11 Σεπ 2016

5 ερωτήσεις που πρέπει να κάνω στον εαυτό μου πριν μπω στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία

Είμαι έτοιμος/η να δεσμευτώ;

Η ψυχοθεραπευτική διαδικασία προϋποθέτει δέσμευση για να γίνει αποτελεσματική. Η τακτικότητα των συνεδριών ( συνήθως μια την εβδομάδα εκτός περιπτώσεων όπου απαιτείται μεγαλύτερη συχνότητα π.χ. αμέσως μετά από τραυματικό γεγονός ) είναι απαραίτητη, όπως και η συνέπεια σε αυτές. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν κατανοούν την αξία της δέσμευσης για την επίτευξη ενός στόχου, αυτό είναι κάτι που τους χαρακτηρίζει γενικότερα στη ζωή τους και όχι μόνο στη σχέση με τον ειδικό. Η ερώτηση ΄μπορώ να έρχομαι όποτε θέλω ή έχω ανάγκη;’ Αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτή την τακτική.  Θέλω αποτέλεσμα χωρίς να είμαι διατεθειμένος/η να είμαι συνεπής!  Αν κάποιος επιθυμεί μόνο άμεση εξαφάνιση των συμπτωμάτων  χωρίς να έχει διάθεση δέσμευσης, μάλλον θα πρέπει να σκεφτεί άλλο τρόπο, η ψυχοθεραπεία δεν του ταιριάζει  και δεν θα τον βοηθήσει τελικά.

Περιμένω μια γρήγορη και άμεση λύση;

Οι άνθρωποι συνήθως βιάζονται να απαλλαγούν από τα συμπτώματα,  μιας κρίσης πανικού για παράδειγμα. Σαφώς και είναι λογικό το να θέλει κάποιος να μην πονάει σωματικά και ψυχικά, ποιος τυφλός δεν θέλει το φως του; Μάλιστα ο ψυχικός πόνος τρομάζει περισσότερο γιατί δεν είναι άμεσα ορατός . Γρήγορες και έτοιμες λύσεις στην ψυχοθεραπεία δεν υπάρχουν , αν κάποιος βιάζεται καλύτερα να απευθυνθεί , για φαρμακευτική αγωγή  που έχει γρήγορα αποτελέσματα και καλύπτει τα ενοχλητικά συμπτώματα. Η ψυχοθεραπεία απαιτεί δέσμευση, συμμετοχή, υπομονή, επιμονή, εργασία,  δεν είναι λύση fast-food για κάποιον που θέλει κάτι χωρίς να κουραστεί για την απόκτησή του.

Θα βρω έναν καλό ειδικό και θα το αφήσω στα χέρια του;

Σωστό μέχρι ενός σημείου. Ο καλός ειδικός  είναι καταρτισμένος, εκπαιδευμένος έχει γνώσεις και εμπειρία. Είναι καλός συνεργάτης όχι μοναχικός εργάτης. Η ψυχοθεραπεία είναι μια διαδικασία που απαιτεί τη συμμετοχή δύο πλευρών: του ειδικού και του ατόμου που ζητά βοήθεια. Μαζί προχωρούν , μαζί σταματούν, μαζί έχουν την ευθύνη για την καλή έκβαση της θεραπευτικής παρέμβασης. Ο ειδικός, δεν είναι Θεός, ούτε μάγος, δεν έχει μαγικό ραβδί, είναι συνοδοιπόρος και σαφώς οδηγεί και δείχνει κατευθύνσεις πορείας, αλλά οι αποφάσεις αφορούν εσάς και τη δική σας ζωή και είναι δική σας ευθύνη!

Καταλαβαίνω ότι αυτό που με απασχολεί μπορεί να είναι ψυχολογικής φύσης;

Ότι έχει να κάνει με κάτι βαθύτερο; Με ψυχολογικά αίτια; Οι άνθρωποι που απευθύνονται σε ειδικό, επειδή τους το είπε κάποιος συγγενής, η φίλος που βοηθήθηκε από την ψυχοθεραπεία, σύντομα απογοητεύονται γιατί δεν αναγνωρίζουν και δεν πιστεύουν πως κάτι ουσιαστικά αόρατο ‘ ψυχολογικό’ είναι ικανό να επηρεάσει τις συμπεριφορές και τα συναισθήματα τους.

Έχει περάσει από τη σκέψη μου ότι ίσως εγώ φταίω για αυτά που μου συμβαίνουν; Ότι έχω μια συμμετοχή έστω μικρή;

Ίσως με τον τρόπο που λειτουργώ σκέφτομαι κι αισθάνομαι, χωρίς να το συνειδητοποιώ οδηγώ τα πράγματα να φτάσουν ως εδώ; Το να συνειδητοποιήσει  ένας άνθρωπος ότι ο ίδιος έχει ευθύνη για τη διαχείριση της δικής του ζωής, είναι κάτι ζωτικής σημασίας  για την ψυχοθεραπεία. Πολλές φορές όσοι  μπαίνουν στη διαδικασία χρειάζονται χρόνο για να κατανοήσουν ότι χωρίς να έχουν  επίγνωση οδηγούν τη ζωή τους σε συγκεκριμένες λάθος πορείες για τις οποίες στη συνέχεια κατηγορούν τους άλλους  ( δε φταίω εγώ που δεν έχω χρόνο να κάνω αυτά που θέλω, φταίει ο/η σύζυγος που δεν βοηθά, τα παιδιά που είναι απαιτητικά κ.λ.π) . Έρχονται για να δικαιωθούν από τον ειδικό ότι όλα τα έκαναν τέλεια κι οι γύρω τους είναι αχάριστοι.  Αν δεν είναι δεκτικοί στο να επεξεργαστούν τη δική τους συνεισφορά σε αυτό που τους συμβαίνει, δεν θα συνεργαστούν  και τελικά δεν θα βοηθηθούν.

Όταν ξεκαθαριστούν μέσα σας τα παραπάνω μπορείτε να είστε σίγουρος/η για το αν η ψυχοθεραπεία θα μπορέσει να σας βοηθήσει. Καλή συνέχεια!

Εισαγωγική Εικόνα

]]>

26 Ιούν 2016

Γιατί το να μιλάμε λειτουργεί θεραπευτικά;

Όταν εκφράζουμε με λόγο όσα σκεφτόμαστε, όταν μπαίνουμε στην διαδικασία να κάνουμε λόγο αυτά που αισθανόμαστε, αυτομάτως δημιουργείται μία ψυχολογική απόσταση από αυτά που έχουμε πει, που μας επιτρέπει να ακούσουμε τον εαυτό μας αλλιώς. Δημιουργείται ένας χώρος μεταξύ αυτού που μας συμβαίνει και του λόγου που μας δίνει την δυνατότητα να κάνουμε κάτι με αυτό. Τόσο η ψυχική διαδικασία στην οποία μπαίνουμε για να εκφράσουμε το βίωμά μας, όσο και το άκουσμα του λόγου μας, μεταμορφώνουν αυτό που υπήρχε μέσα μας. Όταν το μέσα μας βγαίνει έξω μας, μέσω του λόγου, αισθανόμαστε πως έχουμε μία δύναμη πάνω του, πως μπορούμε κατ’ αρχάς να το ορίσουμε, να το κάνουμε συγκεκριμένο – από ασαφές που είναι όταν δεν έχει ειπωθεί-, έτσι το καταλαβαίνουμε καλύτερα, το προσεγγίζουμε με μία πιο ξεκάθαρη ματιά, μπορούμε, στην συνέχεια, να το επεξεργαστούμε, να σκεφτούμε τί θέλουμε να κάνουμε με αυτό. Ποτέ αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί όταν σκεπτόμαστε μόνοι μας, ή αν δυνατά μιλούσαμε χωρίς ακροατή. Επίσης, το να μιλάμε σε κάποιον δεν είναι αρκετό από μόνο του για μας βοηθήσει.

Θεραπευτικό φαίνεται πως είναι το να μιλάμε σε κάποιον που δεν μας γνωρίζει από πριν, που δεν περιμένει από εμάς τίποτα, που είναι ουδέτερος, που ενδιαφέρεται να ακούσει παρά να μιλήσει και να πει την γνώμη του. Στην ουσία, ο θεραπευτής είναι εκπαιδευμένος στο να ακούει με τέτοιον τρόπο ώστε να βοηθάει τον θεραπευόμενο να καταλάβει τον εαυτό του. Αυτός ο τρόπος λέγεται ενεργητική ακρόαση και έχει ιδιότητες όπως: απόλυτη συγκέντρωση και προσοχή όχι μόνο στο τί λέει ο θεραπευόμενος, αλλά και στο πώς το λέει και την ικανότητα να επαναδιατυπώνει τα όσα άκουσε ή/και κατάλαβε, να καθρεφτίσει το συναίσθημα του.

Το να προσπαθούμε να εκφράσουμε λεκτικά αυτά που σκεφτόμαστε και αισθανόμαστε, να ακούμε τον εαυτό μας να τα διατυπώνει, να ακούγονται αυτά από κάποιον που ακούει ενεργητικά, προσφέροντας με την ουδέτερη στάση του μία νέα, φρέσκια οπτική, λειτουργεί θεραπευτικά. Ουσιαστικά, αυτή η διαδικασία μας προσφέρει έναν νέο τρόπο να συνδιαλεγόμαστε με το πρόβλημα μας, αλλάζει τον εσωτερικό μας διάλογο, το πώς μιλάμε στον εαυτό μας. Αρχίζουμε να κατανοούμε τον εαυτό μας αντί να τον κρίνουμε, δοκιμάζουμε νέους τρόπους ερμηνείας και αντίληψης των σχέσεων μας που πριν δεν είχαμε.

Εισαγωγική Εικόνα

]]>

21 Απρ 2016

Τα τρία κοστούμια των σχέσεων

Στην αρχή της ερωτικής μας ζωής, οι άνθρωποι, φέρουμε την περιουσία της ψυχής μας απείραχτη· ανέγγιχτη από οποιονδήποτε άλλο παρά ημών, έτοιμη να επενδυθεί σε εκείνον που θα επιλέξουμε. Η λέξη επένδυση, εδώ, κρύβει μεγαλύτερη σημασία από όσο φανερώνει η πρώτη ανάγνωσή της καθώς – με μία ασυνείδητη κυριολεξία – αφορά το ντύσιμο του εκλεκτού μας με το συναισθηματικό μας ενδυματολόγιο, το οποίο, όμως, είναι στις δικές μας διαστάσεις… Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν προσπαθήσουμε να το εφαρμόσουμε στον άλλο και πώς επηρεάζει την “αναπνοή” του κάτι το οποίο ενδεχομένως τον στενεύει;

Για αρχή, καλό είναι να δούμε τι περιέχει το “ενδυματολόγιο” αυτό, που κουβαλάμε, και πόσο αποπνιχτικά καθιστά τα πράγματα για εμάς τους ίδιους. Μέσα σε αυτό, λοιπόν, εδρεύουν τρία κοστούμια…  Το πρώτο ονομάζεται εξιδανίκευση και είναι το πιο καλοσιδερωμένο απ’ όλα… Με μία απαράβατη επιμέλεια, τόσο καθαρό που μας αντικατοπτρίζει αλαβάστρινους και απερίγραπτα όμορφους. Αυτή είναι και η ανάγκη μας όταν το φοράμε στο άλλο… Να καθρεφτιστούμε επάνω του ιδανικοί και να νιώσουμε όπως θα θέλαμε να είχαμε νιώσει στην παιδική μας ηλικία. Αγαπημένοι, δηλαδή, από ένα ιδανικό πλάσμα.

