06 Αυγ 2015

Η δυσλειτουργία των καθρεπτικών νευρώνων στις διαταραχές ενσυναίσθησης

Με τα γοργά βήματα με τα οποία αναπτύσσονται οι νευροεπιστήμες τις τελευταίες δεκαετίες, ολοένα και περισσότεροι επιστήμονες προσπαθούν να εντοπίσουν το ρόλο που παίζει η μη φυσιολογική λειτουργία του εγκεφάλου στην ανάπτυξη ή την εξέλιξη κάποιων διαταραχών. Τα μυστικά της λειτουργίας του εγκεφάλου αποκαλύπτονται σταδιακά με κάθε νέα ταυτοποίηση των εγκεφαλικών δομών και ανακάλυψη της λειτουργίας συγκεκριμένων νευρώνων στο κεντρικό νευρικό μας σύστημα.

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ανακαλύψεις των τελευταίων δεκαετιών είναι αυτή της ανακάλυψης των καθρεπτικών νευρώνων. Έχουμε μιλήσει και στο παρελθόν για τους νευρώνες αυτούς, οι οποίοι σχετίζονται άμεσα με την ικανότητα των ανθρώπων και άλλων πρωτεύοντων θηλαστικών (π.χ. πιθήκων) να μπαίνουν στη θέση των άλλων και να αναπτύσσουν αυτό που επιστημονικά ονομάζουμε ενσυναίσθηση. Πιο συγκεκριμένα, οι νευρώνες αυτοί ανήκουν στην οικογένεια των κινητικών νευρώνων και πυροδοτούνται όταν βλέπουμε άλλους ανθρώπους (στην περίπτωση των ανθρώπινων νευρώνων) να κάνουν κάποια κίνηση (π.χ. πιάνουν αντικείμενα) ή όταν εξωτερικά ερεθίσματα έχουν κάποιο αντίκτυπο στους άλλους (π.χ. τσίμπημα με βελόνα). Χάρη σε αυτούς τους νευρώνες «αισθανόμαστε» άμεσα τι κάνουν ή τι παθαίνουν οι άλλοι γύρω μας.

Μια ενδιαφέρουσα ιδέα που κυκλοφορεί στην επιστημονική κοινότητα των νευροεπιστημόνων τα τελευταία χρόνια είναι ότι οι νευρώνες αυτοί παίζουν κάποιο ρόλο στις διαταραχές που έχουν ως βασικό σύμπτωμα την έλλειψη ενσυναίσθησης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο αυτισμός, η αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας ή ακόμη και η ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας. Παρόλο που όλες αυτές οι αποκλίνουσες συμπεριφορές είναι τόσο διαφορετικές μεταξύ τους και έχουν εντελώς διαφορετική νευρολογική βάση, έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: το άτομο που τις εμφανίζει έχει δυσκολίες σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό να αναπτύξει σχέσεις με άλλους αλλά –πολύ σημαντικότερο- και να καταλάβει τι αισθάνονται οι συνάνθρωποί του.

Ήδη έχουν υπάρξει έρευνες για τον αυτισμό και τις αντικοινωνικές διαταραχές που δείχνουν μια ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της δυσλειτουργίας των καθρεπτικών νευρώνων και της εμφάνισης αυτών των «διαταραχών ενσυναίσθησης»1 . Φυσικά, η συσχέτιση δεν σημαίνει και αιτιότητα. Δεν γνωρίζουμε εάν η δυσλειτουργία των νευρώνων προϋπάρχει της διαταραχής ή εάν οι νευρώνες αυτοί εξασθενούν ως αποτέλεσμά της εμφάνισης της διαταραχής. Κατά πάσα πιθανότητα ισχύουν και τα δύο ανά περίπτωση.

Η συγκεκριμένη θεωρία δεν έχει μόνο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον, αλλά και ευρύτερο, καθώς μπορεί να έχει και πρακτικές προεκτάσεις. Εάν η δυσλειτουργία των νευρώνων ενθαρρύνει την ανάπτυξη των συμπτωμάτων όπως των διαταραχών που αναφέραμε, αυτό σημαίνει πως ενδεχομένως μια παρέμβαση σε επίπεδο φυσιολογίας στους καθρεπτικούς νευρώνες μπορεί να μειώσει ή ακόμη και να εξαφανίσει τα συμπτώματα έλλειψης ενσυναίσθησης. Φυσικά, απέχουμε πολύ πριν από τέτοιου είδους παρεμβάσεις ακόμη, αλλά παραμένουν μια ανοιχτή πιθανότητα για το μέλλον.

