15 Απρ 2019

Αντιμετώπιση συναισθηματικών διαταραχών και αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς στους εφήβους

Η εφηβεία είναι μία από τις ηλικιακές περιόδους της ανθρώπινης ανάπτυξης που προβληματίζει ιδιαίτερα τόσο τους γονείς, όσο και την επιστημονική κοινότητα.

Περισσότερα
03 Απρ 2017

Οι συνέπειες της έλλειψης μητρικής αγάπης

  • Το άτομο μαθαίνει να μην αγαπάει και το ίδιο τον εαυτό του. Μέσα στο μυαλό του παιδιού υπάρχει πάντα η φωνή της μητέρας που το θεωρούσε άσχημο, ανίκανο, ανάξιο. Επειδή ως παιδιά η εντύπωση που θα σχηματίσουμε για τον εαυτό μας οφείλεται κυρίως στο πώς μας βλέπουν οι γονείς μας, ένα παιδί που μεγαλώνει με μία μητέρα που δεν το αγαπάει , μαθαίνει και το ίδιο να πιστεύει ότι δεν του αξίζει η αγάπη.
  • Το παιδί που μεγαλώνει με μία μητέρα που δεν το αγαπάει, τις περισσότερες φορές συνάπτει σχέσεις ( φιλικές, συναισθηματικές, επαγγελματικές) , στις οποίες πολλές φορές αντιμετωπίζεται και ως υποδεέστερο. Επειδή έχει πιστέψει ότι δεν αξίζει εκτίμηση και αγάπη , δε διεκδικεί την αγάπη και το σεβασμό που του αξίζει, επειδή δεν πιστεύει ότι το δικαιούται.
  • Ένα παιδί που έζησε με μία μητέρα που δεν το αγάπησε, τείνει να γίνεται περισσότερο ευαίσθητο στην παραμέληση των άλλων. Αν ένας άνθρωπος μεγάλωσε με μία μητέρα που να το αποδέχτηκε και να το αγάπησε, μπορεί οι άσχημες ή απορριπτικές συμπεριφορές των άλλων ανθρώπων να ενισχύσουν μέσα την πεποίθηση για την αναξιότητά του.
  • Η έλλειψη της μητρικής αγάπης συνδέεται πολλές φορές με το γεγονός ότι το παιδί πλέον ως ενήλικας δεν ανοίγεται με μεγάλη ευκολία στο να δημιουργήσει εύκολα σχέσεις, αντιμετωπίζοντας με βεβαιότητα από την αρχή όλες τις σχέσεις ως μη αξιόπιστες. Αυτό απορρέει από την πεποίθηση ότι το ίδιο θα εγκαταλειφθεί λόγω αναξιότητας.
  • Αν έχετε περάσει δύσκολα στην παιδική σας ηλικία ή δεν έχετε αγαπηθεί όσο θα είχατε ανάγκη, τότε είναι καιρός να την αφήσετε πίσω σας. Ένα δύσκολο και χωρίς αγάπη παρελθόν δεν πρέπει να μπορεί να αποτρέψει το ευτυχισμένο μέλλον σας. Οφείλετε να αγκαλιάσετε τον εαυτό σας και να μην αφήσετε το οτιδήποτε να δηλητηριάζει τη σκέψη και να σας πείθει για την αναξιότητά σας. – ακόμα και αν αυτό αφορά τη μητέρα σας.

    Εισαγωγική Εικόνα

    ]]>

    13 Νοέ 2016

    Η κατάθλιψη στην παιδική ηλικία

    Έχετε παρατηρήσει ότι το παιδί σας είναι συνεχώς σκεφτικό, θλιμμένο και χωρίς ιδιαίτερη όρεξη για να κάνει πράγματα που πιο παλιά το ευχαριστούσαν; Η ερώτηση αυτή βασανίζει αρκετούς γονείς στη σύγχρονη εποχή που ζούμε. Δυστυχώς, η κατάθλιψη στη παιδική ηλικία έχει πάψει να θεωρείται σπάνια την τελευταία δεκαετία. Το 2014 στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής καταγράφηκαν 2.8 εκατομμύρια έφηβοι ηλικίας 12-17 ετών οι οποίοι είχαν τουλάχιστον ένα καταθλιπτικό επεισόδιο τον τελευταίο χρόνο. Στην Κύπρο ακόμη δεν έχει καθοριστεί το ποσοστό παιδικής κατάθλιψης το οποίο εκτιμάται σε χαμηλά αλλά ευμετάβλητα επίπεδα.

