15 Απρ 2019

Αντιμετώπιση συναισθηματικών διαταραχών και αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς στους εφήβους

Η εφηβεία είναι μία από τις ηλικιακές περιόδους της ανθρώπινης ανάπτυξης που προβληματίζει ιδιαίτερα τόσο τους γονείς, όσο και την επιστημονική κοινότητα.

Περισσότερα
19 Ιαν 2017

Η αυξημένη χρήση αλκοόλ κατά την εφηβεία αλλάζει την συνδεσιμότητα του εγκεφάλου

1 . Σκοπός της συγκεκριμένης έρευνας ήταν να μελετήσει τις επιδράσεις της κατανάλωσης αλκοόλ στην ενεργοποίηση του εγκεφαλικού φλοιού και στην συνεπακόλουθη ηλεκτρική δραστηριότητα. Οι συμμετέχοντες της έρευνας ήταν 27 άτομα τα οποία χρησιμοποιούσαν μεγάλες ποσότητες αλκοόλ κατά την εφηβεία τους και 25 άτομα ίδιας ηλικίας, φύλου και εκπαιδευτικού επιπέδου τα οποία κατανάλωναν λίγο ή καθόλου αλκοόλ κατά την εφηβεία τους. Πρόκειται για μια διαχρονική έρευνα η οποία ξεκίνησε όταν οι συμμετέχοντες ήταν 13 έως 18 ετών. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι χρήστες αλκοόλ δεν χρησιμοποιούσαν τόσο μεγάλες ποσότητες αλκοόλ, με τη απαραίτητη συχνότητα και δεν παρουσίαζαν τα συμπεριφορικά χαρακτηριστικά ώστε να διαγνωσθούν ως αλκοολικοί. Για τους σκοπούς της έρευνας έγινε μέτρηση της ηλεκτρικής δραστηριότητας του εγκεφαλικού φλοιού αλλά και της λειτουργίας του συστήματος GABA. Το συγκεκριμένο σύστημα είναι υπεύθυνο για την απελευθέρωση του νευροδιαβιβαστή GABA, τα επίπεδα του οποίου σχετίζεται με την εμφάνιση κατάθλιψης, άγχους αλλά και πλήθος νευροψυχολογικών διαταραχών. Αν και η συγκεκριμένη έρευνα δεν προχώρησε στην περαιτέρω εξέταση των επιπτώσεων της βαριάς κατανάλωσης αλκοόλ σε βάθος χρόνου, είναι αξιοσημείωτο ότι ο εγκέφαλος αλλάζει την λειτουργία του βάσει αυτής της παραμέτρου και είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι αυτές οι βιοχημικές και λειτουργικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με τους συμμετέχοντες της ομάδας ελέγχου (μη πότες) δυνητικά μεταφράζονται σε συμεριφορικά προβλήματα ή ακόμη και ανάπτυξη ψυχολογικών διαταραχών. Δεδομένου ότι η εφηβεία είναι μια κρίσιμη ηλικία στην ανθρώπινη ανάπτυξη, η συγκεκριμένη έρευνα αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η κατανάλωση αλκοόλ σε αυτή τη φάση της ζωής ενός ανθρώπου μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στην συνδεσιμότητα και την ηλεκτροχημική ισορροπία του εγκεφαλικού φλοιού, κάτι που μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις για την σωματική ή/και ψυχική υγεία του παιδιού στο μέλλον.

Εισαγωγική Εικόνα

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Kaarre, O., Kallioniemi, E., Könönen, M., Tolmunen, T., Kekkonen, V., Kivimäki, P., Määttä, S. (2016). Heavy alcohol use in adolescence is associated with altered cortical activity: a combined TMS-EEG study. Addiction Biology. doi:10.1111/adb.12486 []
15 Μαΐ 2014

Εσπερίδα με θέμα «Σύγχρονα Ψυχοπαιδαγωγικά Θέματα» από το Mediterranean College

Το Mediterranean College και το Mediterranean Professional Studies διοργανώνουν Εσπερίδα με θέμα:

  • «Σύγχρονα Ψυχοπαιδαγωγικά Θέματα»

Παρασκευή 16/05/2014 και ώρα 18:00 – 21:00

Στοά του Βιβλίου (Πεσμαζόγλου 5 & Σταδίου, Αρσάκειο Μέγαρο, Αθήνα).

  • «Ποια είναι τα κύρια ψυχοσυναισθηματικά προβλήματα των παιδιών και των εφήβων και πως μπορούν αυτά να αντιμετωπιστούν από το σχολείο και την οικογένεια;»
  • «Είναι η τιμωρία και η αρνητική ενίσχυση της προσπάθειας του παιδιού ή του εφήβου, μια μέθοδος ελέγχου της συμπεριφοράς του;»
  • «Τι εννοούμε όταν αναφερόμαστε στην κακοποίηση ενός παιδιού ή ενός εφήβου; Ποια είναι η έννοια της κακοποίησης; Πως μπορεί να αντιμετωπιστεί το κακοποιημένο παιδί ή ο έφηβος, από το σχολείο-την οικογένεια-τις κοινωνικές υπηρεσίες;»

Στα παραπάνω αλλά και σε πολλά ακόμη ερωτήματα θα δώσουν απαντήσεις διακεκριμένοι καθηγητές μέσα από την Εσπερίδα που διοργανώνει το Mediterranean College και το Mediterranean Professional Studies – ΚΔΒΜ2 την Παρασκευή 16/05/2014 και ώρα 18:00 – 21:00με θέμα «Σύγχρονα Ψυχοπαιδαγωγικά Θέματα».

Eισηγητές είναι οι:

α) Εμμανουήλ Κολιάδης (Ομότιμος Καθηγητής Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών) β) Καθηγητής Ρόμπερτ Μέλλον (Πρόεδρος Τμήματος Ψυχολογίας Παντείου Πανεπιστημίου) γ) Πηνελόπη Κονιστή (Ειδική Παιδαγωγός – Δ/ντρια 2ου Δημοτικού Σχολείου Αθηνών).

Ο Ομότιμος Καθηγητής κ. Εμμανουήλ Κολιάδης θα αναπτύξει το θέμα «Προβλήματα Συμπεριφοράς παιδιών κι εφήβων και η αντιμετώπισή τους στο σχολείο και στην οικογένεια». Η εισήγηση στοχεύει στην ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των εκπαιδευτικών αλλά και των γονέων για τα ψυχοσυναισθηματικά και ψυχοκοινωνικά προβλήματα των παιδιών και των εφήβων, που εμφανίζονται κατά κύριο λόγο στην εκπαιδευτική πράξη του σύγχρονου σχολείου. Θα γίνει σύντομη και κατανοητή αναφορά των θεωρητικών θέσεων και καταγραφή υλοποιήσιμων ψυχοπαιδαγωγικών πρακτικών για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των προβλημάτων.

Ο Καθηγητής Ρόμπερτ Μέλλον θα αναπτύξει το θέμα «Τιμωρία, Ψυχοπαθολογία και Ψυχοθεραπεία». Γονείς και Δάσκαλοι συχνά εφαρμόζουν την τιμωρία και την αρνητική ενίσχυση στις προσπάθειές τους να ελέγχουν την συμπεριφορά παιδιών και εφήβων. Στην εισήγηση αυτή θα αναλυθούν οι επιδράσεις της εφαρμογής αυτών των πρακτικών στην ανάπτυξη προβληματικών στοιχείων συμπεριφοράς, όπως ο ιδεοψυχαναγκασμός, η επιθετικότητα, οι αγχώδεις διαταραχές και η ελλειμματική προσοχή. Τέλος, θα περιεγραφθεί η αντιμετώπιση των επιπτώσεων της τιμωρίας στην ψυχοθεραπεία καθώς και η πρόληψη αυτών μέσω ελέγχου συμπεριφοράς με θετική ενίσχυση.

Η κα. Πηνελόπη Κονιστή θα αναπτύξει το θέμα «Το κακοποιημένο παιδί: Συνδιαλλαγή Σχολείου – Οικογένειας – Κοινωνικών Υπηρεσιών» . Θα οριστεί η έννοια της κακοποίησης και θα αναλυθούν οι μορφές της καθώς επίσης θα δοθούν πληροφορίες για το πώς αντιδρά το σχολείο σε περιπτώσεις κακοποιημένων παιδιών, πού απευθύνεται και με ποιους επικοινωνεί.

