13 Αυγ 2012

Ο εντοπισμός προκατάληψης στα ΜΜΕ

Η κάλυψη ενός γεγονότος από τα ΜΜΕ, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για κάποιο ευαίσθητο θέμα (π.χ. «εθνικά» θέματα), είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα γεννήσει αντιδράσεις, όσο αντικειμενική και εάν είναι η κάλυψή του. Πολλές έρευνες στο παρελθόν έχουν δείξει πως όταν μέλη δύο αντιμαχόμενων ομάδων παρακολουθήσουν μια όσο το δυνατόν πιο αντικειμενική κάλυψη κάποιας σύγκρουσής τους, τείνουν να πιστεύουν πως η κάλυψη όχι μόνο δεν ήταν αντικειμενική, αλλά ήταν και προκατηλλημένη εναντίον τους.

Το φαινόμενο των εχθρικών ΜΜΕ (hostile media effect), όπως ονομάζεται στην επιστημονική κοινότητα, υπογραμμίζει την μη αντικειμενικό τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο γύρω μας. Τείνουμε να πιστεύουμε πως η αλήθεια βρίσκεται πιο κοντά στην δική μας οπτική γωνία και πως η ομάδα στην οποία ανήκουμε είναι πιο σπάνιο να κάνει λάθη, να βιαιοπραγήσει και γενικά να γίνει πηγή ανηθικότητας.

Πέραν του φαινομένου των εχθρικών ΜΜΕ, υπάρχουν τουλάχιστον δύο ακόμη σημαντικοί παράγοντες που επηρεάζουν την κρίση μας σχετικά με την αντικειμενικότητα των όσων βλέπουμε στις ειδήσεις ή διαβάζουμε στις εφημερίδες.

Αυτοκατηγοριοποίηση

Ένας πρώτος και πολύ σημαντικός παράγοντας είναι η αυτοκατηγοριοποίηση που κάνουμε. Με άλλα λόγια, έχουμε την τάση να κατηγοριοποιούμε τον εαυτό μας, όπως κατηγοριοποιούμε και τους γύρω μας. Για παράδειγμα, μπορεί να θεωρούμε τον εαυτό μας «Αριστερό» και τον γείτονα «Δεξιό». Βάζοντας αυτές τις ταμπέλες σε εμάς και στους άλλους, είναι σαν να βάζουμε παραμορφωτικά φίλτρα στον τρόπο με τον οποίο λαμβάνουμε τις πληροφορίες, κάτι το οποίο επηρεάζει και την αντίληψή μας για την αντικειμενικότητα ενός άρθρου ή ενός ΜΜΕ.

Σε ένα πολύ ενδιαφέρον πείραμα που έγινε στις ΗΠΑ, οι πειραματιστές ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να συμπληρώσουν ένα ερωτηματολόγιο για τα ΜΜΕ το οποίο μεταξύ άλλων ρωτούσε για την προκατάληψη των ΜΜΕ εναντίον των θέσεων των Δημοκρατικών1 . Όλοι οι συμμετέχοντες συμπλήρωναν το ίδιο ερωτηματολόγιο, αλλά ήταν χωρισμένοι σε 3 ομάδες. Το μόνο που άλλαζε σε κάθε ομάδα ήταν η εισαγωγική παράγραφος του ερωτηματολογίου, η οποία προϊδέαζε τον συμμετέχοντα ώστε να αυτοκατηγοριοποιηθεί. Στην πρώτη ομάδα η εισαγωγική παράγραφος ήταν ουδέτερη και έγραφε απλά πως σκοπός του ερωτηματολογίου είναι να καταγράψει τις απόψεις σας για τα ΜΜΕ. Στην δεύτερη ομάδα η εισαγωγική παράγραφος προϊδέαζε τον συμμετέχοντα ώστε να πάρει θέση στο δίπολο Δημοκράτες-Ρεπουμπλικάνοι, γράφοντας:

«Το δίπολο μεταξύ Δημοκρατικών-Ρεπουμπλικάνων έχει ενταθεί το τελευταίο χρονικό διάστημα. Σε αυτό το πλαίσιο, οι Δημοκράτες και οι Ρεπουμπλικάνοι βλέπουν πολύ διαφορετικά τις ειδήσεις που παρουσιάζονται στα ΜΜΕ. Σε αυτό το πλαίσιο θα θέλαμε να καταγράψουμε τις απόψεις σας για την κάλυψη των γεγονότων από τα ΜΜΕ»

Τέλος, στην τρίτη ομάδα η παράγραφος ενίσχυε το δίπολο Αμερική-Υπόλοιπος Κόσμος αναφέροντας:

«Το τελευταίο διάστημα ο αραβικός κόσμος έχει αποκτήσει το δικό του παγκόσμιο τηλεοπτικό δίκτυο, το οποίο παρουσιάζει τις ειδήσεις από τη σκοπιά των αραβικών χωρών. Σε αυτό το πλαίσιο θα θέλαμε να καταγράψουμε τις απόψεις σας για την κάλυψη των γεγονότων από τα ΜΜΕ»

Τα αποτελέσματα της έρευνας ήταν ξεκάθαρα (βλ. Εικόνα 1). Ο αυτοκατηγοριοποίηση επηρέασε τις απαντήσεις των συμμετεχόντων. Οι συμμετέχοντες της δεύτερης ομάδας που προϊδεάστηκαν πολιτικά (Ρεπουμπλικάνοι VS Δημοκράτες) πολώθηκαν σημαντικά, με αποτέλεσμα να πιστεύουν ότι τα ΜΜΕ ήταν προκατηλειμένα εναντίον τους. Ουσιαστικά δηλαδή, η έρευνα έφτασε στο συμπέρασμα πως το φαινόμενο των εχθρικών ΜΜΕ μπορεί να προκληθεί αλλάζοντας απλά το περιβάλλον στο οποίο παρουσιάζεται η είδηση.

[caption id="attachment_2630" align="aligncenter" width="300"] Εικόνα 1[/caption]

Η πηγή της είδησης

Ένας δεύτερος παράγοντας που επηρεάζει την αντίληψή μας για την αντικειμενικότητα μιας είδησης, όπως είναι φυσικό, είναι η πηγή της. Έχει σημαντική σημασία το εάν η είδηση που διαβάζουμε προέρχεται από μέσο προς το οποίο εμείς είμαστε θετικά ή αρνητικά διακείμενοι. Για τα δεδομένα της Ελλάδας, σκεφτείτε πως διαβάζετε μια είδηση για τα στατιστικά εγκληματικότητας των αλλοδαπών σε μια από τις ακόλουθες εφημερίδες/έντυπα: Ριζοσπάστης, Τα Νέα, Στόχος. Όπως είναι φυσικό, ανάλογα με την πολιτική σας τοποθέτηση, θα δώσετε διαφορετική βαρύτητα στις πληροφορίες που παρουσιάζει το εν λόγω ρεπορτάζ. Όπως έχουν δείξει σχετικές έρευνες, εάν σας έδιναν να διαβάσετε το ίδιο δημοσιογραφικό κείμενο και απλά άλλαζαν την πηγή, η αξιολόγησή σας για το άρθρο θα άλλαζε σημαντικά.

