματα. Ο Freud εντυπωσιάστηκε από τις θεωρίες του Charcot και αργότερα προσπάθησε μαζί με τον συνεργάτη του Josef Breuer να ενσωματώσει τον υπνωτισμό και στην δική του θεραπευτική προσέγγιση. Αν και αργότερα ο Freud σταμάτησε να χρησιμοποιεί τον υπνωτισμό καθώς πίστευε πως άλλες μέθοδοι είναι πιο αποτελεσματικές, οι μαθητές του -κυρίως ψυχίατροι στο επάγγελμα- συνέχισαν να τον χρησιμοποιούν ως ένα από τα κύρια θεραπευτικά τους εργαλεία.

Βεβαίως, πριν την συστηματική μελέτη του υπνωτισμού στα μέσα του 19ου αιώνα είχαν προηγηθεί κάποιες αναφορές γιατρών και επιστημόνων σε φαινόμενα σχετικά με τον υπνωτισμό, αλλά αυτές δεν ήταν τόσο εκτεταμένες. Η πρακτική της εσωτερικής αναζήτησης και της φυγής από τον υλικό κόσμο ήταν πολύ συνηθισμένη τόσο στις ανατολίτικες θρησκείες, ενώ υπάρχουν αναφορές εσκεμμένης ύπνωσης (μέσω εκστατικών πρακτικών) και στους αρχαίους Έλληνες και Αιγύπτιους.

Πως ακριβώς λειτουργεί ο υπνωτισμός;

Σύμφωνα με τις ψυχοδυναμικές θεωρίες ο υπνωτισμός χαλαρώνει το Εγώ και κυρίως το Υπερ-εγώ του ατόμου και επιτρέπει να έρθει στην επιφάνεια το Αυτό, δηλαδή όλες οι ασυνείδητες σκέψεις και επιθυμίες του5. Με τη χαλάρωση του Υπερ-εγώ το άτομο αδιαφορεί για τους κοινωνικούς κανόνες, ενώ με την υποχώρηση του Εγώ έχει λιγότερο έλεγχο πάνω στην επεξεργασία των υποσυνείδητων σκέψεών του οι οποίες εν τέλει αποκαλύπτονται. Αυτό επιτρέπει στον θεραπευτή να δουλέψει απευθείας πάνω στις πρωτογενείς, καθαρές σκέψεις του ατόμου αλλά και να αποκαλύψει τυχόν απωθημένες μνήμες.

Έρευνες με τεχνικές ηλεκτροεγκεφαλογράφησης (EEG) έχουν δείξει πως η εγκεφαλική δραστηριότητα παρουσιάζει διαφορές ανάμεσα στα άτομα που βρίσκονται σε ύπνωση και σε αυτά που δεν βρίσκονται , αλλά και πως ο εγκέφαλος περνάει από διάφορα στάδια δραστηριοποίησης καθώς το άτομο πέφτει σε ύπνωση και αργότερα επανέρχεται6. Καθόλη τη διάρκεια της ύπνωσης υπάρχει μια αύξηση στα εγκεφαλικά EEG σήματα τύπου θήτα τα οποία συνήθως εμφανίζονται όταν το άτομο είναι δραστήριο (π.χ. κινείται), σκέφτεται έντονα (π.χ. επίλυση προβλημάτων) ή ανακαλεί μνήμες. Αντίθετα, τα σήματα τύπου βήτα, τα οποία αυξάνονται όταν το άτομο είναι ξύπνιο, παρουσιάζουν μια σταδιακή μείωση κατά τη διάρκεια της ύπνωσης, υποδηλώνοντας πως ο υπνωτισμός πράγματι σχετίζεται με τον ύπνο. Αν σε αυτό συνυπολογίσουμε το γεγονός πως ο ρυθμός αναπνοής και οι καρδιακοί παλμοί μειώνονται σημαντικά λόγω της χαλάρωσης, υπάρχουν λίγα περιθώρια αμφισβήτησης της σχέσης υπνωτισμού και ύπνου.