Στην Εσπερίδα μπορούν να συμμετέχουν: Φοιτητές & Απόφοιτοι Σχολών Ψυχολογίας, Παιδαγωγικών και λοιπών Ανθρωπιστικών Επιστημών, Επαγγελματίες, Εκπαιδευτικοί, Γονείς.

Η είσοδος είναι δωρεάν. Απαιτείται Δήλωση Συμμετοχής, ενώ θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας. Στους συμμετέχοντες θα δοθούν πιστοποιητικά παρακολούθησης.

Δηλώσεις Συμμετοχής: Mediterranean College, Πελλήνης 8 & Πατησίων 107, Αθήνα , 210 88 99 600, info@medcollege.edu.gr

Τόπος Διεξαγωγής:Στοά του Βιβλίου (Πεσμαζόγλου 5 & Σταδίου, Αρσάκειο Μέγαρο, Αθήνα).

Εισαγωγική Εικόνα

Boy Child Person Cute Kid Happy Bubble, by Susie

]]>

05 Μαΐ 2014

Ψυχολογικοί μηχανισμοί άμυνας του Εγώ στα παιδιά και τους εφήβους

Όταν αντιμετωπίζουμε αγχογόνες καταστάσεις ο οργανισμός μας αντιδρά αυτόματα -ψυχολογικά και σωματικά- με σκοπό τη μείωση του άγχους. Ουσιαστικά το άγχος είναι μια μορφή φοβικης αντιδρασης, εν απουσία βεβαίως κάποιας άμεσης, φυσικής απειλής. Στις περιπτώσεις άγχους δεν κινδυνεύουμε φυσικά με σωματική βλάβη, αλλά παρόλα αυτά είμαστε αντιμέτωποι με μια κατάσταση που φοβόμαστε ότι μπορεί μελλοντικά να θέσει την ευημερια μας σε κίνδυνο.

Όπως οι ενήλικες, έτσι και τα παιδιά αι οι έφηβοι έχουν αναπτύξει κάποιους βασιμούς μηχανισμούς άμυνας σε ψυχολογικό επίπεδο για την προσασία του Εγώ, της βασικής ψυχολογικής μονάδας που ταυτίζεται με την αντίληψη που έχουμε για τον εαυτό μας. Σκοπός αυτού του μηχανισμού είναι η μείωση του άγχους, ώστε να μην απειληθεί η ψυχολογική ισορροπία του ατόμου. Υπό αυτό το πρίσμα, οι μηχανισμοί άμυνας είναι απολύτως υγιείς συμπεριφορές και αντιδράσεις όταν χρησιμοποιούνται για μιρά χρονικά διαστήματα. Εάν το παιδί χρησιμοποιεί συχνά μηχανισμούς άμυνας ή/και εάν ο στρεσογόννος παράγοντας συνεχίζει να το πιέζει για μεγάλο χρονικό διάστημα τότε αυξάνεται η πιθανότητα ανάπτυξης προβληματικών συμπεριφορών στο σπίτι και το σχολείο.

Βασικοί μηχανισμοί άμυνας του Εγώ στα παιδιά και τους εφήβους

Υπεραναπλήρωση: Το παιδί καταπνίγει τις επιθυμίες του, ενώ υιοθετεί συμπεριφορές αντίθετες προς τα πιστεύω του, σε μια προσπάθεια να μειώσει το χάσμα ανάμεσα σε αυτό που θέλει και αυτό που αισθάνεται πως πρέπει να κάνει. Για παράδειγμα, ένα παιδί έχει ανάγκη από ελευθερία, αλλά επειδή οι γονείς του τού έχουν μάθει ότι τα «καλά» παιδιά ακούν «πάντα» τους γονείς του, τελικά αυτό γίνεται υποτακτικό και εξαρτημένο από τους γονείς, πνίγοντας τις πραγματικές του ανάγκες.

Μετατόπιση: Το παιδί μεταβιβάζει συναισθήματα ή ενέργειες από ένα πρόσωπο ή σύστημα προς ένα άλλο, όταν του είναι πιο εύκολο να τα εκφράσει. Για παράδειγμα, το παιδί μισεί τους αδιάφορους γονείς του και μεταβιβάζει το θυμό του υπό μορφή βίας προς ζώα ή συμμαθητές του στο σχολείο.

Φαντασίωση: Το παιδί αρνείται μια δυσάρεστη πραγματικότητα και πλάθει έναν φανταστικό κόσμο στον οποίο θα ήθελε να κατοικεί. Με αυτόν τον τρόπο δοκιμάζει λύσεις στα προβλήματά του, δίχως να διατρέχει τον κίνδυνο των συνεπειών των πράξεών του.

Φυγή: Το παιδί δεν συμμετέχει σε καταστάσεις που του είναι δυσάρεστες. Ένα παιδί που φοβάται τον ανταγωνισμό μπορεί να μην συμμετέχει στο μάθημα ή σε εξωσχολικές δραστηριότητες υπό το φόβο της αποτυχίας ή σύγκρισής του με τρίτους.

Αντιστάθμιση: Το παιδί που αισθάνεται ανπαρκές ή μειονεκτικά απέναντι στους συμμαθητές του, αντισταθμίζει αυτό το άγχος με το να γίνει πολύ καλός αθλητής ή μουσικός, ώστε να αποδείξει την αξία του, πρώτα και κύρια στον εαυτό του και στη συνέχεια στους άλλους γύρω του. σε καποιες περιπτώσεις τα παιδιά που χρησιμοποιούν την αντιστάθμιση είναι παιδιά που προσπαθούν να «φουσκώσουν» το Εγώ τους εκπέμποντας μια ψεύτικη αυτοπεποίθηση και ναρκισισμό.

Εκλογίκευση: Το παιδί δικαιολογεί τις αποτυχίες ή τις παραγματοποίητες επιδιώξεις του μέσω της μετατροπής των κινήτρων του ή της κατάστασης ώστε αυτή να γίνει ανεκτή και επιτρεπτή τόσο από το ίδιο το παιδί όσο και τον περίγυρό του. Για παράδειγμα, η σχολική αποτυχία των παιδιών δεν αποδίδεται σε εσωτερικούς παράγοντες όπως είναι η μειωμένη προσπάθεια ή η έλλειψη ενδιαφέροντος, αλλά σε εξωτερικούς όπως είναι το κακό εκπαιδευτικό σύστημα ή τα δύσκολα θέματα στις εξετάσεις.

Προβολή: Τα επιβλαβή για τον εαυτό συναισθήματα που πηγάζουν από το παιδί αποδίδονται σε τρίτα πρόσωπα. Για παράδειγμα, ένα παιδί που ζηλεύει τον αδερφό του, μπορεί να αρνείται αυτά τα συναισθήματα και να αποδίδει εχθρική διάθεση και ζήλια τον αδερφό του.

Εξιλέωση: Το παιδί προσπαθεί να ακυρώσει κάποια κακή ή μη αποδεκτή σκέψη ή συναίσθημα μέσω της εξιλέωσης: εκφράζει μετάνοια ή ζητάει συγνώμη. Κάποια παιδιά και έφηβοι με βαθιά ενοχικά συναισθήματα μπορεί να φτάσουν στο σημείο της αυτοτιμωρίας (σωματικής και ψυχολογικής), ώστε να αισθανθούν ότι έχει «καθαρίσει το ποινικό τους μητρώο».

Παλινδρόμηση: Το παιδί βιώνοντας μια σημαντική απογοήτευση, ματαίωση ή άγχος αναπτύσσει συμπεριφορές που είναι αναμενόμενες για παιδιά μικρότερης ηλικίας, σε μια προσπάθεια να καλύψει βασικές του ανάγκες. Π.χ. Ένα μεγάλο παιδί βρέχει το κρεβάτι του τη στιγμή που οι γονείς του είναι στα πρόθυρα διαζυγίου. Με αυτόν τον τρόπο επιζητεί την προσοχη των γονιών ώστε να καλύψουν τις δικές του βασικές ανάγκες για αγάπη και προστασία.

