13 Σεπ 2013

Εξαρτήσεις στην εφηβική ηλικία: Αντιμετώπιση

Εάν λάβουμε υπόψη τον μεγάλο αντίκτυπο που έχει η χρήση ουσιών σε πολλούς και διαφορετικούς τομείς της ζωής των εφήβων, τότε μπορούμε να βγάλουμε εύκολα συμπεράσματα για τις συνέπειές τους στην ψυχολογική, κοινωνική και επαγγελματική τους ανάπτυξη. Τόσο στις περιπτώσεις που η κατάχρηση είναι δευτερεύων σύμπτωμα, όσο και στις περιπτώσεις που είναι το πρωτεύων, οι έφηβοι με τέτοιου είδους συμπεριφορά ανήκουν σε ομάδες αυξημένου κινδύνου.

Η χρήση ουσιών, όπως επισημάναμε στο σχετικό άρθρο για τη συννοσηρότητα στις εξαρτήσεις,  μπορεί να σταθεί εμπόδιο όχι μόνο στην έγκαιρη διάγνωση μιας κύριας ψυχικής διαταραχής, αλλά ακόμη και στην αντιμετώπισή της123

Για τον λόγο αυτό η έγκαιρη διάγνωση της κατάχρησης ή/και εξάρτησης από ουσίες στην εφηβεία είναι ένα αποτελεσματικό πρώτο βήμα στην αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού. Υπάρχουν πολλά διαγνωστικά εργαλεία για την εξάρτηση τα οποία σταθμίζονται στον εφηβικό πληθυσμό και αξιοποιούνται παγκοσμίως. Παραδείγματα τέτοιων εργαλείων αποτελούν: το πρότυπο συνέντευξης Adolescent Drug Abuse Diagnosis (ADAD), το Teen Addiction Severity Index (TASI) αλλά και το Diagnostic Interview Schedule for Children (DISC), τα  οποία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για εφήβους και παιδιά στην πρώιμη εφηβική ηλικία (Gilvarry, 2000).

Εφόσον γίνει η διάγνωση, τα παιδιά μπορούν να ακολουθήσουν μια σειρά από διαφορετικές θεραπευτικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση της κατάχρησης ουσιών. Ανάλογα με την περίπτωση, αυτές μπορούν να λάβουν χώρα είτε σε κάποιο ιδρυματικό περιβάλλον, είτε σε μια διαπροσωπική, οικογενειακή ή ομαδική θεραπεία είτε σε κάποιο άλλο θεραπευτικό περιβάλλον. Αν και οι περισσότερες προσεγγίσεις έχουν αναπτυχθεί για την θεραπεία ενηλίκων, τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχουν γίνει σημαντικά βήματα για την προσαρμογή τους σε εφηβικούς πληθυσμούς. Η τελική επιλογή για το πρόγραμμα που θα ακολουθηθεί εξαρτάται από την ένταση του προβλήματος, την συνύπαρξη άλλης ψυχικής διαταραχής αλλά και τις ιδιαιτερότητες του περιβάλλοντος του εφήβου4 .

Η ομαδική θεραπευτική προσέγγιση των Ανώνυμων Αλκοολικών (Alcoholic Anonymous/ΑΑ), η οποία είναι ευρέως διαδεδομένη στο εξωτερικό, εστιάζει στην συναισθηματική υποστήριξη των αλκοολικών που προσπαθούν να ξεπεράσουν τον εθισμό τους. Η θεραπεία γίνεται μέσω ενός συστήματος 12 σημείων τα οποία έχουν ως σκοπό την αναγνώριση και την αποδοχή του προβλήματος του εθισμού και την σταδιακή αντιμετώπισή του μέσω ενός συστήματος επιβραβεύσεων και ομαδικής υποστήριξης από την υπόλοιπη ομάδα των θεραπευομένων. Αν και τα αποτελέσματα του προγράμματος των ΑΑ σε ενήλικες είναι συγκρίσιμα με αυτά άλλων ατομικών συμπεριφορικών θεραπειών, η εφαρμογή του σε εφήβους είναι ακόμη σε πειραματικό στάδιο και παραμένει αμφίβολη η αποτελεσματικότητά του σε αυτή την ηλικιακή ομάδα5.

Δύο από τις πιο διαδεδομένες ατομικές θεραπευτικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση του εθισμού είναι η Γνωστική-Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT) αλλά και η Θεραπεία Ενίσχυσης Κινήτρων (MET). Η CBT εστιάζει στην εκπαίδευση του ατόμου ώστε αυτό να καταστεί ικανό να παρατηρεί την συμπεριφορά του, να αναγνωρίζει τους γνωστικούς, κοινωνικούς και συναισθηματικούς πυροδοτικούς παράγοντες που οδηγούν στην κατάχρηση, να αναπτύξει μια σειρά από ικανότητες ώστε να ελέγχει τις ενορμήσεις του αλλά και να αναγνωρίζει εναλλακτικούς ενισχυτές της συμπεριφοράς του ώστε αυτή να γίνει πιο υγιής.

Μέσα στα πλαίσια της CBT, το άτομο έρχεται σε επαφή με μια σειρά από τεχνικές χαλάρωσης και μεθόδους ελέγχου των συναισθημάτων του. Η εφαρμογή προγραμμάτων CBT σε εφήβους έχει δείξει ότι είναι αποτελεσματικά, εφόσον η δουλειά που κάνει ο έφηβος είναι παρουσία του θεραπευτή, καθώς οι έφηβοι συνήθως αρνούνται να κάνουν ασκήσεις εκτός θεραπευτικού περιβάλλοντος, όπως είναι οι εργασίες στο σπίτι (Perepletchikova, Krystal & Kaufman, 2008). Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η CBT δεν εφαρμόζεται αποκλειστικά και μόνο σε ατομικό, αλλά και σε ομαδικό και οικογενειακό επίπεδο.

Η θεραπεία Ενίσχυσης Κινήτρων (ΜΕΤ) από την άλλη εφαρμόζει μια διαφορετική προσέγγιση, όπου το άτομο αρχικά λαμβάνει βοήθεια ώστε να αναγνωρίσει το πρόβλημα του εθισμού. Στη συνέχεια ο θεραπευτής εστιάζει στην ενίσχυση των κινήτρων που έχει το άτομο ώστε να απελευθερωθεί από τον εθισμό του.

Όπως και με τις άλλες θεραπείες, η ΜΕΤ έχει εφαρμοσθεί κυρίως σε ενήλικες, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την αποτελεσματικότητά της σε εφήβους. Παρόλα αυτά, όσες έρευνες έχουν γίνει με εφήβους που ακολούθησαν ΜΕΤ έχουν δείξει θετικά αποτελέσματα, ιδιαίτερα για την αντιμετώπιση του εθισμού στο αλκοόλ αλλά και την κοινωνική συμπεριφορά των εφήβων. Η αντιμετώπιση του εθισμού σε άλλες ουσίες μέσω της ΜΕΤ έχει αποδειχθεί λιγότερο αποτελεσματική (Perepletchikova, Krystal & Kaufman, 2008).

