20 Απρ 2009

Αυνανισμός: πόσοι και ποιοι το κάνουν;

Ο αυνανισμός είναι ένα από τα σεξουαλικά θέματα τα οποία αποφεύγονται τόσο στις συζητήσεις όσο και στην επιστημονική έρευνα. Ο κύριος λόγος που ο αυνανισμός δεν αναφέρεται στις συζητήσεις μας είναι φυσικά πως ανήκει στην ευρύτερη ομάδα των προσωπικών σεξουαλικών επιλογών/προτιμήσεων οι οποίες είναι από μόνες τους ένα απαγορευμένο θέμα συζήτησης. Η φύση του θέματος όμως το κατέστησε και απαγορευμένο ακόμη και για την επιστημονική έρευνα, καθώς είναι δύσκολο να αποσπάσει κανείς σαφή και αξιόπιστα δεδομένα για τον αυνανισμό όταν όλοι προτιμούν να μην μιλάνε γι’ αυτόν.

Μία από τις πιο πρόσφατες έρευνες στις ΗΠΑ12 προσπάθησε να βγάλει κάποια στατιστικά σχετικά με τα χαρακτηριστικά των ατόμων που αυτοϊκανοποιούνται. Στην έρευνα αυτή συμμετείχαν άνδρες και γυναίκες, ηλικίας 18-60 ετών οι οποίοι κλήθηκαν να απαντήσουν σε μια σειρά από ερωτήματα σχετικά με την σωματική και ψυχική τους υγεία ανάμεσα στα οποία υπήρχε και η ερώτηση «Πόσο συχνά αυνανιστήκατε τον τευλευταίο χρόνο;». Τα αποτελέσματά της έδειξαν πως το 38% των γυναικών της έρευνας αυνανίστηκε τουλάχιστον μια φορά τον τελευταίο χρόνο, ενώ το αντίστοιχο για τους άνδρες ήταν 61%.

Αυτά τα νούμερα δεν μπορεί να θεωρηθεί πως αντικατοπτρίζουν επακριβώς την πραγματικότητα καθώς τα άτομα απαντούσαν απευθείας σε κάποιον πειραματιστή, γεγονός που αυξάνει τις πιθανότητες πολλοί συμμετέχοντες απλά να ντράπηκαν να πουν την αλήθεια. Παρόλα αυτά, η έρευνα αυτή είναι μια καλή βάση για να κάνουμε ορισμένες παρατηρήσεις σχετικα με τον αυνανισμό.

Πέραν από το πόσο συχνά αυνανίζονται οι άνδρες και οι γυναίκες ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα όσον αφορά στην ηλικία έναρξης του αυνανισμού. Συγκεκριμένα, οι άνδρες αρχίζουν τον αυνανισμό ήδη από την ηλικία των 18 ετών και συνεχίζουν με παρόμοιες συχνότητες έως και την ηλικία των 50, οπότε και η συχνότητα αυνανισμού μειώνεται αισθητά. Από την άλλη πλευρά, οι γυναίκες βρέθηκε πως αργούν περισσότερο να πειραματιστούν με τον αυνανισμό και τον σταματάνε πιο γρήγορα. Η ηλικία έναρξης για τις γυναίκες ήταν τα 20 χρόνια και λήξης τα 40. Μετά τα 40 η συχνότητα αυνανισμών μειώνεται κατακόρυφα.

Αναλύοντας το κοινωνικο προφίλ όσων απάντησαν πως αυνανίζονται, ορισμένοι θα εκπλαγούν, καθώς βρέθηκε πως το υψηλό μορφωτικό επίπεδο, οι πειραματισμοί την ώρα της ερωτικής πράξης, αλλά και ο αριθμός των σεξουαλικών σχέσεων που έχει κάνει κάποιος στη ζωή του σχετίζονται θετικά με τον αυνανισμό. Με άλλα λόγια όσο πιο μεγάλες τιμές παίρνουν οι παράγοντες αυτοί, τόσο πιο συχνός είναι και ο αυνανισμός. Αυτά τα ευρήματα έρχονται σε αντίθεση με την κοινή λογική, σύμφωνα με την οποία όσοι αυνανίζονται είναι μάλλον άτομα χαμηλού κοινωνικού επιπέδου που είτε δεν μπορούν να εμπλακούν σε σεξουαλικές σχέσεις, είτε ντρέπονται να πειραματιστούν με το ταίρι τους.