Βεβαίως τέτοιες παρεμβάσεις ανέκαθεν γινόντουσαν σημεία έντονης αντιπαράθεσης από φιλοσόφους, επιστήμονες αλλά και το ευρύ κοινό, καθώς ανοίγουν πολλά θέματα κυρίως ηθικής φύσεως. Μπορούμε να παρεμβαίνουμε με τόσο άμεσο τρόπο για να αλλάξουμε μια συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται ως αποκλίνουσα, ακόμη και όταν προκαλεί πρόβλημα στο ίδιο το άτομο; Αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις; Σε ποιο βαθμό θα πρέπει να σταματά η παρέμβαση; Είναι ουσιαστική μια τέτοια παρέμβαση στη φυσιολογία ή απλά καλύπτει τα συμπτώματα αδιαφορώντας για τα βαθύτερα αίτια της διαταραχής συμπεριφοράς; Πρόκειται για ερωτήματα στα οποία ο καθένας από εμάς μπορεί να δώσει τις δικές του απαντήσεις…

Εισαγωγική Εικόνα

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Psychopaths and Mirror Neurons: How Empathy Can Be a Luxury []
26 Νοέ 2012

Αντικοινωνική Διαταραχή Προσωπικότητας

Η ιστορία της Αντικοινωνικής Διαταραχής Προσωπικότητας

Η παλαιότερη, «κλινική» παράδοση για την κατανόηση της αντικοινωνικής διαταραχής της προσωπικότητας αναφέρεται στον όρο ψυχοπάθεια ή ψυχοπαθητική προσωπικότητα και οριοθετήθηκε από τον Cleckley (1941/1976). Διακρίνεται με την παρουσία τόσο της προφανής αντικοινωνικής συμπεριφοράς όσο και των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας και ένα τέτοιο άτομο μπορεί να περιγραφεί ως σκληρό και ανελέητα αδιάφορο για τα δικαιώματα και τα συναισθήματα των άλλων (Hare, 1991) ή ως επιθετικό ναρκισσιστή (Meloy ,1992).

Σύγχρονες έννοιες της αντικοινωνικής διαταραχής της προσωπικότητας επισημαίνονται πίσω στις αρχές της δεκαετίας του 19ου αιώνα, και, αναμφισβήτητα, ήταν πάντα στενά συνδεδεμένες με τις σύγχρονες κοινωνικές στάσεις έναντι της ποινικής δικαιοσύνης και της πολιτικής ελευθερίας (Ferguson & Tyrer, 2000). Στις αρχές της δεκαετίας του 1800 οι κλινικοί γιατροί προσπάθησαν να καταλάβουν εγκληματίες των οποίων τα αδικήματα ήταν τόσο αποτρόπαια, αλλά οι κλινικές παρουσιάσεις τους δεν ταίριαζαν με τα ήδη υπάρχοντα αναγνωρισμένα ψυχικά σύνδρομα. Περιγράφοντας τα άτομα αυτά, ο Prichard (1835) επινόησε τον όρο «ηθική παράνοια», η οποία ήταν μια μορφή της «ψυχικής διαταραχής στην οποία οι πνευματικές ικανότητες είναι αμείωτες, αλλά οι ηθικές αρχές του νου είναι διεφθαρμένες ή διεστραμμένες, και το άτομο είναι ανίκανο να λειτουργεί με αξιοπρέπεια και ευπρέπεια στη ζωή.»

Ενώ η ισχύς της συσχέτισης μεταξύ της αντικοινωνικής διαταραχής της προσωπικότητας και της υποτροπής δεν ήταν ποτέ υπό αμφισβήτηση, έχει υπάρξει εδώ και πολύ καιρό η συζήτηση σχετικά με τις επιπτώσεις της. Το 1874 ο Maudsley υποστήριξε ότι η ηθική παραφροσύνη «ήταν μια μορφή ψυχικής αποξένωσης, η οποία έχει τόσο πολύ την εμφάνιση του εγκλήματος που πολλοί άνθρωποι τη θεωρούν ως αβάσιμη ιατρική εφεύρεση». Η ουσία του προβλήματος ήταν ότι δεν ήταν δυνατόν να εξαχθεί μια ουσιαστική γραμμή μεταξύ των δύο μορφών της απόκλισης από τον κανόνα:

  • εγκληματικότητα αφενός
  • και αντικοινωνική προσωπικότητα από την άλλη.

Στο μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα, η διάγνωση «ηθική παράνοια» κέρδισε την αποδοχή μεταξύ των ευρωπαϊκών και των αμερικανικών δικαστηρίων της νομοθεσίας, έως ότου αντικαταστάθηκε από τον όρο «ψυχοπαθή κατωτερότητα», που περιγράφεται σε μια σειρά από σημαντικά έργα του Koch (1891). Πίστευε ότι αυτή η μη φυσιολογική συμπεριφορά είναι το αποτέλεσμα «μιας εκ γενετής ή επίκτητης κατωτερότητα του εγκεφάλου». Μετά τον Kraepelin (1905), ο οποίος δημιούργησε τον όρο «διαταραχή της προσωπικότητας», ο Schneider (1923) ανέπτυξε το χαρακτηρισμό της ψυχοπάθειας ως θεμελιώδης διαταραχή προσωπικότητας, και θεωρούνται τα άτομα με «ψυχοπαθή προσωπικότητα» εκείνα που «υποφέρουν μέσω των ανωμαλιών τους, ή μέσω εκείνων των οποίων η κοινωνία υποφέρει». Αυτό μπορεί να φανεί ως πρόδρομος για τις σύγχρονες διαγνωστικές έννοιες στην ψυχιατρική, η οποία πραγματοποιεί έμφαση στην δυσφορία ή δυσλειτουργία που προκύπτει από τις διαταραχές (για παράδειγμα, στο DSM και ICD).

