04 Ιαν 2013

Σειρά Ντοκιμαντέρ: The Secret Life of the Brain

The Secret Life of the Brain«. Πρόκειται ουσιαστικά για 5 μονόωρα επεισόδια ενός μεγάλου ντοκιμαντέρ το οποίο καλύπτει την ανάπτυξη του ανθρώπινου εγκεφάλου από τη στιγμή της σύλληψης και της γέννας έως και τα βαθιά γεράματα. Κάθε επεισόδιο εστιάζει σε μια διαφορετική περίοδο της ζωής μας (βρέφος, παιδική ηλικία, εφηβεία, ενηλικίωση, γηρατειά) και εξηγεί τις διάφορες διεργασίες που λαμβάνουν χώρα σε αυτό το μοναδικό εργαλείο επιβίωσης του ανθρώπου. Η ανάπτυξη των πρώτων εγκεφαλικών κυττάρων, η πρώιμη γνωστική ανάπτυξη, η απόκτηση γλωσσικών ικανοτήτων, η επίδραση των ορμονών στην εφηβική συμπεριφορά, η λήψη αποφάσεων κατά την ενήλικη ζωή και ο σταδιακός θάνατος των εγκεφαλικών κυττάρων κατά τα γηρατειά είναι μόνο μερικά από τα θέματα τα οποία παρουσιάζονται σε αυτό το ντοκιμαντέρ. Εάν και η παραγωγή είναι άνω των 10 ετών, το σύνολο των πληροφοριών που παρουσιάζονται σε αυτή παραμένουν έγκυρες έως και σήμερα.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

02 Δεκ 2010

Πόσο δημιουργικοί μπορούν να είναι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές;

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τα υπόλοιπα ζώα είναι σαφέστατα η ικανότητα λογικής και δημιουργικής σκέψης. Ενώ υπάρχουν πολλά ζώα που επιδεικνύουν κάποιες ικανότητες ευρηματικότητας (π.χ. κοράκια που «δημιουργούν» εργαλεία για να πιάσουν την τροφή τους, λύκοι που συντονίζονται τέλεια για να παγιδεύσουν την λεία τους κτλ) το εύρος των ικανοτήτων τους  είναι περιορισμένο συγκριτικά με αυτών του ανθρώπου. Κάτι ανάλογο ισχύει και για τους υπολογιστές. Τα μηχανήματα αυτά μπορούν, μετά από κατάλληλο προγραμματισμό, να κάνουν εκατομύρια μαθηματικές πράξεις σε λίγα δευτερόλεπτα και να μας εμφανίσουν κάποια λογικά και εξαιρετικά ακριβή αποτελέσματα. Ωστόσο, αυτό που δεν μπορούν να κάνουν οι υπολογιστές είναι να «σκεφτούν» δημιουργικά κατά την προσπάθεια λήψης μιας απόφασης.

Έχουν γίνει πολλές προσπάθειες ορισμού της δημιουργικότητας και παρόλο που δεν υπάρχει ένας σαφής ορισμός, μπορούμε να πούμε με σχετική ασφάλεια πως μια πράξη ή ιδέα είναι δημιουργική όταν α) είναι νέα, πρωτοποριακή, ξεφεύγει από την ρουτίνα και την κοινοτυπία και β) είναι προσαρμοστική, λειτουργική και αποτελεσματική σε σχέση με το πρόβλημα που προσπαθεί να λύσει/ξεπεράσει1. Πέραν από τον ορισμό όμως η διαδικασία μέσα από την οποία γεννιούνται δημιουργικές ιδέες έχει το δικό της ενδιαφέρον. Ήδη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα (1920) άρχισαν να αναπτύσονται θεωρητικά μοντέλα δημιουργικότητας. Ένα από αυτά τα μοντέλα -αυτό του Wallas2 – κατέφερε να επιζήσει έως και σήμερα και να γίνει η βάση για αλγόριθμους που χρησιμοποιούνται για να δημιουργήσουν «ευφυή συμπεριφορά» σε προγράμματα Η/Υ.

Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, υπάρχουν 4 στάδια κατά τη διάρκεια επίλυσης ενός προβλήματος: προετοιμασία, εκκόλαψη, διαφώτιση και επιβεβαίωση. Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας ο λύτης ακολουθεί πολλές και διαφορετικές μεθόδους επίλυσης του προβλήματος βασιζόμενος κυρίως στην λογική. Είναι πιθανό σε αυτό το στάδιο να βρεθεί η επιζητούμενη λύση του προβλήματος, οπότε η διαδικασία σταματάει εδώ. Εάν όμως το πρόβλημα είναι πιο πολύπλοκο και μετά από πολλαπλές και επίπονες προσπάθειες επίλυσης δεν βρεθεί λύση τότε ο λύτης περνάει στο στάδιο της εκκόλαψης, κατά το οποίο απλά σταματάει να προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα σε συνειδητό επίπεδο. Στο πίσω μέρος του μυαλού του όμως τα διάφορα στοιχεία που έχει συλλέξει για το πρόβλημα συνεχίζουν να γίνονται αντικείμενο επεξεργασίας σε ένα λίγο-πολύ ασυνείδητο επίπεδο. Αυτή η φάση, ανάλογα με τον λύτη και το πρόβλημα, μπορεί να διαρκέσει λίγα λεπτά έως αρκετά χρόνια. Οι τελευταίες έρευνες στον τομέα αυτό34 αποδεικνύουν πως οι πιθανότητες επίλυσης του προβλήματος αυξάνονται σημαντικά σε αυτή τη φάση. Το τρίτο στάδιο, είναι αυτό κατά το οποίο το πρόβλημα και η διαδικασία επίλυσής του προχωράνε από το ασυνείδητο στο συνειδητό επίπεδο, καθώς έχει βρεθεί κάποια πιθανή λύση. Τέλος, στο τέταρτο στάδιο ο λύτης έχοντας κατά νου την πιθανή λύση αρχίζει να τον έλεγχο της αξιοπιστίας της λύσης χρησιμοποιώντας φυσικά τα πολύτιμα εργαλεία της λογικής που χρησιμοποίησε και στο πρώτο στάδιο. Εάν η λύση δεν είναι ικανοποιητική, τότε η διαδικασία επιστρέφει ξανά στο στάδιο της εκκόλαψης ή της διαφώτισης, και από εκεί ακολουθεί την ίδια διαδρομή έως να ξαναφτάσει εκ νέου στο στάδιο της επιβεβαίωσης.

Τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί οι προσπάθειες δημιουργίας ενός «δημιουργικού» Η/Υ, ο οποίος θα μπορεί να βρει λύσεις σε διάφορα προβλήματα στα οποία η χρήση κοινών «λογικών» αλγορίθμων δεν επαρκεί. Σε μία από τις πιο πρόσφατες έρευνες στον τομέα αυτό, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, βασισμένοι μεταξύ άλλων στο κλασσικό μοντέλο δημιουργικότητας του Wallas, κατάφεραν να χτίσουν ένα μαθηματικό μοντέλο που καταφέρνει αρκετά καλά να μιμηθεί την ανθρώπινη δημιουργικότητα5.  Βασικά οι ερευνητές δημιούργησαν ένα πρόγραμμα υπό το όνομα CLARION το οποίο δέχεται ως δεδομένα εισόδου τα διαθέσιμα στοιχεία για το πρόβλημα και προβάλει την πιο πιθανή λύση βασιζόμενο στην συνεχή αναζήτηση και σύνθεση διάφορων θεωριών, μέσα από μια διαδικασία ανασύνθεσης ακόμη και αυτών των τμημάτων μιας θεωρίας που φαίνεται ότι βγάζουν λανθασμένα αποτελέσματα.

Η ειδοποιός διαφορά σε σχέση με προηγούμενα μοντέλα τεχνητής δημιουργικότητας είναι αυτό ακριβώς το στοιχείο της συνεχούς ανασύνθεσης διαφόρων θεωριών, κάτι που θεωρητικά συμβαίνει και στον ανθρώπινο εγκέφαλο κατά τη διάρκεια της εκκόλαψης που περιγράψαμε πιο πάνω. Τα αποτελέσματα του προγράμματος συγκρίθηκαν με αυτά των υποκειμένων (ανθρώπων) που έλυσαν τα ίδια προβλήματα στα οποία η μοναδική λύση χρειαζόταν κάποια δόση δημιουργικής και όχι απαραίτητα λογικής σκέψης. Αυτό που βρέθηκε είναι ότι το CLARION κατάφερε να απαντήσει σωστά έως και στο 45,3% των προβλημάτων, ένα ποσοστό που είναι αρκετά εντυπωσιακό εάν αναλογιστούμε την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης σκέψης.