    Τι είναι η κατάθλιψη και πως εκδηλώνεται στα παιδιά;

    Σύμφωνα με το διαγνωστικό και στατιστικό εγχειρίδιο για τις ψυχικές διαταραχές, το παιδί βιώνει μια καταθλιπτική διάθεση στο μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, σε καθημερινή βάση. Συχνά το παιδί αναφέρεται στα αρνητικά συναισθήματα που νιώθει. Παράλληλα, το παιδί αρνείται να συμμετάσχει σε ενδιαφέροντα ή δραστηριότητες που στο παρελθόν του άρεσαν. Αλλαγές εμφανίζονται επίσης στο σωματικό βάρος και στην όρεξη για φαγητό, τα οποία μπορεί να μειωθούν ή να αυξηθούν δραματικά. Η αϋπνία ή η υπερυπνία εμφανίζονται καθημερινά στο παιδί χωρίς ιδιαίτερο λόγο ενώ μπορεί να παρατηρηθεί έντονη κινητικότητα ή το αντίθετο. Συνήθως τα παιδιά με κατάθλιψη νιώθουν κουρασμένα, ανάξια και ενοχικά, είναι αναποφάσιστα και δεν μπορούν να συγκεντρωθούν εύκολα. Οι σκέψεις θανάτου και αυτοκτονίας μπορεί να εκφραστούν περισσότερο από κάποιο  έφηβο που βιώνει ένα καταθλιπτικό επεισόδιο. Είναι σημαντικό για τους γονείς να προσέξουν και να βεβαιωθούν ότι η κατάσταση αυτή δεν προέρχεται από την παρενέργεια κάποιου φαρμάκου ή μιας γενετικής σωματικής κατάστασης όπως ο υποθυρεοειδισμός. Τα πιο πάνω συμπτώματα θα πρέπει να υπάρχουν για τουλάχιστον 3 χρόνια για τα παιδιά και 2 χρόνια για τους έφηβους, για να μπορεί να δοθεί η διάγνωση της κατάθλιψης.

    Σχέσεις γονέων και παιδιών

    Σύμφωνα με ένα σπουδαίο ερευνητή ονόματι, John Bowlby,  «η αγάπη της μητέρας για το νήπιο και το παιδί είναι σημαντικός παράγοντας για τη ψυχική του υγεία όσο είναι οι βιταμίνες και οι πρωτεΐνες για τη σωματική του υγεία.» Εντούτοις, και η μορφή του πατέρα θεωρείται άκρως ουσιαστική για την ανάπτυξη υγιών συναισθηματικών δεσμών με το παιδί. Οι σχέσεις αγάπης και τρυφερότητας ανάμεσα στους γονείς και στο παιδί, επηρεάζουν άμεσα την διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού και αποτελούν ένα βασικό μοχλό της θετικής ψυχικής ανάπτυξης του. Διάφορα ευρήματα από επιστημονικές έρευνες καταδεικνύουν ότι τα άτομα με κατάθλιψη είχαν εισπράξει χαμηλού επιπέδου πατρική ενασχόληση και μητρική υπερπροστασία κατά τα παιδικά τους χρόνια. Έχει παρατηρηθεί ότι τα παιδιά με διαταραχή κατάθλιψης έχουν φτωχές διαπροσωπικές σχέσεις με τους γονείς τους, τα αδέρφια τους και τον κοινωνικό τους περίγυρο. Όπως λέμε συχνά στο κλάδο της εκπαιδευτικής ψυχολογίας η ψυχική ευεξία των παιδιών εξαρτάται από τη ψυχική ευεξία των γονέων. Για αυτό το λόγο θα πρέπει όλοι οι γονείς να κινητοποιηθούν όσο αφορά αρχικά την προσωπική τους ψυχική κατάσταση και κατ’ επέκταση την ψυχική ισορροπία των παιδιών τους.

    Πως μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την διαταραχή κατάθλιψης στα παιδιά;

    Όπως πολύ σοφά έχει ειπωθεί σε βάθος χρόνου, η ανίχνευση και η γνώση μιας κατάστασης είναι το πρώτο και βασικό βήμα για την αντιμετώπιση της. Για αυτό το λόγο, οι γονείς θα πρέπει να είναι σε θέση να παρατηρήσουν την συμπεριφορά του παιδιού τους και να ανιχνεύσουν πιθανά συμπτώματα της διαταραχής. Και η παραμικρή υποψία θα πρέπει να τους θέσει σε κινητοποίηση για να συμβουλευθούν ένα ειδικό ψυχικής υγείας. Ωστόσο, συνήθως παρέχεται ένα κράμα θεραπευτικών παρεμβάσεων για να βοηθηθεί το παιδί. Οι θεραπευτικές παρεμβάσεις περιλαμβάνουν:

    • Ψυχοθεραπεία: Ατομική ψυχοθεραπεία με το παιδί για να αναγνωρίσει τα αισθήματα θλίψης που το διακατέχουν και για να ενισχυθεί η αυτοπεποίθηση του, η αυτοεκτίμηση και η εμπιστοσύνη του προς τον εαυτό του.
    • Οικογενειακή ψυχοθεραπεία κατά τη διάρκεια της οποίας αποθαρρύνεται η απόρριψη και οι συγκρούσεις και ενισχύονται η συμπάθεια, η στοργή και η ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ των μελών μιας οικογένειας με παιδί με κατάθλιψη.
    • Ψυχοφαρμακευτική αγωγή η οποία χορηγείται μόνο σε σοβαρές περιπτώσεις κατάθλιψης και πάντοτε σε συνδυασμό με ψυχοθεραπεία.