Απομόνωση: Το παιδί απομονώνεται συναισθηματικά, γίνεται αδρανές και παθητικό. Με αυτόν τον τρόπο προστατεύει το Εγώ του από πλήγματα που μπορεί να δεχτεί από το περιβάλλον του. Π.χ. το παιδί απομακρύνεται συναισθηματικά από τους γονείς που χωρίζουν, όχι γιατί δεν το αγαπούν ή δεν τους αγαπάει, αλλά για να μην πληγωθεί στο μέλλον από την πιθανή απουσία κάποιου από τους δύο γονείς.

Εισαγωγική Εικόνα

Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες

]]>

18 Σεπ 2013

Τα θύματα ρατσιστικής βίας έχουν αυξημένες πιθανότητες ανάπτυξης κατάθλιψης και άγχους

Ο ρατσισμός περιγράφει ένα μεγάλο εύρος συμπεριφορών οι οποίες στρέφονται εναντίον ατόμων διαφορετικών εθνοτικών, θρησκευτικών, πολιτικών, κοινωνικών, σεξουαλικών ή άλλων ομάδων οι οποίες συνήθως είναι η μειονότητα σε μια συγκεκριμένη κοινωνία. Το φαινόμενο του ρατσισμού έχει απασχολήσει την επιστημονική κοινότητα εδώ και πολλές δεκαετίες, καθώς τα ερωτήματα γύρω από την ανάπτυξη, την εκδήλωση και τις επιπτώσεις αυτών των συμπεριφορών είναι πολλά. Ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα είναι ο αντίκτυπος που έχει η ρατσιστική συμπεριφορά στα θύματά του. Τι βλάβες μπορεί να προκαλέσει σε ένα άτομο η έκθεσή του επί μεγάλο χρονικό διάστημα σε ένα εχθρικό, ρατσιστικό περιβάλλον που στρέφεται εναντίον του;

Έρευνες στον χώρο είχαν βρει ότι τα άτομα που δηλώνουν ότι έχουν νοιώθουν θύματα τέτοιων συμπεριφορών στην καθημερινότητά τους, έχουν αυξημένες πιθανότητες να αντιμετωπίζουν ψυχικές διαταραχές, προσέχουν λιγότερο την υγεία τους και αναφέρουν περισσότερα προβλήματα υγείας [1] . Επίσης έχουν χαμηλότερα επίπεδα αυτοπεποίθησης και έχουν αυξημένες πιθανότητες να αναπτύξουν αντικοινωνική συμπεριφορά. Όταν ο ρατσισμός λαμβάνει χώρα όχι απλά σε ατομικό αλλά σε ένα συστημικό επίπεδο (δηλαδή όταν ολόκληρη η κοινωνία στην οποία ζει κάποιος έχει ένα ρεπερτόριο συμπεριφορών και κανόνων που βάζουν το μειονοτικό άτομο σε μειονεκτική θέση) τα επίπεδα άγχους αυξάνονται, κάτι το οποίο μπορεί να επηρεάσει τη ζωή του ατόμου σε πολλαπλά επίπεδα. Οι ίδιες έρευνες έχουν δείξει ότι οι εγκυμονούσες που βιώνουν συστημικό ρατσισμό είναι πιο πιθανό να αντιμετωπίσουν προβλήματα κατά τη διάρκεια της γέννας σε σχέση με γυναίκες που δεν είναι θύματα συστημικής ρατσιστικής συμπεριφοράς.

Μια πρόσφατη μετα-έρευνα του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης η οποία εστίασε κυρίως στην βιβλιογραφία για τις επιπτώσεις του ρατσισμού στους νέους, βρήκε ότι ο αντίκτυπος των ρατσιστικών συμπεριφορών για τα άτομα των μειονοτικών ομάδων ξεκινούν ήδη από την εφηβική ηλικία [2] . Οι νέοι αυτοί αισθάνονται ξένοι, απομονωμένοι και σε πολλές περιπτώσεις πέφτουν θύματα ακόμη και σωματικής βίας από τους συνομήλικους τους, κάτι το οποίο έχει επιπτώσεις μεταξύ άλλων και στην ψυχική τους υγεία. Συγκεκριμένα, τα νεαρά θύματα ρατσιστικής συμπεριφοράς αναπτύσσουν πιο συχνά συμπτώματα κατάθλιψης, ενώ σε πολλές περιπτώσεις εκφράζουν έντονο άγχος. Όπως είναι εμφανές, η ρατσιστική συμπεριφορά έχει δραματικές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής των θυμάτων της σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι περισσότερες έρευνες έχουν γίνει στις ΗΠΑ, το Η.Β. και την Αυστραλία, πολυπολιτισμικές χώρες στις οποίες γίνονται ήδη προσπάθειες να περιοριστούν τα φαινόμενα ρατσισμού και να μειωθεί όσο είναι δυνατόν η συστημική ρατσιστική συμπεριφορά, προστατεύοντας τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των μειονοτικών ομάδων. Θα είχε ενδιαφέρον να βλέπαμε τα ανάλογα αποτελέσματα σε λιγότερο πολυπολιτισμικές χώρες όπου οι μειονότητες αντιμετωπίζουν ακόμη μεγαλύτερη πίεση από την υπόλοιπη κοινωνία.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία / Περισσότερες Πληροφορίες

  1. Paradies, Y. (2006). A systematic review of empirical research on self-reported racism and health. international Journal of Epidemiology35(4), 888-901 [PDF]
  2. Priest, N., Paradies, Y., Trenerry, B., Truong, M., Karlsen, S., & Kelly, Y. (2012). A systematic review of studies examining the relationship between reported racism and health and wellbeing for children and young people. Social Science & Medicine.
]]>

13 Σεπ 2013

Εξαρτήσεις στην εφηβική ηλικία: Αντιμετώπιση

Εάν λάβουμε υπόψη τον μεγάλο αντίκτυπο που έχει η χρήση ουσιών σε πολλούς και διαφορετικούς τομείς της ζωής των εφήβων, τότε μπορούμε να βγάλουμε εύκολα συμπεράσματα για τις συνέπειές τους στην ψυχολογική, κοινωνική και επαγγελματική τους ανάπτυξη. Τόσο στις περιπτώσεις που η κατάχρηση είναι δευτερεύων σύμπτωμα, όσο και στις περιπτώσεις που είναι το πρωτεύων, οι έφηβοι με τέτοιου είδους συμπεριφορά ανήκουν σε ομάδες αυξημένου κινδύνου.

Η χρήση ουσιών, όπως επισημάναμε στο σχετικό άρθρο για τη συννοσηρότητα στις εξαρτήσεις,  μπορεί να σταθεί εμπόδιο όχι μόνο στην έγκαιρη διάγνωση μιας κύριας ψυχικής διαταραχής, αλλά ακόμη και στην αντιμετώπισή της123

Για τον λόγο αυτό η έγκαιρη διάγνωση της κατάχρησης ή/και εξάρτησης από ουσίες στην εφηβεία είναι ένα αποτελεσματικό πρώτο βήμα στην αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού. Υπάρχουν πολλά διαγνωστικά εργαλεία για την εξάρτηση τα οποία σταθμίζονται στον εφηβικό πληθυσμό και αξιοποιούνται παγκοσμίως. Παραδείγματα τέτοιων εργαλείων αποτελούν: το πρότυπο συνέντευξης Adolescent Drug Abuse Diagnosis (ADAD), το Teen Addiction Severity Index (TASI) αλλά και το Diagnostic Interview Schedule for Children (DISC), τα  οποία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για εφήβους και παιδιά στην πρώιμη εφηβική ηλικία (Gilvarry, 2000).

Εφόσον γίνει η διάγνωση, τα παιδιά μπορούν να ακολουθήσουν μια σειρά από διαφορετικές θεραπευτικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση της κατάχρησης ουσιών. Ανάλογα με την περίπτωση, αυτές μπορούν να λάβουν χώρα είτε σε κάποιο ιδρυματικό περιβάλλον, είτε σε μια διαπροσωπική, οικογενειακή ή ομαδική θεραπεία είτε σε κάποιο άλλο θεραπευτικό περιβάλλον. Αν και οι περισσότερες προσεγγίσεις έχουν αναπτυχθεί για την θεραπεία ενηλίκων, τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχουν γίνει σημαντικά βήματα για την προσαρμογή τους σε εφηβικούς πληθυσμούς. Η τελική επιλογή για το πρόγραμμα που θα ακολουθηθεί εξαρτάται από την ένταση του προβλήματος, την συνύπαρξη άλλης ψυχικής διαταραχής αλλά και τις ιδιαιτερότητες του περιβάλλοντος του εφήβου4 .

