14 Ιαν 2015

Ιδανικός γονιός: υπάρχει ή μήπως είναι ψέμα;

Πόσο εύκολο είναι να είσαι γονιός; Υπάρχει ο ιδανικός γονιός;

Αυτά είναι λίγα από τα ερωτήματα που περιστρέφονται γύρω από το μυαλό ενός ανθρώπου που είναι  γονιός ή ετοιμάζεται να γίνει…

Η αλήθεια είναι πως η παγίδα του «ιδανικού γονιού» είναι μεγάλη κι επικίνδυνη είτε από την πλευρά του γονιού είτε από την πλευρά του παιδιού. Τις περισσότερες φορές, οι γονείς πιστεύουν ότι μπορεί να τους δοθεί ο τίτλος του «ιδανικού»,  όταν όλες τους οι προσδοκίες  πραγματοποιηθούν με ευκολία και ακρίβεια. Από την άλλη, τα παιδιά θεωρούν ότι ο γονιός τους είναι «ιδανικός» μόνο όταν πραγματοποιούνται τα χατίρια τους. Και οι δυο πλευρές έχουν στο μυαλό τους κάτι εξιδανικευμένο, που δεν φέρνει συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις! Είναι όμως εφικτό αυτό;

Δυστυχώς, δεν υπάρχει τέλειος ή ιδανικός γονιός! Υπάρχει όμως εκείνος ο γονιός ο οποίος αποδέχεται τον εαυτό του, τα βιώματα και τις εμπειρίες από την πατρική του οικογένεια, δεν προσπαθεί να γίνει τέλειος, αλλά δέχεται ότι μπορεί να έχει αντιφατικά συναισθήματα για την οικογένειά του, ότι είναι αναπόφευκτο να γίνουν «λάθη» και κάποια στραβοπατήματα.  Αναγνωρίζει τα λάθη του και προσπαθεί να τα διορθώσει. Προπάντων όμως, βοηθάει το παιδί του να αποκτήσει την αυτονομία του…

Ένας βασικός παράγοντας που επηρεάζει το γονεϊκό ρόλο είναι αυτός του συναισθηματικού κλίματος που δημιουργείται μέσα στην οικογένεια. Η συναισθηματική στάση των γονέων αναφέρεται στην αποδοχή ή απόρριψη απέναντι στο παιδί τους. Η αποδοχή του παιδιού σχετίζεται άμεσα με το βαθμό της στοργής και αγάπης που εκφράζει ο γονιός στο παιδί του. Είναι σημαντικό στις μέρες μας, όπου συνήθως και οι δυο γονείς εργάζονται, να αφιερώνεται ποιοτικός χρόνος στο παιδί και όχι τόσο ποιοτικός. Δεν ωφελεί να νιώθει κανείς τύψεις γιατί εργάζεται πολλές ώρες την ημέρα και δεν έχει χρόνο να δει το παιδί του, αρκεί όταν επιστρέψει σπίτι να μοιραστεί κάποιο χρόνο μαζί του παίζοντας ή κάνοντας κάτι ευχάριστο και για τους δυο. Αυτό το μοίρασμα του χρόνου, βελτιώνει την επικοινωνία μέσα στην οικογένεια, τα μέλη έρχονται πιο κοντά και ο ένας μπορεί να καταλάβει τις ανάγκες του άλλου. Μ’ αυτό τον τρόπο καλλιεργείται  η άνευ όρων κατανόηση στα λάθη του παιδιού και όχι η κριτική διάθεση. Η αποδοχή, λοιπόν, του παιδιού μέσα σε ένα ήπιο οικογενειακό κλίμα με ήρεμους γονείς, έχει σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη υγιούς προσωπικότητας του παιδιού.

