04 Οκτ 2011

Το Ψυχογενετικό Σύστημα:Μια νέα προσέγγιση στις ανθρώπινες σχέσεις

Αναδημοσίευση έπειτα από σχετική άδεια: e-psychology.gr «Το Ψυχογενετικό Σύστημα:Μια νέα προσέγγιση στις ανθρώπινες σχέσεις«

Από τη γέννηση μας καθώς και σε όλη την πορεία εξέλιξης του εαυτού μας ερχόμαστε σε μια επαφή με τα “θέλω” μας και πολύ νωρίς συνειδητοποιούμε ότι δεν μπορούμε να ικανοποιήσουμε όλες μας τις επιθυμίες. Ξαφνικά κοιτάμε γύρω μας και βλέπουμε ότι μας περιορίζουν χιλιάδες επιβεβλημένα “πρέπει” τα οποία έρχονται σε αντίθεση με τις δικές μας ανάγκες. Από την πλέον γνωστή άποψη ότι τα αγόρια δεν πρέπει να κλαίνε και χιλιάδες άλλες άκαμπτες και σκληρές πεποιθήσεις σε σχέση με ποία πρέπει να είναι τα σωστά χαρακτηριστικά ενός άξιου εκπροσώπου του κάθε φύλου. Μπορούν να δημιουργηθούν άκρως επικίνδυνα κοινωνικά εμφυτέυματα τα οποία εμποδίζουν την ικανότητα του ανθρώπου να εξελίξει τις πραγματικές του ικανότητες και να έρθει σε επαφή με τον αυθεντικό του εαυτό.

Το ψυχογενετικό σύστημα είναι μια πολύ καινούργια προσέγγιση η οποία δημιουργήθηκε από την Anne Teachworth το 199112 . Έχει τις βάσεις του στις ψυχοθεραπευτικές πρακτικές και προσπαθεί να προσφέρει λύσεις στα προβλήματα που αναπτύσσονται στις σχέσεις τον ζευγαριών. Η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι σε κάθε μας σχέση προσπαθούμε ουσιαστικά να επανεφεύρουμε ένα δυσλειτουργικό ρόλο μέσα σε μια σχέση παρόμοιο με αυτόν που έχουμε βιώσει από τους γονείς μας. Το σύστημα αυτό βασίζεται αρκετά στην ανάλυση των ενδοβολών. Η  ενδοβολή είναι ένας ψυχαναλυτικός όρος  ο οποίος δημιουργήθηκε για να περιγράψει το πώς έχουμε την τάση να υιοθετούμε ιδέες συμπεριφορές και αντιδράσειςαπό το περιβάλλον μας. Το πώς “καταπίνουμε” ότι μας δίνεται από τους γονείς μαςοι οποίοι είναι για πολλά χρόνια οι ανώτεροι εκπρόσωποι της έννοιας της εξουσίας.

Το χαρακτηριστικό των ενδοβολών είναι ότι επηρεάζουν υπερβολικά την πορεία της εξέλιξης της προσωπικότητας και εμποδίζουν το άτομο να ανακαλύψει τη δική του μοναδικότητα και να έρθει σε επαφή και ισορροπία με τον εαυτό τουμε αποτέλεσμα να ζει μια ζωή σαν ηθοποιός σε ένα σενάριο που έχουν γράψει οι άλλοι για αυτόν. Το ψυχογενετικό σύστημα βοηθάει να κατανοήσουμε το γιατί διαλέγουμε τους συντρόφους που διαλέγουμε και ποια είναι τα κρυφά κίνητρα  για τις επιλογές μας αυτές. Μας βοηθάει να καταλάβουμε γιατί οι σχέσεις αλλάζουν μετά τη σεξουαλική επαφή. Γιατί κάποια ζευγάρια έχουν καλύτερη σχέση μεταξύ τους μετά το διαζύγιο. Γιατί μερικές φορές τα αντίθετα έλκονται και το λόγο που επιλέγουμε κάποιους συγκεκριμένους ανθρώπους για φίλους και άλλους για εραστές.

Μέσα από αυτή τη μέθοδο αντιλαμβανόμαστε το φαύλο κύκλο τον επιλογών μας και εκπαιδευόμαστε να μην επαναλαμβάνουμε συνεχεία τα ίδια καταστροφικά λάθη ώστε να μην υποφέρουμε και από τις επικείμενες καταστροφικές συνέπειες τους.

Εισαγωγική Φωτογραφία ]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Anne Teachworth. (1997) Why We Pick The Mates We Do. Gestalt Institute Press. []
  2. Bud Feder and Ruth Ronall. (1997) A Living Legacy of Fritz and Laura Perls: Contemporary Case Studies. Bud Feder Publishing. []
30 Δεκ 2010

Πώς οι προσδοκίες των άλλων μας ελέγχουν

Αισθανόμαστε γρήγορα πώς μας βλέπουν οι άλλοι και χειριζόμαστε τις προσδοκίες τους.