Οπότε, το τελικό συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε είναι πως η απάντηση στο ερώτημα εάν υπάρχει απόλυτη αντικειμενικότητα στα ΜΜΕ, είναι φυσικά πως όχι. Από την άλλη όμως δεν υπάρχει και απολύτως αντικειμενικός παρατηρητής. Και ιδιαίτερα αυτό το δεύτερο σημείο δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Σε έναν κόσμο τόσο ρευστό και σχετικό, γεννάται η ανάγκη για αναζήτηση πυλώνων αλήθειας και σταθερότητας. Είναι σημαντικό όμως να μην επιτρέπουμε στην ανάγκη αυτή να διαστρεβλώνει τις αντιλήψεις μας, τουλάχιστον όχι σε σημαντικό βαθμό.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Nieman Journalism Club, «How do you tell when the news is biased? It depends on how you see yourself» []
01 Μαΐ 2009

Πόσο ευάλωτοι είμαστε στην επιστημονικοφάνεια;

Σε ένα από τα προηγούμενα άρθρα μου είχα αναφερθεί στις υπεραπλουστεύσεις ή/και στις λάθος μεταφορές επιστημονικών ειδήσεων από τα ΜΜΕ, κάτι το οποίο θεωρώ ότι οφείλεται στην άγνοια από πλευράς των μεταφραστών-δημοσιογράφων ορισμένων βασικών εννοιών σχετικών με την είδηση που μεταφράζουν. Τότε είχα πει πως αυτή η λανθασμένη μεταφορά ειδήσεων μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στις αντιλήψεις που σχηματίζει ο καθημερινός πολίτης που, όπως είναι φυσικό, δεν έχει τις απαραίτητες γνώσεις για να ελέγξει αν αυτό που του μεταφέρουν τα ΜΜΕ ευσταθεί ή αν πρόκειται για δημοσιογραφικές υπερβολές.

Ένα παρόμοιο και εξίσου «επικίνδυνο» φαινόμενο είναι η χρήση άσχετων αλλά ταυτόχρονα βαρυσήμαντων επιστημονικών όρων κατά τη μεταφορά ειδήσεων, έτσι ώστε αυτές να ακούγονται όσο το δυνατόν πιο αξιόπιστες και πειστικές. Αυτή η πρακτική βεβαίως δεν αποτελεί προνόμιο των δημοσιογράφων, αλλά δυστυχώς και επικίνδυνων πολιτικών ιδεολογιών που προσπαθούν να πείσουν για τις ιδέες τους χρησιμοποιώντας επιστημονική γλώσσα ως μέσο εντυπωσιασμού (π.χ. αναφορές σε δήθεν έρευνες που αποδεικνύουν την ανωτερότητα του ελληνικού DNA έναντι άλλων).

Πόσο ευάλωτοι είμαστε λοιπόν στην επιστημονικοφάνεια; Η ομάδα της Δρ. Weisberg1 από το MIT αποφάσισε να κάνει μια έρευνα πάνω σε αυτό το φαινόμενο, ερευνώντας κατά πόσο οι άνθρωποι πράγματι τείνουν να αποδέχονται πιο εύκολα επεξηγήσεις κάποιου ψυχολογικού φαινομένου όταν αυτές συνοδεύονται από άσχετες πληροφορίες από τον τομέα της Nευροψυχολογίας.

Το πείραμα

Στην έρευνα αυτή συμμετείχαν τρεις διαφορετικές ομάδες: απλοί πολίτες που δεν σχετίζονταν με την Νευροψυχολογία, πρωτοετείς φοιτητές ενός μαθήματος Γνωστικής Νευροψυχολογίας και ειδήμονες στον χώρο της Νευροψυχολογίας. Σε όλους τους συμμετέχοντες δόθηκε να διαβάσουν μια μικρή παράγραφο η οποία περιγράφονταν κάποιο ψυχολογικό φαινόμενο. Στη συνέχεια όμως υπήρχε και μια δεύτερη μικρότερη παράγραφος η οποία εξηγούσε γιατί εμφανίζεται αυτό το φαινόμενο. Υπήρχαν δύο ειδών επεξηγήσεις οι οποίες δόθηκαν τυχαία στον κάθε συμμετέχοντα: καλές και κακές. Οι καλές επεξηγήσεις πράγματι εξηγούσαν με κάποια λογικά επιχειρήματα τα αίτια του φαινομένου της πρώτης παραγράφου, ενώ οι κακές απλά επαναλάμβαναν με διαφορετικά λόγια την περιγραφή του φαινομένου για άλλη μια φορά. Πέραν αυτού όμως, τόσο οι καλές όσο και οι κακές επεξηγήσεις χωρίζονταν σε δύο επίπεδα: επεξηγήσεις που περιείχαν άχρηστες πληροφορίες Νευροψυχολογίας και επεξηγήσεις που δεν περιείχαν τέτοιου είδους πληροφορίες. 1)Καλές με άσχετες πληροφορίες Νευροψυχολογίας, 2)Καλές χωρίς πληροφορίες Νευροψυχολογίας, 3)Κακές με άσχετες πληροφορίες Νευροψυχολογίας, 4)Κακές χωρίς πληροφορίες Νευροψυχολογίας. Ακολουθεί ένα μικρό παράδειγμα μιας περιγραφής με τα τέσσερα επίπεδα επεξηγήσεων.