Στην αντίπερα όχθη της αποδοχής έχουμε την απόρριψη του παιδιού από τους γονείς  του. Σ’ αυτή την στάση των γονέων δεν κυριαρχεί τόσο η στοργή και η φιλική διάθεση, όσο η αυταρχικότητα. Σε μια αντίστοιχη οικογένεια, δεν ακούγονται  γέλια και ήρεμες συζητήσεις. Ακούγεται μόνο η κριτική! Οι γονείς πιστεύουν πως με το να κριτικάρουν κάθε επιλογή του παιδιού και να μεγαλοποιούν τα λάθη του, θα καλλιεργήσουν την  υπευθυνότητά του. Η επικέντρωση στα σφάλματα και τις ατέλειες  του παιδιού όμως, δεν είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική. Αντιθέτως, το παιδί μεγαλώνει σε ένα «επιθετικό» περιβάλλον, δεν θα αποκτήσει αυτοσεβασμό και η αυτοεκτίμησή του θα είναι πάντα σε χαμηλά επίπεδα. Φυσικά, η σχέση του παιδιού με την οικογένειά του δεν θα βασίζεται στην ισοτιμία, αλλά στο φόβο, το θυμό, την έλλειψη εμπιστοσύνης, την ανασφάλεια και την ανισορροπία δύναμης.

Το δίπολο της αποδοχής – απόρριψης δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που σχετίζεται με το ρόλο του γονέα. Σημαντικό ρόλο παίζει και η θέσπιση των ορίων για την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού. Με την έννοια «όρια» ονομάζουμε το σύνολο από συμφωνίες σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας και τις σχέσεις μέσα στην οικογένεια. Τα όρια, σε πρώτη φάση, θεσπίζονται άτυπα από το συντροφικό ζευγάρι. Στη συνέχεια, με την απόκτηση παιδιού και όσο μεγαλώνει και ωριμάζει, τόσο πιο μεγάλη είναι η συμμετοχή του στη συνδιαμόρφωση των κανόνων. Στόχος των ορίων και των κανόνων δεν είναι η τιμωρία και ο υπερβολικός περιορισμός της συμπεριφοράς του παιδιού, αλλά η εκπαίδευση του παιδιού για μια υγιή ζωή ως παιδί και ως ενήλικας αργότερα.

Η θέσπιση των ορίων μέσα στην οικογένεια αναφέρεται ουσιαστικά στην άσκηση πειθαρχίας. Πολλές φορές μπερδεύουμε την πειθαρχία με την αυταρχικότητα και την τιμωρία. Στην πραγματικότητα, όμως η πειθαρχία συσχετίζεται με τη σταθερότητα και τη συνέπεια στην τήρηση των κανόνων. Άρα, λοιπόν, αποφεύγουμε τις σχέσεις εξουσίας, τις πολλές απαγορεύσεις και την άσκηση βίας  και αποδεχόμαστε την καλή επικοινωνία, τον σεβασμό των δικαιωμάτων του παιδιού και την ειλικρίνεια.

Συγκρούσεις και διαφωνίες θα υπάρχουν πάντα μέσα στην οικογένεια. Δεν σημαίνει ότι κάποιος δεν είναι καλός γονιός γιατί διαφωνεί με το παιδί του. Τα παιδιά επιθυμούν συνεχώς να ξεπεράσουν τα όρια που θέτουν οι γονείς τους. Όσο πιο σταθερός είναι ο γονιός και δείχνει το ενδιαφέρον του για τις ανάγκες του παιδιού, τόσο πιο ανώδυνα και ήπια θα επιλύονται οι μικροσυγκρούσεις.  Ας ξεχάσουμε τη φράση «δεν θα γίνει το δικό σου». Δεν θέλουμε να φουντώσουμε τον ανταγωνισμό μεταξύ μας, αλλά να προωθήσουμε την ωριμότητα και μια νέα στρατηγική επίλυσης συγκρούσεων και εξεύρεσης εναλλακτικών λύσεων.