Σύντομα, όμως, διαπιστώνουμε πως το κοστούμι αυτό μας εμποδίζει από το να νιώσουμε το δέρμα που στεγάζεται κάτω του και – ως εκ τούτου – να έχουμε μία βαθιά επαφή με τον σύντροφό μας. Βλέπετε, το κοστούμι αυτό, στην εσωτερική του τσέπη, έχει αυτό που ονομάζουμε έρωτα και αυτό δημιουργεί μία άηχη υπόσχεση… Έτσι, δημιουργούμε σταδιακά, επάνω του, μικρές αμυχές καθώς η λαχτάρα μας πλέον αφορά το άδραγμα της έννοιας τούτης, στην ελπίδα μας να τη βιώσουμε στον μέγιστο βαθμό. Χρειάζεται, όμως, μεγάλη προσοχή στο πως θα απογδύσουμε τον άλλο καθώς τότε, το ψύχος της πραγματικότητας, θα μας επιβάλει να βγάλουμε από την ντουλάπα μας, και να του φορέσουμε το δεύτερο κοστούμι…

Το δεύτερο κοστούμι ονομάζεται μεταβίβαση και είναι ραμμένο από ένα υλικό που θυμίζει το βέλκρο. Εκείνη την κολλώδη επιφάνεια που συγκρατεί οτιδήποτε έρθει σε επαφή μαζί της· οτιδήποτε την αγγίξει. Έτσι, οποιαδήποτε συμπεριφορά του συντρόφου μας, που μας θυμίζει συμπεριφορές που είχαμε υφισταθεί στην αρχή της ζωής μας, μπολιάζεται και με τα ανάλογα συναισθήματα… Το κοστούμι αυτό παγιδεύει το θυμό μας, τη θλίψη, ή την αμφιθυμία μας επάνω στο πρόσωπο που το φορά με αποτέλεσμα να θάβεται κάτω από αυτό και να ξεχνάμε πολλές φορές σε ποιον απευθυνόμαστε. Η ένταση των συναισθημάτων μας, σαν επιδέξιος γλύπτης, το σμιλεύει στη μορφή των πρωτόλειων φιγούρων της ζωής μας που μας πλήγωσαν ή μας πόνεσαν. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που φοράμε στον άλλο το κοστούμι αυτό, αυτή είναι η ανάγκη μας… Να αποβάλλουμε τον συσσωρευμένο θυμό και να επικρατήσουμε στις φιγούρες εκείνες που κάποτε υπήρξαμε πολύ αδύναμοι να αντιδράσουμε.

Το τρίτο κοστούμι ονομάζεται προβολή και μοιάζει να έχει δεκάδες τσέπες ραμμένες επάνω του. Σε κάθε μία από αυτές τοποθετούμε επιθυμίες, ιδιότητες ή και συναισθήματα, τα οποία αφαιρούμε από επάνω μας, καθώς μας είναι επίπονο να παραδεχτούμε ότι είναι δικά μας. Έτσι, τα αποδίδουμε στον άλλο και τον κρίνουμε που τα φέρει, καθώς μας είναι πιο εύκολο να λιδορήσουμε κάποιον άλλο παρά τον εαυτό μας… Εκείνα, βέβαια, προσθέτουν βάρος στο κοστούμι κάνοντας τον να φαντάζει απειλητικός, με τον όγκο του, με αποτέλεσμα να καταλήξουμε να τον αντιμαχόμαστε. Να τον απωθούμε και να προσπαθούμε να τον καθηλώσουμε προσθέτοντας όλο και περισσότερα από τα μεμπτά του χαρακτήρα μας.

Συνοψίζοντας, αυτό που πραγματικά φανερώνει το συναισθηματικό μας ενδυματολόγιο είναι η ανάγκη μας να αφομοιώσουμε τον άλλο· να τον σταθμίσουμε στα βιώματα μας, να τον κάνουμε αντιληπτό μέσα από την πορεία της δικής μας εμπειρίας αντί να δώσουμε την ευκαιρία στον εαυτό μας να βιώσει τη διαφορετικότητά του ανεπεξέργαστη. Ο, σαφώς, μονομερής τρόπος που μάθαμε να αποδεχόμαστε τον άλλο – η ομοιότητα – έγινε προστάτης μας από την απειλή της ανομοιογένειας, καθώς θεωρούμε πως οι άνθρωποι που σχετίζονται χαρακτηρίζονται από την ομοιοτυπία ενός μίγματος δύο υλικών. Η αλήθεια είναι, όμως, πως περισσότερο χαρμάνι από χοντροκομμένα κομμάτια θυμίζει, του οποίου η γεύση κρύβει τόσο την “μυρωδιά” του καθενός όσο και την επίγευση των δύο…

Μπορεί, λοιπόν, το κοστούμι της εξιδανίκευσης να φαντάζει όμορφο και πολλά υποσχόμενο… Μπορεί το κοστούμι της μεταβίβασης να φαντάζει εκτονωτικό… Μπορεί εκείνο της προβολής να μοιάζει απελευθερωτικό… Είναι, όμως, η γύμνια που απαιτείται από δύο σώματα και όχι η ένδυση, για να άγουν το ηλεκτρικό φορτίο και να χτυπήσει τους συναισθηματικούς κάλυκες της ψυχής, βάζοντας σε λειτουργία το μηχανισμό της αγάπης…

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

21 Φεβ 2016

Ο χρόνος που απομένει

«Στις τελευταίες εξετάσεις, βρήκαμε κάτι. Τα πράγματα είναι σοβαρά…»

…και μετά έρχεται μία παύση, μία ατέλειωτη σιωπή, φόβος, πτώση, ταχυκαρδία, κλείσιμο… είναι η στιγμή που στη ζωή αμφισβητούνται όλα όσα μέχρι τώρα είχες δεδομένα, η αναπνοή σου, οι χτύποι της καρδιάς σου, η ύπαρξη σου… Όλα όσα μέχρι τώρα δεν κινδύνευες να χάσεις, ήταν τόσο σταθερά που ούτε καν τα παρατηρούσες.

Εδώ ξεκινάει ένας καινουριος δρόμος, με πολλά εμπόδια και διακλαδώσεις, σκοτεινός. Φαίνεται ατελείωτος. Νιώθεις μικρός, αδύναμος, ένα φοβισμένο παιδί μπροστά σε αυτό το τεράστιο γεγονός που είναι ο θάνατος, νιώθεις να χάνεσαι, χρειάζεται να υπέρ-προσπαθήσεις, να αγωνιστείς, περνάς μέσα από τον πόνο, την απελπισία, βιώνεις κάθε μέρα την απώλεια…

«Είμαι άρρωστος», «θα πεθάνω», «ΖΩ», «ζω;», «Είμαι ζωντανός».

Μπορείς να δεις τη ζωή μέσα σου;

Όταν δεις τη ζωή που έχεις μέσα σου τότε η παρατηρητικότητα σου οξύνεται, οι αισθήσεις σου υπέρ-λειτουργούν. Μπορείς να ακούσεις ψίθυρους στην πόλη, τα πουλιά να κελαηδούν, τα δέντρα να κουνιούνται, δεν συγκεντρώνεσαι σε τίποτα συγκεκριμένο… όμως είναι πολύ καθαρό ότι υπάρχεις. Βιώνεις το σώμα σου, ακούς την καρδιά σου, νιώθεις την αναπνοή σου, υπάρχεις εδώ και τώρα… παρελθόν, παρόν και μέλλον, υπάρχουν όλα μέσα σε μία στιγμή, στο τώρα. Είναι αυτό ζωή;

Συχνά, υπάρχουμε μόνο σε σχέση με αυτά που κάνουμε ή θα κάνουμε. Όλα είναι σε μία τάξη: παρελθόν, παρόν και μέλλον τακτοποιημένα χρονικά στα κουτάκια τους. Είναι και αυτό ζωή;

Η ζωή είναι η ροή, είναι και η παύση, είναι η εστίαση είναι και η ρευστότητα. Είναι η γνώση του θανάτου και η άγνοια της επίσης. Και ο θάνατος τι είναι; Είναι η απώλεια της ζωής στο σώμα μου; Είναι οι άνθρωποι που δεν θα ξαναδώ; Είναι οι καταστάσεις που δεν θα ξαναβιώσω; Μικροί ή μεγάλοι θάνατοι που υπάρχουν κάθε μέρα. Ο θάνατος ενός αγαπημένου ανθρώπου, ο θάνατος μιας σχέσης, ο θάνατος μίας δουλειάς, ο θάνατος μίας κατάστασης, ο θάνατος μίας στιγμής….

Κάθε στιγμή υπάρχει ο θάνατος και υπάρχει η ζωή… κάθε στιγμή κάτι γεννιέται και κάτι πεθαίνει. Η αναπνοή μου διαδέχεται η μία την άλλη, όπως και οι χτύποι της καρδιάς μου, με πηγαίνουν λίγο πιο μετά ένας ένας, με πηγαίνουν στην επόμενη στιγμή. Μπορείς να επιλέξεις να πεις πεθαίνω ή να πεις είμαι ζωντανός. Ο καθένας μπορεί να ζήσει και να πεθάνει ανά πάσα στιγμή. Ο καθένας μπορεί να έχει αυτή τη ροή και να μπει σε αυτή την παύση.

Αυτός που γνωρίζει την πιθανότητα θανάτου, γνωρίζει και τη πιθανότητα ζωής. Αυτό συμβαίνει στους ασθενείς που δεν φοβούνται να πουν ότι είναι ασθενείς, που τολμούν να κοιτούν στην άλλη μισή πλευρά, που μπορούν να δουν και το φως και το σκοτάδι. Δεν το κάνουν όλοι. Όλοι έχουν όμως τη δυνατότητα να το κάνουν. Δεν μπορούν μόνο αυτοί. Όλοι μπορούμε είτε είμαστε ασθενείς είτε όχι. Μπορούμε γιατί έχουμε μία άλλη διάγνωση πιο σοβαρή. Έχουμε διαγνωστεί με ζωή και με θάνατο, με φως και με σκοτάδι. Χωρίς το σκοτάδι, δεν θα υπήρχε το φως. Χωρίς τον θάνατο, δεν θα υπήρχε η ζωή. Χωρίς εμένα δεν θα υπήρχες εσύ. Χωρίς εδώ δεν θα υπήρχε το εκεί. Χωρίς το τώρα δεν θα υπήρχε το τότε. Συχνά όμως, αυτές τις έννοιες προσπαθούμε να τις αγνοήσουμε.

Από τη στιγμή της γέννησης, ξέρουμε ότι θα πεθάνουμε. Είναι ένα αμετάκλητο γεγονός. Μέχρι τότε, όμως, θα ζήσουμε και αυτό είναι ένα επόμενο αμετάκλητο γεγονός.

Το τι θα κάνουμε με αυτή τη ζωή, και το χρόνο που μας απομένει, ευτυχώς είναι επιλογή μας.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

02 Αυγ 2015

Ερμηνεία του μύθου της Ιναννά

«Μόνο εκείνος που δέχτηκε τη διαδικασία του μυστικού θανάτου, που ταξίδεψε την ψυχή του στην άλλη πλευρά και άντεξε το αρμένισμα στη νυχτερινή θάλασσα μπορεί να σταθεί μπροστά στους συνανθρώπους του με αυτήν την εμπειρία, ως αλλαγμένος, ακόμα και σαν «καινούργιος άνθρωπος» και να τους φέρει τη γνώση της νέας ζωής.»

C.G. Jung.

