16 Μαρ 2015

Προκήρυξη θέσεων για το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών “Περιβάλλον και Συμπεριφορά”

Προκηρύσσονται 40 θέσεις φοιτητών για το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ) με τίτλο “Περιβάλλον και Συμπεριφορά” για το ακαδημαϊκό έτος 2015-16. Στο Πρόγραμμα γίνονται δεκτοί πτυχιούχοι Τμημάτων

  1. Σχολών Ψυχολογίας, Παιδαγωγικής Επιστήμης, Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών,
  2. Θετικών και Εφαρμοσμένων επιστημών όπως Μηχανικών, Αρχιτεκτόνων και Γεωτεχνικών που ασχολούνται με τη δημιουργία συνθηκών για την επίδραση της ανθρώπινης συμπεριφοράς αναφορικά με το φυσικό περιβάλλον, και
  3. άλλων ειδικοτήτων που εμπλέκονται με την περιβαλλοντική εκπαίδευση και συμπεριφορά,

πανεπιστημίων της ημεδαπής και αναγνωρισμένων ομοταγών ιδρυμάτων της αλλοδαπής, καθώς και πτυχιούχοι άλλων Πανεπιστημιακών Τμημάτων συναφούς με τους στόχους του ΠΜΣ γνωστικού αντικειμένου. Σημαντική καινοτομία του προγράμματος αυτού αποτελεί η δυνατότητα απόκτησης του μεταπτυχιακού τίτλου σε 1,5 μόλις έτος και κυρίαρχο χαρακτηριστικό του η ευελιξία του, καθώς είναι σχεδιασμένο ειδικά για εργαζόμενους.

Η χρονική διάρκεια για την απονομή του Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης (ΜΔΕ) ορίζεται σε τρία (3) ακαδημαϊκά εξάμηνα. Το κόστος παρακολούθησης ανέρχεται σε 1000€ το εξάμηνο.

Τυπικό προσόν αποτελεί η τουλάχιστον καλή γνώση της Αγγλικής. Η επιλογή θα γίνει από επιτροπή αξιολόγησης με βάση τη συνάφεια του τίτλου σπουδών, την αναλυτική βαθμολογία και την εξέταση του βιογραφικού σημειώματος. Η έναρξη των μαθημάτων θα γίνει στις αρχές Οκτωβρίου.

Οι αιτήσεις θα πρέπει να συνοδεύονται από τα ακόλουθα έγγραφα

  • Αίτηση Τίτλο σπουδών Πιστοποιητικό καλής γνώσης της αγγλικής γλώσσας Αναλυτική βαθμολογία Βιογραφικό σημείωμα

Καταληκτικές ημερομηνίες

30 Ιουλίου 2015 και 15 Σεπτεμβρίου 2015

Μετά το τέλος της πρώτης προθεσμίας θα αξιολογηθούν οι αιτήσεις και, εφόσον υπάρχουν κενές θέσεις, θα συμπληρωθούν μέσα στην επόμενη προθεσμία υποβολής. Οι επιτυχόντες θα κληθούν να προσκομίσουν φωτοαντίγραφα των τίτλων σπουδών κατά την εγγραφή τους και υπεύθυνη δήλωση για τη γνησιότητά τους.

Οι αιτήσεις θα πρέπει να υποβληθούν μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στη διεύθυνση eb@env.duth.gr με επισυναπτόμενα τα σαρωμένα δικαιολογητικά 1, 2, 3, 4 και 5. Στο θέμα του μηνύματος θα πρέπει να αναγράφεται: Υποβολή Υποψηφιότητας για το ΠΜΣ «Περιβάλλον και Συμπεριφορά».

Σε περίπτωση που υποψήφιοι αναμένεται να αποφοιτήσουν μέσα στην επόμενη εξεταστική της προκήρυξης (Ιουνίου ή Σεπτεμβρίου) και υπάρχουν εκκρεμότητες με μαθήματα ή διπλωματική/πτυχιακή εργασία, θα πρέπει να κατατεθεί υπεύθυνη δήλωση ότι πρόκειται να αποκτηθεί το πτυχίο το αργότερο στην εξεταστική του Σεπτεμβρίου και θα κατατεθεί στη συνέχεια. Δεν επιτρέπεται η εγγραφή και παράλληλη παρακολούθηση του ΠΜΣ με άλλο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα πρώτου κύκλου.

Μέσα σε 24 ώρες από την υποβολή θα αποσταλεί μήνυμα επιβεβαίωσης παραλαβής της αίτησης.

Κριτήρια

Η παρακολούθηση είναι προαιρετική εκτός από τα εργαστήρια/εργαστηριακά μαθήματα όπου η παρακολούθηση είναι υποχρεωτική. Τα κριτήρια κατάταξης των υποψηφιοτήτων είναι:

  • Βαθμός πτυχίου (5-10)
  • Δημοσιεύσεις (Το μέγιστο από):
  • Γλώσσα (Καλή=5, Πολύ Καλή=7,5, Άριστη=10)
  • Ελληνικό Συνέδριο /Κεφάλαιο Βιβλίου/Περιοδικό χωρίς κριτές = 1
  • Διεθνές Συνέδριο /Κεφάλαιο Βιβλίου/ Περιοδικό χωρίς κριτές = 2
  • Βιβλίο Ελληνικό = 3
  • Βιβλίο Ξενόγλωσσο = 4
  • Ελληνικό περιοδικό με κριτές = 5
  • Ξενόγλωσσο περιοδικό με κριτές = 6
  • Βιογραφικό και προϋπηρεσία = 5

Μέγιστη βαθμολόγηση (10+10+6+5)= 31

Εισαγωγική Εικόνα

]]>

06 Φεβ 2015

The Thinking Ape: The Enigma of Human Consciousness

Τι είναι η συνείδηση; Πως διαφέρει -εάν διαφέρει- η συνείδηση του ανθρώπου από τη συνείδηση που έχουν τα υπόλοιπα μέλη του ζωϊοκού βασιλείου; Πως ξέρουμε εάν κάποιος άνθρωπος έχει συνείδηση του τι συμβαίνει γύρω του ή όχι;

Μια ομάδα επιστημόνων από πολλούς και διαφορετικούς κλάδους κάνουν μια εκτενή συζήτηση πάνω στο θέμα από πολλές και διαφορετικές σκοπιές: συμπεριφορικά, νευροφυσιολογικά, αισθητικά και ηθολογικά. Η συζήτηση έγινε στην «The New York Academy of Sciences» τον Οκτώβριο του 2012.

]]>

14 Ιαν 2015

Ιδανικός γονιός: υπάρχει ή μήπως είναι ψέμα;

Πόσο εύκολο είναι να είσαι γονιός; Υπάρχει ο ιδανικός γονιός;

Αυτά είναι λίγα από τα ερωτήματα που περιστρέφονται γύρω από το μυαλό ενός ανθρώπου που είναι  γονιός ή ετοιμάζεται να γίνει…

Η αλήθεια είναι πως η παγίδα του «ιδανικού γονιού» είναι μεγάλη κι επικίνδυνη είτε από την πλευρά του γονιού είτε από την πλευρά του παιδιού. Τις περισσότερες φορές, οι γονείς πιστεύουν ότι μπορεί να τους δοθεί ο τίτλος του «ιδανικού»,  όταν όλες τους οι προσδοκίες  πραγματοποιηθούν με ευκολία και ακρίβεια. Από την άλλη, τα παιδιά θεωρούν ότι ο γονιός τους είναι «ιδανικός» μόνο όταν πραγματοποιούνται τα χατίρια τους. Και οι δυο πλευρές έχουν στο μυαλό τους κάτι εξιδανικευμένο, που δεν φέρνει συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις! Είναι όμως εφικτό αυτό;

Δυστυχώς, δεν υπάρχει τέλειος ή ιδανικός γονιός! Υπάρχει όμως εκείνος ο γονιός ο οποίος αποδέχεται τον εαυτό του, τα βιώματα και τις εμπειρίες από την πατρική του οικογένεια, δεν προσπαθεί να γίνει τέλειος, αλλά δέχεται ότι μπορεί να έχει αντιφατικά συναισθήματα για την οικογένειά του, ότι είναι αναπόφευκτο να γίνουν «λάθη» και κάποια στραβοπατήματα.  Αναγνωρίζει τα λάθη του και προσπαθεί να τα διορθώσει. Προπάντων όμως, βοηθάει το παιδί του να αποκτήσει την αυτονομία του…

Ένας βασικός παράγοντας που επηρεάζει το γονεϊκό ρόλο είναι αυτός του συναισθηματικού κλίματος που δημιουργείται μέσα στην οικογένεια. Η συναισθηματική στάση των γονέων αναφέρεται στην αποδοχή ή απόρριψη απέναντι στο παιδί τους. Η αποδοχή του παιδιού σχετίζεται άμεσα με το βαθμό της στοργής και αγάπης που εκφράζει ο γονιός στο παιδί του. Είναι σημαντικό στις μέρες μας, όπου συνήθως και οι δυο γονείς εργάζονται, να αφιερώνεται ποιοτικός χρόνος στο παιδί και όχι τόσο ποιοτικός. Δεν ωφελεί να νιώθει κανείς τύψεις γιατί εργάζεται πολλές ώρες την ημέρα και δεν έχει χρόνο να δει το παιδί του, αρκεί όταν επιστρέψει σπίτι να μοιραστεί κάποιο χρόνο μαζί του παίζοντας ή κάνοντας κάτι ευχάριστο και για τους δυο. Αυτό το μοίρασμα του χρόνου, βελτιώνει την επικοινωνία μέσα στην οικογένεια, τα μέλη έρχονται πιο κοντά και ο ένας μπορεί να καταλάβει τις ανάγκες του άλλου. Μ’ αυτό τον τρόπο καλλιεργείται  η άνευ όρων κατανόηση στα λάθη του παιδιού και όχι η κριτική διάθεση. Η αποδοχή, λοιπόν, του παιδιού μέσα σε ένα ήπιο οικογενειακό κλίμα με ήρεμους γονείς, έχει σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη υγιούς προσωπικότητας του παιδιού.