    Χρήσιμες συμβουλές για τους γονείς

    • Προσπαθήστε να μπείτε στη θέση του παιδιού σας για να κατανοήσετε το πώς νιώθει.
    • Ακούστε το και ενθαρρύνετε το να εκφράσει τα συναισθήματα του χωρίς ενοχές.
    • Αποδεχτείτε τον τρόπο σκέψης τους και δείξτε του την αποδοχή και την αγάπη σας.
    • Ενημερωθείτε για την παιδική κατάθλιψη και αποταθείτε σε ένα ειδικό ψυχικής υγείας εάν πιστεύετε ότι δεν είναι μόνο μια σύντομη κακοδιαθεσία του παιδιού.
    • Συζητήστε το θέμα με το σχολείο και τον εκπαιδευτικό του παιδιού ώστε να το βοηθήσει κατά τη διάρκεια της σχολικής μέρας.
    • Μην το πιέζετε να κάνει πράγματα που δεν θέλει αλλά αντιθέτως προσπαθήστε να του δημιουργήσετε ενθουσιασμό ή έστω περιέργεια για να εμπλακεί σε μια δραστηριότητα.
    • Σε θέματα κανόνων ή υποχρεώσεων θα ήταν χρήσιμο να διατηρήσετε τις προσδοκίες σας και να το βοηθήσετε να συμμορφωθεί όπως: « Ξέρω πως δεν έχεις όρεξη, αλλά χρειάζεται να κάνεις τα μαθήματα σου.»
    • Σε περίπτωση που το παιδί θέσει το θέμα του θανάτου ή της αυτοκτονίας, καλό θα ήταν να απευθυνθείτε άμεσα σε  κάποιο ειδικό ψυχικής υγείας.

    Εισαγωγική Φωτογραφία

    ]]>

    19 Ιαν 2016

    Τα παιδιά που ζουν στα όρια της φτώχειας παρουσιάζουν λειτουργικές διαφορές στον εγκέφαλο και έχουν αυξημένες πιθανότητες κατάθλιψης

    Οι έντονες οικονομικές δυσκολίες είναι ένας παράγοντας που προκαλεί πολλαπλά προβλήματα σε μια οικογένεια και το επίπεδο ζωής της. Οι οικογένειες που έχουν σημαντικά μειωμένο εισόδημα αναγκάζονται να πάρουν πολλές σκληρές αποφάσεις. Μπορεί να χρειαστεί να ζήσουν σε κάποια άλλη περιοχή/πόλη, να μειώσουν τις δαπάνες για αγαθά και υπηρεσίες, να αλλάξουν διατροφικές συνήθειες ή ακόμη και να χωρίσουν ώστε να μπορεί ο ένας γονιός να συντηρεί την οικογένεια με μια εργασία που κάνει σε άλλη χώρα ή πόλη μακριά από τους δικούς του.

    Όλες αυτές οι αλλαγές είναι τρομακτικές για έναν ενήλικα, πόσο μάλλον για τα παιδιά, ιδιαίτερα όταν αυτά είναι μικρά στην ηλικία.

    Ένα σημαντικό ερώτημα που προκύπτει από την έρευνα που έχει γίνει για τις επιπτώσεις της κακής οικονομικής κατάστασης στην οικογένεια και τα μέλη της είναι κατά πόσο επηρεάζεται και η βιολογική ανάπτυξη των παιδιών. Γνωρίζουμε ότι η φτώχεια σχετίζεται με μειωμένη ανάπτυξη λόγω χειρότερης διατροφής αλλά και με πιο συχνή εμφάνιση προβλημάτων υγείας λόγω κακών συνθηκών διαβίωσης, ανεπαρκή φαρμακευτική κάλυψη κτλ. Τι γίνεται όμως με τον εγκέφαλο; Επηρεάζεται η υγιής ανάπτυξή του από τις κακές οικονομικές συνθήκες στις οποίες καλείται να μεγαλώσει ένα παιδί; Μια έρευνα του Πανεπιστημίου του Saint Louis προσπάθησε να απαντήσει σε αυτό ακριβώς το ερώτημα.

    Πήραν ως δείγμα 105 παιδιά ηλικίας 3-5 ετών τα οποία ζούσαν σε οικογένειες με χαμηλό εισόδημα στα όρια του επιπέδου της φτώχειας. Μετά από μερικά χρόνια (στην ηλικία 7-12 ετών) τα ίδια παιδιά εξετάστηκαν μέσω μαγνητικού τομογράφου (fMRI) ώστε να μπορέσουν να έχουν μια σαφή εικόνα της δομής και του τρόπου λειτουργίας του εγκεφάλου τους. Τα αποτελέσματα της τομογραφίας συγκρίθηκαν με αυτά παιδιών αντίστοιχης ηλικίας, αλλά προερχόμενα από οικογένειες μέτριου ή υψηλού οικονομικού επιπέδου.

    Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα παιδιά φτωχών οικογενειών είχαν λιγότερες συνδέσεις μεταξύ του ιππόκαμπου και του μετωπιαίου λοβού, καθώς επίσης και μεταξύ της δεξιάς αμυγδαλής και των εγκεφαλικών δομών που σχετίζονται με τη γλώσσα. Οι περιοχές αυτές σχετίζονται με την εμφάνιση και τον έλεγχο των συναισθημάτων, την μνήμη αλλά και τον έλεγχο κατά τη διάρκεια στρεσογόνων καταστάσεων. Αυτές οι λειτουργικές διαφορές καθρεπτίζονταν και στη συμπεριφορά των παιδιών, καθώς τα παιδιά φτωχών οικογενειών με τις μειωμένες εγκεφαλικές συνδέσεις παρουσίαζαν αυξημένες πιθανότητες ανάπτυξης έντονων καταθλιπτικών συμπτωμάτων ήδη από την ηλικία των 10 ετών1 . Η εμφάνιση καταθλιπτικών συμπτωμάτων σημαίνει ότι το άτομο δεν μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά τα συναισθήματά του και να αντιμετωπίσει αγχογόνες καταστάσεις. Είναι λογικό λοιπόν τα παιδιά που έχουν λειτουργικές ανωμαλίες στις εγκεφαλικές περιοχές που σχετίζονται με την διαχείριση συναισθημάτων να παρουσιάζουν και αυξημένα ποσοστά κατάθλιψης.

    Φυσικά δεν είναι τα χρήματα τα οποία δημιουργούν τις εγκεφαλικές διαφορές, αλλά το πρώιμο περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει ένα παιδί. Ένα περιβάλλον με μειωμένα ερεθίσματα, κακές οικογενειακές σχέσεις, κακή διατροφή και άγχος είναι επόμενο πως επηρεάζει την υγιή ανάπτυξη του παιδιού σε πολλούς τομείς, ανάμεσά τους και στην ανάπτυξη του εγκεφάλου. Φυσικά δεν είναι όλα τα φτωχά παιδιά καταδικασμένα να αναπτύξουν κατάθλιψη ή να γίνουν ανίκανα να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους. Μια οικογένεια φτωχή, αλλά με ιδιαίτερα υποστηρικτικούς γονείς, ανοιχτή επικοινωνία και με αυξημένα επίπεδα ενσυναίσθησης θα μπορέσει να μεγαλώσει συναισθηματικά υγιή παιδιά.

    Εισαγωγική Εικόνα

    ]]>

    Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

    1. Medical News Today: Childhood poverty linked to brain changes related to depression []
    09 Νοέ 2015

    Το κόστος του να είσαι το «αγαπημένο παιδί» της μαμάς

    Πολλές φορές οι νέες μητέρες ακούν την κλασσική συμβουλή να μην «καλομαθαίνουν» τα παιδιά τους, να μην είναι δηλαδή υπέρ του δέοντος ελαστικές ή προστατευτικές μαζί τους. Μια νέα έρευνα του πανεπιστημίου Purdue έρχεται να επιβεβαιώσει πως το να αισθάνεται το παιδί πως είναι το «αγαπημένο» της μητέρας του δεν είναι και ό,τι πιο υγιές συναισθηματικά αλλά και ψυχολογικά για το ίδιο.

    Η συναισθηματική εγγύτητα μεταξύ γονιού και παιδιού φυσικά δεν είναι κάτι αρνητικό. Αντίθετα θα λέγαμε ότι είναι κάτι θεμιτό. Φαίνεται όμως πως οι ενήλικες που δηλώνουν ότι θεωρούν πως ήταν το «αγαπημένο παιδί» της μητέρας τους, έχουν την τάση να εμφανίζουν πολύ πιο συχνά συμπτώματα κατάθλιψης σε σχέση με τα αδέρφια τους τα οποία δηλώνουν ότι βρίσκονταν σε σύγκρουση με τη μητέρα τους ή ότι τις έχουν απογοητεύσει. Η έρευνα διεξήχθη μέσα σε μια επταετία κατά τη διάρκεια μιας πολυετούς έρευνας που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη σχετικά με τις ενδοοικογενειακές διαφορές στην ανάπτυξη των παιδιών. Σε αυτή συμμετείχαν πάνω από 700 ενήλικες από 300 περίπου οικογένειες, οι οποίοι κλήθηκαν να βαθμολογήσουν την συναισθηματική εγγύτητα με τη μητέρα τους, τον βαθμό σύγκρουσης μαζί της, το πόσο περήφανη θεωρούν ότι αισθάνεται γι’ αυτούς αλλά και το πόσο απογοητευμένη.

    Σε μια προσπάθεια να ερμηνεύσουν τα αποτελέσματα, οι ερευνητές λένε ότι οι ενήλικες της έρευνας που είχαν την αντίληψη ότι ήταν τα «αγαπημένα παιδιά» των μητέρων τους, σε μεγάλο βαθμό ανέφεραν ότι έχουν ζήσει μέσα σε ένα μη σταθερό συναισθηματικό περιβάλλον, στο οποίο έπρεπε να είναι φροντιστές (της μητέρας ή άλλων προσώπων στο περιβάλλον τους) και ως εκ τούτου απολάμβαναν μεγαλύτερη συναισθηματική εγγύτητα με κόστος στην ψυχική τους υγεία.

