06 Οκτ 2014

Τα συμπτώματα της σχιζοφρένειας οφείλονται σε μεγάλο βαθμό σε επιδράσεις του περιβάλλοντος

Είναι ευρέως αποδεκτό από την επιστημονική κοινότητα πως η σχιζοφρένεια είναι μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις ψυχικών διαταραχών με ξεκάθαρο βιολογικό υπόβαθρο. Πολλαπλές έρευνες1 έχουν δείξει πως το βιολογικό υπόβαθρο της σχιζοφρένειας υπολογίζεται σε περίπου 50%. Με άλλα λόγια, οι βιολογικοί παράγοντες που σχετίζονται κυρίως με το DNA εξηγούν κατά 50% την ψυχική διαταραχή. Το υπόλοιπο 50% αποδίδεται σε περιβαλλοντικούς παράγοντες οι οποίοι επηρέασαν την εμφάνιση της διαταραχής (π.χ. περιβάλλον γονιών, κοινωνικές συναναστροφές, πολιτισμικό περιβάλλον κτλ).

Επιπολασμός και συμπτώματα της σχιζοφρένειας

Ο επιπολασμός της σχιζοφρένειας (η εμφάνισή της διαταραχής στον γενικό πληθυσμό) υπολογίζεται πως είναι 1% του πληθυσμού, το οποίο εμφανίζει σοβαρά συμπτώματα σχιζοφρένειας που το καθιστούν δυσλειτουργικό στην καθημερινότητά του και καλύπτει πλήρως όλα τα κριτήρια της διαταραχής. Η σχιζοφρένεια δεν είναι μια ενιαία διαταραχή και μπορεί να έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά από άτομο σε άτομο. Σε γενικές γραμμές πάντως τα άτομα με σχιζοφρένεια εμφανίζουν 3 κύρια συμπτώματα: τις παραισθήσεις, την παράνοια και την αίσθηση μεγαλείου.

Οι παραισθήσεις είναι ουσιαστικά μια ψευδή αντίληψη της πραγματικότητας, όπου το άτομο πιστεύει πως ακούει ή βλέπει πράγματα τα οποία όμως κανένας άλλος δεν είναι σε θέση να δει ή να ακούσει. Επειδή η αίσθηση είναι αληθινή, το άτομο δυσκολεύεται να κρίνει ποιες αισθήσεις είναι αληθινές και ποιες όχι. Φανταστείτε εσείς να διαβάζετε αυτό το κείμενο, να ξέρετε πως το έχετε μπροστά σας, να ορκίζεστε ότι το βλέπετε, αλλά κανένας άλλος στο περιβάλλον σας να μην επιβεβαιώνει το αληθές της εμπειρίας σας αυτής.

Υπό τον ευρύ όρο παράνοια αναφερόμαστε σε μη λογικές ιδέες και συνειρμούς που μπορεί να παρουσιάζει κάποιος. Για παράδειγμα, πολλά άτομα με σχιζοφρένεια είναι υπερβολικά καχύποπτα με τον περίγυρό τους, ενδεχομένως πιστεύουν ότι κάποιος τους ακολουθεί συνεχώς ή θέλει το κακό τους. Όπως καταλαβαίνετε αυτό το συναίσθημα είναι πολύ ενοχλητικό για το άτομο καθώς και πάλι το ίδιο δεν αντιλαμβάνεται το παράλογο των σκέψεών του. Για αυτό υπάρχει λογική στις σκέψεις του και η όποια καχυποψία του είναι απολύτως δικαιολογημένη.

Τέλος η αίσθηση μεγαλείου που εμφανίζουν πολλοί σχιζοφρενείς αναφέρεται σε ένα πολύ ισχυρό συναίσθημα μοναδικότητας και υπέρμετρου μεγαλείου που έχουν αυτοί οι ασθενείς. Θεωρούν πως είναι ιδιαιτέρως έξυπνοι, όμορφοι ή πετυχημένοι, κάτι που αυτομάτως δικαιολογεί και την καχυποψία προς τους άλλους, οι οποίοι θεωρούν πως τους ζηλεύουν. Φυσικά δεν είναι σχιζοφρενείς όλοι όσοι έχουν μια πολύ καλή εικόνα για τον εαυτό τους! Το υπέρμετρο αίσθημα μεγαλείου είναι αποκομμένο από την πραγματικότητα και είναι ξεκάθαρα «φουσκωμένο» σε σχέση με αυτό που θα ανέμενε κανείς για οποιονδήποτε που ήταν στη θέση του σχιζοφρενούς.