Στην αντίπερα όχθη της αποδοχής έχουμε την απόρριψη του παιδιού από τους γονείς  του. Σ’ αυτή την στάση των γονέων δεν κυριαρχεί τόσο η στοργή και η φιλική διάθεση, όσο η αυταρχικότητα. Σε μια αντίστοιχη οικογένεια, δεν ακούγονται  γέλια και ήρεμες συζητήσεις. Ακούγεται μόνο η κριτική! Οι γονείς πιστεύουν πως με το να κριτικάρουν κάθε επιλογή του παιδιού και να μεγαλοποιούν τα λάθη του, θα καλλιεργήσουν την  υπευθυνότητά του. Η επικέντρωση στα σφάλματα και τις ατέλειες  του παιδιού όμως, δεν είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική. Αντιθέτως, το παιδί μεγαλώνει σε ένα «επιθετικό» περιβάλλον, δεν θα αποκτήσει αυτοσεβασμό και η αυτοεκτίμησή του θα είναι πάντα σε χαμηλά επίπεδα. Φυσικά, η σχέση του παιδιού με την οικογένειά του δεν θα βασίζεται στην ισοτιμία, αλλά στο φόβο, το θυμό, την έλλειψη εμπιστοσύνης, την ανασφάλεια και την ανισορροπία δύναμης.

Το δίπολο της αποδοχής – απόρριψης δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που σχετίζεται με το ρόλο του γονέα. Σημαντικό ρόλο παίζει και η θέσπιση των ορίων για την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού. Με την έννοια «όρια» ονομάζουμε το σύνολο από συμφωνίες σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας και τις σχέσεις μέσα στην οικογένεια. Τα όρια, σε πρώτη φάση, θεσπίζονται άτυπα από το συντροφικό ζευγάρι. Στη συνέχεια, με την απόκτηση παιδιού και όσο μεγαλώνει και ωριμάζει, τόσο πιο μεγάλη είναι η συμμετοχή του στη συνδιαμόρφωση των κανόνων. Στόχος των ορίων και των κανόνων δεν είναι η τιμωρία και ο υπερβολικός περιορισμός της συμπεριφοράς του παιδιού, αλλά η εκπαίδευση του παιδιού για μια υγιή ζωή ως παιδί και ως ενήλικας αργότερα.

Η θέσπιση των ορίων μέσα στην οικογένεια αναφέρεται ουσιαστικά στην άσκηση πειθαρχίας. Πολλές φορές μπερδεύουμε την πειθαρχία με την αυταρχικότητα και την τιμωρία. Στην πραγματικότητα, όμως η πειθαρχία συσχετίζεται με τη σταθερότητα και τη συνέπεια στην τήρηση των κανόνων. Άρα, λοιπόν, αποφεύγουμε τις σχέσεις εξουσίας, τις πολλές απαγορεύσεις και την άσκηση βίας  και αποδεχόμαστε την καλή επικοινωνία, τον σεβασμό των δικαιωμάτων του παιδιού και την ειλικρίνεια.

Συγκρούσεις και διαφωνίες θα υπάρχουν πάντα μέσα στην οικογένεια. Δεν σημαίνει ότι κάποιος δεν είναι καλός γονιός γιατί διαφωνεί με το παιδί του. Τα παιδιά επιθυμούν συνεχώς να ξεπεράσουν τα όρια που θέτουν οι γονείς τους. Όσο πιο σταθερός είναι ο γονιός και δείχνει το ενδιαφέρον του για τις ανάγκες του παιδιού, τόσο πιο ανώδυνα και ήπια θα επιλύονται οι μικροσυγκρούσεις.  Ας ξεχάσουμε τη φράση «δεν θα γίνει το δικό σου». Δεν θέλουμε να φουντώσουμε τον ανταγωνισμό μεταξύ μας, αλλά να προωθήσουμε την ωριμότητα και μια νέα στρατηγική επίλυσης συγκρούσεων και εξεύρεσης εναλλακτικών λύσεων.

Θα ήταν αποτελεσματικό αν είχαμε στο νου μας ότι η οικογένεια και η ανατροφή των παιδιών δεν αποτελεί μόνο μια δύσκολη δουλειά διαπαιδαγώγησης, αλλά ταυτόχρονα είναι και μια πηγή ευτυχίας. Οι γονεϊκές σχέσεις δοκιμάζονται με το πέρασμα του χρόνου. Απαιτείται πολύ υπομονή, επιμονή, ενέργεια, σταθερότητα αλλά και ευλυγισία.

Εστιάστε στα θετικά της οικογένειάς σας και δεν θα χάσετε! Δείτε το ρόλο σας από μια άλλη οπτική!

Διασκεδάστε τόσο με τα δικά σας λάθη όσο και με του παιδιού σας! Διασκεδάστε με τα παιδιά σας!

Εισαγωγική Εικόνα

]]>

11 Αυγ 2014

Η υιοθεσία βοηθάει στην ομαλότερη ανάπτυξη των υιοθετημένων παιδιών

Η υιοθεσία είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα θέματα που απασχολούν την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα. Ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι και λοιποί κοινωνικοί επιστήμονες δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον γύρω από πολλά ερωτήματα πάνω στο θέμα αυτό: τους ψυχοκοινωνικούς παράγοντες που οδηγούν τους βιολογικούς γονείς να δώσουν τα παιδιά τους για υιοθεσία, τις συνθήκες υπό τις οποίες γίνονται αυτές, τον αντίκτυπο που έχει η παραμονή παιδιών σε ειδικά κέντρα φιλοξενίας έως ότου υιοθετηθούν, αλλά και τις επιπτώσεις που έχει η όλη διαδικασία της αλλαγής οικογενειακού περιβάλλοντος στην σωματική και ψυχική υγεία των παιδιών. Όταν η υιοθεσία γίνεται σε ηλικία που το παιδί κατανοεί πλήρως και συνειδητά την αλλαγή περιβάλλοντός είναι λογικό ότι έχει πολλαπλάσιο αντίκτυπο σε σχέση με τις περιπτώσεις που αυτή συμβαίνει σε ηλικία λίγων μηνών, πριν το παιδί αρχίσει να αντιλαμβάνεται σε συνειδητό επίπεδο όλα όσα του συμβαίνουν. Αυτός είναι και ο λόγος που μεγάλο κομμάτι της έρευνας γύρω από την υιοθεσία γίνεται με παιδιά που είτε έχουν μεγαλώσει με τους βιολογικούς τους γονείς είτε σε κάποιο ίδρυμα για αρκετά χρόνια πριν δοθούν στη νέα οικογένειά τους.

Γενικότερα υπάρχουν δύο αντικρουόμενες απόψεις γύρω από τον αντίκτυπο της υιοθεσίας στα παιδιά. Η πρώτη υπογραμμίζει ότι τα υιοθετημένα παιδιά αντιμετωπίζουν πολλαπλάσια προβλήματα τόσο σε ψυχολογικό επίπεδο λόγω των δύσκολων εμπειριών που έχουν, όσο και σε βιολογικό επίπεδο λόγω πολλαπλάσιων γενετικών –και συνήθως περιγεννητικών- προβλημάτων (καταχρήσεις ουσιών από τις μητέρες, βιαιοπραγίες κατά την εγκυμοσύνη κτλ). Η δεύτερη γραμμή σκέψης επικεντρώνεται στα ευρήματα που δείχνουν ότι η υιοθεσία έχει προστατευτικό χαρακτήρα για τα παιδιά κυρίως λόγω της απομάκρυνσής τους από «τοξικά» περιβάλλοντα που επηρεάζουν την υγιή ανάπτυξή τους.