Η ομαδική θεραπευτική προσέγγιση των Ανώνυμων Αλκοολικών (Alcoholic Anonymous/ΑΑ), η οποία είναι ευρέως διαδεδομένη στο εξωτερικό, εστιάζει στην συναισθηματική υποστήριξη των αλκοολικών που προσπαθούν να ξεπεράσουν τον εθισμό τους. Η θεραπεία γίνεται μέσω ενός συστήματος 12 σημείων τα οποία έχουν ως σκοπό την αναγνώριση και την αποδοχή του προβλήματος του εθισμού και την σταδιακή αντιμετώπισή του μέσω ενός συστήματος επιβραβεύσεων και ομαδικής υποστήριξης από την υπόλοιπη ομάδα των θεραπευομένων. Αν και τα αποτελέσματα του προγράμματος των ΑΑ σε ενήλικες είναι συγκρίσιμα με αυτά άλλων ατομικών συμπεριφορικών θεραπειών, η εφαρμογή του σε εφήβους είναι ακόμη σε πειραματικό στάδιο και παραμένει αμφίβολη η αποτελεσματικότητά του σε αυτή την ηλικιακή ομάδα5.

Δύο από τις πιο διαδεδομένες ατομικές θεραπευτικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση του εθισμού είναι η Γνωστική-Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT) αλλά και η Θεραπεία Ενίσχυσης Κινήτρων (MET). Η CBT εστιάζει στην εκπαίδευση του ατόμου ώστε αυτό να καταστεί ικανό να παρατηρεί την συμπεριφορά του, να αναγνωρίζει τους γνωστικούς, κοινωνικούς και συναισθηματικούς πυροδοτικούς παράγοντες που οδηγούν στην κατάχρηση, να αναπτύξει μια σειρά από ικανότητες ώστε να ελέγχει τις ενορμήσεις του αλλά και να αναγνωρίζει εναλλακτικούς ενισχυτές της συμπεριφοράς του ώστε αυτή να γίνει πιο υγιής.

Μέσα στα πλαίσια της CBT, το άτομο έρχεται σε επαφή με μια σειρά από τεχνικές χαλάρωσης και μεθόδους ελέγχου των συναισθημάτων του. Η εφαρμογή προγραμμάτων CBT σε εφήβους έχει δείξει ότι είναι αποτελεσματικά, εφόσον η δουλειά που κάνει ο έφηβος είναι παρουσία του θεραπευτή, καθώς οι έφηβοι συνήθως αρνούνται να κάνουν ασκήσεις εκτός θεραπευτικού περιβάλλοντος, όπως είναι οι εργασίες στο σπίτι (Perepletchikova, Krystal & Kaufman, 2008). Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η CBT δεν εφαρμόζεται αποκλειστικά και μόνο σε ατομικό, αλλά και σε ομαδικό και οικογενειακό επίπεδο.

Η θεραπεία Ενίσχυσης Κινήτρων (ΜΕΤ) από την άλλη εφαρμόζει μια διαφορετική προσέγγιση, όπου το άτομο αρχικά λαμβάνει βοήθεια ώστε να αναγνωρίσει το πρόβλημα του εθισμού. Στη συνέχεια ο θεραπευτής εστιάζει στην ενίσχυση των κινήτρων που έχει το άτομο ώστε να απελευθερωθεί από τον εθισμό του.

Όπως και με τις άλλες θεραπείες, η ΜΕΤ έχει εφαρμοσθεί κυρίως σε ενήλικες, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την αποτελεσματικότητά της σε εφήβους. Παρόλα αυτά, όσες έρευνες έχουν γίνει με εφήβους που ακολούθησαν ΜΕΤ έχουν δείξει θετικά αποτελέσματα, ιδιαίτερα για την αντιμετώπιση του εθισμού στο αλκοόλ αλλά και την κοινωνική συμπεριφορά των εφήβων. Η αντιμετώπιση του εθισμού σε άλλες ουσίες μέσω της ΜΕΤ έχει αποδειχθεί λιγότερο αποτελεσματική (Perepletchikova, Krystal & Kaufman, 2008).

Τέλος, όσον αφορά τις ψυχοθεραπευτικές μεθόδους αντιμετώπισης της κατάχρησης ουσιών και του εθισμού στους εφήβους, μία αποτελεσματική μέθοδος φαίνεται πως είναι η οικογενειακή-συστημική θεραπεία ((Rowe, C. L. (2012). Family therapy for drug abuse: review and updates 2003-2010. Journal of Marital and Family Therapy, 38(1), 59–81. )) . Οι διάφοροι τύποι οικογενειακής-συστημικής θεραπείας σε εφήβους έχουν μελετηθεί σε έναν αρκετά μεγάλο βαθμό σε σχέση με τις άλλες μεθόδους ψυχοθεραπείας, κυρίως λόγω της ευρείας χρήσης της στο σύστημα ψυχικής υγείας των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου.

Σκοπός των θεραπειών αυτών είναι να παρέμβουν σε πολλαπλά κοινωνικά πεδία τα οποία σχετίζονται με την χρήση ουσιών που παρατηρείται στον έφηβο. Έτσι, κατά περίπτωση, οι φορείς ψυχικής υγείας μπορούν να επέμβουν σε επίπεδο οικογένειας, σχολείου ή φιλικών δικτύων. Σκοπός της πολυεπίπεδης παρέμβασης είναι να βοηθήσει τον έφηβο να επανέλθει σε φυσιολογικές αναπτυξιακές διαδικασίες, και να δραστηριοποιηθεί σε πιο υγιής δραστηριότητες σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο (π.χ. ανάπτυξη χόμπι, συμμετοχή σε αθλητικές δραστηριότητες). Σε επίπεδο γονέων, η οικογενειακή θεραπεία στοχεύει στην εκπαίδευση των γονέων ώστε να επέλθει η σταδιακή μείωση των όποιων ψυχιατρικών συμπτωμάτων και η επανακοινωνικοποίηση του εφήβου (Perepletchikova, Krystal & Kaufman, 2008. Williams & Chang, 2000).

Στους ενήλικες που παρουσιάζουν εθισμό σε ουσίες, πέραν των ψυχοθεραπευτικών μεθόδων που αναφέρθηκαν προηγουμένως, αξιοποιούνται και φαρμακευτικές θεραπείες, οι οποίες στοχεύουν στην συστηματική απεξάρτηση από τις εν λόγω ουσίες. Η έρευνα για την αξιοποίηση παρόμοιων φαρμακευτικών μεθόδων σε εφήβους είναι ακόμη σε πρώιμα στάδια, με αποτέλεσμα να είναι νωρίς να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητά τους (Perepletchikova, Krystal & Kaufman, 2008).

Παρά το γεγονός ότι η κατάχρηση ουσιών σχετίζεται με μια πληθώρα αρνητικών συνεπειών και παρενεργειών που προαναφέρθηκαν εκτενώς, είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι η εξαρτημένη συμπεριφορά των εφήβων που κάνουν κατάχρηση ουσιών δεν έχει πάντοτε αποκλειστικά και μόνο αρνητικό αντίκτυπο στη συμπεριφορά τους. Για παράδειγμα, έχει βρεθεί ότι η εξαρτημένη διαταραχή της προσωπικότητας η οποία μπορεί να είναι παρούσα σε εφήβους με κατάχρηση αλκοόλ μπορεί να δώσει το έναυσμα για θετικές  συμπεριφορές, όπως είναι η δημιουργία εσωτερικών κινήτρων για ακαδημαϊκή επιτυχία, σε μια προσπάθεια του εφήβου να ευχαριστηθούν οι σημαντικοί άλλοι στη ζωή του (Bornstein, 1994).