Μια καλή άσκηση για να μάθεις για σένα είναι να σκεφτείς για το πώς άλλοι άνθρωποι μπορεί να σε βλέπουν με διαφορετικούς τρόπους. Εξετάστε πώς η οικογένειά σας, οι συνάδελφοι σας ή ο/η σύντροφός σας σκέφτονται σας. Τίθεται εδώ μια ενδιαφέρουσα ερώτηση: μέχρι ποιό σημείο αντιλαμβάνεστε και χειρίζεστε τις προσδοκίες από το πώς σας βλέπουν οι άλλοι;

Η ιδέα ότι οι προσδοκίες άλλων ανθρώπων για μας έχουν άμεσες επιπτώσεις στο πώς συμπεριφερόμαστε, εξετάστηκε σε μια κλασική μελέτη κοινωνικής ψυχολογίας που πραγματοποιήθηκε από το Δρ. Mark Snyder από το πανεπιστήμιο Μινεσότας και των συναδέλφων του (Snyder et al, 1977). Υποστήριξαν ότι οι άνθρωποι αισθάνονται πώς οι άλλοι τους βλέπουν και αμέσως αρχίζουν να επιδεικνύουν τις αναμενόμενες συμπεριφορές.

Αίσθημα της έλξης

Εξέτασαν την ιδέα αυτή στα πλαίσια της διαπροσωπικής έλξης. Παρακολούθησαν συνομιλίες μεταξύ ανδρών και γυναικών φοιτητών/τριών, που είχαν μόλις συναντηθεί, μέσω μικροφώνων και ακουστικών. Ένας από τους γρηγορότερους τρόπους για να δούμε αν οι άνθρωποι, που μόλις γνωρίστηκαν, λειτουργούν με βάση τα κοινωνικά στερεότυπα, είναι να εξετάσουμε το κριτήριο της εξωτερικής εμφάνισης. Οι άνθρωποι αυτόματα υποθέτουν ότι αυτοί που είναι ελκυστικότεροι είναι επίσης και πιο κοινωνικοί, χιουμοριστικοί, ευφυείς και ούτω καθεξής (Tesser, Kinch, Felson κ.α.)

Έτσι για να χειριστούν αυτή την παράμετρο, αμέσως πριν από τη συνομιλία, μαζί με τις βιογραφικές πληροφορίες για το πρόσωπο που επρόκειτο να συνομιλήσουν, δόθηκε στους άνδρες και μια φωτογραφία. Στους μισούς δόθηκε μια φωτογραφία μιας γυναίκας που είχε εκτιμηθεί για την ελκυστικότητα της ως 8 στα 10 και στους άλλους μισούς δόθηκε μια φωτογραφία μιας γυναίκας που εκτιμήθηκε ως 2 στα 10. Κατόπιν, οι άνδρες μίλησαν στις γυναίκες αλλά χωρίς να τις δουν. Έτσι δεν ήξεραν ότι στην πραγματικότητα δεν μιλούσαν στη γυναίκα της εικόνας που είχαν μπροστά τους. Οι μισοί πίστευαν πως μιλούσαν στην ελκυστική γυναίκα και οι άλλοι μισοί στη μη ελκυστική γυναίκα. Η ερώτηση είναι η εξής: οι γυναίκες θα ανταποκρίνονταν σε αυτό το γεγονός και ασυναίσθητα θα εναρμονίζονταν με το στερεότυπο στο οποίο είχαν τυχαία οριστεί? Με τον τρόπο αυτό οι πειραματιστές θα μπορούσαν να αποκλείσουν την επιρροή των μεμονωμένων προσωπικοτήτων και να εστιάσουν στην επίδραση των προσδοκιών.

Όταν ανεξάρτητοι παρατηρητές άκουσαν τις ταινίες με τις συνομιλίες, διαπίστωσαν ότι όταν οι γυναίκες μιλούσαν στους άνδρες που τις θεωρούσαν πολύ ελκυστικές, οι γυναίκες εξέθεσαν περισσότερων των συμπεριφορών που συνδέονται στερεοτυπικά με τους ελκυστικούς ανθρώπους: μίλησαν ζωηρότερα και φάνηκε να απολαμβάνουν την συνομιλία περισσότερο. Αυτό που συνέβαινε ήταν ότι οι γυναίκες προσαρμόστηκαν στο στερεότυπο που προβλήθηκε σε αυτές. Άρα οι άνθρωποι όντως αισθάνονται πώς αντιμετωπίζονται από τους άλλους και αλλάζουν τη συμπεριφορά τους για να ταιριάξουν με αυτήν την προσδοκία.

Αυτό το πείραμα διενεργήθηκε για να δείξει το χειρισμό του στερεοτύπου της ελκυστικότητας αλλά ο ίδιος κανόνας ισχύει για πολλούς διαφορετικούς τομείς της ζωής. Σκεφτείτε οποιαδήποτε από τα τυποποιημένα στερεότυπα για την τάξη, τη φυλή και την υπηκοότητα. Κάθε ένα από αυτά δημιουργεί προσδοκίες στο μυαλό των ανθρώπων, προσδοκίες που είναι δύσκολο για μας να χειριστούμε.

Μεταβάλλοντας την συμπεριφορά των άλλων

Καταλαβαίνοντας ότι οι προσδοκίες άλλων ανθρώπων για εμάς έχουν επιπτώσεις στη συμπεριφορά μας άμεσα και γρήγορα, είναι ένα ζωτικής σημασίας συστατικό στην κατανόηση του πώς μπορούμε εμείς να είμαστε αρκετά διαφορετικοί στις διάφορες κοινωνικές καταστάσεις.

