18 Οκτ 2013

Κάτω από αυτό το πρίσμα, τι είναι φυσιολογικό και τι όχι;

Αρκετοί από εμάς αναρωτιόμαστε αν εμείς, οι επιλογές μας, τα συναισθήματα μας, οι άλλοι και περισσότερο από όλα τα παιδιά μας είναι «φυσιολογικά», εξελίσσονται «ομαλά» και δεν ανήκουν σε κανένα παθολογικό φάσμα. Αυτό που συχνά δεν αναρωτιόμαστε, όμως, είναι από που προκύπτουν αυτές οι ανησυχίες μας και από που προκύπτει η τάση μας να κατηγοροποιούμε τις συμπεριφορές μας, τους ανθρώπους, τα παιδιά μας σε «φυσιολογικά» ή σε «παθολογικά».

Ακόμη, δεν αναρωτιόμαστε τουλάχιστον συνειδητά για τον σκοπό μιας τέτοιας κατηγοροποίησης και έτσι, αναπόφευκτα, αν τοποθετήσουμε μια συμπεριφορά στο φάσμα του μη φυσιολογικού- του παθολογικού, πιστεύουμε πως, εξαιτίας και μόνο αυτού, η συμπεριφορά αυτή είναι όντως παθολογική. Είναι, όμως, η πραγματικότητα έτσι; Είναι εύκολο να ξεχωρίζουμε, στην πράξη, σε «φυσιολογικό» ή σε «παθολογικό» τις συμπεριφορές μας, τον εαυτό μας ή τους ανθρώπους που συναντάμε;

Πρώτα από όλα, μια συμπεριφορά που θεωρείται «φυσιολογική» για τη δική μου τη ζωή, μπορεί να θεωρηθεί «παθολογική» για τη ζωή κάποιου άλλου. Δηλαδή, ο καθένας μας έχει διαφορετικές προτεραιότητες και διαφορετικούς στόχους και μόνο αν γνωρίζουμε αυτούς, μπορούμε να αποφασίσουμε αν ο απέναντι μας κινείται στα πλαίσια του «φυσιολογικού», ώστε να μπορέσει να πετύχει αυτούς τους στόχους. Εξάλλου, και στην ψυχιατρική για να οριστεί μια διαταραχή, λαμβάνεται πάντοτε υπόψη το αίσθημα ευχαρίστησης ή δυσφορίας του ατόμου από τη ζωή του- μία ακόμη ένδειξη ότι η διάκριση της φυσιολογικής από την παθολογική συμπεριφορά εξαρτάται από τα υποκειμενικά μας κριτήρια. Έτσι, όταν λέμε ότι κάτι είναι «φυσιολογικό», χρειάζεται πάντα να ορίζουμε το «για ποιον είναι φυσιολογικό».

Από την άλλη, σαφέστατα και υπάρχουν κάποια άλλα- πιο αντικειμενικά- κριτήρια στη διάκριση του φυσιολογικού από το παθολογικό. Έτσι, στη ψυχιατρική άλλα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τον εντοπισμό των ψυχιατρικών διαταραχών είναι η παρατηρήσιμη συμπεριφορά του ατόμου που εξετάζεται- τα λεγόμενα συμπτώματα-, η διάρκεια, η συχνότητα και η ένταση που αυτά εμφανίζονται και οι συνέπειες που έχουν στη ζωή του ατόμου: στην εργασιακή του απόδοση, στην κοινωνικότητα του, στη σωματική του υγεία: ύπνος, διατροφή κ.α. Αυτά τα- σχεδόν αντικειμενικά- κριτήρια αποτελούν την πυξίδα για τον εντοπισμό των ψυχιατρικών διαταραχών.

Όμως, ποιος είπε πως η ύπαρξη κάποιας ψυχιατρικής διαταραχής καθιστά έναν άνθρωπο παθολογικό;

Πρώτα από όλα, η κατηγοροποίηση των ψυχιατρικών διαταραχών γίνεται μονάχα για τη μελέτη, την κατανόηση και την καλύτερη δυνατή βοήθεια των άτομων που τις παρουσιάζουν. Από εκεί και έπειτα, είναι καλό να αντιμετωπίζουμε τη συμπεριφορά του ατόμου που παρουσιάζει κάποια ψυχιατρική διαταραχή με τον ίδιο τρόπο που θα αντιμετωπίζαμε μια οποιαδήποτε συμπεριφορά- γιατί κάθε συμπεριφορά είτε ανήκει στο φάσμα του «φυσιολογικού» είτε ανήκει στο φάσμα του «παθολογικού» είναι πάντα μοναδική.

Δηλαδή, ακόμη κι αν εμείς οι δύο παρουσιάζαμε μια ίδια ψυχιατρική διαταραχή, θα είχαμε μια εντελώς διαφορετική κατάσταση να αντιμετωπίσουμε και πιθανότατα ο τρόπος που θα συμπεριφερόμασταν θα ήταν κατά πολύ διαφορετικός, ακόμη κι αν αυτός έμοιαζε σε μερικά σημεία. Και αυτό γιατί κανένας μας δεν θα ήταν η συγκεκριμένη ψυχιατρική διαταραχή- κανένας μας δεν θα ήταν μη φυσιολογικός- παθολογικός.