    Φυσικά η συσχέτιση συναισθηματικής εγγύτητας άνευ σαφών ορίων και κακής ψυχικής υγείας δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση πως όσα παιδιά αισθάνονται κοντά τις μητέρες τους θα αναπτύξουν συμπτώματα κατάθλιψης στο μέλλον. Απαιτούνται η συνύπαρξη μιας σειράς άλλων παραγόντων για να αναπτυχθούν τέτοια συμπτώματα στα παιδιά κατά την ενήλικη ζωή τους, όπως: ασταθές οικογενειακό περιβάλλον, υπέρμετρα «ενήλικα» βάρη στα παιδιά, κακές οικογενειακές σχέσεις (κυρίως ανταγωνιστικές ή/και κακοποιητικές) με άλλα μέλη της οικογένειας (και σημαντικά τρίτα πρόσωπα), αλλά και εκτεταμένες τραυματικές εμπειρίες στην καθημερινότητα του παιδιού.

    Όπως στις περισσότερες περιπτώσεις, βλέπουμε ότι και σε αυτό τον τομέα ισχύει το «παν μέτρον άριστον». Μια υγιής ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού απαιτεί μεταξύ άλλων μια υγιή ισορροπία ανάμεσα στο άκρο της συναισθηματικής «συγχώνευσης» των γονιών με τα παιδιά τους και το άλλο άκρο της συναισθηματικής «απομάκρυνσης» των γονιών. Το παιδί έχει ανάγκη τόσο το ζωτικό του χώρο όσο και την απαραίτητη αγάπη και αποδοχή να αναπτυχθεί συναισθηματικά και ψυχολογικά με έναν υγιή τρόπο.

    Εισαγωγική Εικόνα

    Βιβλιογραφία

    ]]>

    13 Σεπ 2015

    Ο προσωπικός μας μύθος

    Πόσο μας αρέσει να βρίσκουμε τη λειτουργία των πραγμάτων… Τον μηχανισμό πίσω από το κάθε τι. Να κατανοούμε τι είναι αυτό που κάνει το ρολόι να χτυπά ή από πού προήλθε κάτι που μας εκπλήσσει. Μας γοητεύουν οι αρχές και τα ξεκινήματα καθώς νιώθουμε ότι αν μάθουμε την προέλευση από κάτι τότε θα το καταλάβουμε πλήρως. Σαν να λαμβάνουμε μέρος σε μία αρχέγονη αναζήτηση για την απάντηση στο πως ξεκίνησαν όλα. Που εδρεύει, όμως, αυτή μας η “περιέργεια” για την απαρχή των πραγμάτων; Περιέργεια που εκφράζεται μέσα από ερωτήματα:

    Πως φτάσαμε εδώ που είμαστε;” ή “γιατί κάνω αυτό που κάνω;”

    Ή σε κάθε νέο που συναντάμε, σε κάθε τι που έρχεται στο δρόμο μας και μας δημιουργεί αυτό το κινητήριο μείγμα ενθουσιασμού και φόβου;

    H περιέργειά μας, λοιπόν, πηγάζει από την ανάγκη μας να εξηγήσουμε την συμπεριφορά μας ακόμα κι αν δεν το καταλαβαίνουμε συνειδητά! Να κατανοήσουμε το γιατί κάνουμε ό,τι κάνουμε με τον τρόπο που το κάνουμε. Γιατί οδηγούμαστε σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα συμπεριφορών ή τι μας εμποδίζει από το να αλλάξουμε.

    Αν κλείσουμε τα μάτια και προσπαθήσουμε να γυρίσουμε πίσω, στην παιδική μας ηλικία, πόσο πίσω μπορούμε να πάμε; Από πότε θυμόμαστε τον εαυτό μας και – πιο σημαντικά – ποια είναι η πρώτη ανάμνηση που έχουμε; Ο λόγος είναι ότι βάση αυτής της ανάμνησης ο καθένας έχτισε το «σχέδιο ζωής» του. Τον τρόπο που αντιδρά στις δυσκολίες, τον τρόπο που εκφράζει τα συναισθήματά του, τον τρόπο που βάζει στόχους και τον τρόπο που διαχειρίζεται τις καταστάσεις. Λες και όλη η ζωή είναι ένας χάρτης που όταν είναι διπλωμένος σχηματίζει εκείνη την πρώτη ανάμνηση ενώ ξεδιπλώνοντας τον, η κάθε φιγούρα της ανάμνησης, εκείνης, παίρνει τη θέση της στον προσωπικό μας “αστερισμό”.

    Ας επιχειρήσουμε να το κάνουμε περισσότερο κατανοητό μέσα από ένα παράδειγμα… Κάποιος, μπόρεσε να εντοπίσει την πρώτη του ανάμνηση γύρω στα 5 του χρόνια. Αφορούσε τον ίδιο και τον αδερφό του να παίζουν στην κουζίνα με ό,τι μπορούσαν να βρουν. Ο πατέρας τους βρισκόταν λίγο παραπέρα και ασχολούταν με το να επισκευάζει το νεροχύτη. Τα δύο παιδιά άδραξαν την ευκαιρία με τον απασχολημένο πατέρα και ξεκίνησαν να παίζουν με τα εργαλεία του ώσπου ο μικρός πρωταγωνιστής μας τραυματίστηκε με ένα από αυτά. Αντιδρώντας στο κλάμα και τις φωνές του τρομαγμένου παιδιού, ο πατέρας, άφησε ό,τι είχε καταπιαστεί και έτρεξε να το βοηθήσει. Έπλυνε την πληγή του με νερό, του απολύμανε και έδεσε το χέρι του και – παραδόξως – δεν του έβαλε τις φωνές!