Μέσα στα πλαίσια των παραπάνω ευρημάτων μπορούμε να κατανοήσουμε τον αυνανισμό ως ένα ακόμη ερωτικό παιχνίδι που δεν υποκαθιστά την ερωτική πράξη, αλλά την συμπληρώνει. Βεβαίως όλα αυτά ισχύουν μέσα στα πλαίσια του μέτρου και σε καμμία περίπτωση δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν άτομα που αυνανίζονται γιατί φοβούνται να αναζητήσουν έναν ερωτικό σύντροφο ή για να αποκαταστήσουν την χαμένη σεξουαλική τους ζωή. Αυτή η κατηγορία φυσικά και υπάρχει, αλλά φαίνεται πως πρόκειται για μειοψηφία.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Das, A. (2007). «Masturbation in the United States,» Journal of Sex and Marital Therapy 33(4): 301-317 []
  2. Castleman, M. «How Common is Masturbation, Really?» Psychology Today []
24 Ιαν 2008

Ομοφυλοφιλία και Ψυχολογία

Η ομοφυλοφιλία είναι μια συμπεριφορά που έχει γίνει αντικείμενο μεγάλης διαμάχης κατά τη διάρκεια σχεδόν όλου του περασμένου αιώνα έως και σήμερα. Ίσως γιατί -όπως κάθε αποκλίνουσα συμπεριφορά- έχει το στοιχείο του ξένου, του διαφορετικού, του «άλλου» που αυτόματα ταυτίζεται με την απειλή και τον κίνδυνο. Τα τελευταία χρόνια η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από την φύση της ομοφυλοφιλίας. Γεννιόμαστε ομοφυλόφιλοι ή γινόμαστε; Προσωπικά δεν μπορώ να κατανοήσω τον λόγο που υπάρχει τόσο μεγάλο ενδιαφέρον -δεν αναφέρομαι στο επιστημονικό ενδιαφέρον- για τα αίτια της ομοφυλοφιλίας. Όπως και να έχει αυτή παραμένει μια κατάσταση, μια ροπή, μια επιλογή ή μια ανάγκη ενός ανθρώπου και άσχετα από το που πηγάζει είναι ευθύνη όλων μας να την σεβαστούμε.

Σε αυτό το post δεν θα εστιάσω στις έρευνες που γίνονται γύρω από τα αίτια της ομοφυλοφιλίας, αλλά στην σχέση αυτής της «αποκλίνουσας» σεξουαλικής συμπεριφοράς με την Ψυχολογία.

Πριν ξεκινήσουμε όμως θα ήταν χρήσιμο, όπως πάντα, να δώσουμε έναν ορισμό στον όρο που μας ενδιαφέρει. Πως ορίζεται η ομοφυλοφιλία; Καταρχήν η λέξη προφανώς και είναι ελληνική και προέρχεται από την σύνθεση τριών λέξεων: «όμοιος», «φύλο» και «φίλος». Κυριολεκτικά λοιπόν σημαίνει «αυτός που είναι φίλος του ίδιου φύλου». Για μια ακόμη φορά όμως (όπως είχαμε αναφέρει και στην περίπτωση της «παιδοφιλίας»), η λέξη «φίλος» δεν νοείται με την έννοια που την χρησιμοποιούμε σήμερα, αλλά με την έννοια του «εραστής». Οπότε φτάνουμε και στον τελικό ορισμό της ομοφυλοφιλίας η οποία ορίζεται ως την σεξουαλική έλξη ή συμπεριφορά ενός ατόμου που έχει ως αποδέκτη άτομο του ίδιου φύλου. Δύο σημαντικές διευκρινήσεις είναι πως: α) Μιλάμε όχι μόνο για συμπεριφορά, αλλά ακόμη και για σεξουαλική έλξη, αλλά… β) Για να χαρακτηριστεί κάποιος ως ομοφυλόφιλος θα πρέπει να έχει συνεχιζόμενες τέτοιου είδους συμπεριφορές (ή σκέψεις/ορμές στην περίπτωση της έλξης). Οπότε ο φόβος των περισσοτέρων (ανδρών κυρίως) ότι αν τυχόν τους περάσει από το μυαλό η παραμικρή ομοφυλοφιλική σκέψη/εικόνα, τότε αυτόματα αυτό σημαίνει ότι έχουν … αλλάξει σεξουαλική ταυτότητα, προφανώς και δεν στέκει. γ) Παρόλο που μας ενδιαφέρει η ανθρώπινη σεξουαλική δραστηριότητα, ωστόσο είναι χρήσιμο να πούμε πως η ομοφυλοφιλία συναντάται γενικότερα στο ζωικό βασίλειο. Πολλοί μάλιστα πιστεύουν ότι η ομοφυλοφιλία αποτελεί εξελικτικό μηχανισμό του ανθρώπινου είδους (έλεγχος της υπεργεννητικότητας).