Θα ήταν αποτελεσματικό αν είχαμε στο νου μας ότι η οικογένεια και η ανατροφή των παιδιών δεν αποτελεί μόνο μια δύσκολη δουλειά διαπαιδαγώγησης, αλλά ταυτόχρονα είναι και μια πηγή ευτυχίας. Οι γονεϊκές σχέσεις δοκιμάζονται με το πέρασμα του χρόνου. Απαιτείται πολύ υπομονή, επιμονή, ενέργεια, σταθερότητα αλλά και ευλυγισία.

Εστιάστε στα θετικά της οικογένειάς σας και δεν θα χάσετε! Δείτε το ρόλο σας από μια άλλη οπτική!

Διασκεδάστε τόσο με τα δικά σας λάθη όσο και με του παιδιού σας! Διασκεδάστε με τα παιδιά σας!

Εισαγωγική Εικόνα

]]>

12 Μαΐ 2013

Οι μητέρες με τραυματικό παρελθόν αποφεύγουν να μιλήσουν για τα συναισθήματα των παιδιών τους

Σύμφωνα με μια νέα έρευνα του Πανεπιστημίου Notre Dame1 , μητέρες οι οποίες έχουν κακοποιηθεί -ψυχολογικά ή/και σωματικά- κατά την παιδική τους ηλικία, αργότερα αποφεύγουν να ανοίγουν συναισθηματικές συζητήσεις με τα παιδιά τους. Στην έρευνα του πανεπιστημίου συμμετείχαν μητέρες από χαμηλά κοινωνικο-οικονομικά στρώματα, οι οποίες είχαν υποστεί κάποια μορφή κακοποίησης από το οικογενειακό τους περιβάλλον κατά την παιδική τους ηλικία. Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι οι μητέρες αυτές, σε σύγκριση με μητέρες που δεν είχαν κακοποιηθεί στην παιδική τους ηλικία, έδειχναν έντονα αποφευκτική συμπεριφορά όταν έπρεπε να κατανοήσουν τη συναισθηματική κατάσταση των παιδιών τους. Για παράδειγμα, έκαναν λιγότερες και πιο σύντομες συζητήσεις με τα παιδιά τους, χρησιμοποιούσαν ερωτήσεις κλειστού τύπου (όπου οι απαντήσεις που ανέμεναν ήταν μονολεκτικές καταφατικές ή αρνητικές) και γενικότερα δεν βοηθούσαν στην ελεύθερη έκφραση των συναισθημάτων των παιδιών τους.

Όταν κάποιος γίνεται θύμα μιας τραυματικής κατάστασης, ιδιαίτερα όταν αυτή λαμβάνει χώρα στην ευαίσθητη παιδική ηλικία όταν και διαμορφώνονται σημαντικά στοιχεία της προσωπικότητάς μας, είναι πολύ πιθανό να αναπτύξει μια συναισθηματική ακαμψία ως έναν μηχανισμό άμυνας υπό την απειλή της συναισθηματικής κατάρρευσης. Όταν αυτή η ακαμψία παρατηρείται για μεγάλο χρονικό διάστημα γίνεται στοιχείο της προσωπικότητας κάποιου και τείνει να εμφανίζεται σε πολλούς τομείς της ζωής κάποιου, όπως είναι οι σεξουαλικές, φιλικές ή οικογενειακές του σχέσεις.

Για να αντιληφθούμε την σημαντικότητα αυτής της έρευνας είναι χρήσιμο να υπογραμμίσουμε ότι όταν ένα παιδί μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον στο οποίο δεν ενθαρρύνεται η συναισθηματική του έκφραση, τότε η γνωστική και συναισθηματική του ανάπτυξη μπορεί να καθυστερήσει ή να παρουσιάσει προβλήματα. Βλέπουμε δηλαδή πως η προβληματική ανάπτυξη ενός γονιού μπορεί να οδηγήσει, προφανώς δίχως τη θέλησή του, σε έναν φαύλο κύκλο στον οποίο και το δικό του παιδί μπορεί να αντιμετωπίσει παρόμοια προβλήματα συναισθηματικής ανάπτυξης, διαιωνίζοντας το πρόβλημα στις επόμενες γενιές.

