10 Φεβ 2013

Παρουσίαση Βιβλίου: Θεωρίες Προσωπικότητας, Έρευνα και Εφαρμογές

Ένα από τα πρώτα βιβλία που αγόρασα ως φοιτητής ψυχολογίας είναι και το κλασικό εγχειρίδιο των Pervin και John, «Personality: Research and Methods«. Το αντίτυπο που κοσμεί τη βιβλιοθήκη μου είναι η ελληνική μετάφραση των Αλεξανδροπούλου και Δασκαλοπούλου υπό τον ελληνικό τίτλο «Θεωρίες Προσωπικότητας: Έρευνα και Εφαρμογές» (εκδόσεις Τυποθητώ). Μετά από τόσα χρόνια μπορώ να πω πως το συγκεκριμένο είναι ένα από τα αγαπημένα μου εγχειρίδια στο οποίο έχει τύχει να επιστρέψω πολλές φορές όταν χρειαζόταν να φρεσκάρω τη μνήμη μου γύρω από κάποιο θέμα που σχετίζεται με τις θεωρίες προσωπικότητας, τις διαταραχές προσωπικότητας κτλ.

Οι συγγραφείς έχουν κάνει μια πολύ καλή δουλειά, καθώς έχουν καταφέρει να συγκεντρώσουν σε έναν μόλις τόμο το σύνολο των πληροφοριών που χρειάζεται κάποιος για να κατανοήσει τις θεωρίες ανάπτυξης της προσωπικότητας, τις διαταραχές προσωπικότητας ή ακόμη και την στήριξη που πρέπει να λαμβάνει ο κάθε ασθενής σύμφωνα με την εκάστοτε θεωρητική προσέγγιση του ψυχοθεραπευτή του. Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε 15 ογκώδη κεφάλαια, κάθε ένα από τα οποία συνήθως αναλύει μία θεωρητική προσέγγιση για την ανάπτυξη της προσωπικότητας ή/και της ψυχοπαθολογικής συμπεριφοράς, όπως είναι η ψυχναλυτική, η συμπεριφορική, η ανθρωποκεντρική, η φαινομενολογική, η θεωρία προσωπικών νοητικών κατασκευών κ.α.

Η παρουσίαση της κάθε θεωρίας γίνεται ξεκινώντας από την ανασκόπηση της δημιουργίας της από τους πρωτεργάτες της, συνεχίζοντας με το γενικότερο θεωρητικό της υπόβαθρο και κλείνοντας με τις τεχνικές λεπτομέρειές της. Η χρήση εικόνων, παραδειγμάτων πραγματικών ασθενών αλλά και αποσπασμάτων από τα υλικά που αξιοποιεί η θεωρία κάνει την κατανόησή της πολύ εύκολη, ακόμη και για κάποιον με ελάχιστες ή και καθόλου γνώσεις για το θέμα.

Αν και το συγκεκριμένο βιβλίο θα το συνιστούσα κυρίως σε προπτυχιακούς φοιτητές ψυχολογίας, νομίζω ότι παρουσιάζει ενδιαφέρον για όλους όσοι θέλουν να αποκτήσουν κάποιες γνώσεις για το τι έχει να πει η επιστήμη της ψυχολογίας γύρω από το πολύπλοκο θέμα της ανάπτυξης της προσωπικότητάς μας.

]]>

07 Ιαν 2013

Ορολογία: MMPI (Minnesota Multiphasic Personality Inventory)

Το Minnesota Multiphasic Personality Inventory (MMPI) είναι μία από τα πιο διαδεδομένες και ευρέως χρησιμοποιούμενες δοκιμασίες εντοπισμού αποκλίνουσας προσωπικότητας. Η δοκιμασία αποτελείται από περίπου 500 προτάσεις τις οποίες ο συμμετέχοντας πρέπει να διαβάσει και να σημειώσει κατά πόσο τον εκφράζουν ή όχι. Οι προτάσεις καλύπτουν ένα μεγάλο εύρος καθημερινών δραστηριοτήτων, εμπειριών και αντιλήψεων που μπορεί να έχει ένα άτομο: την ενασχόλησή του κατά τον ελεύθερο χρόνο του, την όρεξή του, την αυτοεικόνα του, τη μορφή των σκέψεων που κάνει κ.α.