Η ασθένεια

Το διαγνωστικό σύστημα DSM-IV, το προτιμώμενο σύστημα διάγνωσης, χαρακτηρίζει την αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας με κυρίαρχα χαρακτηριστικά την περιφρόνηση και παραβίαση των δικαιωμάτων των άλλων, που έχουν εμφανιστεί σε ένα άτομο από την ηλικία των 15 ετών, όπως υποδεικνύεται από τρία (ή περισσότερα) από τα επτά κριτήρια, δηλαδή:

  • μη συμμόρφωση προς κοινωνικά πρότυπα
  • ανευθυνότητα
  • απάτη
  • αδιαφορία για την ευημερία των άλλων
  • απερισκεψία
  • αποτυχία να προγραμματίσουν το μέλλον
  • και ευερεθιστότητα και επιθετικότητα (APA, 1994).

Η αιτιολογία

Η αντικοινωνική συμπεριφορά τείνει να είναι κληρονομική. Οι ερευνητές προσπάθησαν να καθορίσουν πόσο αυτή η τάση οφείλεται στην γενετική και τη βιολογία και πόσο στη μαθημένη συμπεριφορά. Μερικές μελέτες έχουν εντοπίσει ορισμένα προβλήματα στον εγκέφαλο και ανωμαλίες στη μάθηση σε άτομα με ΑΔΠ. Για παράδειγμα, ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι περιοχές του εγκεφάλου που εμπλέκονται στις σκέψεις για το «μετά» όσον αφορά τις συνέπειες των ενεργειών κάποιου μπορεί να είναι διαφορετικές σε άτομα με ΑΔΠ. Αυτό το εύρημα προσδίδει στοιχεία στην θεωρία ότι ένα κληρονομικό πρόβλημα του εγκεφάλου μπορεί να συμβάλλει στον φτωχό σχεδιασμό και στη παρορμητικότητα που είναι χαρακτηριστικές των ατόμων με ΑΔΠ.

Άλλες μελέτες έχουν δείξει διαφορές στον εγκεφάλους των ανθρώπων με ΑΔΠ που μπορεί να συνεισφέρουν στην διαταραγμένη μάθηση και την προσοχή. Μια σειρά πειραμάτων έδειξαν ότι τα άτομα με αντικοινωνική προσωπικότητα δεν βιώνουν άγχος πριν τους δοθεί ένα σοκ και ότι δεν μαθαίνουν να αποφεύγουν το σοκ όπως οι άλλοι συμμετέχοντας έκαναν στο πείραμα. Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί οι άνθρωποι με AΔΠ δεν φαίνεται να μαθαίνουν από τις αρνητικές συνέπειες ή τη τιμωρία.

Έρευνα που χωρίζει τους γενετικούς από τους περιβαλλοντικούς παράγοντες (για παράδειγμα, μελέτες σε πανομοιότυπα δίδυμα μεγαλωμένα σε διαφορετικά περιβάλλοντα) έχει δείξει ότι οι γενετικοί παράγοντες εξηγούν περίπου το ήμισυ της αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Το οικογενειακό περιβάλλον ή η ανατροφή παίζει σημαντικό ρόλο, επίσης. Οι εμπειρογνώμονες πιστεύουν σήμερα ότι ένας συνδυασμός της γενετικής κληρονομιάς και περιβαλλοντικών παραγόντων οδηγούν σε περισσότερες περιπτώσεις της ΑΔΠ. Με άλλα λόγια, μερικοί άνθρωποι φαίνεται να έχουν μια βιολογική τάση για την ανάπτυξη της αντικοινωνικής συμπεριφοράς και το οικογενειακό περιβάλλον θα καθορίσει κατά πόσον ή όχι αυτή η τάση θα εκπληρωθεί. Άνθρωποι χωρίς τη βιολογική τάση για ΑΔΠ, ανεξάρτητα από το οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνουν, δεν είναι πιθανό να αναπτύξουν ΑΔΠ ως ενήλικες (αν και μπορεί να έχουν διαταραχή συμπεριφοράς ως παιδιά).

Θεραπευτικές μέθοδοι

Φαρμακολογική Θεραπεία

Αν και δεν υπάρχει καμία αξιόπιστη εκτίμηση της χρήσης των φαρμακολογικών θεραπειών μεταξύ εκείνων με αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας στη βιβλιογραφία, μια μεγάλη λίστα των φαρμάκων συνταγογραφούνται συχνά. Οι Dolan και Coid (1993) αξιολόγησαν τη χρήση πολλών ομάδων φαρμάκων όπως αντικαταθλιπτικά, υπνωτικά, αγχολυτικά, αντιεπιληπτικά και διεγερτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος σε άτομα με αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας. Η έρευνα πρότεινε πως η χρήση αυτών των παρεμβάσεων βρέθηκε να είναι περιορισμένη.