Θα ήμασταν απλά δυο διαφορετικοί άνθρωποι που εξαιτίας της ιδιοσυγκρασίας μας, των βιωμάτων μας και της παρούσας χρονικής στιγμής της ζωής μας, αντιμετωπίζουμε με διαφορετικό τρόπο μια ίδια- στο όνομα- ψυχολογική κατάσταση.Και με την τελευταία πρόταση, θέλω να θέσω δύο ερωτήματα.

Πρώτα από όλα, όλοι μπορούμε να περάσουμε και να ξαναπεράσουμε και να ξαναπεράσουμε το μονοπάτι που οδηγεί από το «φυσιολογικό» στο «παθολογικό» και ανάποδα. Η ζωή έχει δυσκολίες για όλους: συναντάμε σε αυτήν θανάτους, χωρισμούς, απορρίψεις, ματαιώσεις και είναι εύκολο να χαθούμε για λίγο ή για πολύ σε κάποιο από αυτά τα τούνελ. Αν χαθούμε, δεν σημαίνει πως πάψαμε να είμαστε φυσιολογικοί- ειδικά όταν μπορούμε να ξαναβρούμε τον δρόμο μας και να αντέχουμε για λίγο το σκοτάδι. Αν τόσο εύκολα θεωρούμε κάτι «παθολογικό», θα έπρεπε με τον ίδιο τρόπο να το αναθεωρούμε σε κάτι «φυσιολογικό».

Με πιο απλά λόγια, το τι είναι φυσιολογικό και τι παθολογικό είναι ένας συνεχής αγώνας διαπραγμάτευσης- δεν μπορούμε απλά να βάζουμε μια ταμπέλα και να την αφήνουμε. Αντίθετα, θα πρέπει να εξετάζουμε σταθερά τι είναι φυσιολογικό με βάση τη δική μας ζωή και τις δικές μας σκέψεις. Έτσι, θα ήταν καλό, όταν λέμε πως κάτι είναι φυσιολογικό να προσθέτουμε τη φράση «για’ μένα», π.χ «Για’ μένα είναι φυσιολογικό που…».

Το δεύτερο ερώτημα αφορά και πάλι τις ψυχιατρικές διαταραχές- αν και όχι μόνο. Πιο απλά θα έλεγα ότι αφορά τις παραξενιές τις δικές μας και των άλλων. Έχετε σκεφτεί πως μπορεί όλες αυτές να είναι η συνέπεια της προσαρμογής μας στο περιβάλλον που κληθήκαμε να μεγαλώσουμε, να αναπτυχθούμε και να ενταχθούμε; Έχετε σκεφτεί πως μπορεί να έχουν προσαρμοστική αξία, καθώς αποτυπώνουν την ένωση της αρχικής μας ιδιοσυγκρασίας με τις συνθήκες που συναντήσαμε στη ζωή μας μέχρι τώρα και ίσως, ακριβώς επειδή έχουν προσαρμοστική αξία και μας έχουν βοηθήσει, να μας είναι τόσο μα τόσο δύσκολο να τις αποχαιρετίσουμε;

Κάτω από αυτό το πρίσμα, τι είναι φυσιολογικό και τι όχι; 

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

28 Νοέ 2011

Φυσιολογικό VS Παθολογικό: οχι και τοσο ξεκάθαροι όροι

Φυσιολογικές και μη φυσιολογικές εκδηλώσεις της συμπεριφοράς. Υπάρχει μια διάκριση μεταξυ του τι ειναι φυσιολογικό να κάνουμε και τι οχι, τι ειναι περίεργο ή ανώμαλο ακόμα, μια διάκριση μεταξύ φυσιολογικού και παθολογικού ή τρελού. Ωστόσο η διάκριση αυτή δεν είναι τόσο σαφής όσο μπορεί να νομίζετε.

Και αυτό συμβαίνει για δύο βασικούς λόγους:

Η μη φυσιολογική συμπεριφορά δεν είναι πραγματικά ιδιαίτερα ανώμαλη ως και καθόλου. Οι άνθρωποι αναπτύσσουν συνήθως διάφορες προβληματικές συμπεριφορές για λόγους που είναι πολύ κατανοητοί. Σε γενικές γραμμές, τα παιδιά εξελίσσονται έχοντας αγχώδεις «διαταραχές» επειδή έχουν βιώσει μια ασυνήθιστα τρομακτική σειρά γεγονότων στη ζωή τους, ένα ή περισσότερα τραύματα, ή είχαν ασυνεπείς γονείς ή πειθαρχία. Σίγουρα, μερικές φορές μπορεί να συμβάλλουν τα γονίδια. Αλλά ακόμα και τα γονίδια που προδιαθέτουν τα παιδιά για ανάπτυξη του άγχους, έχουν προσαρμοστική αξία. Έτσι, μια κοινωνία που υπόκειται μια απροσδόκητη επίθεση ή προσβολή, συνήθως επωφελείται με το να έχει ορισμένα μέλη που είναι ασυνήθιστα σε υπερεπαγρύπνηση και συνεχώς σε επιφυλακή για τον κίνδυνο. Χρησιμεύουν ως βασικοί φρουροί σε τέτοιες περιπτώσεις.