Όπως και με το σύνολο των ψυχολογικών δοκιμασιών -και ιδιαίτερα των δοκιμασιών προσωπικότητας- δεν υπάρχουν σωστές ή λανθασμένες απαντήσεις. Αντίθετα, όλες οι απαντήσεις θεωρούνται «σωστές», εφόσον το άτομο έχει απαντήσει ειλικρινά. Για να εξασφαλιστεί η ειλικρίνεια των απαντήσεων και να μειωθεί η πιθανότητα ο συμμετέχοντας να απαντάει τυχαία, το ερωτηματολόγιο περιέχει και ερωτήσεις «παγίδες», οι οποίες ελέγχουν την πιθανότητα τυχαίων απαντήσεων. Οι απαντήσεις στη συνέχεια ποσοτικοποιούνται ώστε ο συμμετέχοντας να λάβει μια βαθμολογία στους ακόλουθους περιγραφικούς παράγοντες προσωπικότητας:

  1. Υποχονδρίαση
  2. Κατάθλιψη
  3. Υστερία
  4. Ψυχοπαθητική απόκλιση
  5. Ταύτιση με το φύλο
  6. Παράνοια
  7. Αγχώδεις αντιδράσεις
  8. Σχιζοφρένεια
  9. Υπομανία
  10. Κοινωνική εσωστρέφεια
  11. Άγχος
  12. Απώθηση
  13. Ισχύς του Εγώ
  14. Κυριαρχία
  15. Κοινωνική Ευθύνη
  16. Κολεγιακή Δυσπροσαρμοστικότητα
  17. Διαταραχή Μετα- Τραυματικού Στρες
  18. Κλίμακα Συζυγικού Άγχους
  19. Εχθρότητα
  20. Υπερ- Ελεγχόμενη Εχθρότητα
  21. Κλίμακα Αλκοολισμού
  22. Κλίμακα Παραδοχής της Εξάρτησης
  23. Κλίμακα Λανθάνουσας Εξάρτηση
  24. Κλίμακες Ρόλου του Φύλου
  25. Επιθετικότητα
  26. Ψύχωση
  27. Έλλειψη Κινήτρων
  28. Αρνητικό Συναίσθημα / Νευρωτισμός
  29. Εσωστρέφεια / Χαμηλό Θετικό Συναίσθημα
Η δοκιμασία εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1934 από τους  S. R. Hathaway και J. C. McKinley του πανεπιστημίου της Μινεσότα. Έκτοτε έχουν υπάρξει επανεκδόσεις της δοκιμασίας ώστε να σταθμιστεί η δοκιμασία στα νέα δεδομένα του πληθυσμού αλλά και να ειδικευτεί για την χορήγηση σε εφήβους. Εισαγωγική Εικόνα: Βιβλιογραφία
]]>

26 Νοέ 2012

Αντικοινωνική Διαταραχή Προσωπικότητας

Η ιστορία της Αντικοινωνικής Διαταραχής Προσωπικότητας

Η παλαιότερη, «κλινική» παράδοση για την κατανόηση της αντικοινωνικής διαταραχής της προσωπικότητας αναφέρεται στον όρο ψυχοπάθεια ή ψυχοπαθητική προσωπικότητα και οριοθετήθηκε από τον Cleckley (1941/1976). Διακρίνεται με την παρουσία τόσο της προφανής αντικοινωνικής συμπεριφοράς όσο και των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας και ένα τέτοιο άτομο μπορεί να περιγραφεί ως σκληρό και ανελέητα αδιάφορο για τα δικαιώματα και τα συναισθήματα των άλλων (Hare, 1991) ή ως επιθετικό ναρκισσιστή (Meloy ,1992).