Σας αφήνω με μια τελική σκέψη: στο πραγματικό κόσμο, δύο άνθρωποι επηρεάζουν ο ένας τον άλλον συνεχώς, προσπαθώντας να ανταποκριθούν στις, ο ένας του άλλου, προσδοκίες. Φυσικά έχουμε τον άμεσο έλεγχο μόνο των δικών μας προσδοκιών για τους άλλους. Έτσι μια επίπτωση αυτής της μελέτης είναι ότι αλλάζοντας τις προσδοκίες μας για τους άλλους, μπορούμε πραγματικά να αλλάξουμε τη συμπεριφορά τους προς το χειρότερο ή, ακόμα καλύτερα, προς το καλύτερο .

Η επίδραση μπορεί να είναι ανεπαίσθητη, αλλά είναι μια ισχυρή συνειδητοποίηση ότι η συμπεριφορά των άλλων προέρχεται εν μέρει από το πώς τους βλέπουμε, ακριβώς όπως η συμπεριφορά μας προέρχεται εν μέρει από το πώς οι άλλοι βλέπουν εμάς.

Εισαγωγική Φωτογραφία:

Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες:

  1. www.psyblog.com “How Other People’s Unspoken Expectations Control Us”
  2. Brown, J. (1998). The Self. Boston. MacGrawhill
]]>

14 Δεκ 2010

Δείξε μου μια φωτογραφία σου, να σου πω το IQ σου…

Υπάρχουν διάφορα στερεότυπα γύρω από την ευφυΐα. Ανάλογα με τη χώρα και την κουλτούρα της κάθε χώρας οι άνθρωποι τείνουν να πιστεύουν πως οι όμορφοι άνθρωποι είναι και πιο έξυπνοι ή το αντίστροφο (βλ. ανέκδοτα με ξανθιές). Στη Δύση επικρατούν και οι δύο τάσεις, με κάποιους λαούς να έχουν μια μάλλον αρνητική προκατάληψη εναντίων των όμορφων ατόμων τα οποία τείνουν να τα θεωρούν λιγότερο έξυπνα, και άλλους να δημιουργούν αυτόματους θετικούς συσχετισμούς μεταξύ ομορφιάς και εξυπνάδας. Υπάρχει κάποια αλήθεια πίσω από αυτά τα στερεότυπα;

Φαίνεται τελικά πως πράγματι υφίσταται μια θετική συσχέτιση μεταξύ φυσικής ομορφιάς και ευφυΐας, τουλάχιστον για τον δυτικό κόσμο και συγκεκριμένα τη Μ. Βρετανία. Εκεί τα πιο όμορφα άτομα φαίνεται πως τείνουν να είναι πιο έξυπνα από τα λιγότερο όμορφα. Σύμφωνα με μια διαχρονική έρευνα στην οποία αναφέρεται το Psychology Today1 τα παιδιά που σε μικρή ηλικία χαρακτηρίζονται ως πιο «εμφανίσιμα» τείνουν να αναπτύσσουν μεγαλύτερο δείκτη ευφυΐας σε σχέση με τα λιγότερο «εμφανίσιμα».

Συγκεκριμένα, για 50 χρόνια οι  Βρετανοί επιστήμονες παρακολουθούσαν την εξέλιξη όλων των παιδιών που γεννήθηκαν στην Μ. Βρετανία μεταξύ 1 και 9 Μαρτίου 1958.  Μεταξύ των στοιχείων που συνέλεξαν όλα αυτά τα χρόνια υπήρχαν και οι χαρακτηρισμοί που κλήθηκαν να δώσουν οι δάσκαλοί των παιδιών όταν αυτά ήταν 7 και 11 ετών. Οι δάσκαλοι έπρεπε να απαντήσουν στο ερώτημα εάν πίστευαν ότι το παιδί ήταν αντικειμενικά εμφανίσιμο ή όχι. Αν και τις δύο φορές  το παιδί είχε χαρακτηριστεί ως εμφανίσιμο, τότε οι επιστήμονες της παρούσας έρευνας τους κατέτασσαν στους «εμφανίσιμους». Αν έστω και στη μία φορά το παιδί δεν είχε χαρακτηριστεί ως εμφανίσιμο τότε το κατέτασσαν στους «μη εμφανίσιμους». Για την ιστορία, αξίζει να αναφερθεί πως βάσει του πιο πάνω διαχωρισμού το 63% των παιδιών είχαν χαρακτηριστεί ως εμφανίσιμα. Στη συνέχεια οι επιστήμονες έψαξαν και βρήκαν τα ίδια άτομα, τα οποία πλέον είναι μεσήλικες, και αξιολόγησαν τον δείκτη νοημοσύνης τους.