Συγκεκριμένα το άγχος πρόκειται για συνήθη διαταραχή αφού 1/3 των ενηλίκων παρουσιάζει κάθε χρόνο μια τουλάχιστον σοβαρή κρίση άγχους. Υπολογίζεται οτι περίπου ενα 10% του γενικού πλυθησμού συμβουλεύεται κάποια στιγμή γιατρό επειδή αισθάνεται άγχος, ένταση, ή ανησυχία. Το φυσιολογικό άγχος, ειναι μια υγιής, φυσιολογική αντίδρση, που εκδηλώνεται σε περιπτώσεις ανησυχίας ή σε στιγμές πραγματικού κινδύνου ή απειλής. Μέτριος βαθμός άγχους, στην πραγματικότητα, βελτιώνει την απόδοση του ανθρώπου σε δύσκολες στιγμες και αποτελεί δημιουργικό και κινητήριο παράγοντα για τη ζωή.

Ομοίως, τα παιδιά συνήθως οδηγούνται στην κατάθλιψη όταν οι άνθρωποι και τα γεγονότα δημιουργούν μια θλιβερή, τρομακτική ατμόσφαιρα στην οποία αυτά πρέπει να μεγαλώσουν. Τα παιδιά συνήθως συμπεριφέρονται άσχημα όταν οι γονείς, οι συμμαθητές, οι δάσκαλοι είτε, ακούσια, ενθαρύνουν τέτοιες συμπεριφορές, ή αδυνατούν να παρέχουν συνεπή όρια και δομή. Και πάλι, όταν τα γονίδια συμβάλουν σε αυτήν την εικόνα, ορισμένοι εξελικτικοί ψυχολόγοι πιστεύουν οτι αυτά τα γονίδια μπορεί επίσης, υπό ορισμένες συνθήκες, να έχουν πλεονεκτήματα.

Και μην ξεχνάμε όλους αυτούς τους “ιδιοφυείς τρελούς”ή “τρελούς επιστήμονες” ή όλους αυτούς τους καλλιτέχνες που διακατέχονταν απο εμμονές, επιθετικές ή καταστροφικές παρορμήσεις, και που χωρίς αυτούς στην ιστορία της ανθρωπότητας τίποτα δεν θα ήταν ίδιο.

Η φυσιολογική συμπεριφορά, μόλις που είναι φυσιολογική. Όποιος νοιάζεται για τα παιδιά θα σας πεί ότι θέλει τα παιδιά να είναι υπό τη φροντίδα του για να είναι ευτυχισμένα, υγιή, και «κανονικά». Απόλυτα φυσιολογικά συναισθήματα. Αλλά τί ακριβώς είναι φυσιολογικό; Υπάρχει κάποιος που πραγματικά να διασχίσει μια ολόκληρη παιδική ηλικία, χωρίς να αντιμετωπίσει απολύτως καμία δυσκολία, κανένα εμπόδιο; Κοιτάξτε τη ζωή των περισσότερων ενηλίκων. Ξεχάστε για μια στιγμή το τεράστιο ποσοστό των ανθρώπων που υποφέρουν από κάποια ψυχική διαταραχή σε κάποια στιγμή στη ζωή τους. Σκεφτείτε πόσοι άνθρωποι αγωνίζονται καθημερινά για θέματα όπως το υπερβολικό βάρος, το διαζύγιο, τραύματα, τραγωδίες, σοβαρή απώλεια, προβλήματα στο σχολείο ή στην εργασία, ανησυχίες για τα χρήματα, προβλήματα σχέσεων, και άλλα. Όλοι αγωνιζόμαστε, ο καθένας θλίβεται, ο καθένας υποφέρει κατα διαστήματα. Ίσως ό,τι σκεφτόμαστε ως φυσιολογικό, συχνά δεν είναι τόσο φυσιολογικό.

Η ψυχιατρική ορίζει το “φυσιολογικό” ως εξής: Η μέση συμπεριφορά, με στατιστικά κριτήρια, σχετίζεται με την ικανότητα προσαρμογής, την κοινωνική αποδοχή, την ευφορία ή δυσφορία του ατόμου, υπό την εννοια οτι αντιπροσωπεύει ενα ευχάριστο η δυσάρεστο συναίσθημα αποδοχής ή απόρριψης αντίστοιχα απο το κοινωνικό περιβάλλον έτσι ώστε να καθορίσει το φυσιολογικό ή μη φυσιολογικό του χαρακτήρα της. Απο την άλλη πλευρά τα κύρια κριτήρια που υιοθετούνται για να καθοριστεί αν μια συμπεριφορά ειναι παθολογική είναι τα επώδυνα συμπτώματα, η μείωση της αποδοτικότητας στις φυσιολογικές (σωματικές, πνευματικές) και κοινωνικές λειτουργίες, και η ύπαρξη χαρακτηριστικών συμπτωμάτων που αποδεδειγμένα θεωρούνατι οτι ανήκουν σε γνωστές ψυχικές παθήσεις. Όμως αν για παράδειγμα χάσουμε ενα αγαπημένο πρόσωπο ή μάθουμε οτι ενα αγαπημένο πρόσωπο έχει μια σοβαρή ασθένεια ή αντιμετωπίζει μια σοβαρή οικονομική δυσχέρεια ή ακόμα και μετα απο εναν χωρισμό, τα συναισθήματα που νιώθουμε δεν είναι επώδυνα; Ποιος μπορεί να καθορίσει την ένταση των συναισθημάτων θλίψης ή στρες που βιώνουμε σε καθημερινές δυσάρεστες αλλα υπαρκτές καταστάσεις; Και μήπως όταν αντιμετωπίζουμε δυσάρεστες καταστάσεις δεν εκδηλώνουμε πολύ συχνά κάποια μείωση στη σωματική μας απόδοση (τα λεγόμενα “ψυχοσωματικά”, οι δυσκολίες στον ύπνο, στο φαγητό κτλ.) ή μήπως έχουμε την ίδια απόδοση στην δουλεία μας ή στο διάβασμά μας και είμαστε πάντα χαμογελαστοί και χαρούμενοι με την οικογενειά μας και τους φίλους μας; Τέλος, το έντονο άγχος αποτελεί σύμπτωμα της αγχώδους νευρωσικής διαταραχής, το έντονο αίσθημα του φόβου, σύμπτωμα της φοβικής νευρωσικής διαταραχής ή/και της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής (στην τελευταία συγκαταλέγονται όλες αυτές οι «παιδικές» παρορμήσεις, όπως να σιγουρευτούμε οτι έχουμε κλειδώσει τις πόρτες και κλείσει τις ηλεκτρικές συσκευες του σπιτιου ή άλλες μικρο-“εμμονές” καθαριότητας). Ακόμα, η ταχυκαρδία, η εφίδρωση σε συνδυασμό με έντονο αίσθημα άγχους και φόβου ειναι κλινικά συμπτώματα κρίσεων πανικού και πάει λέγοντας, η λίστα ειναι μεγάλη!