Μία από τις μεγαλύτερες μετα-αναλύσεις ερευνών για την υιοθεσία1 έλαβε υπόψη της δεκάδες ευρήματα ερευνών και από τις δύο οπτικές γωνίες, προσπαθώντας να τις συνδέσει υπό μία ευρύτερη θεωρία: το catch-upmodel. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, τα υιοθετημένα παιδιά σαφώς και έχουν κάποια επιπλέον προβλήματα συμπεριφορικής ή βιολογικής φύσης λόγω του παρελθόντος τους, αλλά από την άλλη η αλλαγή περιβάλλοντος τα υποστηρίζει ώστε να τα αντιμετωπίσουν όσο το δυνατόν καλύτερα σε σχέση με τους συνομηλίκους τους που δεν κατάφεραν να υιοθετηθούν. Το ερώτημα όμως γύρω από αυτό το μοντέλο είναι σε ποιους τομείς υπερτερούν και σε ποιους υστερούν τα υιοθετημένα παιδιά;

Για να απαντήσουν, οι ερευνητές ανέλυσαν τα ευρήματα 240 μελετών και επικεντρώθηκαν στη σύγκριση των υιοθετημένων παιδιών τόσο με τους συνομηλίκους τους που παρέμειναν στα ορφανοτροφεία και τα αδέρφια τους που μεγαλώνουν στις βιολογικές οικογένειές τους, όσο και με τους συνομηλίκους τους στον τωρινό τους κοινωνικό περίγυρο που μεγαλώνουν με τις βιολογικές τους οικογένειες. Τα σημεία σύγκρισης ήταν πέντε:

  1. Φυσική ανάπτυξη: Τα υιοθετημένα παιδιά παρουσιάζουν αποκλίσεις στο ύψος, το βάρος και τα άλλα φυσικά τους χαρακτηριστικά;
  2. Δημιουργία ισορροπημένων σχέσεων: Μπορούν τα υιοθετημένα παιδιά να αναπτύξουν υγιείς και ισορροπημένες σχέσεις με τη νέα τους οικογένεια και τον κοινωνικό τους περίγυρο;
  3. Γνωστική ανάπτυξη: Τα υιοθετημένα παιδιά αντιμετωπίζουν προβλήματα σε τομείς που σχετίζονται με την γνωστική τους ανάπτυξη και τον δείκτη νοημοσύνης;
  4. Αυτοεκτίμηση: Τα υιοθετημένα παιδιά έχουν συναισθήματα κατωτερότητας ή έχουν εμπιστοσύνη στις δυνάμεις και τις ικανότητές τους;
  5. Γενικά προβλήματα συμπεριφοράς: Τα υιοθετημένα παιδιά αναπτύσσουν πιο συχνά προβλήματα συμπεριφοράς (γκρίνια, συναισθηματικές διακυμάνσεις, αντικοινωνική συμπεριφορά κτλ) σε σχέση με τους συνομηλίκους τους;

Στο γράφημα που ακολουθεί μπορούμε να δούμε τα αποτελέσματα αυτής της μετα-ανάλυσης, όπου συγκρίνονται τα υιοθετημένα παιδιά με τους συνομηλίκους τους που παρέμειναν στα ορφανοτροφεία ή τα αδέρφια τους που παραμένουν στις βιολογικές τους οικογένειες (ομάδα «πρώην»), αλλά και με τους συνομηλίκους τους στον κοινωνικό τους περίγυρο που μεγαλώνουν με τις βιολογικές τους οικογένειες (ομάδα «νυν»).

[caption id="attachment_4318" align="aligncenter" width="405"]Αποτελέσματα της έρευνας Van IJzendoorn et al. (2006). Ελεύθερη μετάφραση από τον αρθρογράφο. Αποτελέσματα της έρευνας Van IJzendoorn et al. (2006). Ελεύθερη μετάφραση από τον αρθρογράφο.[/caption]

Αυτό που βλέπουμε είναι πως τα υιοθετημένα παιδία παρουσιάζουν μια σαφώς καλύτερη φυσική ανάπτυξη σε σχέση με την ομάδα «πρώην», αλλά παρόλα αυτά παραμένουν λίγο πίσω σε αυτόν τον τομέα σε σχέση με την ομάδα «νυν». Παρόμοια ευρήματα παρουσιάστηκαν και στην ανάπτυξη υγιών σχέσεων: τα υιοθετημένα παιδιά παρουσιάζουν πιο υγιείς σχέσεις μέσα στην ανάδοχη οικογένεια σε σχέση με την ομάδα «πρώην», αλλά ταυτόχρονα υστερούν σε αυτό το δείκτη σε σχέση με την ομάδα «νυν». Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και στην ανάλυση της γνωστικής τους ανάπτυξης, ενώ δεν παρουσιάστηκαν σημαντικές διαφορές στην αυτοεκτίμηση, αλλά και στην εμφάνιση προβλημάτων συμπεριφοράς.

Συμπερασματικά

Αυτό το οποίο μπορούμε να δούμε ξεκάθαρα από τα αποτελέσματα είναι βασικά πως η υιοθεσία βοηθάει σαφώς τα παιδιά στην γνωστική, φυσική και συναισθηματική τους ανάπτυξη και πράγματι λειτουργεί προστατευτικά και ιαματικά ώστε να επουλωθούν σε μεγάλο βαθμό οι πληγές του κακού παρελθόντος που έχουν ζήσει τα παιδιά. Εάν τα παιδιά έμεναν με τις βιολογικές οικογένειές τους (δεδομένων των κακών κοινωνικο-οικονομικών και συναισθηματικών συνθηκών σε αυτές) ή στα ορφανοτροφεία θα υστερούσαν σημαντικά σε αυτούς τους τομείς. Από την άλλη βεβαίως, το γεγονός της υιοθεσίας δεν μπορεί να διαγράψει το τραυματικό παρελθόν των παιδιών. Το βάρος αυτού του παρελθόντος συνεχίζει να είναι μαζί τους και να στέκει σε κάποιες περιπτώσεις ως εμπόδιο στην ομαλή ανάπτυξή τους, συγκρινόμενα με τα παιδιά που μεγαλώνουν σε υγιείς, βιολογικές οικογένειες.

Ένα δεύτερο συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε κοιτώντας τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής είναι πως τα υιοθετημένα παιδιά παρόλο που έχουν περισσότερο προβλήματα στην σωματική και συναισθηματική τους ανάπτυξη, το γνωστικό τους πεδίο και τα προβλήματα συμπεριφοράς που παρουσιάζουν δεν παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις από τους συνομηλίκους τους που μεγαλώνουν σε τυπικές οικογένειες.

Το θέμα της υιοθεσίας είναι σίγουρα πολύ μεγάλο και καμία έρευνα δεν μπορεί να αναλύσει όλες τις πτυχές του. Αυτό όμως που αξίζει να θυμόμαστε είναι ότι η υιοθεσία μπορεί να λειτουργήσει ως θείο δώρο για τα περισσότερα παιδιά αλλά και τους γονείς, χαρίζοντας μια υγιή ανάπτυξη στα μεν και την χαρά του γονιού στους δε.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Van IJzendoorn, M. H., & Juffer, F. (2006). The Emanuel Miller Memorial Lecture 2006: Adoption as intervention. Meta‐analytic evidence for massive catch‐up and plasticity in physical, socio‐emotional, and cognitive development. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 47(12), 1228-1245 (PDF) []
18 Οκτ 2013

Κάτω από αυτό το πρίσμα, τι είναι φυσιολογικό και τι όχι;

Αρκετοί από εμάς αναρωτιόμαστε αν εμείς, οι επιλογές μας, τα συναισθήματα μας, οι άλλοι και περισσότερο από όλα τα παιδιά μας είναι «φυσιολογικά», εξελίσσονται «ομαλά» και δεν ανήκουν σε κανένα παθολογικό φάσμα. Αυτό που συχνά δεν αναρωτιόμαστε, όμως, είναι από που προκύπτουν αυτές οι ανησυχίες μας και από που προκύπτει η τάση μας να κατηγοροποιούμε τις συμπεριφορές μας, τους ανθρώπους, τα παιδιά μας σε «φυσιολογικά» ή σε «παθολογικά».

Ακόμη, δεν αναρωτιόμαστε τουλάχιστον συνειδητά για τον σκοπό μιας τέτοιας κατηγοροποίησης και έτσι, αναπόφευκτα, αν τοποθετήσουμε μια συμπεριφορά στο φάσμα του μη φυσιολογικού- του παθολογικού, πιστεύουμε πως, εξαιτίας και μόνο αυτού, η συμπεριφορά αυτή είναι όντως παθολογική. Είναι, όμως, η πραγματικότητα έτσι; Είναι εύκολο να ξεχωρίζουμε, στην πράξη, σε «φυσιολογικό» ή σε «παθολογικό» τις συμπεριφορές μας, τον εαυτό μας ή τους ανθρώπους που συναντάμε;

Πρώτα από όλα, μια συμπεριφορά που θεωρείται «φυσιολογική» για τη δική μου τη ζωή, μπορεί να θεωρηθεί «παθολογική» για τη ζωή κάποιου άλλου. Δηλαδή, ο καθένας μας έχει διαφορετικές προτεραιότητες και διαφορετικούς στόχους και μόνο αν γνωρίζουμε αυτούς, μπορούμε να αποφασίσουμε αν ο απέναντι μας κινείται στα πλαίσια του «φυσιολογικού», ώστε να μπορέσει να πετύχει αυτούς τους στόχους. Εξάλλου, και στην ψυχιατρική για να οριστεί μια διαταραχή, λαμβάνεται πάντοτε υπόψη το αίσθημα ευχαρίστησης ή δυσφορίας του ατόμου από τη ζωή του- μία ακόμη ένδειξη ότι η διάκριση της φυσιολογικής από την παθολογική συμπεριφορά εξαρτάται από τα υποκειμενικά μας κριτήρια. Έτσι, όταν λέμε ότι κάτι είναι «φυσιολογικό», χρειάζεται πάντα να ορίζουμε το «για ποιον είναι φυσιολογικό».

