29 Σεπ 2014

Εξαρτήσεις και Δημιουργικότητα

Ο εθισμός δεν χορταίνει από αυτό που δεν θέλεις πια

Ας παρατηρήσουμε για λίγο τη ζωή μας και θα ανακαλύψουμε πλήθος εθισμών, τελετουργιών, συνηθειών, καταναγκασμών. Που εξυπηρετεί μια δομημένη προβλέψιμη καθημερινότητα; Σαν η ίδια η καθημερινότητα να απαιτεί να γίνουμε εθισμένα-εξαρτημένα άτομα, για να «τη βγάλουμε». Τα πάντα είναι προγραμματισμένα. Και εμείς προγραμματίζουμε τον εαυτό μας για να ανταπεξέλθει στο πρόγραμμα. Μου έρχεται στο μυαλό η έννοια του νευρωτικού ανθρώπου του Freud. H βάση του νευρωτικού ανθρώπου, είναι το άγχος (και κατόπιν η γνωστή Κυρία Ενοχή). Είμαστε «στην πρίζα».

Ναι, θέλεις να ζήσεις και για να ζήσεις χρειάζεσαι λεφτά. Για να έχεις λεφτά, πρέπει να δουλέψεις. Και πού χάνεται το παιχνίδι και φτάνουμε στο σημείο να ζούμε για να δουλεύουμε και όχι να δουλεύουμε για να ζούμε; Και πώς ξεχάσαμε τι θα πει να ζούμε..!

Θυμάμαι μια φίλη που ως «μάρτυρας» έβγαζε 14ωρα σε μια δουλειά που απεχθανόταν και «την αρρώσταινε» (δουλεύοντας συχνά και συχνά και Σαββατοκύριακα). Χρειαζόταν 2 ώρες να πάει και να έρθει, σπαταλώντας βενζίνη, έτρωγε εκεί πρωινό και μεσημεριανό από τα delivery της γειτονιάς, χρησιμοποιούσε το κινητό της για επικοινωνίες της δουλειάς και επέστρεφε στο σπίτι κατάκοπη με τα νεύρα σμπαράλια, μόνο και μόνο για να φάει με το άγχος και τη σιχαμάρα για την επόμενη μέρα. Τώρα πείτε μου, αν αυτό είναι η ζωή που εννοούσε ο οποιοσδήποτε Θεός όταν μας έδωσε το δώρο! Αυτό λοιπόν που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι, μιας και σπατάλαγε πάνω από το μισό μισθό της στη βενζίνη, το φαί και το κινητό, και ενώ ήταν όχι απλά δυσαρεστημένη αλλά «σκασμένη» από τη δουλειά της, συνέχιζε να δουλεύει εκεί.

Κατόπιν, χρειάζεται κάπου να ξεσπάσεις, και εκεί καλά κρατούν οι εθισμοί. Η συγκεκριμένη είχε εθισμό στο φαγητό. Η γευστική απόλαυση έδινε την παρηγοριά, το «αλάτι» της ζωής, την ηδονή και ταυτόχρονα έδινε τροφή στη νευρωτική κατάσταση με νέο κύμα ενοχών, αυτοκαταστροφής, αυτουποτίμησης, στρες. Και μετά δουλειά για να μη τα σκεφτόμαστε. Και παράπονο. Θλίψη.

Εθισμοί από το Άλφα ως το Ωμέγα

Προτείνω εδώ, να δούμε τους εθισμούς με μια ευρύτερη έννοια.

Με μια πρώτη πλοήγηση στο διαδίκτυο, θα δείτε ότι μπορεί να είμαστε εθισμένοι από το Αλφα-γράμμα της αλφαβήτου ως το Ωμέγα, σε

  • Ουσίες
  • Αντικείμενα
  • Συμπεριφορές
  • Συναισθήματα

Αναφέρω κάποια από αυτά:

Μπορούμε να είμαστε εθισμένοι σε Φάρμακα (ασπιρίνες, αντικαταθλιπτικά,αγχολυτικά κλπ). Φαί. Γυμναστική-άσκηση. Τζόγος. Ψώνια shopping. Σεξουαλικές δραστηριότητες. «Βιντεοπαιχνίδια». Internet. Δουλειά. Πορνογραφία .Λεφτά .Τηλεόραση. Κλοπή (κλεπτομανία). Δύναμη-εξουσία. Ψέματα. Φήμη-δόξα. Αδρεναλίνη. Θεός και θρησκεία. Πολιτική.Τελειότητα. Ανθρώπους και σχέσεις. Στην αγάπη. Μπορούμε να είμαστε εθισμένοι ακόμα και με τον ίδιο μας τον εαυτό!

Ο,τιδήποτε γίνεται σε υπερβολικό βαθμό και καταναγκαστικά, μπορεί να ειδωθεί ως εθισμός.

Όταν λέμε καταναγκαστικά, δεν εννοούμε ότι δεν παίρνουμε απόλαυση από το αντικείμενο του εθισμού ή την εθιστική συμπεριφορά τη στιγμή που συμβαίνει. Εννοούμε ότι υπάρχει μια έντονη παρόρμηση για αυτά και κατόπιν μπορεί να μετανιώνουμε και να αισθανόμαστε ενοχές-που αυξάνουν το στρες.

Επίσης, ότι αν στερηθούμε το αντικείμενο του εθισμού εντελώς, δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε κανονικά, να συνεχίζουμε τις ζωές μας χωρίς τον εθισμό. Η «δόση» μας είναι απαραίτητη. Πρόκειται για ουσίες, αντικείμενα, συμπεριφορές ή συναισθήματα που γίνονται μέρος της καθημερινότητας και απαραίτητα για να συνεχίζουμε. Για παράδειγμα, αν σου πουν «δεν θα ξαναπιείς καφέ ποτέ», εσύ δεν μπορείς να το αντέξεις ή να το διανοηθείς.

Οι εθισμοί, προκαλούν φυσιολογική-σωματική και ψυχική ανάγκη σε αυτόν που υποφέρει. Είναι μια εξάρτηση σε κάτι είτε χημική, είτε διανοητική, είτε συναισθηματική. Σχετίζονται νευρολογικά με συστήματα επιβράβευσης και κινήτρων.

Άλλες έννοιες που σχετίζονται με τους εθισμούς, είναι η εμμονή, ο καταναγκασμός, ο παρορμητισμός, η ανακούφιση. Συχνά «επακόλουθα» τον εθισμών είναι το άγχος και η κατάθλιψη.

Οι εθισμένοι άνθρωποι, μπορεί να δομούν τη ζωή τους με τέτοιο τρόπο ώστε να συμπεριλαμβάνει τον εθισμό ή την εθιστική συμπεριφορά, πράγμα που προσφέρει ευχαρίστηση-τουλάχιστον παροδική, με αποτέλεσμα συχνά να αποκλείουν τον εαυτό τους από το πλήρες δυναμικό τους για χαρά, ευτυχία. Ίσως κάποια στιγμή ο εθισμένος άνθρωπος να συνειδητοποιήσει ότι η ζωή του πέρασε με εκείνον να έχει αποκλείσει πολλές άλλες ευκαιρίες απόλαυσης, για χάρη αυτής του εθισμού. Στην πραγματικότητα, οι εθισμοί τείνουν να περιορίζουν την ατομικότητα των ανθρώπων ωθώντας τους σε συγκεκριμένες συμπεριφορές και προς την απομόνωση.

Τώρα θα μου πείτε, αν όλα- ουσίες, συμπεριφορές, συναισθήματα- μπορούν να είναι εθισμοί, τότε τι κάνουμε;

Στο DSM (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disordes), μπορείτε να βρείτε την επιστημονική περιγραφή του τι θεωρείται εθισμός και τα κριτήρια διάγνωσης. Στο παρόν άρθρο, με αφορμή την έννοια του εθισμού, θέλω να μας βάλω να σκεφτούμε λίγο ευρύτερα για το πώς τον συμπεριλαμβάνουμε στη ζωή μας, ακόμα και αν δεν είμαστε εθισμένοι με την κλινική έννοια, δηλαδή να κάνουμε παραλληλισμούς και συσχετίσεις.

Γιατί δομούμε τη ζωή μας στις εξαρτήσεις;

Από την άποψη της ψυχολογίας, μπορούμε να πούμε ότι ο εθισμός είναι μια ανάγκη συναισθηματικής ικανοποίησης: μιας αίσθησης ασφάλειας, ή της αίσθησης παρηγοριάς-αγάπης, ή ακόμα και μιας αίσθησης «ελέγχου» πάνω στη ζωή.

Ενώ αρχικά η εθιστική πράξη συνοδεύεται από συναισθήματα απόλαυσης, χαράς, ανακούφισης, από ένα σημείο και μετά γίνεται αναγκαία για τα συναισθήματα αυτά. Ακόμα όμως και η απόλαυση, είναι συχνά μόνο επιφανειακό του γιατί μας χρειάζεται ο εθισμός. Διάφορες αιτίες, περιστατικά της ζωής μας, γεγονότα, τραυματικές εμπειρίες μπορεί να βρίσκονται κάτω από έναν εθισμό και να τον πυροδοτούν.

Από κοινωνιολογικής πλευράς, οι εθισμοί μπορεί να προκύπτουν και ως αποτέλεσμα του νευρωτικού τρόπου ζωής των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών- ως απάντηση-άμυνα στο στρες, ή ως συμμόρφωση με κοινωνικά πρότυπα και αξίες ή νοοτροπίες ζωής.

Από μια υπαρξιακή-φιλοσοφική σκοπιά θα λέγαμε ότι οι εθισμοί, δηλαδή η ανάγκη μας για εξάρτηση, μπορεί να περιλαμβάνει το φόβο του θανάτου, ή της αδυναμίας μας να πιστέψουμε και να αναλάβουμε την ελευθερία μας, της αίσθησης κενού-ματαιότητας (ψάχνουμε κάτι για να νιώσουμε έκσταση).

Από μια «πνευματική» σκοπιά, η εξάρτηση προκύπτει όταν έχουμε χάσει την επαφή με το κέντρο – την αυθεντική μας εσωτερική πηγή ή την ψυχή μας. Αυτό που ψάχνουμε με τους εθισμούς είναι στην πραγματικότητα η αγνή χαρά παρά η επιφανειακή ικανοποίηση των αισθήσεων ή η αποφυγή των συναισθημάτων. Οι εθισμοί είναι μια ατυχής προσπάθεια να ικανοποιηθεί η λαχτάρα μας για πνευματική τροφή-ολοκλήρωση, η λαχτάρα για πνευματικότητα ή επαφή με το υπερβατικό.

Ίσως παράγοντες όλων των παραπάνω συνδυάζονται και συνυπάρχουν ταυτόχρονα που μας ωθούν στο να γινόμαστε εξαρτησιακές προσωπικότητες (addictive personalities).

