12 Ιαν 2015

Νευρο-εγκληματολογία: μπορούμε να προβλέψουμε την παραβατική συμπεριφορά;

Πριν από 15 περίπου χρόνια κυκλοφόρησε το Minority Report, μία ταινία που ως θέμα είχε μια φουτουριστική και δυστοπτική κοινωνία στην οποία κάποιοι αστυνομικοί μπορούσαν να προβλέψουν μέσω ενός «σκαναρίσματος» ποιος επρόκειτο να διαπράξει κάποιο έγκλημα. Έτσι, μπορούσαν να επέμβουν πριν καν συμβεί το οποιοδήποτε περιστατικό και να σώσουν αθώους πολίτες από την πιθανή βίαιη συμπεριφορά των συμπολιτών τους. Αν και φυσικά προς το παρόν η επιστήμη δεν έχει φτάσει στο σημείο να μπορούμε να προβλέπουμε με ένα σκανάρισμα και με τόσο μεγάλη ακρίβεια την συμπεριφορά των ανθρώπων, σίγουρα έχουν γίνει πολλά βήματα προς την ενσωμάτωση όλο και περισσότερων βιολογικών ερευνών στην προσπάθεια κατανόησης της βίαιης συμπεριφοράς. Αποτέλεσμα του αυξημένου ενδιαφέροντος για την σύνδεση βιολογικών καταβολών με την επιθετική/παραβατική συμπεριφορά είναι η γέννηση ενός νέου, υβριδικού, κλάδου: η νευρο-εγκληματολογία.

Η βιβλιογραφία στον κλάδο της νευρο-εγκληματολογίας είναι ακόμη περιορισμένη και κατά κόρον περιλαμβάνει άρθρα συσχέτισης διαφόρων παραγόντων με την παραβατικότητα. Μερικοί από αυτούς τους παράγοντες είναι ορισμένοι βιολογικοί και γενετικοί δείκτες (επίπεδα ορμονών, επίπεδα νευροδιαβιβαστών, εγκεφαλικές ανωμαλίες, βιολογική κληρονομικότητα), περιγενετικοί παράγοντες (κατανάλωση αλκοόλ ή/και χρήση ναρκωτικών κατά την εγκυμοσύνη, ασθένειες κατά την εγκυμοσύνη, προβλήματα στη γέννα) αλλά και περιβαλλοντικοί παράγοντες (προβλήματα στο σπίτι, βιαία πρότυπα, κοινωνικο-οικονομική κατάσταση οικογενειακού περιβάλλοντος).

Γενετικοί Παράγοντες

Έρευνες με ομοζυγωτικά και διζυγωτικά δίδυμα αδέρφια που χωρίστηκαν κατά τη γέννα και μεγάλωσαν σε διαφορετικά περιβάλλοντα μας επιτρέπουν να δούμε την επίδραση που έχουν οι γενετικοί παράγοντες1 . Εάν δύο δίδυμα αδέρφια αναπτύξουν την ίδια παραβατική συμπεριφορά, παρόλο που έχουν μεγαλώσει σε δύο εντελώς διαφορετικά περιβάλλοντα, τότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι η συμπεριφορά επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από γενετικούς παράγοντες. Οι μέχρι τώρα έρευνες διδύμων για την επιθετική και αντικοινωνική συμπεριφορά (δύο παράγοντες που σχετίζονται με την εγκληματικότητα) δείχνουν πως σε γενικά πλαίσια οι γενετικοί παράγοντες επηρεάζουν την εμφάνιση επιθετικότητας σε ποσοστό 40%-60%. Από την άλλη πλευρά, γενετικές έρευνες σε επίπεδο ανάλυσης συγκεκριμένων γονιδίων, δεν έχουν καταλήξει στην ταυτοποίηση γονιδίων που σχετίζονται με την επιθετική συμπεριφορά. Αυτή η έλλειψη ευρημάτων περιπλέκει ακόμη περισσότερο το ερώτημα εάν γεννιόμαστε επιθετικοί και αυτό στο οποίο καταλήγουν οι επιστήμονες έως τώρα είναι πως μάλλον η αλληλεπίδραση μεταξύ ολόκληρων ομάδων –και όχι συγκεκριμένων- γονιδίων είναι αυτή η οποία μπορεί να προκαλεί την επιθετική συμπεριφορά στα επίπεδα του 40%-60% που αναφέραμε προηγουμένως. Είναι σαν να μιλάμε για ένα «κοκτέιλ» γονιδίων για την επιθετική συμπεριφορά, το οποίο αποτελείται από πολλά και διαφορετικά γονίδια. Δεν αρκεί η ύπαρξη των «συστατικών» του «κοκτέιλ», αλλά πρέπει να «αναμιχθούν» μεταξύ τους με συγκεκριμένο τρόπο, ώστε να φτάσουμε στο τελικό αποτέλεσμα.

Περιγενετικοί παράγοντες

Μια σειρά από περιγενετικούς παράγοντες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, της γέννας ή των πρώτων ημερών της ζωής των παιδιών έχουν συσχετιστεί με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης επιθετικής και παραβατικής συμπεριφοράς κατά την ενηλικίωση. Επιπλοκές στη γέννα, υποσιτισμός κατά τα πρώτα στάδια της εγκυμοσύνης αλλά και εγκατάλειψη ή/και κακοποίηση του βρέφους ήδη από τις πρώτες εβδομάδες της ζωής είναι μερικοί από τους παράγοντες που έχουν βρεθεί πως είναι κοινά στοιχεία στα ιστορικά των ατόμων με επιθετική συμπεριφορά. Πιο συγκεκριμένα, η κατανάλωση αλκοόλ και χρήση νικοτίνης κατά την εγκυμοσύνη έχει βρεθεί πως σχετίζεται θετικά με την ανάπτυξη παιδικής επιθετικότητας. Μια άλλη ουσία η οποία έχει βρεθεί στο επίκεντρο πολλών μελετών είναι ο μόλυβδος, καθώς πλήθος ερευνητών έχουν βρει συσχετισμό μεταξύ των υψηλών επιπέδων μολύβδου στο σώμα της μητέρας κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης και της παραβατικής συμπεριφοράς του παιδιού όταν ενηλικιωθεί2 . Φαίνεται πως το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, όπου αρχίζουν να σχηματίζονται το νευρολογικό σύστημα και τα όργανα του παιδιού, είναι ιδιαίτερα κρίσιμο, καθώς η κακή διατροφή της μητέρας σε αυτή τη φάση της εγκυμοσύνης αυξάνει κατά 2 φορές την πιθανότητα το παιδί να έχει αντικοινωνική συμπεριφορά κατά την εφηβική και ενήλικη ζωή του.