Είναι αξιοσημείωτο δε πως έρευνες γνωστικής ψυχολογίας έχουν δείξει πως ο υπνωτισμός ουσιαστικά μπορεί να δημιουργήσει μια εναλλακτική πραγματικότητα για το άτομο, η οποία μπορεί να είναι τόσο δυνατή ώστε να αλλάξει ακόμη και τον τρόπο λειτουργίας του εγκεφάλου. Για παράδειγμα η ομάδα του Δρ. Kosslyn7του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ έκανε ένα πολύ απλό πείραμα γνωστικής ψυχολογίας σε υπνωτισμένα και μη υπνωτισμένα άτομα: τους έδειξε μερικές έγχρωμες και μερικές ασπρόμαυρες εικόνες, ενώ τα άτομα βρίσκονταν μέσα σε ένα PET scanner που κατέγραφε την εγκεφαλική δραστηριότητα. Αυτό που βρέθηκε ήταν πως όταν έλεγαν στους υπνωτισμένους συμμετέχοντες πως θα δουν μια σειρά από έγχρωμες φωτογραφίες ενώ στην πραγματικότητα τους έδειχναν ασπρόμαυρες, ο εγκέφαλός τους αντιδρούσε όπως θα αναμενόταν να αντιδράσει σε έγχρωμες φωτογραφίες. Με άλλα λόγια οι νευρώνες του οπτικού φλοιού που κωδικοποιούν τα χρώματα «έβλεπαν» χρώματα εκεί που δεν υπήρχαν! Παρόμοιες παρατηρήσεις έχουν γίνει και σε άλλες έρευνες όπου υπνωτισμένα άτομα αντιλαμβάνονταν διαφορετικά τις αισθήσεις του πόνου, βάρους, πίεσης κτλ

Μπορούν όλοι να υπνωτιστούν;

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι ξεκάθαρη: όχι, δεν είμαστε όλοι το ευαίσθητοι απέναντι στον υπνωτισμό. Υπολογίζεται πως μόλις ένα 8% του πληθυσμού ανήκει στην ομάδα των «υπνωτιζόμενων» ατόμων, των ατόμων δηλαδή που μπορούν να βιώσουν βαθύ υπνωτισμό. Οι περισσότερες έρευνες πάνω στον υπνωτισμό, συμπεριλαμβανομένου και αυτών στις οποίες αναφερθήκαμε πιο πάνω, γίνονται αποκλειστικά πάνω σε αυτά τα άτομα, καθώς οι λιγότερο επιρρεπείς στον υπνωτισμό αντιδρούν εντελώς διαφορετικά σε σχέση με τους περισσότερο επιρρεπείς8910. Επομένως ο μύθος που θέλει τους υπνωτιστές να μπορούν να κοιμήσουν τον οποιοδήποτε δεν ισχύει σε καμμία περίπτωση.

Μπορεί ο υπνωτισμός να παραμένει μια ενδιαφέρουσα τεχνική και ένα πολύ ιδιαίτερο φυσιολογικό φαινόμενο προς έρευνα, αλλά δυστυχώς ένα μεγάλο ερώτημα παραμένει: γιατί μόνο ένα 8% μπορεί και υπνωτίζεται; Μιλάμε για ένα απλό, αλλά ιδιαίτερα ισχυρό, placebo effect; Ακόμη δεν υπάρχει μια ξεκάθαρη απάντηση, αλλά δεδομένου πως η ύπνωση άρχισε να μελετάται συστηματικά από τις θετικές συμπεριφορικές επιστήμες μόλις τα τελευταία χρόνια, αναμένεται να μάθουμε περισσότερες λεπτομέρειες στο άμεσο μέλλον.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. James Braid (1853) «Neurypnology or The Rationale of Nervous Sleep Considered In Relation With Animal Magnetism.»  J. Churchill: London []
  2. Wikipedia: James Braid []
  3. James Braid Society: A Short Biography []
  4. Wikipedia: History of Hypnosis []
  5. How Stuff Works: «How Hypnosis Works» []
  6. Larry, S. et al. (2004). «Electrophysiological Alterations During Hypnosis for Ego-Enhancement: A Preliminary Investigation.» American Journal of Clinical Hypnosis 46(4):323-44. []
  7. William J. Cromie (2000). «Hypnosis found to alter the brain: Subjects see color where none exists» The University of Harvard Gazzete []
  8. DePascalis et al. (1989). «40-Hz EEG asymmetry during recall of emotional events in waking and hypnosis: Differences between low and high hypnotizables.» International Journal of Psychophysiology 7: 85-96. []
  9. Oakley et al. (in press). «Hypnotic suggestion and cognitive neuroscience»Trends in Cognitive Sciences. []
  10. Barnier et al. (2008) «Hypnosis, Memory and the Brain.» Scientific American []
15 Σεπ 2008

Βιντεοθήκη: Τελευταίες προσθήκες (1/9/2008-15/9/2008)

< ![CDATA[Το ξέρω πως τους τελευταίους μήνες -λόγω των καλοκαιρινών διακοπών- είχα παραμελήσει την Βιντεοθήκη του Ψυχολογείν. Αλλά σιγά-σιγά επιστρέφουμε στους παλιούς μας ρυθμούς και έτσι αυτό το δεκαπενθήμερο έχω να σας παρουσιάσω δύο σύντομα βίντεο τα οποία ψάρεψα από το διαδίκτυο: ένα σχετικά με τις διαφορές της Ψυχιατρικής με την Ψυχολογία και ένα δεύτερο σχετικά με τα τεχνάσματα που χρησιμοποιούνται στις διαφημίσεις ώστε να μας πείσουν να αγοράσουμε ένα προϊόν.
Περισσότερα