Στη μυθολογία των λαών, ο όρος κατάβαση σημαίνει την κάθοδο του ήρωα στον Άδη, με σκοπό να επιτύχει κάποιον στόχο, να βρει κάποιον ή κάτι και να επιστρέψει πίσω στον κόσμο των ζωντανών έχοντας αποκτήσει αυτό που έψαχνε. Η κάθοδος μπορεί να λήξει σε στασιμότητα όπου ο ήρωας παραμένει εγκλωβισμένος στον Άδη, εκεί από όπου «δεν επιστρέφει κανείς» ή να κάνει την υπέρβαση και να πραγματοποιήσει την ανάβαση στον κόσμο των ζωντανών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι μύθοι σχετικά με την κάθοδο κάποιου ήρωα ή θεού στον κόσμο των νεκρών, απαντώνται στις παραδόσεις όλων σχεδόν των λαών. Μερικά παραδείγματα είναι οι μύθοι του Ορφέα και του Θησέα από την αρχαία Ελλάδα, του Οσίρι από την αρχαία Αίγυπτο, του Ιησού από τον χριστιανισμό, του Γκιλγκαμές και της Ινάννα από τη σουμεριακή παράδοση. Πώς μπορούν, όμως, να μας αφορούν στο σήμερα, μύθοι οι οποίοι δημιουργήθηκαν χιλιάδες χρόνια πριν; Τι έχουν να προσφέρουν στην ανθρώπινη εμπειρία και πώς μπορεί ο αναγνώστης να τα συσχετίσει με τον δικό του ψυχισμό;

Αρχικά, είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι αρκετοί ψυχαναλυτές, μεταξύ αυτών και οι κορυφαίοι, όπως ο Φρόυντ και ο Γιουνγκ χρησιμοποιούσαν τη μυθολογία για να εκφράσουν διάφορες ψυχολογικές διαδικασίες (για παράδειγμα, το οιδιπόδειο σύμπλεγμα) και θεωρούσαν πως οι μύθοι ήταν σημαντικά εργαλεία για την κατανόηση του ασυνειδήτου. Ο Τζόζεφ Κάμπελ, έχοντας αφιερώσει όλη του τη ζωή στη μελέτη της μυθολογίας, είχε πει πως οι μύθοι είναι εκφράσεις του συλλογικού ασυνειδήτου. Όσον αφορά την κατάβαση, είχε αναγνωρίσει πως τα ταξίδια στον κόσμο των νεκρών είναι η εξερεύνηση του ατομικού ή συλλογικού ασυνείδητου όπου μπορεί να έρθουμε αντιμέτωποι με καταπιεσμένες επιθυμίες, ένστικτα, συναισθήματα και ανάγκες. Ο κόσμος των νεκρών είναι χαοτικός, παράλογος και πηγή δημιουργικότητας και ζωτικής δύναμης. Ο Γιουνγκ θεωρούσε πως ο κάτω κόσμος ήταν το σπίτι της Σκιάς, της πλευράς του εαυτού η οποία είναι καταπιεσμένη και περιέχει όλα τα στοιχεία που το άτομο δεν μπορεί να αναγνωρίσει στον εαυτό του και τα θεωρεί ανεπιθύμητα, όπως η ζήλια, η οργή και η σεξουαλικότητα. Σκοπός του ταξιδιού αυτού, επομένως, δεν είναι η εξόντωση της Σκιάς, αλλά η αναγνώριση και η αφομοίωσή της, ώστε να καταφέρει το άτομο να βρει την προσωπική του λύτρωση.

Στο παρόν άρθρο, θα επιχειρηθεί να γίνει ανάλυση του μύθου της κατάβασης της θεάς Ινάννα στον κάτω κόσμο και να συσχετισθεί με τις εσωτερικές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα όταν κάποιος βιώνει μια μεταμορφωτική αλλαγή, είτε αυτή γίνεται στα πλαίσια της ψυχοθεραπείας, είτε όχι.

Ο μύθος αυτός είναι αρχαίος σουμεριακός και εξιστορεί την κάθοδο της θεάς Ινάννα στον κάτω κόσμο με σκοπό να επισκεφθεί την αδερφή της Ερεσκιγκάλα, η οποία έχει μόλις χηρέψει. Η Ινάννα ήταν η θεά του έρωτα, της γονιμότητας και του πολέμου. Θεωρείται από τις πιο σημαντικές σουμεριακές θεότητες, το όνομά της, μάλιστα, σημαίνει «Η Κυρά του Ουρανού». Από τους διάφορους μύθους που διασώζονται, η Ινάννα περιγράφεται ως αρκετά ματαιόδοξη, φερόταν πολύ άσχημα στους εραστές της και αρεσκόταν στο να προκαλεί έριδες και σύγχυση στο πεδίο της μάχης. Ανέβηκε στην εξουσία έχοντας κλέψει από τον θεό Ένκι τα «ΜΕ», δώρα του πολιτισμού, όπως η γεωργία, η γραφή και η μουσική, τα οποία μεταμόρφωσε σε κοσμήματα και ιμάτια για τον εαυτό της.

 Η αφήγηση του μύθου ξεκινά με τη φράση «Από τον Ουρανό, η Ινάννα έστρεψε το αυτί της προς τον Κάτω Κόσμο». Στα σουμεριακά, η λέξη «αυτί» είναι ταυτόσημη με τη λέξη «σοφία» δείχνοντας την πρόθεση της Ινάννα να αποκτήσει σοφία μέσω του ασυνειδήτου της. Προτού κατέβει στον Άδη, κάνει κάποιες προετοιμασίες. Σύμφωνα με τον Κάμπελ, η προετοιμασία του ήρωα πριν από την κατάβαση, είναι ένα απαραίτητο βήμα. Περιλαμβάνει την εγκατάλειψη των επίγειων αγαθών και των ανθρώπων και τη δημιουργία ενός σχεδίου διάσωσης αν κάτι πάει στραβά. Έτσι και η Ινάννα, εγκαταλείπει τους ναούς της, ντύνεται με τα επτά «ΜΕ» και δίνει οδηγίες στη Νινκούμπουρ, την πιστή της ακόλουθο. Της εξηγεί τι πρόκειται να κάνει και της ζητά να την θρηνήσει και να ζητήσει βοήθεια από τους θεούς αν δεν επιστρέψει σε τρεις μέρες.

Η Νινκούμπουρ, αναφέρεται πως δεν την έχει αγγίξει το νερό και πως είναι η πιστή ακόλουθος της Ινάννα που πάντα τη συμβουλεύει σωστά και εκτελεί τις διαταγές της. Ο ρόλος της Νινκουμπούρα μπορεί να παρομοιαστεί με εκείνο το κομμάτι μέσα μας που συνεχίζει να λειτουργεί, σχεδόν μηχανικά και βοηθά στην αυτοσυντήρηση του οργανισμού όταν εκείνος βρίσκεται σε μια δύσκολη κατάσταση χρησιμοποιώντας καθαρή λογική. Πόσες φορές, άραγε, όταν βιώνουμε ένα πένθος ή μια πολύ δύσκολη κατάσταση, δεν αισθανόμαστε ότι δουλεύουμε στον «αυτόματο πιλότο»; Τα επτά «ΜΕ», είναι δώρα του πολιτισμού, αποτελούν τα «όπλα» της Ινάννα, τα οποία της έχουν φανεί χρήσιμα στα επίγεια και τα υπέργεια, και ελπίζει ότι θα την προστατεύσουν όταν έρθει σε επαφή με τον κάτω κόσμο. Αποτελούν απόδειξη των όσων έχει καταφέρει επί Ουρανού και Γης, είναι σύμβολα της θεϊκής της φύσης και της δύναμης της. Τα «ΜΕ» μπορούν κάλλιστα να παρομοιαστούν με τους ψυχολογικούς μηχανισμούς άμυνας οι οποίοι μπορεί ενίοτε να είναι χρήσιμοι στην καθημερινότητά μας, αλλά στην επαφή μας με το ασυνείδητο πρέπει να αποδομηθούν. Επιπλέον, μπορούν να παρομοιαστούν με την «περσόνα» που φτιάχνουμε, τη «μάσκα» μας, την οποία χρησιμοποιούμε για να καλύψουμε την πραγματική μας φύση και τις ανασφάλειές μας.

Στη συνέχεια του μύθου, η Ινάννα κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο. Εκεί, συναντά τον κλειδοκράτορα των Πύλεων του Άδη και του λέει ότι είναι η Ινάννα και απαιτεί να μπει, καθώς έχει έρθει για να παραστεί στην κηδεία του Γκουγκαλάνα, του εκλιπόντος συζύγου της Ερεσκιγκάλα. Εκείνος, της λέει πως «όποιος μπαίνει στον Κάτω Κόσμο, δε φεύγει ξανά.» Η Ινάννα επιμένει να μπει και ο Κλειδοκράτορας πηγαίνει να ζητήσει τη συμβουλή της βασίλισσας του Κάτω Κόσμου, της Ερεσκιγκάλα. Όταν η Ερεσκιγκάλα μαθαίνει πως έχει έρθει η αδερφή της και πως είναι ντυμένη με τα επτά «ΜΕ», οργίζεται και ζητά από τον Κλειδοκράτορα να κλειδώσει τις επτά Πύλες του Κάτω Κόσμου και να ξεκλειδώνει κάθε πύλη, μόνο αφότου η Ινάννα έχει αφαιρέσει ένα από τα «ΜΕ».

Η Ερεσκιγκάλα παρουσιάζεται ως πικρόχολη, παραμελημένη και να θρηνεί. Είναι μια εξαιρετική εικόνα της παραμελημένης, σκιώδους πλευράς της Ινάννα, η οποία αντιδρά με επιθετικότητα στην επίσκεψη της αδερφής της. Η καταπιεσμένη μας πλευρά είναι πάντα παραμελημένη, περιορισμένη και κρύβει μέσα της αρκετό πόνο, οργή και θρήνο.

Όταν επέστρεψε ο Κλειδοκράτορας, κλείδωσε και τις επτά πύλες. Όταν η Ινάννα προσπάθησε να περάσει ακολούθησε η εξής στιχομυθία για κάθε μία από τις Πύλες.

Ινάννα: «Γιατί το κάνεις αυτό;» Κλειδοκράτορας: «Σιωπή, Ινάννα. Οι τρόποι του Κάτω Κόσμου είναι τέλειοι. Μη τους αμφισβητείς.»

Αυτό έγινε και με τις επτά πύλες, όπου σε κάθε μια, η Ινάννα αφαιρούσε και ένα από τα ΜΕ, ώσπου στο τέλος μπήκε στον Κάτω Κόσμο γυμνή. Από τη στιχομυθία διαφαίνεται μια νομοτέλεια στη διαδικασία. Για να έρθει κάποιος σε επαφή με το ασυνείδητο του, πρέπει να αποδομήσει τις άμυνες του και να φτάσει στα άδυτα της ψυχής του απογυμνωμένος. Η «μάσκα» πρέπει να πέσει, το άτομο πρέπει να κοιτάξει κατάματα τον εαυτό του, το πραγματικό του είδωλο.

Όταν πλέον είχε μπει στον Άδη, η Ινάννα είδε την Ερεσκιγκάλα να κάθεται στον θρόνο της και κίνησε όχι προς εκείνη, αλλά προς τον θρόνο. Η ματαιοδοξία της Ινάννα, η οποία πίστευε ότι θα μπορούσε να εκθρονίσει την αδερφή της χωρίς συνέπειες, είναι η ματαιοδοξία του Εγώ που πιστεύει ότι μπορεί να υποτάξει τη Σκιά χωρίς να περάσει τη μεταμορφωτική διαδικασία. Είναι η αυταπάτη ότι μια δύσκολη κατάσταση μπορεί να ξεπεραστεί με «εύκολες λύσεις», με μαγικό τρόπο, ότι μπορεί κάποιος να ξεφύγει αλώβητος.

Πριν φτάσει στον θρόνο, εμφανίστηκαν οι Αννούνα, οι Κριτές του Κάτω Κόσμου, οι οποίοι δεν τρέφονται, δεν κοιμούνται, δε δέχονται λιτανείες και δεν εξαγοράζονται. Η Ερεσκιγκάλα σηκώθηκε από τον θρόνο της. Κατέκρινε την Ινάννα. Μίλησε με τη φωνή της οργής, φώναξε με την κραυγή της ενοχής, την κοίταξε με το βλέμμα του θανάτου. Την χτύπησε. Η Ινάννα έπεσε κάτω νεκρή και κρέμασαν το πτώμα της από έναν γάντζο για να σαπίσει. Η Ινάννα βίωσε σχεδόν αφιλτράριστα την επαφή της με τη Σκιά της. Τα αρνητικά συναισθήματα που απωθούσε στο ασυνείδητό της, βγήκαν σαν χείμαρρος όταν ήρθε σε επαφή μαζί του. Οι Κριτές δεν μπορούν να εξαγοραστούν ή να ξεγελαστούν. Αποζητούν, όχι εκδίκηση, αλλά δικαιοσύνη. Την εσωτερική δικαιοσύνη που αποζητά ο άνθρωπος για να βρει την ισορροπία, να ανακτήσει το πραγματικό του δυναμικό, όντας πλέον αυθεντικός. Αυτή είναι και η πιο δραματική στιγμή, όπου ερχόμαστε αντιμέτωποι με την επίκριση από τον ίδιο μας τον εαυτό. Μια τέτοια εμπειρία μπορεί να εκμηδενίσει το άτομο και να το «σκοτώσει».