Σύγχρονες έννοιες της αντικοινωνικής διαταραχής της προσωπικότητας επισημαίνονται πίσω στις αρχές της δεκαετίας του 19ου αιώνα, και, αναμφισβήτητα, ήταν πάντα στενά συνδεδεμένες με τις σύγχρονες κοινωνικές στάσεις έναντι της ποινικής δικαιοσύνης και της πολιτικής ελευθερίας (Ferguson & Tyrer, 2000). Στις αρχές της δεκαετίας του 1800 οι κλινικοί γιατροί προσπάθησαν να καταλάβουν εγκληματίες των οποίων τα αδικήματα ήταν τόσο αποτρόπαια, αλλά οι κλινικές παρουσιάσεις τους δεν ταίριαζαν με τα ήδη υπάρχοντα αναγνωρισμένα ψυχικά σύνδρομα. Περιγράφοντας τα άτομα αυτά, ο Prichard (1835) επινόησε τον όρο «ηθική παράνοια», η οποία ήταν μια μορφή της «ψυχικής διαταραχής στην οποία οι πνευματικές ικανότητες είναι αμείωτες, αλλά οι ηθικές αρχές του νου είναι διεφθαρμένες ή διεστραμμένες, και το άτομο είναι ανίκανο να λειτουργεί με αξιοπρέπεια και ευπρέπεια στη ζωή.»

Ενώ η ισχύς της συσχέτισης μεταξύ της αντικοινωνικής διαταραχής της προσωπικότητας και της υποτροπής δεν ήταν ποτέ υπό αμφισβήτηση, έχει υπάρξει εδώ και πολύ καιρό η συζήτηση σχετικά με τις επιπτώσεις της. Το 1874 ο Maudsley υποστήριξε ότι η ηθική παραφροσύνη «ήταν μια μορφή ψυχικής αποξένωσης, η οποία έχει τόσο πολύ την εμφάνιση του εγκλήματος που πολλοί άνθρωποι τη θεωρούν ως αβάσιμη ιατρική εφεύρεση». Η ουσία του προβλήματος ήταν ότι δεν ήταν δυνατόν να εξαχθεί μια ουσιαστική γραμμή μεταξύ των δύο μορφών της απόκλισης από τον κανόνα:

  • εγκληματικότητα αφενός
  • και αντικοινωνική προσωπικότητα από την άλλη.

Στο μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα, η διάγνωση «ηθική παράνοια» κέρδισε την αποδοχή μεταξύ των ευρωπαϊκών και των αμερικανικών δικαστηρίων της νομοθεσίας, έως ότου αντικαταστάθηκε από τον όρο «ψυχοπαθή κατωτερότητα», που περιγράφεται σε μια σειρά από σημαντικά έργα του Koch (1891). Πίστευε ότι αυτή η μη φυσιολογική συμπεριφορά είναι το αποτέλεσμα «μιας εκ γενετής ή επίκτητης κατωτερότητα του εγκεφάλου». Μετά τον Kraepelin (1905), ο οποίος δημιούργησε τον όρο «διαταραχή της προσωπικότητας», ο Schneider (1923) ανέπτυξε το χαρακτηρισμό της ψυχοπάθειας ως θεμελιώδης διαταραχή προσωπικότητας, και θεωρούνται τα άτομα με «ψυχοπαθή προσωπικότητα» εκείνα που «υποφέρουν μέσω των ανωμαλιών τους, ή μέσω εκείνων των οποίων η κοινωνία υποφέρει». Αυτό μπορεί να φανεί ως πρόδρομος για τις σύγχρονες διαγνωστικές έννοιες στην ψυχιατρική, η οποία πραγματοποιεί έμφαση στην δυσφορία ή δυσλειτουργία που προκύπτει από τις διαταραχές (για παράδειγμα, στο DSM και ICD).

