22 Αυγ 2014

Δωρεάν υποστήριξη ατόμων με προβλήματα κατάθλιψης

Όλοι κατά καιρούς νιώθουμε πολύ στενοχωρημένοι, σε κακή ψυχολογική κατάσταση, ότι φθάνουμε στο απροχώρητο. Συνήθως αυτά τα συναισθήματα δε διαρκούν περισσότερο από μία ή δύο εβδομάδες και δεν επηρεάζουν σοβαρά τη ζωή μας. Άλλες φορές υπάρχει σαφής λόγος, άλλες όχι. Τα ξεπερνάμε, ίσως και χωρίς καθόλου βοήθεια.

Όταν κάποιος όμως έχει συμπτώματα κατάθλιψης, η συναισθηματική κατάσταση δεν βελτιώνεται, συνεχίζει για εβδομάδες και αυτό αρχίζει να επηρεάζει την καθημερινή μας ζωή. Οι διαταραχές διάθεσης και ιδιαίτερα η κατάθλιψη αποτελούν τις πιο συχνές ψυχικές διαταραχές

Τι είδους βοήθεια υπάρχει για την κατάθλιψη; Τα περισσότερα άτομα καταφεύγουν για συμπτώματα κατάθλιψης στο γιατρό τους. Ανάλογα με το είδος των συμπτωμάτων, τη σοβαρότητα τους και τις περιστάσεις συνήθως προτείνεται: αυτοβοήθεια, ψυχοθεραπεία και φαρμακευτική αγωγή.

Οι φορείς μας, με πολύχρονη και τεκμηριωμένη εμπειρία στην παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας και κοινωνικής υποστήριξης υψηλού επιπέδου προσφέρουν δωρεάν υποστήριξη σε άτομα με προβλήματα κατάθλιψης από εκπαιδευμένους συντονιστές και δημιουργούν ένα πλαίσιο ατομικής και κοινωνικής ενδυνάμωσης.

Ομάδες Αυτοβοήθειας

Στις συναντήσεις των ομάδων αυτό-βοήθειας (self-help groups), οι συμμετέχοντες μοιράζονται τις εμπειρίες τους, τα προσωπικά τους συναισθήματα, την ενημέρωση που έχει ο καθένας και τις στρατηγικές που έχουν αναπτύξει προκειμένου να αντιμετωπίζουν τις Διαταραχές Διάθεσης και να ζουν μια ικανοποιητική ζωή. Πρόκειται δηλαδή για αλληλο-υποστήριξη μέσω της ανταλλαγής προσωπικών εμπειριών, γνώσης, προβληματισμών, ανησυχιών, δεξιοτήτων στην καθημερινή ζωή. Είναι συνάντηση αισιοδοξίας με εστιασμό στην αλληλοβοήθεια, την ελπίδα και την ενθάρρυνση.

Ποιοι Μπορούν Να Συμμετέχουν Στις Ομάδες Αυτοβοήθειας:

Άνδρες και γυναίκες άνω των 18 ετών, άτομα με διεγνωσμένη καταθλιπτική ή διπολική διαταραχή και οι συγγενείς τους. Επίσης, όποιος νιώθει διάχυτη ψυχική δυσφορία και δυσθυμία, χωρίς απαραίτητα να έχει διάγνωση ή να έχει έρθει σε επαφή με ειδικούς ψυχικής υγείας.

Οι συναντήσεις πραγματοποιούνται μία φορά την εβδομάδα, διαρκούν 2 ώρες και είναι ανοιχτές. Αυτό σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να συμμετέχει από μία έως όσες φορές και όποτε το επιθυμεί. Ο συντονισμός της ομάδας γίνεται από εθελοντές που είναι και οι ίδιοι άτομα με ψυχιατρική εμπειρία και (ή έχουν υπάρξει στο παρελθόν) λήπτες υπηρεσιών ψυχικής υγείας ή συγγενείς ληπτών. Στις ομάδες συμμετέχουν έως 20 άτομα.

Βασικοί στόχοι ομάδων αυτοβοήθειας:

Οι ομάδες αυτό-βοήθειας έχουν τους εξής βασικούς στόχους:

1.    Να ενισχύσουν και να ενθαρρύνουν τα μέλη να ανακτήσουν τον έλεγχο του εαυτού τους και να βελτιώσουν την ποιότητα της ζωής τους και των σχέσεων τους.

2.    Να παρέχουν ένα δίκτυο και περιβάλλον συναισθηματικής στήριξης, το οποίο μειώνει την απομόνωση και την αποξένωση, μετριάζει την απόγνωση και ενισχύει την αισιοδοξία, την επένδυση στην ελπίδα, την προσωπική ευθύνη και την αποδοχή του εαυτού.

3.    Να βοηθήσουν τα μέλη να αντλούν μεγαλύτερη χαρά και ικανοποίηση από την ζωή παρά τις δυσκολίες, τα εμπόδια, τις απογοητεύσεις και τις αναποδιές της.

4.    Να βοηθήσουν τα μέλη να μάθουν και να εξασκούν νέους, πιο αποτελεσματικούς και ικανοποιητικούς τρόπους και δεξιότητες να σχετίζονται με τους άλλους.

Οι Ομάδες Αυτοβοήθειας Δεν Είναι:

  • Δεν είναι θεραπεία ή αντικατάστατο οποιασδήποτε θεραπείας
  • Δεν παρέχει διαγνωστική εκτίμηση
  • Δεν είναι πρόγραμμα βασισμένο στις αρχές των «12 βημάτων» (όπως για παράδειγμα οι Ανώνυμοι Αλκοολικοί ).
  • Δεν είναι διάλεξη ειδικών.

Ομάδες Ψυχοθεραπείας

Οι συναντήσεις των ομάδων ψυχοθεραπείας είναι μία φορά την εβδομάδα διάρκειας 2 ωρών για 12 συναντήσεις. Μπορούν να συμμετέχουν έως 12 άτομα. Πρόκειται για θεραπευτικές συναντήσεις από εξειδικευμένους ειδικούς. Στην ομαδική ψυχοθεραπεία οι συμμετέχοντες συζητούν τα θέματα που τους απασχολούν σ’ ένα ελεγχόμενο περιβάλλον που ελέγχει και διευκολύνει ψυχοθεραπευτής. Το ομαδικό περιβάλλον παρέχει ένα προστατευόμενο  χώρο για την ανάπτυξη νέων συμπεριφορών, τη διερεύνηση σχέσεων, την αντιμετώπιση συμπτωμάτων. Η συμμετοχή σε ομάδες ψυχοθεραπείας ενδείκνυται για άτομα που έχουν ακολουθήσει ατομική ψυχοθεραπεία.

Ποιοι Μπορούν Να Συμμετέχουν Στις Ομάδες ψυχοθεραπείας:

Άνδρες και γυναίκες άνω των 18 ετών, άτομα με διεγνωσμένη καταθλιπτική ή διπολική διαταραχή και οι συγγενείς τους. Θα πραγματοποιείται ατομική συνάντηση με το συντονιστή της ομάδας.

Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΕΙΝΑΙ ΔΩΡΕΑΝ

Πληροφορίες

Για αναλυτική ενημέρωση, για να ενημερωθείτε που πραγματοποιούνται ομάδες στην περιοχή σας και πως μπορείτε να συμμετάσχετε καλέστε Δευτέρα – Παρασκευή στα ακόλουθα τηλέφωνα: 210 8100901 (Ώρες 11.00 πμ – 8.00 μμ)

Κα. Καρτερολιώτη Ευγενία

www.me-psyxi.grwww.mazi.org.grwww.iaath.gr

Εταιρεία Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ψυχικής Υγείας Ελληνική Εταιρεία Διαταραχών Διάθεσης «Μαζί» Γενικό Φιλόπτωχο Ταμείο της Iεράς Aρχιεπισκοπής Aθηνων

Πηγή Άρθρου

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

14 Αυγ 2014

Η ψυχοθεραπεία Gestalt

Ο όρος Gestalt προέρχεται από το γερμανικό ρήμα gestalten που σημαίνει διαμορφώνω, σχηματίζω. Μεταφράζεται ορισμένες φορές ως σχήμα, μορφή ή φιγούρα, αλλά η πλησιέστερη από όλες είναι η λέξη «όλον. Ο άνθρωπος στη Gestalt είναι ένα κομμάτι του περιβάλλοντος και έχει την ικανότητα της επίγνωσης, δηλαδή, να συνειδητοποιεί τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις αντιλήψεις του. Θεωρείται ικανός να καθορίζει τις αντιδράσεις στο περιβάλλον, διαθέτει τη δυνατότητα να ικανοποιεί τις ανάγκες του και μπορεί να βιώνει τον εαυτό του στο παρόν. H ανθρώπινη φύση δεν είναι ούτε καλή, ούτε κακή και στην πορεία της εξέλιξης της περνάει από τρία στάδια, το κοινωνικό που αρχίζει μετά τη γέννηση και χαρακτηρίζεται από επίγνωση και προσοχή προς άλλα άτομα. Βασικές έννοιες στη θεωρία, μεταξύ άλλων, είναι το ‘φόντο’, δηλαδή όσα έχουν συμβεί στο άτομο από τη γέννηση του μέχρι τώρα και η ‘μορφή’ που είναι το σχήμα που έρχεται μπροστά κάθε φορά μέσα από το φόντο. Όταν υπάρχει εναλλαγή φόντου-μορφής με ρυθμικό τρόπο ανάλογα με τις ανάγκες που έχει κάθε φορά το άτομο και είναι σε θέση να διακρίνει την εκάστοτε ανάγκη, τότε υπάρχει αυτορρύθμιση.