Τα περιγενετικά προβλήματα σχετίζονται πιο συχνά με νευρολογικά προβλήματα, παιδική επιθετικότητα και παραβατική συμπεριφορά ως ενήλικες, όταν έρχονται σε συνδυασμό με ένα κακό περιβάλλον ανατροφής. Φαίνεται δηλαδή πως ο πιο καθοριστικός παράγοντας για την ανάπτυξη επιθετικής και παραβατικής συμπεριφοράς είναι ο τρόπος με τον οποίο μεγαλώνουν οι γονείς τα παιδιά τους, τα πρότυπα που τους δίνουν, τα συστήματα αμοιβών-ποινών που αξιοποιούν, αλλά και φυσικά η γενικότερη κοινωνικοοικονομική κατάσταση που μπορεί να επιβαρύνει γονείς και παιδιά στην καθημερινότητά τους.

Επίπεδα ορμονών και νευροδιαβιβαστών

Οι ορμόνες είναι φυσικές ουσίες που απελευθερώνει το σώμα μας σε διάφορες φάσεις της καθημερινότητάς μας και έχουν άμεση επίδραση στο νευρολογικό μας σύστημα αλλά και στη λειτουργία διάφορων οργάνων του σώματός μας. Μέσα στα πλαίσια της νευροεγκληματολογικής έρευνας, έχει βρεθεί πως οι αυξομειώσεις στα επίπεδα συγκεκριμένων ορμονών, σχετίζονται με την ανάπτυξη αντικοινωνικής συμπεριφοράς, τόσο σε ενήλικες, όσο και παιδιά3 . Δύο από τους πιο συνήθεις «υπόπτους» είναι η κορτιζόλη και η τεστοστερόνη. Χαμηλά επίπεδα κορτιζόλης στα παιδιά σχετίζονται με αυξημένη επιθετική συμπεριφορά και το ίδιο ισχύει για τα υψηλά επίπεδα τεστοστερόνης στους εφήβους και τους ενήλικες. Βέβαια, η παρουσία ή η απουσία ορμονών στο σώμα μας, μπορεί να οφείλεται σε πολλούς παράγοντες: οργανική/εγκεφαλική δυσλειτουργία, γενετική προδιάθεση ή περιβάλλον (στρες).

Εκτός από τις ορμόνες όμως, το σώμα μας και συγκεκριμένα το νευρικό μας σύστημα λειτουργεί με τη χρήση άλλων ουσιών που ονομάζοντια νευροδιαβιβαστές. Οι νευροδιαβιβαστές είναι ουσιαστικά οι «αγγελιοφόροι» του νευρικού συστήματος, καθώς ελέγχουν την πυροδότηση ολόκληρων νευρικών δικτύων, επηρεάζοντας φυσικά τη συμπεριφορά μας. Στα πλαίσια της έρευνας για την αντικοινωνική και επιθετική συμπεριφορά, η επιστημονική κοινότητα έχει εστιάσει στον ρόλο του νευροδιαβιβαστή σεροτονίνη4 . Η σεροτονίνη χρησιμοποιείται σε πολλές περιοχές του εγκεφάλου, αλλά αυτή που μας ενδιαφέρει περισσότερο είναι ο πρόσθιος λοβός του εγκεφάλου, ο οποίος ελέγχει την παρορμητικότητά μας. Χαμηλά επίπεδα σεροτονίνης έχουν συσχετιστεί με κακή λειτουργία του πρόσθιου λοβού του εγκεφάλου, με αποτέλεσμα την έλλειψη αυτοσυγκράτησης και την ταυτόχρονη ανάπτυξη επιθετικής συμπεριφοράς.

Ποιος φταίει; Το άτομο ή ο εγκέφαλος;

Όπως είπαμε ήδη, σκοπός της νευροεγκληματολογίας είναι να ερευνήσει τους φυσιολογικούς παράγοντες που επηρεάζουν την εμφάνιση εγκληματικής συμπεριφοράς. Με τα ολοένα και περισσότερα ευρήματα σε αυτόν τον επιστημονικό τομέα, γεννιέται ένα βασικό ερώτημα: εάν γενετικοί, περιγενετικοί, φυσιολογικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες εμπλέκονται στην ανάπτυξη εγκληματικής συμπεριφοράς, που τραβάμε τα όρια της προσωπικής ευθύνης; Πόσο ευθύνεται το άτομο για τις πράξεις του, εάν δεχόμαστε εξωτερικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις αποφάσεις και τις πράξεις του;

Μια βιβλιογραφική ανασκόπηση που έγινε πρόσφατα5 αναφέρει ένα ακραίο μεν, αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα πραγματικής ιστορίας που προβλημάτισε τόσο την επιστημονική όσο και την νομική κοινότητα.

•	Figure 1, by Glenn et al. (2014)Ο Μάικλ ήταν ένας 40χρονος δάσκαλος και ήταν παντρεμένος με την Κριστίν η οποία είχε μία κόρη από προηγούμενο γάμο της. Δεν είχε ιστορικό βίαιης ή παράνομης συμπεριφοράς και ζούσε ευτυχισμένος με την οικογένειά του. Ξαφνικά όμως η συμπεριφορά του άλλαξε. Έγινε επιθετικός απέναντι στη γυναίκα και τη θετή του κόρη. Άρχισε να συμπεριφέρεται πολύ παράξενα, καθώς βρέθηκε πως έπαιρνε πορνογραφικά περιοδικά στην τάξη που δίδασκε, ενώ επεδίωκε να κοιμάται τα βράδια με τη θετή του κόρη.