Φυσικά η έντονη σχέση που είχε η επιστήμη και η θρησκεία είχε αφήσει τα σημάδια της πάνω στο θέμα της ομοφυλοφιλίας, αφού θεωρείται αμαρτία σε θρησκευτικό επίπεδο, η ομοφυλοφιλία μεταφράστηκε αυτόματα σε παθολογία σε ιατρικό (και αργότερα ψυχιατρικό) επίπεδο. Αυτή η ρετσινιά έμελλε να ακολουθεί τους ομοφυλόφιλους τουλάχιστον ως τα τέλη του 19ου αιώνα, όπου άρχισαν σιγά-σιγά να ακούγονται και νέες -επιστημονικές και μη- απόψεις πάνω στο θέμα.

Ο Φρόιντ και η ομοφυλοφιλία

Από τους πρώτους που μίλησαν για την ομοφυλοφιλία ήταν και ο πατέρας της ψυχοδυναμικής θεωρίας, Σ. Φρόιντ. ο Φρόιντ πίστευε ότι η ομοφυλοφιλία δεν είναι έμφυτη, αλλά αποτελεί αποτέλεσμα συγκεκριμένων ψυχολογικών ενεργειών κατά την παιδική ηλικία. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την θεωρία του, ο καθοριστικός παράγοντας για να γίνει κάποιος ομοφυλόφιλος αποτελεί η «φάση πολύ ισχυρής αλλά σύντομης δυνατής συσχέτισης του παιδιού με κάποια γυναίκα». Η γυναίκα αυτή προφανώς είναι η μητέρα του παιδιού ή οποιαδήποτε θηλυκή (-μητρική) φιγούρα ήταν παρούσα τόσο έντονα στην παιδική ηλικία του ατόμου. Ύστερα από αυτή τη φάση ενασχόλησης η κυρίαρχη θηλυκή φιγούρα χάνεται και μαζί με αυτή χάνεται και το Αντικείμενο του παιδιού. Έτσι – πάντα σύμφωνα με τον Φρόιντ- το Εγώ αντικειμενικοποιεί τον ίδιο του τον εαυτό μετατρέποντάς τον στην φιγούρα αυτή. Άλλος καθοριστικός παράγοντας είναι η έντονη απουσία του πατέρα η οποία σύμφωνα με τον Φρόιντ «δεν είναι απίθανο να οδηγήσει στην ίδια ψυχολογική αποτύπωση».

Φυσικά ο Φρόιντ αναφέρθηκε κυρίως στην ανδρική ομοφυλοφιλία, αφήνοντας την εξήγηση της γυναικείας ομοφυλοφιλίας στην γενικότερη θεωρία του (η οποία φυσικά κρίνεται άκρως φαλλοκρατική και γι’ αυτό μερικοί μεταφροϋδικοί ψυχολόγοι προσπάθησαν να την αλλάξουν).

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί το βάθος που έδωσε ο Φρόιντ στην ομοφυλόφιλη σχέση, το οποίο είναι πρωτάκουστο ως σκέψη για πολλούς ακόμη και σήμερα, πόσο μάλλον 100 χρόνια πριν. Σύμφωνα λοιπόν με τον πατέρα της Ψυχανάλυσης, μια ομοφυλόφιλη σχέση δεν είναι απλά μια ερωτική επαφή μεταξύ δύο ανδρών με την οποία ικανοποιούν τις σεξουαλικές ορμές τους. Είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό, μιας και εμπλέκει μια βαθύτερη συναισθηματική και ψυχολογική σύνδεση των δύο ατόμων, όπως ακριβώς μιλάμε και για τις ετεροφυλόφιλες σχέσεις. Φυσικά η οπτική γωνία από την οποία έβλεπε τις ομοφυλόφιλες σχέσεις ήταν εντελώς διαφορετική από αυτήν των ετεροφυλόφιλων σχέσεων, αλλά σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι ο Φρόιντ εξέφρασε αρκετά προοδευτικές ιδέες για την εποχή του. Μάλιστα μερικοί μεταφροϋδικοί ψυχαναλυτές κατηγορήθηκαν για την αυστηρή, άδικη και ίσως και «αντιεπιστημονική» τους εμμονή εναντίον της ομοφυλοφιλίας. Ένα καλό παράδειγμα είναι ο δεύτερος πιο γνωστός ψυχοδυναμικός ψυχολόγος, ο Γιούνκ, ο οποίος σε αρκετά σημεία στα γραπτά του αφήνει να εννοηθεί ότι οι ομοφυλόφιλοι έχουν συγκεκριμένα αρνητικά χαρακτηριστικά λόγω ακριβώς της σεξουαλικής τους προτίμησης.