Ψυχολογικές Παρεμβάσεις

Δυστυχώς, τα στοιχεία για την αποτελεσματικότητα των ψυχολογικών θεραπειών για την αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας είναι τόσο περιορισμένα όσο και για φαρμακολογικές θεραπείες (Duggan et al.,2007). Πολύ περισσότερη έμφαση έχει δοθεί στην ψυχολογική θεραπεία των άλλων διαταραχών της προσωπικότητας, κυρίως στη μεταιχμιακή διαταραχή της προσωπικότητας (για παράδειγμα, Kernberg, 1984? Linehan & Dimeff, 1997). Οι προηγούμενες προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση της αντικοινωνικής διαταραχής της προσωπικότητας και ψυχοπάθειας πραγματοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό σε υψηλής ασφάλειας νοσοκομεία (όπου το 25% πληρούσε τα κριτήρια της ψυχοπαθητικής διαταραχής). Όπως και με την αγωγή της διαταραχής της προσωπικότητας γενικότερα, οι ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις στη θεραπεία ήταν πιο διαδεδομένες (Cordess & Cox, 1998). Η γνωστική συμπεριφορική προσέγγιση έχει κερδίσει μια εξέχουσα θέση. Για παράδειγμα, στην υπηρεσία “Επικίνδυνη και σοβαρή διαταραχή προσωπικότητας” (DSPD) υπηρεσία (βλ. Ενότητα 2.7) παρέχει μια σειρά από παρεμβάσεις για εξαιρετικά ψυχοπαθείς άνδρες, συμπεριλαμβανομένων τη διαλεκτική συμπεριφορική θεραπεία, την εστιασμένη θεραπεία, τη γνωστική αναλυτική θεραπεία και τα προγράμματα μείωσης της βίας(Υπουργείο Εσωτερικών, 2005a). Οι παρεμβάσεις αυτές περιμένουν αξιολόγησης.

Η επεξεργασία και η διαχείριση της αντικοινωνικής διαταραχής της προσωπικότητας δοκιμάζουν τις ικανότητες του γιατρού. Παρά το γεγονός ότι αυτοί οι ασθενείς αναζητούν σπάνια ιατρική φροντίδα για την διαταραχή – ένα μόνο άτομο από τα επτά θα συζητήσει ποτέ τα συμπτώματά του με έναν γιατρό (Robins και Regier 1991) – ταυτόχρονα προβλήματα θα τους φέρουν σε θεραπεία, είτε οικειοθελώς είτε όχι.


Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

13 Οκτ 2011

ΜκΕ #27: Περί κοινωνικών ομάδων, ατίθασης εφηβείας και… συσκευών ηρεμίας και γαλήνης

  • Υπάρχουν πολλές έρευνες στον τομέα της κοινωνικής ψυχολογίας οι οποίες μελετούν τον τρόπο δημιουργίας ομάδων και του ανταγωνισμού ή της βίας που χρησιμοποιεί η μία ομάδα απέναντι στην άλλη. Μια πρόσφατη έρευνα στις ΗΠΑ προσπάθησε να εστιάσει στον τρόπο δημιουργίας και εξάπλωσης των συλλογικών κινήτρων μεταξύ των μελών μιας ομάδας. Συγκεκριμένα, οι επιστήμονες μελέτησαν τι γίνεται όταν νιώσουμε ότι η ομάδα μας απειλείται: ταυτιζόμαστε ακόμη περισσότερο και εναντιωνόμαστε στην «εχθρική ομάδα». Το ενδιαφέρον της έρευνας είναι ότι βασίστηκε στην πρόσφατη διαμάχη που έχει ξεσπάσει στις ΗΠΑ σχετικά με το αν πρέπει ή όχι να δημιουργηθεί τζαμί στο «Ground Zero». [The Situationist]
  • Το Psychology Today φιλοξενεί ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο στο οποίο περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ο εγκέφαλος των εφήβων όσον αφορά την τιμωρία και την ανταμοιβή. Ο αρθρογράφος φτάνει στο συμπέρασμα πως η τιμωρία των εφήβων είναι πολύ λιγότερο αποτελεσματική σε σχέση με την θετική ενίσχυσή τους. Επιπλέον, λόγω της λειτουργίας του εγκεφάλου που ακόμη αναπτύσσεται, φαίνεται πως οι έφηβοι τείνουν να ακολουθούν περισσότερο μια συμβουλή εάν αυτή επικεντρώνεται σε όλα τα θετικά που θα τους φέρει μια καλή συμπεριφορά, παρά εάν ακούσουν όλες τις αρνητικές συνέπειες που θα τους φέρει μια κακή. [Psychology Today]
  • Εντελώς τυχαία διάβασα ένα άρθρο του laughingsquid στο οποίο παρουσιάζουν μια πολύ περίεργη κατασκευή του 1925 η οποία είχε ως σκοπό να βοηθήσει τον χρήστη στην συγκέντρωσή του. Η συσκευή μοιάζει με σκάφανδρο και υπόσχεται απόλυτη ηχητική μόνωση και οπτική εστίαση μόνο στο αντικείμενο που μας ενδιαφέρει. Βεβαίως ο χρήστης δεν έχει και πολλές επιλογές δεδομένου πως η μόνη επαφή με τον έξω κόσμο είναι μια μικρή σχισμή στο επίπεδο των ματιών. Αυτό πρέπει να το δείτε για το πιστέψετε [Lauhing Squid]
  • Ψυχο… ιστορικά