Μετά από καταγγελία της γυναίκας του για σεξουαλική παρενόχληση του παιδιού, ο Μάικλ δικάστηκε και βρέθηκε ένοχος για το συγκεκριμένο αδίκημα Καθώς του δόθηκε η επιλογή είτε να μπει φυλακή, είτε να παρακολουθήσει προγράμματα αποκατάστασης σε ψυχιατρική κλινική, ο Μάικλ επέλεξε το δεύτερο. Μετά από μερικό διάστημα αποκλείστηκε η συμμετοχή του από τα προγράμματα αυτά, καθώς έκανε ανήθικες προτάσεις και παρενοχλούσε τις γυναίκες υπαλλήλους των προγραμμάτων αυτών. Γενικά η συμπεριφορά του ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τον ήπιο και ευγενικό χαρακτήρα του πριν από μερικούς μήνες.

Τελικά ο Μάικλ άρχισε να παραπονιέται για έντονους πονοκεφάλους. Κατά τη μεταφορά του στο νοσοκομείο, ο γιατρός που τον παρακολουθούσε ζήτησε να του γίνει μαγνητική τομογραφία για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει κάποιο πιο σοβαρό πρόβλημα για τους πονοκεφάλους. Τα αποτελέσματα της εξέτασης έδειξαν ότι ο Μάικλ είχε αναπτύξει έναν καλοήθη όγκο στον πρόσθιο λοβό του εγκεφάλου του, ο οποίος όπως είπαμε επηρεάζει την παρορμητικότητά μας. Ο όγκος αυτός βρέθηκε πως είχε αναπτυχθεί περίπου στο διάστημα που είχε αλλάξει η συμπεριφορά του Μάικλ. Μετά από μια επιτυχή εγχείρηση αφαίρεσης του όγκου, ο Μάικλ ξαναβρήκε τον εαυτό του. Έγινε ξανά ο άνθρωπος που όλοι γνώριζαν εξ’ αρχής. Η συμπεριφορά του άλλαξε εντελώς, τα ξαναβρήκε με τη γυναίκα του και όταν τελείωσε το πρόγραμμα αποκατάστασης, επέστρεψε στο σπίτι μαζί της και με την θετή του κόρη.

Μετά από μερικούς μήνες, η γυναίκα του ανακάλυψε πορνογραφικό υλικό στον υπολογιστή του, ενημέρωσε τον γιατρό και μια νέα τομογραφία έδειξε ότι ο καρκίνος είχε επιστρέψει. Έπειτα από μια δεύτερη εγχείρηση αφαίρεσης του όγκου, η συμπεριφορά του Μάικλ ξαναέγινε κανονική. Επαναληπτικές εξετάσεις και προσεκτική παρατήρηση της συμπεριφοράς του για τα επόμενα έξι χρόνια έδειξαν ότι ο καρκίνος δεν ξαναεμφανίστηκε και ότι ο Μάικλ ήταν ο εαυτός του, χωρίς παρορμήσεις και επιθετική συμπεριφορά.

Το παραπάνω πραγματικό παράδειγμα είναι μεν ακραίο, αλλά υπογραμμίζει πόσο σημαντική είναι η επίδραση της βιολογίας στη συμπεριφορά μας και αφήνει ανοιχτή την πρόταση ο σωφρονισμός και η καταπολέμηση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς να συμπεριλαμβάνει και νέους στόχους και να λαμβάνει υπόψην περισσότερους παράγοντες εάν θέλουμε να είμαστε πιο αποτελεσματικοί.

Η απάντηση στο ερώτημα που θέσαμε σχετικά με το που είναι τα όρια της προσωπικής ευθύνης, δεν είναι ξεκάθαρη και εξαρτάται από την οπτική γωνία και το φιλοσοφικό υπόβαθρο από το οποίο ξεκινάμε τη διερεύνηση της συμπεριφοράς. Εάν δεχτούμε ένα καθαρά μηχανικό, συμπεριφορικό μοντέλο της συμπεριφοράς μας, τότε ξεκινάμε από την παραδοχή πως δεν είμαστε τίποτα άλλο πέρα από μια βιολογική μηχανή και προϊόν του περιβάλλοντός μας, οπότε η προσωπική ελευθερία και η προσωπική ευθύνη περιορίζεται σημαντικά. Στο άλλο άκρο έχουμε την παραδοχή πως ως ανώτερα και ελεύθερα σκεπτόμενα όντα πρέπει να έχουμε την πλήρη ευθύνη των πράξεών μας. Η βιολογία και το περιβάλλον δεν είναι τίποτα άλλο από μερικές παράμετροι τις οποίες μπορούμε να ελέγξουμε ή να υπερκεράσουμε με την σωστή θέληση.

Κάπου στο ενδιάμεσο όμως βλέπουμε πως βρίσκεται η χρυσή τομή ανάμεσα στα δύο άκρα. Ας φανταστούμε τη συμπεριφορά μας σαν ένα ποτήρι μισογεμάτο με νερό. Ο κάθε ένας από εμάς έρχεται με μια συγκεκριμένη προδιάθεση για επιθετική και παραβατική συμπεριφορά, άλλοι έχουν το ποτήρι γεμάτο σχεδόν ως επάνω (μεγάλη γενετική προδιάθεση), ενώ άλλοι σχεδόν άδειο (μικρή γενετική προδιάθεση). Από εκεί και πέρα, το περιβάλλον και οι καταστάσεις που βιώνουμε προσθέτουν πολύ (κακό περιβάλλον) ή λίγο νερό (καλό περιβάλλον) στο ποτήρι μας. Σε αυτό έρχονται και άλλοι βιολογικοί παράγοντες όπως η ορμονική και η εγκεφαλική δυσλειτουργία που είδαμε πιο πάνω, προσθέτοντάς ο καθένας το δικό του νερό στο ποτήρι. Εάν το νερό μετά από όλες αυτές τις προσθήκες είναι αρκετό, μπορεί το ποτήρι να ξεχειλίσει και να χυθεί έξω, οπότε να εκδηλωθεί και η επιθετική/αντικοινωνική/παραβατική μας συμπεριφορά. Εάν το νερό δεν είναι αρκετό (μικρή γενετική προδιάθεση, καλό περιβάλλον και προσωπικά βιώματα, καμία βιολογική διαταραχή), τότε απλά η συμπεριφορά δεν εκδηλώνεται.

