29 Ιούν 2015

Ζευγάρι και δοκιμασία

Δύο άνθρωποι αποφασίζουν να γίνουν ζευγάρι. Στη νέα αυτή σχέση, ο καθένας κουβαλά όλα όσα τον έχουν διαμορφώσει: την οικογένειά του, την κουλτούρα του, τις αξίες του, τις αναμνήσεις και τις εμπειρίες του. Το παιχνίδι σε αυτή τη σχέση παίζεται με 4: τον άντρα, τη γυναίκα και τις καταγωγές τους!

Στην πορεία βέβαια αυτής της σχέσης και καθώς τα προβλήματα του καθενός προστίθενται στην καθημερινότητα του άλλου και μεγαλώνουν, ο έρωτας, ο ρομαντισμός, τα ωραία και καλά χαρακτηριστικά του/της συντρόφου δείχνουν να διαλύονται και να χάνονται με χαρακτηριστική ευκολία, ενώ στη θέση τους έρχονται να προβάλλονται τα εξιδανικευμένα τμήματα του εαυτού τους, δημιουργώντας έτσι σταδιακά μια δυσλειτουργική σχέση.

Σε μια τέτοια λοιπόν σχέση, συχνά φαίνεται πως οι σύντροφοι δεν έχουν αποδεχθεί τμήματα του δικού τους εαυτού με αποτέλεσμα να τα προβάλλουν στον άλλον. Αυτή η ασυνείδητη απόρριψη για τον εαυτό, γίνεται συνειδητή απόρριψη του άλλου και έτσι προκαλούνται προβλήματα. Αυτά τα προβλήματα εξαρτώνται από την ικανότητα των συντρόφων να προσαρμόζονται στην πραγματική εικόνα του άλλου και να την αποδέχονται. Ο τρόπος με τον οποίο οι σύντροφοι αντιμετωπίζουν τις διαφορές τους αφενός καθορίζει την ποιότητα της  σχέσης τους και αφετέρου καθορίζεται από αυτήν. Έχει βρεθεί (Gottman) ότι τα ζευγάρια που είναι ικανοποιημένα από τη σχέση τους χειρίζονται τις διαφωνίες τους με θετικό τρόπο και προσπαθούν να αλλάξουν τον άλλον με υποστηρικτικό τρόπο χωρίς να τον απορρίπτουν.

Μια άλλη διάσταση στη σχέση αφορά την ευελιξία και την προσαρμογή στις αλλαγές. Θέματα όπως η γέννηση ενός παιδιού, αποχωρισμός του από την οικογένεια, ενηλικίωσή του, ασθένειες και άλλα στρεσογόνα γεγονότα είναι αναπόφευκτα στην πορεία ενός ζευγαριού και η δυνατότητά τους να τα αντιμετωπίσουν με ωριμότητα και ευελιξία καθορίζει σε σημαντικό βαθμό και την πορεία της σχέσης τους. Υπάρχει μια θεμελιώδης ασυμβατότητα η οποία εντοπίζεται ανάμεσα σε 2 συναισθήματα-καταστάσεις, την αφοσίωση η οποία αναφέρεται στην υπακοή στους κανόνες που ισχύουν στην οικογένεια καταγωγής μας και την πίστη που είναι απλά η εμπιστοσύνη στη σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων. Αφενός η δύναμη που ωθεί κάθε παιδί να παραμείνει το παιδί των γονιών του και αφετέρου η επιθυμία να γίνει άνδρας/γυναίκα μιας ξένης/ξένου που την/τον διάλεξε, καθορίζει αν θα καταφέρουμε να περάσουμε σε επόμενο στάδιο, σε αυτό της εξατομίκευσης και διαφοροποίησης. Σε αυτό το πλαίσιο το ζευγάρι έχει 2 επιλογές: να υπακούσει στους οικογενειακούς κώδικες ή να επιλέξει τη χειραφέτηση από αυτούς και να εφεύρει νέους. Αν απορρίψεις τους οικογενειακούς κώδικες κινδυνεύεις να προκαλέσεις ρήξη με τους γονείς και να χάσεις την υποστήριξή τους. Αντίθετα, αν παραμείνεις δέσμιος στους οικογενειακούς κανόνες παραιτείσαι από την ιδιωτική ζωή και χάνεις την αυτονομία σου.

Σε κάθε κρίση οι δυνάμεις της ένωσης ανταγωνίζονται τις δυνάμεις του χωρισμού χωρίς να ξέρουμε ποτέ ποιος τελικά θα επιβιώσει. Αυτή όμως η κρίση μας δίνει την ευκαιρία να διαπιστώσουμε αν το άτομο που έχουμε επιλέξει είναι το «σωστό», το «κατάλληλο» για εμάς. Ο μόνος τρόπος για να καταλάβουμε κάτι τέτοιο είναι να ζυγίσουμε αν αξίζει να πιστέψουμε στη σχέση ή να υπακούσουμε στους κανόνες καταγωγής μας. Από τον πρώτο χωρισμό λόγω του πρώτου παιδιού, από την απιστία έως τον λήθαργο της επιθυμίας, από τη μετάβαση από το ιδεώδες στη βιωμένη πραγματικότητα, οι κρίσεις που ελλοχεύουν στο ζευγάρι είναι αμέτρητες. Μπορεί να φέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα του χωρισμού, ή αντίθετα, να δώσουν νέες δυνατότητες να ξεπεράσουν τις κρίσεις αυτές.

«…φανταστείτε τη χαρά της όταν έφτασε στο χορό και τη χαιρέτησε ο όμορφος πρίγκιπας. Αντί για τη συνηθισμένη μεταχείριση που δεχόταν, της φέρθηκε με σεβασμό και ενδιαφέρον. Το συνταίριασμα έμοιαζε ουρανόσταλτο, και η Σταχτοπούτα και ο γοητευτικός Πρίγκιπας σύντομα παντρεύτηκαν.

Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που τελικά γύρισαν στο κάστρο, ύστερα από τον μήνα του μέλιτος. Ο πρίγκιπας ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα, φόρεσε τις πυτζάμες του, αφήνοντας το πουκάμισό του στο πάτωμα,  τις κάλτσες στο κρεβάτι και το παντελόνι στην καρέκλα. Η Σταχτοπούτα μπήκε στο δωμάτιο και έμεινε άναυδη από την ακαταστασία. Περίμενε, γεμάτη προσδοκία, να συμμαζέψει ο πρίγκιπας, αλλά σαν αυτός δεν το έκανε άρχισε να πετάει κάποια καρφιά. Καθώς εκείνος δεν αντιδρούσε, τα καρφιά γινόταν εντονότερα και μια γνώριμη σκέψη της καρφώθηκε στο μυαλό! «Μάλιστα! Είναι ακριβώς σαν όλους τους άλλους! Νόμιζα ότι ήταν διαφορετικός, αλλά κι αυτός περιμένει να μαζέψω εγώ και τη δική του ακαταστασία. Θέλει απλώς μια υπηρέτρια». Πολύ σύντομα η Σταχτοπούτα ένιωθε παραμελημένη και ανεπιθύμητη για άλλη μια φορά. Αντί να ρωτήσει τον πρίγκιπα γιατί δεν μάζεψε τα ρούχα του, προχώρησε στο επόμενο συμπέρασμα: «Δεν με αγαπά!».

Στο μεταξύ ο πρίγκιπας δεν μπορούσε να μαντέψει τι είχε συμβεί στη σύζυγό του που τον πρόσεχε και τον λάτρευε. «Το μόνο που μοιάζει να κάνει είναι να κεντρίζει, να κεντρίζει και να κεντρίζει. Πάντα περιμένει κάτι παραπάνω από εμένα. Δε μπορεί στ’ αλήθεια να είναι τόσο αναστατωμένη για λίγη ακαταστασία. Είναι ακριβώς σαν τους άλλους, θέλει να με αναγκάσει να κάνω το δικό της», συμπέρανε.

Αντί να κάτσουν και να μιλήσουν ο ένας στον άλλον για τα συναισθήματά τους, τα πιστεύω και για τον ρόλο του καθενός στο γάμο τους, προχώρησαν σε ένα ακόμη λαθεμένο συμπέρασμα: «όταν θα γνώριζα τον τέλειο σύντροφο θα ζούσα-υποτίθεται- για πάντα ευτυχισμένα. Δε νιώθω ευτυχία, συνεπώς εσύ δεν είσαι ο τέλειος σύντροφος για μένα». Τόσο η Σταχτοπούτα όσο και ο Πρίγκιπας ξεκινώντας τη σχέση τους είχαν ο καθένας από πριν τις ιδέες τους για τη σημασία της συμπεριφοράς και συγκεκριμένες προσδοκίες για το τι πρέπει να κάνουν οι άνδρες και οι γυναίκες. Οι ατομικές οπτικές τους επηρέαζαν τον τρόπο με τον οποίο ο ένας ερμήνευε τη συμπεριφορά του άλλου. Ο πρίγκιπας είχε χαρεί που βρήκε κάποιον «ίσο» που τον θαύμαζε και η Σταχτοπούτα είχε ενθουσιαστεί που βρήκε κάποιον «ανώτερο» που τη μεταχειριζόταν σαν πριγκίπισσα (δηλαδή σαν «ίση»). Ενώ και οι 2 ήλπιζαν σε ειδική μεταχείριση, αυτό που ανέμεναν ήταν η υπό όρους μεταχείριση.

«….Η εμπειρία του Πρίγκιπα να πρέπει πάντα να εκπληρώνει το επίπεδο προσδοκιών των άλλων (όπως άλλωστε πρέπει να συμπεριφέρεται ένας πρίγκιπας απέναντι στους γονείς-βασιλιάδες!), τον οδήγησε να ελπίζει ότι θα παρουσιαστεί κάποιος που θα τον εκτιμούσε πραγματικά γι αυτό που ήταν, αλλά αυτό που ανέμενε ήταν να βρει κάποιον που θα επιχειρούσε να βρει κάποιο λάθος του και να τον ελέγξει. Η Σταχτοπούτα επίσης, ονειρευόταν να την εκτιμούν αλλά ανέμενε να την εκμεταλλευτούν (όπως ακριβώς συνέβαινε με τη μητριά και τις θετές αδερφές της). Όταν συναντήθηκαν φαινόταν σαν να είχαν εκπληρωθεί οι ευχές τους. Οι ασύνειδες όμως προσδοκίες τους οδήγησαν σε παρερμηνεία των πράξεων του ενός έναντι του άλλου. Αντί να ελέγξουν τις αντιλήψεις τους, αντιδρούσαν σε αυτό που πίστευαν ότι έβλεπαν και η συμπεριφορά τους σταδιακά προκάλεσε την αντίδραση που εξαρχής ανέμεναν να βρουν.»