Από την άλλη, σαφέστατα και υπάρχουν κάποια άλλα- πιο αντικειμενικά- κριτήρια στη διάκριση του φυσιολογικού από το παθολογικό. Έτσι, στη ψυχιατρική άλλα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τον εντοπισμό των ψυχιατρικών διαταραχών είναι η παρατηρήσιμη συμπεριφορά του ατόμου που εξετάζεται- τα λεγόμενα συμπτώματα-, η διάρκεια, η συχνότητα και η ένταση που αυτά εμφανίζονται και οι συνέπειες που έχουν στη ζωή του ατόμου: στην εργασιακή του απόδοση, στην κοινωνικότητα του, στη σωματική του υγεία: ύπνος, διατροφή κ.α. Αυτά τα- σχεδόν αντικειμενικά- κριτήρια αποτελούν την πυξίδα για τον εντοπισμό των ψυχιατρικών διαταραχών.

Όμως, ποιος είπε πως η ύπαρξη κάποιας ψυχιατρικής διαταραχής καθιστά έναν άνθρωπο παθολογικό;

Πρώτα από όλα, η κατηγοροποίηση των ψυχιατρικών διαταραχών γίνεται μονάχα για τη μελέτη, την κατανόηση και την καλύτερη δυνατή βοήθεια των άτομων που τις παρουσιάζουν. Από εκεί και έπειτα, είναι καλό να αντιμετωπίζουμε τη συμπεριφορά του ατόμου που παρουσιάζει κάποια ψυχιατρική διαταραχή με τον ίδιο τρόπο που θα αντιμετωπίζαμε μια οποιαδήποτε συμπεριφορά- γιατί κάθε συμπεριφορά είτε ανήκει στο φάσμα του «φυσιολογικού» είτε ανήκει στο φάσμα του «παθολογικού» είναι πάντα μοναδική.

Δηλαδή, ακόμη κι αν εμείς οι δύο παρουσιάζαμε μια ίδια ψυχιατρική διαταραχή, θα είχαμε μια εντελώς διαφορετική κατάσταση να αντιμετωπίσουμε και πιθανότατα ο τρόπος που θα συμπεριφερόμασταν θα ήταν κατά πολύ διαφορετικός, ακόμη κι αν αυτός έμοιαζε σε μερικά σημεία. Και αυτό γιατί κανένας μας δεν θα ήταν η συγκεκριμένη ψυχιατρική διαταραχή- κανένας μας δεν θα ήταν μη φυσιολογικός- παθολογικός.

Θα ήμασταν απλά δυο διαφορετικοί άνθρωποι που εξαιτίας της ιδιοσυγκρασίας μας, των βιωμάτων μας και της παρούσας χρονικής στιγμής της ζωής μας, αντιμετωπίζουμε με διαφορετικό τρόπο μια ίδια- στο όνομα- ψυχολογική κατάσταση.Και με την τελευταία πρόταση, θέλω να θέσω δύο ερωτήματα.

Πρώτα από όλα, όλοι μπορούμε να περάσουμε και να ξαναπεράσουμε και να ξαναπεράσουμε το μονοπάτι που οδηγεί από το «φυσιολογικό» στο «παθολογικό» και ανάποδα. Η ζωή έχει δυσκολίες για όλους: συναντάμε σε αυτήν θανάτους, χωρισμούς, απορρίψεις, ματαιώσεις και είναι εύκολο να χαθούμε για λίγο ή για πολύ σε κάποιο από αυτά τα τούνελ. Αν χαθούμε, δεν σημαίνει πως πάψαμε να είμαστε φυσιολογικοί- ειδικά όταν μπορούμε να ξαναβρούμε τον δρόμο μας και να αντέχουμε για λίγο το σκοτάδι. Αν τόσο εύκολα θεωρούμε κάτι «παθολογικό», θα έπρεπε με τον ίδιο τρόπο να το αναθεωρούμε σε κάτι «φυσιολογικό».

Με πιο απλά λόγια, το τι είναι φυσιολογικό και τι παθολογικό είναι ένας συνεχής αγώνας διαπραγμάτευσης- δεν μπορούμε απλά να βάζουμε μια ταμπέλα και να την αφήνουμε. Αντίθετα, θα πρέπει να εξετάζουμε σταθερά τι είναι φυσιολογικό με βάση τη δική μας ζωή και τις δικές μας σκέψεις. Έτσι, θα ήταν καλό, όταν λέμε πως κάτι είναι φυσιολογικό να προσθέτουμε τη φράση «για’ μένα», π.χ «Για’ μένα είναι φυσιολογικό που…».

Το δεύτερο ερώτημα αφορά και πάλι τις ψυχιατρικές διαταραχές- αν και όχι μόνο. Πιο απλά θα έλεγα ότι αφορά τις παραξενιές τις δικές μας και των άλλων. Έχετε σκεφτεί πως μπορεί όλες αυτές να είναι η συνέπεια της προσαρμογής μας στο περιβάλλον που κληθήκαμε να μεγαλώσουμε, να αναπτυχθούμε και να ενταχθούμε; Έχετε σκεφτεί πως μπορεί να έχουν προσαρμοστική αξία, καθώς αποτυπώνουν την ένωση της αρχικής μας ιδιοσυγκρασίας με τις συνθήκες που συναντήσαμε στη ζωή μας μέχρι τώρα και ίσως, ακριβώς επειδή έχουν προσαρμοστική αξία και μας έχουν βοηθήσει, να μας είναι τόσο μα τόσο δύσκολο να τις αποχαιρετίσουμε;

Κάτω από αυτό το πρίσμα, τι είναι φυσιολογικό και τι όχι; 

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

22 Ιαν 2013

Ψυχοϊστορικά: 22 Ιανουαρίου 1963

Σαν σήμερα, στις 22 Ιανουαρίου 1963, ο Albert Bandura και οι συνεργάτες του δημοσίευσαν ένα από τα πιο γνωστά τους επιστημονικά άρθρα. Πρόκειται για το άρθρο υπό τον τίτλο «Imitation of Film-Mediated Aggressive Models»1, το οποίο αναφέρεται στην πασίγνωστη μελέτη «Bobo Doll» για τη μίμηση συμπεριφοράς των παιδιών.

Σε αυτή τη μελέτη ο Bandura ενδιαφέρθηκε για τον μηχανισμό εκμάθησης συμπεριφοράς των παιδιών μέσω της παρατήρησης. Οι συμμετέχοντες της έρευνας ήταν παιδιά νηπιακής ηλικίας (αγόρια και κορίτσια) τα οποία κλήθηκαν να παίξουν σε έναν χώρο στον οποίο υπήρχε και ένας ενήλικας, ο οποίος με τη σειρά του έπαιζε σε μια άλλη γωνιά με μια κούκλα σε μέγεθος ανθρώπου.

Τα παιδιά χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες: 1)αυτά που είδαν τον ενήλικα να χτυπάει την κούκλα 2)αυτά που είδαν τον ενήλικα να περιποιείται την κούκλα και 3)αυτά που είδαν τον ενήλικα να μην ασχολείται με την κούκλα.

Αυτό που παρατήρησαν οι μελετητές ήταν ότι όταν ο ενήλικας έφευγε από το δωμάτιο τα παιδιά έτειναν να μιμούνται τη συμπεριφορά του απέναντι στην κούκλα. Δηλαδή, τα παιδιά που είδαν βίαιη συμπεριφορά συμπεριφέρθηκαν βίαια στην κούκλα, ενώ τα παιδιά είδαν καλή συμπεριφορά περιποιήθηκαν στην κούκλα.

Αυτή ήταν μία από τις πιο σημαντικές μελέτες του Bandura, η οποία επαναλήφθηκε και άλλες φορές με διάφορες τροποιήσεις και η οποία έθεσε τα θεμέλια για περαιτέρω μελέτη της εκμάθησης συμπεριφοράς.

Στο βίντεο που ακολουθεί μπορείτε να δείτε μία εκ των πειραματιστών να επιδεικνύει επιθετική συμπεριφορά και στη συνέχεια ένα αγοράκι να τη μιμείται.

[youtube id=»hHHdovKHDNU» width=»400″ height=»250″]

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Bandura et al. (1963). Imitation of Film-Mediated Aggressive Models. Journal of Abnormal Psychology. 66(1) [PDF] []
28 Νοέ 2011

Φυσιολογικό VS Παθολογικό: οχι και τοσο ξεκάθαροι όροι

Φυσιολογικές και μη φυσιολογικές εκδηλώσεις της συμπεριφοράς. Υπάρχει μια διάκριση μεταξυ του τι ειναι φυσιολογικό να κάνουμε και τι οχι, τι ειναι περίεργο ή ανώμαλο ακόμα, μια διάκριση μεταξύ φυσιολογικού και παθολογικού ή τρελού. Ωστόσο η διάκριση αυτή δεν είναι τόσο σαφής όσο μπορεί να νομίζετε.