Περιγραφή: «Έστω πως δίνουμε σε κάποιον μια λίστα με ερωτήσεις στις οποίες ξέρουμε πως το 50% του πληθυσμού γνωρίζει την απάντηση (π.χ. την πρωτεύουσα μιας χώρας). Έχει βρεθεί πως αν το άτομο ξέρει την απάντηση, τότε έχει την τάση να πιστεύει πως το 80% του πληθυσμού θα ήξερε να απαντήσει σωστά στην ερώτηση αυτή, παρόλο που κάτι τέτοιο δεν ισχύει.»

Καλή Επεξήγηση, χωρίς Νευροψυχολογία: Οι άνθρωποι κάνουν αυτού του είδους τα λάθη γιατί καθώς τους είναι δύσκολο να κρίνουν αντικειμενικά τις γνώσεις τρίτων, έχουν την τάση να προβάλλουν τις δικές τους γνώσεις πάνω στους άλλους.

Καλή Επεξήγηση, με άσχετες πληροφορίες Νευροψυχολογίας: Οι τεχνικές απεικόνισης εγκεφάλου δείχνουν πως αυτό το φαινόμενο συμβαίνει εξαιτίας της εγκεφαλικής δραστηριότητας στον πρόσθιο λοβό. Οι άνθρωποι κάνουν αυτού του είδους τα λάθη γιατί καθώς τους είναι δύσκολο να κρίνουν αντικειμενικά τις γνώσεις τρίτων, έχουν την τάση να προβάλλουν τις δικές τους γνώσεις πάνω στους άλλους.

Κακή Επεξήγηση, χωρίς Νευροψυχολογία: Οι άνθρωποι κάνουν αυτού του είδους τα λάθη γιατί τις περισσότερες φορές κρίνουν λανθασμένα τις γνώσεις των άλλων, καθώς τους είναι πιο εύκολο να κρίνουν τις δικές τους γνώσεις.

Κακή Επεξήγηση, με άσχετες πληροφορίες Νευροψυχολογίας: Οι τεχνικές απεικόνισης εγκεφάλου δείχνουν πως αυτό το φαινόμενο συμβαίνει εξαιτίας της εγκεφαλικής δραστηριότητας στον πρόσθιο λοβό. Οι άνθρωποι κάνουν αυτού του είδους τα λάθη γιατί τις περισσότερες φορές κρίνουν λανθασμένα τις γνώσεις των άλλων, καθώς τους είναι πιο εύκολο να κρίνουν τις δικές τους γνώσεις.

Όλοι οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να κρίνουν το πόσο ικανοποιητική ήταν η επεξήγηση σε μια κλίμακα από το -3 (καθόλου ικανοποιητική) έως το +3 (πολύ ικανοποιητική).

Τα αποτελέσματα έδειξαν πως ενώ οι απλοί πολίτες (Γράφημα 1) κατάφεραν να ξεχωρίσουν τις καλές από τις κακές επεξηγήσεις, όταν οι κακές επεξηγήσεις συνοδεύονταν από τις άσχετες πληροφορίες Νευροψυχολογίας τότε κρίνονταν ως σχετικά ικανοποιητικές!