Σύμφωνα με τον Bergeret, ένας «φυσιολογικός» δομικά άνθρωπος μπορεί για κάποιους λόγους, να παρουσιάσει κάποια δεδομένη στιγμή ενα οξύ νευρωσικό ή ψυχωσικό επεισόδιο, και αντίστροφα κάποιος που παρουσίασε ενα σοβαρό ψυχολογικό πρόβλημα, ακόμα και ψυχωσικό, μπορεί, αν αντιμετωπιστεί σωστά και έγκαιρα, να ξαναβρεί μια φυσιολογική κατάσταση. Με απλά λόγια: Υπάρχει μια πολύ λεπτή και δυσδιάκριτη γραμμή ανάμεσα σε αυτό που αποκαλούμε φυσιολογικό και παθολογικό. Όλοι μας, κάτω απο ορισμένες συνθήκες, μπορούμε να αντιδράσουμε με υπερβολικό άγχος, φόβο ή θυμό, που υπο το πρίσμα των διαγνωστικών εργαλείων ταξινόμησης των διαταραχών, θα θεωρούμασταν ασθενείς, ομως αυτό δεν ισχυεί. Μπορούμε να περάσουμε την γραμμή απο το φυσιολογικό στο παθολογικό επίπεδο, για λίγο, ίσως γιατί βρεθήκαμε στην ανάγκη να εκτονώσουμε έντονα την ψυχική μας ανισσοροπία, αλλά πάντα μπορούμε να γυρίσουμε πίσω. Και αντίστοιχα κάποιος που βρίσκεται στο παθολογικό επίπεδο μπορεί, κατω απο ευνοικές συνθήκες να περάσει τη γραμμή και να έρθει στο φυσιολογικό. Επιπλέον, αν δεν το ελέγξουμε, οι κρίσεις μας επαναληφθούν αρκετές φορές και με μεγαλύτερη ένταση κάθε φορα ή δεν έχουν πραγματική και λογική βάση, τοτε πιθανόν και να μείνουμε στο παθολογικό επίπεδο (χωρίς αυτό να σημαίνει οτι δεν μπορούμε να επιστρέψουμε), ετσι και ένας πάσχων μπορεί να έρθει και να μείνει στο φυσιολογικό επίπεδο.

Γιατί είναι σημαντική αυτή η συζήτηση; Νομίζω, επειδή οι άνθρωποι συχνά τιμωρούν τον εαυτό τους που έχουν προβλήματα ή που έχουν παιδιά με προβλήματα. Το να αφεθείτε να σας παρασύρει η κατάσταση δεν θα βοηθήσει ιδιαίτερα. Βγείτε από το παιχνίδι του καταλογισμού ευθυνών και αρχίστε να ψάχνετε για λύσεις ή καλύτερους τρόπους για να φροντίσετε τον εαυτό σας και τα παιδιά σας. Σταματήστε να περιμένετε την τελειότητα και αποδεχθείτε ότι είστε άνθρωποι.

Επιπλέον, μήπως να ξανασκεφτείτε τί ορίζετε φυσιολογικό και τι παθολογικό την επόμενη φορά που θα συναντήσετε εναν «περίεργο» άνθρωπο;

 

Εισαγωγική Φωτογραφία

Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες 
]]>

02 Δεκ 2008

Εθισμός στο Διαδίκτυο(;)

Αυτόν τον καιρό στην άλλη άκρη του Ατλαντικού εντείνεται η συζήτηση μεταξύ των μελών του Αμερικανικού Ψυχιατρικού Σύνδεσμου σχετικά με το περιεχόμενο της επόμενης έκδοσης του DSM (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders), η οποία αναμένεται να κυκλοφορήσει περίπου το 2011. Όπως και σε κάθε προηγούμενη έκδοση του DSM, έτσι και τώρα, γίνεται προσπάθεια οι ψυχικές διαταραχές που θα περιέχονται στη νέα έκδοση του εγχειριδίου να βασίζονται στις τελευταίες ανακαλύψεις για το βιολογικό υπόβαθρό τους αλλά και να καλύπτουν όσο το δυνατόν περισσότερες αποκλίνουσες συμπεριφορές της σημερινής εποχής, χωρίς ωστόσο να γίνονται υπεραπλουστεύσεις ή να διαταραχοποιούνται κανονικές ανθρώπινες συμπεριφορές. Μία από τις προτάσεις που έχουν πέσει στο τραπέζι των συζητήσεων είναι και αυτή που προτείνει την εισαγωγή μιας νέας διαταραχής «Εθισμού στο Διαδίκτυο«.