(από το βιβλίο «Σταχτοπούτα, η συνέχεια…», των Εϊμυ Λιου, Μπέτυ Λου Μπέτνερ, εκδόσεις Μαϊστρος 2008)

Εισαγωγική Εικόνα

]]>

20 Αυγ 2014

Ο βιολογικός μηχανισμός της αγάπης

Η αγάπη είναι μία έννοια που έχει πολλές προεκτάσεις: φιλοσοφικές, ψυχολογικές, θεολογικές, κοινωνικές ή ακόμη και βιολογικές. Το συναίσθημα της αγάπης έχει αποδειχθεί από πολλές έρευνες ότι έχει άμεσο αντίκτυπο τόσο στην νοητική/ψυχολογική μας κατάσταση, όσο και στη σωματική. Για παράδειγμα, το σύνδρομο της «σπασμένης καρδιάς» (broken heart) είναι ένα υπαρκτό πρόβλημα και περιγράφει την ιδιαίτερη σωματική ευαισθησία που προκαλείται μετά από έναν έντονο, αρνητικό γεγονός που συνήθως σχετίζεται με την απώλεια (θάνατος, χωρισμός κτλ).

Η ανθρώπινη ανάγκη για αγάπη έχει περιγραφεί σε πλήθος θεωρητικών πλαισίων, από το ψυχαναλυτικό μοντέλο του Freud έως και την πυραμίδα των αναγκών του Maslow. Από τη στιγμή που γεννιόμαστε κυνηγούμε το συναίσθημα της ασφάλειας και αποδοχής που συνοδεύουν την αγάπη που λαμβάνουμε από τους γύρω μας. Η αγάπη είναι ο θεμέλιος λίθος της δημιουργίας νέων οικογενειών, αλλά και σημαντικότατος παράγοντας σύσφιξης των σχέσεων με μέλη της οικογένειάς και του φιλικού μας περιβάλλοντος.

Όπως γίνεται κατανοητό, η αγάπη δεν είναι απλά ένα συναίσθημα. Έχει πλήθος διαφορετικών οπτικών γωνιών υπό τις οποίες μπορεί να την προσεγγίσει κανείς. Επηρεάζεται από πλήθος άλλων παραγόντων (βιολογικούς, κοινωνικούς, γνωστικούς κτλ) και εν συνεχεία μπορεί να επηρεάσει εκ νέου αυτούς τους παράγοντες, καθιστώντας αυτό το συναίσθημα ως ένα από τα σημαντικότερα στη ζωή μας.

Βιολογία της αγάπης

Μέχρι και πρόσφατα οι επιστήμονες ερευνούσαν την αγάπη μέσα στα πλαίσια της έρευνας για την ανάπτυξη και το ρόλο των συναισθημάτων στη ζωή μας και επικεντρωνόντουσαν κυρίως στο γνωστικό κομμάτι (τι πιστεύουμε ότι είναι αγάπη, πότε νοιώθουμε ότι αγαπάμε κάποιον, πως εξηγούμε την αγάπη κτλ) και τις κοινωνικές προεκτάσεις της. Η βιολογία της αγάπης όμως άρχισε σιγά-σιγά να τραβάει τα βλέμματα της επιστημονικής κοινότητας, με αποτέλεσμα τις τελευταίες δύο δεκαετίες να έχουμε αποκτήσει αρκετές γνώσεις γύρω από τους νευροβιολογικούς και ενδοκρινολογικούς μηχανισμούς της παρατηρήσιμης, κοινωνικής συμπεριφοράς που ερμηνεύεται ως αγάπη.

Η εξέλιξη της κοινωνικής και φροντιστικής συμπεριφοράς

Η αγάπη είναι κατά βάση μια κοινωνική συμπεριφορά και ως τέτοια μπορεί να ερευνηθεί και υπό τη σκοπιά της εξέλιξης. Τι είδους εξελικτική αξία έχει η ανάπτυξη αλληλένδετων σχέσεων ενδιαφέροντος και προστασίας μεταξύ δύο οργανισμών; Η ικανότητα δύο οργανισμών να αλληλεπιδρούν και να υποστηρίζουν τους ομοιοστατικούς μηχανισμούς (την ισορροπία δηλαδή στην λειτουργία ενός οργανισμού), την ατομική ανάπτυξή αλλά και την αναπαραγωγή τους, είναι ένας από τους αρχαιότερους βιολογικούς μηχανισμούς. Τέτοιου είδους «κοινωνικές συμπεριφορές» παρατηρούνται ακόμη και στους πιο πρωτόγονους οργανισμούς: τα βακτήρια. Τα βακτήρια έχουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν και να προσεγγίζουν μέλη του είδους τους, ενώ έχει παρατηρηθεί ότι η αναπαραγωγή τους είναι πιο επιτυχής όταν βρίσκονται εντός των ομάδων τους1 . Η «κοινωνική» συμπεριφορά των βακτηρίων είναι φυσικά μόνο η αρχή. Η αγάπη φαίνεται πως έχει ιδιαίτερη αξία για την επιβίωση και την αναπαραγωγή όλων των ειδών, καθώς παρατηρείται σχεδόν σε όλα τα γνωστά είδη: ερπετά, θηλαστικά, πουλιά, ψάρια. Όλοι οι οργανισμοί φροντίζουν ο ένας τον άλλο, ιδιαίτερα οι γονείς τα παιδιά τους, τα οποία άλλωστε μεταφέρουν και τα γονίδιά τους στο μέλλον. Όσοι οργανισμοί δεν έδειξαν τέτοιου είδους συμπεριφορές, φαίνεται πως απλά δεν κατάφεραν να επιβιώσουν αρκετά για να μεταδώσουν τα δικά τους γονίδια έως και σήμερα. Η «αγάπη» λοιπόν φαίνεται πως είναι ένας θεμέλιος λίθος στην εξέλιξη των ειδών και ένας δυναμικός μηχανισμός που ευνοεί την ανάπτυξη και την υγεία των οργανισμών.

Ο φυσιολογικός μηχανισμός της αγάπης

ΟξυτοκίνηΗ αγάπη στον άνθρωπο –όπως και όλα τα βασικά συναισθήματα- εδρεύει στα πιο «πρωτόγονα» μέρη του εγκεφάλου, αυτά τα οποία αναπτύχθηκαν κατά τα πρώιμα στάδια της εξέλιξής μας και είναι παρόντα σε όλα τα θηλαστικά2 . Βασικό ρόλο στο συναίσθημα της αγάπης παίζει η ορμόνη οξυτοκίνη η οποία εκκρίνεται σε αυτές τις «πρωτόγονες περιοχές» και συγκεκριμένα στην νευροϋπόφυση (posterior pituitary gland) και παίζει κεντρικό ρόλο στην αναπαραγωγή, αυξάνοντας την ερωτική επιθυμία σε άνδρες, βοηθώντας τις γυναίκες να αντέξουν τον πόνο της γέννας, αλλά και δημιουργώντας δεσμούς μεταξύ των ενηλίκων και του νεογνού. Έχει βρεθεί πως η ύπαρξη και μόνο ενός μωρού στο χώρο αυξάνει τα επίπεδα οξυτοκίνης σε όλους τους ενήλικους, άνδρες και γυναίκες3, κάτι που μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως ο οργανισμός μας είναι φτιαγμένος να «επιβάλλει» σε κάποιο βαθμό την αγάπη των άλλων όσο είμαστε μωρά. Οι πολυάριθμες έρευνες γύρω από τον ρόλο της οξυτοκίνης τις τελευταίες δεκαετίες έχουν υποδείξει ότι η συγκεκριμένη ορμόνη παίζει σημαντικό ρόλο σε ένα μεγάλο εύρος κοινωνικών συμπεριφορών που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την αγάπη και την ερωτική διάθεση. Μερικά παραδείγματα πέρα από το δέσιμο μεταξύ γονιών και παιδιών, είναι η διευκόλυνση της οπτική επαφής, η ενσυναίσθηση αλλά και η διάθεση για σεξουαλική συμπεριφορά.

Αν και η οξυτοκίνη φαίνεται πως παίζει σημαντικό ρόλο στην αγάπη, δεν θα πρέπει να θεωρήσουμε λανθασμένα πως είναι η «ορμόνη της αγάπης», καθώς αυτό το συναίσθημα όπως και όλα τα άλλα δημιουργούνται μέσα από περίπλοκες διαδικασίες και μια σειρά από εκκρίσεις άλλων ορμονών, νευροδιαβιβαστών και επικοινωνίας μεταξύ πολλών διαφορετικών εγκεφαλικών περιοχών. Για παράδειγμα η έκκριση του νευροπεπτιδίου βασοπρεσίνη σχετίζεται επίσης με την ανάπτυξη κοινωνικών συμπεριφορών παρόμοιων με αυτές που ρυθμίζει η οξυτοκίνη. Έρευνες γύρω από αυτές τις ορμόνες έχουν δείξει ότι εάν ο οργανισμός δεν μπορεί να τις απορροφήσει (π.χ. λόγω φαρμακευτικής αγωγής ανταγωνιστών των συγκεκριμένων ορμονών) τότε μειώνεται η εμφάνιση φροντιστικών, κοινωνικών συμπεριφορών τόσο απέναντι σε ενήλικες όσο και σε παιδιά. Είναι χαρακτηριστικό ότι έρευνες σε άτομα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο φάσμα του αυτισμού έχουν δείξει ότι μεταξύ άλλων παρουσιάζουν δυσλειτουργία στο σύστημα των κοινωνικών συμπεριφορών που σχετίζονται με την οξυτοκίνη και τη βασοπρεσίνη4, κάτι που φαίνεται λογικό εάν αναλογιστούμε ότι το φάσμα του αυτισμού περιγράφει ακριβώς συμπεριφορές που χαρακτηρίζονται από έλλειψη κοινωνικών δεξιοτήτων.