Αυτό που βρήκαν ήταν πως οι «μη εμφανίσιμοι» είχαν κατά μέσο όρο δείκτη νοημοσύνης 91.8, ενώ οι «εμφανίσιμοι» 104.23 (βλ. Εικόνα 1). Υπενθυμίζουμε πως στον δείκτη ευφυΐας το 100 είναι ο μέσος όρος και η τυπική απόκλιση είναι 15, πράγμα που σημαίνει ότι και οι δύο ομάδες ήταν εντός του μέσου όρου. Παρόλα αυτά όμως η διαφορά των 13 περίπου μονάδων φάνηκε πως είναι στατιστικά σημαντική. Το φύλο δεν φάνηκε να παίζει κάποιον ιδιαίτερο λόγο, αν και οι «εμφανίσιμοι» άνδρες είχαν μεγαλύτερη διαφορά από τους «μη εμφανίσιμους», σε σχέση με τη διαφορά «εμφανίσιμων» και «μη εμφανίσιμων» γυναικών.

Δείκτες Ευφυΐας
Εικόνα 1: Δείκτες Ευφυΐας («Εμφανίσιμοι»: 91.81, «Μη Εμφανίσιμοι»: 104.23)

Πως μπορούμε να εξηγήσουμε αυτά τα αποτελέσματα; Μήπως κάτι πάει λάθος στην μεθοδολογία μας και καταλήγουμε σε λανθασμένα αποτελέσματα ή μήπως τελικά πράγματι η φυσική ομορφιά συνδέεται με κάποιο τρόπο με την ευφυΐα; Αυτά είναι αρκετά δύσκολα ερωτήματα. Κάποιος θα μπορούσε να πει πως πολύ απλά οι έξυπνοι άνθρωποι μας φαίνονται αυτόματα και πιο όμορφοι. Αλλά αυτό δεν λύνει το πρόβλημα. Ίσα-ίσα το κάνει κυκλικό και ίσως λίγο πιο πολύπλοκο, γιατί αν υποθέσουμε ότι ισχύει αυτή η θεωρία τότε θα πρέπει να εξηγήσουμε το γιατί τείνουμε να βλέπουμε την εξυπνάδα ως χαρακτηριστικό γνώρισμα ή και ακόμη και ως κριτήριο της φυσικής ομορφιάς, σε τέτοιο βαθμό που να γίνεται ένα αυτοεκπληρούμενο στερεότυπο. Μήπως τελικά η ομορφιά δεν είναι κάτι τόσο επιφανειακό και δεν περιορίζεται στο όμορφο δέρμα, το καλοχτισμένο κορμί και στα μπλε μάτια, αλλά σχετίζεται και με λιγότερο επιφανειακά πράγματα όπως η εξυπνάδα;

Από την άλλη, μπορούμε επίσης να υποθέσουμε πως το γεγονός πως κάποιος είναι «άσχημος», αυτόματα του δημιουργεί ένα επιπλέον εμπόδιο στην ζωή του, το οποίο μεταξύ άλλων έχει αντίκτυπο και στην εκπαίδευσή του και κατ’ επέκταση και στην ευφυΐα του. Για παράδειγμα, κάποιο παιδί που είναι «άσχημο» είναι αναμενόμενο πως δεν θα λαμβάνει τόσα θετικά μηνύματα από το περιβάλλον του όσο ένα «όμορφο». Κατ’ επέκταση, μπορεί να αναπτύξει χαμηλή αυτοπεποίθηση, η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα να μην θέτει υψηλούς στόχους στην ζωή του, να προσπαθεί λιγότερο να επιτύχει εκπαιδευτικούς στόχους και εν τέλει να αναπτύσσει και χαμηλότερο δείκτη ευφυΐας.

Οι Kanazawa & Kovar σε μια δημοσίευσή τους το 20062 βλέπουν τη σχέση ευφυΐας και εξυπνάδας από μία διαφορετική σκοπιά. Εκεί υποστηρίζουν με εμπειρικά στοιχεία μία βασική θεωρία σχετικά με το γιατί οι όμορφοι άνθρωποι τείνουν να είναι και οι πιο έξυπνοι. Η θεωρία προέρχεται από την εξελικτική κοινωνιο-βιολογία και είναι η εξής: Οι πιο έξυπνοι άνδρες μπορούν  να αποκτήσουν πιο εύκολα κάποιο υψηλό κοινωνικό στάτους σε σχέση με τους λιγότερο έξυπνους. Οι γυναίκες έλκονται από άνδρες με υψηλότερο κοινωνικό στάτους, κάτι που δίνει την ευκαιρία στους έξυπνους άνδρες να επιλέξουν όμορφες γυναίκες που έλκονται από αυτούς. Αποτέλεσμα ενός τέτοιου γάμου είναι ένα έξυπνο και όμορφο παιδί το οποίο κληρονόμησε το πρώτο χαρακτηριστικό από τον πατέρα του και το δεύτερο από τη μητέρα του.