Αυτή η έρευνα, όπως και άλλες στο πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης γεννά φυσικά το ερώτημα εάν κάποτε οι Η/Υ θα μπορέσουν να αντικαταστήσουν τους ανθρώπους σε πόστα που χρειάζονται γρήγορες και όσον το δυνατόν πιο σωστές απαντήσεις, όπως επίσης και σε ποιους τομείς μπορεί να χρησιμοποιηθεί μια τέτοια τεχνολογία. Οι νουβέλες επιστημονικής φαντασίας αρχίζουν και περιγράφουν όλο και περισσότερο μια πραγματικότητα που σιγά-σιγά αλλά σταθερά γίνεται η καθημερινότητά μας.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Tudor Rickards, Mark A. Runco, Susan Moger (2008). «The Routledge Companion to Creativity«. Routledge []
  2. Wallas, G. (1926). The art of thought. New York, NY: Harcourt, Brace. []
  3. Dodds, R. A., Smith, S. M., & Ward, T. B. (2002). «The use of environmental clues during incubation». Creativity Research Journal, 14, 287–304. []
  4. Dodds, R. A., Ward, T. B., & Smith, S. M. (in press). «A review of experimental literature on incubation in problem solving and creativity». In M. A. Runco (Ed.), Creativity research handbook (Vol. 3). Cresskill, NJ: Hampton Press. []
  5. Helie & Sun (2010). « Incubation, Insight, and Creative Problem Solving:A Unified Theory and a Connectionist Mode» . Psychological Review. 117(3). 994 –1024 []
01 Μαΐ 2009

Πόσο ευάλωτοι είμαστε στην επιστημονικοφάνεια;

Σε ένα από τα προηγούμενα άρθρα μου είχα αναφερθεί στις υπεραπλουστεύσεις ή/και στις λάθος μεταφορές επιστημονικών ειδήσεων από τα ΜΜΕ, κάτι το οποίο θεωρώ ότι οφείλεται στην άγνοια από πλευράς των μεταφραστών-δημοσιογράφων ορισμένων βασικών εννοιών σχετικών με την είδηση που μεταφράζουν. Τότε είχα πει πως αυτή η λανθασμένη μεταφορά ειδήσεων μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στις αντιλήψεις που σχηματίζει ο καθημερινός πολίτης που, όπως είναι φυσικό, δεν έχει τις απαραίτητες γνώσεις για να ελέγξει αν αυτό που του μεταφέρουν τα ΜΜΕ ευσταθεί ή αν πρόκειται για δημοσιογραφικές υπερβολές.

Ένα παρόμοιο και εξίσου «επικίνδυνο» φαινόμενο είναι η χρήση άσχετων αλλά ταυτόχρονα βαρυσήμαντων επιστημονικών όρων κατά τη μεταφορά ειδήσεων, έτσι ώστε αυτές να ακούγονται όσο το δυνατόν πιο αξιόπιστες και πειστικές. Αυτή η πρακτική βεβαίως δεν αποτελεί προνόμιο των δημοσιογράφων, αλλά δυστυχώς και επικίνδυνων πολιτικών ιδεολογιών που προσπαθούν να πείσουν για τις ιδέες τους χρησιμοποιώντας επιστημονική γλώσσα ως μέσο εντυπωσιασμού (π.χ. αναφορές σε δήθεν έρευνες που αποδεικνύουν την ανωτερότητα του ελληνικού DNA έναντι άλλων).

Πόσο ευάλωτοι είμαστε λοιπόν στην επιστημονικοφάνεια; Η ομάδα της Δρ. Weisberg1 από το MIT αποφάσισε να κάνει μια έρευνα πάνω σε αυτό το φαινόμενο, ερευνώντας κατά πόσο οι άνθρωποι πράγματι τείνουν να αποδέχονται πιο εύκολα επεξηγήσεις κάποιου ψυχολογικού φαινομένου όταν αυτές συνοδεύονται από άσχετες πληροφορίες από τον τομέα της Nευροψυχολογίας.