Το σύστημα μέρος του οποίου είναι και η οξυτοκίνη και η βασοπρεσίνη είναι δυναμικό και παρουσιάζει λειτουργικές διαφορές από άτομο σε άτομο. Η έκκριση της ορμόνης αλλά και ο αντίκτυπός της στη συμπεριφορά δεν είναι ίδια σε όλους και αυτό οφείλεται τόσο σε γεννητικούς όσο και σε επιγεννετικούς παράγοντες. Ερχόμαστε εξοπλισμένοι με ένα σύστημα οξυτοκίνης το οποίο λειτουργεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο, αλλά οι εμπειρίες της ζωής μας μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο λειτουργίας του, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγές στην αντίληψη της αγάπης από το ίδιο άτομο. Κάποιος ο οποίος για παράδειγμα μεγάλωσε σε ένα αποστειρωμένο και αυστηρό περιβάλλον μπορεί να μην εκτιμά την αξία της αγάπης ή ακόμη και να μην έχει νιώσει αυτό που οι περισσότεροι περιγράφουν ως αγάπη, έως ότου βρεθεί σε ένα διαφορετικό, πιο ανοιχτό και δεκτικό περιβάλλον που θα τον περιβάλλει με στοργή, οδηγώντας το βιολογικό του σύστημα να αλλάξει τη λειτουργικότητά του και επομένως και την αντίληψη του ίδιου για το συναίσθημα της αγάπης.

Ο πυρήνας της αγάπης είναι το αίσθημα της ασφάλειας και αυτό αντικατοπτρίζεται και στις ιδιότητες των ορμονών που σχετίζονται με αυτή. Τακτικές δόσεις οξυτοκίνης σε ζώα έχει αποδειχθεί ότι αυξάνουν τις φροντιστηκές συμπεριφορές, μειώνουν το στρες και την αμυντική συμπεριφορά, επιτρέποντας στους γονείς να αναπτύξουν καλύτερους δεσμούς με τα νεογνά τους αλλά και τα ίδια να αναπτύξουν μεγαλύτερο ρεπερτόριο συμπεριφορών μέσα σε ένα αίσθημα ασφάλειας.

Συμπερασματικά

Η αγάπη είναι ένα από τα πιο βασικά συναισθήματα όχι μονο στον άνθρωπο αλλά και το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο και όπως βλέπουμε υπάρχουν και σαφείς βιολογικοί λόγοι γι’ αυτό. Η βιολογία παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη συμπεριφορών αγάπης και φροντίδας, αλλά και το αντίστροφο: η ένταξη του ατόμου σε ένα σύστημα φροντιστικών συμπεριφορών αλλάζει την βιολογία του, με αποτέλεσμα την ενθάρρυνση και ανάπτυξη συμπεριφορών αγάπης από το ίδιο. Η φύση της αγάπης είναι ριζωμένη καλά μέσα μας και απλά περιμένει την κατάλληλη ευκαιρία να εκδηλωθεί.

Φωτογραφίες

 

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Ingham, C. J., & Jacob, E. (2008). Swarming and complex pattern formation in Paenibacillus vortex studied by imaging and tracking cells. BMC Microbiology, 8(1), 36. doi:10.1186/1471-2180-8-36 []
  2. R. Biswas-Diener & E. Diener (Eds), Noba Textbook Series: Psychology. Champaign, IL: DEF Publishers. DOI: nobaproject.com []
  3. Feldman, R. (2012). Oxytocin and social affiliation in humans. HormonesandBehavior, 61(3), 380–391. doi:10.1016/j.yhbeh.2012.01.008 (pdf) []
  4. Miller, M., Bales, K. L., Taylor, S. L., Yoon, J., Hostetler, C. M., Carter, C. S., & Solomon, M. (2013). Oxytocin and Vasopressin in Children and Adolescents With Autism Spectrum Disorders: Sex Differences and Associations With Symptoms: Oxytocin and vasopressin in autism. Autism Research, 6(2), 91–102. doi:10.1002/aur.1270 []
29 Ιούλ 2014

Η ψυχολογία της αγάπης

Τι είναι η αγάπη; Πώς μπορούμε να την ορίσουμε; Είναι η αγάπη ένα πράγμα ή ένα σύνολο από πολλά πράγματα; Υπάρχουν διαφορετικά είδη αγάπης; Είναι η αγάπη η ίδια για διαφορετικούς τύπους σχέσεων;

Υπάρχουν διαφορετικά είδη αγάπης;

Ορισμένοι ερευνητές προτείνουν ότι υπάρχουν πολλά είδη αγάπης. Ήδη από το 1886, ο Krafft-Ebing καθόρισε 5 είδη αγάπης: την αληθινή, τη συναισθηματική, την πλατωνική, τη φιλική και την αισθησιακή. Αρκετές δεκαετίες αργότερα, ο ψυχοθεραπευτής A. Ellis πρότεινε πρόσθετες ποικιλίες αγάπης που περιλαμβάνει πολλές διαφορετικές μορφές και βαθμούς, όπως τη συζυγική αγάπη, τη γονική αγάπη, την οικογενειακή αγάπη, τη θρησκευτική αγάπη, την αγάπη για ανθρωπότητα, την αγάπη για τα ζώα, την αγάπη για τα πράγματα, την αυτο-αγάπη, έρωτα, τη ψυχαναγκαστική αγάπη, κλπ.

Ένας από τους σύγχρονους του Ellis, o C.S. Lewis αφιέρωσε ένα ολόκληρο βιβλίο για τα είδη της αγάπης. Με βάση προηγούμενες διακρίσεις που είχαν γίνει από Έλληνες φιλόσοφους, πρότεινε 4 βασικά είδη: τη Στοργή (Storge),η οποία βασίζεται στη γνώση, την επαφή και μοιάζει με το ισχυρό δεσμό μεταξύ γονέων και παιδιών και η οποία έχει «άνετο και ήσυχο χαρακτήρα» με αισθήματα ζεστασιάς, διαπροσωπικής άνεσης και ικανοποίησης. Τη Φιλία (Philias), που χαρακτηρίζεται από κοινά ενδιαφέροντα, ιδέες και προτιμήσεις, σε συνδυασμό με τη συνεργασία, τον αμοιβαίο σεβασμό και την κατανόηση. Τον Έρωτα (eros), που περιλαμβάνει την προσοχή, την εξιδανίκευση και την ενασχόληση με το αγαπημένο πρόσωπο. Τη Φιλανθρωπία (Charity), την ανιδιοτελή και «θεία δώρο αγάπη».

Μια άλλη σύγχρονη θεωρία της αγάπης, που έχει παραχθεί και χρησιμοποιείται ευρέως ως όργανο μέτρησης, είναι η τυπολογία που αναπτύχθηκε από τον Lee. Σε αυτή την προσέγγιση, κάθε ποικιλία της αγάπης παρομοιάζεται με ένα πρωτεύον ή δευτερεύον χρώμα. Σύμφωνα με τον Lee, υπάρχουν τρία βασικά χρώματα ή μορφές της αγάπης: ο «Έρως» (eros), είναι μια έντονη συναισθηματική εμπειρία παρόμοια με τον παθιασμένο έρωτα. «Αγάπη ως παιχνίδι» (ludus), όπου το άτομο βλέπει το άλλο πρόσωπο ως παιχνίδι και συνήθως παίζει με πολλά πρόσωπα συγχρόνως. «Αγάπη χωρίς τρέλα» (Storge), είναι σταθερή και βασίζεται σε γερά θεμέλια εμπιστοσύνης, σεβασμό και φιλία. «Ρεαλιστική-πρακτική αγάπη» (Pragma-(Ludos + Storge)), έχει μια πρακτική προοπτική για την αγάπη και επιδιώκει ένα συμβατό εραστή. Το άτομο δημιουργεί μια λίστα με χαρακτηριστικά ή ιδιότητες που επιθυμεί να έχει ο σύντροφος του και επιλέγει βάση με το πόσο καλά πληροί τις απαιτήσεις. «Έμμονη αγάπη» (mania-(Eros + Ludos)), χαρακτηρίζεται από έναν σύντροφο που καθημερινά προσπαθεί να αναγκάσει το άλλο πρόσωπο να δείξει την αγάπη του. «Ανιδιοτελής αγάπη» (agape-(Eros + Storge)), αντιπροσωπεύει την υποχρέωση για αγάπη και φροντίδα των άλλων, χωρίς καμία προσδοκία ανταμοιβής.

Η Τριγωνική Θεωρία της Αγάπης

Το 1986 ο ψυχολόγος R. Sternberg πρότεινε την τριγωνική θεωρία της αγάπης, κατά την οποία στο εσωτερικό μιας ερωτικής σχέσης υπάρχουν 3 συστατικά στοιχεία:

  1. Η οικειότητα που περιλαμβάνει την εγγύτητα, τη φροντίδα και τη συναισθηματική υποστήριξη
  2. Το πάθος που αναφέρεται στη φυσική έλξη και τη σεξουαλικότητα
  3. Τη δέσμευση, την απόφαση, δηλαδή, σε βραχύ χρόνο να είσαι και να μείνεις με κάποιον και μακροπρόθεσμα, τα κοινά σχέδια και οι κοινές κατακτήσεις δύο ανθρώπων.
Από την μίξη αυτών των τριών στοιχείων, προκύπτουν επτά τύποι Αγάπης, επτά μορφές ερωτικής σχέσης που καλύπτουν όλα τα είδη των σχέσεων που είναι δυνατά στην ερωτική εμπειρία, με έναν 10 τύπο, τον τύπο Ο ή την Μορφή της μη Αγάπης να μην υπολογίζεται καθόλου.