Και αυτό συμβαίνει για δύο βασικούς λόγους:

Η μη φυσιολογική συμπεριφορά δεν είναι πραγματικά ιδιαίτερα ανώμαλη ως και καθόλου. Οι άνθρωποι αναπτύσσουν συνήθως διάφορες προβληματικές συμπεριφορές για λόγους που είναι πολύ κατανοητοί. Σε γενικές γραμμές, τα παιδιά εξελίσσονται έχοντας αγχώδεις «διαταραχές» επειδή έχουν βιώσει μια ασυνήθιστα τρομακτική σειρά γεγονότων στη ζωή τους, ένα ή περισσότερα τραύματα, ή είχαν ασυνεπείς γονείς ή πειθαρχία. Σίγουρα, μερικές φορές μπορεί να συμβάλλουν τα γονίδια. Αλλά ακόμα και τα γονίδια που προδιαθέτουν τα παιδιά για ανάπτυξη του άγχους, έχουν προσαρμοστική αξία. Έτσι, μια κοινωνία που υπόκειται μια απροσδόκητη επίθεση ή προσβολή, συνήθως επωφελείται με το να έχει ορισμένα μέλη που είναι ασυνήθιστα σε υπερεπαγρύπνηση και συνεχώς σε επιφυλακή για τον κίνδυνο. Χρησιμεύουν ως βασικοί φρουροί σε τέτοιες περιπτώσεις.

Συγκεκριμένα το άγχος πρόκειται για συνήθη διαταραχή αφού 1/3 των ενηλίκων παρουσιάζει κάθε χρόνο μια τουλάχιστον σοβαρή κρίση άγχους. Υπολογίζεται οτι περίπου ενα 10% του γενικού πλυθησμού συμβουλεύεται κάποια στιγμή γιατρό επειδή αισθάνεται άγχος, ένταση, ή ανησυχία. Το φυσιολογικό άγχος, ειναι μια υγιής, φυσιολογική αντίδρση, που εκδηλώνεται σε περιπτώσεις ανησυχίας ή σε στιγμές πραγματικού κινδύνου ή απειλής. Μέτριος βαθμός άγχους, στην πραγματικότητα, βελτιώνει την απόδοση του ανθρώπου σε δύσκολες στιγμες και αποτελεί δημιουργικό και κινητήριο παράγοντα για τη ζωή.

Ομοίως, τα παιδιά συνήθως οδηγούνται στην κατάθλιψη όταν οι άνθρωποι και τα γεγονότα δημιουργούν μια θλιβερή, τρομακτική ατμόσφαιρα στην οποία αυτά πρέπει να μεγαλώσουν. Τα παιδιά συνήθως συμπεριφέρονται άσχημα όταν οι γονείς, οι συμμαθητές, οι δάσκαλοι είτε, ακούσια, ενθαρύνουν τέτοιες συμπεριφορές, ή αδυνατούν να παρέχουν συνεπή όρια και δομή. Και πάλι, όταν τα γονίδια συμβάλουν σε αυτήν την εικόνα, ορισμένοι εξελικτικοί ψυχολόγοι πιστεύουν οτι αυτά τα γονίδια μπορεί επίσης, υπό ορισμένες συνθήκες, να έχουν πλεονεκτήματα.

Και μην ξεχνάμε όλους αυτούς τους “ιδιοφυείς τρελούς”ή “τρελούς επιστήμονες” ή όλους αυτούς τους καλλιτέχνες που διακατέχονταν απο εμμονές, επιθετικές ή καταστροφικές παρορμήσεις, και που χωρίς αυτούς στην ιστορία της ανθρωπότητας τίποτα δεν θα ήταν ίδιο.

Η φυσιολογική συμπεριφορά, μόλις που είναι φυσιολογική. Όποιος νοιάζεται για τα παιδιά θα σας πεί ότι θέλει τα παιδιά να είναι υπό τη φροντίδα του για να είναι ευτυχισμένα, υγιή, και «κανονικά». Απόλυτα φυσιολογικά συναισθήματα. Αλλά τί ακριβώς είναι φυσιολογικό; Υπάρχει κάποιος που πραγματικά να διασχίσει μια ολόκληρη παιδική ηλικία, χωρίς να αντιμετωπίσει απολύτως καμία δυσκολία, κανένα εμπόδιο; Κοιτάξτε τη ζωή των περισσότερων ενηλίκων. Ξεχάστε για μια στιγμή το τεράστιο ποσοστό των ανθρώπων που υποφέρουν από κάποια ψυχική διαταραχή σε κάποια στιγμή στη ζωή τους. Σκεφτείτε πόσοι άνθρωποι αγωνίζονται καθημερινά για θέματα όπως το υπερβολικό βάρος, το διαζύγιο, τραύματα, τραγωδίες, σοβαρή απώλεια, προβλήματα στο σχολείο ή στην εργασία, ανησυχίες για τα χρήματα, προβλήματα σχέσεων, και άλλα. Όλοι αγωνιζόμαστε, ο καθένας θλίβεται, ο καθένας υποφέρει κατα διαστήματα. Ίσως ό,τι σκεφτόμαστε ως φυσιολογικό, συχνά δεν είναι τόσο φυσιολογικό.

Η ψυχιατρική ορίζει το “φυσιολογικό” ως εξής: Η μέση συμπεριφορά, με στατιστικά κριτήρια, σχετίζεται με την ικανότητα προσαρμογής, την κοινωνική αποδοχή, την ευφορία ή δυσφορία του ατόμου, υπό την εννοια οτι αντιπροσωπεύει ενα ευχάριστο η δυσάρεστο συναίσθημα αποδοχής ή απόρριψης αντίστοιχα απο το κοινωνικό περιβάλλον έτσι ώστε να καθορίσει το φυσιολογικό ή μη φυσιολογικό του χαρακτήρα της. Απο την άλλη πλευρά τα κύρια κριτήρια που υιοθετούνται για να καθοριστεί αν μια συμπεριφορά ειναι παθολογική είναι τα επώδυνα συμπτώματα, η μείωση της αποδοτικότητας στις φυσιολογικές (σωματικές, πνευματικές) και κοινωνικές λειτουργίες, και η ύπαρξη χαρακτηριστικών συμπτωμάτων που αποδεδειγμένα θεωρούνατι οτι ανήκουν σε γνωστές ψυχικές παθήσεις. Όμως αν για παράδειγμα χάσουμε ενα αγαπημένο πρόσωπο ή μάθουμε οτι ενα αγαπημένο πρόσωπο έχει μια σοβαρή ασθένεια ή αντιμετωπίζει μια σοβαρή οικονομική δυσχέρεια ή ακόμα και μετα απο εναν χωρισμό, τα συναισθήματα που νιώθουμε δεν είναι επώδυνα; Ποιος μπορεί να καθορίσει την ένταση των συναισθημάτων θλίψης ή στρες που βιώνουμε σε καθημερινές δυσάρεστες αλλα υπαρκτές καταστάσεις; Και μήπως όταν αντιμετωπίζουμε δυσάρεστες καταστάσεις δεν εκδηλώνουμε πολύ συχνά κάποια μείωση στη σωματική μας απόδοση (τα λεγόμενα “ψυχοσωματικά”, οι δυσκολίες στον ύπνο, στο φαγητό κτλ.) ή μήπως έχουμε την ίδια απόδοση στην δουλεία μας ή στο διάβασμά μας και είμαστε πάντα χαμογελαστοί και χαρούμενοι με την οικογενειά μας και τους φίλους μας; Τέλος, το έντονο άγχος αποτελεί σύμπτωμα της αγχώδους νευρωσικής διαταραχής, το έντονο αίσθημα του φόβου, σύμπτωμα της φοβικής νευρωσικής διαταραχής ή/και της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής (στην τελευταία συγκαταλέγονται όλες αυτές οι «παιδικές» παρορμήσεις, όπως να σιγουρευτούμε οτι έχουμε κλειδώσει τις πόρτες και κλείσει τις ηλεκτρικές συσκευες του σπιτιου ή άλλες μικρο-“εμμονές” καθαριότητας). Ακόμα, η ταχυκαρδία, η εφίδρωση σε συνδυασμό με έντονο αίσθημα άγχους και φόβου ειναι κλινικά συμπτώματα κρίσεων πανικού και πάει λέγοντας, η λίστα ειναι μεγάλη!

Σύμφωνα με τον Bergeret, ένας «φυσιολογικός» δομικά άνθρωπος μπορεί για κάποιους λόγους, να παρουσιάσει κάποια δεδομένη στιγμή ενα οξύ νευρωσικό ή ψυχωσικό επεισόδιο, και αντίστροφα κάποιος που παρουσίασε ενα σοβαρό ψυχολογικό πρόβλημα, ακόμα και ψυχωσικό, μπορεί, αν αντιμετωπιστεί σωστά και έγκαιρα, να ξαναβρεί μια φυσιολογική κατάσταση. Με απλά λόγια: Υπάρχει μια πολύ λεπτή και δυσδιάκριτη γραμμή ανάμεσα σε αυτό που αποκαλούμε φυσιολογικό και παθολογικό. Όλοι μας, κάτω απο ορισμένες συνθήκες, μπορούμε να αντιδράσουμε με υπερβολικό άγχος, φόβο ή θυμό, που υπο το πρίσμα των διαγνωστικών εργαλείων ταξινόμησης των διαταραχών, θα θεωρούμασταν ασθενείς, ομως αυτό δεν ισχυεί. Μπορούμε να περάσουμε την γραμμή απο το φυσιολογικό στο παθολογικό επίπεδο, για λίγο, ίσως γιατί βρεθήκαμε στην ανάγκη να εκτονώσουμε έντονα την ψυχική μας ανισσοροπία, αλλά πάντα μπορούμε να γυρίσουμε πίσω. Και αντίστοιχα κάποιος που βρίσκεται στο παθολογικό επίπεδο μπορεί, κατω απο ευνοικές συνθήκες να περάσει τη γραμμή και να έρθει στο φυσιολογικό. Επιπλέον, αν δεν το ελέγξουμε, οι κρίσεις μας επαναληφθούν αρκετές φορές και με μεγαλύτερη ένταση κάθε φορα ή δεν έχουν πραγματική και λογική βάση, τοτε πιθανόν και να μείνουμε στο παθολογικό επίπεδο (χωρίς αυτό να σημαίνει οτι δεν μπορούμε να επιστρέψουμε), ετσι και ένας πάσχων μπορεί να έρθει και να μείνει στο φυσιολογικό επίπεδο.