Ο Perls, ιδρυτής της Gestalt, πίστευε ότι το υγιές άτομο λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο της σωστής ισορροπίας όλων των μερών του και για να επιβιώσει πρέπει αυτή η ισορροπία να διατηρηθεί μέσα σε ορισμένα όρια. Όταν αυτή η λειτουργία αποτυγχάνει, όταν ο οργανισμός παραμείνει σε κατάσταση δηλαδή ανισορροπίας για μεγάλο διάστημα και είναι ανίκανος να ικανοποιήσει τις ανάγκες του, τότε ασθενεί. Oι παιδικές εμπειρίες που δεν έχουν λυθεί βιώνονται συχνά σαν μισοτελειωμένες υποθέσεις, διαταράσσουν το άτομο στην ενήλικη ζωή και εμποδίζουν την αποτελεσματικότητα του στο παρόν. Όταν αυτές γίνουν αρκετά ισχυρές, το άτομο πιέζεται από ανησυχία, ψυχαναγκαστική συμπεριφορά, αγωνία, καταπιεστική ενέργεια και ηττοπαθή διάθεση. Η O’ Leary αναφέρει χαρακτηριστικά πως «οι ασθενείς που δεν λένε αντίο, κρατούν κλειδωμένο στο χτες ένα κομμάτι της ενέργειας τους». Η βασική ιδέα είναι ότι το άτομο είναι το ίδιο υπεύθυνο για ό,τι του συμβαίνει και είναι εκείνο που αποφασίζει αν θα αλλάξει τη ζωή του ή όχι. Ο Bucay αναφέρει πως το άτομο πρέπει να αναγνωρίσει ότι κανένας άλλος δεν είναι ένοχος για κάτι που του συμβαίνει, κι ότι αν φέρει πάνω του τραύματα, ήταν πάντα με τη δική του συνενοχή ή όπως αναφέρει ο Osho«Εγώ είμαι υπεύθυνος για τη ζωή μου, για όλα μου τα βάσανα, για ό,τι μου συνέβη άλλοτε κι ό,τι μου συμβαίνει τώρα. Έτσι το διάλεξα. Αυτούς τους σπόρους έσπειρα, και τώρα μαζεύω τη συγκομιδή. Είμαι υπεύθυνος…».

Θεραπευτική διαδικασία

Στόχος είναι η επίγνωση, η οποία αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επίτευξη της αλλαγής. Η αναπτυσσόμενη επίγνωση βοηθά το άτομο να προχωρήσει μέσα από 5 στρώματα της λειτουργίας, τα οποία είναι τα κλισέ ή η απάτη όπου το άτομο παίζει παιχνίδια και υποδύεται ρόλους, το παίξιμο ρόλων ή η φοβία όπου το άτομο αρνείται και αποποιείται αυτό που είναι, το αδιέξοδο όπου το άτομο νιώθει ματαίωση και αναξιότητα, η ενδόρρηξη δηλαδή ακινητοποίηση και παθητικότητα και η έκρηξη που είναι η κατάλληλη στιγμή για θεραπευτική παρέμβαση καθώς το άτομο επιθυμεί να εκφραστεί και να αποφορτιστεί. Όταν το άτομο είναι υγιές, το όριο είναι ελαστικό και το άτομο συμμετέχει πλήρως στη διαδικασία αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον του. Μπορεί να αντιληφθεί ότι είναι ξεχωριστό άτομο και μπορεί να διακινδυνεύσει μια ένωση χωρίς να χάσει την επίγνωση των εσωτερικών και των εξωτερικών συνθηκών. Αντίθετα, οι μη υγιείς φοβούνται ότι θα χάσουν τον εαυτό τους μέσα από την επαφή. Η Gestalt ενσωματώνει και συνδυάζει διάφορες τεχνικές, λεκτικές και μη λεκτικές, όπως επίγνωση των αισθητηρίων, χρήση της ενέργειας, ασκήσεις αναπνοή, αξιοποίηση του σώματος και της διακύμανσης της φωνής, συναισθηματική έκφραση, όνειρα και φαντασιώσεις, ψυχόδραμα και δημιουργικότητα. Άλλες τεχνικές αποτελούν οι διαδραματίσεις που βασίζονται στην αρχή ότι η μάθηση απαιτεί δράση, όπως η διαδραμάτιση της προβολής, η τεχνική της πρόβας και η τεχνική της άδειας καρέκλας. Θα πρέπει, σε αυτό το σημείο, να γίνει κατανοητό ότι παρά τις τεχνικές που υπάρχουν, μεγαλύτερη σημασία στη θεραπεία Gestalt, έχει ο τρόπος και η ποιότητα της επαφής, δηλαδή το πώς, παρά οι τεχνικές καθαυτές. Το θεραπευτικό κλίμα έχει ιδιαίτερη σημασία στη Gestalt και η θεραπευτική συμμαχία βασίζεται στη γνήσια επαφή θεραπευτή και θεραπευόμενου μέσα από μια σχέση αποδοχής, αμοιβαιότητας και ουσιαστικής αλληλεπίδρασης.

Σε σύγκριση με άλλες προσεγγίσεις, η Gestalt δίνει περισσότερο έμφαση στη συναισθηματική παρά στη γνωστική διάσταση της προσωπικότητας. Ο Perls, σύμφωνα με την O’Leary έλεγε «Χάνε όλο και περισσότερο το ‘μυαλό’ σου και έλα πιο κοντά στις αισθήσεις σου». Όπως αναφέρει ο Bucay, είναι μια θεραπεία για να καταλάβει το άτομο τι του συμβαίνει την κάθε στιγμή και δίνει σημασία στην πράξη παρά στο σχεδιασμό, στο είναι παρά στο έχειν. Ένα από τα αρνητικά σχόλια που έχει δεχτεί η Gestalt είναι ότι κάνει το άτομο να λειτουργεί εγωιστικά ή ότι κρύβει τον κίνδυνο να ενθαρρύνει μια φιλοσοφία αδιαφορίας και ελαφρότητας στον πάσχοντα, έστω και προσωρινά με μια στάση του τύπου να ζήσει τη στιγμή. Η έννοια της αυτό-υποστήριξης έχει συζητηθεί ιδιαίτερα και έχει θεωρηθεί σε κάποιες περιπτώσεις ριψοκίνδυνη καθώς μπορεί να ταράξει τα νερά στις διαπροσωπικές σχέσεις και να έχει αρνητικές συνέπειες, όταν τα άτομα δεν θα μπορέσουν να διαχειριστούν τυχόν συγκρούσεις που μπορεί να προκύψουν από την αλλαγή και την επίγνωση του ατόμου που κάνει ψυχοθεραπεία, το οποίο έχει σταματήσει να λειτουργεί βάση των προσδοκιών των άλλων.

Η Gestalt είναι ένας τρόπος ζωής, είναι τόσο μια ψυχοθεραπευτική, όσο και φιλοσοφική προσέγγιση, που εστιάζει στη δυναμική και την τάση του ατόμου για επίγνωση και αυτοπραγμάτωση. Επίσης, όταν εστιάζει στη στιγμή, δεν αναφέρεται με αδιαφορία και ελαφρότητα, αλλά δέχεται και προϋποθέτει τόσο την εμπειρία όσο και τα σχέδια για τη ζωή. Πρόκειται για μια φυσική και καθολική προσέγγιση που απευθύνεται σε άτομα κάθε ηλικίας και κάθε επιπέδου με διαφορετικό πολιτιστικό υπόβαθρο σε μια ποικιλία καταστάσεων. Τέλος, θα μπορούσαμε να πούμε πως ολόκληρη η θεωρία της Gestalt εμφαίνεται μέσα από το εξής μήνυμα: “παραιτήσου από το κατάλοιπο της ταυτότητας που άλλοι σου όρισαν, πάρε τα ηνία και ζήσε στο παρόν έντονα, με αφοσίωση και αληθινά…”

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία

  • Βλαχούτσικου, Τ. (2001). Γκεστάλτ. Στο Π. Ασημάκης και συν., Σύγχρονες ψυχοθεραπείες: Από τη θεωρία στην εφαρμογή. Αθήνα: Ασημάκης.
  • Bucay, J. (2012). Από την άγνοια στη σοφία. Αθήνα: Opera.
  • Μαλικιώση-Λοΐζου, Μ. (1999). Συμβουλευτική Ψυχολογία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
  • McLeod, J. (2005). Εισαγωγή στη συμβουλευτική, Αθήνα: Μεταίχμιο
  • Nevis, E. (2007). Θεραπεία Gestalt: θεωρία και εφαρμογές. Αθήνα: Διόπτρα.
  • O’ Leary, E (1995). Η θεραπεία Gestalt. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
  • Perls, F. (1989). Η προσέγγιση Γκεστάλτ. Αθήνα: Γλάρος.
  • Τζίντζερ, Σ. (2009). Η θεωρία Γκεστάλτ. Συμβουλευτική, 16 (63), 3-11.
]]>

18 Ιούν 2014

Τριετές/Τετραετές Πρόγραμμα: Συστημικό Ψυχόδραμα

Το πρόγραμμα για το συστημικό ψυχόδραμα αποτελεί μια ολοκληρωμένη εκπαίδευση σε μια μορφή αυτοτελούς βιωματικής – αφηγηματικής ψυχοθεραπείας που συναρθρώνει κατάλληλα κύρια στοιχεία της Συστημικής Προσέγγισης με την Προσωποκεντρική, την Gestalt και το Κλασσικό Ψυχόδραμα. Εφαρμόζεται με διάφορες παραλλαγές στην θεραπεία όλου σχεδόν του φάσματος των ψυχικών διαταραχών, αλλά και σε ανθρώπους που επιδιώκουν αυτογνωσία και ενημερότητα στην ανθρώπινη επικοινωνία. Χρησιμοποιείται όχι μόνο στα πλαίσια θεραπευτικής ομάδας, αλλά και στην θεραπεία οικογένειας, ζεύγους, δικτύου και ατομικά.