Τα αποτελέσματα της έρευνας μας υπενθυμίζουν πόσο σημαντικό είναι οι γονείς να ενθαρρύνουν τα παιδιά τους να συζητούν για όσα τους απασχολούν και να τους δίνουν έναν ασφαλή χώρο έκφρασης των συναισθημάτων τους, αλλά και πόσο αναγκαίο είναι όταν παρουσιάζεται μια προβληματική συμπεριφορά στο παιδί οι γονείς να είναι έτοιμοι να δουλέψουν πάνω και στις δικές τους εμπειρίες και το ρόλο τους απέναντι στο παιδί.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. University of Notre Dame. (2013, May 9). «Mothers Traumatized In Childhood Avoid Emotional Talk With Their Children.» Medical News Today. []
12 Οκτ 2012

Γονείς: Τα βασικά λάθη στην ανατροφή των παιδιών μας

Γράφει η Δανάη Σιάμου*

Αναδημοσίευση από GeneNutrition.gr

Η δημιουργία της οικογένειας είναι από τις σπουδαιότερες στιγμές στη ζωή ενός ανθρώπου. Τί γίνεται όμως όταν τα παιδιά καταφθάνουν; Φυσικά, όλοι κάνουν λάθη και όλοι έχουν δικαίωμα στο λάθος.Το ίδιο ισχύει και για τους γονείς. Ποιά είναι, όμως, τα βασικά λάθη στη διαδικασία του μεγαλώματος των παιδιών, που μπορούμε να αποφύγουμε;

Χρόνος για όλους!

Ένα πρώτο λάθος αφορά το γεγονός ότι πολλοί γονείς εγκαταλείπουν τη ζωή τους, τον εαυτό τους και τη μεταξύ τους σχέση, με σκοπό να ικανοποιήσουν τις ανάγκες του παιδιού. Όταν ένα παιδί μπαίνει στη ζωή μας, αυτό δε πρέπει να σημαίνει ότι τελείωσε κιόλας! Καλό είναι να επιδιώκουμε, όχι μόνο να προσαρμοστούμε εμείς στις ανάγκες του μωρού μας ,αλλά και αυτό στις δικές μας. Η δημιουργία ενός προγράμματος που θα έχουμε ελεύθερο χρόνο να ξεκουραστούμε, να βγούμε, να περιποιηθούμε τον εαυτό μας και να περάσουμε δημιουργικό χρόνο με τον σύντροφο και τους φίλους μας είναι πολύ σημαντικό για τη ψυχική μας διάθεση και μας εφοδιάζει με αντοχή και κέφι, που σίγουρα θα το αντιληφθούν και τα παιδιά μας!

Ποιός είναι το αφεντικό;

Ένα ακόμη λάθος είναι η ασάφεια στη θέσπιση και στη τήρηση κάποιων οικογενειακών κανόνων. Είναι εξαιρετικής σημασίας τα παιδιά να αντιλαμβάνονται ποιός είναι “ο αρχηγός” στο σπίτι, όσο άσχημο κι αν ακούγεται αυτό. Ένας σωστός αρχηγός θεσπίζει κανόνες, που πρέπει όλοι να τηρούν, αλλά παρέχει και ασφάλεια. Είναι αυστηρός, αλλά και επιεικής, όπου χρειάζεται. Τα παιδιά νιώθουν πολύ πιο ήρεμα όταν ακολουθούν ένα πρόγραμμα και κάποιους κανόνες στα πλαίσια της οικογένειας κι όταν αναγνωρίζουν την σημαντική θέση του γονέα. Με αυτό τον τρόπο αναγνωρίζουν και τη δική τους θέση στο σπίτι: τις υποχρεώσεις τους, τα δικαιώματά τους, τα όρια της συμπεριφοράς τους και των σχέσεων μες στο οικογενειακό σύστημα.