Γιατί είναι σημαντική αυτή η συζήτηση; Νομίζω, επειδή οι άνθρωποι συχνά τιμωρούν τον εαυτό τους που έχουν προβλήματα ή που έχουν παιδιά με προβλήματα. Το να αφεθείτε να σας παρασύρει η κατάσταση δεν θα βοηθήσει ιδιαίτερα. Βγείτε από το παιχνίδι του καταλογισμού ευθυνών και αρχίστε να ψάχνετε για λύσεις ή καλύτερους τρόπους για να φροντίσετε τον εαυτό σας και τα παιδιά σας. Σταματήστε να περιμένετε την τελειότητα και αποδεχθείτε ότι είστε άνθρωποι.

Επιπλέον, μήπως να ξανασκεφτείτε τί ορίζετε φυσιολογικό και τι παθολογικό την επόμενη φορά που θα συναντήσετε εναν «περίεργο» άνθρωπο;

 

Εισαγωγική Φωτογραφία

Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες 
]]>

06 Μαΐ 2010

Μικρά και Ενδιαφέροντα #4

{Ψ} Το Mind Hacks φιλοξενεί ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο με θέμα την αντικειμενικότητα των ψυχιατρικών διαγνώσεων κατά τον αιώνα που μας πέρασε, εστιάζοντας κυρίως στην σχιζοφρένεια. Μήπως τείνουμε να ψυχιατρικοποιούμε την συμπεριφορά των μειονοτήτων και των περιθωριοποιημένων ατόμων; [Mind Hacks]

{Ψ} Κάποιοι ψυχοθεραπευτές υποστηρίζουν πως είναι αναγκαίο να αλλάξει η κατηγοριοποίηση των διαταραχών διάθεσης (συγκεκριμένα της κατάθλιψης) και να επεκταθεί, ώστε να γίνει και πιο συγκεκριμένη η θεραπευτική προσέγγιση. [Medical News Today]

{Ψ} Οι αισιοδοξία δεν θωρακίζει μόνο την ψυχολογική μας ισορροπία, αλλά ενδυναμώνει και το ανοσοποιητικό μας σύστημα! [Brain Blogger]

{Ψ} Πόσο αξιόπιστο είναι το fMRI ως μέτρηση της λειτουργίας του ανθρωπίνου εγκεφάλου και κατά πόσο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ανιχνευτής ψεύδους; Ο Dr. Mc Grohol παρουσιάζει τις αμφιβολίες του στο κείμενό του στο World of Psychology [WoP]

{Ψ} Το blog ShrinkWrapped παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον άρθρο για το ρόλο που παίζει το σεξ στην τεχνολογική ανάπτυξη της σύγχρονης κοινωνίας μας. Μπορούν οι νέες ιδέες, οι αλλαγές στη φιλοσοφία διανομής υλικού και η πίεση για τεχνολογική πρόοδο να έχουν ως κινητήρια δύναμη το.. σεξ; [ShrinkWrapped]

Ψυχο… ιστορικά

Sigmund FreudΣαν σήμερα, στις 6 Μαΐου 1856, γεννήθηκε ο πατέρας της ψυχανάλυσης, Σίγκμουντ Φρόυντ. Ο Φρόυντ, τέκνο μιας Εβραϊκής οικογένειας, γεννήθηκε στην πόλη τσέχικη πόλη Příbor, η οποία τότε άνηκε στην Αυστριακή Αυτοκρατορία. Ο πατέρας του ήταν 41 ετών και είχε ήδη άλλα δύο παιδιά από προηγούμενο γάμο. Η μητέρα του ήταν μόλις 21 ετών όταν γεννήθηκε ο μικρός Σίγκμουντ. Στην συνέχεια η οικογένεια απέκτησε άλλα 7 παιδιά τα οποία μεγάλωσε με πολύ κόπο, προσπαθώντας να τους δώσουν μία όσο το δυνατόν καλύτερη εκπαίδευση. Η οικονομική κρίση του 1857 ανάγκασε την οικογένεια του Φρόυντ να μετακομίσει στη Βιέννη, όπου και εγκαταστάθηκαν μόνιμα. Ο Φρόυντ σπούδασε Ιατρική στην Βιέννη, όπου και ήρθε σε επαφή με τον δάσκαλό του Ernst Wilhelm von Brücke, οποίος είχε αρχίσει ήδη να αναπτύσσει μια θεωρία περί «δυναμικής φυσιολογίας», η οποία ενέπνευσε τον Αυστριακό ψυχίατρο να αναπτύξει τη δική του ψυχοδυναμική θεωρία για να εξηγήσει ορισμένα ψυχοσωματικά φαινόμενα (π.χ. παράλυση).

]]>

02 Δεκ 2008

Εθισμός στο Διαδίκτυο(;)

Αυτόν τον καιρό στην άλλη άκρη του Ατλαντικού εντείνεται η συζήτηση μεταξύ των μελών του Αμερικανικού Ψυχιατρικού Σύνδεσμου σχετικά με το περιεχόμενο της επόμενης έκδοσης του DSM (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders), η οποία αναμένεται να κυκλοφορήσει περίπου το 2011. Όπως και σε κάθε προηγούμενη έκδοση του DSM, έτσι και τώρα, γίνεται προσπάθεια οι ψυχικές διαταραχές που θα περιέχονται στη νέα έκδοση του εγχειριδίου να βασίζονται στις τελευταίες ανακαλύψεις για το βιολογικό υπόβαθρό τους αλλά και να καλύπτουν όσο το δυνατόν περισσότερες αποκλίνουσες συμπεριφορές της σημερινής εποχής, χωρίς ωστόσο να γίνονται υπεραπλουστεύσεις ή να διαταραχοποιούνται κανονικές ανθρώπινες συμπεριφορές. Μία από τις προτάσεις που έχουν πέσει στο τραπέζι των συζητήσεων είναι και αυτή που προτείνει την εισαγωγή μιας νέας διαταραχής «Εθισμού στο Διαδίκτυο«.

Οι εισηγητές αυτής της διαταραχής ισχυρίζονται πως με τη διάδοση του διαδικτύου όλο και περισσότερα άτομα παγκοσμίως -και κυρίως στις χώρες του δυτικού κόσμου στις οποίες απευθύνεται το DSM- έχουν αρχίσει να περνάνε πάρα πολλές ώρες online κάνοντας chat, διακινόντας υλικό στο διαδίκτυο ή απλά σερφάροντας. Φυσικά δεν ισχυρίζονται πως όλοι όσοι ασχολούνται με το διαδίκτυο είναι εθισμένοι. Εθισμένος θεωρείται κάποιος ο οποίος παραμελεί σε σημαντικό βαθμό άλλες δραστηριότητες, οι οποίες είναι πιο ζωτικής σημασίας για τον ίδιο (αυτοεξυπηρέτηση, εργασία) ή για τα άτομα του περιβάλλοντός του (π.χ. παραμέληση των παιδιών του).

Με αφορμή αυτή την πρόταση έχει ανοίξει μια συζήτηση γύρω από τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία μια συμπεριφορά α) θα πρέπει να χαρακτηρίζεται ως ψυχική διαταραχή και β)θα πρέπει να ταυτοποιείται ως εξειδικευμένη ψυχική διαταραχή.

Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι σχετικά απλή. Εδώ και αρκετές δεκαετίες υπάρχουν ορισμένα «χρυσά χαρακτηριστικά» που πρέπει να είναι παρόντα σε μια συμπεριφορά ώστε να χαρακτηρισθεί ως ψυχική διαταραχή: 1) Να αποκλίνει από τις χρηστές πρακτικές της νόρμας του ατόμου 2)Να είναι στατιστικώς σπάνια 3)Να αποτελεί άμεσο κίνδυνο για το άτομο ή το περιβάλλον του. Σε γενικές γραμμές αυτά τα κριτήρια παραμένουν ακόμη και σήμερα σχεδόν αναλοίωτα και αποτελούν πολύ καλούς οδηγούς σε συζητήσεις σχετικές με την διαταραχοποίηση μιας συμπεριφοράς. Υπό το πρίσμα αυτών των κριτηρίων κάποιος ο οποίος δεν μπορεί να ξεκολλήσει από την οθόνη του υπολογιστή του (=στατιστικά σπάνια συμπεριφορά, η οποία αποκλίνει από τις νόρμες) με αποτέλεσμα να μην τρώει κανονικά και να ασθενεί (=βάζει σε κίνδυνο την υγεία του) φυσικά και ειναι ψυχικά ασθενής και χρήζει ψυχολογικής (ή/και ψυχιατρικής) βοήθειας.