Αφού πέρασαν τρεις μέρες και η Ινάννα δεν είχε επιστρέψει, η ακόλουθός της, Νινκουμπούρα, άρχισε να την θρηνεί. Έσκισε τη σάρκα της, κούρεψε τα μαλλιά της, ντύθηκε με κουρέλια και άρχισε να χτυπάει τα τύμπανα γύρω από τους ναούς της Ινάννα. Ζήτησε πρώτα βοήθεια από τον θεό Ενλίλ. Εκείνος αρνήθηκε να βοηθήσει, λέγοντας πως η Ινάννα πήρε αυτό που της άξιζε. Έπειτα, η Νινκουμπούρα πήγε στον θεό Νάννα, όπου έλαβε την ίδια απάντηση. Τελικά, όταν πήγε στον ναό του θεού της Σοφίας, Ένκι, εκείνος προβληματίστηκε και λυπήθηκε για την Ινάννα. Πήρε χώμα από τα νύχια του και έπλασε δύο όντα χωρίς φύλο, το Κουρτζάρα και το Γκαλατούρ. Τους έδωσε οδηγίες να πάνε στον Κάτω Κόσμο σαν μύγες και να βρουν την Ερεσκιγκάλα, η οποία βογκάει σαν να είναι έτοιμη να γεννήσει. Τους είπε να της συμπαρασταθούν και όταν εκείνη, από ευγνωμοσύνη, τους προσφέρει κάποιο δώρο, εκείνα να ζητήσουν το σώμα της Ινάννα και να ρίξουν πάνω του το χώμα και το νερό της ζωής. Όταν πήγαν στον Κάτω Κόσμο, το Κουρτζάρα και το Γκαλατούρ, βρήκαν την Ερεσκιγκάλα γυμνή, καθισμένη και να βογκάει σαν να είναι έτοιμη να γεννήσει. Η στιχομυθία που έλαβε χώρα είναι η εξής:

  • Ερεσκιγκάλα: «Ωχ, τα πλευρά μου!»
  • Κουρτζάρα & Γκαλατούρ: «Ωχ, τα πλευρά σου!»
  • Ερεσκιγκάλα: «Ωχ, τα σωθικά μου!»
  • Κουρτζάρα & Γκαλατούρ: «Ωχ, τα σωθικά σου!»
  • Ερεσκιγκάλα: «Ωχ, η καρδιά μου!»
  • Κουρτζάρα & Γκαλατούρ: «Ωχ, η καρδιά σου!»

Τότε, η Ερεσκιγκάλα σταμάτησε, τα κοίταξε και τα ρώτησε ποιοι είναι που πονούν μαζί της. Τα ευλόγησε και τους πρόσφερε το νερό που δε στερεύει ποτέ, το στάρι που δεν ξεμένει ποτέ. Εκείνα αρνήθηκαν και ζήτησαν το σώμα της Ινάννα. Η Ερεσκιγκάλα ικανοποίησε την επιθυμία τους και εκείνα, έριξαν πάνω του το νερό και το χώμα της ζωής. Η Ινάννα αναστήθηκε.

Εδώ, παρατηρούμε πως η Νινκουμπούρα, ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες της Ινάννα, άρχισε να την θρηνεί και να αναζητά βοήθεια. Αυτός ο θρήνος και η ταλαιπωρία, τα οποία εκδηλώνονται προς τα έξω, μπορεί να παρομοιαστεί με την εκδήλωση συμπτωματολογίας στο άτομο. Αλλάζει η συμπεριφορά του, αφήνει τον εαυτό του ατημέλητο, πονάει και υποφέρει και δεν το κρύβει πια. Αναζητά βοήθεια για να μπορέσει να πραγματοποιήσει την ανάβαση. Ο μόνος που ανταποκρίθηκε, ήταν ο θεός της Σοφίας, ο οποίος έπλασε δύο πλάσματα, τα οποία μπόρεσαν να παρηγορήσουν τη Σκιά της Ινάννα. Κατάφεραν να επικοινωνήσουν μαζί της, όχι με τη λογική ή με κριτική διάθεση, αλλά με ενσυναίσθηση και αντανάκλαση συναισθήματος. Επίσης, παρατηρούμε πως μετά την επαφή της Ινάννα με την Ερεσκιγκάλα, η τελευταία απέκτησε γονιμότητα. Η επαφή με τη Σκιά μπορεί όντως να αποβεί μια γόνιμη, παρότι επώδυνη, εμπειρία και να αποκαλύψει «θησαυρούς» δημιουργικότητας.

Στη συνέχεια του μύθου, η Ινάννα ετοιμάζεται να πραγματοποιήσει την ανάβασή της. Τότε, εμφανίζονται οι Αννούνα, οι Κριτές του Κάτω Κόσμου και της εξηγούν πως δεν μπορεί να φύγει από τον Κάτω Κόσμο αλώβητη. Η εμπειρία της την έχει σημαδέψει. Πρέπει να δώσει κάποιον στη θέση της αν θέλει να επιστρέψει. Έτσι, οι Αννούνα γαντζώνονται πάνω της και η Ινάννα επιστρέφει στον κόσμο των ζωντανών. Στην πορεία της, η Ινάννα συναντά διάφορα δικά της πρόσωπα και βλέπει πως θρήνησαν τον χαμό της. Οι Αννούνα ήθελαν να πάρουν μαζί τους κάποιο από αυτά τα άτομα, αλλά η Ινάννα δεν ήθελε, καθώς την είχαν θρηνήσει. Όταν όμως έφτασαν στο βασίλειό της και είδε τον σύζυγό της, Ντουμούζι να συνεχίζει τη ζωή του σαν να μην έχει συμβεί τίποτα, ντυμένος με τη βασιλική του ενδυμασία, να πίνει και να τραγουδά, η Ινάννα οργίστηκε. Του μίλησε με τη φωνή της οργής. Του φώναξε με την κραυγή της ενοχής. Τον κοίταξε με το βλέμμα του θανάτου. Και ζήτησε από τους Κριτές να πάρουν τον Ντουμούζι στη θέση της.

Γίνεται εύκολα κατανοητό πως η εμπειρία της κατάβασης δεν αφήνει κανέναν αλώβητο. Η επαφή με τη Σκιά μας, με το ασυνείδητό μας, επιφυλάσσει πόνο, θλίψη και έναν «θάνατο». Θάνατο του παλιού τρόπου ζωής, κάποιας κατάστασης ή συμπεριφοράς. Κανείς δεν επιστρέφει από μια τέτοια εμπειρία μένοντας ίδιος. Δεν είναι αυτός ο σκοπός, εξάλλου. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η Ινάννα δεν παρέδωσε στους Κριτές κάποιο από τα άτομα που την θρήνησαν, που ανταποκρίθηκαν δηλαδή όπως άρμοζε στην κατάσταση που βίωνε, αλλά τον Ντουμούζι, ο οποίος συνέχιζε τη ζωή του σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Έτσι και στην πραγματικότητα, τείνουμε να αλλάζουμε αυτά τα οποία βλέπουμε ότι δε συνάδουν με τον δικό μας ψυχισμό και τις δικές μας επιθυμίες. Απομακρύνουμε αυτό το οποίο μας βλάπτει ή δεν μας ταιριάζει πλέον.

Ο μύθος κλείνει με μια δοξασία προς την Ερεσκιγκάλα, και όχι προς την Ινάννα. Έτσι λοιπόν, αυτό που χρειάζεται να τιμήσουμε μέσα μας είναι η πλευρά που έχουμε παραμελήσει και απωθήσει. Όσο τρομακτική και αν φαίνεται η Σκιά, αν την ακούσουμε και έρθουμε σε επαφή μαζί της, θα βγούμε από την εμπειρία κερδισμένοι, αλλαγμένοι, πιο σοφοί και πιο κοντά προς τα πραγματικά μας αιτήματα ως αυθεντικοί άνθρωποι.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

  • http://etcsl.orinst.ox.ac.uk/section1/tr141.htm
  • Jung, C.G. (1938). Psychology and Religion.
  • Jung, C. G. (1993) The Practice of Psychotherapy
  • Jung, C.G.  (1944) Psychology of the Unconscious
  • Perera, S.B. (1981) Descent to the Goddess; A Way of Initiation for Women.
  • George, D. (1992) Mysteries of the Dark Moon; The Healing Power of the Dark Goddess.
  • Campbell, J. (1949) The Hero with a Thousand Faces.
 ]]>

23 Ιούν 2015

Μια γρήγορη ματιά στην ενσυναίσθηση

Ο όρος “ενσυναίσθηση” αναφέρεται στην ικανότητα του θεραπευτή να καταλαβαίνει το εσωτερικό πλαίσιο αναφοράς του πελάτη με ακρίβεια και με τα συναισθηματικά και νοητικά στοιχεία που εμπεριέχονται, σαν να ήταν ο θεραπευτής το ίδιο το άτομο, αλλά χωρίς ταυτόχρονα να χάνει την ιδιότητά του. Είναι η ικανότητα του να μπαίνεις “στα παπούτσια του άλλου”, να θεωρείς μία κατάσταση από την οπτική θέα κάποιου άλλου και να αποκτάς μεγαλύτερη κατανόηση μέσα από τις αντιλήψεις του.

Στα επαγγέλματα υγείας θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική και αναγνωρίζεται ως κλειδί στην επικοινωνία, δημιουργώντας σύνδεση του επαγγελματία με τον ασθενή-πελάτη πετυχαίνοντας καλύτερα αποτελέσματα στην φροντίδα του. Επίσης, βελτιώνει πολλές όψεις της πρακτικής φροντίδας υγείας, περιλαμβάνοντας τη συμμόρφωση του ασθενούς με τη θεραπεία, την εγκαθίδρυση καλύτερης σχέσης με τον ασθενή και την οικογένειά του, την αύξηση της ικανοποίησης του ασθενούς ενώ φαίνεται πως μειώνει την πιθανότητα ιατρικών σφαλμάτων.

Ο όρος προέρχεται από την ελληνική λέξη εμπάθεια, που σημαίνει «φυσική αγάπη, πάθος, μεροληψία», η οποία προέρχεται από ἐν + πάθος. Ο όρος υιοθετήθηκε από τους Hermann Lotze και Robert Vischer για να δημιουργήσουν τη γερμανική λέξη Einfühlung (“αίσθηση σε”), η οποία μεταφράστηκε από τον Edward B. Titchener στην αγγλική empathy. Ο Titchener, το 1920, την διαχώρισε από την λέξη “εμπάθεια”, η οποία σημαίνει “αισθάνομαι εντός” και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από θεωρητικούς της αισθητικής για να περιγράψει την ικανότητα σύλληψης της υποκειμενικής εμπειρίας του άλλου. Η θεωρία τουTitchener, ήταν ότι η εμπάθεια προερχόταν από ένα είδος φυσικής μίμησης της δυστυχίας του άλλου, η οποία στη συνέχεια προκαλεί τα ίδια συναισθήματα στον άνθρωπο. Ήθελε να αποδώσει έναν ορισμό διαφορετικό από τη συμπάθεια που μπορεί να νιώθει κανείς για τη δεινή κατάσταση κάποιου άλλου, χωρίς ωστόσο να συμμερίζεται πραγματικά αυτό που αισθάνεται το άλλο άτομο.