Όπως και να έχει το σίγουρο είναι πως η νευροεγκληματολογία και τα εργαλεία που δημιουργεί πρέπει να χρησιμοποιούνται με φειδώ και λογική και να μην παρερμηνεύονται τα αποτελέσματά της. Είναι ένα ακόμη επιπλέον μέσο που έχουμε στο ταξίδι που κάνουμε εδώ και πολλούς αιώνες στην όλο και βαθύτερη κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και κατά συνέπεια του ίδιου μας του είναι.

Εικόνα

  • Figure 1, by Glenn et al. (2013)
]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Raine, A. (2013). The Anatomy of Violence: The Biological Roots of Crime. Pantheon. []
  2. Wright, J. P. et al. (2008). Association of prenatal and childhood blood lead concentrations with criminal arrests in early adulthood. PloS Med. 5, 732–740 []
  3. McBurnett, K., Lahey, B. B., Rathouz, P. J. & Loeber, R. (2000). Low salivary cortisol and persistent aggression in boys referred for disruptive behavior.Arch. Gen. Psychiatry 57, 38–43. []
  4. Nelson, R. J. & Trainor, B. C. (2007). Neural mechanisms of aggression. Nature Rev. Neurosci. 8, 536–546. []
  5. Glenn, A. L., & Raine, A. (2013). Neurocriminology: implications for the punishment, prediction and prevention of criminal behaviour. Nature Reviews Neuroscience, 15(1), 54–63. doi:10.1038/nrn3640 []
13 Μαρ 2012

Ψυχοϊστορικά: 13 Μαρτίου

Σαν σήμερα, στις 13 Μαρτίου 1964 στην Νέα Υόρκη δολοφονείται η Kitty Genovese. Η Kitty ήταν ιδιοκτήτρια εστιατορίου και επέστρεφε νωρίς το πρωί στο σπίτι της, όταν και ένας κλέφτης της επιτέθηκε και την μαχαίρωσε. Το ενδιαφέρον της υπόθεσης είναι πως δύο εβδομάδες αργότερα ένα άρθρο στους New York Times ανέφερε ότι ενώ υπήρχαν περίπου 30 μάρτυρες της δολοφονίας κανένας δεν παρενέβει να την βοηθήσει ή να καλέσει την αστυνομία. Αν και αργότερα το άρθρο έγινε το επίκεντρο κριτικής και ο αρθρογράφος κατηγορήθηκε για ανακρίβειες, ο αντίκτυπος που είχε η δολοφονία στην οικοδόμηση θεωριών κοινωνικής ψυχολογίας είναι αξιοσημείωτος. Για πολλές δεκαετίες η συγκεκριμένη ιστορία υπήρξε πηγή έμπνευσης για την περιγραφή θεωριών περί διάχυσης της ευθύνης και συγκεκριμένα για το «φαινόμενο του περαστικού»: όσα περισσότερα άτομα είναι παρόντες σε ένα τραγικό γεγονός, τόσο λιγότερο πιθανό είναι ένα άτομο να παρέμβει προς βοήθεια, καθώς θεωρεί ότι κάποιος άλλος θα το κάνει. Μάλιστα το συγκεκριμένο φαινόμενο ονομάστηκε «Σύνδρομο Genovese«.

Φωτογραφία

]]>

31 Αυγ 2010

Κακοποίηση ζώων: ένα βήμα πριν την κακοποίηση ανθρώπων

Αυτές τις μέρες έτυχε να διαβάσω για κάποια περιστατικά κακοποίησης και ψυχρής δολοφονίας ζώων τα οποία έλαβαν μεγάλες διαστάσεις, κυρίως στο διαδίκτυο. Το ένα περιστατικό αφορά μια νεαρή γυναίκα από την Κροατία η οποία όχι μόνο αποφάσισε να πετάξει στο ποτάμι κάποια νεογέννητα κουταβάκια, αλλά το έκανε με έναν πολύ τελετουργικό και σαδιστικό τρόπο, καταγράφοντας την πράξη της σε ένα βίντεο το οποίο αργότερα ανέβηκε στο διαδίκτυο ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων. Το δεύτερο αφορά μια άλλη γυναίκα, από το Ηνωμένο Βασίλειο αυτή τη φορά, η οποία καταγράφηκε σε βίντεο κάμερας ασφαλείας να χαϊδεύει τρυφερά ένα γατάκι και στη συνέχεια να το πιάνει και να το πετάει σε έναν κάδο σκουπιδιών (ευτυχώς η γάτα βρέθηκε 17 ώρες αργότερα από τους ιδιοκτήτες της). Φυσικά αυτά τα περιστατικά δεν είναι τα μόνα. Και στο παρελθόν έχουν καταγραφεί παρόμοιες -και ίσως και χειρότερες- υποθέσεις τόσο στην Ελλάδα όσο και ανά το παγκόσμιο. Το διαδίκτυο βρίθει παρόμοιων βίντεο και προσωπικών εξομολογήσεων τέτοιων περιστατικών βίας.

Οι θύτες άλλες φορές απλά λαμβάνουν μια «προειδοποίηση» από τις Αρχές, άλλες φορές τιμωρούνται και άλλες απλά δεν τους πιάνει κανείς, είτε γιατί το νομικό πλαίσιο είναι ανεπαρκές, είτε γιατί οι Αρχές δεν έχουν τη διάθεση να «κυνηγήσουν» τέτοιες υποθέσεις. Το πρόβλημα είναι πολλαπλό. Πρώτα και κύρια νομικό. Η έλλειψη αυστηρών ποινών σε πολλές χώρες του κόσμου (διαβάστε εδώ για το νομικό πλαίσιο στην Ελλάδα) επιτρέπει σε τέτοιου είδους άτομα να απολαμβάνουν το σαδιστικό τους παιχνίδι δίχως το φόβο τιμωρίας. Ένα καλό νομικό πλαίσιο ιδανικά πρέπει να ορίζει αυστηρές ποινές για άτομα που εσκεμμένα και δίχως κάποιο λόγο (π.χ. αυτοπροστασία) καταφεύγουν στην κακοποίηση ζώων, ιδιαίτερα δε όταν κάτι τέτοιο γίνεται κατ’ εξακολούθηση.