Το πρόγραμμα εκπαίδευσης στο Συστημικό Ψυχόδραμα (που είναι κυρίως βιωματικό) ολοκληρώνεται σε τρία έτη (720 ώρες συνολικά) ή σε τέσσερα έτη (900 ώρες συνολικά). Τα πρώτα τρία έτη συμπεριλαμβάνουν 10 Σαββατοκύριακα των 16 ωρών ανά έτος, καθώς και μία δίωρη συνεδρία διδακτικής εμπειρίας ομαδικής ψυχοθεραπείας κάθε βδομάδα για 10 μήνες. Οι συνολικές ώρες συμπληρώνονται με παρακολούθηση θεραπειών και εποπτείας. Το τέταρτο έτος περιλαμβάνει 40 ώρες εκπαίδευσης και 140 ώρες πρακτικής εργασίας.

Στους αποφοίτους του τριετούς προγράμματος απονέμεται Δίπλωμα στη Συστημική Συμβουλευτική. Στους αποφοίτους του τετραετούς προγράμματος απονέμεται Δίπλωμα στη Συστημική Ψυχοθεραπεία. Επίσης, χορηγείται Βεβαίωση Παρακολούθησης με την ολοκλήρωση κάθε έτους φοίτησης.

Στους αποφοίτους του τριετούς προγράμματος, δίνεται η δυνατότητα εγγραφής στις Ελληνικές Εταιρίες Συστημικής Ψυχοθεραπείας και στην Ελληνική Εταιρεία Συμβουλευτικής. Στους αποφοίτους του τετραετούς προγράμματος δίνεται η δυνατότητα εγγραφής στην  E.F.T.A. καθώς και στην Εθνική Εταιρεία Ψυχοθεραπείας Ελλάδος.

Έναρξη μαθημάτων: Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

Προϋποθέσεις εγγραφής: Το Πρόγραμμα απευθύνεται σε ειδικούς ψυχικής υγείας, όπως Ψυχολόγους, Ψυχίατρους, Ειδικεύομενους Ψυχιάτρους, Κοινωνικούς Λειτουργούς, Νοσηλευτές με ειδική εκπαίδευση, Συμβούλους Ψυχικής Υγείας κ.τ.λ., καθώς και φοιτητές του κλάδου.

Κόστος συμμετοχής

Ιδιώτες: Τρία πρώτα έτη, Εκπαίδευση-1900 € το έτος, συν 10 € ανά δίωρη συνεδρία διδακτικής εμπειρίας ομαδικής ψυχοθεραπείας (συχνότητα κάθε βδομάδα για 10 μήνες – (μηνιαίο κόστος 40 ευρώ)). Τέταρτο έτος, 1000 €

Φοιτητές/Άνεργοι/Εφάπαξ πληρωμή: Τρία πρώτα έτη, Εκπαίδευση 1700 € το έτος, συν 10 € ανά δίωρη συνεδρία διδακτικής εμπειρίας ομαδικής ψυχοθεραπείας (συχνότητα κάθε βδομάδα για 10 μήνες – (μηνιαίο κόστος 40 ευρώ)). Τέταρτο έτος, 800 €.

Θεωρία

  1. Εισαγωγή στις αρχές του συστημικού σκέπτεσθαι, της προσωποκεντρικής προσέγγισης και της προσέγγισης Gestalt.
  2. Αναπτυξιακά στάδια ατόμου – οικογένειας και κύκλος ζωής.
  3. Πολιτισμικές διαφορές στην οικογενειακή οργάνωση – ποικιλία μοντέλων
  4. Μοντέλα αλλαγής και ψυχολογικές προσεγγίσεις.
  5. Σχολές οικογενειακής θεραπείας, προσωποκεντρικής, Gestalt (βίντεο, προσομοιώσεις)
  6. Εφαρμογές σε ποικιλία ψυχοπαθολογικών καταστάσεων
  7. Εφαρμογές σε ομάδες αυτογνωσίας
  8. Εφαρμογές στην έρευνα
  9. Βιβλιογραφία

Προσωπική θεραπευτική εμπειρία του εκπαιδευόμενου

  1. Γενεόγραμμα εκπαιδευόμενου
  2. Αυτοαναφορά σε βιωματικές ασκήσεις και ομάδες εποπτείας.
  3. Διδακτική ψυχοθεραπεία ομάδας (ένα έτος συστημική, ένα έτος προσωποκεντρική, ένα έτος Gestalt)

Κλινική εμπειρία

  1. Συμμετοχή ως μέλος ομάδων θεραπευτών (Β΄ έτος)
  2. Συμμετοχή ως συνθεραπευτής (Γ΄έτος)
  3. Εποπτεία (ομαδική και ατομική)

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτό το πρόγραμμα, διδακτέα ύλη και περιγραφή της συνθετικής προσέγγισης του Συστημικού Ψυχοδράματος πατήστε εδώ http://www.psychotherapia.gr/main/index.php?option=com_content&view=article&id=84&Itemid=47

]]>

03 Ιούν 2014

H Ψυχολογία των Ονείρων

Τα όνειρα μπορεί να είναι μυστηριώδης, αλλά η κατανόηση της σημασίας των ονείρων μας δεν είναι απλή υπόθεση. Το περιεχόμενο τους μπορεί να αλλάξει ξαφνικά, να διαθέτει παράξενα στοιχεία ή να μας φοβίζει με τρομακτικές εικόνες. Το γεγονός ότι τα όνειρα μπορούν να είναι τόσο πλούσια και συναρπαστικά είναι αυτό που κάνει πολλούς να πιστεύουν ότι υπάρχει κάποιο βαθύτερο νόημα σε αυτά.

Ο S. Freud στο βιβλίο του «Η Ερμηνεία των Ονείρων» προτείνει ότι το περιεχόμενο των ονείρων σχετίζεται με την εκπλήρωση επιθυμιών. Πίστευε ότι υπάρχουν κρυμμένες επιθυμίες και συμβολισμοί που πρέπει να αποκωδικοποιήσουμε προκειμένου να βρούμε την άδηλη ή μη εμφανή σημασία του ονείρου και όχι να δίνουμε βάρος σε αυτά ακριβώς που βλέπουμε, δηλαδή, το έκδηλο και εμφανές. Επιπλέον, ένας εσωτερικός μηχανισμός λογοκρισίας, το Υπερ-εγώ, μεταμφιέζει αυτές τις επιθυμίες ώστε να μην δούμε την πραγματική τους φύση, εξυπηρετώντας έτσι την ανάγκη μας για ικανοποίηση τους και εξυπηρετώντας ταυτόχρονα έναν ήρεμο ύπνο. Οι εφιάλτες, σύμφωνα με τον Freud, είναι μια αντίδραση του εγώ σε επιθυμίες που ήταν πολύ δυνατές ή όχι επαρκώς μεταμφιεσμένες. Περιέγραψε μάλιστα τέσσερις διαδικασίες μεταμφίεσης με τις οποίες μπορούμε να μεταφράσουμε το έκδηλο ή εμφανές στο άδηλο και πραγματικό νόημα:

  • Συμπύκνωση – ένα αντικείμενο στο όνειρο έχει πολλαπλές σημασίες και ερμηνείες
  • Μεταφορά-η διαδικασία όπου η συναισθηματική σημασία ενός αντικειμένου μεταφέρεται σε άλλο αντικείμενο ώστε να ξεγελαστεί το υπερ-εγώ και να μην γίνει λογοκρισία
  • Αντιπροσώπευση-η διαδικασία όπου μια σκέψη αντιπροσωπεύεται από μια εικόνα
  • Συμβολισμό-ένα σύμβολο αντιπροσωπεύει μια πράξη, πρόσωπο ή ιδέα

Όπως και ο S. Freud, έτσι και ο C. Jung μοιράζεται κάποια κοινά σημεία με τον Freud , αλλά πίστευε ότι τα όνειρα ήταν κάτι περισσότερο από μια έκφραση επιθυμιών που καταστέλλονται. Σύμφωνα με τον Jung, τα όνειρα δεν αντανακλούν μόνο το υποσυνείδητο αλλά και την πραγματική και συνειδητή ζωή κάθε ανθρώπου. Ο Jung έδινε την ίδια σημασία και στο έκδηλο μήνυμα του ονείρου. Ο Freud ζητούσε από τους ανθρώπους να δουν το κάθε ένα σύμβολο ξεχωριστά και να προσπαθήσουν να καταλάβουν τι ακριβώς λογοκρίθηκε με βάση αυτό το σύμβολο. Ο Jung ζητούσε από τους ανθρώπους να συσχετίσουν τις εικόνες ή τα σύμβολα που είδαν με την καθημερινή τους ζωή.

Από την άλλη, ο Calvin S. Hall προτείνει ότι τα όνειρα είναι μια νοητική διαδικασία, δηλαδή σκέψεις που κάνουμε κατά τη διάρκεια του ύπνου και οι εικόνες που βλέπουμε είναι οπτικοί συμβολισμοί των προσωπικών μας ιδεών. Ο τρόπος ερμηνείας, σύμφωνα με τον Hall, είναι να μεταφράσουμε τις εικόνες στις αρχικές σκέψεις που τις δημιούργησαν παίρνοντας πληροφορίες από άλλα όνειρα και σκέψεις του συγκεκριμένου ατόμου. Πρόκειται για μια υποκειμενική εικόνα που έχουμε για τη ζωή μας και χρειάζεται να ανακαλύψουμε τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα και όχι πως είναι πραγματικά η ζωή εκείνου που βλέπει και περιγράφει το όνειρο.

Αρκετοί ακόμη έχουν δώσει διάφορες θεωρίες για την ερμηνεία των ονείρων, μεταξύ των οποίων ο F.Perls που πιστεύει ότι τα όνειρα είναι προβολές πτυχών του εαυτούς μας, που έχουμε αγνοήσει, απορρίψει ή καταπιέσει, και κάθε πρόσωπο, ακόμα και πράγμα στο όνειρο αντιπροσωπεύει μια διαφορετική πλευρά του εαυτού μας, αλλά και ο Hartmann E. που θεωρεί ότι τα όνειρα λειτουργούν σαν ψυχοθεραπεία αφού δημιουργούμε συνδέσεις σκέψεων σε ένα ασφαλές μέρος, κάτι που δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε στην πραγματική μας ζωή. Θεωρεί ότι τα όνειρα είναι η οπτικοποίηση των συναισθημάτων μας.