Πριν αρχίσετε να μιλάτε για κοινωνικό δαρβινισμό, είναι καλό να υπενθυμίσουμε ορισμένα βασικά πράγματα. Η ομορφιά σαφώς και δεν είναι αντικειμενικά μετρήσιμη με την ευρύτερη έννοια του όρου. Πρόκειται για ένα κοινωνικό δημιούργημα που πολλές φορές επιβάλλεται από την κοινωνία στο άτομο. Δεν είναι τυχαίο πως ένας νεαρός Ταϊλανδός της φυλής Padaung θεωρεί τον μακρύ, ασθενικό λαιμό ως ένδειξη ομορφιάς, ενώ το ίδιο πράγμα για τους περισσότερους από εμάς θεωρείται παράξενο και αντιαισθητικό. Όπως βεβαίως δεν είναι επίσης τυχαίο ότι τα ψηλά, λιγνά κορμιά των μοντέλων της σύγχρονης Δύσης θα θεωρούνταν άσχημα από κάποιον παρατηρητή που ζούσε στην Ευρώπη του Μεσαίωνα. Τα κοινωνικά πρότυπα αλλάζουν με τον τόπο και τον χρόνο. Επομένως η ομορφιά ως δείκτης δεν έχει καμία απολύτως διαχρονική αξία.

Έπειτα, δεν πρέπει να ξεχνάμε και τα προβλήματα που έχει ο ορισμός και η μέτρηση του δείκτη ευφυΐας. Παρόλο που τα τεστ IQ όσο πάνε λαμβάνουν υπόψην τους όλο και περισσότερους παράγοντες και γίνονται όλο και λιγότερο προκατειλημμένα για διάφορες κοινωνικές ομάδες, είμαστε πολύ μακριά ακόμη από την συμφωνία για το τι εστί ευφυΐα και πως μετράται αντικειμενικά ανάμεσα σε όλους τους ανθρώπους.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Psychology Today: «Beautiful People Really ARE More Intelligent« []
  2. Kanazawa & Kovar (2006). «Why beautiful people are more intelligent«. Intelligence. 32: 227–243 [PDF] []
08 Οκτ 2008

Ψυχολογία και παραμύθια

Τα παραμύθια είναι ένα πανανθρώπινο φαινόμενο. Κάθε κοινωνία, από την πιο πρωτόγονη έως την πιο ανεπτυγμένη, έχει τις δικές της φανταστικές ιστορίες γεμάτες περιπέτειες, συμβολισμούς και ηθικά διδάγματα. Οι ψυχολογικές καταβολές των παραμυθιών ήταν ανέκαθεν ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα για τους μελετητές των παραμυθιών, τόσο τους ψυχολόγους, όσο και τους συγγραφείς. Οι μεν ψυχολόγοι προσπαθούν να βρουν το βαθύτερο μήνυμα των παραμυθιών και το τι μας λένε για το συλλογικό ασυνείδητο, ενώ οι δε συγγραφείς αναλύουν τα παραμύθια από μια ψυχολογική σκοπιά, σε μια προσπάθεια να κάνουν τις ιστορίες τους ακόμη πιο ενδιαφέρουσες.

Θεωρίες ψυχολογικής ερμηνείας των παραμυθιών Ένας από τους πρώτους ερευνητές των ονείρων ήταν ο Sigmund Freud ο οποίος στα παραμύθια έβλεπε την επιβεβαίωση της ψυχοδυναμικής του θεωρίας. Οι εικόνες στα παραμύθια όντας παρόμοιες με τις εικόνες στα όνειρα, οδήγησαν τον Freud στην επεξήγηση τους χρησιμοποιώντας τον ψυχοδυναμικό τρόπο σκέψης. Συγκεκριμένα πίστευε πως τα παραμύθια εκφράζουν τις εσωτερικές συγκρούσεις, τα άγχη και τους κρυφούς φόβους και επιθυμίες μας τα οποία βρίσκονται παγιδευμένα στο υποσυνείδητό μας. Μάλιστα ο ίδιος ο Freud μέσα από διάφορα έργα του έκανε ανάλυση των συμβολισμών συγκεκριμένων γνωστών παραμυθιών της τότε εποχής (π.χ. των αδελφών Grimm) και πρόσεξε πως παρόμοιους συμβολισμούς χρησιμοποιούσαν και οι ασθενείς του στα όνειρά τους.

Ο πιο γνωστός όμως ερευνητής των ονείρων ήταν ο άλλος μεγάλος ψυχοδυναμικός ψυχολόγος, ο Carl Jung. Ο Jung ήταν ο πρώτος που έδωσε μια διαφορετική διάσταση στα όνειρα, πέραν της προϋπάρχουσας φροϋδικής άποψης πως τα όνειρα εκφράζουν τις ασυνείδητες συγκρούσεις αυτών που τα δημιούργησαν κ αυτών που τα διαδίδουν, υποστηρίζοντας πως ο συμβολισμός των παραμυθιών θα πρέπει να βασίζεται σε κάτι πιο γενικό και όχι απλά στις ιδιαίτερες ατομικές συγκρούσεις κάποιων μεμονωμένων ατόμων. Για τον Jung τα παραμύθια ήταν μέρος και απόδειξη αυτού που αποκαλούσε «συλλογικό ασυνείδητο».