Δεύτερο πρόβλημα είναι η προφανώς η έλλειψη κοινωνικής συνείδησης απέναντι στα ζώα. Όταν μια κοινωνία δεν δείχνει σεβασμό στα κατοικίδια ζώα και έχει μάθει απλά να τα χρησιμοποιεί ως ζωντανά σκεύη, τότε είναι επόμενο ορισμένα άτομα να θεωρήσουν ότι έχουν κάθε δικαίωμα να κακοποιούν ή ακόμη και να σκοτώνουν τα ζώα κατά συνείδηση. Γιατί όταν τέτοια περιστατικά επαναλαμβάνονται, αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει επαρκής άτυπος κοινωνικός κανόνας που να απαγορεύει τέτοιες συμπεριφορές.

Τρίτο πρόβλημα είναι η ανεπαρκής παρακολούθηση τέτοιων ατόμων από ειδικούς. Όταν κάποιος κακοποιήσει ένα ζώο μία φορά, τότε οι πιθανότητες να επαναλάβει την πράξη του είναι αυξημένες1 , ιδιαίτερα εάν δεν αισθανθεί ότι έχει κάνει κάτι ανήθικο. Πολλές φορές οι κατά συρροή δολοφόνοι ζώων (π.χ. αυτοί που ρίχνουν φόλα σε μεγάλο αριθμό ζώων) έχει τύχει να επαναλάβουν την πράξη τους, ακόμη και εάν έχουν υποστεί κάποιες -ελαφριές κυρίως- νομικές συνέπειες για τις αποτρόπαιες πράξεις τους. Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε όμως είναι πως η κακοποίηση ζώων είναι απλά το κατώφλι πριν την κακοποίηση ανθρώπων.

Ο άνθρωπος είναι ένα ων που του αρέσει να έχει τον έλεγχο και να επιβάλλεται, όπως άλλωστε συμβαίνει και για τα περισσότερα ζώα. Αυτή η ορμή όμως συνήθως τιθασεύεται μέσω των κοινωνικών και νομικών κανόνων τους οποίους μαθαίνουμε να υπακούμε ώστε να επιβιώσουμε ως κοινωνία. Τα άτομα που κακοποιούν ανθρώπους ή/και ζώα συνήθως είναι άτομα που έχουν ένα μεγάλο αίσθημα ανασφάλειας και απουσίας ελέγχου. Στην προσπάθειά τους να έχουν τον έλεγχο πάνω σε κάτι (αφού δεν τον έχουν για τη ζωή τους) καταφεύγουν σε πράξεις βίας και κακομεταχειρίζονται άλλους ανθρώπους και ζώα. Συνήθως αυτά τα συναισθήματα στρέφονται εναντίον κάποιου αντικειμένου το οποίο ο θύτης μπορεί να ελέγξει εύκολα (π.χ. τη γυναίκα του, τα παιδιά του ή κάποιο ζώο).

Υπό αυτή την έννοια το ψυχολογικό προφίλ κάποιου που βασανίζει ζώα είναι το ίδιο με κάποιου που χτυπάει τη γυναίκα του ή κλειδώνει τα παιδιά του στο υπόγειο2 . Μάλιστα, η κακομεταχείριση ζώων θεωρείται ένα κύριο πρώιμο χαρακτηριστικό της προσωπικότητας ατόμων που αργότερα γίνονται δολοφόνοι3 .

Κατά την άποψή μου άτομα που έχουν βασανίσει ή σκοτώσει ζώα θα πρέπει να παρακολουθούνται άμεσα από ειδικούς ψυχικής υγείας και να γίνεται μια συνεχής αξιολόγηση της κατάστασής τους για ένα επαρκές χρονικό διάστημα. Αυτό όχι μόνο θα προστατεύσει τα ζώα που θα βρεθούν στο διάβα αυτών των ατόμων στο μέλλον, αλλά και τους ανθρώπους ή, στο κάτω-κάτω, ακόμη και τους ίδιους τους τους εαυτούς! Δεν αρκεί να «πέφτουμε από τα σύννεφα» όταν κάποιος γνωστός για τον οξύθυμο χαρακτήρα του σκοτώσει κάποιον συνάνθρωπό μας. Θα πρέπει να μάθουμε να διαβάζουμε τις πρώιμες ενδείξεις στην συμπεριφορά του και να τον καταγγέλλουμε όσο είναι καιρός.

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. «Animal Cruelty Linked to Violence Against People». Suite101 []
  2. «Psychology of People Hurting Animals» Suite101 []
  3. C. Bailey-Lloyd. «Animal Cruelty: The Key to Serial Minds» []
03 Ιούν 2010

Κατά συρροή δολοφόνοι: τα τέρατα στην ντουλάπα μας

Όταν κάποιος αποφασίσει να γράψει για ένα τόσο περίεργο θέμα, όπως την ψυχολογία των κατά συρροή δολοφόνων, σίγουρα κινδυνεύει να χαθεί μέσα σε εγκληματολογικού τύπου αναλύσεις και κανιβαλιστικές αναφορές ανάλογες των αστυνομικών βιβλίων μυστηρίου. Θέλοντας να αποφύγω κυρίως το δεύτερο δεν πρόκειται να αναφερθώ σε περιπτωσιακές μελέτες δολοφόνων. Θα προτιμήσω η αναφορά μου στο θέμα των δολοφόνων να κινηθεί σε δύο άξονες: την μέση ψυχογραφία των κατά συρροή δολοφόνων και στα αίτια που μπορεί να οδηγήσουν σε ανάπτυξη μιας τόσο βίαιης συμπεριφοράς. Για μια σταχυολόγηση περιπτώσεων κατά συρροή δολοφόνων δεν έχετε παρά να επισκεφθείτε το blog «Έγκλημα και Τιμωρία»1 , το οποίο στάθηκε και η αφορμή για να γραφτεί αυτό το post.