Η ασθένεια

Το διαγνωστικό σύστημα DSM-IV, το προτιμώμενο σύστημα διάγνωσης, χαρακτηρίζει την αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας με κυρίαρχα χαρακτηριστικά την περιφρόνηση και παραβίαση των δικαιωμάτων των άλλων, που έχουν εμφανιστεί σε ένα άτομο από την ηλικία των 15 ετών, όπως υποδεικνύεται από τρία (ή περισσότερα) από τα επτά κριτήρια, δηλαδή:

  • μη συμμόρφωση προς κοινωνικά πρότυπα
  • ανευθυνότητα
  • απάτη
  • αδιαφορία για την ευημερία των άλλων
  • απερισκεψία
  • αποτυχία να προγραμματίσουν το μέλλον
  • και ευερεθιστότητα και επιθετικότητα (APA, 1994).

Η αιτιολογία

Η αντικοινωνική συμπεριφορά τείνει να είναι κληρονομική. Οι ερευνητές προσπάθησαν να καθορίσουν πόσο αυτή η τάση οφείλεται στην γενετική και τη βιολογία και πόσο στη μαθημένη συμπεριφορά. Μερικές μελέτες έχουν εντοπίσει ορισμένα προβλήματα στον εγκέφαλο και ανωμαλίες στη μάθηση σε άτομα με ΑΔΠ. Για παράδειγμα, ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι περιοχές του εγκεφάλου που εμπλέκονται στις σκέψεις για το «μετά» όσον αφορά τις συνέπειες των ενεργειών κάποιου μπορεί να είναι διαφορετικές σε άτομα με ΑΔΠ. Αυτό το εύρημα προσδίδει στοιχεία στην θεωρία ότι ένα κληρονομικό πρόβλημα του εγκεφάλου μπορεί να συμβάλλει στον φτωχό σχεδιασμό και στη παρορμητικότητα που είναι χαρακτηριστικές των ατόμων με ΑΔΠ.

Άλλες μελέτες έχουν δείξει διαφορές στον εγκεφάλους των ανθρώπων με ΑΔΠ που μπορεί να συνεισφέρουν στην διαταραγμένη μάθηση και την προσοχή. Μια σειρά πειραμάτων έδειξαν ότι τα άτομα με αντικοινωνική προσωπικότητα δεν βιώνουν άγχος πριν τους δοθεί ένα σοκ και ότι δεν μαθαίνουν να αποφεύγουν το σοκ όπως οι άλλοι συμμετέχοντας έκαναν στο πείραμα. Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί οι άνθρωποι με AΔΠ δεν φαίνεται να μαθαίνουν από τις αρνητικές συνέπειες ή τη τιμωρία.

Έρευνα που χωρίζει τους γενετικούς από τους περιβαλλοντικούς παράγοντες (για παράδειγμα, μελέτες σε πανομοιότυπα δίδυμα μεγαλωμένα σε διαφορετικά περιβάλλοντα) έχει δείξει ότι οι γενετικοί παράγοντες εξηγούν περίπου το ήμισυ της αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Το οικογενειακό περιβάλλον ή η ανατροφή παίζει σημαντικό ρόλο, επίσης. Οι εμπειρογνώμονες πιστεύουν σήμερα ότι ένας συνδυασμός της γενετικής κληρονομιάς και περιβαλλοντικών παραγόντων οδηγούν σε περισσότερες περιπτώσεις της ΑΔΠ. Με άλλα λόγια, μερικοί άνθρωποι φαίνεται να έχουν μια βιολογική τάση για την ανάπτυξη της αντικοινωνικής συμπεριφοράς και το οικογενειακό περιβάλλον θα καθορίσει κατά πόσον ή όχι αυτή η τάση θα εκπληρωθεί. Άνθρωποι χωρίς τη βιολογική τάση για ΑΔΠ, ανεξάρτητα από το οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνουν, δεν είναι πιθανό να αναπτύξουν ΑΔΠ ως ενήλικες (αν και μπορεί να έχουν διαταραχή συμπεριφοράς ως παιδιά).