Το μυστήριο που αφορά την ύπαρξη και τη θεματολογία των ονείρων ακόμα συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο έρευνας, ωστόσο δεν μπορούμε να μην παραδεχτούμε ότι οι ψυχαναλυτικές θεωρίες έχουν βοηθήσει αρκετά στην κατανόηση τους. Είναι σημαντικό να φέρουμε στη συνείδηση τις ασυνείδητες σκέψεις που κρύβονται πίσω από το όνειρο, καθώς μέσα από την προσπάθεια αποκωδικοποίησης τους μπορούμε να αντιμετωπίσουμε φόβους, να επιλύσουμε προβλήματα, να αναπτύξουμε τον εαυτό μας και να κατανοήσουμε καλύτερα τα συναισθήματα μας. Δύο τεχνικές που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να θυμόμαστε τα όνειρα μας είναι είτε να τα καταγράφουμε σε ένα ημερολόγιο που θα κρατάμε, είτε να προσπαθήσουμε να συγκεντρωνόμαστε πριν κοιμηθούμε στο γεγονός ότι θα δούμε κάποιο όνειρο και θέλουμε να το θυμόμαστε.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία

  • Freud, S. “H Τεχνική της Ερμηνείας των Ονείρων”, Δαμιανός Ν.
  • Freud, S. (1900). The Interpretation of Dreams.
  • Hall, C. S. (1953). A cognitive theory of dreams. The Journal of General Psychology, 49, 273-282.
  • Jung, Carl (1966). «The Practical Use of Dream-analysis.” The Practice of Psychotherapy: Essays on the Psychology of Transference.
  • Κιτσινέλης, Σ. (2009). «Η Επιστήμη των ονείρων, Θεωρίες και ερμηνείες μιας παράλληλης πραγματικότητας»
]]>

18 Δεκ 2013

Τι είναι η Γνωσιακή-Συμπεριφοριστική Ψυχοθεραπεία

Είναι γεγονός ότι χρήση του όρου ψυχοθεραπεία είναι ευρεία στις μέρες μας. Είναι επίσης γεγονός ότι το νόημα που αποδίδεται στον όρο σε αρκετές των περιπτώσεων είναι λανθασμένο ή ελλιπές. Με άλλα λόγια για κάποιους μπορεί η ψυχοθεραπεία να είναι ένα “μαγικό ταξίδι”, ‘η συζήτηση με έναν άνθρωπο που ξέρει’, η “αλλαγή μιας δυσάρεστης κατάστασης”. Ωστόσο, η ορθή χρήση του όρου θέλει την ψυχοθεραπεία να αποτελεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα παρέμβασης το οποίο προυποθέτει την ύπαρξη διαπροσωπικής σχέσης μεταξύ δύο ατόμων, για ορισμένο χρονικό διάστημα. Προυποθέτει επίσης ότι σε αυτή τη σχέση το άτομο που καλείται θεραπευτής θα πρέπει να διαθέτει ειδική εκπαίδευση και εμπειρία πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις.

Το άτομο που καλείται θεραπευόμενος θα πρέπει να έχει αποτανθεί στο θεραπευτή εξαιτίας προσωπικών δυσκολιών, η άρση των οποίων θα αποτελέσει και το στόχο της θεραπείας. Το είδος της παρέμβασης και οι τεχνικές που θα επιλεγούν από τον θεραπευτή θα πρέπει να βασίζονται σε μια συγκεκριμένη ερμηνεία τόσο ως προς το πρόβλημα του θεραπευόμενου όσο και ως προς τον τρόπο που μπορεί να επιλυθεί. Κάθε ψυχοθεραπευτική κατεύθυνση (Ψυχοδυναμική, Πελατοκεντρική, Γνωσιακή-Συμπεριφοριστική, Συστημική) αποτελεί διαφορετική οντότητα, διότι ερμηνεύει με διαφορετικό τρόπο τις αιτίες των δυσκολιών του θεραπευόμενου, τους παράγοντες που τις συντηρούν και φυσικά τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να επιλυθούν.

Η Γνωσιακή – Συμπεριφοριστική Ψυχοθεραπεία δίνει έμφαση στις νοητικές λειτουργίες. Οι ερμηνείες που δίνουμαι σε μια κατάσταση, οι προσδοκίες που έχουμε από αυτήν, οι αποδόσεις ως προς τις αιτίες που ευθύνονται για αυτήν, οι πεποιθήσεις και οι μνήμες μας, επηρεάζουν τόσο τα συναισθήματά μας όσο και τη συμπεριφορά μας. Η θεμελιώδης αρχή της ΓΣΘ μας παραπέμπει στη ρήση του Επίκτητου «Ταράσσει τους ανθρώπους ου τα πράγματα, αλλά το πέρα των πραγμάτων δόγματα». Με άλλα λόγια αυτό που μας λέει ο Επίκτητος και η ΓΣΘ είναι ότι αυτό που καθορίζει την αντίδρασή μας απέναντι στις καταστάσεις δεν είναι είναι οι καταστάσεις αυτές κάθε αυτές αλλα ο τρόπος που τις ερμηνεύουμε.

Ας πάρουμε για παράδειγμα την περίπτωση δύο ατόμων που την περιόδο οικονομικής κρίσης χάνουν τη δουλειά τους. Ο πρώτος σκέφτεται ότι φταίει ό ίδιος, ότι πλέον δεν έχει τίποτα να περιμένει εφόσον η κατάσταση είναι δύσκολη και ότι ο ίδιος δεν μπορεί να κάνει τίποτα για αυτό. Αυτό έχει ως συνέπεια να αισθάνεται λύπη και απαισιοδοξία και να παραιτείται της προσπάθειας για αναζήτηση εγασίας. Ο δεύτερος σκέφτεται ότι πιθανότατα η απόλυσή του να οφείλεται στις περικοπές της εταιρίας και όχι στον ίδιο, ότι η κατάσταση είναι δύσκολη αλλά ότι παρόλα αυτά αναγνωρίζει ότι είναι ικανός και θεωρεί ότι αν προσπαθήσει έχει πιθανότητες να τα καταφέρει. Διατηρεί συγκρατημένα την αισιοδοξία του, γεγονός που τον κινητοποιεί προς αναζήτηση εργασίας. Η οικονομική κρίση και απόλυση αποτελούν πραγματικότητα και για τους δύο. Ο τρόπος όμως που την ερμηνεύουν είναι διαφορετικός και αυτό με τη σειρά του οδηγεί σε διαφορετική αντιμετώπιση της κατάστασης. Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν το δεύτερο άτομο θα βρει δουλειά και πότε, ξέρουμε όμως ότι με το να μην παραιτείται αυξάνει τις πιθανότητες.

Η αναγνώριση της επιρροής των νοητικών διαδικασιών στις συναισθηματικές και συμπεριφοριστικές αντιδράσεις, διαμόρφωσε τον βασικό πυρήνα της ΓΣΘ σύμφωνα με τον οποίο: Οι νοητικές λειτουργίες (οι σκέψεις) επηρεάζουν τη συμπεριφορά. Οι νοητικές λειτουργίες μπορούν να μεταβληθούν και να ελεγχθούν. Οι αλλάγες στη συμπεριφορά μπορύν να προκύψουν μετά από αλλαγές στις νοητικές λειτουργίες. Πως όμως μπορεί να γνωρίζει κανείς πότε οι νοητικές λειτουργίες χρειάζονται αλλαγή; Σύμφωνα με τον Beck τον ιδρυτή της ΓΣΘ, ο άνθρωπος στην καθημερινότητα του λειτουργεί ως πρακτικός επιστήμονας. Όταν δηλαδή έρχεται αντιμέτωπος με οποιαδήποτε κατάσταση, παρατηρεί, διατυπώνει υποθέσεις, ελέγχει την εγκυρότητα τους και συνάγει συμπεράσματα τα οποία λειτουργούν ως οδηγός συμπεριφοράς σε μελλοντικές καταστάσεις. Ακόμη και αν κάνει λάθη στην εκτίμηση μιας κατάστασης ή στις δυνατότητές του, είναι σε θέσει να επανεκτιμήσει την κατάσταση και να την προσεγγίσει με τρόπο μεθοδικό, επινοώντας εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης. Ο άνθρωπος επί της ουσίας κάνει χρήση πειραματικών μεθόδων χωρίς να το αντιλαμβάνεται. Όταν επομένως οι υποθέσεις είναι εσφαλμένες (δυσλειτουργική νοητική επεξεργασία), τότε αδυνατεί να επιλύσει επιτυχώς τα προβλήματά του και συνεπώς αδυνατεί να προσαρμοστεί. Επομένως ο λειτουργικός τρόπος σκέψης δεν συνεπάγεται τη θετική σκέψη (‘όλα θα πάνε καλά, τα πράγματα είναι μια χαρά) αλλά τη ρεαλιστική. Η τελευταία αναζητά τη αντικειμενική εκτίμηση μιας κατάστασης καθώς επίσης τους πιθανούς τρόπους διαχείρισής της.

Η νοητική επεξεργασία του ατόμου αφορά σε σκέψεις γύρω από τον εαυτό, τους άλλους/περιβάλλον και το μέλλον και είναι πλέον αποδεδειγμένο ότι συγκεκριμένα πρότυπα σκέψης συνδέονται με συγκεκριμένα προβλήματα ψυχικής υγείας. Για παράδειγμα τα άτομα με αγχώδες υπόβαθρο τείνουν να θεωρούν ότι το μέλλον είναι απρόβλεπτο, ότι το περιβάλλον δεν υπόκειται στον έλεγχό τους, και τον εαυτό τους ανεπαρκή ως προς τη διαχείριση και αντιμετώπιση διαφόρων καταστάσεων. Αντίστοιχα τα άτομα με κατάθλιψη τείνουν να θεωρούν τον εαυτό τους ανάξιο, το μέλλον δυσοίωνο και τους άλλους σκληρούς. Επομένως στα πλαίσια της ΓΣΘ ο στόχος είναι να εντοπιστεί ο μη λειτουργικός τρόπος σκέψης του θεραπευόμενου και να τροποποιηθεί.