Τέλος, όσον αφορά τις ψυχοθεραπευτικές μεθόδους αντιμετώπισης της κατάχρησης ουσιών και του εθισμού στους εφήβους, μία αποτελεσματική μέθοδος φαίνεται πως είναι η οικογενειακή-συστημική θεραπεία ((Rowe, C. L. (2012). Family therapy for drug abuse: review and updates 2003-2010. Journal of Marital and Family Therapy, 38(1), 59–81. )) . Οι διάφοροι τύποι οικογενειακής-συστημικής θεραπείας σε εφήβους έχουν μελετηθεί σε έναν αρκετά μεγάλο βαθμό σε σχέση με τις άλλες μεθόδους ψυχοθεραπείας, κυρίως λόγω της ευρείας χρήσης της στο σύστημα ψυχικής υγείας των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου.

Σκοπός των θεραπειών αυτών είναι να παρέμβουν σε πολλαπλά κοινωνικά πεδία τα οποία σχετίζονται με την χρήση ουσιών που παρατηρείται στον έφηβο. Έτσι, κατά περίπτωση, οι φορείς ψυχικής υγείας μπορούν να επέμβουν σε επίπεδο οικογένειας, σχολείου ή φιλικών δικτύων. Σκοπός της πολυεπίπεδης παρέμβασης είναι να βοηθήσει τον έφηβο να επανέλθει σε φυσιολογικές αναπτυξιακές διαδικασίες, και να δραστηριοποιηθεί σε πιο υγιής δραστηριότητες σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο (π.χ. ανάπτυξη χόμπι, συμμετοχή σε αθλητικές δραστηριότητες). Σε επίπεδο γονέων, η οικογενειακή θεραπεία στοχεύει στην εκπαίδευση των γονέων ώστε να επέλθει η σταδιακή μείωση των όποιων ψυχιατρικών συμπτωμάτων και η επανακοινωνικοποίηση του εφήβου (Perepletchikova, Krystal & Kaufman, 2008. Williams & Chang, 2000).

Στους ενήλικες που παρουσιάζουν εθισμό σε ουσίες, πέραν των ψυχοθεραπευτικών μεθόδων που αναφέρθηκαν προηγουμένως, αξιοποιούνται και φαρμακευτικές θεραπείες, οι οποίες στοχεύουν στην συστηματική απεξάρτηση από τις εν λόγω ουσίες. Η έρευνα για την αξιοποίηση παρόμοιων φαρμακευτικών μεθόδων σε εφήβους είναι ακόμη σε πρώιμα στάδια, με αποτέλεσμα να είναι νωρίς να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητά τους (Perepletchikova, Krystal & Kaufman, 2008).

Παρά το γεγονός ότι η κατάχρηση ουσιών σχετίζεται με μια πληθώρα αρνητικών συνεπειών και παρενεργειών που προαναφέρθηκαν εκτενώς, είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι η εξαρτημένη συμπεριφορά των εφήβων που κάνουν κατάχρηση ουσιών δεν έχει πάντοτε αποκλειστικά και μόνο αρνητικό αντίκτυπο στη συμπεριφορά τους. Για παράδειγμα, έχει βρεθεί ότι η εξαρτημένη διαταραχή της προσωπικότητας η οποία μπορεί να είναι παρούσα σε εφήβους με κατάχρηση αλκοόλ μπορεί να δώσει το έναυσμα για θετικές  συμπεριφορές, όπως είναι η δημιουργία εσωτερικών κινήτρων για ακαδημαϊκή επιτυχία, σε μια προσπάθεια του εφήβου να ευχαριστηθούν οι σημαντικοί άλλοι στη ζωή του (Bornstein, 1994).

Βλέπουμε δηλαδή ότι ενώ κάποια χαρακτηριστικά της εξαρτημένης προσωπικότητας μπορεί να είναι αρνητικά σε έναν τομέα (π.χ. ανάπτυξη ψυχοπαθολογίας), ταυτόχρονα μπορεί να αποδειχθούν θετικά σε έναν άλλο τομέα (π.χ. ακαδημαϊκή επίδοση). Αυτή η παρατήρηση υπογραμμίζει το γεγονός ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αποκλειστικά και μόνο ως θετική ή αρνητική, αλλά πάντοτε θα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη ότι αναφερόμαστε σε ένα φάσμα συμπεριφοράς η οποία ανάλογα με το περιβάλλον και τους στόχους του ατόμου μπορεί να πάρει θετική ή αρνητική χροιά. Σε αυτό το γεγονός βασίζονται άλλωστε και οι πλείστες θεραπευτικές προσεγγίσεις των εξαρτήσεων στην εφηβεία, οι οποίες ουσιαστικά προσπαθούν να τονώσουν την υγιή και θετική φύση μιας συμπεριφοράς του εφήβου και να ελέγξουν ή να μειώσουν την αρνητική της φύση (Bornstein, 1994. Perepletchikova, Krystal & Kaufman, 2008).

Συνεργασία

Το άρθρο γράφτηκε σε συνεργασία με την Χριστίνα-Ελένη Μπάμπαλου

31Ψυχολόγος, MSc Αναπτυξιακή και  Σχολική Ψυχολογία (Α.Π.Θ.) – Υπότροφος του Ιδρύματος Ωνάση – Ψυχολόγος στο Δήμο Θεσσαλονίκης, Ψυχοκοινωνική Υποστήριξη Ευπαθών Ομάδων – Συντονίστρια Σχολών Γονέων – Εισηγήτρια Ψυχοεκπαιδευτικών και Βιωματικών Σεμιναρίων +30 6973480170

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Bornstein, R. F. (1994). Adaptive and maladaptive aspects of dependency: an integrative review. The American Journal of Orthopsychiatry, 64(4), 622–635. []
  2. Countryman, J. (2005). Substance Use in Adolescents. Clinical Child Psychiatry, 263-274. []
  3. Gilvarry, E. (2000). Substance abuse in young people. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 41(1), 55-80. []
  4. Williams, R. J., & Chang, S. Y. (2000). A Comprehensive and Comparative Review of Adolescent Substance Abuse Treatment Outcome. Clinical Psychology: Science and Practice, 7(2), 138–166. []
  5. Perepletchikova, F., Krystal, J. H., & Kaufman, J. (2008). Practitioner review: adolescent alcohol use disorders: assessment and treatment issues. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 49(11), 1131–1154.  []
09 Σεπ 2013

Εξαρτήσεις στην εφηβική ηλικία: Διάγνωση – Παράγοντες Κινδύνου – Συννοσηρότητα

Η κατάχρηση ουσιών από εφήβους είναι ένα βασικό θέμα το οποίο απασχολεί όλους όσους ασχολούνται με την εφηβική συμπεριφορά, από τους ειδικούς ψυχικής υγείας που ενδιαφέρονται για τα αίτια, τις επιπτώσεις και την αντιμετώπισή της έως και τους γονείς οι οποίοι φοβούνται για την σωματική και ψυχική υγεία των παιδιών τους. Μολονότι η χρήση ουσιών από εφήβους μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος της φυσιολογικής ανάπτυξής τους, η συμπεριφορά αυτή αποτελεί έναν πρώιμο προβλεπτικό παράγοντα κατάχρησης ουσιών στην ενήλικη ζωή, καθώς έως και το 90% των ενηλίκων που κάνουν κατάχρηση ουσιών ξεκίνησαν τη χρήση τους ήδη από την εφηβεία1 .