Απαραίτητο συστατικό επιτυχίας εδώ, αποτελεί η συνεργασία των γονέων στη διεξαγωγή και την τήρηση των οικογενειακών κανόνων, καθώς και η αλληλοϋποστήριξη, ακόμα κι αν οι ίδιοι δεν ζούνε πια μαζί- έχουν όμως ένα κοινό στόχο, που αφορά τη σωστή ανατροφή των παιδιών τους.

Η επιβράβευση και η τιμωρία-ποινή, επίσης, αποτελούν ένα πολύ εύκολο τρόπο για να κατανοήσουν και να ακολουθήσουν τα παιδιά τους σπιτικούς κανόνες, αλλά και για να εμπεδώσουν τον καθοριστικό ρόλο του γονέα.

Τι είναι η επιβράβευση στο πλαίσιο μιας οικογένειας;

Κάθε οικογένεια ορίζει και ακολουθεί το δικό της πρόγραμμα και τους δικούς της κανόνες. Η επιβράβευση εξαρτάται τόσο από το χαρακτήρα και τη διάθεση των γονέων, όσο και από τη προσωπικότητα και τις ανάγκες των παιδιών. Ως βραβείο μπορεί να θεωρηθεί ένα δώρο ή μια έκπληξη, μία βόλτα ή εκδρομή, μία παραχώρηση στο οικογενειακό πλαίσιο (πχ, να δει λίγη περισσότερη τηλεόραση από ότι συνήθως). Η έπιβράβευση, που αφορά λέξεις (μπράβο, είσαι πολύ καλό παιδί) καθώς και συναισθηματική έκφραση (αγκαλιές, φιλιά ,κλπ) έχει μεγάλη σημασία και καλό θα ήταν να εκφράζεται συχνά και να συνοδεύει τα βραβεία- αλλάόχι να τα αντικαθιστά!

Τι είναι η ποινή;

Η ποινή ορίζεται, επίσης, ανάλογα με την κρίση και το χαρακτήρα των γονέων και την προσωπικότητα των παιδιών. Ως ποινή μπορεί να θεωρηθεί η στέρηση ενός δικαιώματος (πχ, μιας εξόδου), μιας ευχάριστης δραστηριότητας ή μιας λιχουδιάς, και πρέπει πάντα να συνοδεύεται από σαφή εξήγηση του λόγου για τον οποίο επιβάλλεται. Δηλαδή, το παιδί πρέπει να καταλάβει τι έκανε λάθος, αλλά να μη νιώθει καταδικασμένο. Μέσα σε μια ποινή είναι φρόνιμο,λοιπόν, να εξηγούμε στο παιδί πώς θα μπορούσε να διορθώσει μια κατάσταση ή πως μπορεί να δράσει σωστά τη επόμενη φορά.

Η ποινή δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να παίρνει τη μορφή βίας, τρομοκρατίας ή κακοποίησης!

Προσοχή στις λέξεις!

Μία αποτυχία δεν καθιστά κάποιον αποτυχημένο! Αυτό που θέλω να πώ είναι πως είναι πολύ βλαβερό να χρησιμοποιούμεαπόλυτες εννοιες και χαρακτηρισμούς όταν μιλάμε στο παιδί μας.

Για παράδειγμα, αν το παιδάκι πει ψέμματα, δε χρειάζεται να το χαρακτηρίσουμε ως “ψεύτη”. Αν, επιπλέον, κάνει κάποια ζημιά, δεν είναι σωστό να το χαρακτηρίσουμε ως “κακό παιδί”. Προτιμότερο είναι,όταν επικοινωνούμε με τα μικρούλια μας, αντί να χρησιμοποιούμε λέξεις και έννοιες με αρνητική χροιά, να τις αντικαταστήσουμε με θετικές λεξούλες. Αντί, λοιπόν, να πούμε “αν δε με ακούσεις θα είσαι κακό παιδί”, μπορούμε να πούμε “αν με ακούσεις, θα είσαι καλό παιδί”.