Τα 7 είδη ερωτικής σχέσης που προκύπτουν από την Τριγωνική Ερωτική Θεωρία του Sternberg φαίνονται παρακάτω στο σχήμα:

love

  1. Liking – Intimacy.  Προτίμηση ή συμπάθεια (Το ν’αρέσει ο ένας στον άλλο) : Σε αυτό το είδος σχέσης, υπάρχει μεταξύ των ατόμων ζεστασιά, εμπιστοσύνη και μια αίσθηση ενότητας αλλά χωρίς τα χαρακτηριστικά του πάθους και της αφοσίωσής. Αυτού του είδους η σχέση μπορεί να συγκριθεί και με βαθιά φιλία.
  2. Infatuation – Passion.  Ξεμυάλισμα ή ερωτική τρέλα: Η αγάπη με την πρώτη ματιά που περιέχει μόνο πάθος και καταλήγει συχνά σε απογοήτευση αν δεν αναπτυχθεί η οικειότητα και η υποχρέωση της αγάπης. Οι σχέσεις αυτές βασίζονται στην εξιδανίκευση του άλλου και όχι στην γνώση του συντρόφου και δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στις προκλήσεις της ζωής.
  3. Empty love – Commitment.  Άδεια αγάπη: Ένα ή και τα δύο μέλη του ζευγαριού δεσμεύονται να συνεχίσουν την σχέση χωρίς να έχουν πια πάθος και οικειότητα. Συνήθως αυτές οι σχέσεις βρίσκονται στην τελική τους φάση και τα άτομα μένουν μαζί για να τιμήσουν την δέσμευση τους σε συνειδητές αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά, για παράδειγμα ή/και οικονομικούς λόγους.
  4. Romantic love – Passion + Intimacy.  Ρομαντική αγάπη: Είναι η τυπική μορφή ενός μεγάλου έρωτα σαν και αυτούς που περιγράφονται στην λογοτεχνία και στον κινηματογράφο. Σχέση με πάθος και οικειότητα που συνήθως εξωτερικοί παράγοντες εμποδίζουν τα δύο μέλη της σχέσης στα σχέδια τους για το μέλλον.
  5. Companionate love – Intimacy + Commitment.  Συντροφική αγάπη: Αυτή είναι η περίπτωση των σχέσεων που διαρκούν πολύ καιρό (πχ. γάμος) και που ενώθηκαν με την οικειότητα και την δέσμευση όταν έβλεπαν πώς το πάθος σιγά-σιγά ξεθωριάζει.
  6. Fatuous love – Passion + Commitment.  Ανόητες αγάπες: Σε αυτό το είδος σχέσης το έντονο πάθος κυβερνάει τα μέλη της σχέσης και αποφασίζουν την δέσμευση χωρίς να υπάρχει οικειότητα άλλα και χωρίς να έχει γνώση ο ένας του άλλου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι γάμοι που βασίζονται σε παρορμητικές αποφάσεις της στιγμής. Αυτού του είδους οι σχέσεις οδηγούνται με τον καιρό σε άδεια αγάπη ή σε βίαιη διακοπή.
  7. Consummate lone – Intimacy + Passion + Commitment.  Ολοκληρωμένη αγάπη ή αγάπη ζωής: Αυτή είναι η πλήρης αγάπη που ο καθένας ονειρεύεται. Δύσκολο, αλλά όχι αδύνατο, να την βιώσουμε πραγματικά και πάνω απ” όλα να κρατήσουμε ζωντανά τα χαρακτηριστικά της με την πάροδο του χρόνου.

Καθώς μια σχέση αναπτύσσεται, η σημασία του κάθε στοιχείου αλλάζει με την πάροδο του χρόνου. Μια σχέση που βασίζεται σε ένα μόνο από τα παραπάνω στοιχεία είναι λιγότερο πιθανό να επιβιώσει από ό,τι μια σχέση που βασίζεται σε δύο ή και στα τρία στοιχεία. Είναι αδιαμφησβήτητο ότι η αγάπη διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή μας, για αυτό και το πιο σημαντικό είναι να έχεις τη διάθεση να αγαπήσεις και να αγαπηθείς…

Εικόνες

Βιβλιογραφία

  • Hendrick, C., & Hendrick, S. S. (1989). Research on love: Does it measure up? Journal of Personality and Social Psychology, 56, 784-794
  • Lee, J. A. (1973). Colours of love: An exploration of the ways of loving. Toronto: New Press
  • Sternberg, R. (1986). «A Triangular Theory of Love.» Psychological Review. 93(2),119-35.
  • Sternberg, R. J., & Barnes, M. L. (Eds.). (1988). The psychology of love.New Haven, CT: Yale University Press.
]]>

21 Ιούλ 2014

Έντονα ερωτικά συναισθήματα και παρορμητικότητα πηγαίνουν χέρι-χέρι

Ο έρωτας, ιδιαίτερα στα πρώτα στάδια μιας νέας σχέσης, λέμε ότι μας «παίρνει το μυαλό». Πόσο αλήθεια είναι όμως αυτό; Πόσο διαφορετικά λειτουργεί ο εγκέφαλός μας όταν το έτερον ήμισυ μας «έχει πάρει το μυαλό»; Τι συνέπειες μπορεί να έχει αυτό στην συμπεριφορά μας και στη λήψη αποφάσεων; Έχοντας αυτά τα ερωτήματα στο νου, μια ομάδα ερευνητών του Πανεπιστημίου του Leiden αποφάσισε να δει εάν όσοι εμπλέκονται σε μια έντονη ερωτική σχέση έχουν διαφορετική επίδοση σε κάποια βασικά τεστ γνωστικών ικανοτήτων1 .

Για τις ανάγκες τις έρευνας εξετάστηκαν νέοι φοιτητές οι οποίοι δήλωσαν ότι έχουν δημιουργήσει μια νέα ερωτική σχέση πρόσφατα. Στο πρώτο κομμάτι τις έρευνας οι συμμετέχοντες ολοκλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο το οποίο μετράει την ένταση των ερωτικών συναισθημάτων (PassionateLoveQuestionnaire)2, ενώ στο δεύτερο κομμάτι της έρευνας ολοκλήρωσαν δύο γνωστικές δοκιμασίες που σκοπό είχαν να εξετάσουν την παρορμητικότητα του συμμετέχοντα: την ικανότητά του δηλαδή να αντισταθεί να φερθεί βεβιασμένα. Το τελικό ερώτημα που ήθελε να απαντήσει η εν λόγω έρευνα είναι εάν η απόδοση στις γνωστικές δοκιμασίες σχετίζεται θετικά ή αρνητικά με την ένταση των ερωτικών συναισθημάτων.

Οι γνωστικές δοκιμασίες

Stroop test

Η πρώτη δοκιμασία που ολοκλήρωσαν οι συμμετέχοντες είναι το λεγόμενο τεστ Stroop. Η λογική του συγκεκριμένου τεστ είναι σχετικά απλή. Ο συμμετέχοντας καλείται να απαντήσει σε μια σειρά από 3 υποδοκιμασίες. Στην πρώτη περίπτωση βλέπει λέξεις χρωμάτων στην οθόνη του («πράσινο», «μπλε») και καλείται να πατήσει ένα κουμπί με το δεξί χέρι ή το αριστερό ανάλογα με το ποιο χρώμα διάβασε (π.χ. το «μπλε» αντιστοιχεί στο αριστερό χέρι και το «πράσινο» στο δεξί). Στην δεύτερη υποδοκιμασία βλέπει χρωματισμένα τετραγωνάκια (μπλε ή πράσινα) και πάλι καλείται να απαντήσει με το δεξί ή το αριστερό χέρι ανάλογα με το χρώμα που βλέπει. Στην τρίτη και πιο ενδιαφέρουσα υποδοκιμασία ο συμμετέχοντας βλέπει λέξεις χρωμάτων («μπλε», «πράσινο») οι οποίες είναι γραμμένες με διαφορετικά χρώματα (μπλε και πρασινο) και καλείται να πατήσει ένα κουμπί με το αριστερό ή το δεξί του χέρι ανάλογα με το ποιο είναι το χρώμα με το οποίο είναι γραμμένο η λέξη που βλέπει μπροστά του.

[caption id="attachment_4279" align="aligncenter" width="505"]Οι πειραματικές υποδοκιμασίες του τεστ Stroop Οι πειραματικές υποδοκιμασίες του τεστ Stroop[/caption]

Ουσιαστικά, στην τρίτη υποδοκιμασία ο πειραματικός σχεδιασμός δημιουργεί μια γνωστική σύγκρουση, καθώς ο εγκέφαλος διαβάζει τη λέξη (π.χ. «πράσινο») και ταυτόχρονα βλέπει και το χρώμα (π.χ. μπλε) ενώ καλείται να δώσει και μια απάντηση με το δεξί και αριστερό του χέρι. Όταν η λέξη και το χρώμα της ταιριάζουν (π.χ. βλέπει τη λεξη «μπλε» γραμμένη με μπλε χρώμα) δεν υπάρχει γνωστική σύγκρουση καθώς η απάντηση είναι προφανής: μπλε. Όταν όμως η λέξη και το χρώμα της δεν ταιριάζον (π.χ. βλέπει τη λέξη «μπλε» γραμμένη με πράσινο χρώμα) τότε δημιουργείται γνωστική σύγκρουση λόγω της παράλληλης επεξεργασίας του λόγου και του χρώματος, κάτι που φαίνεται κατά την αξιολόγηση των απαντήσεων καθώς στις περιπτώσεις γνωστικής σύγκρουσης οι συμμετέχοντας καθυστερούν περισσότερο να δώσουν τη σωστή απάντηση ή/και κάνουν περισσότερα λάθη.

Flanker test

Η δοκιμασία τύπου Flanker την οποία ολοκλήρωσαν οι συμμετέχοντες είναι της ίδιας λογικής με αυτή του τεστ Stroop. Το υποκείμενο του πειράματος βλέπει ένα κεντρικό ερέθισμα (συνήθως γράμμα ή ένα βελάκι) το οποίο αριστερά και δεξιά συνοδεύεται από άλλα ερεθίσματα. Σκοπός του συμμετέχοντα είναι να απαντήσει εάν το κεντρικό ερέθισμα είναι το ίδιο με αυτά που το περιστοιχίζουν ή όχι. Το πείραμα χωρίζεται σε τρεις πειραματικές υποδοκιμασίες. Στην πρώτη το κεντρικό ερέθισμα είναι το ίδιο με αυτά που το περιστοιχίζουν (π.χ. ένα βελάκι που κοιτάει αριστερά, το οποίο περιστοιχίζεται από άλλα βελάκια που κοιτούν αριστερά). Στην δεύτερη περίπτωση το κεντρικό ερέθισμα είναι διαφορετικό από αυτά που το περιστοιχίζουν, ενώ στην τρίτη απλά τα ερεθίσματα που περιστοιχίζουν το κεντρικό αντικαθίστανται με κενά κουτάκια.