Το πείραμα

Στην έρευνα αυτή συμμετείχαν τρεις διαφορετικές ομάδες: απλοί πολίτες που δεν σχετίζονταν με την Νευροψυχολογία, πρωτοετείς φοιτητές ενός μαθήματος Γνωστικής Νευροψυχολογίας και ειδήμονες στον χώρο της Νευροψυχολογίας. Σε όλους τους συμμετέχοντες δόθηκε να διαβάσουν μια μικρή παράγραφο η οποία περιγράφονταν κάποιο ψυχολογικό φαινόμενο. Στη συνέχεια όμως υπήρχε και μια δεύτερη μικρότερη παράγραφος η οποία εξηγούσε γιατί εμφανίζεται αυτό το φαινόμενο. Υπήρχαν δύο ειδών επεξηγήσεις οι οποίες δόθηκαν τυχαία στον κάθε συμμετέχοντα: καλές και κακές. Οι καλές επεξηγήσεις πράγματι εξηγούσαν με κάποια λογικά επιχειρήματα τα αίτια του φαινομένου της πρώτης παραγράφου, ενώ οι κακές απλά επαναλάμβαναν με διαφορετικά λόγια την περιγραφή του φαινομένου για άλλη μια φορά. Πέραν αυτού όμως, τόσο οι καλές όσο και οι κακές επεξηγήσεις χωρίζονταν σε δύο επίπεδα: επεξηγήσεις που περιείχαν άχρηστες πληροφορίες Νευροψυχολογίας και επεξηγήσεις που δεν περιείχαν τέτοιου είδους πληροφορίες. 1)Καλές με άσχετες πληροφορίες Νευροψυχολογίας, 2)Καλές χωρίς πληροφορίες Νευροψυχολογίας, 3)Κακές με άσχετες πληροφορίες Νευροψυχολογίας, 4)Κακές χωρίς πληροφορίες Νευροψυχολογίας. Ακολουθεί ένα μικρό παράδειγμα μιας περιγραφής με τα τέσσερα επίπεδα επεξηγήσεων.

Περιγραφή: «Έστω πως δίνουμε σε κάποιον μια λίστα με ερωτήσεις στις οποίες ξέρουμε πως το 50% του πληθυσμού γνωρίζει την απάντηση (π.χ. την πρωτεύουσα μιας χώρας). Έχει βρεθεί πως αν το άτομο ξέρει την απάντηση, τότε έχει την τάση να πιστεύει πως το 80% του πληθυσμού θα ήξερε να απαντήσει σωστά στην ερώτηση αυτή, παρόλο που κάτι τέτοιο δεν ισχύει.»

Καλή Επεξήγηση, χωρίς Νευροψυχολογία: Οι άνθρωποι κάνουν αυτού του είδους τα λάθη γιατί καθώς τους είναι δύσκολο να κρίνουν αντικειμενικά τις γνώσεις τρίτων, έχουν την τάση να προβάλλουν τις δικές τους γνώσεις πάνω στους άλλους.

Καλή Επεξήγηση, με άσχετες πληροφορίες Νευροψυχολογίας: Οι τεχνικές απεικόνισης εγκεφάλου δείχνουν πως αυτό το φαινόμενο συμβαίνει εξαιτίας της εγκεφαλικής δραστηριότητας στον πρόσθιο λοβό. Οι άνθρωποι κάνουν αυτού του είδους τα λάθη γιατί καθώς τους είναι δύσκολο να κρίνουν αντικειμενικά τις γνώσεις τρίτων, έχουν την τάση να προβάλλουν τις δικές τους γνώσεις πάνω στους άλλους.

Κακή Επεξήγηση, χωρίς Νευροψυχολογία: Οι άνθρωποι κάνουν αυτού του είδους τα λάθη γιατί τις περισσότερες φορές κρίνουν λανθασμένα τις γνώσεις των άλλων, καθώς τους είναι πιο εύκολο να κρίνουν τις δικές τους γνώσεις.

Κακή Επεξήγηση, με άσχετες πληροφορίες Νευροψυχολογίας: Οι τεχνικές απεικόνισης εγκεφάλου δείχνουν πως αυτό το φαινόμενο συμβαίνει εξαιτίας της εγκεφαλικής δραστηριότητας στον πρόσθιο λοβό. Οι άνθρωποι κάνουν αυτού του είδους τα λάθη γιατί τις περισσότερες φορές κρίνουν λανθασμένα τις γνώσεις των άλλων, καθώς τους είναι πιο εύκολο να κρίνουν τις δικές τους γνώσεις.

Όλοι οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να κρίνουν το πόσο ικανοποιητική ήταν η επεξήγηση σε μια κλίμακα από το -3 (καθόλου ικανοποιητική) έως το +3 (πολύ ικανοποιητική).

Τα αποτελέσματα έδειξαν πως ενώ οι απλοί πολίτες (Γράφημα 1) κατάφεραν να ξεχωρίσουν τις καλές από τις κακές επεξηγήσεις, όταν οι κακές επεξηγήσεις συνοδεύονταν από τις άσχετες πληροφορίες Νευροψυχολογίας τότε κρίνονταν ως σχετικά ικανοποιητικές!