Οι γονείς πολλές φορές ξεχνάνε να συμπεριφέρονται σαν τα παιδιά και να προσπαθούν να σκέφτονται όπως εκείνα, ώστε να καταλαβάινουν τον τρόπο και την αιτία των πράξεών τους και απαιτούν από τα παιδιά να φέρονται, να σκέφτονται και να ενεργούν όπως οι μεγάλοι, κάτι που είναι αρκετά δύσκολο. Ας μη ξεχνάμε, ότι κανένα παιδάκι δεν έχει στο μυαλό του το σωστό, το λάθος ή το στόχο να είναι “παλιόπαιδο”. Πάντοτε, οι πράξεις του έχουν ένα λόγο (πχ, την περιέργεια), που μπορούμε να ανακαλύψουμε αν προσπαθήσουμε να επικοινωνήσουμε ουσιαστικά μαζί του. Ας του μεταδώσουμε θετικά μηνύματα, λοιπόν, που θα λειτουργήσουν τονωτικά στην αυτοεκτίμησή του και στη μετέπειτα δόμηση του χαρακτήρα του!

Συζητήστε το!

Ένα ακόμη λάθος που συνδέεται με την παραπάνω παράγραφο και μπορούμε να αποφύγουμε, αφορά στο τρόπο που επιχειρούμε να επικοινωνήσουμε με το παιδί μας. Συνήθως οι γονείς πιστεύουν ότι το παιδάκι είναι μικρό και δε μπορεί να καταλάβει αυτά που θα του πουν, με αποτέλεσμα να αποφεύγουν να συζητήσουν μαζί του ή να προσπερνούν την ανάγκη τους ή την ανάγκη του ίδιου του παιδιού για επικοινωνία. Ωστόσο, αυτή η πεποίθηση δεν ισχύει. Ένα παιδί αντιλαμβάνεται και κατανοεί το περιβάλλον του πολύ πριν κατορθώσει το ίδιο να εκφραστεί μέσω του λόγου. Δε χρειάζεται να περιμένουμε να μεγαλώσει για να του πούμε αυτά που θέλουμε! Η ισότιμη αντιμετώπιση και η συζήτηση είναι το παν για μία υγιή επικοινωνία. Κατά τη διάρκεια της, ούτε οι διαταγές, αλλά ούτε και η αδιαφορία από μέρους μας θα συνεισφέρουν στη δόμησή της. Ας έχουμε στο νού μας ότι τα παιδιά μας δεν είναι παρά μικροί άνθρωποι, και καλό είναι οι γονείς για κάποια ζητήματα να τους μιλούν περίπου όπως συζητούν και μεταξύ τους.

Ένας λειτουργικός τρόπος επικοινωνίας είναι να φέρουμε το πρόσωπό μας στο ίδιο ύψος με το δικό του και να του μιλήσουμε αργά, ήρεμα και καθαρά για το θέμα που μας/το απασχολεί, εκφράζοντας τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας και παρακινώντας το να κάνει το ίδιο. Φυσικά, τα γλυκά λογάκια κατέχουν σημαντική θέση στην επικοινωνία μας, εκτός κι αν επιχειρούμε να είμαστε πιο αυστηροί!

Ας μην ξεχνάμε,βέβαια, πως κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός κι έτσι κάθε οικογένεια αναπτύσσει το δικό της μοναδικό κώδικα και τρόπο επικοινωνίας, όπου πάνω σε αυτόν θα εντάξει οποιαδήποτε συμπεριφορική τεχνική. Όπως, λοιπόν, κι αν λειτουργούμε, το πρώτο μεγάλο βήμα-όπως ισχύει και σε οποιαδήποτε σχέση- είναι να μάθουμε να ακούμε και να ακουγόμαστε!