Με τον όρο αυτό ο Jung αναφερόταν στις αρχέτυπες ιδέες που έχουν αποτυπωθεί από γενιά σε γενιά και τις οποίες κουβαλάμε όλοι μέσα μας, ανεξάρτητα από την κοινωνία στην οποία ερχόμαστε. Ιδέες όπως η τροφοδότης μητέρα-φύση, ο κύκλος της ζωής, το σκοτεινό και μαύρο άγνωστο ή το νερό ως έκφραση αναγέννησης είναι μονάχα μερικές από τις αρχέτυπες ιδέες που υπάρχουν στις ιστορίες -αρχαίες και πιο σύγχρονες- όλων των πολιτισμών. Η συνολική δουλειά του Jung πάνω στην επεξήγηση των μύθων και των θρησκευτικών πρακτικών ανά τους αιώνες είναι ένα αριστούργημα στον συγκεκριμένο χώρο και αποτελεί ακόμη και σήμερα σημείο αναφοράς τόσο για τους ψυχολόγους, όσο και για τους λογοτέχνες.

Ενδιαφέρον είναι και το γεγονός πως κατά καιρούς έγιναν προσπάθειες ερμηνείας των ονείρων από μια θρησκευτική οπτική γωνία. O Eugen Drewermann για παράδειγμα στο βιβλίο του «Grimms’ Fairy Tales Interpreted According to Depth Psychology» συνδύασε την θρησκευτική ερμηνεία των παραμυθιών με τις ιδέες του Jung περί αρχέτυπων ώστε να αναλύσει ορισμένα από τα πιο γνωστά -και γεμάτα έντονες αρχέτυπες εικόνες- παραμύθια των αδερφών Grimm. Η συγκεκριμένη προσπάθεια έγινε αποδέκτης έντονης κριτικής μιας και για την ερμηνεία των παραμυθιών βασιζόταν περισσότερο στις θεωρίες γύρω από τα παραμύθια και όχι τόσο στο ίδιο το περιεχόμενο των παραμυθιών των αδερφών Grimm.

Είναι τα παραμύθια μόνο για τα παιδιά; Η δύναμη των παραμυθιών να μεταφέρουν άμεσα και έμμεσα μηνύματα είναι αξιοπρόσεκτη. Μέσα από μια φαινομενικά απλή ιστορία (π.χ. «Ο βοσκός και ο λύκος» ή «Ο λαγός και η χελώνα») κάποιος μπορεί να εξάγει πολλά ηθικά διδάγματα και παράλληλα νοήματα με μεγαλύτερο βάθος από ότι ο λόγος του παραμυθιού αυτός καθ’ αυτός. Άλλωστε αυτός είναι και ένας από τους λόγους που τα παραμύθια λέγονται κυρίως σε παιδιά. Οι ενήλικοι μέσα από τα παραμύθια προσπαθούν να μεταδώσουν στα παιδιά τους τις αξίες και ιδανικά που οι ίδιοι ασπάζονται. Άλλες φορές τα παραμύθια προσπαθούν να μεταδώσουν πανανθρώπινες αξίες όπως η δικαιοσύνη, η καλοσύνη ή η ισότητα και άλλες φορές προσπαθούν να περάσουν μηνύματα που είναι συνδεδεμένα με το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο γεννήθηκε το παραμύθι, όπως η σημαντικότητα της κοινότητας (π.χ. στις αφρικανικές χώρες), οι ανδρικοί και γυναικείοι ρόλοι αλλά και η ιεραρχία σε μια κοινωνία. Πέραν τούτου, τα παραμύθια σε πολλές περιπτώσεις μπορούμε να πούμε πως αποτελούν έναν τρόπο έκφρασης ιδεών και αντιμετώπισης των διλημμάτων ενός παιδιού στον δρόμο του προς την ενηλικίωση.

Παρόλο που η κυρίαρχη ιδέα είναι πως τα παραμύθια μπορούν να φανούν χρήσιμα αποκλειστικά στην διαπαιδαγώγηση των παιδιών, αξίζει να σημειωθεί πως τα παραμύθια έχουν χρησιμοποιηθεί -και συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα από ορισμένους ψυχολόγους- για να βοηθήσουν ενήλικες να ξεπεράσουν κάποια ψυχολογικά προβλήματα. Ίσως ο πιο γνωστός υποστηρικτής αυτής της ιδέας είναι ο Hans Dieckmann. Σύμφωνα με τον Dieckmann ένας αποτελεσματικός τρόπος να βοηθηθεί ένας ενήλικας είναι να διηγηθεί το αγαπημένο του παραμύθι. Σύμφωνα με τη θεωρία του, το αγαπημένο παραμύθι μας δεν έχει αποτυπωθεί στη μνήμη μας τυχαία, αλλά λόγω της σημαντικής ψυχολογικής του βαρύτητας για την ίδια την ύπαρξή μας και τα προβλήματα που μας απασχολούν. Όταν συνειδητοποιήσουμε την βαθύτερη σημασία του νοήματος του παραμυθιού τότε πιο εύκολα μπορούμε να μεταφράσουμε τις ασυνείδητες σκέψεις και φόβους μας και να τους αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικότερα.