Αποδεσμεύοντας τις εξαρτήσεις

Τώρα, ο σκοπός αυτού του άρθρου δεν είναι να μας πάρει από κάτω διαβάζοντας όλα αυτά. Έχει σημασία να μπορέσεις να παρατηρήσεις τους εθισμούς σου, χωρίς να κρίνεις ή να κατακρίνεις τον εαυτό σου.

Το επόμενο βήμα της παρατήρησης και συνειδητοποίησης, είναι να αρχίσεις να σπας έναν-έναν τους εθισμούς, τουλάχιστον αυτούς που μπορείς.

Το κλειδί βρίσκεται στο να αντικαταστήσεις τον εθισμό με μια νέα προοπτική και νοοτροπία έξω και πάνω από την παγίδα μέσα στην οποία ασυνείδητα σκλάβωσες τον εαυτό σου μέσω της εξάρτησης.

Προς αυτή την κατεύθυνση, διαθέτουμε ένα καταπληκτικό εφόδιο, που είναι η δημιουργικότητα!

Η δημιουργικότητα συνδέεται με τη φαντασία, την ευελιξία, την καινοτομία/πρωτοτυπία, τον αυθορμητισμό, τη διαίσθηση και την ικανότητα να μη φοβάσαι την αποτυχία ή το να κάνεις λάθος, αλλά να τα αντιλαμβάνεσαι ως αναπόσπαστο στάδιο μάθησης.

Μπορούμε λοιπόν να γίνουμε δημιουργικοί στον εθισμό, όχι με το να πούμε όχι στον εθισμό πολεμώντας τον, αλλά με το να πούμε ναι σε νέα πράγματα, καταστάσεις που θα παράγουν νέα συναισθήματα και θα διευρύνουν την αντίληψή μας και τις νοοτροπίες μας.

Όταν δούμε τι άλλο υπάρχει πέρα από τον εθισμό και μας αρέσει, τότε ίσως δεν έχουμε πια ανάγκη τον εθισμό. Όταν γεμίσουμε με νέα ενδιαφέροντα πράγματα και συναισθήματα, τότε ίσως η ένταση και η εξάρτηση του εθισμού να μπει στο παρασκήνιο. Ίσως δημιουργηθούν νέα πράγματα, νέες ασχολίες, νέοι άνθρωποι, νέα συναισθήματα που να μη συνάδουν πια με τον εθισμό. Ο εθισμός έτσι θα αποδυναμωθεί από μόνος του.

Για να δούμε όμως τι υπάρχει πέρα από τον εθισμό, πρέπει να πούμε ναι και να τολμήσουμε σε πράγματα που πριν δεν θα επιλέγαμε, ή θέλαμε να επιλέξουμε αλλά φοβόμασταν, πρέπει να σπάσουμε τη ρουτίνα, τη συνήθεια, να γίνουμε ανορθόδοξοι για τα δεδομένα μας:

Πότε ήταν η τελευταία φορά που έκανες κάτι για πρώτη φορά;

Πες περισσότερα ναι εκεί που θα έλεγες όχι. Αντέστρεψε τα δεδομένα. Φέρε τον εαυτό σου προ εκπλήξεως. Η καινοτομία σε μια προγραμματισμένη και προβλέψιμη ζωή, ανοίγει το εύρος της αντίληψης και συνείδησης και έτσι μπορείς να απαλλαγείς από τα στερεότυπα με έναν έμμεσο τρόπο.

Η διαδικασία της ψυχοθεραπείας μπορεί επίσης να σε βοηθήσει να ανακαλύψεις τη φύση των εθισμών σου και να ανοίξεις σε νέες συμπεριφορές και λειτουργίες. Να δεις τα πράγματα από άλλη προοπτική. Να τολμήσεις να δοκιμάσεις νέες δράσεις που βασίζονται σε νέες νοοτροπίες και αυθεντικούς στόχους για τη ζωή σου. Η ίδια η απόφασή σου να ξεκινήσεις ψυχοθεραπεία είναι από μόνη της μια καινοτομία: φτάνοντας στο γραφείο ενός ψυχοθεραπευτή, σημαίνει ότι ήδη έχεις κάνει πολλή δουλειά μέσα σου και σηματοδοτεί την αποφασιστικότητά σου να φύγεις από κάτι παλιό προς τα νέα πράγματα που επιθυμείς να είσαι.

Εισαγωγική Φωτογραφία

 Προτεινόμενη Βιβλιογραφία

  •  A.C.Moss,K.R.Dyer (2010). Psychology of Addictive Behaviour.Palgrave MCMillan
  • C.Nakken (2006). To προφίλ του εθισμού. Εκδ.Ισόρροπο
  • D.Chopra (1998). Overcoming addiction: the spiritual solution.Three Rivers Press,N.York.
  • Shadock J.S., Sadock V.A. (2001). Kaplan ‘s & Shadock ’s Εγχειρίδιο Κλινικής Ψυχιατρικής. Επιστημονικές εκδόσεις ΠΑΡΙΣΙΑΝΟΥ Α.Ε., Αθήνα.
]]>

04 Ιούν 2014

Σχέσεις εξάρτησης & αυθεντικές μορφές σχέσεων

«Στήριξα πάνω στον Κώστα κάθε μου στιγμή. Μαζί του να κάνω τα πάντα. Ακόμα και τίποτα να μη γινόταν, ακόμα και να μην κάναμε τίποτα. Ακόμα και αν είχα βαρεθεί. Πάμε εκδρομή; Πάμε, αν και ήδη βαριόμουν. Αλλά δεν μπορούσα. Είχα εγκλωβιστεί τελείως. Κάτι σαν εθισμός. Εξάρτηση. Έφτιαξα μια εξαρτητική σχέση. Και έγινα «ζητιάνος αγάπης». Έφαγα την τυρόπιτα μέχρι τέλους με το ζόρι, ακόμα και αν δε μου άρεσε η γεύση της. Ήθελα να μου καλύψει το κενό μου. Γιατί δεν μπορούσα καθόλου να μείνω μόνη; Γιατί δεν ήθελα πια να έρχομαι αντιμέτωπη με την αλήθεια. Με κανένα είδους αλήθειας για τον εαυτό μου και τη ζωή. Ήθελα να ζήσω την πλάνη..».

Όταν- συχνά σπάνια- ο δυνατός έρωτας σου χτυπήσει την πόρτα, ακολουθεί συνήθως μια από τις καλύτερες περιόδους της ζωής σου: χαράς, ζωντάνιας, δημιουργικής διάθεσης. Σαν για λίγο να βλέπεις τον κόσμο από άλλη ματιά, όπως όταν ήσουν παιδί, πιο αισιόδοξα, πιο ανάλαφρα, με ανοικτότητα και ενδιαφέρον. Σαν η ζωή σου να αποκτά αληθινό νόημα.

Ο καιρός όμως περνά, και αργά ή γρήγορα αυτή η χαρά αρχίζει στις περισσότερες- για να μην πούμε σε όλες τις περιπτώσεις να φθίνει και να μετατρέπεται σταδιακά σε άλλου είδους συναισθήματα, όχι και τόσο ευχάριστα πάντα.

Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις, όπου ο έρωτας οδήγησε σε μόνιμη σχέση, συχνά ξυπνάει κάποιος μια μέρα και αναρωτιέται: «τι κάνω με αυτόν τον άνθρωπο δίπλα μου;» «πού πήγε ο έρωτάς μας εκείνων των ημερών;» «πώς καταντήσαμε έτσι;», «πού έχει χαθεί ο εαυτός μου; Δεν με αναγνωρίζω» «γιατί ενώ βαριέμαι ζηλεύω και δεν μπορώ να χωρίσω με τίποτα;». Και άλλου είδους τέτοια ερωτήματα.

Φαίνεται ότι συχνά μένουμε με τον σύντροφο που κάποτε ερωτευτήκαμε τρελά από αγάπη, μένοντας- στην καλύτερη μάλλον περίπτωση- σε μια ανικανοποίητη κατάσταση ρουτίνας και συνήθειας γιατί «τον/την αγαπάμε πραγματικά».

Με κάποιον όμως που συζείς για αρκετά χρόνια, σίγουρα θα υπάρξουν και δυσκολότερες καταστάσεις εκτός της συνήθειας: τσακωμοί, διαφωνίες, διαφορετικές νοοτροπίες, διαφορετικές στάσεις και ενίοτε μιζέρια, καταπίεση. Τα οποία μάλλον βάζουμε τον εαυτό μας να τα ανέχεται εις το όνομα αυτής της «πραγματικής» αγάπης. Άλλωστε, πού να πάς πια; Ξανά από την αρχή; Δεν είσαι πια και στην ηλικία να αλλάζεις συντρόφους κάθε τρεις και λίγο. Ακούς και τα πλέον τετριμμένα κλισέ «οι σχέσεις θέλουν δουλειά , φροντίδα και προσπάθεια και από τους δύο» και πείθεις τον εαυτό σου να προσπαθήσει.

Δεν θα ήθελα στο κείμενο αυτό να μιλήσω όμως για το τι πρέπει ή όχι να κάνεις για να κρατήσεις τη σχέση σου ζωντανή, ούτε να εκφέρω άποψη για το αν είναι αυτό λειτουργικό ή όχι.

Θέλω να μοιραστώ κάποιες σκέψεις για τη φύση των ερωτικών σχέσεων και ίσως να σου δώσω ένα έναυσμα να αναλογιστείς σε σχέση με τον εαυτό σου.

Ας ρίξουμε μια πιο γενική ματιά πρώτα.

Ο άνθρωπος και το προσωπικό του υπαρξιακό «δράμα»

Κάθε άνθρωπος, είναι μια «παθολογία». Μα η λέξη παθολογία, δεν μου αρέσει. Είναι μια λέξη περιοριστική στις μνήμες που φέρνει στο μυαλό. Το τι είναι παθολογία, είναι πάρα πολύ ρευστό. Θα λέγαμε λοιπόν ίσως καλύτερα, ότι κάθε άνθρωπος έχει το υπαρξιακό του δράμα. Ή κάτι τέτοιο. Κάθε άνθρωπος, είναι «τρελός». Είναι μια πολύπλοκη κατάσταση. Ειδικά τη δική σου τρέλα, δεν μπορείς να τη δεις με τίποτα. Παρά μόνο να έχεις εκλάμψεις συνειδητότητας και άνοιγμα επιπέδων συνείδησης. Ίσως ένας σοφός άνθρωπος έχει μεγάλο εύρος συνείδησης.

Και τελικά καταλαβαίνεις, ότι δεν έχει σημασία αν θα ονομάσεις την παθολογία παθολογία, τρέλα, πρόβλημα, ή ό,τιδήποτε άλλο. Ονόμασέ την όπως θες. Αυτή είναι μια υπαρξιακή κατάσταση. Ένα υπαρξιακό μονοπάτι που καλείσαι να διαβείς.