    Που βρίσκεται το παιδί της ιστορίας μας σήμερα; Κάνει τη δουλειά που προορίστηκε να κάνει ενώ κάθε φορά που βρίσκεται δίπλα από κάτι – ενδεχομένως – επικίνδυνο που μπορεί να τον πληγώσει σωματικά νιώθει μία εσωτερική περιέργεια να το εξερευνήσει! Το ευτυχές, όμως, είναι ότι ο πατέρας του είναι ακόμα εκεί μαζί του… Τον κουβαλάει μέσα του με την μορφή όλων των φιγούρων σημασίας (ως γιατρό, δικηγόρο, σύμβουλο κ.ο.κ.) και αυτό του δημιουργεί μία εσωτερική ησυχία και ασφάλεια. Νιώθει πως ό,τι κι αν συμβεί ο “πατέρας” του θα είναι εκεί να τον βοηθήσει όπως τότε, στα 5 του χρόνια.

    Πως γίνεται, όμως, αυτή η πρώτη ανάμνηση να προδίκασε την συναισθηματική του εξέλιξή ως άνθρωπο; Αναλογιστείτε… Σε αυτή την ανάμνηση ποιο ήταν το κυρίαρχο συναίσθημα; Υπερίσχυσε ο φόβος στον τραυματισμό ή η ελπίδα στην ανταπόκριση του πατέρα; Υπήρχε συνεργασία μεταξύ των χαρακτήρων της ανάμνησης ή ο καθένας έδραττε ανεξάρτητα; Όλα αυτά είναι ικανά να χαλκέψουν τον τρόπο με τον οποίο ο πρωταγωνιστής μας αντιμετωπίζει τις καταστάσεις. Τον τρόπο με τον οποίο υπερπηδά τα εμπόδια και θέτει στόχους. Η εσωτερικευμένη φιγούρα του πατέρα – σωτήρα παραμένει εκεί για να ανατρέξει ακόμα και στην ενήλική ζωή του. Νιώθει, λοιπόν, τη σιγουριά να επιχειρήσει κάτι χωρίς τον φόβο της εγκατάλειψης – αν πληγωθεί – και αυτό, πιθανότατα, να τον καθιστά περισσότερο δραστήριο στη ζωή του… Περισσότερο ενεργό και να του αποδίδει έναν εξερευνητικό ή ακόμα και ηγετικό ρόλο.

    Πολλές φορές, λοιπόν, όταν έχουμε ανάγκη να διεκδικήσουμε νέα πράγματα ή πρόσωπα μα αποθαρρύνουμε τον εαυτό μας από το να το κάνει, μπορεί να ευθύνεται η κατευθυντήρια εικόνα μας. Σε αντίθεση με τον πρωταγωνιστή της ιστορίας μας μπορεί ο πατέρας ή μητέρα “σωτήρας” να έλειπε από την εικόνα κάνοντας, έτσι, το τίμημα της αποτυχίας αβάσταχτο για εμάς. Ίσως, λοιπόν, στην απογοήτευση μιας ερωτικής απόπειρας ή ενός εργασιακού εγχειρήματος να προστίθεται η απογοήτευση για το πρόσωπο που δεν ήρθε “τότε” να μας σώσει αναβιώνοντας μας αυτή την παράλειψη κάθε δεδομένη φορά.

    Ας προσπαθήσουμε με τη σειρά μας να ανακαλέσουμε την παλαιότερη ανάμνησή μας. Αυτή που εντοπίζεται γύρω στα 5 έτη της ζωής μας. Αυτή που δόμησε το σχέδιο ζωής μας. Δεν χρειάζεται να επαληθεύσουμε τη μνήμη μας ρωτώντας άλλους κι αυτό γιατί δεν παίζει σημασία πόσο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αυτή η ανάμνηση αλλά η ερμηνεία που της δώσαμε. Εκείνη, μπορεί να γεννήθηκε σε μικρή ηλικία όμως συνέχισε να πλάθεται για αρκετό καιρό ώσπου πήρε την τελική μορφή της και αποτέλεσε τον προσωπικό μας μύθο. Ας μην ξεχνάμε όμως… Η κατευθυντήρια εικόνα είναι μόνο το εξώφυλλο από το κουτί με το παζλ της ζωής μας. Ένα παζλ του οποίου τα κομμάτια μπορούν να ενωθούν με όποιο τρόπο επιλέξουμε και να συνθέσουν το μεγαλύτερο έργο μας. Το μόνο που χρειάζεται είναι δύναμη να ανοίξουμε το κουτί…