    Σαν σήμερα, στις 13 Οκτωβρίου 1970 ο Δημοκρατικός γερουσιαστής John McClelland από το Αρκάνσας των ΗΠΑ προσπάθησε να πείσει την Γερουσία να απορρίψει την έκθεση των εμπειρογνωμόνων που όρισε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Richard Nixon, με θέμα την σχέση της πορνογραφίας με την αύξηση της βίας. Οι εμπειρογνώμονες της Προεδρικής Επιτροπής για την Αισχρολογία και την Πορνογραφία, βασιζόμενοι στις πιο πρόσφατες κοινωνιολογικές και ψυχολογικές μελέτες αποφάσισαν πως δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για να υποστηριχθεί η συσχέτιση μεταξύ παρακολούθησης πορνογραφίας και αύξησης της εγκληματικής συμπεριφοράς ή της αποκλίνουσας σεξουαλικότητας. Εάν το πόρισμα ήταν διαφορετικό δεν αποκλείεται να είχαν προωθηθεί πιο αυστηροί νόμοι για την δημιουργία και διάδοση πορνογραφικού υλικού στις ΗΠΑ.

    Φωτογραφίες

    ]]>

    03 Ιούν 2010

    Κατά συρροή δολοφόνοι: τα τέρατα στην ντουλάπα μας

    Όταν κάποιος αποφασίσει να γράψει για ένα τόσο περίεργο θέμα, όπως την ψυχολογία των κατά συρροή δολοφόνων, σίγουρα κινδυνεύει να χαθεί μέσα σε εγκληματολογικού τύπου αναλύσεις και κανιβαλιστικές αναφορές ανάλογες των αστυνομικών βιβλίων μυστηρίου. Θέλοντας να αποφύγω κυρίως το δεύτερο δεν πρόκειται να αναφερθώ σε περιπτωσιακές μελέτες δολοφόνων. Θα προτιμήσω η αναφορά μου στο θέμα των δολοφόνων να κινηθεί σε δύο άξονες: την μέση ψυχογραφία των κατά συρροή δολοφόνων και στα αίτια που μπορεί να οδηγήσουν σε ανάπτυξη μιας τόσο βίαιης συμπεριφοράς. Για μια σταχυολόγηση περιπτώσεων κατά συρροή δολοφόνων δεν έχετε παρά να επισκεφθείτε το blog «Έγκλημα και Τιμωρία»1 , το οποίο στάθηκε και η αφορμή για να γραφτεί αυτό το post.

    Σύμφωνα με το Λεξικό Τριανταφυλλίδη η δολοφονία ορίζεται ως «ένας προμελετημένος φόνος με δόλιο τρόπο». Επομένως, όταν μιλάμε για κατά συρροή δολοφόνους αναφερόμαστε σε άτομα που αφαιρούν πολλές ανθρώπινες ζωές χωρίς κάποιο εμφανές κίνητρο, πέραν ίσως της προσωπικής τους ευχαρίστησης. Με αυτόν τον τρόπο αφαιρούνται από τη λίστα μας άτομα που σκότωσαν μεν πολλούς συνανθρώπους τους, αλλά το έκαναν είτε λόγω ανάγκης για επιβίωση (π.χ. περιπτώσεις κανιβαλισμού λόγω πείνας) είτε για αυτοάμυνα ή πολεμικούς σκοπούς (π.χ. στρατιώτες). Προσωπικά βεβαίως θα ήθελα πολύ να μελετήσω και την ψυχολογία του στρατιώτη που αισθανόμενος ως πιόνι μιας ανώτερης δύναμης (π.χ. καθήκον, διαταγές) προχωρεί σε μαζικές εκτελέσεις στρατιωτών και πολιτών, αλλά αυτό είναι θέμα για άλλο post. Άλλωστε ο Dr. Zimbardo καλύπτει αρκετά αυτό το θέμα στο βιβλίο του «The Lucifer Effect» για το οποίο έγραψα προ ολίγων ημερών.

    Τι συμβαίνει στο μυαλό ενός δολοφόνου;

    Στο ευρύ κοινό κυριαρχεί η αντίληψη πως οι κατά συρροή δολοφόνοι είναι και ψυχοπαθείς. Αυτό είναι εν μέρει σωστό, αλλά φυσικά δεν ισχύει πάντοτε, τουλάχιστον υπό την οπτική γωνία που θέλει τα άτομα αυτά ως σχιζοφρενή και επομένως αποκομμένα από την πραγματικότητα. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε στις περισσότερες των περιπτώσεων τα άτομα αυτά καταδικάζονται με τις σκληρότερες ποινές (θανατική ποινή ή πολλάκις ισόβια), καθώς το δικαστήριο δεν κάνει δεκτό το αίτημα της διαταραγμένης ψυχικής υγείας που έχει ως αποτέλεσμα την έλλειψη αυτοελέγχου. Οι περισσότεροι κατά συρροή δολοφόνοι έχουν πολύ καλή αντίληψη της ηθικής και γνωρίζουν πότε μια πράξη τους είναι σωστή ή όχι, βάσει των κοινωνικών κανόνων. Αυτό όμως δεν τους εμποδίζει να πράξουν το κακό, μιας και τα ψυχολογικά οφέλη που έχουν από τη δολοφονία τους ικανοποιούν και σβήνουν τον φόβο της τιμωρίας. Σίγουρα όμως οι περισσότεροι κατά συρροή δολοφόνοι παρουσιάζουν έντονα σημάδια ενεργούς ψυχοπαθολογίας σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό.