Το δράμα σου διαχέεται παντού, σε όλο σου το φάσμα, σε όλους τους ανθρώπους με τους οποίους σχετίζεσαι, σε όλες τις καταστάσεις στις οποίες είσαι μέσα, σε όλες τις φαντασιώσεις, σε όλες τις σκέψεις και σε όλα τα συναισθήματά σου. Βρίσκεται τόσο καλά εντυπωμένο σε κάθε κύτταρο του σώματός σου, το δράμα σου γίνεται «εσύ».

Όμως δεν είσαι μόνο το δράμα σου. Είσαι κάτι πολύ περισσότερο. Κάπου εκεί μέσα υπάρχει κάτι πραγματικά αυθεντικό. Είναι τόσο αυθεντικό που σ όλη σου τη ζωή το φοβάσαι, φοβάσαι να τ αγγίξεις. Αυτό το αυθεντικό, προκαλεί φόβο.

Συνάμα, δεν είσαι μόνο μια «παθολογική» κατάσταση, αλλά έχεις και ικανότητες, ταλέντα, ζωτικότητα καθώς και πάρα πολλή δύναμη μέσα σου, που συχνά δεν την αναγνωρίζεις.

Το να συνδεθείς πραγματικά με την πηγή δύναμης και αυθεντικότητας μέσα σου, σου προκαλεί φόβο. Φοβάσαι να τα αναγνωρίσεις. Να τα αγγίξεις. Γιατί αν τα αγγίξεις, καταρρέει όλο το οικοδόμημα με βάση το οποίο έχεις ορίσει το ποιος είσαι και το τι κάνεις. Έρχεσαι αντιμέτωπος με την κενότητα. Με το θάνατο. Όταν μπορείς να βιώνεις την κενότητα, τότε αυτόματα βιώνεις την ολότητα.

Η ολότητα είναι η κενότητα. Όταν λέμε κενός, δεν εννοούμε «τίποτα», αντίθετα εννοούμε «όλα».

Όταν φτάσεις στο σημείο να βιώνεις την υπαρξιακή σου κατάσταση, σημαίνει ότι είσαι ένας άνθρωπος πολύ τολμηρός.

Σημαίνει ότι μπορείς να χωράς ταυτόχρονα όλον τον πόνο και όλη την ομορφιά της ζωής. Έτσι, ούτε η λέξη κενότητα περιγράφει την έννοια του κενού. Το κενό είναι το «να υπάρχω», το να υπάρχω με τα πάντα.

Το υπαρξιακό μονοπάτι και η «φωτεινή μας» πηγή, πάνε μαζί στη ζωή.

Υπάρχουν ταυτόχρονα.

Ίσως το μεγαλύτερο στοίχημα της ζωής είναι να ισορροπούμε σε αυτό το «ταυτόχρονα», με τον πιο υγιή, ευχάριστο και δημιουργικό τρόπο.

 Οι σχέσεις των ανθρώπων: όταν τα προσωπικά «δράματα» εμπλέκονται!

Αν όμως, ένας άνθρωπος δεν έχει καλά-καλά επίγνωση του ίδιου προσωπικού δράματος που παίζει, αν ο ίδιος δεν μπορεί να αντέξει να «υπάρξει» με τον εαυτό του, αν ο ίδιος δεν αναγνωρίζει την πηγή δύναμης και ζωτικότητας μέσα του, τότε τι γίνεται στις σχέσεις, όπου όλα συνυπάρχουν επί δύο;

Τι είναι αυτή η νέα οντότητα που δημιουργείται από δύο διαφορετικά σύμπαντα, η σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων;

Εκεί όπως καταλαβαίνετε και θα έχετε εξ εμπειρίας διαπιστώσει, τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο περίπλοκα!

«Είμαστε ζητιάνοι της αγάπης. Πολλοί άνθρωποι μπαίνουν σε μια σχέση γιατί ζητιανεύουν την αγάπη» (Osho),

Όταν διάβασα αυτό, μου είχε φανεί υπερβολικό. Μέχρι που το διαπίστωσα..εξ εμπειρίας!

Εκτός δηλαδή ότι «έπαιξα το δράμα μου» κανονικότατα και εν μέρει μόνο συνειδητοποιώντας το (αυτή είναι η καλή περίπτωση, να το συνειδητοποιείς εν μέρει ή να αναρωτιέσαι και να το ψάχνεις), διαπίστωσα εκ των υστέρων, ότι έψαχνα να βρω ουσιαστικά κάποιον να μου γεμίσει το κενό μου, μια παρηγοριά, μια αγκαλιά, ένα χάδι (αυτή ήταν η δική μου περίπτωση, άλλος μπορεί να αναζητά έναν θύτη/ένα θύμα, έναν «πατέρα»/μια «μητέρα», έναν δάσκαλο/ένα μαθητή κοκ).

Εκεί που δεν μπορούσα να το αντέξω, έτρεχα στην αγκαλιά, και απαιτούσα από τον άλλο να κάνει και να μου δώσει πράγματα, που εγώ η ίδια δεν μπορούσα να δώσω στον εαυτό μου. Και πώς κάποιος να με αντέξει, αν εγώ η ίδια δεν αντέχω τον εαυτό μου; Πώς να μου το λύσει αυτό το δράμα όλης μου της ζωής που εγώ δεν έχω κάνει τόσα χρόνια; Άσε που εμπλέκεται και το δικό του, περιπλεκόμαστε και στο τέλος βγαίνει ένας..αχταρμάς. Σε κάποια φάση ξεχνάς ποιος είσαι, που πας, τι θέλεις και γιατί το θέλεις. Συγχέεσαι στην τρυφερή αγκαλιά και απολαμβάνεις τη λήθη, που πολύ μακριά βρίσκεται από την αλήθεια.

Για μένα, δεν είναι υπερβολή να αποδεχτώ πια ότι όλες οι ερωτικές σχέσεις, είναι μια αυταπάτη. Οι ερωτικές σχέσεις είναι η παθολογία σου. Μέσα από κάθε ερωτικό σύντροφο που διαλέγεις, διαλέγεις να δεις ένα κομμάτι της παθολογίας σου κάθε φορά. Κάθε σύντροφος είναι η επιλογή σου για να γνωρίσεις ένα κομμάτι της παθολογίας σου κάθε φορά.

Συχνά όταν εμείς οι άνθρωποι συζούμε με το σύντροφό μας, δημιουργούμε σχέση εξάρτησης. Δημιουργείται μια εξάρτηση της ζωής του ενός με τον άλλο. Κοινοί λογαριασμοί. Κοινά «συμφέροντα». Κοινοί «φίλοι και παρέες». Κοινό σπίτι. Όλα αυτά τα κοινά, δεν είναι πραγματικά κοινά με την έννοια ότι τα μοιράζεσαι γιατί απλώς τα προσφέρεις. Φτιάχνεις με τον άλλο μια «συνομωσία» για να επιβιώσεις στον κόσμο. Είμαι μια συμφωνία για να αμυνθείς ενάντια στον κόσμο. Είναι μια συμφωνία, κρυφή, μυστική, ένα συμβόλαιο δύο ανθρώπων για να αντιμετωπίσουν τη σκληρότητα και τη μοναξιά του κόσμου. Και τις οικονομικές τους καταστάσεις και τις αντιξοότητες της ζωής.

Συχνά συναντάμε οικογένειες- «φρούρια»: ο μόνος τόπος που μπορείς να δηλώσεις κάποια ταυτότητα, για να έχεις να λες ότι κάποιος είσαι. Και στην πραγματικότητα, είναι ένα λυπηρό φιάσκο. Μια λυπηρή συμμαχία. Μια απεγνωσμένη προσπάθεια να νομίζεις ότι έχεις αξία. Ένα λυπηρό σύμπλεγμα σχέσεων.

Κανείς δεν μπορεί πραγματικά να δώσει σε αυτές τις οικογένειες. Γιατί, αν θες πραγματικά να δώσεις, δίνεις από χαρά, και εκεί τελειώνει. Δεν δίνεις για να διατηρήσεις τη σύμβαση, για να είσαι κατοχυρωμένος, για να νιώσεις ασφάλεια, ή για να καλύψεις το ναρκισσισμό σου ή ένα κοινωνικό στάτους.

Χρειάζεται να αναθεωρήσουμε τον κοινωνικό θεσμό της οικογένειας, να βρούμε έναν καινούριο, πιο λειτουργικό τρόπο να δομούμε τις οικογένειές μας, αλλά αυτό είναι ένα μεγάλο θέμα που θα χρειαστεί ένα δικό του άρθρο!

Τι κάνουμε λοιπόν με τα προσωπικά μας δράματα, τις σχέσεις, τις πλάνες και πώς θα βρούμε μια πιο αυθεντική χαρούμενη ζωή;

Χτίζοντας σχέσεις μεγαλύτερης επίγνωσης, λιγότερο εξαρτητικές ή σχέσεις ενήλικα προς ενήλικα

Όταν λέω ότι οι ερωτικές σχέσεις είναι μια αυταπάτη, σε καμιά περίπτωση δεν εννοώ ότι δεν θα πρέπει να συνάπτουμε ερωτικές σχέσεις, μόνο και μόνο γι αυτό. Μπες στη ζωή και ζήσε τη. Είναι η ευκαιρία σου. Αν αυτό γίνεται μέσα από ένα σύντροφο, ζήσε το μέσα από ένα σύντροφο. Αν αυτό γίνεται με το να μονάσεις, ζήσε με το να μονάσεις. Αυτό που έχει σημασία είναι η δράση.

Η δράση είναι η λύση σε οποιονδήποτε προβληματισμό. Μπες στη ζωή και ζήσε.

Πώς μπορούμε να φτιάχνουμε λοιπόν σχέσεις λιγότερο εξαρτητικές και περισσότερο αυθεντικές;

Πώς μπορώ να συνδεθώ μαζί σου με έναν αυθεντικό και δημιουργικό τρόπο;

Συχνά προσπαθούμε είτε «να σώσουμε», είτε να αλλάξουμε τον άλλο.

Και οι δύο αυτές στάσεις συνιστούν αποτυχία από το να συνδεθούμε με τον άλλο πραγματικά. Που σημαίνει ότι στην πραγματικότητα υποβιβάζουμε την αξία και τη δυνατότητα του άλλου. Τη δυνατότητά του να υπάρξει ως υπεύθυνος ενήλικας με τις επιλογές που κάνει κάθε φορά ακόμα και αν είναι διαφορετικός από εμάς ή δεν μας ταιριάζουν οι επιλογές του.

Από την άλλη, υπάρχει ένας άλλος τρόπος σύνδεσης με τον άλλο: ως ενήλικας προς ενήλικα. Από μια στάση, είμαι okείσαι ok

Θα παραλληλίσω αυτή τη μορφή σύνδεσης με τη σχέση «θεραπευτή» και «θεραπευόμενου» από τη διαδικασία της ψυχοθεραπείας.