Οι έφηβοι, μην έχοντας φτάσει σε ένα ώριμο επίπεδο ελέγχου των σκέψεων, των συναισθημάτων και των παρορμήσεών τους, πειραματίζονται με την χρήση ουσιών, κάτι που τους καθιστά έναν ευάλωτο πληθυσμό για την ανάπτυξη συμπεριφορών εξάρτησης.

Εάν και διαφορετικές μελέτες δίνουν διαφορετικούς ορισμούς στην κατάχρηση ουσιών2, ένας γενικά αποδεκτός ορισμός από την επιστημονική κοινότητα είναι αυτός που δίνει ο Αμερικάνικος Ψυχιατρικός Σύνδεσμος στο DSM-IV-TR3 , ο οποίος ορίζει δύο διαφορετικές εκδοχές προβλημάτων σχετιζόμενων με τη χρήση ουσιών: κατάχρηση ουσιών και εξάρτηση από ουσίες. Για την διάγνωση της εξάρτησης από ουσίες το DSM-IV-TR απαιτεί την παρουσία συμπτωμάτων εξάρτησης για μια περίοδο 12 μηνών.

Ως συμπτώματα της εξάρτησης ορίζει την παρουσία τουλάχιστον τριών εκ των ακόλουθων συμπτωμάτων: 1) την ανοχή στην χρήση μια ουσίας η οποία υποδηλώνεται με την ανάγκη του ατόμου για χρήση όλο και μεγαλύτερων ποσοτήτων ουσιών ώστε να επέλθει “τοξίκωση”, 2) εμφάνιση στερητικού συνδρόμου όταν διακοπεί ή μειωθεί η χρήση, 3) το άτομο καταναλώνει μεγαλύτερες ποσότητες της ουσίας ή για μεγαλύτερο διάστημα από το οποίο ήθελε αρχικά, 4) το άτομο έχει έντονη επιθυμία να σταματήσει την χρήση της ουσίας ή κάνει αποτυχημένες προσπάθειες προς αυτό το στόχο, 5) το άτομο επενδύει μεγάλο μέρος του χρόνου του για να αποκτήσει την επιθυμητή ουσία, 6) το άτομο αποσύρεται από κοινωνικές, εργασιακές ή προσωπικές δραστηριότητες ως αποτέλεσμα της χρήσης ουσιών, 7) το άτομο συνεχίζει να καταναλώνει τις ουσίες, παρόλο που το ίδιο γνωρίζει ότι του προκαλούν σωματικά ή ψυχολογικά προβλήματα.

Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες ο αριθμός των εφήβων που κάνουν χρήση ναρκωτικών ή αλκοόλ παρουσιάζει μια μείωση, αλλά τα ποσοστά χρήσης παραμένουν υψηλά (Countryman, 2005. Gilvarry, 2000). Έρευνες στις ΗΠΑ υποδεικνύουν ότι το 51% των εφήβων ηλικίας έως 18 ετών έχουν κάνει χρήση κάποιου ναρκωντικού ή αλκοόλ, τουλάχιστον μία φορά στη ζωή τους, το 46% έχει κάνει χρήση μαριχουάνας, ενώ ένα ποσοστό που κυμαίνεται στο 10% έχουν χρησιμοποιήσει και πιο σκληρά ναρκωτικά όπως είναι το LSD, οι αμφεταμίνες, η κοκαΐνη κ.α. (Countryman, 2005).

Παρόμοιες έρευνες στην Μεγάλη Βρετανία έφτασαν σε παρόμοια αποτελέσματα, όπου το 42,6% των ερωτηθέντων ηλικίας έως 18 ετών είχε κάνει χρήση κάποιας ναρκωτικής ουσίας ή αλκοόλ, με την κάνναβη να έχει την πρώτη θέση στις προτιμήσεις των εφήβων, ιδιαίτερα μεταξύ των καπνιστών (Gilvarry, 2000). Στην Ελλάδα, η κάνναβη παραμένει η πιο διαδεδομένη παράνομη ουσία με 2 στους 10 εφήβους να αναφέρουν εμπειρία χρήσης της4 .

Ένα μεγάλο εύρος γενετικών, περιβαλλοντικών και ψυχολογικών παραγόντων αυξάνουν την πιθανότητα χρήσης και κατάχρησης ουσιών από τους εφήβους. Εδώ και αρκετές δεκαετίες η επιστημονική κοινότητα έχει εντοπίσει κάποιους γενετικούς παράγοντες που είναι πολύ πιθανό να επηρεάζουν την συμπεριφορά κάποιων ατόμων απέναντι στη χρήση ουσιών ή τα επίπεδα ανοχής τους κατά τη χρήση τους, αλλά ακόμη δεν έχουν υπάρξει ξεκάθαρα αποτελέσματα ως προς την βαρύτητα τους. Οι έρευνες στον τομέα αυτό έχουν γίνει κυρίως πάνω στο θέμα της εξάρτησης από το αλκοόλ, κυρίως λόγω των υψηλότερων ποσοστών κατάχρησης της συγκεκριμένης ουσίας.

Συγκεκριμένα, υπάρχουν ενδείξεις ότι συγκεκριμένα γονίδια εμπλέκονται στην φυσιοπαθολογία στον αλκοολισμό, επηρεάζοντας την ανοχή των ατόμων στη χρήση αλκοόλ. Ταυτόχρονα, επιδημιολογικές έρευνες υπογραμμίζουν ότι η ύπαρξη ενός αλκοολικού βιολογικού γονέα ορισμένες φορές φαίνεται να αυξάνει την πιθανότητα ανάπτυξης αλκοολικής συμπεριφοράς από τα παιδιά (Countryman 2005. Gilvarry, 2000), ενώ άλλες φορές όχι5 , αποτελέσματα τα οποία αφήνουν ανοιχτό το ερώτημα της γενετικής επίδρασης στον αλκοολισμό.

Το περιβάλλον των εφήβων από την άλλη φαίνεται πως είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που συμβάλλουν στην ανάπτυξη συμπεριφοράς εξάρτησης από ουσίες. Οι γονείς και τα μεγαλύτερα αδέλφια αποτελούν πρότυπα συμπεριφοράς για τα μικρά παιδιά, με αποτέλεσμα οι όποιες συνήθειες των ατόμων αυτών, και ιδιαίτερα των μεγαλύτερων αδερφών, να αναπτύσσονται και στα παιδιά κατά την εφηβική ηλικία μέσω της μίμησης προτύπων (Countryman, 2005. Spooner, 2009). Ένα βίαιο οικογενειακό περιβάλλον και η κακοποίηση του παιδιού από μέλη της οικογένειάς του αυξάνει τις πιθανότητες εξάρτησης από ουσίες6 , ενώ αντίθετα, οι στενοί οικογενειακοί δεσμοί και ένα υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον μειώνουν αυτή την πιθανότητα (Countryman, 2005). Πέρα από το οικογενειακό περιβάλλον, οι συμπεριφορές της παρέας των εφήβων και η ανεκτικότητά τους απέναντι στη χρήση ουσιών είναι ένας εξίσου σημαντικός παράγοντας που αυξάνει την πιθανότητα κατάχρησης, δεδομένου ότι οι έφηβοι σε πολλές περιπτώσεις τείνουν να περνούν περισσότερο χρόνο με τους φίλους τους παρά με την οικογένειά τους (Countryman, 2005).