Θεραπευτικές μέθοδοι

Φαρμακολογική Θεραπεία

Αν και δεν υπάρχει καμία αξιόπιστη εκτίμηση της χρήσης των φαρμακολογικών θεραπειών μεταξύ εκείνων με αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας στη βιβλιογραφία, μια μεγάλη λίστα των φαρμάκων συνταγογραφούνται συχνά. Οι Dolan και Coid (1993) αξιολόγησαν τη χρήση πολλών ομάδων φαρμάκων όπως αντικαταθλιπτικά, υπνωτικά, αγχολυτικά, αντιεπιληπτικά και διεγερτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος σε άτομα με αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας. Η έρευνα πρότεινε πως η χρήση αυτών των παρεμβάσεων βρέθηκε να είναι περιορισμένη.

Ψυχολογικές Παρεμβάσεις

Δυστυχώς, τα στοιχεία για την αποτελεσματικότητα των ψυχολογικών θεραπειών για την αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας είναι τόσο περιορισμένα όσο και για φαρμακολογικές θεραπείες (Duggan et al.,2007). Πολύ περισσότερη έμφαση έχει δοθεί στην ψυχολογική θεραπεία των άλλων διαταραχών της προσωπικότητας, κυρίως στη μεταιχμιακή διαταραχή της προσωπικότητας (για παράδειγμα, Kernberg, 1984? Linehan & Dimeff, 1997). Οι προηγούμενες προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση της αντικοινωνικής διαταραχής της προσωπικότητας και ψυχοπάθειας πραγματοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό σε υψηλής ασφάλειας νοσοκομεία (όπου το 25% πληρούσε τα κριτήρια της ψυχοπαθητικής διαταραχής). Όπως και με την αγωγή της διαταραχής της προσωπικότητας γενικότερα, οι ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις στη θεραπεία ήταν πιο διαδεδομένες (Cordess & Cox, 1998). Η γνωστική συμπεριφορική προσέγγιση έχει κερδίσει μια εξέχουσα θέση. Για παράδειγμα, στην υπηρεσία “Επικίνδυνη και σοβαρή διαταραχή προσωπικότητας” (DSPD) υπηρεσία (βλ. Ενότητα 2.7) παρέχει μια σειρά από παρεμβάσεις για εξαιρετικά ψυχοπαθείς άνδρες, συμπεριλαμβανομένων τη διαλεκτική συμπεριφορική θεραπεία, την εστιασμένη θεραπεία, τη γνωστική αναλυτική θεραπεία και τα προγράμματα μείωσης της βίας(Υπουργείο Εσωτερικών, 2005a). Οι παρεμβάσεις αυτές περιμένουν αξιολόγησης.

Η επεξεργασία και η διαχείριση της αντικοινωνικής διαταραχής της προσωπικότητας δοκιμάζουν τις ικανότητες του γιατρού. Παρά το γεγονός ότι αυτοί οι ασθενείς αναζητούν σπάνια ιατρική φροντίδα για την διαταραχή – ένα μόνο άτομο από τα επτά θα συζητήσει ποτέ τα συμπτώματά του με έναν γιατρό (Robins και Regier 1991) – ταυτόχρονα προβλήματα θα τους φέρουν σε θεραπεία, είτε οικειοθελώς είτε όχι.


Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

01 Ιούλ 2007

Τελειομανία

Ορισμός: Η τελειομανία είναι ένας πολυδιάστατος τύπος προσωπικότητας που σχετίζεται με έναν αριθμό από ψυχολογικές, διαπροσωπικές και συσχετιζόμενες με την επίδοση δυσκολίες. Δεν είναι πρωτογενής διαταραχή από μόνη της, αλλά μπορεί να είναι ένδειξη διαταραχής και πιο συγκεκριμένα της Ψυχαναγκαστικής Διαταραχής. Γενικότερα είναι ένας παράγοντας που δημιουργεί προβλήματα σε ενήλικες, εφήβους και παιδιά.