Το ερώτημα όμως το οποίο παραμένει είναι το εξής απλό: τι κάνει τον «Εθισμό στο Διαδίκτυο» τόσο διαφορετικό από τις άλλες μορφές εθισμού; Με άλλα λόγια σε τι διαφέρει ο «Εθισμός στο Διαδίκτυο» από τον «Εθισμό στην Τηλεόραση» ή από τον «Εθισμό στη Συλλογή Γραμματοσήμων»; Σε όλες τις περιπτώσεις κάποιος αφιερώνει το μεγαλύτερο χρόνο της ημέρας του σε μια δραστηριότητα, παραμελώντας τον εαυτό του. Προσωπικά δεν μπορώ να βρω κάποια άλλη σημαντική διαφορά πέραν από το αντικείμενο του εθισμού. Φυσικά δεν τίθεται θέμα σύγκρισης με τον εθισμό σε ουσίες όπως η καφείνη, η ηρωίνη ή το χασίς, τα οποία έχουν ένα άμεσο βιολογικό αντίκτυπο ο οποίος προκαλεί τον εθισμό. Κατά την άποψή μου όλοι οι τύποι συμπεριφορικού εθισμού σε δραστηριότητες (από την ανάγνωση βιβλίων και τη συλλογή γραμματοσήμων έως το 24ωρο σερφάρισμα στο διαδίκτυο) θα έπρεπε να βρίσκονται απλά κάτω από μια ομπρέλα «συμπεριφορικών εθισμών».

Η ανάπτυξη μιας νέας ψυχικής διαταραχής εκ του μηδενός σημαίνει αυτόματη ανάπτυξη εξειδικευμένων μεθόδων καταπολέμησης της. Εκτιμώ πως μια πιθανή δημιουργία αυτής της νέας ξεχωριστής διαταραχής εκτός του ότι είναι αντιεπιστημονική, κρύβει και πολλά οικονομικά συμφέροντα. Ανάμεσα σε αυτούς που θα ωφεληθούν είναι οι φαρμακευτικές εταιρίες που θα βρουν ευκαιρία να αναπτύξουν νέα ψυχοφάρμακα αλλά και οι θεραπευτές στους οποίους θα στέλνονται μαζικά νέοι πελάτες προς θεραπεία. Στην εποχή της ευρείας χρήσης των νέων τεχνολογιών είναι αναμενόμενο πως πάρα πολλά άτομα ασχολούνται πολλές ώρες με το διαδίκτυο, είτε αναγκαστικά λόγω της φύσης της δουλειάς τους, είτε από χόμπι. Όλα αυτά τα άτομα αποτελούν εν δυνάμει αυριανούς πελάτες ενός συστήματος ψυχικής υγείας, ιδιαίτερα δε αν τα όρια αυτής της νέας διαταραχής του «Εθισμού στο Διαδίκτυο» αποδειχθούν πολύ χαλαρά.

Είναι βεβαίως απορίας άξιο γιατί στο παρελθόν δεν είχαν γίνει προσπάθειες διαταραχοποίησης δημοφιλών δραστηριοτήτων στις οποίες εμφανίστηκαν -όπως είναι αναμενώμενο- συμπτώματα εθισμού. Μερικά παραδείγματα είναι η μαζική υστερία στις ΗΠΑ κατά τη δεκαετίας του ’60 με τα αυτοκίνητα, όπου όλο και περισσότεροι άνδρες παιρνούσαν τον χρόνο τους στο συνεργείο τους παρέα με το αγαπημένο αυτοκίνητό τους, ο εθισμός στην τηλεόραση ο οποίος είναι υπαρκτός έως και σήμερα ή η καταναλωτική μανία αγοράς προϊόντων απλά και μόνο για φιγούρα (συμπεριλαμβανομένων όλων των αγαθών: ηλεκτρονικές συσκευές, ρούχα, κοσμήματα κ.α.) . Μία σκέψη είναι πως είναι τυχαίο το ότι κάποιος δεν πρόσεξε τα εμφανή σημάδια εθισμού σε αυτές τις περιπτώσεις. Μία εναλλακτική ιδέα όμως είναι πως δεν είναι καθόλου τυχαία η αδιαφορία γι’ αυτές τις βαθύτατα καταναλωτικές δραστηριότητες και η στροφή του ενδιαφέροντος προς μια σχετικά νέα και ανεξερεύνητη δραστηριότητα, όπως αυτή του σερφαρίσματος στο διαδίκτυο.

Προσωπικά κρατάω μια σκεπτικιστική στάση γενικότερα απέναντι σε αυτό το θέμα, μιας και υπάρχουν αρκετά ερωτηματικά γύρω από το σκεπτικό της δημιουργίας μιας νέας ξεχωριστής διαταραχής εκ του μηδενός, όταν δεν συντρέχουν άμεσοι λόγοι που να επιβάλλουν κάτι τέτοιο και από τη στιγμή που οι παρούσες καταγεγραμμένες διαταραχές καλύπτουν απόλυτα τις περιπτώσεις εθισμού στο διαδίκτυο.

Φωτογραφία: The Internet Is Addictive, by Ellipsis

Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες

]]>

27 Φεβ 2008

Διαταραχοποίηση της συμπεριφοράς

η συμπεριφορά που:

  1. αποκλίνει από την αναμενόμενη συμπεριφορά της κοινωνικής ομάδας του ατόμου
  2. δημιουργεί προσωπική δυσφορία ή ανικανότητα στο άτομο (π.χ. δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί για τις βασικές του ανάγκες).
  3. θέτει σε κίνδυνο την ψυχική ή σωματική υγεία του ατόμου (ή των γύρω του).
Για να οριστεί μια συμπεριφορά (σε κλινικό επίπεδο) ως αποκλίνουσα θα πρέπει να παρουσιάζει όλα (ή σχεδόν όλα) τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Προσωπικά θεωρώ πως ο παραπάνω ορισμός είναι αρκετά ικανοποιητικός και καταφέρνει να συγκεντρώσει όλα τα χαρακτηριστικά που αποδίδουμε σε τέτοιου είδους συμπεριφορές, αλλά και να τις ξεχωρίσει από παρόμοιες συμπεριφορές που όμως δεν μπορούν να χαρακτηριστούν αποκλίνουσες. Ταυτόχρονα όμως παρουσιάζει και ελλείψεις και αναγκάζει -ορθώς κατ’ εμέ- τους λειτουργούς ψυχικής υγείας να αποφασίσουν με γνώμονα την εμπειρία και την γενικότερη εικόνα του ατόμου. Ας δούμε μερικά παραδείγματα συμπεριφορών για να καταλάβουμε καλύτερα τα πιο πάνω κριτήρια. Παράδειγμα 1ο
Ο κύριος Πασχαλίδης, κάτοικος Αθηνών, μαζεύει καθημερινά κουμπιά κάθε χρώματος και μεγέθους εδώ και πολλά χρόνια. Έχει χιλιάδες από αυτά και πρόσφατα ξεκίνησε να καλύπτει τους τοίχους ορισμένων δωματίων του σπιτιού του όχι με ταπετσαρία, αλλά με τα… κουμπιά τα οποία κολλάει σε αυτούς.
Είναι το παραπάνω παράδειγμα ένα παράδειγμα αποκλίνουσας συμπεριφοράς; Ας δούμε τα κριτήρια ένα-ένα. Η συμπεριφορά του σίγουρα αποκλίνει από την συμπεριφορά του μέσου Έλληνα/Αθηναίου. Αλλά δεν δημιουργεί δυσφορία στον κύριο Πασχαλίδη -το αντίθετο μάλιστα- ενώ την ίδια στιγμή δεν θέτει σε κίνδυνο τον εαυτό του ή τους γύρω του. Επομένως η συμπεριφορά του δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κλινικώς αποκλίνουσα. Αν όμως κάνουμε μια μικρή παραλλαγή στην ιστορία τότε όλα αλλάζουν. Τι θα απαντούσαμε στο ίδιο ερώτημα αν ξέραμε ότι ο κ. Πασχαλίδης σταμάτησε να τρώει εδώ και μία εβδομάδα επειδή δεν μπορεί να σταματήσει να κολλάει τα αγαπημένα του κουμπιά στους τοίχους; Σε αυτή την περίπτωση σαφώς θέτει σε κίνδυνο τον εαυτό του και παρουσιάζει ανικανότητα να ικανοποιήσει τις βασικές βιολογικές του ανάγκες (τροφή). Επομένως, σε αυτή την περίπτωση ο κ. Πασχαλίδης χαρακτηρίζεται από κλινικώς αποκλίνουσα συμπεριφορά και κατά πάσα πιθανότητα από Ψυχαναγκαστική Διαταραχή. Παράδειγμα 2ο
Ο Γιάννης είναι ένας νέος που του αρέσει τα Σαββατοκύριακα να πηγαίνει σην γέφυρα Ρίου Αντιρίου και να κάνει bungee jumping. Το κάνει αυτό σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο εδώ και ένα χρόνο.
Ο Γιάννης σίγουρα κάνει κάτι που δεν είναι συνηθισμένο – υπό την έννοια ότι το 95% του πληθυσμού δεν θα δοκιμάσει ποτέ να πηδήξει από μια γέφυρα – και την ίδια στιγμή βάζει σε κίνδυνο την σωματική του υγεία. Καλύπτει λοιπόν τουλάχιστον δύο «κριτήρια» της αποκλίνουσας συμπεριφοράς. Ταυτόχρονα όμως δεν καλύπτει το δεύτερο κριτήριο, μιας και η συμπεριφορά του δεν τον εμποδίζει στην αυτοεξυπηρέτησή του και δεν του δημιουργεί καμμία προσωπική δυσφορία. Άρα εν τέλει κανένας ειδικός δεν θα τον χαρακτήριζε ως άτομο με κάποια διαταραχή στην συμπεριφορά. Παράδειγμα 3ο
Η Ελένη -όντας βαθύτατα θρησκευόμενο άτομο- προσεύχεται και πηγαίνει στην Εκκλησία κάθε μέρα. Την ίδια στιγμή όμως χτυπάει την κόρη της και την αναγκάζει σε πολυήμερες νηστείες γιατί φοράει κοντές φούστες πάνω από το γόνατο, πράγμα που η Ελένη θεωρεί ανήθικο. Πιστεύει πως αυτές οι πράξεις της είναι θεάρεστες και νοιώθει καλά με τον εαυτό της, μιας και «βάζει την κόρη της στον δρόμο του Θεού».
Αν λάβουμε υπόψη μόνο την πρώτη πρόταση και την τελευταία πρόταση του παραδείγματός μας θα λέγαμε ότι η Ελένη μάλλον δεν παρουσιάζει καμία αποκλίνουσα συμπεριφορά, μιας και θεωρείται συνηθισμένο από την ελλαδική κουλτούρα η έκφραση της θρησκευτικής πίστης. Επίσης, η ίδια νοιώθει καλά με αυτό που κάνει, ενώ δεν παρουσιάζει κανένα πρόβλημα με την αυτοεξυπηρέτησή της. Όμως διαπιστώνουμε πρόβλημα με την συμπεριφορά της όταν ακούμε πως με την αυταρχική συμπεριφορά της βάζει σε κίνδυνο την σωματική (και ψυχική) υγεία της κόρης της. Ένας ειδικός μάλλον θα κατέτασε την Μαρία στην κατηγορία των ατόμων με αποκλίνουσα συμπεριφορά.