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της θεραπείας είναι ότι εστιάζει στο παρόν και ότι εφαρμόζεται σε πλαίσιο συνεργατικού εμπειρισμού. Αυτό σημαίνει ότι ο θεραπευτής δεν θεραπεύει το θεραπευόμενο, αλλά ότι συνεργάζεται μαζί του στην αντιμετώπιση των προβλημάτων του. Αυτό που ζητείται από το θεραπευόμενο είναι η ενεργητική συμμετοχή του στη θεραπεία κάτι το οποίο επιτυγχάνεται και με την ανάθεση εργασίας για το σπίτι. Η γνώση που αποκτάται εντός θεραπείας μεταφέρεται και γενικεύεται στην καθημερινότητα.

Η θεραπεία είναι επίσης δομημένη με σαφείς στόχους. Αφού θεραπευτής και θεραπευόμενος προσδιορίσουν από κοινού τις δυσκολίες και ορίσουν τους στόχους, διαμορφώνεται το θεραπευτικό πλάνο και δομούνται οι συνεδρίες ανάλογα. Για τη ΓΣΘ η έμφαση δίνεται στο να καταστεί ο θεραπευόμενος ικανός να διαχειρίζεται μόνος του τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ή θα αντιμετωπίσει στο μέλλον. Στόχος είναι να γίνει ο θεραπευόμενος θεραπευτής του εαυτού του, και για αυτό το λόγο δίνεται και ιδιαίτερη έμφαση στην πρόληψη υποτροπής.

Η διάρκεια της ΓΣΘ είναι βραχεία και κυμαίνεται μεταξύ των 15-25 συνεδριών για συγκεκριμένους ψυχοθεραπευτικούς στόχους ή κλινικές καταστάσεις όπως η διαταραχή πανικού. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο πραγματοποιείται η εφαρμογή του μοντέλου στην πιο εκτεταμένη χρονικά μορφή του η οποία μπορεί να φτάνει τα δύο έως τρία χρόνια όπως στην περίπτωση διαταραχών προσωπικότητας. Σε κάθε περίπτωση το χρονοδιάγραμμα της θεραπείας καθορίζεται από τις ανάγκες του θεραπευόμενου και κατόπιν ενημέρωσης και της σύμφωνης γνώμης του.

Η ΓΣΘ είναι αποτελεσματκό είδος ψυχοθεραπείας σε ευρεία γκάμα ψυχικών διαταραχών όπως είναι η διαταραχή πανικού, η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή, η υποχονδρίαση, η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, η κοινωνική φοβία, η αγοραφοβία, οι διαταραχές πρόσληψης τροφής και η κατάθλιψη. Η χρήση της έχει πλέον αποτελεσματική εφαρμογή πέρα από την αντιμετώπιση ψυχικών διαταραχών, σε περιπτώσεις όπως είναι οι συζυγικές δυσκολίες, ο χρόνιος πόνος, η χαμηλή αυτοεκτίμηση και οι δυσκολίες με την διεκδικητικότητα. Τέλος αξίζει να επισημανθεί πως η ΓΣΘ εφαρμόζεται σε παιδιά και εφήβους προσαρμοσμένη πάντα στην αναπτυξιακή φάση και στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με μεταπτυχιακές σπουδές στη Γνωσιακή-Συμπεριφοριστική Ψυχοθεραπεία κάντε κλικ εδώ

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

25 Νοέ 2013

Κατάθλιψη και ψυχοθεραπεία

Η «κατάθλιψη», όπως χρησιμοποιούμε τον όρο στην καθομιλουμένη, περιγράφει μια εικόνα του πώς νιώθουμε τον εαυτό μας και τα πράγματα στη δεδομένη φάση της ζωής μας.

Συχνά λέμε: «έχω πάθει κατάθλιψη», για να εκφράσουμε μια «βαριά» διάθεση που χαρακτηριστικά της είναι το αίσθημα ακινησίας, η στεναχώρια, η απελπισία, η μοναξιά, που ταυτόχρονα υπάρχουν με αίσθημα αδυναμίας, ψυχικής & σωματικής κούρασης, ματαιότητας και μιας έλλειψης κινήτρου για ζωή. Είναι μια κατάσταση όπου έχουμε χάσει το κουράγιο μας και ίσως τείνουμε σε στάσεις όπως «δεν θέλω κανέναν και τίποτα, δεν αντέχω ούτε τον ίδιο μου τον εαυτό !»

Είναι όμως γεγονός, ότι ο πόνος και η δυσκολία είναι μέρος της ζωής, όσο η χαρά και η δημιουργικότητα και όλοι έχουμε το μερίδιό μας σε αυτά. Επομένως είναι αναμενόμενο ότι κάποια στιγμή θα βρεθούμε ή θα περάσουμε από μια τέτοια κατάσταση «κατάθλιψης», που μπορούμε να τη δούμε ως το μήνυμα του σώματος και της ψυχής μας, για αλλαγή των καταστάσεων που προκαλούν τη δυσφορία. Σε κάποιες περιπτώσεις δε, όπως απώλεια αγαπημένου ανθρώπου, ασθένεια, διαζύγιο κλπ , η «κατάθλιψη» θεωρείται φυσικό στάδιο, από το οποίο θα πρέπει να περάσουμε.

Ας σημειωθεί εδώ, ότι το σύνδρομο της καταθλιπτικής διαταραχής όπως διαγιγνώσκεται και περιγράφεται από τη σύγχρονη κλινική ψυχολογία και ψυχιατρική διαφέρει από την έννοια της κατάθλιψης όπως τη χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητα. Οι διαφορές κυρίως αναφέρονται ως προς την ένταση και τη διάρκεια των συμπτωμάτων της καταθλιπτικής διάθεσης και των αιτιών που την προκαλούν. Η καταθλιπτική διαταραχή μπορεί επίσης να συνυπάρχει σε ένα μεγάλο εύρος κλινικών συνδρόμων της ψυχοπαθολογίας.

Επομένως, όταν κάποιος απευθύνεται σε ψυχολόγο με την αγωνία «πείτε μου, έχω κατάθλιψη;» μάλλον περισσότερο χρησιμοποιεί τη λέξη με την έννοια της καθομιλουμένης και μέσω αυτής εκφράζει συναισθήματα και μια κατάσταση ύπαρξης όπως περιγράφηκε παραπάνω, παρά με την κλινική της έννοια. Η δε βεβιασμένη απόδοση μιας διάγνωσης μπορεί να επιφέρει ένα πρόσθετο άγχος, φόβο ή και πανικό στο άτομο, με αποτέλεσμα να μπλοκάρει περισσότερο, να ακινητοποιηθεί, να βιώσει ακόμα περισσότερο αδύναμος και απελπισμένος, να θεωρήσει τον εαυτό του «άρρωστο» που χρίζει του σωστού χαπιού.

Με άλλα λόγια η ταμπέλα «είμαι καταθλιπτικός» μπορεί να εγκλωβίσει το άτομο στο φόβο και την αδυναμία τελικά προκαλώντας του χειρότερο κακό, ενώ ταυτόχρονα είναι ένας τρόπος να μεταφέρει την ευθύνη για τη θεραπεία έξω από αυτόν, σε κάποιο γιατρό, χάπι, συνταγή που θα τον «κάνει καλά». Να υιοθετήσει δηλαδή μια στάση «εφ΄όσον είμαι άρρωστος, κάντε με καλά». Η συνακόλουθη χρήση κάποιας φαρμακευτικής αγωγής, ενδεχομένως να προκαλέσει κάποιες παρενέργειες βλαβερές για την υγεία και την ευεξία του ατόμου, που να συμβάλλει με τέτοιο τρόπο ώστε η αρχική εντύπωση ότι «πάσχω» να γίνει τελικά απτή πραγματικότητα. Κυρίως όμως μπορεί να προκαλέσει τον εθισμό ή τη συνήθεια στο ότι «πάσχω» και σε μια παθητική στάση αντιμετώπισης της κατάστασης, ή σε μια παραίτηση από αυτή.

Αν λοιπόν η «κατάθλιψη» που νιώθεις τείνει στο να είναι περισσότερο «φυσιολογική», το σίγουρο είναι ότι μια συνταγή δεν θα σε βοηθήσει να λύσεις τους κόμπους που στη δημιούργησαν και κανείς γιατρός ή «ειδικός» δεν μπορεί να σου λύσει ως δια μαγείας όλα τα προβλήματα που σε έφεραν εκεί μέσα σε μία μόνο επίσκεψη μαζί του.

Στην πραγματικότητα, κανείς δεν θα μπορεί να σε βοηθήσει ποτέ, αν δεν μπεις ο ίδιος στη δράση ή αλλιώς αν δεν αναλάβεις εσύ την ευθύνη της θεραπείας σου. Δηλαδή, αν πιστεύεις ότι πάσχεις, θα είναι πολύ δύσκολο να σου αλλάξει κάποιος τη γνώμη ότι πάσχεις. Αντίθετα, αν πιστέψεις ότι μπορείς να το ξεπεράσεις, θα μπορέσεις να αξιοποιήσεις αποτελεσματικά τόσο τη φαρμακευτική όσο και την ψυχοθεραπευτική υποστήριξη που πιθανά θα αναζητήσεις.