[caption id="attachment_4278" align="aligncenter" width="360"]Οι πειραματικές υποδοκιμασίες του τεστ Flanker Οι πειραματικές υποδοκιμασίες του τεστ Flanker[/caption]

Αυτό το οποίο μετράνε οι ερευνητές στα πειράματα τύπου Flanker είναι η ταχύτητα αντίδρασης των υποκειμένων όταν απαντούν εάν το κεντρικό ερέθισμα είναι το ίδιο με τα περιφερειακά ή όχι, καθώς επίσης και τον αριθμό των λανθασμένων απαντήσεων στις τρεις πειραματικές υποδοκιμασίες. Οι πιο παρορμητικοί συμμετέχοντες είναι αυτοί οι οποίοι δίνουν τις περισσότερες λανθασμένες απαντήσεις.

Έρωτας και παρορμητικότητα

Συγκρίνοντας τα αποτελέσματα των συμμετεχόντων στο ερωτηματολόγιο και στις δύο γνωστικές δοκιμασίες οι ερευνητές βρήκαν ότι όσο πιο παθιασμένα ερωτευμένοι ήταν οι συμμετέχοντες, τόσο χαμηλότερη βαθμολογία επιτύγχαναν στις γνωστικές δοκιμασίες. Βεβαίως, όπως συμβαίνει με όλες τις έρευνες που ελέγχουν συσχετίσεις μεταξύ δύο μεταβλητών (εν προκειμένων «επίπεδα έρωτα» και «παρορμητικότητα»), δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με ασφάλεια εάν ο ένας παράγοντας προκαλεί τον άλλο ή το αντίστροφο. Με απλά λόγια δεν ξέρουμε εάν όσο πιο ερωτευμένος είναι κάποιος τόσο πιο παρορμητικός γίνεται ή εάν όσο πιο παρορμητικός είναι κάποιος τόσο πιο έντονα τείνει να ερωτεύεται.

Όπως και να έχει, η έρευνα έδειξε ότι ο έρωτας πηγαίνει χέρι-χέρι με την παρορμητικότητα και τη μείωση της γνωστικής οξυδέρκειας, κάτι που μπορεί φυσικά να αποτυπώνεται και στην καθημερινότητα του ερωτευμένου: να είναι πιο ξεχασιάρης, να παίρνει περισσότερα ρίσκα ή να έχει δυσκολίες συγκέντρωσης.

Θα είχε ενδιαφέρον εάν η εν λόγω έρευνα συνεχιζόταν και σε βάθος χρόνου ώστε να δούμε πως εξελίσσεται η σχέση μεταξύ παρορμητικότητας και ερωτικού συναισθήματος σε βάθος χρόνου, καθώς ωριμάζει η ερωτική σχέση και αρχίζει να αποκτά και άλλα επιμέρους χαρακτηριστικά πέραν της έντονης ερωτικής επιθυμίας.

Φωτογραφίες

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Van Steenbergen, H., Langeslag, S. J. E., Band, G. P. H., & Hommel, B. (2013). Reduced cognitive control in passionate lovers. Motivation and Emotion. doi:10.1007/s11031-013-9380-3 []
  2. ElaineHatfield: “PassionateLoveQuestionnaire” []
04 Ιούν 2014

Σχέσεις εξάρτησης & αυθεντικές μορφές σχέσεων

«Στήριξα πάνω στον Κώστα κάθε μου στιγμή. Μαζί του να κάνω τα πάντα. Ακόμα και τίποτα να μη γινόταν, ακόμα και να μην κάναμε τίποτα. Ακόμα και αν είχα βαρεθεί. Πάμε εκδρομή; Πάμε, αν και ήδη βαριόμουν. Αλλά δεν μπορούσα. Είχα εγκλωβιστεί τελείως. Κάτι σαν εθισμός. Εξάρτηση. Έφτιαξα μια εξαρτητική σχέση. Και έγινα «ζητιάνος αγάπης». Έφαγα την τυρόπιτα μέχρι τέλους με το ζόρι, ακόμα και αν δε μου άρεσε η γεύση της. Ήθελα να μου καλύψει το κενό μου. Γιατί δεν μπορούσα καθόλου να μείνω μόνη; Γιατί δεν ήθελα πια να έρχομαι αντιμέτωπη με την αλήθεια. Με κανένα είδους αλήθειας για τον εαυτό μου και τη ζωή. Ήθελα να ζήσω την πλάνη..».

Όταν- συχνά σπάνια- ο δυνατός έρωτας σου χτυπήσει την πόρτα, ακολουθεί συνήθως μια από τις καλύτερες περιόδους της ζωής σου: χαράς, ζωντάνιας, δημιουργικής διάθεσης. Σαν για λίγο να βλέπεις τον κόσμο από άλλη ματιά, όπως όταν ήσουν παιδί, πιο αισιόδοξα, πιο ανάλαφρα, με ανοικτότητα και ενδιαφέρον. Σαν η ζωή σου να αποκτά αληθινό νόημα.

Ο καιρός όμως περνά, και αργά ή γρήγορα αυτή η χαρά αρχίζει στις περισσότερες- για να μην πούμε σε όλες τις περιπτώσεις να φθίνει και να μετατρέπεται σταδιακά σε άλλου είδους συναισθήματα, όχι και τόσο ευχάριστα πάντα.

Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις, όπου ο έρωτας οδήγησε σε μόνιμη σχέση, συχνά ξυπνάει κάποιος μια μέρα και αναρωτιέται: «τι κάνω με αυτόν τον άνθρωπο δίπλα μου;» «πού πήγε ο έρωτάς μας εκείνων των ημερών;» «πώς καταντήσαμε έτσι;», «πού έχει χαθεί ο εαυτός μου; Δεν με αναγνωρίζω» «γιατί ενώ βαριέμαι ζηλεύω και δεν μπορώ να χωρίσω με τίποτα;». Και άλλου είδους τέτοια ερωτήματα.

Φαίνεται ότι συχνά μένουμε με τον σύντροφο που κάποτε ερωτευτήκαμε τρελά από αγάπη, μένοντας- στην καλύτερη μάλλον περίπτωση- σε μια ανικανοποίητη κατάσταση ρουτίνας και συνήθειας γιατί «τον/την αγαπάμε πραγματικά».

Με κάποιον όμως που συζείς για αρκετά χρόνια, σίγουρα θα υπάρξουν και δυσκολότερες καταστάσεις εκτός της συνήθειας: τσακωμοί, διαφωνίες, διαφορετικές νοοτροπίες, διαφορετικές στάσεις και ενίοτε μιζέρια, καταπίεση. Τα οποία μάλλον βάζουμε τον εαυτό μας να τα ανέχεται εις το όνομα αυτής της «πραγματικής» αγάπης. Άλλωστε, πού να πάς πια; Ξανά από την αρχή; Δεν είσαι πια και στην ηλικία να αλλάζεις συντρόφους κάθε τρεις και λίγο. Ακούς και τα πλέον τετριμμένα κλισέ «οι σχέσεις θέλουν δουλειά , φροντίδα και προσπάθεια και από τους δύο» και πείθεις τον εαυτό σου να προσπαθήσει.

Δεν θα ήθελα στο κείμενο αυτό να μιλήσω όμως για το τι πρέπει ή όχι να κάνεις για να κρατήσεις τη σχέση σου ζωντανή, ούτε να εκφέρω άποψη για το αν είναι αυτό λειτουργικό ή όχι.

Θέλω να μοιραστώ κάποιες σκέψεις για τη φύση των ερωτικών σχέσεων και ίσως να σου δώσω ένα έναυσμα να αναλογιστείς σε σχέση με τον εαυτό σου.

Ας ρίξουμε μια πιο γενική ματιά πρώτα.

Ο άνθρωπος και το προσωπικό του υπαρξιακό «δράμα»

Κάθε άνθρωπος, είναι μια «παθολογία». Μα η λέξη παθολογία, δεν μου αρέσει. Είναι μια λέξη περιοριστική στις μνήμες που φέρνει στο μυαλό. Το τι είναι παθολογία, είναι πάρα πολύ ρευστό. Θα λέγαμε λοιπόν ίσως καλύτερα, ότι κάθε άνθρωπος έχει το υπαρξιακό του δράμα. Ή κάτι τέτοιο. Κάθε άνθρωπος, είναι «τρελός». Είναι μια πολύπλοκη κατάσταση. Ειδικά τη δική σου τρέλα, δεν μπορείς να τη δεις με τίποτα. Παρά μόνο να έχεις εκλάμψεις συνειδητότητας και άνοιγμα επιπέδων συνείδησης. Ίσως ένας σοφός άνθρωπος έχει μεγάλο εύρος συνείδησης.

Και τελικά καταλαβαίνεις, ότι δεν έχει σημασία αν θα ονομάσεις την παθολογία παθολογία, τρέλα, πρόβλημα, ή ό,τιδήποτε άλλο. Ονόμασέ την όπως θες. Αυτή είναι μια υπαρξιακή κατάσταση. Ένα υπαρξιακό μονοπάτι που καλείσαι να διαβείς.

Το δράμα σου διαχέεται παντού, σε όλο σου το φάσμα, σε όλους τους ανθρώπους με τους οποίους σχετίζεσαι, σε όλες τις καταστάσεις στις οποίες είσαι μέσα, σε όλες τις φαντασιώσεις, σε όλες τις σκέψεις και σε όλα τα συναισθήματά σου. Βρίσκεται τόσο καλά εντυπωμένο σε κάθε κύτταρο του σώματός σου, το δράμα σου γίνεται «εσύ».