Βλέπουμε δηλαδή ότι ενώ κάποια χαρακτηριστικά της εξαρτημένης προσωπικότητας μπορεί να είναι αρνητικά σε έναν τομέα (π.χ. ανάπτυξη ψυχοπαθολογίας), ταυτόχρονα μπορεί να αποδειχθούν θετικά σε έναν άλλο τομέα (π.χ. ακαδημαϊκή επίδοση). Αυτή η παρατήρηση υπογραμμίζει το γεγονός ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αποκλειστικά και μόνο ως θετική ή αρνητική, αλλά πάντοτε θα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη ότι αναφερόμαστε σε ένα φάσμα συμπεριφοράς η οποία ανάλογα με το περιβάλλον και τους στόχους του ατόμου μπορεί να πάρει θετική ή αρνητική χροιά. Σε αυτό το γεγονός βασίζονται άλλωστε και οι πλείστες θεραπευτικές προσεγγίσεις των εξαρτήσεων στην εφηβεία, οι οποίες ουσιαστικά προσπαθούν να τονώσουν την υγιή και θετική φύση μιας συμπεριφοράς του εφήβου και να ελέγξουν ή να μειώσουν την αρνητική της φύση (Bornstein, 1994. Perepletchikova, Krystal & Kaufman, 2008).

Συνεργασία

Το άρθρο γράφτηκε σε συνεργασία με την Χριστίνα-Ελένη Μπάμπαλου

31Ψυχολόγος, MSc Αναπτυξιακή και  Σχολική Ψυχολογία (Α.Π.Θ.) – Υπότροφος του Ιδρύματος Ωνάση – Ψυχολόγος στο Δήμο Θεσσαλονίκης, Ψυχοκοινωνική Υποστήριξη Ευπαθών Ομάδων – Συντονίστρια Σχολών Γονέων – Εισηγήτρια Ψυχοεκπαιδευτικών και Βιωματικών Σεμιναρίων +30 6973480170

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Bornstein, R. F. (1994). Adaptive and maladaptive aspects of dependency: an integrative review. The American Journal of Orthopsychiatry, 64(4), 622–635. []
  2. Countryman, J. (2005). Substance Use in Adolescents. Clinical Child Psychiatry, 263-274. []
  3. Gilvarry, E. (2000). Substance abuse in young people. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 41(1), 55-80. []
  4. Williams, R. J., & Chang, S. Y. (2000). A Comprehensive and Comparative Review of Adolescent Substance Abuse Treatment Outcome. Clinical Psychology: Science and Practice, 7(2), 138–166. []
  5. Perepletchikova, F., Krystal, J. H., & Kaufman, J. (2008). Practitioner review: adolescent alcohol use disorders: assessment and treatment issues. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 49(11), 1131–1154.  []
09 Σεπ 2013

Εξαρτήσεις στην εφηβική ηλικία: Διάγνωση – Παράγοντες Κινδύνου – Συννοσηρότητα

Η κατάχρηση ουσιών από εφήβους είναι ένα βασικό θέμα το οποίο απασχολεί όλους όσους ασχολούνται με την εφηβική συμπεριφορά, από τους ειδικούς ψυχικής υγείας που ενδιαφέρονται για τα αίτια, τις επιπτώσεις και την αντιμετώπισή της έως και τους γονείς οι οποίοι φοβούνται για την σωματική και ψυχική υγεία των παιδιών τους. Μολονότι η χρήση ουσιών από εφήβους μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος της φυσιολογικής ανάπτυξής τους, η συμπεριφορά αυτή αποτελεί έναν πρώιμο προβλεπτικό παράγοντα κατάχρησης ουσιών στην ενήλικη ζωή, καθώς έως και το 90% των ενηλίκων που κάνουν κατάχρηση ουσιών ξεκίνησαν τη χρήση τους ήδη από την εφηβεία1 .

Οι έφηβοι, μην έχοντας φτάσει σε ένα ώριμο επίπεδο ελέγχου των σκέψεων, των συναισθημάτων και των παρορμήσεών τους, πειραματίζονται με την χρήση ουσιών, κάτι που τους καθιστά έναν ευάλωτο πληθυσμό για την ανάπτυξη συμπεριφορών εξάρτησης.

Εάν και διαφορετικές μελέτες δίνουν διαφορετικούς ορισμούς στην κατάχρηση ουσιών2, ένας γενικά αποδεκτός ορισμός από την επιστημονική κοινότητα είναι αυτός που δίνει ο Αμερικάνικος Ψυχιατρικός Σύνδεσμος στο DSM-IV-TR3 , ο οποίος ορίζει δύο διαφορετικές εκδοχές προβλημάτων σχετιζόμενων με τη χρήση ουσιών: κατάχρηση ουσιών και εξάρτηση από ουσίες. Για την διάγνωση της εξάρτησης από ουσίες το DSM-IV-TR απαιτεί την παρουσία συμπτωμάτων εξάρτησης για μια περίοδο 12 μηνών.

Ως συμπτώματα της εξάρτησης ορίζει την παρουσία τουλάχιστον τριών εκ των ακόλουθων συμπτωμάτων: 1) την ανοχή στην χρήση μια ουσίας η οποία υποδηλώνεται με την ανάγκη του ατόμου για χρήση όλο και μεγαλύτερων ποσοτήτων ουσιών ώστε να επέλθει “τοξίκωση”, 2) εμφάνιση στερητικού συνδρόμου όταν διακοπεί ή μειωθεί η χρήση, 3) το άτομο καταναλώνει μεγαλύτερες ποσότητες της ουσίας ή για μεγαλύτερο διάστημα από το οποίο ήθελε αρχικά, 4) το άτομο έχει έντονη επιθυμία να σταματήσει την χρήση της ουσίας ή κάνει αποτυχημένες προσπάθειες προς αυτό το στόχο, 5) το άτομο επενδύει μεγάλο μέρος του χρόνου του για να αποκτήσει την επιθυμητή ουσία, 6) το άτομο αποσύρεται από κοινωνικές, εργασιακές ή προσωπικές δραστηριότητες ως αποτέλεσμα της χρήσης ουσιών, 7) το άτομο συνεχίζει να καταναλώνει τις ουσίες, παρόλο που το ίδιο γνωρίζει ότι του προκαλούν σωματικά ή ψυχολογικά προβλήματα.

Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες ο αριθμός των εφήβων που κάνουν χρήση ναρκωτικών ή αλκοόλ παρουσιάζει μια μείωση, αλλά τα ποσοστά χρήσης παραμένουν υψηλά (Countryman, 2005. Gilvarry, 2000). Έρευνες στις ΗΠΑ υποδεικνύουν ότι το 51% των εφήβων ηλικίας έως 18 ετών έχουν κάνει χρήση κάποιου ναρκωντικού ή αλκοόλ, τουλάχιστον μία φορά στη ζωή τους, το 46% έχει κάνει χρήση μαριχουάνας, ενώ ένα ποσοστό που κυμαίνεται στο 10% έχουν χρησιμοποιήσει και πιο σκληρά ναρκωτικά όπως είναι το LSD, οι αμφεταμίνες, η κοκαΐνη κ.α. (Countryman, 2005).

Παρόμοιες έρευνες στην Μεγάλη Βρετανία έφτασαν σε παρόμοια αποτελέσματα, όπου το 42,6% των ερωτηθέντων ηλικίας έως 18 ετών είχε κάνει χρήση κάποιας ναρκωτικής ουσίας ή αλκοόλ, με την κάνναβη να έχει την πρώτη θέση στις προτιμήσεις των εφήβων, ιδιαίτερα μεταξύ των καπνιστών (Gilvarry, 2000). Στην Ελλάδα, η κάνναβη παραμένει η πιο διαδεδομένη παράνομη ουσία με 2 στους 10 εφήβους να αναφέρουν εμπειρία χρήσης της4 .

Ένα μεγάλο εύρος γενετικών, περιβαλλοντικών και ψυχολογικών παραγόντων αυξάνουν την πιθανότητα χρήσης και κατάχρησης ουσιών από τους εφήβους. Εδώ και αρκετές δεκαετίες η επιστημονική κοινότητα έχει εντοπίσει κάποιους γενετικούς παράγοντες που είναι πολύ πιθανό να επηρεάζουν την συμπεριφορά κάποιων ατόμων απέναντι στη χρήση ουσιών ή τα επίπεδα ανοχής τους κατά τη χρήση τους, αλλά ακόμη δεν έχουν υπάρξει ξεκάθαρα αποτελέσματα ως προς την βαρύτητα τους. Οι έρευνες στον τομέα αυτό έχουν γίνει κυρίως πάνω στο θέμα της εξάρτησης από το αλκοόλ, κυρίως λόγω των υψηλότερων ποσοστών κατάχρησης της συγκεκριμένης ουσίας.