Έως τώρα οι έρευνες για τις βιολογικές καταβολές της σχιζοφρένειας είχαν ως αντικείμενο διερεύνησης άτομα που έχουν επίσημη διάγνωση σχιζοφρένειας, δηλαδή που τα συμπτώματά τους είναι αρκετά σοβαρής έντασης και εμφανίζονται για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και πιθανότατα βρίσκονται υπό φαρμακευτική αγωγή. Όπως είπαμε ήδη, αυτές οι έρευνες έχουν δείξει πως η σχιζοφρένεια έχει βιολογικά, κληρονομικά χαρακτηριστικά σε ένα ποσοστό της τάξεως του 50%. Ένα ερωτηματικό όμως που παραμένει είναι εάν η κληρονομικότητα αφορά το όλον της διαταραχής ή εάν και τα επιμέρους συμπτώματα των παραισθήσεων, της παράνοιας και της αίσθησης μεγαλείου είναι επίσης κληρονομικά, ακόμη και όταν αυτά εμφανίζονται στον υγιή γενικό πληθυσμό (φυσικά σε μικρότερη κλίμακα).

Βιολογική προδιάθεση ανάπτυξης των συμπτωμάτων της σχιζοφρένειας

Μια πρόσφατη έρευνα προσπάθησε να απαντήσει σε αυτό ακριβώς το ερώτημα2. Η μέθοδος που ακολούθησαν οι ερευνητές είναι παρόμοια με αυτή που ακολουθείται σε κάθε έρευνα που θέλει να διαχωρίσει την επίδραση του περιβάλλοντος και των γονιδίων: έρευνα διδύμων. Για να μελετήσουμε την επίδραση της βιολογίας δεν είναι αρκετό να δούμε εάν κάποια αδέρφια παρουσιάζουν παρόμοια συμπτώματα, καθώς σε αυτή την περίπτωση δεν υπολογίζουμε μια πολύ σημαντική παράμετρο: την επίδραση του κοινού περιβάλλοντος στην ανάπτυξη των συμπτωμάτων.

Οι ερευνητές ακολουθούν δύο συνηθισμένες μεθόδους σε αυτού του τύπου τις μελέτες: Α)Ερευνούν μονοζυγωτικούς διδύμους που έχουν χωριστεί στη γέννα και έχουν μεγαλώσει σε ξεχωριστά περιβάλλοντα ή Β)Ερευνούν μονοζυγωτικούς και ετεροζυγωτικούς διδύμους. Στην συγκεκριμένη μελέτη ακολούθησαν τη δεύτερη μέθοδο. Τόσο οι μονοζυγωτικοί όσο και οι ετεροζυγωτικοί δίδυμοι που μεγαλώνουν στην ίδια οικογένεια έχουν κοινό τον παράγοντα της περιβαλλοντικής επίδρασης, αλλά διαφέρουν σημαντικά στον βιολογικό παράγοντα. Οι μονοζυγωτικοί δίδυμοι προέρχονται από το ίδιο σπερματοζωάριο και ωάριο και μοιράζονται ακριβώς το ίδιο DNA, ενώ οι ετεροζυγωτικοί δίδυμοι προέρχονται από διαφορετικά σπερματοζωάρια και ωάρια και επομένως δεν έχουν ταυτόσημο DNA. Ερευνώντας ένα χαρακτηριστικό (π.χ. η παραισθήσεις) εμφανίζονται πιο συχνά στην ομάδα των ομοζυγωτικών διδύμων σε σχέση με τους ετεροζυγωτικούς, μπορούμε με σχετική ασφάλεια να υποθέσουμε πως η μεγαλύτερη αυτή συχνότητα υποδεικνύει ισχυρότερη επίδραση των βιολογικών παραγόντων στο συγκεκριμένο σύμπτωμα.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η παράνοια εξηγείται κατά 50% από βιολογικές καταβολές, οι παραισθήσεις 15% (στους άνδρες) έως 32% (στις γυναίκες), ενώ το αίσθημα μεγαλείου 44%. Επιπλέον οι ερευνητές παρατήρησαν ότι τα τρία αυτά συμπτώματα δεν εμφανίζονται με μεγάλη συχνότητα ταυτόχρονα στον γενικό πληθυσμό. Βάσει των αποτελεσμάτων αυτών μπορούμε να κάνουμε δύο παρατηρήσεις. Αρχικά βλέπουμε πως, ιδιαίτερα για τις παραισθήσεις, η επίδραση του περιβάλλοντος είναι σαφώς μεγαλύτερη σε σχέση με την επίδραση των βιολογικών παραγόντων. Από την άλλη βλέπουμε πως παρόλο που τα 3 αυτά συμπτώματα λαμβάνονται από κοινού υπόψη για την διάγνωση της σχιζοφρένειας (η οποία όπως είπαμε θεωρείται πως εξηγείται κατά 50% από την κληρονομικότητα), διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους ως προς τα αίτιά τους.