Τα αγόρια και τα κορίτσια παρουσιάζουν διαφορετικές συμπεριφορές απέναντι στις εξαρτήσεις, με τα αγόρια να ξεκινούν την κατανάλωση αλκοόλ νωρίτερα από τα κορίτσια και να μεθούν συχνότερα σε σχέση με τα κορίτσια της ηλικίας τους. Το ίδιο μοτίβο συμπεριφοράς ισχύει και για την χρήση ναρκωτικών ουσιών, στις οποίες τα αγόρια είναι πολύ πιο πιθανό να καταφύγουν όταν αντιμετωπίζουν κάποιο προσωπικό πρόβλημα (Spooner, 2009).

Το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο της οικογένειας του εφήβου ερευνάται επίσης ως προβλεπτικός παράγοντας της κατάχρησης ουσιών, αλλά οι μέχρι τώρα έρευνες δεν δείχνουν να καταλήγουν σε ένα γενικά αποδεκτό συμπέρασμα ως προς αυτόν τον παράγοντα. Τα παιδιά τα οποία μεγαλώνουν σε πιο φτωχές γειτονιές τείνουν να έχουν αυξημένες πιθανότητες χρήσης αλκοόλ κυρίως λόγω της ανεκτικότητας του περιβάλλοντος προς αυτή τη συμπεριφορά, ενώ τα παιδιά από μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα μπορούν να καταλήξουν στην ίδια συμπεριφορά όχι λόγων της ανεκτικότητας του περιβάλλοντός τους, αλλά γιατί έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν αλκοόλ. Επομένως η κοινωνικοοικονομική κατάσταση του εφήβου φαίνεται πως είναι ένας δευτερεύων και έμμεσος παράγοντας κινδύνου (Spooner, 2009).

Τέλος, η προσωπικότητα του εφήβου μπορεί να μας πει πολλά για τις πιθανότητες που έχει ο έφηβος να αναπτύξει συμπεριφορές εξάρτησης από ουσίες. Οι έφηβοι οι οποίοι χαρακτηρίζονται από επιθετικότητα, καταθλιπτική συμπεριφορά, παρορμητικότητα, κοινωνική απομόνωση και ανεκτική συμπεριφορά απέναντι στη χρήση ουσιών, έχουν αυξημένες πιθανότητες να διαγνωστούν στο μέλλον ως άτομα με εξάρτηση από ουσίες (Countryman, 2005. Spooner, 2009).

Η κατάχρηση ουσιών συχνά εμφανίζεται ταυτόχρονα με άλλες ψυχικές διαταραχές. Έχει υπολογιστεί ότι περίπου το ένα τρίτο όσων αντιμετωπίζουν κάποια ψυχική διαταραχή έχει κάνει κατάχρηση ναρκωτικών ουσιών ή/και αλκοόλ (Gilvarry, 2000). Όπως θα αναλύσουμε και στη συνέχεια, οι ψυχικές διαταραχές που σχετίζονται σε σημαντικό βαθμό με την κατάχρηση ουσιών είναι η κατάθλιψη, η διπολική διαταραχή, οι διαταραχές άγχους, η σχιζοφρένεια, η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και/ή υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ), η διαταραχή διαγωγής, οι διατροφικές διαταραχές και η αυτοκτονική συμπεριφορά789 .

Οι γυναίκες με εθισμό σε ουσίες τείνουν να έχουν υψηλότερα ποσοστά μείζουσας κατάθλιψης σε σχέση με τους άνδρες, με το 60% των διαγνωσθέντων γυναικών να παρουσιάζουν την κατάθλιψη ως δευτερεύων σύμπτωμα και το 16% ως πρωτεύων (Countryman, 2005. Hemphälä & Tengström, 2010). Από την άλλη όμως, όσα έφηβα αγόρια διαγιγνώσκονται με μείζουσα καταθλιπτική διαταραχή έχουν σημαντικά αυξημένες πιθανότητες να εμφανίζουν εξάρτηση σε ουσίες σε σχέση με τους συνομηλίκους τους που δεν έχουν αυτή τη διάγνωση. Πέρα από την κατάθλιψη όμως, και η δυσθυμική συμπεριφορά παρουσιάζεται σε πολλούς εφήβους πριν την έναρξη κατάχρησης ουσιών (Gilvarry, 2000).

Αντίθετα με τα όσα ισχύουν για την κατάθλιψη, οι διαταραχές άγχους σε συνδυασμό με την κατάχρηση ουσιών παρουσιάζονται πιο συχνά σε άνδρες παρά σε γυναίκες, κάτι που ισχύει και στην εφηβική ηλικία. Στις περιπτώσεις αυτές η έναρξη κάποιας διαταραχής άγχους προηγείται της έναρξης κατάχρησης ουσιών (Countryman, 2005. Hemphälä & Tengström, 2010).

Η διπολική διαταραχή είναι δύσκολο να διαγνωσθεί σε εφήβους και ακόμη πιο δύσκολο στις περιπτώσεις που συνοδεύεται από κατάχρηση ουσιών. Όμως, εάν προϋπάρχει η διάγνωση της διπολικής διαταραχής σε κάποιον έφηβο και ακολουθηθεί θεραπευτική αγωγή, τότε οι πιθανότητες να γίνει κατάχρηση ουσιών ή να αναπτυχθεί εξάρτηση από ουσίες μειώνονται σημαντικά (Countryman, 2005).

Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η ΔΕΠ-Υ, μια γνωστική διαταραχή, επίσης εμφανίζεται στις περιπτώσεις κατάχρησης ουσιών. Υπάρχει μια ανοιχτή συζήτηση στην επιστημονική κοινότητα σε σχέση με το εάν η παρουσία της ΔΕΠ-Υ σχετίζεται άμεσα με τον αυξημένο κίνδυνο κατάχρησης ουσιών ή εάν η παρουσία της διαταραχής διαγωγής είναι ο πραγματικός παράγοντας κινδύνου, καθώς οι έφηβοι με ΔΕΠ-Υ και διαταραχή διαγωγής παρουσιάζουν αυξημένες πιθανότητες κατάχρησης και εθισμού σε ουσίες σε σχέση με εφήβους που παρουσιάζουν αποκλειστικά και μόνο τη συμπτωματολογία της ΔΕΠ-Υ (Countryman, 2005. Gilvarry, 2000.).