    Εισαγωγική εικόνα

    Ενδεικτική βιβλιογραφία

    • Adler, A. (1982). Pattern of Life, Chicago: Adler School of Professional
    • Adler, A. (2010). Understanding Human Nature, United States of America: Martino Fine Books
    • Adler, A. & Brett, C. (2009). Understanding Life, Oxford: Oneworld Publications
    • Ansbacher, H., L. & Ansabacher, R., R. (1964). The Individual Psychology of Alfred Adler, New York: Harper Perennial
    • Langs, R., J. (1977). Classics in Psychoanalytic Technique, UK: Jason Aronson

    ]]>

    13 Ιούλ 2015

    Ο ρόλος των συναισθημάτων

    Τα συναισθήματα παίζουν σημαντικό ρόλο συνδυαστικά με τον τρόπο που σκεφτόμαστε και συμπεριφερόμαστε. Για να κατανοήσουμε τα συναισθήματα, είναι σημαντικό να καταλάβουμε τα τρία συστατικά ενός συναισθήματος. Τα συναισθήματα μας αποτελούνται από ένα υποκειμενικό στοιχείο (το πώς βιώνουμε το συναίσθημα), ένα φυσικό (το πώς το σώμα μας αντιδρά στο συναίσθημα) και ένα εκφραστικό (το πώς συμπεριφερόμαστε σε απάντηση προς το συναίσθημα). Αυτά τα διαφορετικά στοιχεία μπορούν να διαδραματίσουν έναν ρόλο στη λειτουργία και στον σκοπό των συναισθηματικών μας αντιδράσεων.

    Αλλά γιατί βιώνουμε συναισθήματα; Τι ρόλο εξυπηρετούν;

    Τα συναισθήματα μπορούν να μας παρακινήσουν να αναλάβουμε δράση. Όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μία πρόκληση, μπορεί να νιώσουμε άγχος για το αν θα τα πάμε καλά. Λόγω αυτής της συναισθηματικής μας αντίδρασης, ίσως να είναι πιο πιθανό να παρακινηθούμε να εμπλακούμε περισσότερο, ώστε να επιτύχουμε μια πιθανή έκβαση που επιθυμούμε. Από τη στιγμή που βιώνουμε ένα συγκεκριμένο συναίσθημα, μας δίνεται το κίνητρο να αναλάβουμε δράση και να κάνουμε κάτι θετικό για να βελτιώσουμε τις πιθανότητές επιτυχίας μας.

    Τείνουμε, επίσης, να αναλαμβάνουμε δράση προκειμένου να βιώνουμε θετικά συναισθήματα και να ελαχιστοποιούμε την πιθανότητα να νιώθουμε τα αρνητικά. Για παράδειγμα, μπορούμε να ανατρέχουμε σε κοινωνικές δραστηριότητες ή χόμπι που μας παρέχουν μια αίσθηση ευτυχίας, ικανοποίησης και ενθουσιασμού. Από την άλλη πλευρά, πιθανόν να αποφεύγουμε καταστάσεις που μπορούν δυνητικά να οδηγήσουν σε πλήξη, θλίψη ή άγχος.

    Ο Δαρβίνος πίστευε ότι τα συναισθήματα είναι προσαρμοστικός παράγοντας που επιτρέπει τόσο τους ανθρώπους, όσο και στα ζώα να επιβιώσουν και να αναπαραχθούν. Τα συναισθήματα χρησιμεύουν ώστε να λάβουμε δράση γρήγορα και να μεγιστοποιήσουμε τις πιθανότητές μας για επιβίωση και επιτυχία.

    Τα συναισθήματά μας, επιπλέον, συμβάλλουν σημαντικά στις αποφάσεις που παίρνουμε. Ακόμα και σε περιπτώσεις που πιστεύουμε ότι οι αποφάσεις μας καθοδηγούνται αποκλειστικά από τη λογική και τον ορθολογισμό, τα συναισθήματα παίζουν καθοριστικό ρόλο. Η συναισθηματική νοημοσύνη ή η ικανότητά μας να κατανοούμε και να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματα, έχει αποδειχθεί ότι παίζει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

    Όταν ερχόμαστε σε επαφή με άλλους ανθρώπους, είναι σημαντικό να δώσουμε «σήματα» για να τους βοηθήσουμε να κατανοήσουν το πώς αισθανόμαστε. Αυτά τα «σήματα» μπορούν να περιλαμβάνουν τη συναισθηματική έκφραση μέσα από τη γλώσσα του σώματος, όπως οι διάφορες εκφράσεις του προσώπου που συνδέονται με τα ιδιαίτερα συναισθήματα που βιώνουμε. Όταν λέμε σε φίλους ή σε μέλη της οικογένειας ότι αισθανόμαστε χαρά, λύπη, ενθουσιασμένοι ή φοβισμένοι, τους δίνουμε σημαντικές πληροφορίες που μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιήσουν για να αναλάβουν δράση.

    Ακριβώς όπως τα δικά μας συναισθήματα παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τους άλλους, οι συναισθηματικές εκφράσεις των γύρω μας, μας δίνει μια πληθώρα κοινωνικών πληροφοριών. Η επικοινωνία με τους άλλους είναι ένα σημαντικό μέρος της καθημερινής μας ζωής και των σχέσεων, καθώς βοηθά να ερμηνεύουμε και να αντιδρούμε στα συναισθήματα των άλλων. Αυτό μας επιτρέπει να ανταποκριθούμε κατάλληλα και να οικοδομήσουμε βαθύτερες, πιο ουσιαστικές σχέσεις με τους φίλους μας, την οικογένεια μας και τους αγαπημένους μας.