Οι εισηγητές αυτής της διαταραχής ισχυρίζονται πως με τη διάδοση του διαδικτύου όλο και περισσότερα άτομα παγκοσμίως -και κυρίως στις χώρες του δυτικού κόσμου στις οποίες απευθύνεται το DSM- έχουν αρχίσει να περνάνε πάρα πολλές ώρες online κάνοντας chat, διακινόντας υλικό στο διαδίκτυο ή απλά σερφάροντας. Φυσικά δεν ισχυρίζονται πως όλοι όσοι ασχολούνται με το διαδίκτυο είναι εθισμένοι. Εθισμένος θεωρείται κάποιος ο οποίος παραμελεί σε σημαντικό βαθμό άλλες δραστηριότητες, οι οποίες είναι πιο ζωτικής σημασίας για τον ίδιο (αυτοεξυπηρέτηση, εργασία) ή για τα άτομα του περιβάλλοντός του (π.χ. παραμέληση των παιδιών του).

Με αφορμή αυτή την πρόταση έχει ανοίξει μια συζήτηση γύρω από τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία μια συμπεριφορά α) θα πρέπει να χαρακτηρίζεται ως ψυχική διαταραχή και β)θα πρέπει να ταυτοποιείται ως εξειδικευμένη ψυχική διαταραχή.

Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι σχετικά απλή. Εδώ και αρκετές δεκαετίες υπάρχουν ορισμένα «χρυσά χαρακτηριστικά» που πρέπει να είναι παρόντα σε μια συμπεριφορά ώστε να χαρακτηρισθεί ως ψυχική διαταραχή: 1) Να αποκλίνει από τις χρηστές πρακτικές της νόρμας του ατόμου 2)Να είναι στατιστικώς σπάνια 3)Να αποτελεί άμεσο κίνδυνο για το άτομο ή το περιβάλλον του. Σε γενικές γραμμές αυτά τα κριτήρια παραμένουν ακόμη και σήμερα σχεδόν αναλοίωτα και αποτελούν πολύ καλούς οδηγούς σε συζητήσεις σχετικές με την διαταραχοποίηση μιας συμπεριφοράς. Υπό το πρίσμα αυτών των κριτηρίων κάποιος ο οποίος δεν μπορεί να ξεκολλήσει από την οθόνη του υπολογιστή του (=στατιστικά σπάνια συμπεριφορά, η οποία αποκλίνει από τις νόρμες) με αποτέλεσμα να μην τρώει κανονικά και να ασθενεί (=βάζει σε κίνδυνο την υγεία του) φυσικά και ειναι ψυχικά ασθενής και χρήζει ψυχολογικής (ή/και ψυχιατρικής) βοήθειας.

Το ερώτημα όμως το οποίο παραμένει είναι το εξής απλό: τι κάνει τον «Εθισμό στο Διαδίκτυο» τόσο διαφορετικό από τις άλλες μορφές εθισμού; Με άλλα λόγια σε τι διαφέρει ο «Εθισμός στο Διαδίκτυο» από τον «Εθισμό στην Τηλεόραση» ή από τον «Εθισμό στη Συλλογή Γραμματοσήμων»; Σε όλες τις περιπτώσεις κάποιος αφιερώνει το μεγαλύτερο χρόνο της ημέρας του σε μια δραστηριότητα, παραμελώντας τον εαυτό του. Προσωπικά δεν μπορώ να βρω κάποια άλλη σημαντική διαφορά πέραν από το αντικείμενο του εθισμού. Φυσικά δεν τίθεται θέμα σύγκρισης με τον εθισμό σε ουσίες όπως η καφείνη, η ηρωίνη ή το χασίς, τα οποία έχουν ένα άμεσο βιολογικό αντίκτυπο ο οποίος προκαλεί τον εθισμό. Κατά την άποψή μου όλοι οι τύποι συμπεριφορικού εθισμού σε δραστηριότητες (από την ανάγνωση βιβλίων και τη συλλογή γραμματοσήμων έως το 24ωρο σερφάρισμα στο διαδίκτυο) θα έπρεπε να βρίσκονται απλά κάτω από μια ομπρέλα «συμπεριφορικών εθισμών».

Η ανάπτυξη μιας νέας ψυχικής διαταραχής εκ του μηδενός σημαίνει αυτόματη ανάπτυξη εξειδικευμένων μεθόδων καταπολέμησης της. Εκτιμώ πως μια πιθανή δημιουργία αυτής της νέας ξεχωριστής διαταραχής εκτός του ότι είναι αντιεπιστημονική, κρύβει και πολλά οικονομικά συμφέροντα. Ανάμεσα σε αυτούς που θα ωφεληθούν είναι οι φαρμακευτικές εταιρίες που θα βρουν ευκαιρία να αναπτύξουν νέα ψυχοφάρμακα αλλά και οι θεραπευτές στους οποίους θα στέλνονται μαζικά νέοι πελάτες προς θεραπεία. Στην εποχή της ευρείας χρήσης των νέων τεχνολογιών είναι αναμενόμενο πως πάρα πολλά άτομα ασχολούνται πολλές ώρες με το διαδίκτυο, είτε αναγκαστικά λόγω της φύσης της δουλειάς τους, είτε από χόμπι. Όλα αυτά τα άτομα αποτελούν εν δυνάμει αυριανούς πελάτες ενός συστήματος ψυχικής υγείας, ιδιαίτερα δε αν τα όρια αυτής της νέας διαταραχής του «Εθισμού στο Διαδίκτυο» αποδειχθούν πολύ χαλαρά.