Όσον αφορά τη συνοσηρότητα κατάχρησης ουσιών και διατροφικών διαταραχών, αυτή εμφανίζεται κυρίως στα κορίτσια, τα οποία έτσι και αλλιώς έχουν αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης διατροφικών διαταραχών σε σχέση με τα αγόρια. Τα κορίτσια με διατροφικές διαταραχές και ιδιαίτερα αυτά που παρουσιάζουν βουλιμία έχουν αυξημένες πιθανότητες να κάνουν κατάχρηση αμφεταμινών με σκοπό τη μείωση του βάρους τους. Η ταυτόχρονη παρατήρηση κατάχρησης ή εθισμού σε ουσίες και διατροφικών διαταραχών είναι σπάνια στα αγόρια (Countryman, 2005).

Μια άλλη περίπτωση συνοσηρότητας, η οποία εμφανίζεται συχνά, αφορά στην ταυτόχρονη ύπαρξη συμπτωμάτων σχιζοφρένειας και εθισμού σε ουσίες. Καθώς η σχιζοφρένεια στις περισσότερες περιπτώσεις εμφανίζεται στα πρώιμα στάδια της εφηβείας, ορισμένοι από τους εφήβους προσπαθούν να ελέγξουν τα ψυχωσικά συμπτώματα με τη χρήση ουσιών. Η κατάχρηση ουσιών είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στις περιπτώσεις σχιζοφρενών ασθενών, καθώς μπορεί να μειώσει ή να εκμηδενίσει την αποτελεσματικότητα της ψυχοφαρμακευτικής αγωγής (Countryman, 2005).

Τέλος, η αυτοκτονική συμπεριφορά είναι πολύ συχνά παρούσα στις περιπτώσεις εθισμού σε ουσίες. Υπολογίζεται ότι σε ένα ποσοστό της τάξης του 70% όσων έχουν κάνει επιτυχημένες απόπειρες αυτοκτονίας ήταν χρήστες ναρκωτικών ουσιών ή αλκοόλ (Countryman, 2005. Esposito-Smythers & Spirito, 2004). Επιπλέον, το ένα τρίτο των εφήβων που έχουν εισαχθεί σε νοσοκομείο μετά από απόπειρα αυτοκτονίας αναφέρουν κατάχρηση ουσιών τουλάχιστον μια φορά κατά τους τελευταίους τρεις μήνες, ενώ το ένα πέμπτο παρουσιάζει συμπτώματα εθισμού σε ουσίες και κυρίως αλκοόλ (Esposito-Smythers & Spirito, 2004). Έρευνες σε άτομα με χρόνιο πρόβλημα εθισμού σε ουσίες έχουν δείξει ότι περίπου το 20% των εθισμένων έχουν κάνει τουλάχιστον μία απόπειρα αυτοκτονίας κατά την τελευταία διετία. Σε γενικές γραμμές υπολογίζεται ότι η πιθανότητα να κάνει κάποιος απόπειρα αυτοκτονίας τριπλασιάζεται εάν κάνει και κατάχρηση ουσιών ή παρουσιάζει εθισμό σε ουσίες (Esposito-Smythers & Spirito, 2004).

Συνεργασία

Το άρθρο γράφτηκε σε συνεργασία με την Χριστίνα-Ελένη Μπάμπαλου 31Ψυχολόγος, MSc Αναπτυξιακή και  Σχολική Ψυχολογία (Α.Π.Θ.) – Υπότροφος του Ιδρύματος Ωνάση – Ψυχολόγος στο Δήμο Θεσσαλονίκης, Ψυχοκοινωνική Υποστήριξη Ευπαθών Ομάδων – Συντονίστρια Σχολών Γονέων – Εισηγήτρια Ψυχοεκπαιδευτικών και Βιωματικών Σεμιναρίων +30 6973480170  

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Countryman, J. (2005). Substance Use in Adolescents. Clinical Child Psychiatry, 263-274. []
  2. Gilvarry, E. (2000) . Substance abuse in young people. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 41(1), 55-80. []
  3. American Psychiatric Association. (2000). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, Fourth Edition: DSM-IV-TR®. American Psychiatric Pub. []
  4. Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Πληροφόρησης για τα Ναρκωτικά, Ηλεκτρονική Ιστοσελίδα,http://www.ektepn.gr []
  5. Spooner, C. (1999). Causes and correlates of adolescent drug abuse and      implications for treatment. Drug and Alcohol Review, 18, 453-475. []
  6. Hyucksun Shin, S. (2012). A longitudinal examination of the relationships between childhood maltreatment and patterns of adolescent substance use among high-risk adolescents. The American Journal on Addictions, 21(5), 453–461. []
  7. Bornstein, R. F. (1994). Adaptive and maladaptive aspects of dependency: an integrative review. The American Journal of Orthopsychiatry, 64(4), 622–635. []
  8. Esposito-Smythers, C., & Spirito, A. (2004). Adolescent substance use and suicidal behavior: a review with implications for treatment research. Alcoholism, Clinical and Experimental Research, 28(5 Supp), 77S–88S. []
  9. Hemphälä, M., & Tengström, A. (2010). Associations between psychopathic traits and mental disorders among adolescents with substance use problems. The British Journal of Clinical Psychology, 49, 109–122. []
09 Ιούν 2013

Τα ποσοστά ψυχοπαθολογίας στην Ελλάδα

Ένα σοβαρό ερώτημα το οποίο απασχολεί την ελληνική επιστημονική κοινότητα στο χώρο της ψυχολογίας εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες είναι το ποσοστό των Ελλήνων πολιτών οι οποίοι αντιμετωπίζουν κάποια ψυχική διαταραχή. Λόγω πολλαπλών παραγόντων που σχετίζονται με τον τρόπο λειτουργίας και οργάνωσης των δομών ψυχικής υγείας στην Ελλάδα, αλλά και προβλημάτων μεθοδολογίας, δεν έχει υπάρξει κάποια μεγάλη έρευνα πάνω σε αυτόν τον τομέα για τουλάχιστον 30 χρόνια. Αυτό το ερώτημα απασχολούσε και μια ομάδα ερευνητών του Πανεπιστημίου των Ιωαννίνων, η οποία κατάφερε να οργανώσει μια (σχεδόν) πανελλαδική έρευνα με σκοπό να δώσει κάποιες απαντήσεις σχετικά με τον επιπολασμό (συχνότητα εμφάνισης) ψυχικών διαταραχών στον γενικό πληθυσμό της Ελλάδας1 .

Όπως αναφέρουν και οι ερευνητές στο άρθρο τους, τα ποσοστά επιπολασμού ψυχικών διαταραχών ανά το παγκόσμιο κυμαίνονται στα επίπεδα του 12%. Με άλλα λόγια, αυτή τη στιγμή περίπου ένας στους δέκα κατοίκους αυτού του πλανήτη αντιμετωπίζει κάποια ψυχική διαταραχή ελαφριάς, μέτριας ή βαριάς μορφής. Οι πιο συχνά εμφανιζόμενες διαταραχές είναι αυτές που σχετίζονται καταθλιπτικά συμπτώματα και άγχος.