Όμως δεν είσαι μόνο το δράμα σου. Είσαι κάτι πολύ περισσότερο. Κάπου εκεί μέσα υπάρχει κάτι πραγματικά αυθεντικό. Είναι τόσο αυθεντικό που σ όλη σου τη ζωή το φοβάσαι, φοβάσαι να τ αγγίξεις. Αυτό το αυθεντικό, προκαλεί φόβο.

Συνάμα, δεν είσαι μόνο μια «παθολογική» κατάσταση, αλλά έχεις και ικανότητες, ταλέντα, ζωτικότητα καθώς και πάρα πολλή δύναμη μέσα σου, που συχνά δεν την αναγνωρίζεις.

Το να συνδεθείς πραγματικά με την πηγή δύναμης και αυθεντικότητας μέσα σου, σου προκαλεί φόβο. Φοβάσαι να τα αναγνωρίσεις. Να τα αγγίξεις. Γιατί αν τα αγγίξεις, καταρρέει όλο το οικοδόμημα με βάση το οποίο έχεις ορίσει το ποιος είσαι και το τι κάνεις. Έρχεσαι αντιμέτωπος με την κενότητα. Με το θάνατο. Όταν μπορείς να βιώνεις την κενότητα, τότε αυτόματα βιώνεις την ολότητα.

Η ολότητα είναι η κενότητα. Όταν λέμε κενός, δεν εννοούμε «τίποτα», αντίθετα εννοούμε «όλα».

Όταν φτάσεις στο σημείο να βιώνεις την υπαρξιακή σου κατάσταση, σημαίνει ότι είσαι ένας άνθρωπος πολύ τολμηρός.

Σημαίνει ότι μπορείς να χωράς ταυτόχρονα όλον τον πόνο και όλη την ομορφιά της ζωής. Έτσι, ούτε η λέξη κενότητα περιγράφει την έννοια του κενού. Το κενό είναι το «να υπάρχω», το να υπάρχω με τα πάντα.

Το υπαρξιακό μονοπάτι και η «φωτεινή μας» πηγή, πάνε μαζί στη ζωή.

Υπάρχουν ταυτόχρονα.

Ίσως το μεγαλύτερο στοίχημα της ζωής είναι να ισορροπούμε σε αυτό το «ταυτόχρονα», με τον πιο υγιή, ευχάριστο και δημιουργικό τρόπο.

 Οι σχέσεις των ανθρώπων: όταν τα προσωπικά «δράματα» εμπλέκονται!

Αν όμως, ένας άνθρωπος δεν έχει καλά-καλά επίγνωση του ίδιου προσωπικού δράματος που παίζει, αν ο ίδιος δεν μπορεί να αντέξει να «υπάρξει» με τον εαυτό του, αν ο ίδιος δεν αναγνωρίζει την πηγή δύναμης και ζωτικότητας μέσα του, τότε τι γίνεται στις σχέσεις, όπου όλα συνυπάρχουν επί δύο;

Τι είναι αυτή η νέα οντότητα που δημιουργείται από δύο διαφορετικά σύμπαντα, η σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων;

Εκεί όπως καταλαβαίνετε και θα έχετε εξ εμπειρίας διαπιστώσει, τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο περίπλοκα!

«Είμαστε ζητιάνοι της αγάπης. Πολλοί άνθρωποι μπαίνουν σε μια σχέση γιατί ζητιανεύουν την αγάπη» (Osho),

Όταν διάβασα αυτό, μου είχε φανεί υπερβολικό. Μέχρι που το διαπίστωσα..εξ εμπειρίας!

Εκτός δηλαδή ότι «έπαιξα το δράμα μου» κανονικότατα και εν μέρει μόνο συνειδητοποιώντας το (αυτή είναι η καλή περίπτωση, να το συνειδητοποιείς εν μέρει ή να αναρωτιέσαι και να το ψάχνεις), διαπίστωσα εκ των υστέρων, ότι έψαχνα να βρω ουσιαστικά κάποιον να μου γεμίσει το κενό μου, μια παρηγοριά, μια αγκαλιά, ένα χάδι (αυτή ήταν η δική μου περίπτωση, άλλος μπορεί να αναζητά έναν θύτη/ένα θύμα, έναν «πατέρα»/μια «μητέρα», έναν δάσκαλο/ένα μαθητή κοκ).

Εκεί που δεν μπορούσα να το αντέξω, έτρεχα στην αγκαλιά, και απαιτούσα από τον άλλο να κάνει και να μου δώσει πράγματα, που εγώ η ίδια δεν μπορούσα να δώσω στον εαυτό μου. Και πώς κάποιος να με αντέξει, αν εγώ η ίδια δεν αντέχω τον εαυτό μου; Πώς να μου το λύσει αυτό το δράμα όλης μου της ζωής που εγώ δεν έχω κάνει τόσα χρόνια; Άσε που εμπλέκεται και το δικό του, περιπλεκόμαστε και στο τέλος βγαίνει ένας..αχταρμάς. Σε κάποια φάση ξεχνάς ποιος είσαι, που πας, τι θέλεις και γιατί το θέλεις. Συγχέεσαι στην τρυφερή αγκαλιά και απολαμβάνεις τη λήθη, που πολύ μακριά βρίσκεται από την αλήθεια.

Για μένα, δεν είναι υπερβολή να αποδεχτώ πια ότι όλες οι ερωτικές σχέσεις, είναι μια αυταπάτη. Οι ερωτικές σχέσεις είναι η παθολογία σου. Μέσα από κάθε ερωτικό σύντροφο που διαλέγεις, διαλέγεις να δεις ένα κομμάτι της παθολογίας σου κάθε φορά. Κάθε σύντροφος είναι η επιλογή σου για να γνωρίσεις ένα κομμάτι της παθολογίας σου κάθε φορά.

Συχνά όταν εμείς οι άνθρωποι συζούμε με το σύντροφό μας, δημιουργούμε σχέση εξάρτησης. Δημιουργείται μια εξάρτηση της ζωής του ενός με τον άλλο. Κοινοί λογαριασμοί. Κοινά «συμφέροντα». Κοινοί «φίλοι και παρέες». Κοινό σπίτι. Όλα αυτά τα κοινά, δεν είναι πραγματικά κοινά με την έννοια ότι τα μοιράζεσαι γιατί απλώς τα προσφέρεις. Φτιάχνεις με τον άλλο μια «συνομωσία» για να επιβιώσεις στον κόσμο. Είμαι μια συμφωνία για να αμυνθείς ενάντια στον κόσμο. Είναι μια συμφωνία, κρυφή, μυστική, ένα συμβόλαιο δύο ανθρώπων για να αντιμετωπίσουν τη σκληρότητα και τη μοναξιά του κόσμου. Και τις οικονομικές τους καταστάσεις και τις αντιξοότητες της ζωής.

Συχνά συναντάμε οικογένειες- «φρούρια»: ο μόνος τόπος που μπορείς να δηλώσεις κάποια ταυτότητα, για να έχεις να λες ότι κάποιος είσαι. Και στην πραγματικότητα, είναι ένα λυπηρό φιάσκο. Μια λυπηρή συμμαχία. Μια απεγνωσμένη προσπάθεια να νομίζεις ότι έχεις αξία. Ένα λυπηρό σύμπλεγμα σχέσεων.

Κανείς δεν μπορεί πραγματικά να δώσει σε αυτές τις οικογένειες. Γιατί, αν θες πραγματικά να δώσεις, δίνεις από χαρά, και εκεί τελειώνει. Δεν δίνεις για να διατηρήσεις τη σύμβαση, για να είσαι κατοχυρωμένος, για να νιώσεις ασφάλεια, ή για να καλύψεις το ναρκισσισμό σου ή ένα κοινωνικό στάτους.

Χρειάζεται να αναθεωρήσουμε τον κοινωνικό θεσμό της οικογένειας, να βρούμε έναν καινούριο, πιο λειτουργικό τρόπο να δομούμε τις οικογένειές μας, αλλά αυτό είναι ένα μεγάλο θέμα που θα χρειαστεί ένα δικό του άρθρο!

Τι κάνουμε λοιπόν με τα προσωπικά μας δράματα, τις σχέσεις, τις πλάνες και πώς θα βρούμε μια πιο αυθεντική χαρούμενη ζωή;

Χτίζοντας σχέσεις μεγαλύτερης επίγνωσης, λιγότερο εξαρτητικές ή σχέσεις ενήλικα προς ενήλικα

Όταν λέω ότι οι ερωτικές σχέσεις είναι μια αυταπάτη, σε καμιά περίπτωση δεν εννοώ ότι δεν θα πρέπει να συνάπτουμε ερωτικές σχέσεις, μόνο και μόνο γι αυτό. Μπες στη ζωή και ζήσε τη. Είναι η ευκαιρία σου. Αν αυτό γίνεται μέσα από ένα σύντροφο, ζήσε το μέσα από ένα σύντροφο. Αν αυτό γίνεται με το να μονάσεις, ζήσε με το να μονάσεις. Αυτό που έχει σημασία είναι η δράση.

Η δράση είναι η λύση σε οποιονδήποτε προβληματισμό. Μπες στη ζωή και ζήσε.

Πώς μπορούμε να φτιάχνουμε λοιπόν σχέσεις λιγότερο εξαρτητικές και περισσότερο αυθεντικές;

Πώς μπορώ να συνδεθώ μαζί σου με έναν αυθεντικό και δημιουργικό τρόπο;

Συχνά προσπαθούμε είτε «να σώσουμε», είτε να αλλάξουμε τον άλλο.

Και οι δύο αυτές στάσεις συνιστούν αποτυχία από το να συνδεθούμε με τον άλλο πραγματικά. Που σημαίνει ότι στην πραγματικότητα υποβιβάζουμε την αξία και τη δυνατότητα του άλλου. Τη δυνατότητά του να υπάρξει ως υπεύθυνος ενήλικας με τις επιλογές που κάνει κάθε φορά ακόμα και αν είναι διαφορετικός από εμάς ή δεν μας ταιριάζουν οι επιλογές του.