Είναι βεβαίως απορίας άξιο γιατί στο παρελθόν δεν είχαν γίνει προσπάθειες διαταραχοποίησης δημοφιλών δραστηριοτήτων στις οποίες εμφανίστηκαν -όπως είναι αναμενώμενο- συμπτώματα εθισμού. Μερικά παραδείγματα είναι η μαζική υστερία στις ΗΠΑ κατά τη δεκαετίας του ’60 με τα αυτοκίνητα, όπου όλο και περισσότεροι άνδρες παιρνούσαν τον χρόνο τους στο συνεργείο τους παρέα με το αγαπημένο αυτοκίνητό τους, ο εθισμός στην τηλεόραση ο οποίος είναι υπαρκτός έως και σήμερα ή η καταναλωτική μανία αγοράς προϊόντων απλά και μόνο για φιγούρα (συμπεριλαμβανομένων όλων των αγαθών: ηλεκτρονικές συσκευές, ρούχα, κοσμήματα κ.α.) . Μία σκέψη είναι πως είναι τυχαίο το ότι κάποιος δεν πρόσεξε τα εμφανή σημάδια εθισμού σε αυτές τις περιπτώσεις. Μία εναλλακτική ιδέα όμως είναι πως δεν είναι καθόλου τυχαία η αδιαφορία γι’ αυτές τις βαθύτατα καταναλωτικές δραστηριότητες και η στροφή του ενδιαφέροντος προς μια σχετικά νέα και ανεξερεύνητη δραστηριότητα, όπως αυτή του σερφαρίσματος στο διαδίκτυο.

Προσωπικά κρατάω μια σκεπτικιστική στάση γενικότερα απέναντι σε αυτό το θέμα, μιας και υπάρχουν αρκετά ερωτηματικά γύρω από το σκεπτικό της δημιουργίας μιας νέας ξεχωριστής διαταραχής εκ του μηδενός, όταν δεν συντρέχουν άμεσοι λόγοι που να επιβάλλουν κάτι τέτοιο και από τη στιγμή που οι παρούσες καταγεγραμμένες διαταραχές καλύπτουν απόλυτα τις περιπτώσεις εθισμού στο διαδίκτυο.

Φωτογραφία: The Internet Is Addictive, by Ellipsis

Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες

]]>

27 Φεβ 2008

Διαταραχοποίηση της συμπεριφοράς

η συμπεριφορά που:

  1. αποκλίνει από την αναμενόμενη συμπεριφορά της κοινωνικής ομάδας του ατόμου
  2. δημιουργεί προσωπική δυσφορία ή ανικανότητα στο άτομο (π.χ. δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί για τις βασικές του ανάγκες).
  3. θέτει σε κίνδυνο την ψυχική ή σωματική υγεία του ατόμου (ή των γύρω του).
Για να οριστεί μια συμπεριφορά (σε κλινικό επίπεδο) ως αποκλίνουσα θα πρέπει να παρουσιάζει όλα (ή σχεδόν όλα) τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Προσωπικά θεωρώ πως ο παραπάνω ορισμός είναι αρκετά ικανοποιητικός και καταφέρνει να συγκεντρώσει όλα τα χαρακτηριστικά που αποδίδουμε σε τέτοιου είδους συμπεριφορές, αλλά και να τις ξεχωρίσει από παρόμοιες συμπεριφορές που όμως δεν μπορούν να χαρακτηριστούν αποκλίνουσες. Ταυτόχρονα όμως παρουσιάζει και ελλείψεις και αναγκάζει -ορθώς κατ’ εμέ- τους λειτουργούς ψυχικής υγείας να αποφασίσουν με γνώμονα την εμπειρία και την γενικότερη εικόνα του ατόμου. Ας δούμε μερικά παραδείγματα συμπεριφορών για να καταλάβουμε καλύτερα τα πιο πάνω κριτήρια. Παράδειγμα 1ο
Ο κύριος Πασχαλίδης, κάτοικος Αθηνών, μαζεύει καθημερινά κουμπιά κάθε χρώματος και μεγέθους εδώ και πολλά χρόνια. Έχει χιλιάδες από αυτά και πρόσφατα ξεκίνησε να καλύπτει τους τοίχους ορισμένων δωματίων του σπιτιού του όχι με ταπετσαρία, αλλά με τα… κουμπιά τα οποία κολλάει σε αυτούς.
Είναι το παραπάνω παράδειγμα ένα παράδειγμα αποκλίνουσας συμπεριφοράς; Ας δούμε τα κριτήρια ένα-ένα. Η συμπεριφορά του σίγουρα αποκλίνει από την συμπεριφορά του μέσου Έλληνα/Αθηναίου. Αλλά δεν δημιουργεί δυσφορία στον κύριο Πασχαλίδη -το αντίθετο μάλιστα- ενώ την ίδια στιγμή δεν θέτει σε κίνδυνο τον εαυτό του ή τους γύρω του. Επομένως η συμπεριφορά του δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κλινικώς αποκλίνουσα. Αν όμως κάνουμε μια μικρή παραλλαγή στην ιστορία τότε όλα αλλάζουν. Τι θα απαντούσαμε στο ίδιο ερώτημα αν ξέραμε ότι ο κ. Πασχαλίδης σταμάτησε να τρώει εδώ και μία εβδομάδα επειδή δεν μπορεί να σταματήσει να κολλάει τα αγαπημένα του κουμπιά στους τοίχους; Σε αυτή την περίπτωση σαφώς θέτει σε κίνδυνο τον εαυτό του και παρουσιάζει ανικανότητα να ικανοποιήσει τις βασικές βιολογικές του ανάγκες (τροφή). Επομένως, σε αυτή την περίπτωση ο κ. Πασχαλίδης χαρακτηρίζεται από κλινικώς αποκλίνουσα συμπεριφορά και κατά πάσα πιθανότητα από Ψυχαναγκαστική Διαταραχή. Παράδειγμα 2ο
Ο Γιάννης είναι ένας νέος που του αρέσει τα Σαββατοκύριακα να πηγαίνει σην γέφυρα Ρίου Αντιρίου και να κάνει bungee jumping. Το κάνει αυτό σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο εδώ και ένα χρόνο.
Ο Γιάννης σίγουρα κάνει κάτι που δεν είναι συνηθισμένο – υπό την έννοια ότι το 95% του πληθυσμού δεν θα δοκιμάσει ποτέ να πηδήξει από μια γέφυρα – και την ίδια στιγμή βάζει σε κίνδυνο την σωματική του υγεία. Καλύπτει λοιπόν τουλάχιστον δύο «κριτήρια» της αποκλίνουσας συμπεριφοράς. Ταυτόχρονα όμως δεν καλύπτει το δεύτερο κριτήριο, μιας και η συμπεριφορά του δεν τον εμποδίζει στην αυτοεξυπηρέτησή του και δεν του δημιουργεί καμμία προσωπική δυσφορία. Άρα εν τέλει κανένας ειδικός δεν θα τον χαρακτήριζε ως άτομο με κάποια διαταραχή στην συμπεριφορά. Παράδειγμα 3ο
Η Ελένη -όντας βαθύτατα θρησκευόμενο άτομο- προσεύχεται και πηγαίνει στην Εκκλησία κάθε μέρα. Την ίδια στιγμή όμως χτυπάει την κόρη της και την αναγκάζει σε πολυήμερες νηστείες γιατί φοράει κοντές φούστες πάνω από το γόνατο, πράγμα που η Ελένη θεωρεί ανήθικο. Πιστεύει πως αυτές οι πράξεις της είναι θεάρεστες και νοιώθει καλά με τον εαυτό της, μιας και «βάζει την κόρη της στον δρόμο του Θεού».
Αν λάβουμε υπόψη μόνο την πρώτη πρόταση και την τελευταία πρόταση του παραδείγματός μας θα λέγαμε ότι η Ελένη μάλλον δεν παρουσιάζει καμία αποκλίνουσα συμπεριφορά, μιας και θεωρείται συνηθισμένο από την ελλαδική κουλτούρα η έκφραση της θρησκευτικής πίστης. Επίσης, η ίδια νοιώθει καλά με αυτό που κάνει, ενώ δεν παρουσιάζει κανένα πρόβλημα με την αυτοεξυπηρέτησή της. Όμως διαπιστώνουμε πρόβλημα με την συμπεριφορά της όταν ακούμε πως με την αυταρχική συμπεριφορά της βάζει σε κίνδυνο την σωματική (και ψυχική) υγεία της κόρης της. Ένας ειδικός μάλλον θα κατέτασε την Μαρία στην κατηγορία των ατόμων με αποκλίνουσα συμπεριφορά.

Είναι τα κριτήρια αλάνθαστα;

Όπως βλέπουμε τα κριτήρια πράγματι είναι αρκετά καλοί οδηγοί για να φτάσουμε σε κάποιο σχετικά ασφαλές συμπέρασμα για την συμπεριφορά ενός ατόμου. Αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να θεωρήσουμε αυτά τα κριτήρια ως τους ασφαλείς οδηγούς με τους οποίους θα φτάσουμε σε 100% ασφαλή συμπεράσματα, μιας και μπορούν να προκύψουν διάφορα ερωτήματα γύρω από αυτά. Καταρχήν δεν είναι ξεκάθαρο τι εννοούμε όταν λέμε «κοινωνικό περίγυρο». Με αυτή την έννοια μπορούμε να περιγράψουμε την οικογένεια, την φυλή, την κοινότητα, την γενικότερη γεωγραφική περιοχή ή την χώρα του ατόμου. Σε ποιον ακριβώς «κοινωνικό περίγυρο» πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας; Κάποιος που επιμένει να καθαρίζει όπλα και να οπλοφορεί μπορεί να θεωρείται επικίνδυνος και εντελώς εκτός τόπου και χρόνου για την Αθήνα, αλλά να είναι ενας συνηθισμένος πολίτης σε κάποιο γειτονικό κράτος ή ακόμη και εντός Ελλάδας (π.χ. σε κάποια χωριά στην Κρήτη). Αν αυτός ο άνθρωπος πρέπει να αξιολογηθεί από κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας σε ποια κοινωνική ομάδα θα πρέπει να στρέψει την προσοχή του; Σκεφτείτε πόσο δύσκολη γίνεται η απάντηση σε αυτό το ερώτημα σε μια εποχή όπως η σημερινή όπου η πολιτισμική παγκοσμιοποίηση έχει φέρει στον ίδιο χώρο άτομα με εντελώς διαφορετικό πολιτισμικό προφίλ. Έπειτα τα κριτήρια μπορεί να έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους. Για παράδειγμα φανταστείτε την κυρία Ελένη του τρίτου παραδείγματος ως ισλαμίστρια στο θεοκρατικό Ιράν. Εκεί σίγουρα η κακή συμπεριφορά απέναντι στην κόρη της θεωρείται κάτι συνηθισμένο από την κοινωνία και τους νόμους της. Μάλιστα το ίδιο το κράτος επιβραβεύει τέτοιου είδους συμπεριφορές και τις προβάλλει ως πρότυπα. Παρόλα αυτά όμως η κόρη της συνεχίζει να διατρέχει κίνδυνο (κυρίως) για την σωματική της υγεία. Αν κάποιος Ιρανός ειδικός θελήσει να αξιολογήσει την ισλαμίστρια κυρία Ελένη (από κλινική πλευρά και όχι από νομική!) σε ποιο από τα δύο κριτήρια θα πρέπει να δώσει μεγαλύτερη έμφαση, στο ότι η συμπεριφορά της θεωρείται κανονική για την κοινωνία της ή στο ότι συστηματικά βάζει σε κίνδυνο την υγεία της κόρης της;