Όπως και να έχει οι ψυχοδυναμικοί ψυχολόγοι παραμένουν μέχρι και σήμερα το κύριο σώμα «κατηγόρων» εναντίον της ομοφυλοφιλίας.

Η ομοφυλοφιλία και ο Αμερικανικός Σύνδεσμος Ψυχιατρικής

Η ομοφυλοφιλία αρχικά είχε καταχωρηθεί ως ψυχική διαταραχή στο επίσημο διαγνωστικό εγχειρίδιο (DSM) του Αμερικανικού Συνδέσμου Ψυχιατρικής (APA). Στα τέλη της δεκαετίας του 60′ και κατά τις αρχές της δεκαετίας του 70′, ο APA αναγκάστηκε αν αλλάξει τακτική για δύο κυρίως λόγους: λόγω των κοινωνικών ζυμώσεων που είχαν ξεκινήσει οι οποίες έδειχναν μια πιο αποδεκτική διάθεση απέναντι στην ομοφυλοφιλία, αλλά και φυσικά λόγω των έντονων  πιέσεων πολλών μελών του APA, τα οποία είχαν έντονες διαφωνίες με την αντιμετώπιση της ομοφυλοφιλίας ως ψυχική διαταραχή. Έτσι, το DSM-ΙΙ κυκλοφόρησε μη έχοντας την ομοφυλοφιλία στις σεξουαλικές διαταραχές. Στη θέση της όμως μπήκε μια γενικότερη σεξουαλική διαταραχή, αυτή του «Διαταραγμένου Σεξουαλικού Προσανατολισμού» (Sexual Orientation Disturbance). Αυτό αποτέλεσε ένα ορόσημο για την αντιμετώπιση της ομοφυλοφιλίας από την επίσημη ψυχιατρική, μιας και έθεσε τα θεμέλια για έναν νέο τρόπο σκέψης γύρω από αυτή την αποκλίνουσα συμπεριφορά.

Όμως λίγα χρόνια αργότερα -και συγκεκριμένα το 1980- η νέα έκδοση του DSM (η τρίτη) περιείχε μια νέα διαταραχή η οποία στιγμάτιζε για άλλη μια φορά την ομοφυλοφιλία. Η διαταραχή είχε την ονομασία «Εγω-δυστονική ομοφυλοφιλία» (ego-dystonic homosexuality) και τα χαρακτηριστικά της ήταν: 1)Επίμονη έλλειψη ετεροφυλοφιλικής σεξουαλικής διέγερσης την οποία ο ασθενής βιώνει ως εμπόδιο για την έναρξη ή την διατήρηση μιας επιθυμητής ετεροσεξουαλικής σχέσης. 2)Συνεχιζόμενο άγχος από την επίμονη, ανεπιθύμητη ομοφυλοφιλική σεξουαλική διέγερση.

Το πρόβλημα με την συγκεκριμένη διαταραχή δεν ήταν τα χαρακτηριστικά της, τα οποία πράγματι μπορούν να μεταφραστούν σε διαταραχή, αλλά με το γεγονός ότι η συγκεκριμένη διαταραχή αναφερόταν αποκλειστικά στους ομοφυλόφιλους. Δεν υπήρχε δηλαδή κάποια αντίστοιχη ψυχική διαταραχή για τις ανεπιθύμητες ετεροφυλόφιλες σχέσεις, υπονοώντας ότι αυτές δεν μπορούν να υπάρχουν, υπόθεση που πλέον έχει καταρριφθεί αν αναλογιστούμε τον μεγάλο αριθμό ατόμων με ομοφυλοφιλικές τάσεις που προσπαθούν να μείνουν σε μια ετεροφυλοφιλική σχέση λόγω κοινωνικής πίεσης.

Το οριστικό τέλος της διαταραχοποίησης της ομοφυλοφιλίας δόθηκε έξι χρόνια αργότερα, όταν με την ανανεωμένη τρίτη έκδοση του DSM ο APA αφαίρεσε εντελώς την ομοφυλοφιλία από τον κατάλογο των σεξουαλικών διαταραχών, αντικαθιστώντας την «εγω-δυστονική ομοφυλοφιλία» και πάλι με μια γενικότερη διαταραχή όπου το άτομο (ομοφυλόφιλο ή ετεροφυλόφιλο) νιώθει έντονο άγχος για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό.