Από την άλλη, υπάρχει ένας άλλος τρόπος σύνδεσης με τον άλλο: ως ενήλικας προς ενήλικα. Από μια στάση, είμαι okείσαι ok

Θα παραλληλίσω αυτή τη μορφή σύνδεσης με τη σχέση «θεραπευτή» και «θεραπευόμενου» από τη διαδικασία της ψυχοθεραπείας.

Ο «θεραπευτής» είναι στην πραγματικότητα ένας φιλικός συνταξιδιώτης. Στο ταξίδι που κάνεις βιώνοντας την υπαρξιακή σου κατάσταση. Κάποιος που σχετίζεται ή προσπαθεί να σχετίζεται με σένα και την υπαρξιακή σου κατάσταση:

«Απλώς είμαι μαζί σου, εκεί όταν αντικρίζεις και ανακαλύπτεις τις «σκιές» σου. Απλώς περπατώ πλάι σου, όταν διαβαίνεις πάνω στις σκιές σου.

Τίποτα δεν μπορώ να κάνω για σένα, απολύτως. Εκτός από το να στέκομαι παραδίπλα και να αποστομώνομαι και εγώ όταν αποστομώνεσαι με τις ανακαλύψεις σου, από το να παρατηρώ τον πόνο σου όταν πονάς και από το να συνδέομαι με τη ζωή σου, όταν συνδέεσαι με το φως σου και τότε να χαίρομαι μαζί σου.

Μόνο αυτό λοιπόν μπορώ να κάνω ως «θεραπευτής». Να είμαι ένας φιλικός συνοδοιπόρος. Και να είμαι κάποιος που θα ξέρεις ότι είναι διαθέσιμος να είναι μαζί σου στο ταξίδι σου».

Αν λοιπόν τείνουμε να σχετιζόμαστε όλο και περισσότερο με τέτοιον τρόπο, πλάι στον άλλο, διαχωρισμένοι αλλά και μαζί, μπορώντας να αφουγκραστούμε και να συνοδεύσουμε τον άλλο στην υπαρξιακή του κατάσταση, τότε οι σχέσεις θα γίνονται περισσότερο αυθεντικές και ελεύθερες.

Ίσως δεν είναι τυχαίο, ότι οι λίγοι πραγματικά σοφοί άνθρωποι, δεν έχουν ανάγκη από μια ερωτική σχέση. Ένας πραγματικά σοφός άνθρωπος, δεν έχει ανάγκη από κανένα game. Δεν έχει ανάγκη να γνωρίσει τον εαυτό του μέσα από κάποιον άλλο. Γιατί γνωρίζει τον εαυτό του. Ή και να μην τον γνωρίζει ολοκληρωτικά, μπορεί να αντέχει την υπαρξιακότητά του ανά πάσα στιγμή. Έτσι, ένας σύντροφος δεν του χρειάζεται.

Έτσι ένας σοφός άνθρωπος γίνεται συχνά δάσκαλος. Ένας δάσκαλος, δεν ανήκει πουθενά, ούτε καν στον ίδιο του τον εαυτό. Ένας δάσκαλος εκπέμπει το φως του στους μαθητές του.

Όταν αγγίξεις τη σοφία, δεν μπορείς παρά να σιωπήσεις. Η σοφία δεν περιγράφεται. Όταν αγγίξεις τη σοφία δεν νιώθεις την ανάγκη να μιλήσεις γι αυτήν. Απλώς τη ζεις.

Όταν αγγίξεις τη σοφία, συμπονάς, συμπλέεις με τους ανθρώπους. Δεν θες να τους μάθεις κάτι, δεν θες να τους κάνεις να δουν κάτι, δεν θες να τους λύσεις κάτι. Απλώς είσαι μαζί τους στην παθολογία τους, την παρατηρείς, σχετίζεσαι και ακτινοβολείς φως. Όποιος μπορεί να δει το φως και είναι έτοιμος, μαθαίνει.

Επίλογος

Τι μπορεί να κάνει λοιπόν ένας άνθρωπος σε αυτή τη ζωή; Μπορεί να υπάρχει με την ύπαρξη γύρω του. Να χαίρεται όταν μπορεί να χαρεί. Να μπαίνει μέσα στη ζωή και να τη ζει. Με αυτήν την έννοια, κάθε μορφή δράσης είναι προτιμότερη από την περισυλλογή ή τη φιλοσοφία. Όταν η δράση συνοδεύεται από τη σκέψη-συνείδηση του βίωματος της δράσης, τότε αποκτάς σοφία σιγά-σιγά.

Όσο περισσότερο γίνεσαι σοφός, τόσο περισσότερο συνδέεσαι. Είναι μια γειωμένη κατάσταση.

Όσο περισσότερο γίνεσαι σοφός, τόσο περισσότερο μπορείς να ζεις σε κατάσταση ευγνωμοσύνης. Η κατάσταση ευγνωμοσύνης, δεν είναι μόνο μακάρια, είναι πολύ επίπονη ταυτόχρονα. Γιατί όταν βρίσκεσαι σε κατάσταση ευγνωμοσύνης, σημαίνει ότι μπορείς να δεις.

Κάθε άνθρωπος είναι σαν ένα άστρο σ αυτόν τον πλανήτη τη γη. Ένα άστρο που βιώνει την έκρηξη της φωτεινότητάς του απλώς για να τη βιώσει, για να γίνει αυτή, για να εκδηλωθεί. Για να εκδηλώσει το ποιος είναι. Για να εκδηλώσει μία έκφανση του ποιος είναι. Μόλις αυτό γίνει, το άστρο σβήνει. Δεν ξέρω αν χάνεται ή όχι. Διαισθάνομαι όμως ότι δε χάνεται αλλά μεταλλάσσεται σε άλλη μορφή ενέργειας, Ή ίσως ενώνεται με μια αρχική πηγή συνολικής ενέργειας.

Ας μη γίνουμε όμως φιλόσοφοι!

Ας πούμε «θα προσπαθήσω να με κουβαλάω, όσο πιο χαρούμενα γίνεται , με όσο περισσότερη ζωή μπορώ να αδράξω».

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

11 Σεπ 2012

Συντροφικές σχέσεις: Πόσο κοντά σε αντέχω;

«Το αγαπημένο «παιχνίδι» του Γιάννη και της Μαρίας ήταν ο «σαματάς». Ήξεραν και οι δύο την πρώτη κίνηση του παιχνιδιού: μια σιωπηλή συμπεριφορά, όπως τα μούτρα, τα απανωτά τσιγάρα, η απόσυρση ή ο εκνευρισμός. Έτσι μπορούσαν να στήσουν και να αρχίσουν το «παιχνίδι» τους. Όταν ο συμπαίχτης είχε πια πιαστεί στο παιχνίδι, ξεκινούσαν. Μόλις άρχιζε, ακολουθούσε μια προβλεπόμενη σειρά από συναλλαγές, όπου κάποιος από τους δύο εισέπραττε μια κατηγορία, ή μια ταπείνωση και κατέληγαν σε δυνατό καυγά. Έτσι, απομακρύνονταν ο ένας από τον άλλο. Αυτό ήταν το κέρδος που αποκόμιζαν από το «παιχνίδι», η αποφυγή της οικειότητας».

Η αποφυγή της οικειότητας

Συχνά, δηλώνουμε σε ένα φίλο «άσε, είμαι χάλια. Πάλι τσακωθήκαμε με τον Χ.» Και όταν αυτός μας ρωτήσει για ποιο λόγο, διστάζουμε, συλλογιζόμαστε και λέμε: « για βλακείες..πραγματικά δεν ξέρω..έγινε όμως ένας τρικούβερτος καυγάς!».

Ή κάποτε ίσως έχει τύχει να πούμε: «φοβάμαι να του πω πως τον αγαπώ μήπως τρομάξει», ή «εγώ ήμουν έτοιμος/η να του/της δώσω τα πάντα, και αυτός/ή μου είπε να χωρίσουμε».

Όπως ο Γιάννης και η Μαρία, είμαστε ικανοί, να επινοήσουμε τον κάθε λογής τρόπο, συνήθως ασυνείδητα, προκειμένου να αποφύγουμε την ουσιαστική δέσμευση και οικειότητα. Ολόκληροι γάμοι βασίζονται σε τέτοιου είδους ασυνείδητες συμφωνίες μεταξύ των μελλοντικώς συζύγων ! Διαλέγουμε εκείνον, που θα μπορεί να παίξει τα «παιχνίδια» μας, και εκείνος μας διαλέγει, γιατί μπορούμε να παίξουμε τα δικά του. Φαίνεται πως μια σχέση, μπορεί να εξυπηρετεί αυτήν την ανάγκη, το αέναο παίξιμο των παιχνιδιών, που από κάτω κρύβει την αποφυγή της αυθεντικής επαφής.

Η τελική κατάληξη είναι το εξής αντιφατικό: να «συζούμε χώρια» ! Όπως αναφέρει χαριτολογώντας ο Λ.Μπουσκάλια στο βιβλίο του «Να ζεις, να αγαπάς και να μαθαίνεις» : «Κοιμόμαστε σε χωριστά δωμάτια, τρώμε χωριστά, πηγαίνουμε διακοπές χωριστά, κάνουμε ό,τι μπορούμε για να συνεχίσουμε να ζούμε μαζί!».

Τι είναι λοιπόν αυτή η οικειότητα, και γιατί τόσο πολύ τη φοβόμαστε;

Η οικειότητα, είναι μια κατάσταση πραγματικής γνωριμίας και πλησιάσματος με τον άλλο. Συμβαίνει όταν ρίχνεις τις μάσκες, και αφήνεις τον άλλο να δει ποιος πραγματικά είσαι. Σημαίνει εμπιστοσύνη ότι ο άλλος θα σε δεχτεί και θα σε αγαπήσει, όπως ακριβώς είσαι. Δύσκολο εγχείρημα! Γιατί , « αν δει ποιος πραγματικά είμαι, θα με θέλει ακόμα; Καλύτερα να συνεχίζω να υπάρχω μέσα από τις ταμπέλες, τους ρόλους, τους τίτλους μου, να ρίχνουμε πού και πού και κανά καυγά, να ξανα-απομακρυνόμαστε, και έτσι θα λειτουργεί καλύτερα, θα είναι ασφαλέστερα».