Δεν πρέπει να συγχέουμε την τελειομανία με το υγιές κυνήγι της τελειότητας, το οποίο είναι θετικό γιατί συνήθως συνοδεύεται από μία αίσθηση ικανοποίησης και ολοκλήρωσης μετά από την επίτευξη ενός στόχου. Η τελειομανία ωστόσο δεν είναι μία τέτοια υγιής συμπεριφορά. Οι τελειομανείς θέτουν πολύ υψηλούς, πολλές φορές και άπιαστους στόχους τους οποίους είναι δύσκολο να πετύχουν με αποτέλεσμα να μην είναι ποτέ ευχαριστημένοι από την επίδοσή τους.

Ο Κύκλος της Τελειομανίας

  1. Τα άτομα αρχικά θέτουν υψηλούς και μη εύκολα επιτεύξιμους στόχους.
  2. Αποτυγχάνουν στην πραγματοποίησή τους γιατί δεν ξέρουν από πού να ξεκινήσουν.
  3. Η πίεση για την επίτευξη στόχου και η αναπόφευκτη συνεχής αποτυχία μειώνουν την παραγωγικότητα και αποτελεσματικότητα του ατόμου.
  4. Αυτό οδηγεί τα άτομα να είναι αυστηρά με τον εαυτό τους και να αυτοκατηγορούνται, με αποτέλεσμα την χαμηλή αυτοεκτίμηση, το άγχος και την κατάθλιψη.
  5. Παρατούν ολοκληρωτικά τους στόχους τους και θέτουν καινούργιους με αποτέλεσμα ο κύκλος να ξαναρχίζει.

Περιγραφή Προβλημάτων και Τυπικών Συμπεριφορών Τελειομανών

Έρευνες έχουν δείξει ότι οι τελειομανείς είναι πιο αγχώδεις και είναι λιγότερο αποδοτικοί στις εργασίες που έχουν αναλάβει να φέρουν εις πέρας. Ο έντονος φόβος τους για αποτυχία σε συνδυασμό με τους πολύ δύσκολους στόχους που θέτουν έχουν ως αποτέλεσμα την αποτυχία. Ως αποτυχία θεωρούν οποιαδήποτε παρέκκλιση από τον ακριβή τελικό τους στόχο. Αν δεν πετύχουν τον στόχο τους στο έπακρο νιώθουν ανάξιοι. Ο φόβος της αποτυχίας των τελειομανών είναι τόσο έντονος που πολλές φορές έχει αρνητική επίπτωση στην λειτουργικότητά τους μέσα από την καθημερινότητα. Επίσης αντιμετωπίζουν δυσκολία στο να δουν την θετική όψη των γεγονότων.

Ο φόβος για αποτυχία για τους τελειομανείς ισοδυναμεί με τον φόβο μήπως κάνουν λάθος. Αυτός τους ο φόβος οδηγεί στο να χάνουν ευκαιρίες να μάθουν και να ωριμάσουν. Καθοδηγούνται αποκλειστικά από τα «πρέπει» και όχι από τα «θέλω» τους.

Οι τελειομανείς έχουν την τάση να πιστεύουν ότι οι δικές τους προσπάθειες προς επίτευξη κάποιου στόχου είναι μάταιες, αδιέξοδες και ανεπαρκείς. Για τους άλλους πιστεύουν ότι μπορούν να πετύχουν καταβάλλοντας ελάχιστη προσπάθεια, κάνοντας λίγα λάθη, μη βιώνοντας συναισθηματικό στρες και έχοντας εμπιστοσύνη στον εαυτό τους.

Ένας άλλος φόβος των τελειομανών είναι ο φόβος της απόρριψης. Δεν θέλουν να ανακαλύψουν οι άλλοι τα λάθη τους γιατί νομίζουν ότι αν γίνει αυτό δεν θα είναι πλέον αποδεκτοί. Με το να είναι τέλειοι προστατεύουν τους εαυτούς τους από την κριτική, την απόρριψη και την αποδοκιμασία.