To 1897, o Theodor Lipps μετέφερε τον όρο στον τομέα της ψυχολογίας για να περιγράψει το πώς οι άνθρωποι κατανοούν τη διανοητική ικανότητα των συνανθρώπων τους ενώ το 1918 ο Southard τον χρησιμοποίησε για πρώτη φορά για να περιγράψει τη σχέση του γιατρού-ασθενούς ως ένα βοήθημα στη διαγνωστική και θεραπευτική του προσπάθεια. Παρόλα αυτά παραμένει ακόμη και σήμερα μία δυσδιάριτη έννοια και απαιτείται η θεμελίωση ενός ορισμού.

Δεν υπάρχει ομοφωνία σε σχέση με τον ορισμό της ενσυναίσθησης. Μερικές φορές η λέξη ενσυναίσθηση (empathy) χρησιμοποιείται ως ταυτόσημος όρος με τη λέξη συμπάθεια (sympathy), γεγονός που δυσχεραίνει τον ορισμό και ερμηνεία του όρου. Η ενσυναίσθηση φαντάζει απλή, ωστόσο δεν είναι μόνο μια αντανάκλαση των λεγομένων του πελάτη. Είναι η συνεχιζόμενη και ενεργή κατανόηση, όχι μόνο του λεκτικού περιεχομένου αλλά και (κυρίως) των συναισθημάτων που συνοδεύουν τα λεγόμενα που όμως συγχρόνως αποκρύπτονται, είτε γιατί προκαλούν άγχος και σύγχυση, είτε γιατί δεν έχουν έρθει ακόμη σε συνειδητό επίπεδο. Είναι απαραίτητο να διαχωρίσουμε την ενσυναίσθηση που περιλαμβάνει την κατανόηση των εμπειριών του ασθενούς και την ικανότητα να επικοινωνούμε μαζί του, από τη συμπάθεια, που αναφέρεται στη συναισθηματική ανταπόκριση στα συναισθήματα και ενδιαφέροντα του ασθενούς.

Ο επαγγελματίας υγείας που εκφράζει “συμπάθεια” μπορεί να φροντίσει επαρκώς τον ασθενή του, επιδεικνύοντας όμως μόνο συμπάθεια. Αντίθετα, ένας ενσυναισθητικός επαγγελματίας ενδιαφέρεται για την κατανόηση της ποιότητας των εμπειριών του ασθενούς και ταυτόχρονα έχει την ικανότητα να επικοινωνήσει αυτή την κατανόηση. Η ενσυναίσθηση αποτελεί μια σημαντική ικανότητα-να γνωρίζουμε τα συναισθήματα του άλλου- και εμπλέκεται σε μια τεράστια σφαίρα δραστηριοτήτων της ζωής. Συνδέεται άμεσα με την ικανότητα να αναγνωρίζει και να αποκωδικοποιεί κάποιος τα συναισθήματα κάποιου άλλου, τα οποία και σπάνια αποκαλύπτονται ή περιγράφονται. Αυτή η αποκωδικοποίηση μπορεί να συμβεί μέσα από την ικανότητα κάποιου να διαβάζει τα μη λεκτικά στοιχεία της επικοινωνίας.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

25 Μαΐ 2015

Eίναι η ψυχανάλυση, ψυχοθεραπεία;

Πολλές φορές, όταν κάποιος αναφέρει ότι ξεκίνησε ψυχοθεραπεία, μία από τις πιο άμεσες απαντήσεις που δέχεται, είναι: “Κάνεις ψυχανάλυση, δηλαδη!” Ακόμη, μία από τις πιο συνήθεις φράσεις του καιρού είναι η: “Πρέπει να κάνω μία ψυχανάλυση!” Αλλά είναι η ψυχανάλυση, ψυχοθεραπεία; Είναι οι δύο, αυτές, έννοιες ταυτόσημες ή πρόκειται για μία κοινή παρερμηνεία;

Η αλήθεια, είναι ότι η ψυχανάλυση είναι μία από τις πιο θεμελιώδεις προσεγγίσεις τις ψυχοθεραπείας καθώς άγγιξε τομείς που καμία άλλη προσέγγιση δεν είχε αγγίξει μέχρι τότε και έδωσε νέες διαστάσεις στην ερμηνεία της παθολογίας της ψυχής. Παρόλα αυτά, η ψυχανάλυση, αποτελεί μία μόνο από τις διαδρομές που μπορεί να ακολουθήσει κάποιος στην προσπάθειά του να καταλάβει και ενδεχόμενος να αλλάξει στοιχεία του εαυτού του.

[caption id="attachment_4608" align="aligncenter" width="576"]Η ψυχανάλυση ανάμεσα από άλλες προσεγγίσεις Η ψυχανάλυση ανάμεσα από άλλες προσεγγίσεις[/caption]

Γιατί, όμως, επικρατεί η ταύτιση του όρου ψυχοθεραπεία με τον όρο ψυχανάλυση; Και τι το διαφορετικό προτείνει η ψυχανάλυση από τις άλλες μορφές ψυχοθεραπείας;

Η ταύτιση των όρων, πιθανότατα, οφείλεται στις πολλές ψυχαναλυτικές σχολές που έχουν γεννηθεί αλλά και στον αντίκτυπο που δημιούργησε η ψυχανάλυση όταν πρωτοσυστήθηκε (1890) καθώς ο ιδρυτής της Σίγκμουντ Φρόϋντ αξιοποιώντας – σαφώς – και προϋπάρχουσες θεωρήσεις “τόλμησε” να δώσει νέες ερμηνείες σε μεγάλα ζητήματα που ταλάνιζαν την ψυχιατρική κοινότητα. Ταυτόχρονα, έφερε στο προσκήνιο τον όρο των πρώτων εμπειριών και του αντίκτυπού που ενδέχεται να έχουν στην ανάπτυξη κάποιου ενώ, παράλληλα, μίλησε για το ασυνείδητο.

Συγκεκριμένα – και πλην των άλλων συνδρομών – η ανάπτυξη ενός προσώπου καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις πρώιμες εμπειρίες που, εκείνο, έχει στην παιδική του ηλικία. Ο λόγος για αυτό, είναι η εξέχουσα θέση που κρατούν μέσα σε κάθε παιδί οι γονείς του, των οποίων οι πράξεις και συμπεριφορές λειτουργούν ως πρότυπο. Ταυτόχρονα, ο παρθένος, ακόμα, ψυχισμός του είναι σαν “άγραφη πλάκα” με αποτέλεσμα την βαθιά εντύπωση των πρώτων του βιωμάτων τα οποία θα φέρει σε όλη του τη ζωή και ενδέχεται να το επηρεάζουν. Για παράδειγμα, κάποιος που είναι καταξιωμένος στην εργασιακή του ζωή έχοντας πολλές επαγγελματικές κατακτήσεις μπορεί να μην νιώθει την επιτυχία και να αισθάνεται, διαρκώς, ανικανοποίητος καθώς στην παιδική του ηλικία τού ασκούταν διαρκώς και επανειλημμένως δριμεία κριτική σε ότι έκανε.

Το ασυνείδητο, τώρα, αναφέρεται στις διεργασίες του νου οι οποίες συμβαίνουν χωρίς εμείς να έχουμε πλήρη και σαφή επίγνωση αλλά και σε επιθυμίες που έχουν μείνει απωθημένες. Αυτές, εκτείνονται σε μία ευρεία γκάμα όπως σκέψεις, συναισθήματα και θυμικό και είναι ικανές να επηρεάζουν την συμπεριφορά μας χωρίς να γίνονται – άμεσα – αντιληπτές από εμάς! Οι ασυνείδητες, αυτές, διεργασίες προσπαθώντας να “αναρριχηθούν” στην επιφάνεια συχνά συγκρούονται με τη συνειδητή συμπεριφορά μας έχοντας ως αποτέλεσμα συναισθηματικές αναταράξεις. Φανταστείτε ότι έχετε να πάτε σε μία υποχρέωση που δεν θέλετε αλλά πρέπει. Μπορεί να ψάχνετε αρκετή ώρα τα κλειδιά σας με αποτέλεσμα να χάσετε την υποχρέωση καθώς το ασυνείδητο μυαλό, βολικά, φρόντισε να τα “απωλέσετε”!

Η πολυπλοκότητα του ασυνειδήτου, εξηγείται περισσότερο αν καταλάβουμε που, αυτό, βρίσκεται και πως, ακριβώς, διαδρά με το συνειδητό. Το συνειδητό, καταρχάς, είναι η επίγνωση που έχουμε για τα πράγματα την παρούσα στιγμή. Δηλαδή, είμαστε ενήμεροι για το περιβάλλον γύρω μας, για το ότι αναπνέουμε για το αν στεκόμαστε ή καθόμαστε και ψυχαναλυτικά ονομάζεται “Eγώ”. Στο ασυνείδητο, τώρα, εδρεύουν δύο δυνάμεις. Η πρώτη ονομάζεται “Εκείνο” και αφορά τον πυρήνα όλων των ενστικτωδών ορμών οι οποίες είναι ούσες από τη γέννησή μας μέχρι σήμερα. Είναι το σπίτι των θέλω, των αναγκών και των παρορμήσεών του καθενός που σκοπό έχει την άμεση πραγμάτωση των επιθυμιών του. Για να γίνει περισσότερο κατανοητό, φανταστείτε πως αν καθοδηγούμασταν μόνο από το “Εκείνο” θα μας ήταν αδιανόητο να περιμένουμε σε ένα εστιατόριο πεινασμένοι και θα αρπάζαμε το φαγητό από τα γύρω τραπέζια αδιακρίτως! Η δεύτερη δύναμη, ονομάζεται “Υπερεγώ” και περικλείει όλες τις αρχές που αποκομίσαμε από την οικογένεια και την κοινωνία στην οποία ανήκουμε αλλά και των φιγούρων που μας επηρέασαν κατά την ανάπτυξή μας. Είναι η εσωτερίκευση αυτών των αρχών η οποία μας εμποδίζει να αρπάξουμε το φαγητό από το τραπέζι του προηγούμενου παραδείγματος καθώς ξέρουμε ότι θα υπάρξουν συνέπειες!

Στάδια συνειδητότητας

Όπως είναι λογικό, οι δύο αυτές δυνάμεις – συχνά – έρχονται σε σύγκρουση αφήνοντας το “Εγώ” να παίξει το ρόλο του “διαιτητή” προσπαθώντας να ικανοποιήσει την ορμή του “Εκείνου” με τρόπο που δεν θα έχει οδυνηρές συνέπειες.

Λήψη απόφασης

Όλα αυτά, ένα μεγάλο πλήθος αναλυτών τα εξέλιξε, προσθέτοντας, προχωρώντας ή και αμφισβητώντας τα, θέτοντας τα δικά του “λιθαράκια” και δημιουργώντας τον ευρύτερο ψυχοδυναμικό πυρήνα· δηλαδή το σύνολο όλων των αναλυτικών θεωριών. Η σύγχρονη βιομηχανία του κινηματογράφου, γοητευμένη από αυτές τις έννοιες και τα “σκοτεινά” στοιχεία που τις συνόδευαν ανέδειξαν στο διηνεκές την ψυχανάλυση μέσα από ταινίες καθώς παρουσίαζαν κάθε ψυχοθεραπευτή μέσα από ένα ψυχαναλυτικό πρίσμα

Ένας ψυχαναλυτής, λοιπόν, θα βοηθήσει τον αναλυόμενο να εντοπίσει σημαντικά βιώματα της παιδικής του ηλικίας καθώς επίσης και να τον καταστήσει ενήμερο για ασυνείδητα συναισθήματα τα οποία μπορεί να ευθύνονται για τα τρέχοντα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Μέσα από μία αβρή διαδικασία καθοδήγησης, όλα αυτά περνούν από τον “αόρατο” κόσμο του ασυνειδήτου στον συνειδητό και επέρχεται η συμφιλίωση με τον εαυτό μας και έπειτα η λύτρωση. Αν και μειονέκτημα της διαδικασίας αποτελεί το μήκος της ψυχαναλυτικής θεραπείας – αφού ενδέχεται να είναι μια πυκνή διαδικασία που κρατάει έως και αρκετά χρόνια – οι διαφορετικές σχολές της ψυχανάλυσης μπορούν να συστήσουν λύση καθώς διαφέρουν μεταξύ τους στον χρόνο αλλά και στον τρόπο που τη διεξάγουν.