Σύμφωνα με το Λεξικό Τριανταφυλλίδη η δολοφονία ορίζεται ως «ένας προμελετημένος φόνος με δόλιο τρόπο». Επομένως, όταν μιλάμε για κατά συρροή δολοφόνους αναφερόμαστε σε άτομα που αφαιρούν πολλές ανθρώπινες ζωές χωρίς κάποιο εμφανές κίνητρο, πέραν ίσως της προσωπικής τους ευχαρίστησης. Με αυτόν τον τρόπο αφαιρούνται από τη λίστα μας άτομα που σκότωσαν μεν πολλούς συνανθρώπους τους, αλλά το έκαναν είτε λόγω ανάγκης για επιβίωση (π.χ. περιπτώσεις κανιβαλισμού λόγω πείνας) είτε για αυτοάμυνα ή πολεμικούς σκοπούς (π.χ. στρατιώτες). Προσωπικά βεβαίως θα ήθελα πολύ να μελετήσω και την ψυχολογία του στρατιώτη που αισθανόμενος ως πιόνι μιας ανώτερης δύναμης (π.χ. καθήκον, διαταγές) προχωρεί σε μαζικές εκτελέσεις στρατιωτών και πολιτών, αλλά αυτό είναι θέμα για άλλο post. Άλλωστε ο Dr. Zimbardo καλύπτει αρκετά αυτό το θέμα στο βιβλίο του «The Lucifer Effect» για το οποίο έγραψα προ ολίγων ημερών.

Τι συμβαίνει στο μυαλό ενός δολοφόνου;

Στο ευρύ κοινό κυριαρχεί η αντίληψη πως οι κατά συρροή δολοφόνοι είναι και ψυχοπαθείς. Αυτό είναι εν μέρει σωστό, αλλά φυσικά δεν ισχύει πάντοτε, τουλάχιστον υπό την οπτική γωνία που θέλει τα άτομα αυτά ως σχιζοφρενή και επομένως αποκομμένα από την πραγματικότητα. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε στις περισσότερες των περιπτώσεων τα άτομα αυτά καταδικάζονται με τις σκληρότερες ποινές (θανατική ποινή ή πολλάκις ισόβια), καθώς το δικαστήριο δεν κάνει δεκτό το αίτημα της διαταραγμένης ψυχικής υγείας που έχει ως αποτέλεσμα την έλλειψη αυτοελέγχου. Οι περισσότεροι κατά συρροή δολοφόνοι έχουν πολύ καλή αντίληψη της ηθικής και γνωρίζουν πότε μια πράξη τους είναι σωστή ή όχι, βάσει των κοινωνικών κανόνων. Αυτό όμως δεν τους εμποδίζει να πράξουν το κακό, μιας και τα ψυχολογικά οφέλη που έχουν από τη δολοφονία τους ικανοποιούν και σβήνουν τον φόβο της τιμωρίας. Σίγουρα όμως οι περισσότεροι κατά συρροή δολοφόνοι παρουσιάζουν έντονα σημάδια ενεργούς ψυχοπαθολογίας σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό.

Οι κατά συρροήν δολοφόνοι είναι πολύ πιο πιθανό να επιτεθούν και να σκοτώσουν ξένα άτομα, παρά άτομα του οικογενειακού τους περιβάλλοντος. Υπάρχουν βεβαίως και οι εξαιρέσεις όπου κάποιος κατάφερε να αποδεκατίσει σχεδόν ολόκληρη την οικογένειά του πριν κινήσει τις υποψίες και συλληφθεί, αλλά αυτό απλά επιβεβαιώνει τον κανόνα. Η έλλειψη διαπροσωπικής επαφής αφενός δεν αφήνει περιθώρια συναισθηματικού δεσμού μεταξύ θύτη και θύματος και αφετέρου επιτρέπει πιο εύκολη κάλυψη του δράστη, μιας και όντας ξένος με το θύμα και την οικογένειά του, δεν μπορεί να κινήσει υποψίες. Οι δράστες μάλιστα τείνουν να επιλέγουν όσο το δυνατόν πιο αδύναμα θύματα ώστε να αυξήσουν τις πιθανότητες επιτυχίας και να μειώσουν τις πιθανότητες αντίστασης και επιβίωσης του θύματος. Έτσι, τα πιο πολλά θύματα είναι γυναίκες και μικρά παιδιά, ενώ οι πιο πολλοί θύτες είναι άνδρες, συνήθως νεαρής ηλικίας 20-30 ετών. Όπως είπαμε και στην εισαγωγή μας, οι κατά συρροή δολοφόνοι δεν σκοτώνουν για κάποιο προσωπικό τους όφελος, πέραν της ικανοποίησής τους. Γι’ αυτό άλλωστε και τα περισσότερα θύματα βρίσκονται με ανέπαφα τα προσωπικά τους είδη αξίας. Μιλάμε ουσιαστικά για ένα έγκλημα πάθους με αυτοσκοπό την ευχαρίστηση της εξουσίας που απολαμβάνει ο δολοφόνος.

Κάποιοι2 διαχωρίζουν τους κατά συρροή δολοφόνους σε δύο κατηγορίες: στους ψυχωσικούς και τους ψυχοπαθείς. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται τα άτομα που δεν έχουν ηθική συνείδηση λόγω ενεργούς ψυχοπαθολογίας, η οποία μπορεί να διαγνωσθεί έπειτα από ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη. Οι ψυχωσικοί είναι άτομα που είναι αποκομμένα από την πραγματικότητα, έχουν παραισθήσεις ή ψευδαισθήσεις και έχουν παραδώσει την ηθική τους ευθύνη σε κάποια τρίτη δύναμη που συνήθως την αντιλαμβάνονται μέσω φωνών που τους δίνουν διαταγές ή «σημάδια» που τους καθοδηγούν. Αυτές οι ψευδαισθήσεις σε πολλές περιπτώσεις είναι ντυμένες με κάποιο θρησκευτικό/παραθρησκευτικό μανδύα και έχουν την μορφή δαιμόνων, πνευμάτων ή ακόμη και του ίδιου του Θεού. Άλλες φορές οι ψευδαισθήσεις περιορίζονται σε μια άγνωστη φωνή «μέσα στον εγκέφαλο» που διψάει για αίμα, ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις δολοφόνων που πιστεύουν ότι κάποιος τρίτος έλεγχε το σώμα τους τη στιγμή της δολοφονίας. Πρέπει να σημειωθεί πως οι ψυχωσικοί δολοφόνοι, εφόσον μπορέσουν να μειώσουν τα ψυχωσικά τους συμπτώματα και να έρθουν σε επαφή με την πραγματικότητα, πολύ συχνά νιώθουν τύψεις για ότι έχουν κάνει, αλλά πιστεύουν πως ήταν αδύνατο να το σταματήσουν. Λόγω ακριβώς της ύπαρξης ενεργούς ψυχοπαθολογίας κατά τη διάρκεια διάπραξης των δολοφονιών, η οποία δεν επέτρεπε την σωστή ηθική κρίση, τα δικαστήρια σε αυτές τις περιπτώσεις μπορούν να δεχτούν κάποια ελαφρυντικά.