Εισαγωγική Φωτογραφία

Η Δανάη Σιάμου Η Δανάη Σιάμου είναι Ψυχολόγος, με εκπαίδευση στην Κλινική Ψυχοπαθολογία. έχει εκπαιδευτεί και εργαστεί εθελοντικά στην αντιμετώπιση ασθενών με προβλήματα ψυχολογικής και ψυχιατρικής φύσεως, σε διάφορους φορείς. Το τελευταίο διάστημα διατηρεί δικό της γραφείο στο Αγρίνιο. E-mail: siamoudanay@gmail.com 

]]>

06 Σεπ 2008

Πόσο επηρεάζουν τα γονεϊκά πρότυπα την επιλογή συντρόφου;

Ο Freud υποστήριζε πως η ανάπτυξη όλων των πτυχών της προσωπικότητάς μας εξαρτώνται αποκλειστικά από τις εμπειρίες μας κατά την παιδική ηλικία. Έλεγε πως οι σχέσεις που αναπτύσσουμε με τους γονείς μας – και ιδιαίτερα με τον γονιό του αντίθετου φύλου- είναι τόσο σημαντικές που ολόκληρη η σεξουαλική μας ανάπτυξή μπορεί να διαταραχτεί από προβλήματα σχετιζόμενα με την προσκόλλησή μας σε αυτούς και τα πρότυπα που μας δίνουν. Όσον αφορά την επιλογή του συντρόφου ο Freud πίστευε πως τείνουμε να αναζητούμε συντρόφους που μας θυμίζουν εξωτερικά, αλλά και σε συμπεριφορικό επίπεδο, τους γονείς μας, ώστε να ανακυκλώσουμε την «ερωτικού τύπου» -με την φροϋδική έννοια του όρου φυσικά – σύνδεση που αφήσαμε ανολοκλήρωτη κατά την παιδική μας ηλικία.

Σχεδόν 100 χρόνια μετά και ενώ το σύνολο των ιδεών του Freud έχει αμφισβητηθεί έντονα, μία έρευνα του πανεπιστημίου του Pecs έρχεται να δικαιώσει τις φροϋδικές αντιλήψεις όσον αφορά την επιρροή των γονεϊκών προτύπων στην επιλογή συντρόφου.

Σε μια έρευνα που έγινε στο εν λόγω πανεπιστήμιο και στην οποία συμμετείχαν 52 οικογένειες (312 άτομα, ηλικίας μεταξύ 21 και 32 ετών), οι επιστήμονες βρήκαν σημαντικές συσχετίσεις μεταξύ των εξωτερικών χαρακτηριστικών των γονιών και των συντρόφων που επιλέγουν τα παιδιά τους. Συγκεκριμένα, οι γυναίκες τείνουν να επιλέγουν συντρόφους που μοιάζουν φυσιογνωμικά με τον πατέρα τους, ενώ οι άνδρες επιλέγουν συντρόφους που μοιάζουν εξωτερικά με τη μητέρα τους. Αυτή η στατιστικώς σημαντική συσχέτιση έχει μεταφραστεί από πολλούς ως υποστήριξη της ψυχοδυναμικής θεωρίας πάνω στο θέμα της επιλογής συντρόφων.

Φαίνεται δηλαδή πως ως παιδιά δημιουργούμε τα πρότυπα του ιδανικού συντρόφου, τα χαρακτηριστικά του οποίου ειναι τα ίδια με των γονιών μας, ίσως ως αποτέλεσμα της ασυνείδητης σκέψης πως εάν ένας σύντροφος μοιάζει με τους γονείς που μας μεγάλωσαν δίνοντάς μας ασφάλεια και αγάπη, αυτό σημαίνει πως είναι πιο πιθανό να γίνει και ο ίδιος καλός γονιός για τα παιδιά μας.

Θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν γινόταν μια παρόμοια έρευνα η οποία θα διαχώριζε τα ζευγάρια που συμμετέχουν σε «πετυχημένα» και «λιγότερο επιτυχημένα», ανάλογα με το πόσο καλή είναι η σχέση που έχει αναπτυχθεί ανάμεσα στο ζευγάρι (π.χ. αν υπάρχουν βαθιά συναισθήματα αγάπης και αλληλοκατανόησης ή αν πρόκειται για έναν δυστυχισμένο γάμο). Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσαμε να εξετάσουμε αν τελικά η επιλογή συντρόφου που μοιάζει με τους γονείς μας φαίνεται πως είναι καλή ασυνείδητη στρατηγική ή όχι. Φυσικά δεν υποστηρίζω πως αυτό το κριτήριο επιλογής συντρόφου είναι το καλύτερο, αλλά πως εαν τελικά τείνουμε να ψάχνουμε άτομα που να μας θυμίζουν τους γονείς μας τότε ίσως λόγω εμπλοκής δευτερευόντων παραγόντων (π.χ. θετική προδιάθεση) είμαστε έτοιμοι να δώσουμε περισσότερα σε μια σχέση.

Μία δεύτερη σκέψη που μου πέρασε από το μυαλό διαβάζοντας αυτή την είδηση είναι πως ένα καλό ερώτημα είναι εαν και τα παιδιά αντικειμενικά κακών γονιών σχηματίζουν τα ίδια πρότυπα όπως οι συμμετέχοντες της έρευνας. Από τη μία κάποιος θα περίμενε πως αυτό αποκλείεται να συμβαίνει, καθώς έχοντας κακές εμπειρίες από τους γονείς μας θα θέλαμε να διαγράψουμε ότι μας τους θυμίζει και να αποφύγουμε την πιθανότητα να δημιουργήσουμε μια κακή οικογένεια με κάποιον που μοιάζει με τους γονείς μας (βάσει του ίδιου σκεπτικού περί της ασυνείδητης σκέψης πως η φυσιογνωμία μπορεί να είναι ένδειξη της προσωπικότητας κάποιου και της ικανότητάς του να δημιουργήσει καλή οικογένεια).

Από την άλλη πλευρά όμως θα περίμενα πως ακόμη και αυτά τα άτομα που έχουν κακές αναμνήσεις από την οικογένειά τους θα τείνουν να έχουν τα ίδια πρότυπα βασισμένα στους γονείς τους. Η ιδέα είναι πως ακόμη και αν οι σχέσεις μας μέσα στην οικογένεια ήταν κακές, αυτό που έχει σημασία είναι πως έχουμε μπει σε έναν συγκεκριμένο ρόλο σύμφωνα με τον οποίο έχουμε μάθει να συσχετιζόμαστε με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Είναι επόμενο πως εφόσον μάθαμε να λειτουργούμε και να επιβιώνουμε με αυτόν τον ρόλο, θα κυνηγήσουμε την επανάληψη τέτοιων σχέσεων, μιας και μόνο σε ένα τέτοιο σύστημα έχουμε μάθει να βγάζουμε πέρα.

Για να γίνει λίγο πιο ξεκάθαρη αυτή μου η σκέψη, αρκεί να θυμίσω πως τα παιδιά βίαιων γονιών τείνουν να είναι βίαια και τα ίδια προς τα παιδιά τους (ίσως σε διαφορετικό βαθμό φυσικά), ενώ κάποιος θα περίμενε το ίδιο. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι οι επιπτώσεις που είχε μια σχέση σε ένα άτομο, αλλά το αποτύπωμα που του άφησαν και το (κακό εν προκειμένω) μάθημα που του έδωσαν για το πως να συσχετίζεται με τους άλλους.

Φυσικά όλα αυτά παραμένουν απλά ερωτήματα που θα είχε ενδιαφέρον να απαντήσουμε. Ίσως η παρούσα έρευνα, και η σχετική δημοσιότητα της οποίας έχει γίνει αποδέκτης, να γίνει το έναυσμα για νέες έρευνες.

Σχετικό άρθρο

Φωτογραφία

«Romantic Lovers in the park» by kim

Bookmark and Share

]]>