Έτσι το ερώτημα των καταβολών της σχιζοφρένειας αποκτά νέο ενδιαφέρον, καθώς από ότι φαίνεται δεν έχουν όλα τα συμπτώματα κοινές καταβολές μεταξύ τους και επομένως και η ίδια η διαταραχή έχει περισσότερες διαστάσεις από ότι υπολογίζαμε έως τώρα. Παρόλο που έως τώρα η σχιζοφρένεια θεωρείτο ψυχική διαταραχή με έντονες βιολογικές επιδράσεις, η έρευνα αυτή υπογραμμίζει ότι δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να υποτιμούμε την επίδραση του περιβάλλοντος το οποίο είναι εξαιρετικά σημαντικό για την ανάπτυξη των συμπτωμάτων. Εάν ένα άτομο με έντονες βιολογικές καταβολές που κλίνουν προς την εμφάνιση παράνοιας ή παραισθήσεων μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον που δεν είναι πρόσφορο προς αυτά τα συμπτώματα, τότε μειώνονται σε πολύ μεγάλο βαθμό οι πιθανότητες που έχει να αναπτύξει αυτά τα συμπτώματα σε μεγαλύτερο βαθμό και να διαγνωσθεί με σχιζοφρένεια στο μέλλον.

Εισαγωγική Εικόνα

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Tamminga, C. A. (2000). The biology of schizophrenia. Dialogues in Clinical Neurosciences, 2(4), 339–348 []
  2. Zavos, H. M. S., Freeman, D., Haworth, C. M. A., McGuire, P., Plomin, R., Cardno, A. G., & Ronald, A. (2014). Consistent Etiology of Severe, Frequent Psychotic Experiences and Milder, Less Frequent Manifestations: A Twin Study of Specific Psychotic Experiences in Adolescence. JAMA Psychiatry, 71(9), 1049. doi:10.1001/jamapsychiatry.2014.994 []
23 Ιούλ 2014

Οι φωνές των ψευδαισθήσεων αλλάζουν συναισθηματική χροιά ανάλογα με το κοινωνικό περιβάλλον

Οι ακουστικές ψευδαισθήσεις είναι ένα σύμπτωμα που συναντάται σε διάφορες ψυχικές διαταραχές. Υπολογίζεται ότι περίπου 3 στα 4 άτομα που διαγιγνώσκονται με σχιζοφρένεια αναφέρουν ότι έχουν ακουστικές παραισθήσεις, ένα σύμπτωμα που το αντιμετωπίζουν και τα άτομα με διπολική διαταραχή (20%-50%), με μείζων καταθλιπτική διαταραχή (10%) αλλά και με Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες (5%). Πέραν των ψυχικών διαταραχών οι ακουστικές παραισθήσεις μπορούν να προκληθούν από μια σειρά άλλων οργανικών και νευρολογικών παθήσεων, όπως είναι η επιληψία των κροταφικών λοβών, άνοια, εγκεφαλικές βλάβες λόγω τραυματισμού, εγκεφαλικού επεισοδίου ή καρκίνου.1.

Οι ακουστικές παραισθήσεις όμως δεν εμφανίζονται αποκλειστικά και μόνο σε άτομα με ψυχικές διαταραχές. Υπολογίζεται ότι στις δυτικές κοινωνίες ένα ποσοστό 10% – 40% των ατόμων χωρίς ψυχικές διαταραχές αναφέρουν ότι έχουν βιώσει κάποια ακουστική ψευδαίσθηση τουλάχιστον μια φορά στη ζωή τους. Συνήθως αυτές οι παραισθήσεις λαμβάνουν χώρα λίγο πριν τον ύπνο ή λίγο πριν ξυπνήσουμε, όπως επίσης μπορούν να εμφανιστούν και μετά από μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ.