Συγκεκριμένα, υπάρχουν ενδείξεις ότι συγκεκριμένα γονίδια εμπλέκονται στην φυσιοπαθολογία στον αλκοολισμό, επηρεάζοντας την ανοχή των ατόμων στη χρήση αλκοόλ. Ταυτόχρονα, επιδημιολογικές έρευνες υπογραμμίζουν ότι η ύπαρξη ενός αλκοολικού βιολογικού γονέα ορισμένες φορές φαίνεται να αυξάνει την πιθανότητα ανάπτυξης αλκοολικής συμπεριφοράς από τα παιδιά (Countryman 2005. Gilvarry, 2000), ενώ άλλες φορές όχι5 , αποτελέσματα τα οποία αφήνουν ανοιχτό το ερώτημα της γενετικής επίδρασης στον αλκοολισμό.

Το περιβάλλον των εφήβων από την άλλη φαίνεται πως είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που συμβάλλουν στην ανάπτυξη συμπεριφοράς εξάρτησης από ουσίες. Οι γονείς και τα μεγαλύτερα αδέλφια αποτελούν πρότυπα συμπεριφοράς για τα μικρά παιδιά, με αποτέλεσμα οι όποιες συνήθειες των ατόμων αυτών, και ιδιαίτερα των μεγαλύτερων αδερφών, να αναπτύσσονται και στα παιδιά κατά την εφηβική ηλικία μέσω της μίμησης προτύπων (Countryman, 2005. Spooner, 2009). Ένα βίαιο οικογενειακό περιβάλλον και η κακοποίηση του παιδιού από μέλη της οικογένειάς του αυξάνει τις πιθανότητες εξάρτησης από ουσίες6 , ενώ αντίθετα, οι στενοί οικογενειακοί δεσμοί και ένα υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον μειώνουν αυτή την πιθανότητα (Countryman, 2005). Πέρα από το οικογενειακό περιβάλλον, οι συμπεριφορές της παρέας των εφήβων και η ανεκτικότητά τους απέναντι στη χρήση ουσιών είναι ένας εξίσου σημαντικός παράγοντας που αυξάνει την πιθανότητα κατάχρησης, δεδομένου ότι οι έφηβοι σε πολλές περιπτώσεις τείνουν να περνούν περισσότερο χρόνο με τους φίλους τους παρά με την οικογένειά τους (Countryman, 2005).

Τα αγόρια και τα κορίτσια παρουσιάζουν διαφορετικές συμπεριφορές απέναντι στις εξαρτήσεις, με τα αγόρια να ξεκινούν την κατανάλωση αλκοόλ νωρίτερα από τα κορίτσια και να μεθούν συχνότερα σε σχέση με τα κορίτσια της ηλικίας τους. Το ίδιο μοτίβο συμπεριφοράς ισχύει και για την χρήση ναρκωτικών ουσιών, στις οποίες τα αγόρια είναι πολύ πιο πιθανό να καταφύγουν όταν αντιμετωπίζουν κάποιο προσωπικό πρόβλημα (Spooner, 2009).

Το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο της οικογένειας του εφήβου ερευνάται επίσης ως προβλεπτικός παράγοντας της κατάχρησης ουσιών, αλλά οι μέχρι τώρα έρευνες δεν δείχνουν να καταλήγουν σε ένα γενικά αποδεκτό συμπέρασμα ως προς αυτόν τον παράγοντα. Τα παιδιά τα οποία μεγαλώνουν σε πιο φτωχές γειτονιές τείνουν να έχουν αυξημένες πιθανότητες χρήσης αλκοόλ κυρίως λόγω της ανεκτικότητας του περιβάλλοντος προς αυτή τη συμπεριφορά, ενώ τα παιδιά από μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα μπορούν να καταλήξουν στην ίδια συμπεριφορά όχι λόγων της ανεκτικότητας του περιβάλλοντός τους, αλλά γιατί έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν αλκοόλ. Επομένως η κοινωνικοοικονομική κατάσταση του εφήβου φαίνεται πως είναι ένας δευτερεύων και έμμεσος παράγοντας κινδύνου (Spooner, 2009).

Τέλος, η προσωπικότητα του εφήβου μπορεί να μας πει πολλά για τις πιθανότητες που έχει ο έφηβος να αναπτύξει συμπεριφορές εξάρτησης από ουσίες. Οι έφηβοι οι οποίοι χαρακτηρίζονται από επιθετικότητα, καταθλιπτική συμπεριφορά, παρορμητικότητα, κοινωνική απομόνωση και ανεκτική συμπεριφορά απέναντι στη χρήση ουσιών, έχουν αυξημένες πιθανότητες να διαγνωστούν στο μέλλον ως άτομα με εξάρτηση από ουσίες (Countryman, 2005. Spooner, 2009).

Η κατάχρηση ουσιών συχνά εμφανίζεται ταυτόχρονα με άλλες ψυχικές διαταραχές. Έχει υπολογιστεί ότι περίπου το ένα τρίτο όσων αντιμετωπίζουν κάποια ψυχική διαταραχή έχει κάνει κατάχρηση ναρκωτικών ουσιών ή/και αλκοόλ (Gilvarry, 2000). Όπως θα αναλύσουμε και στη συνέχεια, οι ψυχικές διαταραχές που σχετίζονται σε σημαντικό βαθμό με την κατάχρηση ουσιών είναι η κατάθλιψη, η διπολική διαταραχή, οι διαταραχές άγχους, η σχιζοφρένεια, η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και/ή υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ), η διαταραχή διαγωγής, οι διατροφικές διαταραχές και η αυτοκτονική συμπεριφορά789 .

Οι γυναίκες με εθισμό σε ουσίες τείνουν να έχουν υψηλότερα ποσοστά μείζουσας κατάθλιψης σε σχέση με τους άνδρες, με το 60% των διαγνωσθέντων γυναικών να παρουσιάζουν την κατάθλιψη ως δευτερεύων σύμπτωμα και το 16% ως πρωτεύων (Countryman, 2005. Hemphälä & Tengström, 2010). Από την άλλη όμως, όσα έφηβα αγόρια διαγιγνώσκονται με μείζουσα καταθλιπτική διαταραχή έχουν σημαντικά αυξημένες πιθανότητες να εμφανίζουν εξάρτηση σε ουσίες σε σχέση με τους συνομηλίκους τους που δεν έχουν αυτή τη διάγνωση. Πέρα από την κατάθλιψη όμως, και η δυσθυμική συμπεριφορά παρουσιάζεται σε πολλούς εφήβους πριν την έναρξη κατάχρησης ουσιών (Gilvarry, 2000).

Αντίθετα με τα όσα ισχύουν για την κατάθλιψη, οι διαταραχές άγχους σε συνδυασμό με την κατάχρηση ουσιών παρουσιάζονται πιο συχνά σε άνδρες παρά σε γυναίκες, κάτι που ισχύει και στην εφηβική ηλικία. Στις περιπτώσεις αυτές η έναρξη κάποιας διαταραχής άγχους προηγείται της έναρξης κατάχρησης ουσιών (Countryman, 2005. Hemphälä & Tengström, 2010).

Η διπολική διαταραχή είναι δύσκολο να διαγνωσθεί σε εφήβους και ακόμη πιο δύσκολο στις περιπτώσεις που συνοδεύεται από κατάχρηση ουσιών. Όμως, εάν προϋπάρχει η διάγνωση της διπολικής διαταραχής σε κάποιον έφηβο και ακολουθηθεί θεραπευτική αγωγή, τότε οι πιθανότητες να γίνει κατάχρηση ουσιών ή να αναπτυχθεί εξάρτηση από ουσίες μειώνονται σημαντικά (Countryman, 2005).

Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η ΔΕΠ-Υ, μια γνωστική διαταραχή, επίσης εμφανίζεται στις περιπτώσεις κατάχρησης ουσιών. Υπάρχει μια ανοιχτή συζήτηση στην επιστημονική κοινότητα σε σχέση με το εάν η παρουσία της ΔΕΠ-Υ σχετίζεται άμεσα με τον αυξημένο κίνδυνο κατάχρησης ουσιών ή εάν η παρουσία της διαταραχής διαγωγής είναι ο πραγματικός παράγοντας κινδύνου, καθώς οι έφηβοι με ΔΕΠ-Υ και διαταραχή διαγωγής παρουσιάζουν αυξημένες πιθανότητες κατάχρησης και εθισμού σε ουσίες σε σχέση με εφήβους που παρουσιάζουν αποκλειστικά και μόνο τη συμπτωματολογία της ΔΕΠ-Υ (Countryman, 2005. Gilvarry, 2000.).

Όσον αφορά τη συνοσηρότητα κατάχρησης ουσιών και διατροφικών διαταραχών, αυτή εμφανίζεται κυρίως στα κορίτσια, τα οποία έτσι και αλλιώς έχουν αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης διατροφικών διαταραχών σε σχέση με τα αγόρια. Τα κορίτσια με διατροφικές διαταραχές και ιδιαίτερα αυτά που παρουσιάζουν βουλιμία έχουν αυξημένες πιθανότητες να κάνουν κατάχρηση αμφεταμινών με σκοπό τη μείωση του βάρους τους. Η ταυτόχρονη παρατήρηση κατάχρησης ή εθισμού σε ουσίες και διατροφικών διαταραχών είναι σπάνια στα αγόρια (Countryman, 2005).

Μια άλλη περίπτωση συνοσηρότητας, η οποία εμφανίζεται συχνά, αφορά στην ταυτόχρονη ύπαρξη συμπτωμάτων σχιζοφρένειας και εθισμού σε ουσίες. Καθώς η σχιζοφρένεια στις περισσότερες περιπτώσεις εμφανίζεται στα πρώιμα στάδια της εφηβείας, ορισμένοι από τους εφήβους προσπαθούν να ελέγξουν τα ψυχωσικά συμπτώματα με τη χρήση ουσιών. Η κατάχρηση ουσιών είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στις περιπτώσεις σχιζοφρενών ασθενών, καθώς μπορεί να μειώσει ή να εκμηδενίσει την αποτελεσματικότητα της ψυχοφαρμακευτικής αγωγής (Countryman, 2005).

Τέλος, η αυτοκτονική συμπεριφορά είναι πολύ συχνά παρούσα στις περιπτώσεις εθισμού σε ουσίες. Υπολογίζεται ότι σε ένα ποσοστό της τάξης του 70% όσων έχουν κάνει επιτυχημένες απόπειρες αυτοκτονίας ήταν χρήστες ναρκωτικών ουσιών ή αλκοόλ (Countryman, 2005. Esposito-Smythers & Spirito, 2004). Επιπλέον, το ένα τρίτο των εφήβων που έχουν εισαχθεί σε νοσοκομείο μετά από απόπειρα αυτοκτονίας αναφέρουν κατάχρηση ουσιών τουλάχιστον μια φορά κατά τους τελευταίους τρεις μήνες, ενώ το ένα πέμπτο παρουσιάζει συμπτώματα εθισμού σε ουσίες και κυρίως αλκοόλ (Esposito-Smythers & Spirito, 2004). Έρευνες σε άτομα με χρόνιο πρόβλημα εθισμού σε ουσίες έχουν δείξει ότι περίπου το 20% των εθισμένων έχουν κάνει τουλάχιστον μία απόπειρα αυτοκτονίας κατά την τελευταία διετία. Σε γενικές γραμμές υπολογίζεται ότι η πιθανότητα να κάνει κάποιος απόπειρα αυτοκτονίας τριπλασιάζεται εάν κάνει και κατάχρηση ουσιών ή παρουσιάζει εθισμό σε ουσίες (Esposito-Smythers & Spirito, 2004).

Συνεργασία

Το άρθρο γράφτηκε σε συνεργασία με την Χριστίνα-Ελένη Μπάμπαλου 31Ψυχολόγος, MSc Αναπτυξιακή και  Σχολική Ψυχολογία (Α.Π.Θ.) – Υπότροφος του Ιδρύματος Ωνάση – Ψυχολόγος στο Δήμο Θεσσαλονίκης, Ψυχοκοινωνική Υποστήριξη Ευπαθών Ομάδων – Συντονίστρια Σχολών Γονέων – Εισηγήτρια Ψυχοεκπαιδευτικών και Βιωματικών Σεμιναρίων +30 6973480170  

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Countryman, J. (2005). Substance Use in Adolescents. Clinical Child Psychiatry, 263-274. []
  2. Gilvarry, E. (2000) . Substance abuse in young people. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 41(1), 55-80. []
  3. American Psychiatric Association. (2000). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, Fourth Edition: DSM-IV-TR®. American Psychiatric Pub. []
  4. Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Πληροφόρησης για τα Ναρκωτικά, Ηλεκτρονική Ιστοσελίδα,http://www.ektepn.gr []
  5. Spooner, C. (1999). Causes and correlates of adolescent drug abuse and      implications for treatment. Drug and Alcohol Review, 18, 453-475. []
  6. Hyucksun Shin, S. (2012). A longitudinal examination of the relationships between childhood maltreatment and patterns of adolescent substance use among high-risk adolescents. The American Journal on Addictions, 21(5), 453–461. []
  7. Bornstein, R. F. (1994). Adaptive and maladaptive aspects of dependency: an integrative review. The American Journal of Orthopsychiatry, 64(4), 622–635. []
  8. Esposito-Smythers, C., & Spirito, A. (2004). Adolescent substance use and suicidal behavior: a review with implications for treatment research. Alcoholism, Clinical and Experimental Research, 28(5 Supp), 77S–88S. []
  9. Hemphälä, M., & Tengström, A. (2010). Associations between psychopathic traits and mental disorders among adolescents with substance use problems. The British Journal of Clinical Psychology, 49, 109–122. []
24 Σεπ 2012

Εφηβεία και τρόποι διαχείρισης των δυσκολιών αυτής της περιόδου

Αναδημοσίευση από GeneNutrition.gr

Οι ορμονικές αλλαγές που υφίστανται οι έφηβοι έχουν σημαντικές επιπτώσεις στα συναισθήματα και τη γενικότερη διάθεση τους, η οποία χαρακτηρίζεται από μεταπτώσεις. Για παράδειγμα, τη μια στιγμή μπορεί να είναι καλοδιάθετοι και την επόμενη να δείχνουν στεναχωρημένοι, αποκομμένοι από το περιβάλλον, βυθισμένοι σε σκέψεις και προβληματισμούς. Είναι η περίοδος στην οποία οι άνθρωποι λένε αντίο στην παιδικότητα τους, η οποία περιελάμβανε την προστασία των ενηλίκων και την επιείκεια θα λέγαμε για τις περισσότερες πράξεις τους.

Ας μη ξεχνάμε, πόσο δύσκολο είναι να αλλάζεις και να μετατρέπεσαι από ένα μικρό χαριτωμένο παιδάκι σε έναν έφηβο με ένα σώμα που συχνά φαίνεται άχαρο και παράξενο. Το παραπάνω, επηρεάζει την αυτοεικόνα τους και τους οδηγεί στο να έχουν χαμηλή αυτοπεποίθηση.

Την περίοδο αυτή δέχονται μεγάλη πίεση από τους φίλους και συμμαθητές τους. Έχουν την ανάγκη να νοιώθουν ότι ανήκουν σε μια ομάδα, σε μια παρέα. Διακατέχονται από τον φόβο της κοινωνικής απομόνωσης και της απόρριψης.

Νοιώθουν ότι οι ενήλικες δεν μπορούν να τους καταλάβουν και κάνουν τη δική τους μικρή επανάσταση απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας ή πίεσης. Για παράδειγμα, αρνούνται να συμμετέχουν σε κάποιες καθημερινές δραστηριότητες, που παλαιοτέρα αποτελούσαν μέρος της ζωής τους. Επίσης, είναι αντιδραστικοί απέναντι σε διάφορες μορφές υποδείξεων ή συζητήσεων από γονείς, εκπαιδευτικούς, και γενικότερα από ενήλικες που αποτελούν τα πρόσωπα αναφοράς τους.