Και έρχεται τώρα το ερώτημα, πώς θα κινητοποιηθώ να ξεκινήσω ψυχοθεραπεία, αφού αισθάνομαι τόσο πόνο, τόση κούραση, τόση ματαιότητα, τόση αδυναμία;  Είναι ένα καίριο ερώτημα, που όταν με ειλικρίνεια κάνεις στον εαυτό σου, μπορεί να σε θυμώσει, να θυμώσεις με τον εαυτό σου, να τον βάλεις κάτω και να τον χτυπάς λέγοντας «δεν θα έπρεπε κανονικά να είσαι έτσι, θα τα καταφέρεις, θα είσαι καλά, δεν μπορείς να είσαι έτσι». Και πράγματι, πολλές φορές ο αγώνας που θα κάνεις μόνος σου να ξεπεράσεις τα δυσάρεστα συναισθήματα ή τις καταστάσεις που στα προκάλεσαν, μπορεί να είναι επιτυχημένος. Άλλωστε «ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός».

Υπάρχει όμως και μια άλλη επιλογή που μπορείς να κάνεις, η προοπτική να δεις και να δουλέψεις με την κατάθλιψη σφαιρικά μέσω της ψυχοθεραπείας, όχι κακιώνοντας με τον εαυτό σου, αλλά μαθαίνοντας να τον ακούς, να τον φροντίζεις και να τον αγαπάς περισσότερο. Κάπου, ίσως, υπάρχει ένας λιγότερο επίπονος τρόπος να ξεπεράσεις την κατάθλιψη. Όπως λέει και το ρητό «ο πόνος είναι δεδομένος, το πόσο θα υποφέρουμε είναι θέμα επιλογής».

Η αρχή μπορεί να γίνει με την αποδοχή του ότι βρίσκεσαι σε μια δυσάρεστη κατάσταση και εν συνεχεία με τη θέληση να βγεις από αυτήν την κατάσταση, που με τη σειρά της υπονοεί την πίστη ότι μπορείς να τα καταφέρεις, ότι μπορείς και σου αξίζει να δημιουργήσεις μια νέα προοπτική για τη ζωή σου, έναν νέο τρόπο του «να είσαι», με τον εαυτό σου, με τους άλλους, με τις καταστάσεις, όσο δύσκολο και ακατόρθωτο αν φαντάζει στο παρόν. Άρα λοιπόν, αφού «επιτρέψεις» στον εαυτό σου αυτό που σου συμβαίνει, εν συνεχεία μπορείς να τον ρωτήσεις, αν θες πραγματικά να τον βοηθήσεις ή αν μπορείς να τον οραματιστείς κάποτε να υπάρχει με έναν άλλο τρόπο, με περισσότερη ελαφρότητα και χαρά.

Στην περίπτωση της «κατάθλιψης», η ίδια η διαδικασία του να βρούμε & να συνδεθούμε με την πηγή φωτός και δημιουργικότητας μέσα μας, μπορεί να αποτελεί βασικό στόχο της ψυχοθεραπείας. Αυτό που χρειάζεται εξ αρχής είναι η πίστη ότι μπορείς να τα βρεις ή μάλλον να τα ξανα-ανακαλύψεις. Σε σένα, στους άλλους, στον κόσμο, στη ζωή.

Έτσι η «κατάθλιψη» μπορεί να ειδωθεί, όχι ως μια ασθένεια, αλλά ως το σύμπτωμα μιας σειράς επιλογών που έχεις κάνει στη ζωή σου (επιλογές σε ανθρώπους, καταστάσεις, συμπεριφορές, στάσεις) που δεν ήταν λειτουργικές, ως μια ευκαιρία να ξεμπλέξεις τους κόμπους, ως ένα μήνυμα για αλλαγή και εξέλιξη.

Εισαγωγική Εικόνα

Βιβλιογραφία / Περισσότερες πληροφορίες

  • Shadock J.S., Sadock V.A. (2001). Kaplan ‘s & Shadock ’s Εγχειρίδιο Κλινικής Ψυχιατρικής. Επιστημονικές εκδόσεις ΠΑΡΙΣΙΑΝΟΥ Α.Ε., Αθήνα.
  • Harding , M.E. (1970). The value and meaning of depression. New York, NY: The Analytic Psychology Club of New York, Inc.
  • Thompson, T. (1996). The beast: a journey through depression. New York, NY: Plume.
]]>

08 Οκτ 2013

Τι είναι η τηλεφωνική και η διαδικτυακή συμβουλευτική;

Η τηλεφωνική και η διαδικτυακή συμβουλευτική είναι δύο εναλλακτικοί τρόποι συμβουλευτικής.

Ενδείκνυται για άτομα που αδυνατούν να επισκεφτούν από κοντά ένα σύμβουλο- ψυχολόγο, λόγω τοποθεσίας (επαρχία, εξωτερικό όπου η αναζήτηση του κατάλληλου συμβούλου είναι δύσκολη),φόρτου εργασίας (ωράριο εργασίας που δεν ευνοεί την διεξαγωγή συνεδριών σε προκαθορισμένες ώρες γραφείου), ρυθμού ζωής (για παράδειγμα, μητέρα με μικρά παιδιά) και άλλων δυσκολιών στη μετακίνηση ( για παράδειγμα, άτομα με κινητικά προβλήματα, αγοραφοβία ή φόβο στιγματισμού)

Παράλληλα, η τηλεφωνική και η διαδικτυακή συμβουλευτική προσφέρονται σαν μια επιλογή προς όλους που προτιμούν την ασφάλεια και την άνεση του προσωπικού τους χώρου.

Τα οφέλη: Η τηλεφωνική και η διαδικτυακή συμβουλευτική έχουν φανεί το ίδιο αποτελεσματικές με την «παραδοσιακή» συμβουλευτική.

Ένα πρώτο θετικό στοιχείο που επιτυγχάνεται είναι η ενημέρωση σε θέματα ψυχικής υγείας, όπως και η βοήθεια στην αντιμετώπιση καθημερινών- μη κλινικών- προβλημάτων ατόμων, τα οποία υπό άλλες συνθήκες δεν θα αναζητούσαν επαγγελματική βοήθεια. Ακόμη, μέσα από τη τηλεφωνική ή τη διαδικτυακή συμβουλευτική, δίνεται η δυνατότητα για περισσότερη περίσκεψη, αφού δεν υπάρχει η επικοινωνία πρόσωπο με πρόσωπο, η οποία μπορεί να προκαλέσει αμηχανία.

Τέλος, σε σχέση με τη διαδικτυακή συμβουλευτική, η τήρηση αρχείου με τα γραπτά μηνύματα ή τη συνομιλία δίνει την ευκαιρία στον πελάτη να επεξεργαστεί εκ νέου τις «ολοκληρωμένες» συνεδρίες, αξιολογώντας βιωματικά την πορεία της συμβουλευτικής και την ατομική του πρόοδο.

Οι κίνδυνοι: Πέρα από τα οφέλη, η τηλεφωνική και η διαδικτυακή συμβουλευτική έχουν και κάποιους κινδύνους. Πιο συγκεκριμένα, η έλλειψη της φυσικής επαφής και της συνάντησης πρόσωπο με πρόσωπο, χωρίς την παρεμβολή της οθόνης μπορεί να οδηγήσει σε παρερμηνεία.

Παράλληλα, εγκυμονεί ο κίνδυνος παραβίασης του απορρήτου με υπαιτιότητα τρίτου (για παράδειγμα, μετά από επίθεση χάκερ) ή από απλό λάθος (για παράδειγμα, μπλοκάρισμα της τηλεφωνικής γραμμής).

Η διαδικασία: Ο σύμβουλος πρέπει να αξιολογήσει επαρκώς τον πελάτη πριν παρέχει τις τηλεφωνικές ή τις διαδικτυακές υπηρεσίες συμβουλευτικής, καθώς η τηλεφωνική και η διαδικτυακή συμβουλευτική δεν ενδείκνυνται για άτομα σε κρίση (αυτοκτονικές τάσεις ή βαριά ψυχοπαθολογία).

Στη συνέχεια, ο σύμβουλος ενημερώνει τον πελάτη για τον τρόπο της συμβουλευτικής διαδικασίας (αν θα είναι μέσω e- mail ή συνομιλία μέσω skype), τον χρόνο απάντησης (στα e- mail) και μεσολάβησης των συνεδριών, καθώς και το κόστος αυτών.

Κώδικας δεοντολογίας: Όπως και κάθε άλλη μορφή συμβουλευτικής ή θεραπευτικής παρέμβασης, έτσι και η τηλεφωνική και η διαδικτυακή συμβουλευτική διέπονται από τον κώδικα δεοντολογίας του επαγγέλματος του ψυχολόγου και της τήρησης του απορρήτου.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

25 Σεπ 2013

Το κόστος της ψυχοθεραπείας-συμβουλευτικής

Πολλοί άνθρωποι ενώ αισθάνονται την ανάγκη να επισκεφτούν κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας, διστάζουν καθώς πιστεύουν πως δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στο κόστος της θεραπευτικής διαδικασίας (ψυχοθεραπεία, συμβουλευτική). Ειδικά σήμερα, όλο και περισσότερο ακούμε: «Εγώ δεν έχω λεφτά για τέτοια», «Οι ψυχολόγοι είναι για τους πλούσιους», «Η ψυχοθεραπεία είναι πολυτέλεια». Τέτοιες φράσεις αντιπροσωπεύουν μια άγνοια ή μια λανθασμένη εντύπωση ότι «η δουλειά του ψυχολόγου- ψυχοθεραπευτή είναι χρονοβόρα και συχνή στη διάρκεια μιας εβδομάδας»-εντύπωση που έχει διαμορφωθεί από τη λανθασμένη ταύτιση κάθε μορφής ψυχολογικής παρέμβασης με την ψυχανάλυση, η οποία όντως είναι χρονοβόρα.