Οι ψυχωσικοί είναι συγκριτικά ένας μικρός αριθμός των κατά συρροή δολοφόνων, σε σχέση με τους μη-ψυχωσικούς που έχουν απόλυτη επαφή με την πραγματικότητα. Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε πως τα ψυχωσικά συμπτώματα δεν θα πρέπει να ταυτίζονται με την εικόνα του δολοφόνου. Ένας ελάχιστος αριθμός ψυχωσικών διαπράττει δολοφονίες, και σίγουρα αυτός ο αριθμός στατιστικά δεν είναι μεγαλύτερος από την αναλογία των δολοφόνων ανάμεσα στους μη-ψυχωσικούς. Δυστυχώς η ταύτιση ψυχικών διαταραχών με δολοφονικές φιγούρες έχει δαιμονοποιήσει αρκετές ψυχικές διαταραχές και κυρίως την σχιζοφρένεια.

Στην δεύτερη -και μεγαλύτερη- κατηγορία κατατάσσονται οι μη-ψυχωσικοί, αλλά ψυχοπαθείς δολοφόνοι. Αυτοί οι δολοφόνοι δεν παρουσιάζουν κανενός είδους ψευδαισθήσεις ή παραισθήσεις, έχουν απόλυτη γνώση των ηθικών κανόνων, αλλά δεν τους νοιάζει εάν αυτό που κάνουν είναι σωστό ή λάθος. Τους αρκεί η προσωπική τους ευχαρίστηση από τη δολοφονία και την επίδειξη εξουσίας. Αυτά τα άτομα δεν έχουν ισχυρή ηθική συνείδηση και γι’ αυτό το λόγο δεν νοιώθουν καθόλου ενοχές. Οι κατά συρροή δολοφόνοι όχι μόνο δεν νιώθουν τύψεις για τα εγκλήματά τους, αλλά θέλουν να ταυτίσουν τα θύματά τους με τους ίδιους. Βλέπουν τα θύματά τους ως τρόπαια μιας πράξης για την οποία είναι περήφανοι. Γι’ αυτό άλλωστε πολλές φορές οι δολοφόνοι κρατούν «αναμνηστικά» από τα θύματά τους (π.χ. προσωπικά αντικείμενα, ακρωτηριασμένα σωματικά μέλη, ζωτικά όργανα κτλ)3 .

Συνήθως είναι άτομα που ξεχωρίζουν στην παρέα λόγω των ψυχρών συναισθημάτων και της απομόνωσής τους. Σπάνια μοιράζονται πράγματα για τον εαυτό τους και δεν κάνουν προσπάθειες να καταλάβουν τα συναισθήματα των ανθρώπων γύρω τους. Πέραν δηλαδή των επίπεδων συναισθημάτων τους παρουσιάζουν και σαφή έλλειψη ενσυναίσθησης.

Πολλοί από τους κατά συρροή δολοφόνους εμφανίζονται με έντονη και χρόνια αντικοινωνική συμπεριφορά. Δεν ενδιαφέρονται για τους κοινωνικούς κανόνες, είναι βίαιοι, βλάπτουν -σωματικά και ψυχικά- τα άτομα του περιβάλλοντός τους, ενώ σχεδόν πάντοτε είναι βάναυσοι με τα ζώα, τα οποία είναι και τα πρώτα τους θύματα. Βλέπουμε δηλαδή ότι η δολοφονία δεν είναι παρά ο τελικός σταθμός μιας προϋπάρχουσας αντικοινωνικής συμπεριφοράς που είναι ενεργή για πολλά χρόνια και η οποία μπορεί να ξεκινάει από μικρή ηλικία με κάποιες «αθώες» πράξεις όπως κλοπές, βασανισμούς και θανάτωση ζώων, πολλαπλούς καυγάδες με άλλα παιδιά, έντονη εκδικητικότητα στις σχέσεις τους κτλ.

Πρώιμες Ενδείξεις και Αίτια

Όπως πάντα, οι παράγοντες που φαίνεται να επηρεάζουν την ανάπτυξη έντονης αντικοινωνικής συμπεριφοράς που μπορεί να οδηγήσει σε κατά συρροή δολοφονίες χωρίζονται σε ψυχολογικούς/περιβαλλοντικούς και βιολογικούς. Δεν πρόκειται όμως για αλληλοαποκλειόμενα αίτια. Ανάλογα με την περίπτωση, το περιβάλλον και οι γενετικοί παράγοντες παίζουν διαφορετικό ρόλο και έχουν διαφορετική επίδραση στην τελική διαμόρφωση της δολοφονικής προσωπικότητας.

Περιβάλλον

Στις πλείστες των περιπτώσεων οι θύτες τέτοιων δολοφονιών προέρχονται από ένα διαταραγμένο οικογενειακό περιβάλλον το οποίο τους άφησε μεγάλα συναισθηματικά κενά και αισθήματα ανασφάλειας και μειονεξίας. Ένα 60% των ατόμων που παρουσιάζουν αντικοινωνική συμπεριφορά, και επομένως και των κατά συρροή δολοφόνων, έχει χάσει τουλάχιστον έναν από τους δύο γονείς ή οι γονείς αδιαφορούσαν επιδεικτικά για την ανατροφή του παιδιού τους4 . Επίσης, έχει παρατηρηθεί ότι μεγάλο ποσοστό των κατά συρροή δολοφόνων έχουν πέσει θύματα βιασμού ή/και σωματικής και ψυχολογικής βίας στα παιδικά τους χρόνια. Όπως και στην περίπτωση των θυτών οικογενειακής βίας, τα βίαια συμπεριφορικά μοτίβα που έζησαν ως παιδιά τείνουν να τα επαναλαμβάνουν και ως ενήλικες, αλλά από τη θέση του θύτη αυτή τη φορά.