Ο «θεραπευτής» είναι στην πραγματικότητα ένας φιλικός συνταξιδιώτης. Στο ταξίδι που κάνεις βιώνοντας την υπαρξιακή σου κατάσταση. Κάποιος που σχετίζεται ή προσπαθεί να σχετίζεται με σένα και την υπαρξιακή σου κατάσταση:

«Απλώς είμαι μαζί σου, εκεί όταν αντικρίζεις και ανακαλύπτεις τις «σκιές» σου. Απλώς περπατώ πλάι σου, όταν διαβαίνεις πάνω στις σκιές σου.

Τίποτα δεν μπορώ να κάνω για σένα, απολύτως. Εκτός από το να στέκομαι παραδίπλα και να αποστομώνομαι και εγώ όταν αποστομώνεσαι με τις ανακαλύψεις σου, από το να παρατηρώ τον πόνο σου όταν πονάς και από το να συνδέομαι με τη ζωή σου, όταν συνδέεσαι με το φως σου και τότε να χαίρομαι μαζί σου.

Μόνο αυτό λοιπόν μπορώ να κάνω ως «θεραπευτής». Να είμαι ένας φιλικός συνοδοιπόρος. Και να είμαι κάποιος που θα ξέρεις ότι είναι διαθέσιμος να είναι μαζί σου στο ταξίδι σου».

Αν λοιπόν τείνουμε να σχετιζόμαστε όλο και περισσότερο με τέτοιον τρόπο, πλάι στον άλλο, διαχωρισμένοι αλλά και μαζί, μπορώντας να αφουγκραστούμε και να συνοδεύσουμε τον άλλο στην υπαρξιακή του κατάσταση, τότε οι σχέσεις θα γίνονται περισσότερο αυθεντικές και ελεύθερες.

Ίσως δεν είναι τυχαίο, ότι οι λίγοι πραγματικά σοφοί άνθρωποι, δεν έχουν ανάγκη από μια ερωτική σχέση. Ένας πραγματικά σοφός άνθρωπος, δεν έχει ανάγκη από κανένα game. Δεν έχει ανάγκη να γνωρίσει τον εαυτό του μέσα από κάποιον άλλο. Γιατί γνωρίζει τον εαυτό του. Ή και να μην τον γνωρίζει ολοκληρωτικά, μπορεί να αντέχει την υπαρξιακότητά του ανά πάσα στιγμή. Έτσι, ένας σύντροφος δεν του χρειάζεται.

Έτσι ένας σοφός άνθρωπος γίνεται συχνά δάσκαλος. Ένας δάσκαλος, δεν ανήκει πουθενά, ούτε καν στον ίδιο του τον εαυτό. Ένας δάσκαλος εκπέμπει το φως του στους μαθητές του.

Όταν αγγίξεις τη σοφία, δεν μπορείς παρά να σιωπήσεις. Η σοφία δεν περιγράφεται. Όταν αγγίξεις τη σοφία δεν νιώθεις την ανάγκη να μιλήσεις γι αυτήν. Απλώς τη ζεις.

Όταν αγγίξεις τη σοφία, συμπονάς, συμπλέεις με τους ανθρώπους. Δεν θες να τους μάθεις κάτι, δεν θες να τους κάνεις να δουν κάτι, δεν θες να τους λύσεις κάτι. Απλώς είσαι μαζί τους στην παθολογία τους, την παρατηρείς, σχετίζεσαι και ακτινοβολείς φως. Όποιος μπορεί να δει το φως και είναι έτοιμος, μαθαίνει.

Επίλογος

Τι μπορεί να κάνει λοιπόν ένας άνθρωπος σε αυτή τη ζωή; Μπορεί να υπάρχει με την ύπαρξη γύρω του. Να χαίρεται όταν μπορεί να χαρεί. Να μπαίνει μέσα στη ζωή και να τη ζει. Με αυτήν την έννοια, κάθε μορφή δράσης είναι προτιμότερη από την περισυλλογή ή τη φιλοσοφία. Όταν η δράση συνοδεύεται από τη σκέψη-συνείδηση του βίωματος της δράσης, τότε αποκτάς σοφία σιγά-σιγά.

Όσο περισσότερο γίνεσαι σοφός, τόσο περισσότερο συνδέεσαι. Είναι μια γειωμένη κατάσταση.

Όσο περισσότερο γίνεσαι σοφός, τόσο περισσότερο μπορείς να ζεις σε κατάσταση ευγνωμοσύνης. Η κατάσταση ευγνωμοσύνης, δεν είναι μόνο μακάρια, είναι πολύ επίπονη ταυτόχρονα. Γιατί όταν βρίσκεσαι σε κατάσταση ευγνωμοσύνης, σημαίνει ότι μπορείς να δεις.

Κάθε άνθρωπος είναι σαν ένα άστρο σ αυτόν τον πλανήτη τη γη. Ένα άστρο που βιώνει την έκρηξη της φωτεινότητάς του απλώς για να τη βιώσει, για να γίνει αυτή, για να εκδηλωθεί. Για να εκδηλώσει το ποιος είναι. Για να εκδηλώσει μία έκφανση του ποιος είναι. Μόλις αυτό γίνει, το άστρο σβήνει. Δεν ξέρω αν χάνεται ή όχι. Διαισθάνομαι όμως ότι δε χάνεται αλλά μεταλλάσσεται σε άλλη μορφή ενέργειας, Ή ίσως ενώνεται με μια αρχική πηγή συνολικής ενέργειας.

Ας μη γίνουμε όμως φιλόσοφοι!

Ας πούμε «θα προσπαθήσω να με κουβαλάω, όσο πιο χαρούμενα γίνεται , με όσο περισσότερη ζωή μπορώ να αδράξω».

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

13 Σεπ 2013

Εξαρτήσεις στην εφηβική ηλικία: Αντιμετώπιση

Εάν λάβουμε υπόψη τον μεγάλο αντίκτυπο που έχει η χρήση ουσιών σε πολλούς και διαφορετικούς τομείς της ζωής των εφήβων, τότε μπορούμε να βγάλουμε εύκολα συμπεράσματα για τις συνέπειές τους στην ψυχολογική, κοινωνική και επαγγελματική τους ανάπτυξη. Τόσο στις περιπτώσεις που η κατάχρηση είναι δευτερεύων σύμπτωμα, όσο και στις περιπτώσεις που είναι το πρωτεύων, οι έφηβοι με τέτοιου είδους συμπεριφορά ανήκουν σε ομάδες αυξημένου κινδύνου.

Η χρήση ουσιών, όπως επισημάναμε στο σχετικό άρθρο για τη συννοσηρότητα στις εξαρτήσεις,  μπορεί να σταθεί εμπόδιο όχι μόνο στην έγκαιρη διάγνωση μιας κύριας ψυχικής διαταραχής, αλλά ακόμη και στην αντιμετώπισή της123

Για τον λόγο αυτό η έγκαιρη διάγνωση της κατάχρησης ή/και εξάρτησης από ουσίες στην εφηβεία είναι ένα αποτελεσματικό πρώτο βήμα στην αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού. Υπάρχουν πολλά διαγνωστικά εργαλεία για την εξάρτηση τα οποία σταθμίζονται στον εφηβικό πληθυσμό και αξιοποιούνται παγκοσμίως. Παραδείγματα τέτοιων εργαλείων αποτελούν: το πρότυπο συνέντευξης Adolescent Drug Abuse Diagnosis (ADAD), το Teen Addiction Severity Index (TASI) αλλά και το Diagnostic Interview Schedule for Children (DISC), τα  οποία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για εφήβους και παιδιά στην πρώιμη εφηβική ηλικία (Gilvarry, 2000).

Εφόσον γίνει η διάγνωση, τα παιδιά μπορούν να ακολουθήσουν μια σειρά από διαφορετικές θεραπευτικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση της κατάχρησης ουσιών. Ανάλογα με την περίπτωση, αυτές μπορούν να λάβουν χώρα είτε σε κάποιο ιδρυματικό περιβάλλον, είτε σε μια διαπροσωπική, οικογενειακή ή ομαδική θεραπεία είτε σε κάποιο άλλο θεραπευτικό περιβάλλον. Αν και οι περισσότερες προσεγγίσεις έχουν αναπτυχθεί για την θεραπεία ενηλίκων, τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχουν γίνει σημαντικά βήματα για την προσαρμογή τους σε εφηβικούς πληθυσμούς. Η τελική επιλογή για το πρόγραμμα που θα ακολουθηθεί εξαρτάται από την ένταση του προβλήματος, την συνύπαρξη άλλης ψυχικής διαταραχής αλλά και τις ιδιαιτερότητες του περιβάλλοντος του εφήβου4 .

Η ομαδική θεραπευτική προσέγγιση των Ανώνυμων Αλκοολικών (Alcoholic Anonymous/ΑΑ), η οποία είναι ευρέως διαδεδομένη στο εξωτερικό, εστιάζει στην συναισθηματική υποστήριξη των αλκοολικών που προσπαθούν να ξεπεράσουν τον εθισμό τους. Η θεραπεία γίνεται μέσω ενός συστήματος 12 σημείων τα οποία έχουν ως σκοπό την αναγνώριση και την αποδοχή του προβλήματος του εθισμού και την σταδιακή αντιμετώπισή του μέσω ενός συστήματος επιβραβεύσεων και ομαδικής υποστήριξης από την υπόλοιπη ομάδα των θεραπευομένων. Αν και τα αποτελέσματα του προγράμματος των ΑΑ σε ενήλικες είναι συγκρίσιμα με αυτά άλλων ατομικών συμπεριφορικών θεραπειών, η εφαρμογή του σε εφήβους είναι ακόμη σε πειραματικό στάδιο και παραμένει αμφίβολη η αποτελεσματικότητά του σε αυτή την ηλικιακή ομάδα5.

Δύο από τις πιο διαδεδομένες ατομικές θεραπευτικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση του εθισμού είναι η Γνωστική-Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT) αλλά και η Θεραπεία Ενίσχυσης Κινήτρων (MET). Η CBT εστιάζει στην εκπαίδευση του ατόμου ώστε αυτό να καταστεί ικανό να παρατηρεί την συμπεριφορά του, να αναγνωρίζει τους γνωστικούς, κοινωνικούς και συναισθηματικούς πυροδοτικούς παράγοντες που οδηγούν στην κατάχρηση, να αναπτύξει μια σειρά από ικανότητες ώστε να ελέγχει τις ενορμήσεις του αλλά και να αναγνωρίζει εναλλακτικούς ενισχυτές της συμπεριφοράς του ώστε αυτή να γίνει πιο υγιής.