Εν κατακλείδι, η ψυχανάλυση είναι μία, μόνο, από τις οδούς που μπορεί να επιλέξει κάποιος για να απευθυνθεί σε θέματα που τον απασχολούν και είναι ιδιαίτερα ευεργετική σε περιπτώσεις όπου χρειάζεται να αρθεί το “βάρος” της ιστορίας που, αυτός, κουβαλά και να ζήσει μία πιο πλήρη ζωή.

Φωτογραφίες

  • Εισαγωγική Φωτογραφία: face and soul, by geralt
  • Σχεδιαγράμματα: Ιάκωβος Σιανούδης

Βιβλιογραφία

  • Freud, S. & Hall, G., S. (2011). A General Introduction to Psychoanalysis, New York: Horace Liveright
  • Freud, S. (1996). VORLESUNGEN ZUR EINFUHRUNG IN DIE PSYCHOANALYSE [Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση], (Λ., Αναγνώστου, Μεταφρ.), Αθήνα: Επίκουρος
  • Lacan, J., Miller, J., A. & Sheridan, A. (1998). The Four Fundamental Concepts of Psychoanalysis (Vol. Book XI), U.S.A: W. W. Norton & Company
  • Malcolm, J. (1982). Psychoanalysis: The Impossible Profession, New York: Vintage
  • McWilliams, N. (2004). Psychoanalytic Psychotherapy: A Practitioner’s Guide, New York: The Guilford Press
  • Reich, W. (2013). Η ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ 2. Η θεωρία της διαμόρφωσης του χαρακτήρα, (Ν., Σιδέρης, Μεταφρ.), Αθήνα: Καστανιώτη
  • Safran, J., D. (2012). Psychoanalysis and Psychoanalytic Therapies, U.S.A: American Psychological Association
  • Stafordd, D. (2014). Τι είπε στ’ Αλήθεια ο Φρόϊντ, (Γ. Σιδέρης, Μεταφρ.), Αθήνα: Μεταίχμιο
  • Vegetti – Finzi, S. (2006). Storia della Psicoanalisi, [Ιστορία της ψυχανάλυσης], (Γ., Καπράλος, Μεταφρ.), Αθήνα : Νοόγραμμα Εκδοτική
  • Γιαννάκουλας, Α. (2007). Το Ψυχοδυναμικό Counseling, Aθήνα: Καστανιώτης
]]>

02 Φεβ 2015

Η μουσική ως μέσο ελέγχου του πόνου

Από τη φύση του ο άνθρωπος προσπαθεί να αποφύγει το αίσθημα του πόνου σωματικού και ψυχικού, η ανθεκτικότητα του κάθε ατόμου στον πόνο είναι σχετική και έχει να κάνει με πολλούς παράγοντες. Ο πόνος είναι ένα φαινόμενο που δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με βιολογικούς όρους. Το συναίσθημα αλλά και ο τρόπος που το κάθε άτομο αντιλαμβάνεται τα πράγματα φαίνεται να συμβάλλουν στον τρόπο με τον οποίο βιώνει τον πόνο.

Ειδικότερα, το άγχος, η ένταση, η αγωνία, ο φόβος και η αίσθηση απώλειας ελέγχου μπορεί να συνοδεύουν και να μεγεθύνουν κατά πολύ συναισθήματα πόνου και δυσφορίας που αισθάνεται ο ασθενής. Για παράδειγμα, μπορεί να οδηγήσουν σε αύξησης της μυϊκής έντασης, η οποία με τη σειρά της μπορεί να δημιουργήσει μεγαλύτερη πίεση στις ήδη ευαίσθητες νευρικές απολήξεις. Το άγχος μπορεί επίσης να παρέμβει στον κανονικό, χαλαρό τρόπο αναπνοής και να προκαλέσει απώλειες ή ελλείμματα οξυγόνου στο μυϊκό ιστό, που με τη σειρά τους θα αυξήσουν τη δυσφορία. Επιπλέον, η αγωνία και ο φόβος μπορεί να κρατούν δεσμευμένη την προσοχή του ατόμου στο ερέθισμα του πόνου και έτσι να αυξάνουν την αντιλαμβανόμενη οξύτητα του πόνου.

Οι τεχνικές που χρησιμοποιούν τη δύναμη του ανθρώπινου νου για να μειώσουν την αντίληψη του πόνου ονομάζονται γνωστικές στρατηγικές ελέγχου του πόνου. Οι μέθοδοι αυτοί δεν έχουν σκοπό να αντικαταστήσουν την παραδοσιακή φαρμακευτική αγωγή, αν και σε κάποιες περιπτώσεις που η φαρμακευτική αγωγή αντενδείκνυται ή είναι επιθυμητή η μείωση της δοσολογίας. Είναι απαραίτητη η χρήση εναλλακτικών μεθόδων για να μειωθεί ο πόνος. Σύμφωνα με τη θεωρία της πύλης ελέγχου του πόνου, εάν η συνειδητή προσοχή   μας επικεντρωθεί σε ένα δυνατό θετικό ερέθισμα περισσότερο από ό,τι στο ερέθισμα του πόνου, τότε η αντίληψη του πόνου μπορεί να εξασθενήσει.

Υπάρχουν ποικίλοι τρόποι και τεχνικές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμό με τη μουσική για τη μείωση της αντίληψης του πόνου. Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε ότι η μουσική μπορεί να λειτουργήσει ως ερέθισμα για ενεργητική εστίαση της προσοχής ή διάσπασή της. Η χρήση της μουσικής για τη μείωση της έντασης του αντιλαμβανόμενου πόνου, δηλαδή του πόνου, όπως γίνεται αντιληπτός από το άτομο, είναι βασισμένη στη θεωρία της πύλης ελέγχου του πόνου, που αναφέρθηκε παραπάνω. Σε αυτήν την περίπτωση, η μουσική αποτελεί το ερέθισμα εκείνο στο οποίο εστιάζεται ενεργητικά η προσοχή του ασθενούς ή, αλλιώς, το ερέθισμα που αποσπά την προσοχή του ασθενούς από τον πόνο.

Παράλληλα, η μουσική μπορεί να συμβάλλει στη μείωση του πόνου, μέσω της μυϊκής χαλάρωσης την οποία διευκολύνει. Η μεθοδολογία αυτή έχει εφαρμοστεί σε διάφορες καταστάσεις: στις θεραπείες χρόνιου πόνου, στην κύηση και τον τοκετό, στις οδοντιατρικές θεραπείες, στα παιδιατρικά τμήματα (όπου χρησιμοποιείται για τη μείωση του άγχους απέναντι σε ενέσεις ή άλλες παρόμοιες διαδικασίες), καθώς και στο χειρουργείο.

Μουσική και μυϊκή χαλάρωση

Η μουσική λειτουργεί ως ερέθισμα για κίνηση, αλλά και ως στοιχείο που δομεί και οργανώνει τη φυσική δραστηριότητα, ένα απλό παράδειγμα   είναι όταν περπατάμε το βάδισμα μας συντονίζεται στο ρυθμό της μουσικής που μπορεί να ακούμε εκείνη τη στιγμή, ακόμα και στο γυμναστήριο η μουσική παίζει ρόλο αφού συντονίζει την αναπνοή, την κίνηση αλλά και την καλύτερη απόδοση μας στις ασκήσεις.

Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, από τα παραπάνω πόσο σημαντική αλλά και απαραίτητη είναι η μουσική για την αποκατάσταση ορισμένων ασθενών. Σε αρκετές περιπτώσεις, η θεραπεία παθολογικών περιστατικών περιλαμβάνει μια περίοδο σωματικής θεραπείας και αποκατάστασης, που ακολουθείται από μια περίοδο επανένταξης. Για παράδειγμα, μετά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, κάποιοι άνθρωποι χρειάζεται να “ξαναμάθουν” να περπατούν ή να χρησιμοποιούν τα άκρα τους. Αυτό απαιτεί πολλές ώρες σκληρής άσκησης. Η μουσική μπορεί να αποτελέσει το ιδανικό περιβάλλον για την περίοδο αποκατάστασης και την περίοδο επανένταξης. Η μουσική μπορεί να μειώσει την εστίαση του ασθενή στις αρνητικές πλευρές της θεραπείας, όπως τον πόνο, τις δυσκολίες ,τη μονοτονία. Παράλληλα, ένα δυνατό και ρυθμικό beat παράγει μια σταθερή ακουστική ατάκα, η οποία βοηθά σημαντικά την κίνηση. Με άλλα λόγια, ο ασθενής χρησιμοποιεί το μουσικό ρυθμό ως σήμα για να κινεί ένα ή περισσότερα μέλη του σώματός του.

Στη μυϊκή λειτουργία, περιλαμβάνεται όχι μόνο η κινητικότητα των άκρων, αλλά επίσης και η κινητικότητα των εσωτερικών οργάνων, όπως οι πνεύμονες. Το παίξιμο πνευστών μουσικών οργάνων ή/και το τραγούδι βελτιώνουν τη δραστηριότητα των πνευμόνων, κυρίως μάλιστα όταν πρόκειται για ασθενή που βρίσκεται σε κατάκλιση. Τέτοιες δραστηριότητες μπορούν να βοηθήσουν στη διατήρηση ενός καλού επιπέδου αναπνευστικής λειτουργίας, σε ασθενείς που πάσχουν από χρόνιες ασθένειες, όπως για παράδειγμα το άσθμα.

Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, η μουσική προάγει τη μυϊκή χαλάρωση, η οποία με τη σειρά της μειώνει τον πόνο. Έτσι, η μουσική χρησιμοποιείται συχνά σε συνδυασμό με τεχνικές μυϊκής χαλάρωσης. Για παράδειγμα, μια αργή και σταθερή μουσική μπορεί να βοηθήσει τη ρύθμιση της βαθιάς αναπνοής. Επίσης, με τη μουσική, αναπολεί κανείς εικόνες που μπορεί να οδηγήσουν τη σκέψη σε ευχάριστα θέματα. Το μειονέκτημα είναι ότι οι τεχνικές χαλάρωσης χρειάζονται κάποιο χρονικό διάστημα εξάσκησης, έως ότου γίνουν αποτελεσματικές. Επομένως, ο ρόλος του μουσικοθεραπευτή δεν είναι μόνο να επιλέγει και να βάζει μουσική, αλλά και να εκπαιδεύσει σταδιακά τον ασθενή σε μεθόδους αποτελεσματικής μυϊκής χαλάρωσης. Η μουσική μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αντίδραση χαλάρωσης σε μια μεγάλη ποικιλία καταστάσεων: σε χρόνιες παθήσεις, σε προγράμματα αποκατάστασης μυϊκών προβλημάτων, στην εγκυμοσύνη και τον τοκετό, καθώς και σε ιατροχειρουργικές μονάδες, συμπεριλαμβανομένου του παιδιατρικού τμήματος.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  • Behrens, G. A. (1988). An objective approach to the expression of feelings. Music Therapy Perspectives, 5, 16-22.
  • Edwards, L. C., Bayless, K. M. & Ramsey, M. E. (2009). Μουσική και κίνηση: Ένας τρόπος ζωής για το μικρό παιδί (6η εκδ). Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 2010.
  • Gibbons, A. C. (1986). Music development in the elderly: what are the chances? Designs Clin Enhancement, 81, 24-25.
  • Hargreaves, D. (2001). Η αναπτυξιακή ψυχολογία της μουσικής. Αθήνα: Fagotto books, 2004.
  • Μακρής, Ι. & Μακρή Δ. (2003). Εισαγωγή στη Μουσικοθεραπεία. Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρη.
]]>

08 Οκτ 2014

Μουσική Ψυχοθεραπεία: η θεραπευτική δύναμη της μουσικής

Η μουσική είναι μια από τις βαθύτερες ψυχικές εκδηλώσεις του ανθρώπου, από την αρχαιότητα σε όλους τους πολιτισμούς ήταν μέσο έκφρασης, επικοινωνίας, διασκέδασης αλλά και θεραπείας. Μέσα από τη μουσική ξόρκιζαν του φόβους τους, έκαναν επίκληση των πνευμάτων και προσπαθούσαν να εξευμενίσουν τους θεούς. Οι άνθρωποι πίστευαν στη θεραπευτική της δύναμη τόσο στο σώμα και το πνεύμα όσο και στη ψυχή.