Από την άλλη, ορισμένες φορές, τέτοιες φράσεις είναι το αποτέλεσμα των ασυνείδητων μηχανισμών άμυνας που έχουμε όλοι, ώστε να προστατευθούμε από το «άγνωστο». Δηλαδή, τα χρήματα εξυπηρετούν μια εύλογη για μας εξήγηση- δικαιολογία για το γεγονός ότι ενώ μπορούμε ή επιθυμούμε να κάνουμε ένα βήμα μπροστά, ταυτόχρονα επιθυμούμε και την αναβολή του ρίσκου- τη διατήρηση μιας γνώριμης κατάστασης, ακόμη κι όταν αυτή είναι δυσάρεστη. Επομένως, πολλές φορές συναντάμε ένα άτομο να διαμαρτύρεται για το κόστος των συνεδριών και να μην ξεκινάει ψυχοθεραπεία, παρόλο που μπορεί να διαθέσει το ίδιο ποσό χρημάτων για ρούχα ή ταξίδια. Και βέβαια, ο καθένας έχει το δικαίωμα να επιλέξει το που θα διαθέσει τα χρήματα του- ωστόσο σε μια τέτοια περίπτωση η έλλειψη χρημάτων δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματικό εμπόδιο για τη θεραπευτική διαδικασία.

Τώρα, όντως υπάρχει η περίπτωση να είναι κανείς ευαισθητοποιημένος και βέβαιος για τη χρησιμότητα της ψυχοθεραπείας- συμβουλευτικής, αλλά να μην μπορεί να βρει ένα τρόπο να αντεπεξέλθει οικονομικά σε αυτήν. Αυτό συμβαίνει, γιατί μέσα από τη διερεύνηση που έκανε, συνάντησε μόνο ψυχολόγους και συμβούλους που χρεώνουν ακριβά (80-120 ευρώ ανά συνεδρία). Η πραγματικότητα είναι ότι υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις στη χρέωση των ψυχολογικών υπηρεσιών από ιδιώτες ειδικούς ψυχικής υγείας, καθώς δεν υπάρχει μια πάγια χρέωση ανάμεσα τους (αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα) και έτσι, εναπόκειται στην κρίση του καθενός το πόσο θα κοστολογήσει τις υπηρεσίες που προσφέρει. Ωστόσο, τα κριτήρια συνήθως των περισσότερων ειδικών είναι η οικονομική δυνατότητα του πελάτη- θεραπευόμενου, η συχνότητα της θεραπείας, η δική τους προσωπική δουλειά, εμπειρία και εκπαίδευση.

Κατά την γνώμη μου, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε πως η ψυχοθεραπεία ή συμβουλευτική αποτελεί μία ακόμη δουλειά, για να εξασφαλίσει κανείς τα προς το ζην, χωρίς αυτό να αναιρεί την αγάπη που ένας «ειδικός ψυχικής υγείας» χρειάζεται να έχει για την δουλειά του και γενικά τον άνθρωπο. Ακόμη, το επάγγελμα του «ειδικού ψυχικής υγείας» απαιτεί από όποιον το επιλέγει πρώτα την δική του επένδυση σε χρόνο και χρήμα για την δια βίου μόρφωση του και για τη σωστή άσκηση του επαγγέλματος του (εκπαίδευση, εποπτεία, προσωπική θεραπεία). Άρα, είναι σημαντικό πριν κρίνουμε για το ποσό που χρεώνει κανείς, να αναρωτηθούμε για την επένδυση που εκείνος πρώτα έχει κάνει, όσον αφορά την δουλειά του.Υπό αυτήν την έννοια, είναι λογικό να υπάρχουν αποκλίσεις ανάμεσα στους ιδιώτες ψυχολόγους ή ειδικούς ψυχικής υγείας.

Από την άλλη, οι αποκλίσεις αυτές δεν αποκλείουν την εύρεση μιας προσέγγισης, η οποία να είναι ανάλογη των οικονομικών δυνατοτήτων του ενδιαφερομένου. Για παράδειγμα, υπάρχουν κάποιες δημόσιες υπηρεσίες (αν και στη χώρα μας, είναι αρκετά περιορισμένες) που παρέχουν δωρεάν ψυχολογική υποστήριξη. Υπάρχουν, ακόμη, επαγγελματίες που διατίθενται να χαμηλώσουν το κόστος των υπηρεσιών τους (30-60 ευρώ), χωρίς παράλληλα να χαμηλώσουν την ποιότητα αυτών. Απλά, είναι επαγγελματίες πιο ευαισθητοποιημένοι στις οικονομικές δυσκολίες που ο σημερινός άνθρωπος πλέον αντιμετωπίζει.

Μια άλλη παράμετρος που διαφοροποιεί το κόστος της επαγγελματικής βοήθειας είναι το αίτημα που έχει ο ενδιαφερόμενος. Αν λοιπόν, το αίτημα του ενδιαφερόμενου αναφέρεται σε συγκεκριμένες δυσκολίες, συχνά ακολουθείται ένας κύκλος συμβουλευτικής λίγων συνεδριών και έτσι, το κόστος περιορίζεται αρκετά. Αντίθετα, αν το αίτημα του ενδιαφερομένου αναφέρεται σε χρόνιες «χαρακτηρολογικές» δυσκολίες, συχνά ακολουθείται ψυχοθεραπευτική παρέμβαση μηνών ή χρόνων (ανάλογα) και έτσι, το κόστος δεν μπορεί εύκολα να περιοριστεί.

Όμως, ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση, η ερώτηση είναι «Αξίζει τον κόπο;» Αν ήταν να διαθέσετε το ίδιο ποσό χρημάτων για την εκπαίδευση σας ή τη σωματική σας υγεία, θα σας φαινόταν το ίδιο «υπέρογκο»; Ας σταματήσουμε να βλέπουμε τις υπηρεσίες του ψυχολόγου και των υπόλοιπων επαγγελματιών ψυχικής υγείας σαν μια πολυτέλεια, γιατί απλά δεν είναι πολυτέλεια. Ας σταματήσουμε να διαχωρίζουμε την υγεία μας σε «σωματική» και «ψυχική» και ας ενεργήσουμε σφαιρικά για αυτήν, επενδύοντας τόσο στη φροντίδα του σώματος μας όσο και στη φροντίδα της ψυχής μας. Ας αρχίσουμε ακόμη να βλέπουμε τις υπηρεσίες των επαγγελματιών ψυχικής υγείας σαν ένα κύκλο μαθημάτων που μπορεί να μας οδηγήσει στη μεγαλύτερη πνευματική μας ανάπτυξη.

Εξάλλου, η ψυχοθεραπεία ή η συμβουλευτική αποτελεί μια επένδυση που παρότι βραχυπρόθεσμα απαιτεί από εμάς μικρές θυσίες ή μια πιο ορθολογιστική διαχείριση των εσόδων μας,μακροπρόθεσμα μας οδηγεί σε μια πιο ισορροπημένη ζωή και σε μια βαθύτερη γνώση και επαφή με τον εαυτό μας.

Και αλήθεια, υπάρχει κάτι σπουδαιότερο από αυτό;

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

05 Αυγ 2013

Η διαδικτυακή ψυχοθεραπεία μπορεί να είναι εξίσου καλή ή και καλύτερη από την παραδοσιακή ψυχοθεραπεία για την αντιμετώπιση κάποιων μορφών ψυχοπαθολογίας

Τα τελευταία 10-15 χρόνια το διαδίκτυο άρχισε να γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας. Ακόμη και σε χώρες με σχετικά χαμηλή προσβασιμότητα στο διαδίκτυο, όπως είναι η Ελλάδα (53% των Ελλήνων χρησιμοποιούν το διαδίκτυο), τα ποσοστά των ανθρώπων που το χρησιμοποιούν στην καθημερινή τους ζωή αυξάνεται με γεωμετρικούς ρυθμούς. Η διαδραστικότητα του διαδικτύου, η ευκολία χρήσης του, η δυνατότητα αναζήτησης κάθε είδους πληροφοριών και οι πολλές δυνατότητες επικοινωνίας που προσφέρει το κάνουν εξαιρετικά δελεαστικό για τον μέσο πολίτη.

Είναι επόμενο αυτή η νέα τεχνολογία που εισέβαλε στη ζωή των περισσότερων ανθρώπων στον κόσμο, ιδιαίτερα στην Δύση, να δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα σε πολλούς τομείς. Ανάμεσα σε αυτούς συγκαταλέγεται και η ψυχική υγεία. Για παράδειγμα έχουμε ασχοληθεί στο παρελθόν με το θέμα του εθισμού στο διαδίκτυο , με τη χρήση του για τη διεξαγωγή ερευνών (Έρευνα για την διακύμανση των συναισθημάτων μέσω… twitter!Έξυπνα τηλέφωνα στην υπηρεσία της Επιστήμης) αλλά και με τα διλλήματα που θέτουν οι ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης στους ψυχολόγους που τα χρησιμοποιούν. Ένα θέμα όμως με το οποίο δεν έχουμε ασχοληθεί ιδιαιτέρως είναι αυτό της πραγματοποίησης συνεδριών μέσω διαδικτύου.

Εάν και εκ πρώτης όψεως η ιδέα της συνομιλίας μέσω διαδικτύου δεν μας φαίνεται ως ο πιο ιδανικός τρόπος επικοινωνίας μεταξύ συμβουλευόμενου και ψυχολόγου, είναι γεγονός πως όλο και περισσότεροι επιλέγουν να συνομιλούν με τον ψυχολόγο τους μέσω εργαλείων όπως το Skype. Αν και αυτού του είδους οι συνεδρίες είναι ακόμη στα σπάργανα στην Ελλάδα, στο εξωτερικό έχουν αρχίσει να ανθίζουν σε σημείο που πλέον υπάρχουν έρευνες που συγκρίνουν την αποτελεσματικότητα αυτών των μεθόδων ψυχοθεραπείας-συμβουλευτικής.