Μέσα στα πλαίσια της CBT, το άτομο έρχεται σε επαφή με μια σειρά από τεχνικές χαλάρωσης και μεθόδους ελέγχου των συναισθημάτων του. Η εφαρμογή προγραμμάτων CBT σε εφήβους έχει δείξει ότι είναι αποτελεσματικά, εφόσον η δουλειά που κάνει ο έφηβος είναι παρουσία του θεραπευτή, καθώς οι έφηβοι συνήθως αρνούνται να κάνουν ασκήσεις εκτός θεραπευτικού περιβάλλοντος, όπως είναι οι εργασίες στο σπίτι (Perepletchikova, Krystal & Kaufman, 2008). Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η CBT δεν εφαρμόζεται αποκλειστικά και μόνο σε ατομικό, αλλά και σε ομαδικό και οικογενειακό επίπεδο.

Η θεραπεία Ενίσχυσης Κινήτρων (ΜΕΤ) από την άλλη εφαρμόζει μια διαφορετική προσέγγιση, όπου το άτομο αρχικά λαμβάνει βοήθεια ώστε να αναγνωρίσει το πρόβλημα του εθισμού. Στη συνέχεια ο θεραπευτής εστιάζει στην ενίσχυση των κινήτρων που έχει το άτομο ώστε να απελευθερωθεί από τον εθισμό του.

Όπως και με τις άλλες θεραπείες, η ΜΕΤ έχει εφαρμοσθεί κυρίως σε ενήλικες, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την αποτελεσματικότητά της σε εφήβους. Παρόλα αυτά, όσες έρευνες έχουν γίνει με εφήβους που ακολούθησαν ΜΕΤ έχουν δείξει θετικά αποτελέσματα, ιδιαίτερα για την αντιμετώπιση του εθισμού στο αλκοόλ αλλά και την κοινωνική συμπεριφορά των εφήβων. Η αντιμετώπιση του εθισμού σε άλλες ουσίες μέσω της ΜΕΤ έχει αποδειχθεί λιγότερο αποτελεσματική (Perepletchikova, Krystal & Kaufman, 2008).

Τέλος, όσον αφορά τις ψυχοθεραπευτικές μεθόδους αντιμετώπισης της κατάχρησης ουσιών και του εθισμού στους εφήβους, μία αποτελεσματική μέθοδος φαίνεται πως είναι η οικογενειακή-συστημική θεραπεία ((Rowe, C. L. (2012). Family therapy for drug abuse: review and updates 2003-2010. Journal of Marital and Family Therapy, 38(1), 59–81. )) . Οι διάφοροι τύποι οικογενειακής-συστημικής θεραπείας σε εφήβους έχουν μελετηθεί σε έναν αρκετά μεγάλο βαθμό σε σχέση με τις άλλες μεθόδους ψυχοθεραπείας, κυρίως λόγω της ευρείας χρήσης της στο σύστημα ψυχικής υγείας των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου.

Σκοπός των θεραπειών αυτών είναι να παρέμβουν σε πολλαπλά κοινωνικά πεδία τα οποία σχετίζονται με την χρήση ουσιών που παρατηρείται στον έφηβο. Έτσι, κατά περίπτωση, οι φορείς ψυχικής υγείας μπορούν να επέμβουν σε επίπεδο οικογένειας, σχολείου ή φιλικών δικτύων. Σκοπός της πολυεπίπεδης παρέμβασης είναι να βοηθήσει τον έφηβο να επανέλθει σε φυσιολογικές αναπτυξιακές διαδικασίες, και να δραστηριοποιηθεί σε πιο υγιής δραστηριότητες σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο (π.χ. ανάπτυξη χόμπι, συμμετοχή σε αθλητικές δραστηριότητες). Σε επίπεδο γονέων, η οικογενειακή θεραπεία στοχεύει στην εκπαίδευση των γονέων ώστε να επέλθει η σταδιακή μείωση των όποιων ψυχιατρικών συμπτωμάτων και η επανακοινωνικοποίηση του εφήβου (Perepletchikova, Krystal & Kaufman, 2008. Williams & Chang, 2000).

Στους ενήλικες που παρουσιάζουν εθισμό σε ουσίες, πέραν των ψυχοθεραπευτικών μεθόδων που αναφέρθηκαν προηγουμένως, αξιοποιούνται και φαρμακευτικές θεραπείες, οι οποίες στοχεύουν στην συστηματική απεξάρτηση από τις εν λόγω ουσίες. Η έρευνα για την αξιοποίηση παρόμοιων φαρμακευτικών μεθόδων σε εφήβους είναι ακόμη σε πρώιμα στάδια, με αποτέλεσμα να είναι νωρίς να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητά τους (Perepletchikova, Krystal & Kaufman, 2008).

Παρά το γεγονός ότι η κατάχρηση ουσιών σχετίζεται με μια πληθώρα αρνητικών συνεπειών και παρενεργειών που προαναφέρθηκαν εκτενώς, είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι η εξαρτημένη συμπεριφορά των εφήβων που κάνουν κατάχρηση ουσιών δεν έχει πάντοτε αποκλειστικά και μόνο αρνητικό αντίκτυπο στη συμπεριφορά τους. Για παράδειγμα, έχει βρεθεί ότι η εξαρτημένη διαταραχή της προσωπικότητας η οποία μπορεί να είναι παρούσα σε εφήβους με κατάχρηση αλκοόλ μπορεί να δώσει το έναυσμα για θετικές  συμπεριφορές, όπως είναι η δημιουργία εσωτερικών κινήτρων για ακαδημαϊκή επιτυχία, σε μια προσπάθεια του εφήβου να ευχαριστηθούν οι σημαντικοί άλλοι στη ζωή του (Bornstein, 1994).

Βλέπουμε δηλαδή ότι ενώ κάποια χαρακτηριστικά της εξαρτημένης προσωπικότητας μπορεί να είναι αρνητικά σε έναν τομέα (π.χ. ανάπτυξη ψυχοπαθολογίας), ταυτόχρονα μπορεί να αποδειχθούν θετικά σε έναν άλλο τομέα (π.χ. ακαδημαϊκή επίδοση). Αυτή η παρατήρηση υπογραμμίζει το γεγονός ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αποκλειστικά και μόνο ως θετική ή αρνητική, αλλά πάντοτε θα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη ότι αναφερόμαστε σε ένα φάσμα συμπεριφοράς η οποία ανάλογα με το περιβάλλον και τους στόχους του ατόμου μπορεί να πάρει θετική ή αρνητική χροιά. Σε αυτό το γεγονός βασίζονται άλλωστε και οι πλείστες θεραπευτικές προσεγγίσεις των εξαρτήσεων στην εφηβεία, οι οποίες ουσιαστικά προσπαθούν να τονώσουν την υγιή και θετική φύση μιας συμπεριφοράς του εφήβου και να ελέγξουν ή να μειώσουν την αρνητική της φύση (Bornstein, 1994. Perepletchikova, Krystal & Kaufman, 2008).

Συνεργασία

Το άρθρο γράφτηκε σε συνεργασία με την Χριστίνα-Ελένη Μπάμπαλου

31Ψυχολόγος, MSc Αναπτυξιακή και  Σχολική Ψυχολογία (Α.Π.Θ.) – Υπότροφος του Ιδρύματος Ωνάση – Ψυχολόγος στο Δήμο Θεσσαλονίκης, Ψυχοκοινωνική Υποστήριξη Ευπαθών Ομάδων – Συντονίστρια Σχολών Γονέων – Εισηγήτρια Ψυχοεκπαιδευτικών και Βιωματικών Σεμιναρίων +30 6973480170

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Bornstein, R. F. (1994). Adaptive and maladaptive aspects of dependency: an integrative review. The American Journal of Orthopsychiatry, 64(4), 622–635. []
  2. Countryman, J. (2005). Substance Use in Adolescents. Clinical Child Psychiatry, 263-274. []
  3. Gilvarry, E. (2000). Substance abuse in young people. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 41(1), 55-80. []
  4. Williams, R. J., & Chang, S. Y. (2000). A Comprehensive and Comparative Review of Adolescent Substance Abuse Treatment Outcome. Clinical Psychology: Science and Practice, 7(2), 138–166. []
  5. Perepletchikova, F., Krystal, J. H., & Kaufman, J. (2008). Practitioner review: adolescent alcohol use disorders: assessment and treatment issues. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 49(11), 1131–1154.  []
09 Σεπ 2013

Εξαρτήσεις στην εφηβική ηλικία: Διάγνωση – Παράγοντες Κινδύνου – Συννοσηρότητα

Η κατάχρηση ουσιών από εφήβους είναι ένα βασικό θέμα το οποίο απασχολεί όλους όσους ασχολούνται με την εφηβική συμπεριφορά, από τους ειδικούς ψυχικής υγείας που ενδιαφέρονται για τα αίτια, τις επιπτώσεις και την αντιμετώπισή της έως και τους γονείς οι οποίοι φοβούνται για την σωματική και ψυχική υγεία των παιδιών τους. Μολονότι η χρήση ουσιών από εφήβους μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος της φυσιολογικής ανάπτυξής τους, η συμπεριφορά αυτή αποτελεί έναν πρώιμο προβλεπτικό παράγοντα κατάχρησης ουσιών στην ενήλικη ζωή, καθώς έως και το 90% των ενηλίκων που κάνουν κατάχρηση ουσιών ξεκίνησαν τη χρήση τους ήδη από την εφηβεία1 .

Οι έφηβοι, μην έχοντας φτάσει σε ένα ώριμο επίπεδο ελέγχου των σκέψεων, των συναισθημάτων και των παρορμήσεών τους, πειραματίζονται με την χρήση ουσιών, κάτι που τους καθιστά έναν ευάλωτο πληθυσμό για την ανάπτυξη συμπεριφορών εξάρτησης.

Εάν και διαφορετικές μελέτες δίνουν διαφορετικούς ορισμούς στην κατάχρηση ουσιών2, ένας γενικά αποδεκτός ορισμός από την επιστημονική κοινότητα είναι αυτός που δίνει ο Αμερικάνικος Ψυχιατρικός Σύνδεσμος στο DSM-IV-TR3 , ο οποίος ορίζει δύο διαφορετικές εκδοχές προβλημάτων σχετιζόμενων με τη χρήση ουσιών: κατάχρηση ουσιών και εξάρτηση από ουσίες. Για την διάγνωση της εξάρτησης από ουσίες το DSM-IV-TR απαιτεί την παρουσία συμπτωμάτων εξάρτησης για μια περίοδο 12 μηνών.

Ως συμπτώματα της εξάρτησης ορίζει την παρουσία τουλάχιστον τριών εκ των ακόλουθων συμπτωμάτων: 1) την ανοχή στην χρήση μια ουσίας η οποία υποδηλώνεται με την ανάγκη του ατόμου για χρήση όλο και μεγαλύτερων ποσοτήτων ουσιών ώστε να επέλθει “τοξίκωση”, 2) εμφάνιση στερητικού συνδρόμου όταν διακοπεί ή μειωθεί η χρήση, 3) το άτομο καταναλώνει μεγαλύτερες ποσότητες της ουσίας ή για μεγαλύτερο διάστημα από το οποίο ήθελε αρχικά, 4) το άτομο έχει έντονη επιθυμία να σταματήσει την χρήση της ουσίας ή κάνει αποτυχημένες προσπάθειες προς αυτό το στόχο, 5) το άτομο επενδύει μεγάλο μέρος του χρόνου του για να αποκτήσει την επιθυμητή ουσία, 6) το άτομο αποσύρεται από κοινωνικές, εργασιακές ή προσωπικές δραστηριότητες ως αποτέλεσμα της χρήσης ουσιών, 7) το άτομο συνεχίζει να καταναλώνει τις ουσίες, παρόλο που το ίδιο γνωρίζει ότι του προκαλούν σωματικά ή ψυχολογικά προβλήματα.

Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες ο αριθμός των εφήβων που κάνουν χρήση ναρκωτικών ή αλκοόλ παρουσιάζει μια μείωση, αλλά τα ποσοστά χρήσης παραμένουν υψηλά (Countryman, 2005. Gilvarry, 2000). Έρευνες στις ΗΠΑ υποδεικνύουν ότι το 51% των εφήβων ηλικίας έως 18 ετών έχουν κάνει χρήση κάποιου ναρκωντικού ή αλκοόλ, τουλάχιστον μία φορά στη ζωή τους, το 46% έχει κάνει χρήση μαριχουάνας, ενώ ένα ποσοστό που κυμαίνεται στο 10% έχουν χρησιμοποιήσει και πιο σκληρά ναρκωτικά όπως είναι το LSD, οι αμφεταμίνες, η κοκαΐνη κ.α. (Countryman, 2005).

Παρόμοιες έρευνες στην Μεγάλη Βρετανία έφτασαν σε παρόμοια αποτελέσματα, όπου το 42,6% των ερωτηθέντων ηλικίας έως 18 ετών είχε κάνει χρήση κάποιας ναρκωτικής ουσίας ή αλκοόλ, με την κάνναβη να έχει την πρώτη θέση στις προτιμήσεις των εφήβων, ιδιαίτερα μεταξύ των καπνιστών (Gilvarry, 2000). Στην Ελλάδα, η κάνναβη παραμένει η πιο διαδεδομένη παράνομη ουσία με 2 στους 10 εφήβους να αναφέρουν εμπειρία χρήσης της4 .

Ένα μεγάλο εύρος γενετικών, περιβαλλοντικών και ψυχολογικών παραγόντων αυξάνουν την πιθανότητα χρήσης και κατάχρησης ουσιών από τους εφήβους. Εδώ και αρκετές δεκαετίες η επιστημονική κοινότητα έχει εντοπίσει κάποιους γενετικούς παράγοντες που είναι πολύ πιθανό να επηρεάζουν την συμπεριφορά κάποιων ατόμων απέναντι στη χρήση ουσιών ή τα επίπεδα ανοχής τους κατά τη χρήση τους, αλλά ακόμη δεν έχουν υπάρξει ξεκάθαρα αποτελέσματα ως προς την βαρύτητα τους. Οι έρευνες στον τομέα αυτό έχουν γίνει κυρίως πάνω στο θέμα της εξάρτησης από το αλκοόλ, κυρίως λόγω των υψηλότερων ποσοστών κατάχρησης της συγκεκριμένης ουσίας.

Συγκεκριμένα, υπάρχουν ενδείξεις ότι συγκεκριμένα γονίδια εμπλέκονται στην φυσιοπαθολογία στον αλκοολισμό, επηρεάζοντας την ανοχή των ατόμων στη χρήση αλκοόλ. Ταυτόχρονα, επιδημιολογικές έρευνες υπογραμμίζουν ότι η ύπαρξη ενός αλκοολικού βιολογικού γονέα ορισμένες φορές φαίνεται να αυξάνει την πιθανότητα ανάπτυξης αλκοολικής συμπεριφοράς από τα παιδιά (Countryman 2005. Gilvarry, 2000), ενώ άλλες φορές όχι5 , αποτελέσματα τα οποία αφήνουν ανοιχτό το ερώτημα της γενετικής επίδρασης στον αλκοολισμό.

Το περιβάλλον των εφήβων από την άλλη φαίνεται πως είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που συμβάλλουν στην ανάπτυξη συμπεριφοράς εξάρτησης από ουσίες. Οι γονείς και τα μεγαλύτερα αδέλφια αποτελούν πρότυπα συμπεριφοράς για τα μικρά παιδιά, με αποτέλεσμα οι όποιες συνήθειες των ατόμων αυτών, και ιδιαίτερα των μεγαλύτερων αδερφών, να αναπτύσσονται και στα παιδιά κατά την εφηβική ηλικία μέσω της μίμησης προτύπων (Countryman, 2005. Spooner, 2009). Ένα βίαιο οικογενειακό περιβάλλον και η κακοποίηση του παιδιού από μέλη της οικογένειάς του αυξάνει τις πιθανότητες εξάρτησης από ουσίες6 , ενώ αντίθετα, οι στενοί οικογενειακοί δεσμοί και ένα υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον μειώνουν αυτή την πιθανότητα (Countryman, 2005). Πέρα από το οικογενειακό περιβάλλον, οι συμπεριφορές της παρέας των εφήβων και η ανεκτικότητά τους απέναντι στη χρήση ουσιών είναι ένας εξίσου σημαντικός παράγοντας που αυξάνει την πιθανότητα κατάχρησης, δεδομένου ότι οι έφηβοι σε πολλές περιπτώσεις τείνουν να περνούν περισσότερο χρόνο με τους φίλους τους παρά με την οικογένειά τους (Countryman, 2005).

Τα αγόρια και τα κορίτσια παρουσιάζουν διαφορετικές συμπεριφορές απέναντι στις εξαρτήσεις, με τα αγόρια να ξεκινούν την κατανάλωση αλκοόλ νωρίτερα από τα κορίτσια και να μεθούν συχνότερα σε σχέση με τα κορίτσια της ηλικίας τους. Το ίδιο μοτίβο συμπεριφοράς ισχύει και για την χρήση ναρκωτικών ουσιών, στις οποίες τα αγόρια είναι πολύ πιο πιθανό να καταφύγουν όταν αντιμετωπίζουν κάποιο προσωπικό πρόβλημα (Spooner, 2009).

Το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο της οικογένειας του εφήβου ερευνάται επίσης ως προβλεπτικός παράγοντας της κατάχρησης ουσιών, αλλά οι μέχρι τώρα έρευνες δεν δείχνουν να καταλήγουν σε ένα γενικά αποδεκτό συμπέρασμα ως προς αυτόν τον παράγοντα. Τα παιδιά τα οποία μεγαλώνουν σε πιο φτωχές γειτονιές τείνουν να έχουν αυξημένες πιθανότητες χρήσης αλκοόλ κυρίως λόγω της ανεκτικότητας του περιβάλλοντος προς αυτή τη συμπεριφορά, ενώ τα παιδιά από μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα μπορούν να καταλήξουν στην ίδια συμπεριφορά όχι λόγων της ανεκτικότητας του περιβάλλοντός τους, αλλά γιατί έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν αλκοόλ. Επομένως η κοινωνικοοικονομική κατάσταση του εφήβου φαίνεται πως είναι ένας δευτερεύων και έμμεσος παράγοντας κινδύνου (Spooner, 2009).

Τέλος, η προσωπικότητα του εφήβου μπορεί να μας πει πολλά για τις πιθανότητες που έχει ο έφηβος να αναπτύξει συμπεριφορές εξάρτησης από ουσίες. Οι έφηβοι οι οποίοι χαρακτηρίζονται από επιθετικότητα, καταθλιπτική συμπεριφορά, παρορμητικότητα, κοινωνική απομόνωση και ανεκτική συμπεριφορά απέναντι στη χρήση ουσιών, έχουν αυξημένες πιθανότητες να διαγνωστούν στο μέλλον ως άτομα με εξάρτηση από ουσίες (Countryman, 2005. Spooner, 2009).

Η κατάχρηση ουσιών συχνά εμφανίζεται ταυτόχρονα με άλλες ψυχικές διαταραχές. Έχει υπολογιστεί ότι περίπου το ένα τρίτο όσων αντιμετωπίζουν κάποια ψυχική διαταραχή έχει κάνει κατάχρηση ναρκωτικών ουσιών ή/και αλκοόλ (Gilvarry, 2000). Όπως θα αναλύσουμε και στη συνέχεια, οι ψυχικές διαταραχές που σχετίζονται σε σημαντικό βαθμό με την κατάχρηση ουσιών είναι η κατάθλιψη, η διπολική διαταραχή, οι διαταραχές άγχους, η σχιζοφρένεια, η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και/ή υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ), η διαταραχή διαγωγής, οι διατροφικές διαταραχές και η αυτοκτονική συμπεριφορά789 .

Οι γυναίκες με εθισμό σε ουσίες τείνουν να έχουν υψηλότερα ποσοστά μείζουσας κατάθλιψης σε σχέση με τους άνδρες, με το 60% των διαγνωσθέντων γυναικών να παρουσιάζουν την κατάθλιψη ως δευτερεύων σύμπτωμα και το 16% ως πρωτεύων (Countryman, 2005. Hemphälä & Tengström, 2010). Από την άλλη όμως, όσα έφηβα αγόρια διαγιγνώσκονται με μείζουσα καταθλιπτική διαταραχή έχουν σημαντικά αυξημένες πιθανότητες να εμφανίζουν εξάρτηση σε ουσίες σε σχέση με τους συνομηλίκους τους που δεν έχουν αυτή τη διάγνωση. Πέρα από την κατάθλιψη όμως, και η δυσθυμική συμπεριφορά παρουσιάζεται σε πολλούς εφήβους πριν την έναρξη κατάχρησης ουσιών (Gilvarry, 2000).

Αντίθετα με τα όσα ισχύουν για την κατάθλιψη, οι διαταραχές άγχους σε συνδυασμό με την κατάχρηση ουσιών παρουσιάζονται πιο συχνά σε άνδρες παρά σε γυναίκες, κάτι που ισχύει και στην εφηβική ηλικία. Στις περιπτώσεις αυτές η έναρξη κάποιας διαταραχής άγχους προηγείται της έναρξης κατάχρησης ουσιών (Countryman, 2005. Hemphälä & Tengström, 2010).

Η διπολική διαταραχή είναι δύσκολο να διαγνωσθεί σε εφήβους και ακόμη πιο δύσκολο στις περιπτώσεις που συνοδεύεται από κατάχρηση ουσιών. Όμως, εάν προϋπάρχει η διάγνωση της διπολικής διαταραχής σε κάποιον έφηβο και ακολουθηθεί θεραπευτική αγωγή, τότε οι πιθανότητες να γίνει κατάχρηση ουσιών ή να αναπτυχθεί εξάρτηση από ουσίες μειώνονται σημαντικά (Countryman, 2005).

Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η ΔΕΠ-Υ, μια γνωστική διαταραχή, επίσης εμφανίζεται στις περιπτώσεις κατάχρησης ουσιών. Υπάρχει μια ανοιχτή συζήτηση στην επιστημονική κοινότητα σε σχέση με το εάν η παρουσία της ΔΕΠ-Υ σχετίζεται άμεσα με τον αυξημένο κίνδυνο κατάχρησης ουσιών ή εάν η παρουσία της διαταραχής διαγωγής είναι ο πραγματικός παράγοντας κινδύνου, καθώς οι έφηβοι με ΔΕΠ-Υ και διαταραχή διαγωγής παρουσιάζουν αυξημένες πιθανότητες κατάχρησης και εθισμού σε ουσίες σε σχέση με εφήβους που παρουσιάζουν αποκλειστικά και μόνο τη συμπτωματολογία της ΔΕΠ-Υ (Countryman, 2005. Gilvarry, 2000.).

Όσον αφορά τη συνοσηρότητα κατάχρησης ουσιών και διατροφικών διαταραχών, αυτή εμφανίζεται κυρίως στα κορίτσια, τα οποία έτσι και αλλιώς έχουν αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης διατροφικών διαταραχών σε σχέση με τα αγόρια. Τα κορίτσια με διατροφικές διαταραχές και ιδιαίτερα αυτά που παρουσιάζουν βουλιμία έχουν αυξημένες πιθανότητες να κάνουν κατάχρηση αμφεταμινών με σκοπό τη μείωση του βάρους τους. Η ταυτόχρονη παρατήρηση κατάχρησης ή εθισμού σε ουσίες και διατροφικών διαταραχών είναι σπάνια στα αγόρια (Countryman, 2005).

Μια άλλη περίπτωση συνοσηρότητας, η οποία εμφανίζεται συχνά, αφορά στην ταυτόχρονη ύπαρξη συμπτωμάτων σχιζοφρένειας και εθισμού σε ουσίες. Καθώς η σχιζοφρένεια στις περισσότερες περιπτώσεις εμφανίζεται στα πρώιμα στάδια της εφηβείας, ορισμένοι από τους εφήβους προσπαθούν να ελέγξουν τα ψυχωσικά συμπτώματα με τη χρήση ουσιών. Η κατάχρηση ουσιών είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στις περιπτώσεις σχιζοφρενών ασθενών, καθώς μπορεί να μειώσει ή να εκμηδενίσει την αποτελεσματικότητα της ψυχοφαρμακευτικής αγωγής (Countryman, 2005).

Τέλος, η αυτοκτονική συμπεριφορά είναι πολύ συχνά παρούσα στις περιπτώσεις εθισμού σε ουσίες. Υπολογίζεται ότι σε ένα ποσοστό της τάξης του 70% όσων έχουν κάνει επιτυχημένες απόπειρες αυτοκτονίας ήταν χρήστες ναρκωτικών ουσιών ή αλκοόλ (Countryman, 2005. Esposito-Smythers & Spirito, 2004). Επιπλέον, το ένα τρίτο των εφήβων που έχουν εισαχθεί σε νοσοκομείο μετά από απόπειρα αυτοκτονίας αναφέρουν κατάχρηση ουσιών τουλάχιστον μια φορά κατά τους τελευταίους τρεις μήνες, ενώ το ένα πέμπτο παρουσιάζει συμπτώματα εθισμού σε ουσίες και κυρίως αλκοόλ (Esposito-Smythers & Spirito, 2004). Έρευνες σε άτομα με χρόνιο πρόβλημα εθισμού σε ουσίες έχουν δείξει ότι περίπου το 20% των εθισμένων έχουν κάνει τουλάχιστον μία απόπειρα αυτοκτονίας κατά την τελευταία διετία. Σε γενικές γραμμές υπολογίζεται ότι η πιθανότητα να κάνει κάποιος απόπειρα αυτοκτονίας τριπλασιάζεται εάν κάνει και κατάχρηση ουσιών ή παρουσιάζει εθισμό σε ουσίες (Esposito-Smythers & Spirito, 2004).

Συνεργασία

Το άρθρο γράφτηκε σε συνεργασία με την Χριστίνα-Ελένη Μπάμπαλου 31Ψυχολόγος, MSc Αναπτυξιακή και  Σχολική Ψυχολογία (Α.Π.Θ.) – Υπότροφος του Ιδρύματος Ωνάση – Ψυχολόγος στο Δήμο Θεσσαλονίκης, Ψυχοκοινωνική Υποστήριξη Ευπαθών Ομάδων – Συντονίστρια Σχολών Γονέων – Εισηγήτρια Ψυχοεκπαιδευτικών και Βιωματικών Σεμιναρίων +30 6973480170  

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Countryman, J. (2005). Substance Use in Adolescents. Clinical Child Psychiatry, 263-274. []
  2. Gilvarry, E. (2000) . Substance abuse in young people. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 41(1), 55-80. []
  3. American Psychiatric Association. (2000). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, Fourth Edition: DSM-IV-TR®. American Psychiatric Pub. []
  4. Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Πληροφόρησης για τα Ναρκωτικά, Ηλεκτρονική Ιστοσελίδα,http://www.ektepn.gr []
  5. Spooner, C. (1999). Causes and correlates of adolescent drug abuse and      implications for treatment. Drug and Alcohol Review, 18, 453-475. []
  6. Hyucksun Shin, S. (2012). A longitudinal examination of the relationships between childhood maltreatment and patterns of adolescent substance use among high-risk adolescents. The American Journal on Addictions, 21(5), 453–461. []
  7. Bornstein, R. F. (1994). Adaptive and maladaptive aspects of dependency: an integrative review. The American Journal of Orthopsychiatry, 64(4), 622–635. []
  8. Esposito-Smythers, C., & Spirito, A. (2004). Adolescent substance use and suicidal behavior: a review with implications for treatment research. Alcoholism, Clinical and Experimental Research, 28(5 Supp), 77S–88S. []
  9. Hemphälä, M., & Tengström, A. (2010). Associations between psychopathic traits and mental disorders among adolescents with substance use problems. The British Journal of Clinical Psychology, 49, 109–122. []
21 Απρ 2013

LSD: η ιστορία, τα στατιστικά χρήσης και οι επιπτώσεις της κατανάλωσης στη σωματική και ψυχική υγεία

Άλμπερτ Χόφμαν, εργαζόμενος στην φαρμακοβιομηχανία Σαντόζ, πειραματιζόταν πάνω σε διάφορες χημικές ουσίες με σκοπό να βρει ένα νέο, αποτελεσματικό διεγερτικό του αίματος. Ανάμεσα στις χημικές ουσίες που ανακάλυψε ήταν και η λυσεργική διαιθυλαμίδη (Lysergic acid diethylamide), ευρέως γνωστή και ως LSD.

Οι επιπτώσεις της νέας ουσίας στον ανθρώπινο οργανισμό θα παρέμεναν άγνωστες εάν ο ίδιος ο Χόφμαν δεν αποφάσιζε πέντε χρόνια αργότερα (1943) να συνεχίζει την έρευνα πάνω στο LSD. Καθώς έκανε τα πειράματά του, κατα λάθος δοκίμασε κάποια μικροποσότητα LSD που έμεινε στις άκρες των νυχιών του όταν άγγιξε το σκεύασμα. Ο Χόφμαν αργότερα θα περιέγραφε την εμπειρία του:

Άμεσως ένοιωσα μια μεγάλη ένταση, αλλά και μια ελαφρά, ευχάριστη ζαλάδα. Πήγα στο σπίτι μου, όπου βρέθηκα σε μια όχι και τόσο δυσάρεστη κατάσταση χαρακτηριζόμενη από αυξημένη φαντασία. Έκλεισα τα μάτια μου και ήταν σαν να βρίσκομαι σε όνειρο: έβλεπα παντού εικόνες και σχήματα με έντονα χρώματα, σαν από καλειδοσκόπιο. Η επίδραση του ναρκωτικού κράτησε περίπου 2 ώρες.

Παρά το γεγονός ότι δεν βρέθηκε κάποια συγκεκριμένη χρήση του ναρκωτικού για ιατρικούς λόγους, το LSD διαδόθηκε γρήγορα μέσω των ιατρικών εργαστηρίων στα οποία δόθηκε ποσότητα LSD για πειράματα. Τις αμέσως επόμενες δεκαετίες το LSD ήταν από τα πρώτα σε κατανάλωση ναρκωτικά παγκοσμίως.

Επιπτώσεις του LSD

Αν και μετά την αρχική ανακάλυψή του ναρκωτικού, η επιστημονικη κοινότητα δεν έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το LSD, η αυξημένη χρήση του από μια μερίδα πληθυσμού και ιδιαίτερα τη νεολαία, ήταν αναμενόμενο να οδηγήσει στη μελέτη των επιπτώσεών του στον άνθρωπο12 . Ακόμη και σήμερα όμως η εξειδικευμένη έρευνα πάνω στο LSD παραμένει σχετικά περιορισμένη, με τις περισσότερες μελέτες να ασχολούνται με πειραματικά μοντέλα σε πειραματόζωα345 . Γνωρίζουμε με σχετική σιγουριά πάντως ότι το LSD επηρεάζει τον μηχανισμό απελευθέρωσης και πρόσληψης σεροτονίνης στον εγκέφαλο. Η σεροτονίνη είναι ένας νευροδιαβιβαστής  ο οποίος σχετίζεται με τη λειτουργία πολλαπλών εγκεφαλικών συστημάτων που σχετίζονται με τον έλεγχο της συμπεριφοράς, την αντίληψη των ερεθισμάτων, τα συναισθήματα, τον έλεγχο της κίνησης, την πείνα, την θερμοκρασία του σώματος αλλά και τη σεξουαλική συμπεριφορά.

Όπως αναφέραμε, το LSD επιφέρει μια σειρά αλλαγών στον τρόπο λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου. Οι επιπτώσεις του όμως αφορούν γενικότερα και τον τρόπο λειτουργίας του συνόλου του οργανισμού μας. Οι κύριες σωματικές επιπτώσεις της χρήσης LSD είναι:

  • Εφίδρωση
  • Ξηρότητα στόματος
  • Διαστολή κορών των ματιών
  • Αλλαγή στη θερμοκρασία του σώματος
  • Αϋπνία
  • Απώλεια όρεξης

Οι επιπτώσεις σε βιολογικό επίπεδο έχουν ως αποτέλεσμα και την δημιουργία συμπτωμάτων σε επίπεδο γνωστικών και συναισθηματικών λειτουργιών. Οι κυριες ψυχολογικές επιπτώσεις της κατανάλωσης, όπως είδαμε εν μέρει και από την εμπειρία του Χόφμαν, είναι:

  • Παραισθήσεις (παρανόηση κυρίως οπτικών ερεθισμάτων)
  • Ψευδαισθήσεις (αντίληψη ανύπαρκτων κυρίως οπτικών ερεθισμάτων)
  • Διαστρέβλωση της αντίληψης του χώρου και του χρόνου (αποπροσανατολισμός)
  • Διαστρέβλωσης αντίληψης προσωπικής ταυτότητας
  • Έντονος χρωματισμός συναισθημάτων και σκέψεων(ευχάριστα ή δυσάρεστα)
  • Έμμονες ιδέες
  • Κρίση πανικού
  • Απώλεια ελέγχου
  • Υπερσεξουαλικότητα ή απώλεια σεξουαλικής επιθυμίας

Ανάλογα με τη συχνότητα και την ποσότητα κατανάλωσης αλλά και τον οργανισμό του χρήστη, οι επιπτώσεις του LSD μπορεί να διαφέρουν σε ένταση και χρονική διάρκεια. Μια συνηθισμένη δοσολογία LSD (ένα δισκίο) έχει επίδραση από μερικά λεπτά έως λίγες ώρες. Η συχνή χρήση LSD, ακριβώς λόγω της μεγάλης διαστρέβλωσης που προκαλεί σε τόσες πολλές γνωστικές και συναισθηματικές λειτουργίες μπορεί οδηγήσει σε εμφάνιση ψυχοπαθολογικής συμπεριφοράς όπως είναι ένα ψυχωσικό ή καταθλιπτικό επεισόδιο ή μια διαταραχή πανικού.