Όπως αναφέρει η Καρτασίδου (2004:6) ο μάγος-θεραπευτής στις πρώιμες αφρικανικές κοινωνίες έκανε χρήση κρουστών και ρυθμών σε μαγικές και θρησκευτικές τελετές, ενώ ο θεός Απόλλωνας ως θεός της Μουσικής και της Ιατρικής πίστευε ότι μέσα από αυτήν επέρχεται η αρμονία του σώματος και της ψυχής. Οι Έλληνες φιλόσοφοι αναφέρονταν στην ευεργετική χρήση της μουσικής, συγκεκριμένα ο Πυθαγόρας πίστευε ότι μόνο μέσα από τη χρήση της διαφυλάσσεται η αρμονία της ψυχής ενώ ο Εμπεδοκλής τόνιζε ότι η μουσική θεραπεύει τους σωματικούς και ψυχικούς πόνους(West, 1999:45), κατά τον Πλάτωνα δε, η θεραπεία της επιληψίας αλλά και της αϋπνίας γινόταν με την κατάλληλη χρήση της μουσικής (Polychroniadou 1998).

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί η μεγάλη επιρροή που ασκούσαν κάποια όργανα όσον αφορά τη θεραπεία, πιο συγκεκριμένα ο ήχος του αυλού θεωρείτο οργιαστικός γι’ αυτό και ο Πυθαγόρας προέτρεπε στους μαθητές του, αν άκουγαν κάτι από αυλό να «καθαρίσουν» τη ψυχή τους με μουσική παιγμένη από λύρα. Εκτός όμως από την οργανική μουσική, θεραπευτικό μέσο ήταν και το τραγούδι και μάλιστα ο παιάνας όπως αναφέρει ο Όμηρος στην Ιλιάδα ,ο Παιάν εμφανίζεται ως ο γιατρός των θεών .Όμως και οι αρχαίοι Αιγύπτιοι , απέδιδαν στις μελωδίες θεϊκή προέλευση και θεραπευτική δύναμη για να κατευνάσουν τα ανθρώπινα συναισθήματα και να οδηγήσουν σε κάθαρση τη ψυχή, στην αρχαία Ρώμη ο γιατρός Κορνήλιος Κέλσος στη πραγματεία του Ιατρική υποστήριζε ότι η καλή μουσική επιμηκύνει τις δυνάμεις της ζωής, αλλά και στη Παλαιά Διαθήκη γίνεται αναφορά στη θεραπευτική χρήση της Μουσικής ,σύμφωνα με τον Σαμπουτίν (2005:16) όταν ο προφήτης Δαυίδ τραγουδά παίζοντας την άρπα του ηρεμεί τον βασιλιά Σαούλ από τα κακά πνεύματα που του προκαλούν κατάθλιψη.

Κατά την περίοδο της Αναγέννησης η μουσική συνδέθηκε με την μαγεία, με αποτέλεσμα να περιοριστεί η θεραπευτική της δύναμη, στην ουσία όμως ποτέ δε σταμάτησε να ισχύει, ενώ στον Διαφωτισμό οι νέες κοσμικές θεωρίες που εδραιωνόντουσαν και έρχονταν σε αντιπαράθεση με παλαιότερες παραγκώνισαν επίσης τη μουσικοθεραπεία η οποία δεν είχε επιστημονική τεκμηρίωση. Η μουσική ως θεραπευτικό μέσω εμφανίστηκε ξανά όταν χρησιμοποιήθηκε στους τραυματίες του Α και Β παγκοσμίου πολέμου. Τα αποτελέσματα ήταν θετικά, παρατηρήθηκε μείωση της συναισθηματικής φόρτισης ενώ σε κάποιες περιπτώσεις ταχύτερη επούλωση των τραυμάτων. Το 1946 ιδρύεται το πρώτο τμήμα μουσικοθεραπείας στο Πανεπιστήμιο του Κάνσας όπου και στην ουσία μπήκαν οι βάσεις για την ανάπτυξη της Μουσικοθεραπείας ως επιστήμη, ενώ το 1950 ιδρύεται ο Διεθνής Οργανισμός για τη Μουσικοθεραπεία(Καρτασίδου,2004:67).

Σε πολλά πανεπιστήμια της Ευρώπης (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία) λειτουργούν τμήματα μουσικοθεραπείας που ερευνούν σύγχρονες μεθόδους με σκοπό την αποκατάσταση, στήριξη και παρέμβαση τόσο της σωματικής όσο και της ψυχικής υγείας. Στη Μουσικοθεραπεία όπως αναφέρει η Καρτεσιάδου μας ενδιαφέρει η διαδικασία και όχι το αποτέλεσμα της μουσικής, η μουσική είναι μέσο με το οποίο θα αναπτυχθεί η θεραπευτική σχέση ανάμεσα σε θεραπευόμενο και θεραπευτή. Στην Ιατρική η εφαρμογή της Μουσικοθεραπείας είναι πολλαπλή διότι επιδρά τόσο σε σωματικές λειτουργίες (αναπνοή, πίεση, παλμοί καρδιάς) όσο και στον αυτισμό, σε ψυχωτικές καταστάσεις αλλά ακόμα και σε άτομα που βρίσκονται σε κώμα. Άλλες ασθένειες που μπορεί να βοηθήσει η Μουσικοθεραπεία είναι το Αλτσχάιμερ, προβλήματα ακοής, μαθησιακά προβλήματα, Δυσλεξία, Σύνδρομο Down, Σεξουαλική κακοποίηση.    Πλήθος περιστατικών αναφέρουν τα θετικά αποτελέσματα της μουσικοθεραπείας και μας δείχνουν τη θεραπευτική δύναμη της μουσικής.

Κλείνοντας αξίζει να επισημάνουμε ότι στην Ελλάδα η Μουσικοθεραπεία εφαρμόζεται ως εναλλακτική θεραπευτική μέθοδο αλλά όχι ως οργανωμένο και αναγνωρισμένο επάγγελμα υγείας,η χώρα μας αν και προσπαθεί να ακολουθεί τα πρότυπα των προηγμένων χωρών χρειάζεται σωστή ενημέρωση για το τι είναι μουσικοθεραπεία ώστε να βρει τη σωστή θέση στη συνείδηση των ανθρώπων. Το 2008 προκηρύχτηκε η πρώτη θέση λέκτορα στη Μουσικοθεραπεία στην Ειδική Αγωγή στο τμήμα Μουσικών Σπουδών του ΑΠΘ, από μόνο του ανοίγει το δρόμο και βάζει τις βάσεις για την αναγνωρίσει τόσο των σπουδών όσο και του επαγγέλματος στη χώρα μας. Όπως αναφέρεται σε συνέντευξη που έδωσε η λέκτορας στο τμήμα Μουσικών Σπουδών του ΑΠΘ κ. Ντόρα Ψαλτοπούλου-Καμίνη, η ποσοτική έρευνα έδειξε ότι η Μουσικοθεραπεία συμβάλλει στη βελτίωση της ψυχοσωματικής κατάστασης του ανθρώπου ανεξάρτητα από την παθολογία του ή/και την συμμετοχή του σε άλλες θεραπείες, και ότι όσο πιο βαριά είναι η αρχική κατάσταση του ανθρώπου τόσο μεγαλύτερη φαίνεται να είναι η βελτίωση μέσα από τη Μουσικοθεραπεία.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία / Περισσότερες πληροφορίες

  • Καρτασίδου. Λ. (2004). Μουσική εκπαίδευση στην ειδική παιδαγωγική. Θεραπευτικές προσεγγίσεις της μουσικής στην ευρύτερη τη σημασία σε άτομα με ειδικές ανάγκες. Αθήνα: Τυπωθήτω
  • Polychroniadou, P., R. (1998). Music therapy in Greece. International Perspectives. 13,241
  • Σαμπουτίν, Σ. (2005). Ιατρικές δυνάμεις της Μουσικής-Οι νότες θεραπεύουν και τη ψυχή και το σώμα.
  • West, ML. (1999). Αρχαία ελληνική μουσική. Αθήνα: Παπαδήμα
]]>

29 Σεπ 2014

Εξαρτήσεις και Δημιουργικότητα

Ο εθισμός δεν χορταίνει από αυτό που δεν θέλεις πια

Ας παρατηρήσουμε για λίγο τη ζωή μας και θα ανακαλύψουμε πλήθος εθισμών, τελετουργιών, συνηθειών, καταναγκασμών. Που εξυπηρετεί μια δομημένη προβλέψιμη καθημερινότητα; Σαν η ίδια η καθημερινότητα να απαιτεί να γίνουμε εθισμένα-εξαρτημένα άτομα, για να «τη βγάλουμε». Τα πάντα είναι προγραμματισμένα. Και εμείς προγραμματίζουμε τον εαυτό μας για να ανταπεξέλθει στο πρόγραμμα. Μου έρχεται στο μυαλό η έννοια του νευρωτικού ανθρώπου του Freud. H βάση του νευρωτικού ανθρώπου, είναι το άγχος (και κατόπιν η γνωστή Κυρία Ενοχή). Είμαστε «στην πρίζα».

Ναι, θέλεις να ζήσεις και για να ζήσεις χρειάζεσαι λεφτά. Για να έχεις λεφτά, πρέπει να δουλέψεις. Και πού χάνεται το παιχνίδι και φτάνουμε στο σημείο να ζούμε για να δουλεύουμε και όχι να δουλεύουμε για να ζούμε; Και πώς ξεχάσαμε τι θα πει να ζούμε..!

Θυμάμαι μια φίλη που ως «μάρτυρας» έβγαζε 14ωρα σε μια δουλειά που απεχθανόταν και «την αρρώσταινε» (δουλεύοντας συχνά και συχνά και Σαββατοκύριακα). Χρειαζόταν 2 ώρες να πάει και να έρθει, σπαταλώντας βενζίνη, έτρωγε εκεί πρωινό και μεσημεριανό από τα delivery της γειτονιάς, χρησιμοποιούσε το κινητό της για επικοινωνίες της δουλειάς και επέστρεφε στο σπίτι κατάκοπη με τα νεύρα σμπαράλια, μόνο και μόνο για να φάει με το άγχος και τη σιχαμάρα για την επόμενη μέρα. Τώρα πείτε μου, αν αυτό είναι η ζωή που εννοούσε ο οποιοσδήποτε Θεός όταν μας έδωσε το δώρο! Αυτό λοιπόν που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι, μιας και σπατάλαγε πάνω από το μισό μισθό της στη βενζίνη, το φαί και το κινητό, και ενώ ήταν όχι απλά δυσαρεστημένη αλλά «σκασμένη» από τη δουλειά της, συνέχιζε να δουλεύει εκεί.

Κατόπιν, χρειάζεται κάπου να ξεσπάσεις, και εκεί καλά κρατούν οι εθισμοί. Η συγκεκριμένη είχε εθισμό στο φαγητό. Η γευστική απόλαυση έδινε την παρηγοριά, το «αλάτι» της ζωής, την ηδονή και ταυτόχρονα έδινε τροφή στη νευρωτική κατάσταση με νέο κύμα ενοχών, αυτοκαταστροφής, αυτουποτίμησης, στρες. Και μετά δουλειά για να μη τα σκεφτόμαστε. Και παράπονο. Θλίψη.

Εθισμοί από το Άλφα ως το Ωμέγα

Προτείνω εδώ, να δούμε τους εθισμούς με μια ευρύτερη έννοια.