Τέλος, έρχονται αντιμέτωποι με τη σεξουαλικότητα τους και πολλές φορές δυσκολεύονται να τη διαχειριστούν.

Οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν, με το να κάνουν οτιδήποτε για να νοιώσει το παιδί τους ότι θα είναι δίπλα του και θα το στηρίζουν σε κάθε κατάσταση που περνάει. Στην περίπτωση που ένας γονέας έχει ένα παιδί που νοιώθει απομονωμένο, θα ήταν καλό, να εμπλέκεται σε κάποιες δραστηριότητες μαζί του. Για παράδειγμα, αν κάθεται στην κουζίνα γράφοντας κάποιες ασκήσεις, θα μπορούσε να κάτσει δίπλα του και να γράψει κάποιους λογαριασμούς. Αν κάθεται και βλέπει τηλεόραση, να του ζητήσει να παρακολουθήσουν κάποιο πρόγραμμα μαζί.

Με αυτό τον τρόπο, ο έφηβος σταματάει να βλέπει τον ενήλικα ως ένα απειλητικό εξουσιαστικό άνθρωπο, που ο μόνος στόχος του είναι να του κάνει τη ζωή δύσκολη. Παράλληλα, η συμμετοχή σε κοινές δραστηριότητες, θα κάνει τον έφηβο να νοιώσει την ασφάλεια που χρειάζεται, ώστε να εκφράζει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Οι κοινές δραστηριότητες, μπορούν να είναι απλές, όπως να φάει όλη οι οικογένεια μαζί, να πάει μια εκδρομή, σε μια πολιτιστική εκδήλωση, στο γήπεδο, κ.λ.π.

Είναι σημαντικό, να υπάρχει καλή λεκτική και μη λεκτική επικοινωνία, ανάμεσα στους γονείς και τους εφήβους. Υπάρχουν κάποια πρώτα βήματα που πρέπει να κάνουν οι γονείς για να επιτευχθεί αυτή η σημαντική επικοινωνία με το παιδί τους, στην δύσκολη περίοδο αλλαγής που περνάει. Το πρώτο βήμα είναι να δεχτούν και να αγκαλιάσουν τις αλλαγές που συμβαίνουν στα παιδιά τους, αναγνωρίζοντας ότι το μωρό τους μεγάλωσε και αντιμετωπίζοντας τη νοσταλγία που φέρνει η σκέψη αυτή.

Είναι σημαντικό να επιβραβεύουν την κάθε προσπάθεια που κατέβαλλε το παιδί τους. Να εκφράζουν την αγάπη τους και να τον/την παροτρύνουν να εκφράζει τα αρνητικά του/της συναισθήματα.

Αναλυτικότερα, είναι καλό οι γονείς να είναι ανοιχτοί σε κάθε είδους συζήτηση. Επίσης, μπορούν να γνωρίζουν πράγματα και καταστάσεις από τη ζωή του παιδιού τους, χωρίς όμως το παιδί τους να νοιώθει ότι το ελέγχουν και παρεμβαίνουν συνεχώς. Για παράδειγμα, μπορούν να του κάνουν κάποιες ερωτήσεις για τους φίλους του και τα μέρη που πηγαίνει, διατηρώντας μια φιλική στάση και αποφεύγοντας το αυστηρό και εξουσιαστικό ύφος, το οποίο πιθανότατα να προκαλέσει την αντίδραση του παιδιού τους.

Είναι καλό να παροτρύνονται οι έφηβοι να συμμετέχουν σε διάφορες εξωσχολικές δραστηριότητες, όπως για παράδειγμα, σε κάποια θεατρική ή αθλητική ομάδα, σε εικαστικές δραστηριότητες, κ.λ.π., γεγονός που θα τους βοηθήσει στην κοινωνικοποίηση τους και θα ενισχύσει την αυτοπεποίθησή τους. Τέλος, οι γονείς θα πρέπει να συμμετέχουν ενεργά στη ζωή των έφηβων παιδιών τους, γνωρίζοντας τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα τους και βοηθώντας τους με κάθε τρόπο σε αυτή τη δύσκολη μεταβατική περίοδο της ζωής τους.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

13 Οκτ 2011

ΜκΕ #27: Περί κοινωνικών ομάδων, ατίθασης εφηβείας και… συσκευών ηρεμίας και γαλήνης

  • Υπάρχουν πολλές έρευνες στον τομέα της κοινωνικής ψυχολογίας οι οποίες μελετούν τον τρόπο δημιουργίας ομάδων και του ανταγωνισμού ή της βίας που χρησιμοποιεί η μία ομάδα απέναντι στην άλλη. Μια πρόσφατη έρευνα στις ΗΠΑ προσπάθησε να εστιάσει στον τρόπο δημιουργίας και εξάπλωσης των συλλογικών κινήτρων μεταξύ των μελών μιας ομάδας. Συγκεκριμένα, οι επιστήμονες μελέτησαν τι γίνεται όταν νιώσουμε ότι η ομάδα μας απειλείται: ταυτιζόμαστε ακόμη περισσότερο και εναντιωνόμαστε στην «εχθρική ομάδα». Το ενδιαφέρον της έρευνας είναι ότι βασίστηκε στην πρόσφατη διαμάχη που έχει ξεσπάσει στις ΗΠΑ σχετικά με το αν πρέπει ή όχι να δημιουργηθεί τζαμί στο «Ground Zero». [The Situationist]
  • Το Psychology Today φιλοξενεί ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο στο οποίο περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ο εγκέφαλος των εφήβων όσον αφορά την τιμωρία και την ανταμοιβή. Ο αρθρογράφος φτάνει στο συμπέρασμα πως η τιμωρία των εφήβων είναι πολύ λιγότερο αποτελεσματική σε σχέση με την θετική ενίσχυσή τους. Επιπλέον, λόγω της λειτουργίας του εγκεφάλου που ακόμη αναπτύσσεται, φαίνεται πως οι έφηβοι τείνουν να ακολουθούν περισσότερο μια συμβουλή εάν αυτή επικεντρώνεται σε όλα τα θετικά που θα τους φέρει μια καλή συμπεριφορά, παρά εάν ακούσουν όλες τις αρνητικές συνέπειες που θα τους φέρει μια κακή. [Psychology Today]
  • Εντελώς τυχαία διάβασα ένα άρθρο του laughingsquid στο οποίο παρουσιάζουν μια πολύ περίεργη κατασκευή του 1925 η οποία είχε ως σκοπό να βοηθήσει τον χρήστη στην συγκέντρωσή του. Η συσκευή μοιάζει με σκάφανδρο και υπόσχεται απόλυτη ηχητική μόνωση και οπτική εστίαση μόνο στο αντικείμενο που μας ενδιαφέρει. Βεβαίως ο χρήστης δεν έχει και πολλές επιλογές δεδομένου πως η μόνη επαφή με τον έξω κόσμο είναι μια μικρή σχισμή στο επίπεδο των ματιών. Αυτό πρέπει να το δείτε για το πιστέψετε [Lauhing Squid]
  • Ψυχο… ιστορικά

    Σαν σήμερα, στις 13 Οκτωβρίου 1970 ο Δημοκρατικός γερουσιαστής John McClelland από το Αρκάνσας των ΗΠΑ προσπάθησε να πείσει την Γερουσία να απορρίψει την έκθεση των εμπειρογνωμόνων που όρισε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Richard Nixon, με θέμα την σχέση της πορνογραφίας με την αύξηση της βίας. Οι εμπειρογνώμονες της Προεδρικής Επιτροπής για την Αισχρολογία και την Πορνογραφία, βασιζόμενοι στις πιο πρόσφατες κοινωνιολογικές και ψυχολογικές μελέτες αποφάσισαν πως δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για να υποστηριχθεί η συσχέτιση μεταξύ παρακολούθησης πορνογραφίας και αύξησης της εγκληματικής συμπεριφοράς ή της αποκλίνουσας σεξουαλικότητας. Εάν το πόρισμα ήταν διαφορετικό δεν αποκλείεται να είχαν προωθηθεί πιο αυστηροί νόμοι για την δημιουργία και διάδοση πορνογραφικού υλικού στις ΗΠΑ.

    Φωτογραφίες

    ]]>