Είναι τα κριτήρια αλάνθαστα;

Όπως βλέπουμε τα κριτήρια πράγματι είναι αρκετά καλοί οδηγοί για να φτάσουμε σε κάποιο σχετικά ασφαλές συμπέρασμα για την συμπεριφορά ενός ατόμου. Αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να θεωρήσουμε αυτά τα κριτήρια ως τους ασφαλείς οδηγούς με τους οποίους θα φτάσουμε σε 100% ασφαλή συμπεράσματα, μιας και μπορούν να προκύψουν διάφορα ερωτήματα γύρω από αυτά. Καταρχήν δεν είναι ξεκάθαρο τι εννοούμε όταν λέμε «κοινωνικό περίγυρο». Με αυτή την έννοια μπορούμε να περιγράψουμε την οικογένεια, την φυλή, την κοινότητα, την γενικότερη γεωγραφική περιοχή ή την χώρα του ατόμου. Σε ποιον ακριβώς «κοινωνικό περίγυρο» πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας; Κάποιος που επιμένει να καθαρίζει όπλα και να οπλοφορεί μπορεί να θεωρείται επικίνδυνος και εντελώς εκτός τόπου και χρόνου για την Αθήνα, αλλά να είναι ενας συνηθισμένος πολίτης σε κάποιο γειτονικό κράτος ή ακόμη και εντός Ελλάδας (π.χ. σε κάποια χωριά στην Κρήτη). Αν αυτός ο άνθρωπος πρέπει να αξιολογηθεί από κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας σε ποια κοινωνική ομάδα θα πρέπει να στρέψει την προσοχή του; Σκεφτείτε πόσο δύσκολη γίνεται η απάντηση σε αυτό το ερώτημα σε μια εποχή όπως η σημερινή όπου η πολιτισμική παγκοσμιοποίηση έχει φέρει στον ίδιο χώρο άτομα με εντελώς διαφορετικό πολιτισμικό προφίλ. Έπειτα τα κριτήρια μπορεί να έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους. Για παράδειγμα φανταστείτε την κυρία Ελένη του τρίτου παραδείγματος ως ισλαμίστρια στο θεοκρατικό Ιράν. Εκεί σίγουρα η κακή συμπεριφορά απέναντι στην κόρη της θεωρείται κάτι συνηθισμένο από την κοινωνία και τους νόμους της. Μάλιστα το ίδιο το κράτος επιβραβεύει τέτοιου είδους συμπεριφορές και τις προβάλλει ως πρότυπα. Παρόλα αυτά όμως η κόρη της συνεχίζει να διατρέχει κίνδυνο (κυρίως) για την σωματική της υγεία. Αν κάποιος Ιρανός ειδικός θελήσει να αξιολογήσει την ισλαμίστρια κυρία Ελένη (από κλινική πλευρά και όχι από νομική!) σε ποιο από τα δύο κριτήρια θα πρέπει να δώσει μεγαλύτερη έμφαση, στο ότι η συμπεριφορά της θεωρείται κανονική για την κοινωνία της ή στο ότι συστηματικά βάζει σε κίνδυνο την υγεία της κόρης της;

Διαταραχοποίηση της συμπεριφοράς

Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα με την ετικέτα «αποκλίνουσα συμπεριφορά» ή «ψυχική διαταραχή» είναι οι κοινωνικές προεκτάσεις που έχει για την ζωή του ατόμου που στιγματίζεται με αυτή, αλλά και η αμφιλεγόμενη χρήση του όρου για να χαρακτηρίσει άτομα και συμπεριφορές που απλά είναι διαφορετικές. Όπως είχαμε αναφέρει και σε προηγούμενο post, η ομοφυλοφιλία μέχρι και πριν από 30 περίπου χρόνια ήταν μια ψυχική διαταραχή, ενώ σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία των λειτουργών ψυχικής υγείας δεν δέχονται κάτι τέτοιο. Τα άτομα όμως που τότε χαρακτηρίζονταν από αυτή την «ψυχική διαταραχή» είχαν τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά με τους ομοφυλόφιλους του σήμερα. Αλλά είχαν εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση τόσο από ψυχιατρικής απόψεως (ψυχοθεραπεία, φαρμακευτική αγωγή κτλ), όσο και από την κοινωνία. Η μόνη διαφορά είναι το χρονικό πλαίσιο της ομοφυλοφιλικής συμπεριφοράς. Αυτό βεβαίως σημαίνει ότι κάτι που σήμερα χαρακτηρίζεται ως «αποκλίνουσα συμπεριφορά», αύριο μπορεί να αποτελεί συνηθισμένη συμπεριφορά. Φυσικά όμως μπορεί να ισχύσει και το αντίθετο, δηλαδή συμπεριφορές που σήμερα θεωρούνται κανονικές, μπορεί αύριο να περάσουν τα όρια της «αποκλίνουσας συμπεριφοράς» και να φτάσουν να γίνουν ακόμη και ανεξάρτητες διαταραχές. Αυτό το φαινόμενο συνηθίζεται να ονομάζεται «διαταραχοποίηση της συμπεριφοράς» και αποτελεί βασικό προβληματισμό μεταξύ των ειδικών. Κάθε χρόνο που περνάει όλο και περισσότερες συμπεριφορές χαρακτηρίζοναι ως ψυχικές διαταραχές, με αποτέλεσμα νέες διαταραχές να ξεπετάγονται σαν τα μανιτάρια. Αξίζει να αναφερθεί για παράδειγμα πως η πρώτη έκδοση του DSM περιείχε μόνο 66 γενικές ψυχικές διαταραχές, αργότερα ο αριθμός αυτός αυξήθηκε στις 100, αργότερα στις 182, έφτασε τις 256 και αργότερα τις 287 κατά την δεκαετία του 80′, και συνέχισε την ανοδική του πορεία έως και σήμερα που το DSM περιέχει σχεδόν 300 κατηγορίες ψυχικών διαταραχών. Πολλοί εκφράζουν φόβους ότι ο αριθμός αυτός θα συνεχίσει να αυξάνεται στο μέλλον. Φυσικά κάποιος μπορεί να φέρει ως επιχείρημα την ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας στις νευροεπιστήμες η οποία επιτρέπει την συγκεκριμενοποίηση και διαφοροποίηση των διαφόρων αιτιών κάποια διαταραχής με αποτέλεσμα την δημιουργία νέων κατηγοριών. Όπως και να έχει, παραμένει γεγονός πως σίγουρα η έννοια της ψυχικής διαταραχής χρησιμοποιήθηκε κατά καιρούς για πολιτικούς και ίσως ακόμη και για οικονομικούς λόγους (περισσότερες διαταραχές=περισσότεροι πιθανοί πελάτες) και πως οι σύγχρονες επιστήμες που επικεντρώνονται στην ψυχική υγεία θα πρέπει να αντιμετωπίσουν με σοβαρότητα το θέμα της διαταραχοποίησης της συμπεριφοράς, παίρνοντας αποστάσεις από τα διάφορα συμφέροντα που επηρεάζουν τις εξελίξεις στον χώρο. Πηγές: Εικόνα #1: julkastro]]>