    Οι κατά συρροήν δολοφόνοι είναι πολύ πιο πιθανό να επιτεθούν και να σκοτώσουν ξένα άτομα, παρά άτομα του οικογενειακού τους περιβάλλοντος. Υπάρχουν βεβαίως και οι εξαιρέσεις όπου κάποιος κατάφερε να αποδεκατίσει σχεδόν ολόκληρη την οικογένειά του πριν κινήσει τις υποψίες και συλληφθεί, αλλά αυτό απλά επιβεβαιώνει τον κανόνα. Η έλλειψη διαπροσωπικής επαφής αφενός δεν αφήνει περιθώρια συναισθηματικού δεσμού μεταξύ θύτη και θύματος και αφετέρου επιτρέπει πιο εύκολη κάλυψη του δράστη, μιας και όντας ξένος με το θύμα και την οικογένειά του, δεν μπορεί να κινήσει υποψίες. Οι δράστες μάλιστα τείνουν να επιλέγουν όσο το δυνατόν πιο αδύναμα θύματα ώστε να αυξήσουν τις πιθανότητες επιτυχίας και να μειώσουν τις πιθανότητες αντίστασης και επιβίωσης του θύματος. Έτσι, τα πιο πολλά θύματα είναι γυναίκες και μικρά παιδιά, ενώ οι πιο πολλοί θύτες είναι άνδρες, συνήθως νεαρής ηλικίας 20-30 ετών. Όπως είπαμε και στην εισαγωγή μας, οι κατά συρροή δολοφόνοι δεν σκοτώνουν για κάποιο προσωπικό τους όφελος, πέραν της ικανοποίησής τους. Γι’ αυτό άλλωστε και τα περισσότερα θύματα βρίσκονται με ανέπαφα τα προσωπικά τους είδη αξίας. Μιλάμε ουσιαστικά για ένα έγκλημα πάθους με αυτοσκοπό την ευχαρίστηση της εξουσίας που απολαμβάνει ο δολοφόνος.

    Κάποιοι2 διαχωρίζουν τους κατά συρροή δολοφόνους σε δύο κατηγορίες: στους ψυχωσικούς και τους ψυχοπαθείς. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται τα άτομα που δεν έχουν ηθική συνείδηση λόγω ενεργούς ψυχοπαθολογίας, η οποία μπορεί να διαγνωσθεί έπειτα από ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη. Οι ψυχωσικοί είναι άτομα που είναι αποκομμένα από την πραγματικότητα, έχουν παραισθήσεις ή ψευδαισθήσεις και έχουν παραδώσει την ηθική τους ευθύνη σε κάποια τρίτη δύναμη που συνήθως την αντιλαμβάνονται μέσω φωνών που τους δίνουν διαταγές ή «σημάδια» που τους καθοδηγούν. Αυτές οι ψευδαισθήσεις σε πολλές περιπτώσεις είναι ντυμένες με κάποιο θρησκευτικό/παραθρησκευτικό μανδύα και έχουν την μορφή δαιμόνων, πνευμάτων ή ακόμη και του ίδιου του Θεού. Άλλες φορές οι ψευδαισθήσεις περιορίζονται σε μια άγνωστη φωνή «μέσα στον εγκέφαλο» που διψάει για αίμα, ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις δολοφόνων που πιστεύουν ότι κάποιος τρίτος έλεγχε το σώμα τους τη στιγμή της δολοφονίας. Πρέπει να σημειωθεί πως οι ψυχωσικοί δολοφόνοι, εφόσον μπορέσουν να μειώσουν τα ψυχωσικά τους συμπτώματα και να έρθουν σε επαφή με την πραγματικότητα, πολύ συχνά νιώθουν τύψεις για ότι έχουν κάνει, αλλά πιστεύουν πως ήταν αδύνατο να το σταματήσουν. Λόγω ακριβώς της ύπαρξης ενεργούς ψυχοπαθολογίας κατά τη διάρκεια διάπραξης των δολοφονιών, η οποία δεν επέτρεπε την σωστή ηθική κρίση, τα δικαστήρια σε αυτές τις περιπτώσεις μπορούν να δεχτούν κάποια ελαφρυντικά.

    Οι ψυχωσικοί είναι συγκριτικά ένας μικρός αριθμός των κατά συρροή δολοφόνων, σε σχέση με τους μη-ψυχωσικούς που έχουν απόλυτη επαφή με την πραγματικότητα. Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε πως τα ψυχωσικά συμπτώματα δεν θα πρέπει να ταυτίζονται με την εικόνα του δολοφόνου. Ένας ελάχιστος αριθμός ψυχωσικών διαπράττει δολοφονίες, και σίγουρα αυτός ο αριθμός στατιστικά δεν είναι μεγαλύτερος από την αναλογία των δολοφόνων ανάμεσα στους μη-ψυχωσικούς. Δυστυχώς η ταύτιση ψυχικών διαταραχών με δολοφονικές φιγούρες έχει δαιμονοποιήσει αρκετές ψυχικές διαταραχές και κυρίως την σχιζοφρένεια.