Παρόλο λοιπόν που οι ακουστικές παραισθήσεις ακούγονται τρομακτικές και οι περισσότεροι πιστεύουμε ότι δεν μας αφορούν, βλέπουμε ότι είναι κομμάτι της καθημερινότητας αρκετών συνανθρώπων γύρω μας ή ακόμη και της δικής μας ζωής σε κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που η επιστημονική κοινότητα έχει προσεγγίσει το θέμα των ακουστικών παραισθήσεων από πολλές οπτικές γωνίες: την βιολογική καταβολή, τα περιγεννητικά και περιβαλλοντικά αίτια κτλ. Μια ανθρωπολόγος από το πανεπιστήμιο του Στανφορντ αποφάσισε να ερευνήσει την κοινωνική διάσταση του θέματος. Πιο συγκεκριμένα, θέλησε να δει εάν το κοινωνικό περιβάλλον αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο γίνονται αντιληπτές οι ακουστικές ψευδαισθήσεις. Οι άνθρωποι στις ΗΠΑ ακούν διαφορετικές φωνές από τους ανθρώπους στην Αφρική και την Ασία; Σε τι βαθμό η κουλτούρα επηρεάζει το περιεχόμενο των ψευδαισθήσεων αυτών;

Για να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα κατέγραψε τα ατομικά, ποιοτικά χαρακτηριστικά των ακουστικών ψευδαισθήσεων από δείγμα ατόμων στις ΗΠΑ, την Γκάνα και την Ινδία και τα συνέκρινε μεταξύ τους σε επίπεδο εθνικότητας23. Το δείγμα της έρευνας περιλάμβανε άτομα με σχιζοφρένεια από αυτές τις χώρες, ηλικίας 34 ετών κατά μέσο όρο, ενώ η ερευνητική ομάδα κατέγραψε την συχνότητα των παραισθήσεων, το περιεχόμενό τους (βίαιο ή μη, δίνουν εντολές ή όχι κτλ), την πεποίθηση των ασθενών για την προέλευση/αιτία των φωνών αλλά και τα συναισθήματα που τους προκαλούν.

Αυτό που βρήκε η ομάδα είναι πως το κοινωνικό περιβάλλον παίζει καταλυτικό ρόλο στην μορφή που λαμβάνουν οι ακουστικές παραισθήσεις. Συγκεκριμένα, οι φωνές στις ΗΠΑ έτειναν να είναι πιο βίαιες και αρνητικές, έδιναν εντολές στα άτομα και συχνά τους έβριζαν ή τους υποτιμούσαν, δημιουργώντας τους όπως είναι φυσιολογικό μια σειρά από αρνητικά συναισθήματα. Συχνά μιλούσαν για την προέλευση των ψευδαισθήσεων με όρους ιατρικούς και φυσιολογίας και τις απέδιδαν σε νευρολογικά αίτια.

Από την άλλη πλευρά, οι συμμετέχοντες στην Γκάνα και την Ινδία έτειναν να έχουν πιο θετικές εμπειρίες από τις παραισθήσεις τους. Τις αντιμετώπιζαν ως επικοινωνία με τον Θεό, ενώ οι φωνές ήταν κυρίως ήρεμες, ακουγόντουσαν σαν να προέρχονται από σεβάσμια μέλη των οικογενειών τους (γέρους ή γονείς) και δεν τους έδιναν εντολές, αλλά ήταν πιο «παιχνιδιάρικες» και τους παρότρυναν να εμπλακούν σε ευχάριστες εμπειρίες όπως π.χ. να κάνουν έρωτα. Σε γενικές γραμμές οι φωνές στην Αφρική και την Ασία δεν έκαναν επίθεση στο Εγώ των ατόμων, αλλά αντίθετα ήταν πιο ήρεμες έως και υποστηρικτικές.