Όπως βλέπουμε δηλαδή, το κακό οικογενειακό περιβάλλον παίζει καταλυτικό ρόλο στην διαμόρφωση ατόμων με έντονη αντικοινωνική συμπεριφορά και σκέψεις. Φυσικά δεν σημαίνει ότι όποιος έχει μεγαλώσει σε ένα σκληρό περιβάλλον θα γίνει απαραίτητα εγκληματίας και δη δολοφόνος! Απλά τέτοια περιβάλλοντα έχουν μεγαλύτερη επίδραση σε άτομα που έτσι και αλλιώς έχουν κάποια ευαίσθητη ψυχολογική κράση.

Βιολογία

Υπάρχουν έρευνες που αποκαλύπτουν την βιολογική βάση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς5 . Πριν λίγα χρόνια έγινε μια έρευνα στην Δανία σε υποκείμενα άτομα που έχουν αναπτύξει αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας. Τα άτομα αυτά ήταν όλα υιοθετημένα, οπότε αυτό που έκαναν οι επιστήμονες ήταν να ελέγξουν εάν οι βιολογικοί συγγενείς είχαν αναπτύξει αυτή τη διαταραχή. Το αποτέλεσμα της έρευνας ήταν ξεκάθαρο: οι βιολογικοί συγγενείς των αντικοινωνικών ατόμων ήταν 4-5 φορές πιο πιθανό να έχουν αναπτύξει την διαταραχή αυτή, σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό.

Η σύγχρονη επιστήμη όμως υπογραμμίζει και άλλες φυσιολογικές διαφορές μεταξύ του μέσου πληθυσμού και των ψυχοπαθών δολοφόνων. Για παράδειγμα έχει βρεθεί ότι ένας στους τρεις ψυχοπαθείς παρουσιάζει ανωμαλίες στα εγκεφαλικά κύματα EEG, καθώς αυτά είναι πιο αργά σε σχέση με τον μέσο ενήλικα. Μια θεωρία είναι πως οι εγκέφαλοι των ψυχοπαθών αναπτύσσονται με πιο αργούς ρυθμούς, αλλά χρειάζονται περισσότερες φυσιολογικές αποδείξεις για να αποδειχθεί κάτι τέτοιο.

Καθώς πολλοί πιστεύουν ότι το μυστικό για να κατανοήσουμε την συμπεριφορά των ψυχοπαθών είναι η βιολογία, δεν είναι λίγοι οι ερευνητές που στρέφονται στην έρευνα των εγκεφάλων των ψυχοπαθών, με την ελπίδα ότι θα καταφέρουν να εντοπίσουν κάποιες διαφορές σε σχέση με τους εγκεφάλους μη-ψυχοπαθών ατόμων. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η έρευνα του Δρ. Kiehl, καθηγητή ψυχολογίας και νευροεπιστημών του πανεπιστήμιου του Νότιου Μεξικού6 . Η ιδέα της έρευνας είναι απλή. Υπολογίζεται πως ένας στους τέσσερις κρατούμενους στις φυλακές των ΗΠΑ παρουσιάζει ήπια ή σοβαρότερης μορφής συμπτώματα αντικοινωνικής και ψυχοπαθούς προσωπικότητας. Αυτό που κάνει ο Δρ. Kiehl είναι να πηγαίνει στις φυλακές, να μετράει τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων και στη συνέχεια, με ένα μικρό fMRI scanner να παίρνει κάποιες εικόνες του εγκεφάλου. Το ίδιο κάνει και με τους φυλακισμένους που δεν παρουσιάζουν συμπτώματα, αλλά και με μη φυλακισμένους που ούτε αυτοί έχουν συμπτώματα. Στο τέλος συγκρίνει αυτές τις 3 ομάδες και βλέπει σε τι διαφέρουν οι αντικοινωνικοί/ψυχοπαθείς.

Η ομάδα του Δρ. Kiehl, με τα αποτελέσματα που έχει έως τώρα, πιστεύει πως η κύρια διαφορά μεταξύ ψυχοπαθών και υπόλοιπου πληθυσμού είναι κάποιες ανωμαλίες του παραλιμβικού συστήματος, το οποίο σχετίζεται με την κατανόηση και έκφραση του συναισθήματος. Αυτά τα πρώιμα αποτελέσματα έρχονται να υποστηρίξουν την θεωρία περί ανωμαλίας ή καθυστερημένης ανάπτυξης του εγκεφάλου ως κύρια αιτία ανάπτυξης της ψυχοπαθούς συμπεριφοράς των κατά συρροή δολοφόνων.

Βεβαίως, όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν ανοιχτά και κάθε νέο στοιχείο στον τομέα της ψυχοπαθολογίας των εγκληματιών πρέπει να ερευνάται από πολλές και διαφορετικές σκοπιές, καθώς δεν πρέπει να ξεχνάμε πως τα δικαστήρια μπορούν να επηρεαστούν εύκολα υπέρ ή κατά ενός κατηγορουμένου βάσει των αιτιών που αποδίδει η ψυχιατρική στην συμπεριφορά τους.

Εισαγωγική Φωτογραφία:

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Έγκλημα και Τιμωρία, της Νίνας Κουλετάκη []
  2. Science Ray: «Serial Killer: Psychopathic or Psychotic« []
  3. Sam Vaknin: «The Psychology of Serial and Mass Killers«. Buzzle.com []
  4. Shirley Lynn Scott: «What Makes Serial Killer Tick?«. TruTV []
  5. Shirley Lynn Scott: «What Makes Serial Killer Tick?«. TruTV []
  6. Greg Miller (2008). «Investigating the Psychopathic Mind«.Science. 321 []