Με μια πρώτη πλοήγηση στο διαδίκτυο, θα δείτε ότι μπορεί να είμαστε εθισμένοι από το Αλφα-γράμμα της αλφαβήτου ως το Ωμέγα, σε

  • Ουσίες
  • Αντικείμενα
  • Συμπεριφορές
  • Συναισθήματα

Αναφέρω κάποια από αυτά:

Μπορούμε να είμαστε εθισμένοι σε Φάρμακα (ασπιρίνες, αντικαταθλιπτικά,αγχολυτικά κλπ). Φαί. Γυμναστική-άσκηση. Τζόγος. Ψώνια shopping. Σεξουαλικές δραστηριότητες. «Βιντεοπαιχνίδια». Internet. Δουλειά. Πορνογραφία .Λεφτά .Τηλεόραση. Κλοπή (κλεπτομανία). Δύναμη-εξουσία. Ψέματα. Φήμη-δόξα. Αδρεναλίνη. Θεός και θρησκεία. Πολιτική.Τελειότητα. Ανθρώπους και σχέσεις. Στην αγάπη. Μπορούμε να είμαστε εθισμένοι ακόμα και με τον ίδιο μας τον εαυτό!

Ο,τιδήποτε γίνεται σε υπερβολικό βαθμό και καταναγκαστικά, μπορεί να ειδωθεί ως εθισμός.

Όταν λέμε καταναγκαστικά, δεν εννοούμε ότι δεν παίρνουμε απόλαυση από το αντικείμενο του εθισμού ή την εθιστική συμπεριφορά τη στιγμή που συμβαίνει. Εννοούμε ότι υπάρχει μια έντονη παρόρμηση για αυτά και κατόπιν μπορεί να μετανιώνουμε και να αισθανόμαστε ενοχές-που αυξάνουν το στρες.

Επίσης, ότι αν στερηθούμε το αντικείμενο του εθισμού εντελώς, δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε κανονικά, να συνεχίζουμε τις ζωές μας χωρίς τον εθισμό. Η «δόση» μας είναι απαραίτητη. Πρόκειται για ουσίες, αντικείμενα, συμπεριφορές ή συναισθήματα που γίνονται μέρος της καθημερινότητας και απαραίτητα για να συνεχίζουμε. Για παράδειγμα, αν σου πουν «δεν θα ξαναπιείς καφέ ποτέ», εσύ δεν μπορείς να το αντέξεις ή να το διανοηθείς.

Οι εθισμοί, προκαλούν φυσιολογική-σωματική και ψυχική ανάγκη σε αυτόν που υποφέρει. Είναι μια εξάρτηση σε κάτι είτε χημική, είτε διανοητική, είτε συναισθηματική. Σχετίζονται νευρολογικά με συστήματα επιβράβευσης και κινήτρων.

Άλλες έννοιες που σχετίζονται με τους εθισμούς, είναι η εμμονή, ο καταναγκασμός, ο παρορμητισμός, η ανακούφιση. Συχνά «επακόλουθα» τον εθισμών είναι το άγχος και η κατάθλιψη.

Οι εθισμένοι άνθρωποι, μπορεί να δομούν τη ζωή τους με τέτοιο τρόπο ώστε να συμπεριλαμβάνει τον εθισμό ή την εθιστική συμπεριφορά, πράγμα που προσφέρει ευχαρίστηση-τουλάχιστον παροδική, με αποτέλεσμα συχνά να αποκλείουν τον εαυτό τους από το πλήρες δυναμικό τους για χαρά, ευτυχία. Ίσως κάποια στιγμή ο εθισμένος άνθρωπος να συνειδητοποιήσει ότι η ζωή του πέρασε με εκείνον να έχει αποκλείσει πολλές άλλες ευκαιρίες απόλαυσης, για χάρη αυτής του εθισμού. Στην πραγματικότητα, οι εθισμοί τείνουν να περιορίζουν την ατομικότητα των ανθρώπων ωθώντας τους σε συγκεκριμένες συμπεριφορές και προς την απομόνωση.

Τώρα θα μου πείτε, αν όλα- ουσίες, συμπεριφορές, συναισθήματα- μπορούν να είναι εθισμοί, τότε τι κάνουμε;

Στο DSM (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disordes), μπορείτε να βρείτε την επιστημονική περιγραφή του τι θεωρείται εθισμός και τα κριτήρια διάγνωσης. Στο παρόν άρθρο, με αφορμή την έννοια του εθισμού, θέλω να μας βάλω να σκεφτούμε λίγο ευρύτερα για το πώς τον συμπεριλαμβάνουμε στη ζωή μας, ακόμα και αν δεν είμαστε εθισμένοι με την κλινική έννοια, δηλαδή να κάνουμε παραλληλισμούς και συσχετίσεις.

Γιατί δομούμε τη ζωή μας στις εξαρτήσεις;

Από την άποψη της ψυχολογίας, μπορούμε να πούμε ότι ο εθισμός είναι μια ανάγκη συναισθηματικής ικανοποίησης: μιας αίσθησης ασφάλειας, ή της αίσθησης παρηγοριάς-αγάπης, ή ακόμα και μιας αίσθησης «ελέγχου» πάνω στη ζωή.

Ενώ αρχικά η εθιστική πράξη συνοδεύεται από συναισθήματα απόλαυσης, χαράς, ανακούφισης, από ένα σημείο και μετά γίνεται αναγκαία για τα συναισθήματα αυτά. Ακόμα όμως και η απόλαυση, είναι συχνά μόνο επιφανειακό του γιατί μας χρειάζεται ο εθισμός. Διάφορες αιτίες, περιστατικά της ζωής μας, γεγονότα, τραυματικές εμπειρίες μπορεί να βρίσκονται κάτω από έναν εθισμό και να τον πυροδοτούν.

Από κοινωνιολογικής πλευράς, οι εθισμοί μπορεί να προκύπτουν και ως αποτέλεσμα του νευρωτικού τρόπου ζωής των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών- ως απάντηση-άμυνα στο στρες, ή ως συμμόρφωση με κοινωνικά πρότυπα και αξίες ή νοοτροπίες ζωής.

Από μια υπαρξιακή-φιλοσοφική σκοπιά θα λέγαμε ότι οι εθισμοί, δηλαδή η ανάγκη μας για εξάρτηση, μπορεί να περιλαμβάνει το φόβο του θανάτου, ή της αδυναμίας μας να πιστέψουμε και να αναλάβουμε την ελευθερία μας, της αίσθησης κενού-ματαιότητας (ψάχνουμε κάτι για να νιώσουμε έκσταση).

Από μια «πνευματική» σκοπιά, η εξάρτηση προκύπτει όταν έχουμε χάσει την επαφή με το κέντρο – την αυθεντική μας εσωτερική πηγή ή την ψυχή μας. Αυτό που ψάχνουμε με τους εθισμούς είναι στην πραγματικότητα η αγνή χαρά παρά η επιφανειακή ικανοποίηση των αισθήσεων ή η αποφυγή των συναισθημάτων. Οι εθισμοί είναι μια ατυχής προσπάθεια να ικανοποιηθεί η λαχτάρα μας για πνευματική τροφή-ολοκλήρωση, η λαχτάρα για πνευματικότητα ή επαφή με το υπερβατικό.

Ίσως παράγοντες όλων των παραπάνω συνδυάζονται και συνυπάρχουν ταυτόχρονα που μας ωθούν στο να γινόμαστε εξαρτησιακές προσωπικότητες (addictive personalities).

Αποδεσμεύοντας τις εξαρτήσεις

Τώρα, ο σκοπός αυτού του άρθρου δεν είναι να μας πάρει από κάτω διαβάζοντας όλα αυτά. Έχει σημασία να μπορέσεις να παρατηρήσεις τους εθισμούς σου, χωρίς να κρίνεις ή να κατακρίνεις τον εαυτό σου.

Το επόμενο βήμα της παρατήρησης και συνειδητοποίησης, είναι να αρχίσεις να σπας έναν-έναν τους εθισμούς, τουλάχιστον αυτούς που μπορείς.

Το κλειδί βρίσκεται στο να αντικαταστήσεις τον εθισμό με μια νέα προοπτική και νοοτροπία έξω και πάνω από την παγίδα μέσα στην οποία ασυνείδητα σκλάβωσες τον εαυτό σου μέσω της εξάρτησης.

Προς αυτή την κατεύθυνση, διαθέτουμε ένα καταπληκτικό εφόδιο, που είναι η δημιουργικότητα!

Η δημιουργικότητα συνδέεται με τη φαντασία, την ευελιξία, την καινοτομία/πρωτοτυπία, τον αυθορμητισμό, τη διαίσθηση και την ικανότητα να μη φοβάσαι την αποτυχία ή το να κάνεις λάθος, αλλά να τα αντιλαμβάνεσαι ως αναπόσπαστο στάδιο μάθησης.

Μπορούμε λοιπόν να γίνουμε δημιουργικοί στον εθισμό, όχι με το να πούμε όχι στον εθισμό πολεμώντας τον, αλλά με το να πούμε ναι σε νέα πράγματα, καταστάσεις που θα παράγουν νέα συναισθήματα και θα διευρύνουν την αντίληψή μας και τις νοοτροπίες μας.

Όταν δούμε τι άλλο υπάρχει πέρα από τον εθισμό και μας αρέσει, τότε ίσως δεν έχουμε πια ανάγκη τον εθισμό. Όταν γεμίσουμε με νέα ενδιαφέροντα πράγματα και συναισθήματα, τότε ίσως η ένταση και η εξάρτηση του εθισμού να μπει στο παρασκήνιο. Ίσως δημιουργηθούν νέα πράγματα, νέες ασχολίες, νέοι άνθρωποι, νέα συναισθήματα που να μη συνάδουν πια με τον εθισμό. Ο εθισμός έτσι θα αποδυναμωθεί από μόνος του.

Για να δούμε όμως τι υπάρχει πέρα από τον εθισμό, πρέπει να πούμε ναι και να τολμήσουμε σε πράγματα που πριν δεν θα επιλέγαμε, ή θέλαμε να επιλέξουμε αλλά φοβόμασταν, πρέπει να σπάσουμε τη ρουτίνα, τη συνήθεια, να γίνουμε ανορθόδοξοι για τα δεδομένα μας:

Πότε ήταν η τελευταία φορά που έκανες κάτι για πρώτη φορά;

Πες περισσότερα ναι εκεί που θα έλεγες όχι. Αντέστρεψε τα δεδομένα. Φέρε τον εαυτό σου προ εκπλήξεως. Η καινοτομία σε μια προγραμματισμένη και προβλέψιμη ζωή, ανοίγει το εύρος της αντίληψης και συνείδησης και έτσι μπορείς να απαλλαγείς από τα στερεότυπα με έναν έμμεσο τρόπο.

Η διαδικασία της ψυχοθεραπείας μπορεί επίσης να σε βοηθήσει να ανακαλύψεις τη φύση των εθισμών σου και να ανοίξεις σε νέες συμπεριφορές και λειτουργίες. Να δεις τα πράγματα από άλλη προοπτική. Να τολμήσεις να δοκιμάσεις νέες δράσεις που βασίζονται σε νέες νοοτροπίες και αυθεντικούς στόχους για τη ζωή σου. Η ίδια η απόφασή σου να ξεκινήσεις ψυχοθεραπεία είναι από μόνη της μια καινοτομία: φτάνοντας στο γραφείο ενός ψυχοθεραπευτή, σημαίνει ότι ήδη έχεις κάνει πολλή δουλειά μέσα σου και σηματοδοτεί την αποφασιστικότητά σου να φύγεις από κάτι παλιό προς τα νέα πράγματα που επιθυμείς να είσαι.

Εισαγωγική Φωτογραφία

 Προτεινόμενη Βιβλιογραφία

  •  A.C.Moss,K.R.Dyer (2010). Psychology of Addictive Behaviour.Palgrave MCMillan
  • C.Nakken (2006). To προφίλ του εθισμού. Εκδ.Ισόρροπο
  • D.Chopra (1998). Overcoming addiction: the spiritual solution.Three Rivers Press,N.York.
  • Shadock J.S., Sadock V.A. (2001). Kaplan ‘s & Shadock ’s Εγχειρίδιο Κλινικής Ψυχιατρικής. Επιστημονικές εκδόσεις ΠΑΡΙΣΙΑΝΟΥ Α.Ε., Αθήνα.
]]>