Η επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου των Ιωαννίνων θέλησε να έχει ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα απαντήσεων από όλες τις γωνιές της Ελλάδος: τα μεγάλα αστικά κέντρα, την λοιπή ηπειρωτική Ελλάδα αλλά και τα νησιά. Λόγω προβλημάτων οικονομικής φύσεως όμως αποφασίστηκε η έρευνα να μην καλύψει και την Κρήτη, για την οποία υπάρχουν δεδομένα από άλλες έρευνες που επικεντρώθηκαν στον πληθυσμό του εν λόγω νησιού. Το τελικό δείγμα της έρευνας αποτελούνταν από 9800 άτομα ηλικίας 18-70 ετών (περίπου 50% άνδρες και 50% γυναίκες), παντρεμένα σε ποσοστό 60% και εργαζόμενα σε ποσοστό 60%, επιλεγμένα τυχαία αλλά αντιπροσωπευτικά από όλη την υπόλοιπη Ελλάδα. Η έρευνα έγινε με τη μορφή ερωτηματολογίων από τον Σεπτέμβριο του 2009 έως και τον Φεβρουάριο του 2010.

Πριν παρουσιάσουμε τα αποτελέσματα της έρευνας έχει ενδιαφέρον να υπογραμμίσουμε μια σημαντική παρατήρηση που έκαναν και οι ίδιοι οι ερευνητές. Μόνο το 54% των ερωτηθέντων δέχτηκαν να απαντήσουν στην έρευνα, με αποτέλεσμα οι τελικές στατιστικές αναλύσεις να γίνουν με ένα δείγμα της τάξεως των 5000 ατόμων. Οι γυναίκες και οι μεσήλικες ήταν αυτοί οι οποίοι έδειξαν τα μεγαλύτερα ποσοστά άρνησης συμμετοχής στην έρευνα. Μια εικασία που μπορούμε να κάνουμε είναι ότι αυτή η συμπεριφορά σε κάποιο βαθμό μπορεί να οφείλεται στην έλλειψη παιδείας των Ελλήνων γύρω από θέματα ψυχιατρικής, με αποτέλεσμα τον στιγματισμό ερωτημάτων που σχετίζονται με την ψυχική μας υγεία.

Το ερωτηματολόγιο που χρησιμοποίησε η ερευνητική ομάδα αξιολογούσε την παρουσία 14 ψυχιατρικών συμπτωμάτων κατά τη διάρκεια α)της τελευταίας εβδομάδας και β)κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι συμμετέχοντες σε ένα ποσοστό της τάξεως του 15% εμφάνιζαν τα συμπτώματα της ψυχολογικής κόπωσης, ευερεθιστότητας και της ανησυχίας, ενώ τα χαμηλότερα ποσοστά (5%) εμφανίστηκαν για τις εμμονές, τις φοβίες και τον πανικό. Οι γυναίκες είχαν υψηλότερα ποσοστά εμφάνισης ψυχιατρικών συμπτωμάτων σε σχέση με τους άνδρες. Συνολικά, υπολογίστηκε ότι το 14% των συμμετεχόντων παρουσίαζε κάποια μέτρια ή σοβαρή ψυχοπαθολογία, με τις γυναίκες να έχουν υψηλότερα ποσοστά από τους άνδρες.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, η πιο συχνά εμφανιζόμενη ψυχική διαταραχή στην Ελλάδα είναι η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή (ΓΑΔ) με ποσοστό 4,1%, ακολουθούμενη από τα καταθλιπτικά επεισόδια με ποσοστό 2,9%. Οι συμμετέχοντες σε ποσοστό της τάξεως του 7,5% πληρούσαν τα κριτήρια για μία τουλάχιστον διαταραχή σχετιζόμενη με το άγχος ή/και την κατάθλιψη. Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι το 50% των συμμετεχόντων παρουσίαζε τα ψυχοπαθολογικά συμπτώματα για διάστημα τουλάχιστον ενός έτους. Με απλά λόγια, με μια απλή αναγωγή συμπεραίνουμε πως περίπου το 6,5% του πληθυσμού παρουσιάζει χρόνια ψυχοπαθολογική συμπτωματολογία.

Οι μεγαλύτερες ηλικίες (50-70 ετών) παρουσίαζαν αυξημένα ποσοστά κατάθλιψης και άγχους σε σχέση με τις άλλες ηλικιακές ομάδες, πιθανόν λόγω της ταυτόχρονης ύπαρξης κάποιου οργανικού προβλήματος το οποίο φυσικά επιβαρύνει και ψυχολογικά αυτά τα άτομα.

Μεγάλο ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζουν και οι αριθμοί κατάχρησης αλκοόλ και άλλων ουσιών, καθώς βρέθηκε ότι σε ένα ποσοστό περίπου 12,6% του πληθυσμού κάνει κατάχρηση αλκοόλ, με τους άνδρες να έρχονται πρώτοι (16,9%) σε σχέση με τις γυναίκες (8,5%). Το 40% του πληθυσμού βρέθηκε πως είναι καπνιστές (καπνίζει συστηματικά τον τελευταίο μήνα) με τους άνδρες και πάλι να έρχονται πρώτοι και σε αυτή την κατάχρηση (50% των ανδρών έναντι 30% των γυναικών). Η χρήση χασίς κυμαίνεται στο 2%.

Τέλος, οι ερευνητές εστιάζουν την προσοχή μας στο γεγονός ότι τα αποτελέσματα της πανελλήνιας έρευνας επαληθεύουν την αντίληψη που θέλει τους κατοίκους των νησιωτικών περιοχών και ιδιαίτερα των πιο μικρών νησιών να παρουσιάζουν αυξημένα ποσοστά ψυχοπαθολογίας σε σχέση με τους κατοίκους της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Κάνοντας μια σύγκριση των ευρημάτων με τα ποσοστά επιπολασμού στην υπόλοιπη Ευρώπη, οι ερευνητές αναφέρουν ότι στην Ελλάδα παρουσιάζουμε μειωμένα ποσοστά κατάθλιψης σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρώπης αλλά αυξημένα ποσοστά γενικευμένου άγχους και αγχωδών διαταραχών.

Στην προσπάθειά της έρευνας να λάβει υπόψη και κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες που ενδεχομένως συμβάλλουν στην ανάπτυξη της ψυχοπαθολογίας, βρέθηκε ότι η ανεργία -από την οποία υποφέρει το ένα τέταρτο της Ελλάδας- σχετίζεται με υψηλότερα ποσοστά εμφάνισης ψυχοπαθολογικών συμπτωμάτων, ιδιαίτερα των καταθλιπτικών. Η ακριβής σχέση του παράγοντα της ανεργίας και της ψυχοπαθολογίας αναμένεται να ερευνηθεί σε βάθος σε μια μελλοντική δημοσίευση της ίδιας επιστημονικής ομάδας.