Οι ερευνητές αποδίδουν τις ποιοτικές διαφορές στην αντίληψη των ακουστικών ψευδαισθήσεων στις σαφείς διαφορετικές κοινωνικές καταβολές των ατόμων. Η δυτική κουλτούρα είναι μια κουλτούρα που έχει εξυψώσει το Εγώ των ατόμων και ενθαρρύνει την ατομικότητα και την σημαντικότητα να είναι κανείς διαφορετικός, να πετύχει, να είναι ανταγωνιστικός κτλ. Οι φωνές των ατόμων κάνουν μια σαφή επίθεση στο Εγώ των ατόμων γιατί αυτό είναι εξαιρετικά τονισμένο. Αντίθετα, στις κουλτούρες της Αφρικής και της Ασίας όπου δίνεται λιγότερη έμφαση στην ατομικότητα και μεγαλύτερη στην συλλογικότητα, τα άτομα έχουν ένα ποιοτικώς διαφορετικό Εγώ το οποίο δεν μπορεί να γίνει εύκολα στόχος προσωπικών επικρίσεων.

Αυτό το οποίο τονίζει η εν λόγω έρευνα είναι η σημαντικότητα του να λαμβάνουμε υπόψη το ποιοτικό περιεχόμενο των ακουστικών παραισθήσεων αλλά και το κοινωνικό περιβάλλον των ατόμων που τις εμφανίζουν εάν θέλουμε να κάνουμε μια πλήρη αξιολόγηση του συμπτώματος και να το αντιμετωπίσουμε με τον τρόπο που πρέπει. Η διαφοροποίηση στην αντιμετώπιση των παραισθήσεων επιβάλλεται, δεδομένου ότι δεν έχουν όλες τον ίδιο βαθμό επικινδυνότητας για το άτομο και το περιβάλλον του. Ίσα – ίσα, μπορούμε να πούμε πως σε κάποιες περιπτώσεις οι ακουστικές παραισθήσεις εφόσον είναι υποστηρικτικές μπορούν να λειτουργήσουν έως και θετικά στην αντιμετώπιση μιας ψυχικής διαταραχής όπως η σχιζοφρένεια.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Flavie Waters. “AuditoryHallucinationsinPsychiatricIllness”. Psychiatric Times []
  2. Luhrmann, T. M., Padmavati, R., Tharoor, H., & Osei, A. (2014). Differences in voice-hearing experiences of people with psychosis in the USA, India and Ghana: interview-based study. The British Journal of Psychiatry: The Journal of Mental Science. doi:10.1192/bjp.bp.113.139048 []
  3. C. Parker. “Hallucinatory ‘voices’ shaped by local culture, Stanford anthropologist says”. StanfordNews []
16 Ιαν 2012

Ο όρος της εβδομάδας: ψευδαισθήσεις

Ο όρος ψευδαίσθηση αναφέρεται σε μια αισθητηριακή εμπειρία (γίνεται αντιληπτή δηλαδή από τις αισθήσεις μας: όραση, ακόη, αφή, αίσθηση, όσφρηση) την οποία το άτομο βιώνει ως πραγματική, αλλά η οποία προκαλείται χωρίς εξωτερικά ερεθίσματα ή ερεθισμό των αισθητηριακών οργάνων. Οι ψευδαισθήσεις πολύ συχνά συγχέονται με τις παραισθήσεις, οι οποίες αναφέρονται σε λάθος ερμηνεία εξωτερικών ερεθισμών (π.χ. βλέπω την σκιά μου στον τοίχο και νομίζω ότι είναι κάποιος άνθρωπος).

Το άτομο που έχει ψευδαισθήσεις μπορεί να μην γνωρίζει πάντα ότι τα όσα βιώνει δεν ανταποκρίνονται σε ερεθίσματα που υπάρχουν στο περιβάλλον του, οπότε βιώνει τα πάντα ως πραγματικά. Για παράδειγμα, κάποιος με ακουστικές ψευδαισθήσεις μπορεί να ακούει φωνές και στην προσπάθειά του να εκλογικεύσει αυτή την αίσθηση πιστεύει πραγματικά ότι κάποιος του μιλάει μέσα στο κεφάλι του. Πολλές φορές τα άτομα με ψευδαισθήσεις αναγνωρίζουν ότι τα όσα βιώνουν δεν είναι πραγματικά.

Οι ψευδαισθήσεις συχνά -αλλά όχι πάντοτε- είναι σύμπτωμα ψυχικής διαταραχής, αλλά πάντα σε συνδυασμό με άλλα συμπτώματα.

Εισαγωγική Φωτογραφία Πηγή / Περισσότερες Πληροφορίες]]>