Η ομοφυλοφιλία σήμερα

Σήμερα, μετά από πολλές παγκόσμιες προσπάθειες συζήτησης του θέματος και εξοικείωσης των κοινωνιών με την ομοφυλοφιλία, το στίγμα κατά της ομοφυλοφιλίας όσο πάει γίνεται και λιγότερο έντονο και σε μερικές χώρες της Δύσης τείνει να εκλείψει. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και σε επαγγελματικό επίπεδο μεταξύ των θεραπευτών. Οι περισσότεροι πρακτικοί ψυχικής υγείας δεν θεωρούν σε καμία περίπτωση την ομοφυλοφιλία διαταραχή και τους ομοφυλόφιλους «ανώμαλους». Φυσικά αυτό ισχύει κυρίως για τις δυτικού τύπου κοινωνίες, καθώς είναι δύσκολο να υπάρξουν στοιχεία για άλλες χώρες όπου η ομοφυλοφιλία (εκτός από ανωμαλία ή αμαρτία) θεωρείται και ποινικό αδίκημα το οποίο μπορεί να τιμωρηθεί μέχρι και με την θανατική ποινή! Είναι πρακτικά αδύνατο ένας λειτουργός ψυχικής υγείας να υπερασπιστεί ανοιχτά τους ομοφυλόφιλους, από τη στιγμή που η πράξη της ομοφυλοφιλίας ισοδυναμεί με έγκλημα.

Αυτό που έχει αλλάξει σήμερα στον τρόπο που οι επιστήμονες προσεγγίζουν το θέμα της ομοφυλοφιλίας είναι η μεγάλη γκάμα εργαλείων που έχουμε στην διάθεσή μας για να εξετάσουμε το φαινόμενο από πολλές διαφορετικές σκοπιές: ψυχικά αίτια, βιολογικά αίτια, κοινωνικά αίτια κτλ. Σε αυτό βοήθησε πολύ το κίνημα των προηγούμενων δεκαετιών το οποίο έδωσε την ευκαιρία στους ομοφυλόφιλους να βγουν προς τα έξω και να πάψουν να κρύβονται και να προσποιούνται, γεγονός που έκανε την πρόσβαση σε αυτές τις ομάδες πολύ ευκολότερη.

Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες

[Photo by Orin Optiglot]

]]>

08 Δεκ 2007

Παιδοφιλία και Παιδεραστία

< ![CDATA[Μία λέξη που ακούγεται όλο και πιο συχνά τελευταία, λόγω των πολλαπλών συλλήψεων παιδεραστών ή κατόχων παιδικής πορνογραφίας αλλά και την δημιουργία αυστηρότερων ποινών για την παιδεραστία, είναι η λέξη «παιδόφιλος». Τι είναι λοιπόν η παιδοφιλία; Από τι προκαλείται; Είναι μια αναστρέψιμη κατάσταση ή όχι; Θα προσπαθήσουμε να ρίξουμε φως σε αυτά και άλλα ερωτήματα γι’ αυτή τη σεξουαλική διαταραχή.
Η λέξη παιδοφιλία (pedophilia στα αγγλικά) προφανώς προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις «παιδί» και «φίλος» και ουσιαστικά σημαίνει η κατάσταση κατά την οποία κάποιος/α είναι φίλος/η ενός παιδιού. Βεβαίως η λέξη φίλος στην περίπτωση αυτή είναι συνώνυμο του «εραστή» (μεταφορικά και κυριολεκτικά σε περίπτωση παιδεραστικής πράξης).
Ορισμός της παιδοφιλικής αποκλίνουσας συμπεριφοράς
Όσον αφορά την επίσημη περιγραφή των συμπτωμάτων της παιδοφιλίας, σύμφωνα με το DSM-IV αυτά είναι η ύπαρξη των παρακάτω για περίοδο τουλάχιστον 6 μηνών:

  • Επαναλαμβανόμενες σεξουαλικές φαντασιώσεις, ορμές ή συμπεριφορές που περιλαμβάνουν σεξουαλική δραστηριότητα σχετιζόμενη με παιδιά (γενικότερα ηλικίας κάτω των 13 ετών).
  • Αυτές οι φαντασιώσεις, ορμές ή συμπεριφορές διαταράσσουν την ομαλή λειτουργικότητα του ατόμου σε προσωπικό ή κοινωνικό επίπεδο και αποκλίνουν από την αναμενόμενη κοινωνική συμπεριφορά βάσει του κοινωνικού πλαισίου.
  • Το άτομο είναι τουλάχιστον 16 ετών και τουλάχιστον 5 χρόνια μεγαλύτερο από το παιδί που εμπλέκεται στις σεξουαλικές ορμές του.

Περισσότερα