Γράφημα 1: Οι απαντήσεις των πολιτών

Παρόμοια αποτελέσματα βρέθηκαν και για τους φοιτητές Γνωστικής Νευροψυχολογίας (Γράφημα 2), οι οποίοι αν και βαθμολόγησαν πολύ χειρότερα τις κακές επεξηγήσεις, όταν τους παρουσιάστηκαν άσχετες πληροφορίες Νευροψυχολογίας τότε έτειναν να κρίνουν θετικά τόσο τις καλές, όσο και τις κακές επεξηγήσεις.

Γράφημα 2: Οι απαντήσεις των φοιτητών Γνωστικής Νευροψυχολογίας

Τέλος, τα αποτελέσματα ήταν αρκετά διαφορετικά για τους ειδήμονες (Γράφημα 3), οι οποίοι έκριναν αρνητικά τις επεξηγήσεις που περιείχαν τις άσχετες πληροφορίες Νευροψυχολογίας, είτε αυτές ήταν γενικά καλές, είτε κακές. Αν και πάλι οι κακές επεξηγήσεις έγιναν λιγότερο κακές όταν περιείχαν τις άσχετες πληροφορίες, αυτό το φαινόμενο δεν ήταν τόσο έντονο όσο στις άλλες δύο ομάδες.

Γράφημα 3: Οι απαντήσεις των ειδημόνων

Πόσο επηρεαζόμαστε τελικά από την επιστημονικοφάνεια;

Βάσει της πιο πάνω έρευνας μπορούμε να βγάλουμε το συμπέρασμα πως τελικά όντως έχουμε την τάση να δεχόμαστε πιο εύκολα την επιχειρηματολογία κάποιου αν αυτή έχει κάποια χροιά επιστημονικότητας, ακόμη και αν αυτή είναι άσχετη με την ουσία του επιχειρήματος και ουσιαστικά δεν το ενδυναμώνει. Όσο λιγότερα γνωρίζουμε για ένα θέμα, τόσο πιο εύκολος στόχος μπορούμε να γίνουμε για κάποιον επιτήδειο, αρκεί να ξέρει πως να μας παρουσιάσει την άποψή του.

Δυστυχώς τέτοιες έρευνες φέρνουν στην επιφάνεια το θέμα της χειραγώγησης της μάζας και της ευαλωτότητας των απόψεων της λεγόμενης «κοινής γνώμης», του μέσου δηλαδή πολίτη. Αν κάποιος μπορεί να μας πείσει για τη λογικότητα ενός επιχειρήματος μέσα από παράλογες προτάσεις, τότε τι γίνεται αν αρχίσουν να εμπλέκονται και προσωπικοί συναισθηματικοί παράγοντες που μπορούν από μόνοι τους να μας ωθήσουν στην αποδοχή ή την απόρριψη κάποιων ιδεών; Η ιστορία έχει δείξει πως η προπαγάνδα μπορεί να έχει σχετικά γρήγορα αποτελέσματα, ακόμη και σε μάζες εκατομμυρίων ατόμων. Σχετικά πρόσφατο και ιδιαίτερα επίπονο παράδειγμα χειραγώγησης των πολιτών βάσει μιας επιστημονικοφανούς ιδέας είναι η προσπάθεια εφαρμογής του λεγόμενου «κοινωνικού δαρβινισμού» από τους Ναζί, μιας θεωρίας που ουδεμία σχέση έχει με την δαρβινική θεωρία της εξέλιξης των ειδών.