Οι τελειομανείς συχνά αναφέρονται στην αυτοεκτίμησή τους μόνο σε σχέση με την ικανότητά τους να πετυχαίνουν στόχους και αυτός είναι ένας παράγοντας της χαμηλής τους αυτοεκτίμησης. Με το να θέτουν πολύ δύσκολους στόχους αυξάνουν τις πιθανότητες να μην καταφέρουν να τους πετύχουν, κάτι που έχει άμεση επίπτωση στην αυτοεκτίμησή τους αφού γι’ αυτούς η αυτοεκτίμηση μεταφράζεται ως επίτευξη στόχων.

Επίσης, επειδή συχνά οι τελειομανείς θεωρούν ότι έχουν απογοητεύσει τους άλλους, ιδιαίτερα όταν δεν καταφέρνουν να πετυχαίνουν στόχους, έχουν αυξημένα αισθήματα ντροπής και ενοχών. Για να απαλλαγούν από αυτά τα αρνητικά συναισθήματα εφαρμόζουν ένα αυστηρό καθημερινό πρόγραμμα.

Η χαμηλή αυτοεκτίμηση και το αίσθημα αποτυχίας των τελειομανών σε μεγαλύτερες ηλικίες μπορεί να οδηγήσει στην αυξημένη χρήση αλκοόλ, ναρκωτικών και άλλων επικίνδυνων και επιβλαβών για την υγεία ουσιών. Επίσης τελειομανή άτομα καταφεύγουν στον τζόγο ή και άλλες συμπεριφορές που εμπεριέχουν την ανάληψη ρίσκου.

Πιθανά Αίτια Τελειομανίας

Υπάρχουν εισηγήσεις ότι οι αιτίες της τελειομανίας πηγάζουν στις σχέσεις των γονέων με τα παιδιά τους. Συγκεκριμένα οι μαθητές που προέρχονται από οικογένειες με μερική ή καθόλου αποδοχή δεν μαθαίνουν πως μπορούν να ικανοποιήσουν τους γονείς τους και αυτοί που προέρχονται από οικογένειες με υπό όρους αποδοχή όπου οι γονείς επιβραβεύουν το παιδί τους μόνο όταν πλήρης επιτυχία, έχουν αυξημένες πιθανότητες να παρουσιάσουν τελειομανία.

Άλλες πιθανές αιτίες της τελειομανίας είναι η αντιγραφή από πλευράς του παιδιού των προτύπων συμπεριφοράς των τελειομανών γονέων ή η προσπάθεια ανταγωνισμού των τελειομανών συγγενών του αλλά και η τάση των δασκάλων να επιζητούν την τελειότητα και να κριτικάρουν τις ατέλειες στα επιτεύγματα των παιδιών.

Μορφές Τελειομανίας

Το μεγαλύτερο μέρος της βιβλιογραφίας αναφέρεται σε τρεις πιθανές εκδοχές τελειομανίας και σύμφωνα με τον Καναδικό Σύνδεσμο Ψυχολογίας καθένα από αυτά τα είδη σχετίζεται με διαφορετικού τύπου προβλήματα

  1. Εσωτερικά κατευθυνόμενοι τελειομανείς: το άτομο τείνει να θέτει υψηλά προσωπικά πρότυπα επιτυχίας. θεωρείται ότι σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν προβλήματα κατάθλιψης και νευρική ανορεξία.
  2. Εξωτερικά κατευθυνόμενοι τελειομανείς: το άτομο αναμένει από τους άλλους να είναι τέλειοι στις εργασιακές τους επιδόσεις. θεωρείται ότι σχετίζονται με προβλήματα όπως ανικανοποίηση από το γάμο τους, τη σεξουαλική ζωή τους αλλά και θυμό.
  3. Κοινωνικά κατευθυνόμενοι τελειομανείς: το άτομο πιστεύει ότι τα άλλα άτομα αναμένουν την τελειότητα για τον εαυτό τους. θεωρείται ότι σχετίζονται με συμπτώματα άγχους ή κατάθλιψης, αλλά και με διατροφικές διαταραχές.
Εισαγωγική Φωτογραφία

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

]]>