Διαταραχοποίηση της συμπεριφοράς

Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα με την ετικέτα «αποκλίνουσα συμπεριφορά» ή «ψυχική διαταραχή» είναι οι κοινωνικές προεκτάσεις που έχει για την ζωή του ατόμου που στιγματίζεται με αυτή, αλλά και η αμφιλεγόμενη χρήση του όρου για να χαρακτηρίσει άτομα και συμπεριφορές που απλά είναι διαφορετικές. Όπως είχαμε αναφέρει και σε προηγούμενο post, η ομοφυλοφιλία μέχρι και πριν από 30 περίπου χρόνια ήταν μια ψυχική διαταραχή, ενώ σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία των λειτουργών ψυχικής υγείας δεν δέχονται κάτι τέτοιο. Τα άτομα όμως που τότε χαρακτηρίζονταν από αυτή την «ψυχική διαταραχή» είχαν τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά με τους ομοφυλόφιλους του σήμερα. Αλλά είχαν εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση τόσο από ψυχιατρικής απόψεως (ψυχοθεραπεία, φαρμακευτική αγωγή κτλ), όσο και από την κοινωνία. Η μόνη διαφορά είναι το χρονικό πλαίσιο της ομοφυλοφιλικής συμπεριφοράς. Αυτό βεβαίως σημαίνει ότι κάτι που σήμερα χαρακτηρίζεται ως «αποκλίνουσα συμπεριφορά», αύριο μπορεί να αποτελεί συνηθισμένη συμπεριφορά. Φυσικά όμως μπορεί να ισχύσει και το αντίθετο, δηλαδή συμπεριφορές που σήμερα θεωρούνται κανονικές, μπορεί αύριο να περάσουν τα όρια της «αποκλίνουσας συμπεριφοράς» και να φτάσουν να γίνουν ακόμη και ανεξάρτητες διαταραχές. Αυτό το φαινόμενο συνηθίζεται να ονομάζεται «διαταραχοποίηση της συμπεριφοράς» και αποτελεί βασικό προβληματισμό μεταξύ των ειδικών. Κάθε χρόνο που περνάει όλο και περισσότερες συμπεριφορές χαρακτηρίζοναι ως ψυχικές διαταραχές, με αποτέλεσμα νέες διαταραχές να ξεπετάγονται σαν τα μανιτάρια. Αξίζει να αναφερθεί για παράδειγμα πως η πρώτη έκδοση του DSM περιείχε μόνο 66 γενικές ψυχικές διαταραχές, αργότερα ο αριθμός αυτός αυξήθηκε στις 100, αργότερα στις 182, έφτασε τις 256 και αργότερα τις 287 κατά την δεκαετία του 80′, και συνέχισε την ανοδική του πορεία έως και σήμερα που το DSM περιέχει σχεδόν 300 κατηγορίες ψυχικών διαταραχών. Πολλοί εκφράζουν φόβους ότι ο αριθμός αυτός θα συνεχίσει να αυξάνεται στο μέλλον. Φυσικά κάποιος μπορεί να φέρει ως επιχείρημα την ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας στις νευροεπιστήμες η οποία επιτρέπει την συγκεκριμενοποίηση και διαφοροποίηση των διαφόρων αιτιών κάποια διαταραχής με αποτέλεσμα την δημιουργία νέων κατηγοριών. Όπως και να έχει, παραμένει γεγονός πως σίγουρα η έννοια της ψυχικής διαταραχής χρησιμοποιήθηκε κατά καιρούς για πολιτικούς και ίσως ακόμη και για οικονομικούς λόγους (περισσότερες διαταραχές=περισσότεροι πιθανοί πελάτες) και πως οι σύγχρονες επιστήμες που επικεντρώνονται στην ψυχική υγεία θα πρέπει να αντιμετωπίσουν με σοβαρότητα το θέμα της διαταραχοποίησης της συμπεριφοράς, παίρνοντας αποστάσεις από τα διάφορα συμφέροντα που επηρεάζουν τις εξελίξεις στον χώρο. Πηγές: Εικόνα #1: julkastro]]>