    Στην δεύτερη -και μεγαλύτερη- κατηγορία κατατάσσονται οι μη-ψυχωσικοί, αλλά ψυχοπαθείς δολοφόνοι. Αυτοί οι δολοφόνοι δεν παρουσιάζουν κανενός είδους ψευδαισθήσεις ή παραισθήσεις, έχουν απόλυτη γνώση των ηθικών κανόνων, αλλά δεν τους νοιάζει εάν αυτό που κάνουν είναι σωστό ή λάθος. Τους αρκεί η προσωπική τους ευχαρίστηση από τη δολοφονία και την επίδειξη εξουσίας. Αυτά τα άτομα δεν έχουν ισχυρή ηθική συνείδηση και γι’ αυτό το λόγο δεν νοιώθουν καθόλου ενοχές. Οι κατά συρροή δολοφόνοι όχι μόνο δεν νιώθουν τύψεις για τα εγκλήματά τους, αλλά θέλουν να ταυτίσουν τα θύματά τους με τους ίδιους. Βλέπουν τα θύματά τους ως τρόπαια μιας πράξης για την οποία είναι περήφανοι. Γι’ αυτό άλλωστε πολλές φορές οι δολοφόνοι κρατούν «αναμνηστικά» από τα θύματά τους (π.χ. προσωπικά αντικείμενα, ακρωτηριασμένα σωματικά μέλη, ζωτικά όργανα κτλ)3 .

    Συνήθως είναι άτομα που ξεχωρίζουν στην παρέα λόγω των ψυχρών συναισθημάτων και της απομόνωσής τους. Σπάνια μοιράζονται πράγματα για τον εαυτό τους και δεν κάνουν προσπάθειες να καταλάβουν τα συναισθήματα των ανθρώπων γύρω τους. Πέραν δηλαδή των επίπεδων συναισθημάτων τους παρουσιάζουν και σαφή έλλειψη ενσυναίσθησης.

    Πολλοί από τους κατά συρροή δολοφόνους εμφανίζονται με έντονη και χρόνια αντικοινωνική συμπεριφορά. Δεν ενδιαφέρονται για τους κοινωνικούς κανόνες, είναι βίαιοι, βλάπτουν -σωματικά και ψυχικά- τα άτομα του περιβάλλοντός τους, ενώ σχεδόν πάντοτε είναι βάναυσοι με τα ζώα, τα οποία είναι και τα πρώτα τους θύματα. Βλέπουμε δηλαδή ότι η δολοφονία δεν είναι παρά ο τελικός σταθμός μιας προϋπάρχουσας αντικοινωνικής συμπεριφοράς που είναι ενεργή για πολλά χρόνια και η οποία μπορεί να ξεκινάει από μικρή ηλικία με κάποιες «αθώες» πράξεις όπως κλοπές, βασανισμούς και θανάτωση ζώων, πολλαπλούς καυγάδες με άλλα παιδιά, έντονη εκδικητικότητα στις σχέσεις τους κτλ.

    Πρώιμες Ενδείξεις και Αίτια

    Όπως πάντα, οι παράγοντες που φαίνεται να επηρεάζουν την ανάπτυξη έντονης αντικοινωνικής συμπεριφοράς που μπορεί να οδηγήσει σε κατά συρροή δολοφονίες χωρίζονται σε ψυχολογικούς/περιβαλλοντικούς και βιολογικούς. Δεν πρόκειται όμως για αλληλοαποκλειόμενα αίτια. Ανάλογα με την περίπτωση, το περιβάλλον και οι γενετικοί παράγοντες παίζουν διαφορετικό ρόλο και έχουν διαφορετική επίδραση στην τελική διαμόρφωση της δολοφονικής προσωπικότητας.

    Περιβάλλον

    Στις πλείστες των περιπτώσεων οι θύτες τέτοιων δολοφονιών προέρχονται από ένα διαταραγμένο οικογενειακό περιβάλλον το οποίο τους άφησε μεγάλα συναισθηματικά κενά και αισθήματα ανασφάλειας και μειονεξίας. Ένα 60% των ατόμων που παρουσιάζουν αντικοινωνική συμπεριφορά, και επομένως και των κατά συρροή δολοφόνων, έχει χάσει τουλάχιστον έναν από τους δύο γονείς ή οι γονείς αδιαφορούσαν επιδεικτικά για την ανατροφή του παιδιού τους4 . Επίσης, έχει παρατηρηθεί ότι μεγάλο ποσοστό των κατά συρροή δολοφόνων έχουν πέσει θύματα βιασμού ή/και σωματικής και ψυχολογικής βίας στα παιδικά τους χρόνια. Όπως και στην περίπτωση των θυτών οικογενειακής βίας, τα βίαια συμπεριφορικά μοτίβα που έζησαν ως παιδιά τείνουν να τα επαναλαμβάνουν και ως ενήλικες, αλλά από τη θέση του θύτη αυτή τη φορά.

    Όπως βλέπουμε δηλαδή, το κακό οικογενειακό περιβάλλον παίζει καταλυτικό ρόλο στην διαμόρφωση ατόμων με έντονη αντικοινωνική συμπεριφορά και σκέψεις. Φυσικά δεν σημαίνει ότι όποιος έχει μεγαλώσει σε ένα σκληρό περιβάλλον θα γίνει απαραίτητα εγκληματίας και δη δολοφόνος! Απλά τέτοια περιβάλλοντα έχουν μεγαλύτερη επίδραση σε άτομα που έτσι και αλλιώς έχουν κάποια ευαίσθητη ψυχολογική κράση.