Σε γενικές γραμμές βλέπουμε ότι τα ποσοστά ψυχοπαθολογικών συμπτωμάτων στη χώρα μας είναι στα ίδια επίπεδα με αυτά της υπόλοιπης Ευρώπης. Κύριο ψυχιατρικό σύμπτωμα στην ελληνική κοινωνία φαίνεται πως είναι οι αγχώδεις και καταθλιπτικές διαταραχές, όπως ακριβώς βλέπουμε ότι συμβαίνει και στον υπόλοιπο κόσμο2. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον βεβαίως παρουσιάζει η συσχέτιση μεταξύ ανεργίας και ανάπτυξης ψυχοπαθολογικών συμπτωμάτων, αν και πρέπει να τονίσουμε ότι η έρευνα έγινε τέλη του 2009, στις αρχές δηλαδή της ελληνικής οικονομικής κρίσης. Θα είχε ενδιαφέρον εάν είχαμε δεδομένα από το 2011 και έπειτα, όταν η οικονομική ύφεση άρχισε να βαθαίνει επικίνδυνα και η ανεργία να εκτοξεύεται σε δυσθεώρητα ύψη. Μια σύγκριση μεταξύ της προ-κρίσης και μετά-κρίσης εποχών θα έδειχνε εμμέσως τον ψυχολογικό αντίκτυπο του γενικότερου ασταθούς οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού κλίματος που αντιμετωπίζει η χώρα μας.

Τέλος, ένα σημείο της έρευνας που προσωπικά με προβληματίζει ιδιαίτερα είναι τα υψηλότατα ποσοστά μη συμμετοχής στην έρευνα. Οι μισοί συμμετέχοντες αρνήθηκαν να απαντήσουν στα ερωτηματολόγια. Υποψιάζομαι ότι η πιο πιθανή αιτία είναι η έλλειψη ενημέρωσης γύρω από θέματα ψυχικής υγείας και ο γενικότερος στιγματισμός που επικρατεί γύρω από αυτά τα θέματα, τα οποία θεωρούνται ταμπού από μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού. Μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα θα έπρεπε να διαθέτει ένα καλά δομημένο σύστημα ψυχικής υγείας, το οποίο να έχει καταφέρει να έρθει κοντά στον απλό, καθημερινό πολίτη και να τον ενημερώσει σωστά, αντικειμενικά και χωρίς διαστρεβλώσεις για τον ορισμό και την σημαντικότητα της ψυχικής υγείας, με απώτερο σκοπό την πρόληψη και την έγκαιρη διάγνωση των ψυχικών διαταραχών.

Εισαγωγική Εικόνα

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Skapinakis, P., Bellos, S., Koupidis, S., Grammatikopoulos, I., Theodorakis, P. N., & Mavreas, V. (2013). Prevalence and sociodemographic associations of common mental disorders in a nationally representative sample of the general population of Greece. BMC Psychiatry, 13(1), 163. doi:10.1186/1471-244X-13-163 []
  2. Cross-national comparisons of the prevalences and correlates of mental disorders. Bulletin of the World Health Organization, 78(4), 413-426. []
21 Απρ 2013

LSD: η ιστορία, τα στατιστικά χρήσης και οι επιπτώσεις της κατανάλωσης στη σωματική και ψυχική υγεία

Άλμπερτ Χόφμαν, εργαζόμενος στην φαρμακοβιομηχανία Σαντόζ, πειραματιζόταν πάνω σε διάφορες χημικές ουσίες με σκοπό να βρει ένα νέο, αποτελεσματικό διεγερτικό του αίματος. Ανάμεσα στις χημικές ουσίες που ανακάλυψε ήταν και η λυσεργική διαιθυλαμίδη (Lysergic acid diethylamide), ευρέως γνωστή και ως LSD.

Οι επιπτώσεις της νέας ουσίας στον ανθρώπινο οργανισμό θα παρέμεναν άγνωστες εάν ο ίδιος ο Χόφμαν δεν αποφάσιζε πέντε χρόνια αργότερα (1943) να συνεχίζει την έρευνα πάνω στο LSD. Καθώς έκανε τα πειράματά του, κατα λάθος δοκίμασε κάποια μικροποσότητα LSD που έμεινε στις άκρες των νυχιών του όταν άγγιξε το σκεύασμα. Ο Χόφμαν αργότερα θα περιέγραφε την εμπειρία του:

Άμεσως ένοιωσα μια μεγάλη ένταση, αλλά και μια ελαφρά, ευχάριστη ζαλάδα. Πήγα στο σπίτι μου, όπου βρέθηκα σε μια όχι και τόσο δυσάρεστη κατάσταση χαρακτηριζόμενη από αυξημένη φαντασία. Έκλεισα τα μάτια μου και ήταν σαν να βρίσκομαι σε όνειρο: έβλεπα παντού εικόνες και σχήματα με έντονα χρώματα, σαν από καλειδοσκόπιο. Η επίδραση του ναρκωτικού κράτησε περίπου 2 ώρες.

Παρά το γεγονός ότι δεν βρέθηκε κάποια συγκεκριμένη χρήση του ναρκωτικού για ιατρικούς λόγους, το LSD διαδόθηκε γρήγορα μέσω των ιατρικών εργαστηρίων στα οποία δόθηκε ποσότητα LSD για πειράματα. Τις αμέσως επόμενες δεκαετίες το LSD ήταν από τα πρώτα σε κατανάλωση ναρκωτικά παγκοσμίως.

Επιπτώσεις του LSD

Αν και μετά την αρχική ανακάλυψή του ναρκωτικού, η επιστημονικη κοινότητα δεν έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το LSD, η αυξημένη χρήση του από μια μερίδα πληθυσμού και ιδιαίτερα τη νεολαία, ήταν αναμενόμενο να οδηγήσει στη μελέτη των επιπτώσεών του στον άνθρωπο12 . Ακόμη και σήμερα όμως η εξειδικευμένη έρευνα πάνω στο LSD παραμένει σχετικά περιορισμένη, με τις περισσότερες μελέτες να ασχολούνται με πειραματικά μοντέλα σε πειραματόζωα345 . Γνωρίζουμε με σχετική σιγουριά πάντως ότι το LSD επηρεάζει τον μηχανισμό απελευθέρωσης και πρόσληψης σεροτονίνης στον εγκέφαλο. Η σεροτονίνη είναι ένας νευροδιαβιβαστής  ο οποίος σχετίζεται με τη λειτουργία πολλαπλών εγκεφαλικών συστημάτων που σχετίζονται με τον έλεγχο της συμπεριφοράς, την αντίληψη των ερεθισμάτων, τα συναισθήματα, τον έλεγχο της κίνησης, την πείνα, την θερμοκρασία του σώματος αλλά και τη σεξουαλική συμπεριφορά.