Ποια είναι όμως η λύση; Να εμπιστευόμαστε λιγότερο όσους μας παρουσιάζουν κάποιες περίεργες θεωρίες; Πολύ πιθανόν. Ίσως να αρχίσουμε να δείχνουμε περισσότερη εμπιστοσύνη μονάχα στην άποψη των πραγματικών ειδημόνων; Δεν αποκλείεται. Αλλά θεωρώ πως η καλύτερη πρόνοια για την απόφευξη τέτοιου είδους παραπλάνησης και, κατ’ επέκταση, χειραγώγησης είναι η ανάπτυξη λογικής και κριτικής σκέψης. Δεν μπορούμε φυσικά να ξέρουμε τα πάντα, αλλά αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι αναπτύξουμε περισσότερα φίλτρα σκέψης τα οποία θα κάνουν πιο δύσκολη μια ενδεχόμενη εξαπάτηση.

Εισαγωγική Φωτογραφία: Mad Scientist Angela, by Scott Schrantzd

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Weisberg, D.S., Keil, F.C., Goodstein, J., Rawson, E. , Gray, J.R. (2008). «The Seductive Allure of Neuroscience Explanations». Journal of Cognitive Neuroscience 20 3: 470-477. []
22 Φεβ 2009

Η προβολή βίας ως μέσο απευαισθητοποίησης

Μία συνηθισμένη κριτική στην τακτική των ΜΜΕ να προβάλουν σκηνές βίας είναι πως εν τέλει μας κάνουν πιο αναίσθητους στην προβολή της βίας, μιας και αυτή μπαίνει στην καθημερινότητά μας. Ας αναλογιστούμε τις πρόσφατες αναταραχές στην Γάζα και την κάλυψη του γεγονότος από τα ΜΜΕ. Πόσες φορές είδαμε μέσω της τηλεόρασης βομβαρδισμούς, πυροβολισμούς, σοβαρά τραυματισμένους ή ακόμη και σκοτωμένους ανθρώπους; Πόσες όμως από αυτές τις σκηνές βίας έχουν χαραχθεί στο μυαλό μας; Αναλογικά με τον συνολικό αριθμό τους, πολύ λίγες.

Αλλά το θέμα δεν τελειώνει απλά στον αριθμό των σκηνών που μπορούμε να ανακαλέσουμε. Η απευαισθητοποίηση γίνεται σε ένα πολύ πιο πρωταρχικό στάδιο κωδικοποίησης των γεγονότων που καταγράφουμε στην μνήμη μας. Έχει βρεθεί πως οι φυσιολογικές φοβικές αντιδράσεις μειώνονται όταν κάποιος έρχεται σε συνεχή επαφή με σκηνές βίας. Για παράδειγμα οι Bushman και Anderson (2002) βρήκαν πως όταν κάποιος παρακολουθεί για δεύτερη φορά ένα βίαιο βίντεο οι φυσιολογικές αντιδράσεις του σώματός του (ιδρώτας, χτύποι καρδιάς κ.α.) παρουσιάζονται μειωμένες σε σχέση με την πρώτη φορά που παρακολούθησε ένα παρόμοιο βίντεο. Βλέπουμε δηλαδή πως είναι αναμενόμενο τα βίντεο αυτά εν τέλει να περνούν απαρατήρητα καθώς δεν μας προκαλούν πρωτογενή συναισθηματική αντίδραση για να μας τραβήξουν την προσοχή.

Μία πιο πρόσφατη έρευνα των Bushman και Anderson (2009) γύρω από το θέμα αυτό έχει ακόμη πιο σοκαριστικά αποτελέσματα. Για την ακρίβεια πρόκειται για δύο διαφορετικά πειράματα που προσπαθούν να απαντήσουν στο ερώτημα εάν η παρακολούθηση βίας μας απευαισθητοποιεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είμαστε πλέον το ίδιο πρόθυμοι να βοηθήσουμε κάποιον συνάνθρωπό μας που βρίσκεται σε κίνδυνο.