    Βιολογία

    Υπάρχουν έρευνες που αποκαλύπτουν την βιολογική βάση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς5 . Πριν λίγα χρόνια έγινε μια έρευνα στην Δανία σε υποκείμενα άτομα που έχουν αναπτύξει αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας. Τα άτομα αυτά ήταν όλα υιοθετημένα, οπότε αυτό που έκαναν οι επιστήμονες ήταν να ελέγξουν εάν οι βιολογικοί συγγενείς είχαν αναπτύξει αυτή τη διαταραχή. Το αποτέλεσμα της έρευνας ήταν ξεκάθαρο: οι βιολογικοί συγγενείς των αντικοινωνικών ατόμων ήταν 4-5 φορές πιο πιθανό να έχουν αναπτύξει την διαταραχή αυτή, σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό.

    Η σύγχρονη επιστήμη όμως υπογραμμίζει και άλλες φυσιολογικές διαφορές μεταξύ του μέσου πληθυσμού και των ψυχοπαθών δολοφόνων. Για παράδειγμα έχει βρεθεί ότι ένας στους τρεις ψυχοπαθείς παρουσιάζει ανωμαλίες στα εγκεφαλικά κύματα EEG, καθώς αυτά είναι πιο αργά σε σχέση με τον μέσο ενήλικα. Μια θεωρία είναι πως οι εγκέφαλοι των ψυχοπαθών αναπτύσσονται με πιο αργούς ρυθμούς, αλλά χρειάζονται περισσότερες φυσιολογικές αποδείξεις για να αποδειχθεί κάτι τέτοιο.

    Καθώς πολλοί πιστεύουν ότι το μυστικό για να κατανοήσουμε την συμπεριφορά των ψυχοπαθών είναι η βιολογία, δεν είναι λίγοι οι ερευνητές που στρέφονται στην έρευνα των εγκεφάλων των ψυχοπαθών, με την ελπίδα ότι θα καταφέρουν να εντοπίσουν κάποιες διαφορές σε σχέση με τους εγκεφάλους μη-ψυχοπαθών ατόμων. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η έρευνα του Δρ. Kiehl, καθηγητή ψυχολογίας και νευροεπιστημών του πανεπιστήμιου του Νότιου Μεξικού6 . Η ιδέα της έρευνας είναι απλή. Υπολογίζεται πως ένας στους τέσσερις κρατούμενους στις φυλακές των ΗΠΑ παρουσιάζει ήπια ή σοβαρότερης μορφής συμπτώματα αντικοινωνικής και ψυχοπαθούς προσωπικότητας. Αυτό που κάνει ο Δρ. Kiehl είναι να πηγαίνει στις φυλακές, να μετράει τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων και στη συνέχεια, με ένα μικρό fMRI scanner να παίρνει κάποιες εικόνες του εγκεφάλου. Το ίδιο κάνει και με τους φυλακισμένους που δεν παρουσιάζουν συμπτώματα, αλλά και με μη φυλακισμένους που ούτε αυτοί έχουν συμπτώματα. Στο τέλος συγκρίνει αυτές τις 3 ομάδες και βλέπει σε τι διαφέρουν οι αντικοινωνικοί/ψυχοπαθείς.

    Η ομάδα του Δρ. Kiehl, με τα αποτελέσματα που έχει έως τώρα, πιστεύει πως η κύρια διαφορά μεταξύ ψυχοπαθών και υπόλοιπου πληθυσμού είναι κάποιες ανωμαλίες του παραλιμβικού συστήματος, το οποίο σχετίζεται με την κατανόηση και έκφραση του συναισθήματος. Αυτά τα πρώιμα αποτελέσματα έρχονται να υποστηρίξουν την θεωρία περί ανωμαλίας ή καθυστερημένης ανάπτυξης του εγκεφάλου ως κύρια αιτία ανάπτυξης της ψυχοπαθούς συμπεριφοράς των κατά συρροή δολοφόνων.

    Βεβαίως, όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν ανοιχτά και κάθε νέο στοιχείο στον τομέα της ψυχοπαθολογίας των εγκληματιών πρέπει να ερευνάται από πολλές και διαφορετικές σκοπιές, καθώς δεν πρέπει να ξεχνάμε πως τα δικαστήρια μπορούν να επηρεαστούν εύκολα υπέρ ή κατά ενός κατηγορουμένου βάσει των αιτιών που αποδίδει η ψυχιατρική στην συμπεριφορά τους.

    Εισαγωγική Φωτογραφία:

    ]]>

    Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

    1. Έγκλημα και Τιμωρία, της Νίνας Κουλετάκη []
    2. Science Ray: «Serial Killer: Psychopathic or Psychotic« []
    3. Sam Vaknin: «The Psychology of Serial and Mass Killers«. Buzzle.com []
    4. Shirley Lynn Scott: «What Makes Serial Killer Tick?«. TruTV []
    5. Shirley Lynn Scott: «What Makes Serial Killer Tick?«. TruTV []
    6. Greg Miller (2008). «Investigating the Psychopathic Mind«.Science. 321 []