Γράφημα 1: Οι απαντήσεις των πολιτών

Παρόμοια αποτελέσματα βρέθηκαν και για τους φοιτητές Γνωστικής Νευροψυχολογίας (Γράφημα 2), οι οποίοι αν και βαθμολόγησαν πολύ χειρότερα τις κακές επεξηγήσεις, όταν τους παρουσιάστηκαν άσχετες πληροφορίες Νευροψυχολογίας τότε έτειναν να κρίνουν θετικά τόσο τις καλές, όσο και τις κακές επεξηγήσεις.

Γράφημα 2: Οι απαντήσεις των φοιτητών Γνωστικής Νευροψυχολογίας

Τέλος, τα αποτελέσματα ήταν αρκετά διαφορετικά για τους ειδήμονες (Γράφημα 3), οι οποίοι έκριναν αρνητικά τις επεξηγήσεις που περιείχαν τις άσχετες πληροφορίες Νευροψυχολογίας, είτε αυτές ήταν γενικά καλές, είτε κακές. Αν και πάλι οι κακές επεξηγήσεις έγιναν λιγότερο κακές όταν περιείχαν τις άσχετες πληροφορίες, αυτό το φαινόμενο δεν ήταν τόσο έντονο όσο στις άλλες δύο ομάδες.

Γράφημα 3: Οι απαντήσεις των ειδημόνων

Πόσο επηρεαζόμαστε τελικά από την επιστημονικοφάνεια;

Βάσει της πιο πάνω έρευνας μπορούμε να βγάλουμε το συμπέρασμα πως τελικά όντως έχουμε την τάση να δεχόμαστε πιο εύκολα την επιχειρηματολογία κάποιου αν αυτή έχει κάποια χροιά επιστημονικότητας, ακόμη και αν αυτή είναι άσχετη με την ουσία του επιχειρήματος και ουσιαστικά δεν το ενδυναμώνει. Όσο λιγότερα γνωρίζουμε για ένα θέμα, τόσο πιο εύκολος στόχος μπορούμε να γίνουμε για κάποιον επιτήδειο, αρκεί να ξέρει πως να μας παρουσιάσει την άποψή του.

Δυστυχώς τέτοιες έρευνες φέρνουν στην επιφάνεια το θέμα της χειραγώγησης της μάζας και της ευαλωτότητας των απόψεων της λεγόμενης «κοινής γνώμης», του μέσου δηλαδή πολίτη. Αν κάποιος μπορεί να μας πείσει για τη λογικότητα ενός επιχειρήματος μέσα από παράλογες προτάσεις, τότε τι γίνεται αν αρχίσουν να εμπλέκονται και προσωπικοί συναισθηματικοί παράγοντες που μπορούν από μόνοι τους να μας ωθήσουν στην αποδοχή ή την απόρριψη κάποιων ιδεών; Η ιστορία έχει δείξει πως η προπαγάνδα μπορεί να έχει σχετικά γρήγορα αποτελέσματα, ακόμη και σε μάζες εκατομμυρίων ατόμων. Σχετικά πρόσφατο και ιδιαίτερα επίπονο παράδειγμα χειραγώγησης των πολιτών βάσει μιας επιστημονικοφανούς ιδέας είναι η προσπάθεια εφαρμογής του λεγόμενου «κοινωνικού δαρβινισμού» από τους Ναζί, μιας θεωρίας που ουδεμία σχέση έχει με την δαρβινική θεωρία της εξέλιξης των ειδών.

Ποια είναι όμως η λύση; Να εμπιστευόμαστε λιγότερο όσους μας παρουσιάζουν κάποιες περίεργες θεωρίες; Πολύ πιθανόν. Ίσως να αρχίσουμε να δείχνουμε περισσότερη εμπιστοσύνη μονάχα στην άποψη των πραγματικών ειδημόνων; Δεν αποκλείεται. Αλλά θεωρώ πως η καλύτερη πρόνοια για την απόφευξη τέτοιου είδους παραπλάνησης και, κατ’ επέκταση, χειραγώγησης είναι η ανάπτυξη λογικής και κριτικής σκέψης. Δεν μπορούμε φυσικά να ξέρουμε τα πάντα, αλλά αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι αναπτύξουμε περισσότερα φίλτρα σκέψης τα οποία θα κάνουν πιο δύσκολη μια ενδεχόμενη εξαπάτηση.

Εισαγωγική Φωτογραφία: Mad Scientist Angela, by Scott Schrantzd

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Weisberg, D.S., Keil, F.C., Goodstein, J., Rawson, E. , Gray, J.R. (2008). «The Seductive Allure of Neuroscience Explanations». Journal of Cognitive Neuroscience 20 3: 470-477. []