Σε μια πρόσφατη μελέτη του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης12 οι ερευνητές καταπιάστηκαν με το ερώτημα της αποτελεσματικότητας της διαδικτυακής ψυχοθεραπείας σε σχέση με την κλασική ψυχοθεραπεία face-to-face. Συγκεκριμένα, ζήτησαν από 6 θεραπευτές να αναλάβουν 62 ασθενείς που είχαν διαγνωσθεί με κατάθλιψη ήπιας μορφής. Οι ασθενείς χωρίστηκαν τυχαία σε δύο γκρουπ: ένα για την online θεραπεία και ένα για την face-to-face θεραπεία. Κάθε θεραπευόμενος έκανε 8 συνεδρίες με τον θεραπευτή του, οι οποίες βασίζονταν σε τεχνικές της γνωστικής-συμπεριφορικής θεραπείας. Η μόνη διαφορά μεταξύ των θεραπευόμενων ήταν ότι οι μισοί έκαναν online συνεδρίες με τους θεραπευτές τους, ενώ οι άλλοι μισοί έβλεπαν τους θεραπευτές τους κανονικά στα γραφεία τους.

Μετά το τέλος των 8 συνεδριών τα άτομα και στις δύο ομάδες έδειξαν περίπου τα ίδια ποσοστά ανταπόκρισης στην θεραπεία. Συγκεκριμένα, το 53% των ατόμων που έκαναν online θεραπεία πλέον δεν πληρούσαν τα κριτήρια της κατάθλιψης, ενώ αυτό το ποσοστό για την face-to-face θεραπεία ήταν 50%.

Μετά την πάροδο 3 μηνών οι ασθενείς επανήλθαν στο ερευνητικό κέντρο για μια νέα αξιολόγηση. Αυτό που παρατήρησαν έκπληκτοι οι ερευνητές ήταν ότι το ποσοστό των “online” ασθενών που είχαν «θεραπευτεί» (δεν πληρούσαν τα κριτήρια της κατάθλιψης) είχε αυξηθεί από το 53% στο 57%. Αντίθετα, οι “face-to-face” ασθενείς που δεν είχαν πλέον κατάθλιψη μειώθηκαν από το 50% στο 42%. Με άλλα λόγια, η έρευνα έδειξε ότι σε αυτή την περίπτωση της ήπιας κατάθλιψης η online θεραπεία ήταν πιο αποτελεσματική σε σχέση με την face-to-face θεραπεία.

Οι νέες τεχνολογίες πάντοτε γίνονταν δεκτές με σκεπτικισμό από το ευρύ κοινό, όπως άλλωστε συμβαίνει με σχεδόν κάθε τι καινούργιο, ιδιαίτερα όταν αυτό έχει να κάνει με την ανθρώπινη επικοινωνία. Όταν όμως οι νέες μορφές επικοινωνίας γίνουν μέρος της ζωής μας, βλέπουμε ότι μπορούν να αξιοποιηθούν εξίσου καλά με τις παραδοσιακές και να έχουν τον ίδιο αντίκτυπο στη συμπεριφορά μας. Στόχος των κοινωνικών επιστημόνων και εν προκειμένω των ειδικών ψυχικής υγείας θα πρέπει να είναι η μελέτη και η αξιοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων καναλιών επικοινωνίας με τους συνανθρώπους μας, ώστε η δουλειά μας να είναι όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματική και να συμβαδίζει με τις νέες συνήθειες της εκάστοτε εποχής.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Birgit Wagner, Andrea B. Horn, Andreas Maercker. Internet-based versus face-to-face cognitive-behavioral intervention for depression: A randomized controlled non-inferiority trial. Journal of Affective Disorders. July 23, 2013 []
  2. The SHRINKRap: «Does psychotherapy via the Internet work?» []
16 Ιούλ 2013

Χρειάζομαι Ψυχοθεραπεία;

Αυτή είναι μία ερώτηση που την απαντάς ο ίδιος και κανείς άλλος για εσένα, ειδικός ή μη. Είναι μία επιλογή που υπάρχει και είσαι ελεύθερος/η να την αξιοποιήσεις ή όχι. Οι άνθρωποι ζητούν βοήθεια από ειδικό όταν πλέον έχουν εξαντλήσει όλες τις δικές τους δυνάμεις, έχουν ζητήσει τις συμβουλές και την στήριξη των φίλων, έχουν δοκιμάσει κάθε διαθέσιμο τρόπο αντιμετώπισης των προβλημάτων τους, ή έστω, αυτών που αντιλαμβάνονται οι ίδιοι ως προβλήματα. Πολλές φορές ζητούν βοήθεια από ψυχολόγο, αφού πρώτα έχουν επισκεφθεί και ψυχίατρο. Είναι η ύστατη προσπάθειά τους.

Σε αυτήν την αντιμετώπιση βέβαια, καθοριστικό ρόλο παίζει ο τρόπος που η ελληνική κοινωνία ακόμα βλέπει το επάγγελμα του ψυχολόγου, και την ψυχοθεραπεία. Δυστυχώς, ακόμα, αν και έχει αλλάξει πολύ τα τελευταία χρόνια, δεν είναι εξοικειωμένη με την ιδέα πως όπως πας σε έναν παθολόγο γιατρό όταν αρρωστήσεις, έτσι πας και σε ένα ψυχολόγο όταν δεν αισθάνεσαι καλά ή αντιμετωπίζεις δυσκολίες στην ζωή σου. Ακόμα δηλαδή, θεωρείται πως πρέπει κάποιος να έχει φτάσει σε πολύ «σοβαρή κατάσταση» για να απευθυνθεί σε ειδικό, ενώ κάτι τέτοιο δεν ισχύει.

Όταν η κατάσταση του ατόμου είναι πολύ σοβαρή, δηλαδή ο ίδιος δεν έχει πια τα ψυχικά αποθέματα να δουλέψει με τον εαυτό του, τότε η φαρμακευτική αγωγή ίσως είναι απαραίτητη και έτσι θα παραπεμφθεί σε ψυχίατρο. Αντιθέτως, από την ψυχοθεραπεία μπορούν να ωφεληθούν περισσότερο εκείνοι που δεν αντιμετωπίζουν σοβαρή ψυχοπαθολογία, και είναι ικανοί να παρατηρήσουν τον εαυτό τους. Οι πιο ψυχικά ανθεκτικοί και υγιείς συνήθως απευθύνονται σε ψυχολόγους.

Το αν κάποιος χρειάζεται ψυχοθεραπεία έχει να κάνει με το κατά πόσο το θέμα του δυσχεραίνει την ζωή του και την λειτουργικότητά του. Λειτουργικότητα ορίζουμε την ικανότητα του ατόμου να προσαρμόζεται σε νέες καταστάσεις ή αλλαγές, να δημιουργεί ικανοποιητικές σχέσεις αγάπης και εμπιστοσύνης, να εργάζεται παραγωγικά, να ευχαριστιέται την ζωή του. Αυτά όλα είναι υποκειμενικά και δεν τα ορίζει κάποιος κανόνας. Κάποιοι ζητούν βοήθεια όταν οι ψυχικές τους αντοχές έχουν καταρρεύσει και δεν βλέπουν διέξοδο, όταν προβλήματα υγείας ή ψυχοσωματικά συμπτώματα τους κρούουν τον κώδωνα και δεν μπορούν να κλείσουν τα αυτιά. Κάποιοι άλλοι, νιώθουν πως για κάποιον λόγο επαναλαμβάνουν λάθη και αδυνατούν να σπάσουν τον φαύλο κύκλο και έτσι ζητούν βοήθεια. Άλλοι έχοντας την ανάγκη να γνωρίσουν καλύτερα τον εαυτό τους, κινητοποιούνται από την διαδικασία της ψυχοθεραπείας, χωρίς να βιώνουν σημαντική έκπτωση στην λειτουργικότητά τους.

Έτσι λοιπόν, δεν υπάρχει κάποιος που θα πει ότι χρειάζεσαι ή δεν χρειάζεσαι ψυχοθεραπεία, καθώς εσύ ο ίδιος είσαι μόνο που μπορείς να κρίνεις αν κάτι είναι πρόβλημα για ‘σένα, αν είσαι έτοιμος/η να το αντιμετωπίσεις, αν θες να αλλάξεις την σχέση σου με αυτό. Σημαντικός παράγοντας είναι και ο χρόνος, η στιγμή που ο καθένας θα νιώσει ότι έχει έρθει η ώρα να αναλάβει δράση. Και αυτό επίσης, είναι κάτι το οποίο κρίνεις ο ίδιος αφού εσύ είσαι αυτός που χρειάζεσαι το κίνητρο για να αντέξεις την διαδρομή προς την γνώση του εαυτού σου και την αλλαγή. Το να αντιμετωπίσεις την ζωή σου και τον εαυτό σου ευθέως χρειάζεται θάρρος και τόλμη. Χρειάζεται λοιπόν κάποιος ψυχοθεραπεία όταν προσπαθεί να αλλάξει και να βελτιώσει την ζωή του, και οι προσπάθειές του έχουν φτάσει σε ένα τέλμα, το οποίο δεν μπορεί να υπερβεί. Μαζί με τον θεραπευτή σου θα ανοίξετε νέους δρόμους που ίσως μέχρι τώρα δεν ήταν στην διάθεσή σου.

Η ψυχοθεραπεία είναι μία συναρπαστική διαδρομή σε πλευρές του εαυτού και της ζωής που μέχρι τώρα δεν είχαμε γνωρίσει. Πολλές φορές λειτουργεί ανακουφιστικά, άλλες αναστατώνει, άλλες πονάει και δυσκολεύει, αλλά πάνω από όλα σε ανταμείβει και σε δικαιώνει. Το να γνωρίζει κανείς τον εαυτό του και να αναλαμβάνει την ευθύνη της ζωής του είναι τα πολυτιμότερα αγαθά που η ζωή μπορεί να δωρίσει, απλά δεν τα παρέχει άνευ κόπου και πόνου. Όποιος εμπλέκεται σοβαρά στο ταξίδι της ψυχοθεραπείας γνωρίζει πολύ καλά πως είναι από τα σημαντικότερα της ζωής του.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>