Παραμύθια: γιατί έτσι μας αρέσει Τα παραμύθια ήταν, είναι και κατά πάσα πιθανότητα θα συνεχίσουν να είναι μια πολύ χρήσιμη πηγή πληροφοριών τόσο για το ίδιο το άτομο που αρέσκεται στην διήγησή τους, όσο και για τις κοινωνίες και τις συνθήκες που τα δημιούργησαν. Είναι οι συνοδοιπόροι πολλών παιδιών στο πέρασμά τους από το ένα αναπτυξιακό στάδιο στο επόμενο και ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για τους γονείς και τους δασκάλους για την ευκολότερη μεταλαμπάδευση γνώσεων και αξιών. Βεβαίως τα παραμύθια μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο για καλό σκοπό όσο και για κακό (αν και η έννοια του καλού και του κακού είναι σχετική). Σημασία όμως έχει η διατήρησή τους σε όλους τους πολιτισμούς που πέρασαν από τον πλανήτη αυτό, κάτι που αυτόματα σηματοδοτεί και την σημαντικότητά τους σε διάφορα επίπεδα της κοινωνικής (και όχι μόνο) ανάπτυξής μας.

Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες

]]>

10 Ιούλ 2008

Φυλετική προκατάληψη στην Κοινωνία και την Αστυνομία

< ![CDATA[Νομίζω πως οι περισσότεροι από εμάς θυμόμαστε κάποια από εκείνα τα περιστατικά όπου κάποιος αστυνομικός πυροβόλησε και τραυμάτισε ή σκότωσε κάποιον νεαρό, επειδή θεώρησε πως ήταν επικίνδυνος. Μπορεί στην Ελλάδα τα περιστατικά να μην είναι καθημερινά, αλλά σίγουρα είναι σχετικά συχνά αν σκεφτούμε το μέγεθος της χώρας μας.
Πόσο τυχαίες άραγε είναι αυτού του είδους οι αντιδράσεις από τους αστυνομικούς; Όλοι μας έχουμε τις ίδιες πιθανότητες να θεωρηθούμε ύποπτοι και να τραυματιστούμε κατά λάθος σε ένα τέτοιο περιστατικό; Κάποιες έρευνες στις ΗΠΑ μας ενημερώνουν πως μάλλον υπάρχει μια προκατάληψη εναντίον των μειονοτήτων, κυρίως από τους απλούς πολίτες, αλλά και από τους αστυνομικούς σε κάποιο σημαντικό βαθμό.
Περισσότερα

15 Ιούν 2008

Βιντεοθήκη: Τελευταίες προσθήκες (1-15/6/2008)

< ![CDATA[Από εδώ και πέρα 2 φορές το μήνα (ανά δυο εβδομάδες) θα ανεβάζω ένα post με τις τελευταίες προσθήκες στην Βιντεοθήκη του Ψυχολογείν. Πιστεύω πως έτσι θα βοηθήσω στην καλύτερη ενημέρωση όσων αναγνωστών ενδιαφέρονται για τα εν λόγω βίντεο. Δυστυχώς -λόγω των περιορισμών που θέτει το WordPress.com- δεν είναι δυνατόν να βλέπετε τα βίντεο μέσα από τη σελίδα του Ψυχολογείν. Αντ’ αυτού θα ανεβάζω απλά μια εικόνα, κάποιο επεξηγηματικό κείμενο και ένα link προς το βίντεο, όπως ακριβώς κάνω και στην σελίδα της Βιντεοθήκης.
Περισσότερα

28 Μαρ 2008

Αγοράκια VS Κοριτσάκια: Υπάρχει ισότητα στην αναπαράσταση του φύλου;

< ![CDATA[Μέσα από διάφορες έρευνες της τελευταίας εικοσαετίας κάποιος μπορεί να φτάσει στο συμπέρασμα πως αν και οι γυναίκες αποτελούν το 51% του πληθυσμού, αναπαρίστανται στατιστικά πολύ λιγότερο στα παιδικά βιβλία. Και είναι αυτά τα κοινωνικά φυλετικά στερεότυπα στα παιδικά βιβλία που έχουν σημαντική επίδραση στις αντιλήψεις των παιδιών για τους γυναικείους ρόλους στην κοινωνία. Αν και η αναπαράσταση γυναικών έχει αυξηθεί από την δεκαετία του 70 έως και σήμερα, τα στερεότυπα είναι ακόμη μέρος της παιδικής λογοτεχνίας.
Περισσότερα