Στο πρώτο πείραμα 300 φοιτητές χωρίστηκαν τυχαία σε 2 ομάδες. Τα άτομα της μίας ομάδας έπαιξαν για 20 λεπτά ένα βίαιο παιχνίδι και τα άτομα της δεύτερης ένα μη βίαιο. Μετά το πέρας των 20 λεπτών ο πειραματιστής έδινε στον κάθε συμμετέχοντα (οι οποίοι παίρναν μέρος στην έρευνα ένας-ένας) να συμπληρώσουν ένα ερωτηματολόγιο σχετικά με το παιχνίδι και έφευγε από την αίθουσα. Μέσα σε λίγα λεπτά και ενώ ο συμμετέχοντας ήταν μόνος στο δωμάτιο και συμπλήρωνε το ερωτηματολόγιο, ο πειραματιστής που ήταν έξω από το δωμάτιο έβαζε ένα προηχογραφημένο ηχητικό απόσπασμα στο οποίο δύο επαγγελματίες ηθοποιοί ακούγονταν αρχικά να μαλώνουν/φωνάζουν και μετά από λίγα δευτερόλεπτα να πιάνονται στα χέρια. Μάλιστα, για να γίνει πιο πιστευτή η σκηνή, στο σημείο που οι ηθοποιοί φαίνονταν ότι άρχισαν να βιαιοπραγούν ο πειραματιστής έριχνε μια καρέκλα στο πάτωμα και κλωτσούσε την κλειστή πόρτα του δωματίου στο οποίο βρισκόταν ο συμμετέχοντας. Έπειτα, ο ηθοποιός-θύτης ακουγόταν πως έφευγε από το δωμάτιο χτυπώντας δυνατά την πόρτα, ενώ το θύμα παραπονιόταν για τον πόνο. Αυτό που βρέθηκε είναι πως οι συμμετέχοντες που είχαν παίξει το βίαιο παιχνίδι έκαναν 73 δευτερόλεπτα για να βγουν και να βοηθήσουν το θύμα αφότου ο θύτης υποτίθεται πως είχε φύγει, ενώ όσοι είχαν παίξει το μη βίαιο παιχνίδι έκαναν μόλις 17 δευτερόλεπτα για να βγουν από το δωμάτιο και να προσφέρουν την βοήθειά τους!

Μάλιστα, ακόμη και στην περίπτωση που κάποιος δεν έβγαινε να βοηθήσει το θύμα, υπήρχαν διαφορές ανάμεσα στις δύο ομάδες. Όταν τους ζητήθηκε να αξιολογήσουν πόσο βίαιος ήταν ο καυγάς που άκουσαν έξω (υποτίθεται για να ενημερώσουν τις Αρχές του Πανεπιστημίου για το συμβάν) τα άτομα που έπαιξαν το βίαιο παιχνίδι ανέφεραν πως ήταν σχετικά ασήμαντος, ενώ τα άτομα που έπαιξαν το μη βίαιο παιχνίδι ανέφεραν πως ήταν αρκετά σοβαρός.

Το δεύτερο πείραμα έγινε υπό πιο φυσιολογικές συνθήκες. Οι πειραματιστές πήγαν σε ένα σινεμά στο οποίο παίζονταν δύο διαφορετικές ταινίες: μία βίαιη και μία μη βίαιη. Μια κοπέλα με πατιρίτσες παρίστανε πως σκόνταφτε κάπου και «τυχαία» της έπεφτε μία εξ’ αυτών. Οι πειραματιστές μετρούσαν πόσο χρόνο έπαιρνε στα άτομα που παρακολούθησαν τη βίαιη ταινία ή τη μη βίαιη ταινία να βοηθήσουν την κοπέλα. Αυτό που βρέθηκε ήταν πως αυτοί που παρακολούθησαν την βίαιη ταινία καθυστέρησαν 26% περισσότερο σε σχέση με αυτούς που είχαν δει την μη βίαιη ταινία. Η διαφορά αυτή ήταν στατιστικώς σημαντική.