Πιστεύω ότι το ειρωνικό της υπόθεσης είναι ότι αν το ρισκάραμε, ο άλλος θα ήταν διατεθειμένος ακόμα να μας αγαπά, ότι θα ήταν πολύ πιο εύκολο για εκείνον να μας αγαπήσει με τις αδυναμίες μας, από ό,τι εμείς να αγαπήσουμε τον εαυτό μας με τις αδυναμίες μας. Να του συγχωρέσουμε την αδυναμία μας να είμαστε τέλειοι υπεράνθρωποι ή απλώς άνθρωποι!

Σε αυτήν την κοινωνία, όπου από μικρούς μας μαθαίνει να μπαίνουμε σε καλούπια, να λειτουργούμε «όπως πρέπει», να φοράμε μάσκες, να παίζουμε ρόλους και παιχνίδια, να είμαστε επιφυλακτικοί με τους άλλους, με άλλα λόγια μας μαθαίνει να αποξενωνόμαστε από τον πραγματικό εαυτό μας και να μην εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας και τους άλλους, είναι πραγματικά δύσκολο να επιτρέπουμε στην οικειότητα να υπάρχει , να πραγματώνεται.

Ωστόσο, όλοι έχουμε ζήσει στιγμές με το σύντροφό μας όπως η ανταλλαγή μιας ματιάς γεμάτης νόημα, που κανείς άλλος στην παρέα δεν καταλαβαίνει, ένα τρυφερό άγγιγμα, μια αγκαλιά που μπορεί μεμιάς να σου πάρει όλον τον πόνο, ένα χαμόγελο κατανόησης και αποδοχής που ξαφνικά σε αφοπλίζει και σου δίνει λόγο ύπαρξης. Υπάρχουν πραγματικά κάποιες στιγμές μαγικές, όπου μπορούμε να νιώσουμε κοντά, να νιώσουμε την αγάπη !

Αξίζει να δουλέψουμε με τον εαυτό μας, όσο περισσότερο, για να απελευθερωθούμε από τα δεσμά μας όσο περισσότερο, για να μάθουμε να ρισκάρουμε όλο και περισσότερο να είμαστε αυτοί που πραγματικά είμαστε και να αφήνουμε αυτές τις στιγμές της οικειότητας να συμβαίνουν όλο και πιο συχνά!

Εισαγωγική Φωτογραφία

Η Δανάη Χορομίδου είναι ψυχολόγος, απόφοιτος Παν/μίου Αθηνών, ψυχοθεραπεύτρια-ψυχοδραματιστής, συνεργάτης του Ψυχοδραματικού Κέντρου Ανάπτυξης Προσωπικότητας, και συνεργάτης του Κέντρου Διαταραχών Πρόσληψης Τροφής «Ανάσα» κιν: 6943 203 408 http://www.danaichor.blogspot.com

]]>

25 Μαΐ 2010

Μικρά και Ενδιαφέροντα #5

Neurophilosophy] {Ψ} Ο ρόλος της έντασης και του βάθους της φωνής στο φλέρτ. Νέες έρευνες καταδεικνύουν τα στοιχεία εκείνα που κάνουν μια φωνή του αντίθετου φύλου να ακούγεται πιο ερωτική. [Medical News Today] {Ψ} Το MindHacks παρουσιάζει ένα ντοκιμαντέρ για την ψυχιατρική μεταρρύθμιση στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ίσως μπορούμε να ακολουθήσουμε κάποια βήματα και να διδαχθούμε από τα λάθη του. [Mind Hacks] {Ψ} Μπορούν οι πολεμικές τέχνες να μας βοηθήσουν να διατηρήσουμε καλή ψυχική υγεία; Σύμφωνα με μια έρευνα της Ιατρικής Σχολής Tufts στη Μασαχουσέτη το Τάι-Τσι (Tai Chi) βοηθάει στη  μείωση των επιπέδων άγχους και στην καταπολέμηση της κατάθλιψης! [Medical News Today]

Ψυχο…ιστορικά

Σαν σήμερα, στις 25 Μαϊου 1860, γεννήθηκε ο James McKeen Cattell. Ο Cattell ήταν ένας από τους επιφανέστερους ψυχολόγους και της γενιάς του. Ασχολήθηκε κυρίως με την ψυχομετρία, τα τεστ νοητικής ικανότητος (IQ) και την ατομικότητα. Είχε πλούσιο συγγραφικό έργο, ενώ ήταν αρχισυντάκτης σε πολλά επιστημονικά περιοδικά, όπως το American Men of Science, το Psychological Review, αλλά ακόμη και το πασίγνωστο πλέον Science. Δίδαξε στο πανεπιστήμιο της Πενσιλβανίας, όπου και το 1988 δημιούργησε εκ του μηδενός το πρώτο εργαστήρι ψυχολογίας του πανεπιστημίου του. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως εκλέχθηκε πρόεδρος του Αμερικανικού Συνδέσμου Ψυχιατρικής (APA) το 1895. Πέθανε στις 20 Ιανουαρίου 1944, σε ηλικία 84 ετών. Φωτογραφία: Wikipedia]]>

09 Ιαν 2008

Ο γάμος κάνει καλό στην υγεία

Πολλοί βλέπουν την δέσμευση του γάμου και ως το τέλος των ευτυχισμένων μερών της ζωής τους, μιας και πλέον θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όχι μόνο τις δικές τους επιθυμίες, αλλά και του/της συντρόφου τους. Κλινικές έρευνες στο παρελθόν έδειξαν ότι αυτός ο τρόπος σκέψης κυριαρχεί περισσότερο στους άνδρες και λιγότερο στις γυναίκες, οι οποίες βλέπουν τον γάμο ως την επικύρωση μιας βαθιάς συναισθηματικής σχέσης και όχι ως ψυχική δέσμευση.

Όσοι σκέφτονται με τον πρώτο τρόπο σκέψης, μάλλον κάνουν λάθος. Πλέον γίνεται ξεκάθαρο πως ένας καλός γάμος μπορεί όχι μόνο να κάνει ευτυχισμένο έναν άνθρωπο, αλλά και τον θωρακίζει απέναντι τόσο σε πολλές ψυχικές διαταραχές, όσο και απέναντι σε σωματικές ασθένειες.

Πρόσφατα, μια έρευνα του πανεπιστημίου της Καλιφόρνια ήρθε να προστεθεί σε όλες τις έρευνες που καταδεικνύουν πως ένας ισορροπημένος γάμος είναι τελικά ότι καλύτερο για την καταπολέμηση του στρες. Στην συγκεκριμένη έρευνα βρέθηκε πως όσο πιο ευτυχισμένος είναι κάποιος από τον γάμο του, τόσο πιο χαμηλά είναι τα επίπεδα της κορτιζόλης στο σώμα του, μιας ορμόνης που σχετίζεται άμεσα με το άγχος, την αύξηση της πίεσης του αίματος και του επιπέδου των σακχάρων.

Όταν το άγχος κάνει έντονη την παρουσία του για μεγάλο χρονικό διάστημα αυτό έχει ως αποτέλεσμα – εκτός βεβαίως από την ψυχική καταπόνηση του ατόμου- πολλά σωματικά προβλήματα, με χαρακτηριστικότερο το έλκος του στομάχου. Επιπλέον, μακροχρόνια υψηλά επίπεδα κορτιζόνης έχουν συσχετιστεί με σοβαρότερα προβλήματα υγείας, όπως κατάθλιψη, έλλειψης επαρκούς κοινωνικής προσαρμογής (αντικοινωνική συμπεριφορά) ή ακόμη και… καρκίνο!

Αξίζει βεβαίως να σημειωθεί πως η παραπάνω έρευνα έδειξε ότι οι γυναίκες των «ισορροπημένων γάμων» αντιμετώπιζαν το στρες τους καλύτερα σε σχέση με τους άνδρες τους, γεγονός που υπογραμμίζει ότι υπάρχουν γνωστικού τύπου διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα. Επομένως, σε βάθος χρόνου μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι βιολογικές αντιδράσεις και επιπτώσεις στην υγεία των δύο φύλων θα διαφέρουν, με τις γυναίκες «καλών γάμων» να έχουν χαμηλότερα ποσοστά των προβλημάτων που προαναφέραμε, και τους άνδρες τους να ακολουθούν, αφήνοντας πίσω τους τους ελεύθερους και τα ζευγάρια «κακών γάμων», τα οποία επιβαρύνουν την ψυχική και σωματική τους υγεία καθημερινά μέσω των κακών σχέσεών τους.

Επομένως ένας γάμος μπορεί να λειτουργήσει ως δίκοπο μαχαίρι. Εάν είναι καλός και η σχέση που έχει αναπτυχθεί ανάμεσα στους δύο συντρόφους είναι βαθιά και ουσιαστική, τότε ο γάμος τους θα αποτελέσει το καταφύγιό τους για τις δύσκολες στιγμές. Αντίθετα, αν ο γάμος είναι κακός και οι σύντροφοι δεν έχουν ουσιαστική επικοινωνία, βλέπουν ο ένας τον άλλο ανταγωνιστικά ή αν φοβούνται να δοθούν στο ταίρι τους και να δημιουργήσουν μια σχέση στοργής και κατανόησης, τότε μάλλον τα προβλήματα – ψυχικά και σωματικά- είναι σχεδόν βέβαιο πως θα τους χτυπήσουν την πόρτα.

Είναι σημαντικό να τονίσουμε πως ο γάμος δεν είναι μια ακόμη απλή κοινωνική σχέση, αλλά μια σχέση ζωής, όπου καλείσαι να συζήσεις, να αγαπήσεις και να ανοιχτείς στον σύντροφό σου θεωρώντας τον κομμάτι της ζωής σου. Θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε την διαφορά των απλών κοινωνικών σχέσεων και των σχέσεων μεταξύ των συντρόφων με την διαφορά μεταξύ «οικογένειας» και «γνωστών». Είναι αναμενόμενο οι σχέσεις με την οικογένειά μας να είναι πιο ουσιαστικές από τις σχέσεις μας με τρίτα άτομα, γεγονός που τις κάνει και πιο ουσιαστικές για την ζωή μας.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Σχετικά άρθρα / Πηγές

]]>