24 Σεπ 2007

Τα στερεότυπα και η επιρροή τους στην συμπεριφορά

  • Η λέξη στερεότυπα αναφέρεται στις αντιλήψεις που έχουμε ως αποτέλεσμα προκαταλήψεων απέναντι σε άτομα, ομάδες και ιδέες.
  • Ο όρος στερεοτυπική απειλή αναφέρεται στην ύπαρξη αρνητικού στερεότυπου για μία ομάδα.
  • Η ύπαρξη στερεοτύπων σημαίνει πως οτιδήποτε κάνει κάποιος ή οποιαδήποτε από τα χαρακτηριστικά κάποιου φαίνεται πως ταιριάζουν με τη στερεοτυπική αντίληψη που έχει μία κοινωνία στο σύνολό της για την ομάδα του ατόμου αυτού, κάνει το στερεότυπο πιο αληθοφανή ως χαρακτηριστικό της προσωπικότητας του ατόμου τόσο στα μάτια των άλλων, όσο και στα δικά του μάτια. Με άλλα λόγια, όταν κάποιος που ανήκει σε μια στερεοτυπικά απειλούμενη ομάδα (π.χ. Αλβανοί μετανάστες) κάνει κάτι που επιβεβαιώνει το στερεότυπο (π.χ. κλοπή), τότε τείνουμε να ενισχύουμε το στερεότυπο τόσο εμείς, όσο και τα άτομα που βρίσκονται στην απειλούμενη ομάδα. Αντίθετα βέβαια, όταν κάτι δεν ταιριάζει με το στερεότυπο, τείνουμε να το αγνοούμε και να το αποδίδουμε σε τρίτα χαρακτηριστικά. Η στερεοτυπική απειλή βιώνεται από τα άτομα που βρίσκονται μέσα στην στερεοτυπική ομάδα ως απειλή της αυτοεκτίμησής τους. Η διάδοση στερεότυπων ομάδων όπως: μετανάστες, μαύροι, εβραίοι, χίπις κτλ αυξάνει την πιθανότητα για συγκεκριμένα άτομα των ομάδων αυτών να πάρουν ως de facto πως αυτά τα στερεότυπα είναι πραγματικά για την ομάδα τους και κατά συνέπεια ότι και οι υπόλοιποι θα τους βλέπουν έτσι. Όταν οι ισχυρισμοί των στερεότυπων είναι πολύ αρνητικοί, αυτή η δυσάρεστη θέση μπορεί να είναι αρκετά απειλητική για την ομάδα, ώστε να έχει επιπτώσεις από μόνη της. Είναι δηλαδή σαν μία αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Εφόσον για παράδειγμα θεωρούμε πως μία ομάδα έχει χαμηλό IQ, είναι επόμενο να της φερόμαστε λες και πραγματικά είχαν χαμηλό IQ. Εάν αυτή η στερεοτυπική αντίληψη γίνει πολύ δυνατή, αυτό από μόνο του αρκεί για να επιβεβαιωθεί η αντίληψή μας για την άλλη ομάδα. Ένας ερευνητής ονόματι Steele παρουσίασε πρώτος τον όρο της φυλετικής ευπάθειας (racial vulnerability). Υποστήριξε πως αφού ένα άτομο εκτίθεται σε όλη του τη ζωή στις αρνητικές εικόνες που έχουν οι άλλοι για τις ικανότητές του, όπως στην περίπτωση των αφροαμερικανών, εκδηλώνει το λεγόμενο υποδεέστερο άγχος (inferiority anxiety) – μία κατάσταση κατά την οποία το άτομο διεγείρεται από τα διάφορα φυλοκεντρικά στοιχεία του περιβάλλοντός του. Δηλαδή γίνεται πιο ευαίσθητος σε αυτά τα στοιχεία που τον κάνουν να νοιώθει κατώτερος και συνεχώς ψάχνει αυτά τα στοιχεία στο περιβάλλον του για να επιβεβαιώσει για άλλη μια φορά ότι ισχύει η ρατσιστική διάθεση των άλλων. Αυτό το άγχος του το οδηγεί να κατηγορεί τους άλλους για τα προβλήματά του (π.χ. οι ρατσιστές οι λευκοί φταίνε!), κάτι που οδηγεί στην συνέχεια στην επιβεβαίωση ότι αποτελεί το θύμα. Έπειτα αυτή η εντύπωση γενικεύεται και μεταφράζεται σε αποτυχίες στην ζωή. Στις ΗΠΑ έχουν επιβεβαιωθεί αρκετές φορές διαφορές στην απόδοση μεταξύ των λευκών και των έγχρωμων μαθητών από το νηπιαγωγείο, έως και το πανεπιστήμιο. Στα πανεπιστήμια το 70% των αφροαμερικανών τελειώνουν τις σπουδές τους καθυστερημένα, εκτός του προβλεπόμενου χρόνου αποπεράτωσης των σπουδών, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό τους λευκούς φοιτητές είναι 42%. Ακόμη και στο βαθμό του πτυχίου υπάρχουν σημαντικές διαφορές. Διάφορες έρευνες κατά τις δεκαετίες του 60′ και του 70′ έδειξαν πως οι αφροαμερικανοί τα πήγαιναν καλύτερα στα IQ τεστ όταν τους λέγανε ότι κάνανε άσχετα τεστ που δεν είχαν σχέση με τις νοητικές τους ικανότητες, αλλά και όταν πίστευαν ότι τα αποτελέσματά τους θα συγκριθούν με πληθυσμό αφροαμερικανών, παρά όταν νόμιζαν ότι θα συγκριθούν με λευκούς! Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι όσο συνεχίζουμε να ανακυκλώνουμε τα στερεότυπα απέναντι σε οποιαδήποτε κοινωνική ομάδα, αυτόματα «αναγκάζουμε» την ομάδα αυτή να δεχτεί τις στερεοτυπικές αντιλήψεις ως πραγματικές, με αποτέλεσμα να διαιωνίζεται ο στιγματισμός της. Είναι ένας αέναος κύκλος. Εκτός και αν καταφέρουμε να σταματήσουμε να ανατροφοδοτούμε αυτόν τον περιορισμένο τρόπο κατηγοριοποίησης των ανθρώπων σε «Άλλες» ομάδες]]>