Λόγω των έντονων εμπειριών που προκαλεί, στο εξωτερικό το LSD έχει αρχίσει προσφάτως να χρησιμοποιείται πειραματικά σε κάποια ψυχοθεραπευτικά πλαίσια όπως στην αντιμετώπιση του αλκοολισμού6 . Φυσικά η πειραματική χρήση του σε αυτά τα πλαίσια γίνεται υπό αυστηρούς κανόνες και εξειδικευμένους θεραπευτές, ενώ ακόμη δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την αποτελεσματικότητα της χρήσης του LSD για ψυχοθεραπευτικούς σκοπούς.

Στατιστικά Χρήσης

Στην Ε.Ε. το ποσοστό ενηλίκων που έχουν καταναλώσει LSD τουλάχιστον μια φορά στη ζωή τους είναι μεταξύ 0% (Ρουμανία) έως 5.3% (Ηνωμένο Βασίλειο). Η πλειοψηφία των υπολοίπων χωρών υπολογίζουν τη χρήση LSD από ενήλικες σε 0.3% – 2%. Το ποσοστό χρήσης LSD τουλάχιστον μια φορά στους νέους (15-34 ετών) παραμένει σε χαμηλά ποσοστά που και πάλι βρίσκονται μεταξύ 0% (Ρουμανία) και 5.5% (Ηνωμένο Βασίλειο).

Τέλος, το ποσοστό των ατόμων που δοκίμασαν LSD τουλάχιστον μια φορά κατά τον τελευταίο χρόνο στην Ε.Ε. υπολογίζεται ότι κυμαίνεται σε χαμηλά ποσοστά, καθώς καμία άλλη χώρα δεν ξεπερνάει το ποσοστό της Εσθονίας, το οποίο είναι της τάξεως του 1%.7

Θεραπεία κατάχρησης LSD

Οι χρόνιοι χρήστες LSD αντιμετωπίζονται παγκοσμίως όπως ακριβώς και οι χρήστες των υπόλοιπων ναρκωτικών ουσιών8. Η χρήση ναρκωτικών ουσιών θεωρείται το αποτέλεσμα μιας σειράς άλλων ψυχολογικών δυσλειτουργών ή/και παθολογικών σχέσεων στη ζωή του ατόμου και η θεραπεία μπορεί να γίνει με μια σειρά πρεμβάσεων, όπως είναι η ατομική και η ομαδική ψυχοθεραπεία αλλά και η εισαγωγή σε ειδικές κλινικές αποτοξίνωσης. Σκοπός των παρεμβάσεων δεν είναι απλά να σταματήσει η χρήση ναρκωτικών ουσιών τώρα, αλλά να αποφευχθεί μια νέα χρήση στο μέλλον (υποτροπή).

Εισαγωγική Φωτογραφία

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. M.d, C. S. (1995). Effects of LSD on Somatosensory and Visual Evoked Responses and on the EEG in Man. Στο J. W. M.D (Επιμ.), Recent Advances in Biological Psychiatry(σσ 209–227). Springer New York. []
  2. Stern, W. C., Morgane, P. J., & Bronzine, J. D. (1972). LSD: effects on sleep patterns and spiking activity in the lateral geniculate nucleus. Brain research, 41(1), 199–204. []
  3. Moreno, J. L., Holloway, T., Umali, A., Rayannavar, V., Sealfon, S. C., & González-Maeso, J. (2013). Persistent effects of chronic clozapine on the cellular and behavioral responses to LSD in mice. Psychopharmacology, 225(1), 217–226. doi:10.1007/s00213-012-2809-7 []
  4. Grossman, L., Utterback, E., Stewart, A., Gaikwad, S., Chung, K. M., Suciu, C., … Kalueff, A. V. (2010). Characterization of behavioral and endocrine effects of LSD on zebrafish. Behavioural Brain Research, 214(2), 277–284. doi:10.1016/j.bbr.2010.05.039 []
  5. Hughes, R. N. (1973). Effects of LSD on exploratory behavior and locomotion in rats. Behavioral Biology, 9(3), 357–365. doi:10.1016/S0091-6773(73)80184-1 []
  6. Kurland, A., Savage, C., Pahnke, W. N., Grof, S., & Olsson, J. E. (2009). LSD in the Treatment of Alcoholics. Pharmacopsychiatry, 4(02), 83–94. doi:10.1055/s-0028-1094301 []
  7. European Monitoring Center for Drugs and Drugs Addiction []
  8. Boer, A. P., & Sipprelle, C. N. (1969). Induced Anxiety in the Treatment for LSD Effects. Psychotherapy and Psychosomatics17(2), 108–113. doi:10.1159/000286016 []
25 Οκτ 2011

Εκδηλώσεις με θέμα τις εξαρτήσεις, την Ψυχολογία και το Διαδίκτυο

Βάζω Χ σε κάθε είδους εθισμό Την Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011 στο Κεντρικό Αμφιθέατρο «Ευαγόρας Παλληκαρίδης» του ΤΕΙ Σερρών θα διεξαχθεί επιστημονική ημερίδα με θέμα: «Βάζω Χ σε κάθε είδους εθισμό«. Στην ημερίδα αυτή θα καλυφθούν θέματα εξαρτήσεων, όπως η εξάρτηση από το τσιγάρο, ναρκωτικά, φαγητό, αλκοόλ, τζόγος και το διαδίκτυο! Ακολουθεί το πρόγραμμα:

  • 09.00 – 09.45: Προσέλευση – Εγγραφές
  • 09.45 – 10.00: «Το Γραφείο Διασύνδεσης και οι Υπηρεσίες του», Μιχαλοπούλου Βασιλική, Ψυχολόγος- Σύμβουλος Σταδιοδρομίας ΤΕΙ Σερρών
  • 10.00 – 10.30: «Κάπνισμα: Απόλαυση και πρόβλημα. Νέες θεραπευτικές προσεγγίσεις», Τσιούδα Θεοδώρα, Πνευμονολόγος, Πρόεδρος Αντικαπνιστικού Συλλόγου Ν. Σερρών
  • 10.30 – 11.00: «Οι εξαρτησιογόνες ουσίες και οι μύθοι που αποπροσανατολίζουν», Δεμιρτζή Καλλισθένη, Ψυχολόγος – Στέλεχος Πρόληψης του Κέντρου Πρόληψης Εξαρτησιογόνων Ουσιών Ν. Σερρών «ΟΑΣΙΣ»
  • 11.00 – 11.30: «Διατροφική συμπεριφορά βουλιμικών και ανορεκτικών ασθενών», Πύργος Γεώργιος, Διαιτολόγος – Διατροφολόγος
  • 11.30 – 12.00: Διάλειμμα – Καφές
  • 12.00 – 12.30: « Εθισμός στο Διαδίκτυο. Μας αφορά και τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό ;», Φλώρος Γεώργιος, Ψυχίατρος – Ψυχοθεραπευτής, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης της Διαταραχής Εθισμού στο Διαδίκτυο
  • 13.00 – 13.30: «Παρουσίαση του Προγράμματος της Μονάδας Απεξάρτησης από Αλκοόλ, Φάρμακα και Τυχερά παιχνίδια του ΨΝΘ», Καλαμβοκίδου Αλεξάνδρα, Νοσηλεύτρια Ψυχικής Υγείας ΨΝΘ, Κασκαμανίδου Ελένη, Κοινωνική Λειτουργός ΨΝΘ
  • 13.30 – 14.00: «Η θέση της Εκκλησίας στο κενό του σύγχρονου ανθρώπου», Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Χίντζιος
  • 14.00 – 14.15: Συμπεράσματα- Κλείσιμο ημερίδας
Για περισσότερες πληροφορίες απευθυνθείτε στην κα Μιχαλοπούλου Βασιλική (Ψυχολόγος ΤΕΙ Σερρών), στο τηλ. 23210-49372 και στο e-mail vmix@teiser.gr
Διαδίκτυο και Νέοι
Την Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2011 το Δίκτυο Συνεργασίας για την Υποστήριξη των Νέων» θα διεξάγει ημερίδα με θέμα: «Διαδίκτυο και Νέοι«. Θα παρουσιαστούν γενικά θέματα γύρω από το διαδίκτυο, όπως η χρήση του διαδικτύου στην καθημερινότητά μας, η κουλτούρα του διαδικτύου, η ασφάλεια των προσωπικών δεδομένων και οι παραβατικές συμπεριφορές στο διαδίκτυο. Επιπλέον, θα παρουσιαστούν θέματα σχετικά με την ψυχολογία και το διαδίκτυο όπως ο εθισμός στο διαδίκτυο, θυματοποίηση μέσω διαδικτύου, ο εκφοβισμός. Μάλιστα θα παρουσιαστεί και η δουλειά συγκεκριμένων υπηρεσιών αντιμετώπισης του εθισμού στο διαδίκτυο. Στο παρακάτω pdf μπορείτε να διαβάσετε το πλήρες πρόγραμμα αυτής της πολύ ενδιαφέρουσας ημερίδας Διαδίκτυο και Νέοι Για την συμμετοχή σας στην εκδήλωση θα πρέπει να συμπληρώσετε τη σχετική Αίτηση Συμμετοχής το αργότερο έως τις 31 Οκτωβρίου.Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του «Δικτύου Συνεργασίας για την Υποστήριξη των Νέων» ή τηλεφωνήστε στα γραφεία του Δικτύου στο 210-4515387. Η ημερίδα θα λάβει χώρα στο Ιδρυμα Γ. & Αικ. Χατζηκώνστα Εκπαιδευτική Μέριμνας Νέων, Λεωφόρος Κηφισίας 374, Χαλάνδρι. Προβολή μεγαλύτερου χάρτη Εισαγωγική Φωτογραφία ]]>