Όπως αναφέραμε, το LSD επιφέρει μια σειρά αλλαγών στον τρόπο λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου. Οι επιπτώσεις του όμως αφορούν γενικότερα και τον τρόπο λειτουργίας του συνόλου του οργανισμού μας. Οι κύριες σωματικές επιπτώσεις της χρήσης LSD είναι:

  • Εφίδρωση
  • Ξηρότητα στόματος
  • Διαστολή κορών των ματιών
  • Αλλαγή στη θερμοκρασία του σώματος
  • Αϋπνία
  • Απώλεια όρεξης

Οι επιπτώσεις σε βιολογικό επίπεδο έχουν ως αποτέλεσμα και την δημιουργία συμπτωμάτων σε επίπεδο γνωστικών και συναισθηματικών λειτουργιών. Οι κυριες ψυχολογικές επιπτώσεις της κατανάλωσης, όπως είδαμε εν μέρει και από την εμπειρία του Χόφμαν, είναι:

  • Παραισθήσεις (παρανόηση κυρίως οπτικών ερεθισμάτων)
  • Ψευδαισθήσεις (αντίληψη ανύπαρκτων κυρίως οπτικών ερεθισμάτων)
  • Διαστρέβλωση της αντίληψης του χώρου και του χρόνου (αποπροσανατολισμός)
  • Διαστρέβλωσης αντίληψης προσωπικής ταυτότητας
  • Έντονος χρωματισμός συναισθημάτων και σκέψεων(ευχάριστα ή δυσάρεστα)
  • Έμμονες ιδέες
  • Κρίση πανικού
  • Απώλεια ελέγχου
  • Υπερσεξουαλικότητα ή απώλεια σεξουαλικής επιθυμίας

Ανάλογα με τη συχνότητα και την ποσότητα κατανάλωσης αλλά και τον οργανισμό του χρήστη, οι επιπτώσεις του LSD μπορεί να διαφέρουν σε ένταση και χρονική διάρκεια. Μια συνηθισμένη δοσολογία LSD (ένα δισκίο) έχει επίδραση από μερικά λεπτά έως λίγες ώρες. Η συχνή χρήση LSD, ακριβώς λόγω της μεγάλης διαστρέβλωσης που προκαλεί σε τόσες πολλές γνωστικές και συναισθηματικές λειτουργίες μπορεί οδηγήσει σε εμφάνιση ψυχοπαθολογικής συμπεριφοράς όπως είναι ένα ψυχωσικό ή καταθλιπτικό επεισόδιο ή μια διαταραχή πανικού.

Λόγω των έντονων εμπειριών που προκαλεί, στο εξωτερικό το LSD έχει αρχίσει προσφάτως να χρησιμοποιείται πειραματικά σε κάποια ψυχοθεραπευτικά πλαίσια όπως στην αντιμετώπιση του αλκοολισμού6 . Φυσικά η πειραματική χρήση του σε αυτά τα πλαίσια γίνεται υπό αυστηρούς κανόνες και εξειδικευμένους θεραπευτές, ενώ ακόμη δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την αποτελεσματικότητα της χρήσης του LSD για ψυχοθεραπευτικούς σκοπούς.

Στατιστικά Χρήσης

Στην Ε.Ε. το ποσοστό ενηλίκων που έχουν καταναλώσει LSD τουλάχιστον μια φορά στη ζωή τους είναι μεταξύ 0% (Ρουμανία) έως 5.3% (Ηνωμένο Βασίλειο). Η πλειοψηφία των υπολοίπων χωρών υπολογίζουν τη χρήση LSD από ενήλικες σε 0.3% – 2%. Το ποσοστό χρήσης LSD τουλάχιστον μια φορά στους νέους (15-34 ετών) παραμένει σε χαμηλά ποσοστά που και πάλι βρίσκονται μεταξύ 0% (Ρουμανία) και 5.5% (Ηνωμένο Βασίλειο).

Τέλος, το ποσοστό των ατόμων που δοκίμασαν LSD τουλάχιστον μια φορά κατά τον τελευταίο χρόνο στην Ε.Ε. υπολογίζεται ότι κυμαίνεται σε χαμηλά ποσοστά, καθώς καμία άλλη χώρα δεν ξεπερνάει το ποσοστό της Εσθονίας, το οποίο είναι της τάξεως του 1%.7

Θεραπεία κατάχρησης LSD

Οι χρόνιοι χρήστες LSD αντιμετωπίζονται παγκοσμίως όπως ακριβώς και οι χρήστες των υπόλοιπων ναρκωτικών ουσιών8. Η χρήση ναρκωτικών ουσιών θεωρείται το αποτέλεσμα μιας σειράς άλλων ψυχολογικών δυσλειτουργών ή/και παθολογικών σχέσεων στη ζωή του ατόμου και η θεραπεία μπορεί να γίνει με μια σειρά πρεμβάσεων, όπως είναι η ατομική και η ομαδική ψυχοθεραπεία αλλά και η εισαγωγή σε ειδικές κλινικές αποτοξίνωσης. Σκοπός των παρεμβάσεων δεν είναι απλά να σταματήσει η χρήση ναρκωτικών ουσιών τώρα, αλλά να αποφευχθεί μια νέα χρήση στο μέλλον (υποτροπή).

Εισαγωγική Φωτογραφία

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. M.d, C. S. (1995). Effects of LSD on Somatosensory and Visual Evoked Responses and on the EEG in Man. Στο J. W. M.D (Επιμ.), Recent Advances in Biological Psychiatry(σσ 209–227). Springer New York. []
  2. Stern, W. C., Morgane, P. J., & Bronzine, J. D. (1972). LSD: effects on sleep patterns and spiking activity in the lateral geniculate nucleus. Brain research, 41(1), 199–204. []
  3. Moreno, J. L., Holloway, T., Umali, A., Rayannavar, V., Sealfon, S. C., & González-Maeso, J. (2013). Persistent effects of chronic clozapine on the cellular and behavioral responses to LSD in mice. Psychopharmacology, 225(1), 217–226. doi:10.1007/s00213-012-2809-7 []
  4. Grossman, L., Utterback, E., Stewart, A., Gaikwad, S., Chung, K. M., Suciu, C., … Kalueff, A. V. (2010). Characterization of behavioral and endocrine effects of LSD on zebrafish. Behavioural Brain Research, 214(2), 277–284. doi:10.1016/j.bbr.2010.05.039 []
  5. Hughes, R. N. (1973). Effects of LSD on exploratory behavior and locomotion in rats. Behavioral Biology, 9(3), 357–365. doi:10.1016/S0091-6773(73)80184-1 []
  6. Kurland, A., Savage, C., Pahnke, W. N., Grof, S., & Olsson, J. E. (2009). LSD in the Treatment of Alcoholics. Pharmacopsychiatry, 4(02), 83–94. doi:10.1055/s-0028-1094301 []
  7. European Monitoring Center for Drugs and Drugs Addiction []
  8. Boer, A. P., & Sipprelle, C. N. (1969). Induced Anxiety in the Treatment for LSD Effects. Psychotherapy and Psychosomatics17(2), 108–113. doi:10.1159/000286016 []
28 Οκτ 2009

Είναι η καφεΐνη ναρκωτικό;

Είναι η καφεΐνη ναρκωτικό; Ποια είναι η επίδραση της καφεΐνης στο σώμα και την συμπεριφορά μας; Μια πολύ σύντομη και κατατοπιστική παρουσίαση των διαταραχών που σχετίζονται με την κατανάλωση καφεΐνης.]]>