Μια σημαντική λεπτομέρεια του συγκεκριμένου πειράματος είναι πως όταν το πείραμα γινόταν πριν την προβολή των ταινιών δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ αυτών που πήγαιναν να δουν την βίαιη ταινία και αυτών που πήγαιναν στην μη βίαιη, κάτι που επιβεβαιώνει πως ο βασικός παράγοντας για την -ελάχιστα- καθυστερημένη βοήθεια ήταν η προβολή της ταινίας και όχι ενδεχομένως η βίαιη φύση των ατόμων (αν υποθέσουμε πως είναι πιο πιθανό άτομα με τάσεις βίας να βλέπουν βίαιες ταινίες).

Χρόνος καθυστέρησης έως την παροχή βοήθειας πριν και μετά την προβολή της ταινίας

Αυτού του είδους οι έρευνες δείχνουν ξεκάθαρα πως η προβολή βίας στην καθημερινότητά μας μπορεί να μας απευαισθητοποιήσει απέναντι στην βία που βιώνουμε άμεσα στην ζωή μας. Ως αποτέλεσμα αυτού γινόμαστε λιγότερο πρόθυμοι να βοηθήσουμε αυτούς που μας έχουν ανάγκη. Σε αυτό το σημείο βεβαίως μπαίνει το σημαντικό ερώτημα: που ακριβώς είναι τα όρια μεταξύ επαρκούς προβολής βίας ώστε να μας κινητοποιήσει να τη σταματήσουμε και της υπέρμετρης βίας που μας κάνει πιο… αναίσθητους σε αυτή;

Προσωπικά θεωρώ πως η απόλυτη έλλειψη βίας στους τηλεοπτικούς δέκτες μας ή στα παιχνίδια δεν θα μας έκανε απαραίτητα πιο αλτρουιστές ή πιο αποτελεσματικούς στην παροχή βοήθειας, μιας και δεν γνωρίζουμε πόσο ακριβώς κρατάει η επίδραση της προβολής τέτοιων σκηνών στα επίπεδα αλτρουισμού μας.

Εισαγωγική Φωτογραφία Πηγές/Περισσότερες Πληροφορίες ]]>

15 Δεκ 2008

Όταν η επιστημονική πρόοδος συναντά την επιστημονική φαντασία των ΜΜΕ

< ![CDATA[

Όταν η επιστημονική πρόοδος συναντά την επιστημονική φαντασία των ΜΜΕΤις τελευταίες ημέρες τα μεγάλα ειδησεογραφικά sites όλου του κόσμου (και ανάμεσά τους φυσικά και τα ελληνικα) ενημέρωσαν το κοινό τους για τα αποτελέσματα μιας έρευνας λειτουργικής απεικόνισης εγκεφάλου, όπου επιστήμονες κατάφεραν να «διαβάσουν» την ενεργοποίηση των νευρώνων στον ινιακό λοβο και βάσει αυτού να μπορέσουν να αναπαράγουν το αρχικό οπτικό ερέθισμα το οποίο δημιούργησε τη συγκεκριμένη ενεργοποίηση. Βεβαίως τα ενημερωτικά sites και τα τηλεοπτικά κανάλια (βλ. δελτίο ειδήσεων ΣΚΑΙ) παρουσίασαν αυτή την είδηση με την κατάλληλη γαρνιτούρα, αφήνοντας να εννοηθεί πως οι επιστήμονες είναι πλέον σε θέση να προβάλλουν σε μια οθόνη υπολογιστή τα όνειρά μας(!) ή -ακόμη χειρότερα- πως μπορούμε πλέον να διαβάσουμε τις σκέψεις κάποιου. Φυσικά όλα αυτά δεν είναι παρά υπερβολές. Αν είχαν γίνει όλα αυτά τότε θα μιλούσαμε για μιά από τις πιο σημαντικές επιστημονικές ανακαλύψεις του αιώνα η οποία δίνει λύσεις σε πολλά πρακτικά και θεωρητικά προβλήματα που απασχολούν την επιστημονική κοινότητα εδώ και δεκάδες (αν όχι εκατοντάδες) χρόνια.

Περισσότερα