    Εν κατακλείδι, τα συναισθήματα μπορούν να μας παρακινήσουν να δράσουμε με συγκεκριμένους τρόπους και να μας δώσουν τα εργαλεία και τους πόρους που χρειαζόμαστε για να αλληλεπιδράσουμε ουσιαστικά με τον κοινωνικό μας περίγυρο.

    Εισαγωγική Φωτογραφία

    Βιβλιογραφία

    • Darwin, C. (1872). The expression of emotions in man and animas. New York: Appleton.
    • Goleman, D. (2011). Η Συναισθηματική Νοημοσύνη. Αθήνα: Πεδίο.
    • James, W. (1884). What is an emotion ?. Mind, 9, 188-205.
    • Lyons, W. (1999). The Philosophy of Cognition and Emotion. In T. Dalgleish, & M. J. Power (Eds.)(1999). A Handbook of Cognition and Emotion (21-44). Chichester: Wiley.
    • Niedenthal, P., Krauth-Greuber, S., Ric, F. (2011). Ψυχολογία του συναισθήματος. Αθήνα: Τόπος (Μοτίβο εκδοτική).
    • Παππά, Β. (2013). Η λογική των συναισθημάτων: Συναισθηματική ανάπτυξη και συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Οκτώ.
    ]]>

    23 Ιούν 2015

    Μια γρήγορη ματιά στην ενσυναίσθηση

    Ο όρος “ενσυναίσθηση” αναφέρεται στην ικανότητα του θεραπευτή να καταλαβαίνει το εσωτερικό πλαίσιο αναφοράς του πελάτη με ακρίβεια και με τα συναισθηματικά και νοητικά στοιχεία που εμπεριέχονται, σαν να ήταν ο θεραπευτής το ίδιο το άτομο, αλλά χωρίς ταυτόχρονα να χάνει την ιδιότητά του. Είναι η ικανότητα του να μπαίνεις “στα παπούτσια του άλλου”, να θεωρείς μία κατάσταση από την οπτική θέα κάποιου άλλου και να αποκτάς μεγαλύτερη κατανόηση μέσα από τις αντιλήψεις του.

    Στα επαγγέλματα υγείας θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική και αναγνωρίζεται ως κλειδί στην επικοινωνία, δημιουργώντας σύνδεση του επαγγελματία με τον ασθενή-πελάτη πετυχαίνοντας καλύτερα αποτελέσματα στην φροντίδα του. Επίσης, βελτιώνει πολλές όψεις της πρακτικής φροντίδας υγείας, περιλαμβάνοντας τη συμμόρφωση του ασθενούς με τη θεραπεία, την εγκαθίδρυση καλύτερης σχέσης με τον ασθενή και την οικογένειά του, την αύξηση της ικανοποίησης του ασθενούς ενώ φαίνεται πως μειώνει την πιθανότητα ιατρικών σφαλμάτων.

    Ο όρος προέρχεται από την ελληνική λέξη εμπάθεια, που σημαίνει «φυσική αγάπη, πάθος, μεροληψία», η οποία προέρχεται από ἐν + πάθος. Ο όρος υιοθετήθηκε από τους Hermann Lotze και Robert Vischer για να δημιουργήσουν τη γερμανική λέξη Einfühlung (“αίσθηση σε”), η οποία μεταφράστηκε από τον Edward B. Titchener στην αγγλική empathy. Ο Titchener, το 1920, την διαχώρισε από την λέξη “εμπάθεια”, η οποία σημαίνει “αισθάνομαι εντός” και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από θεωρητικούς της αισθητικής για να περιγράψει την ικανότητα σύλληψης της υποκειμενικής εμπειρίας του άλλου. Η θεωρία τουTitchener, ήταν ότι η εμπάθεια προερχόταν από ένα είδος φυσικής μίμησης της δυστυχίας του άλλου, η οποία στη συνέχεια προκαλεί τα ίδια συναισθήματα στον άνθρωπο. Ήθελε να αποδώσει έναν ορισμό διαφορετικό από τη συμπάθεια που μπορεί να νιώθει κανείς για τη δεινή κατάσταση κάποιου άλλου, χωρίς ωστόσο να συμμερίζεται πραγματικά αυτό που αισθάνεται το άλλο άτομο.

    To 1897, o Theodor Lipps μετέφερε τον όρο στον τομέα της ψυχολογίας για να περιγράψει το πώς οι άνθρωποι κατανοούν τη διανοητική ικανότητα των συνανθρώπων τους ενώ το 1918 ο Southard τον χρησιμοποίησε για πρώτη φορά για να περιγράψει τη σχέση του γιατρού-ασθενούς ως ένα βοήθημα στη διαγνωστική και θεραπευτική του προσπάθεια. Παρόλα αυτά παραμένει ακόμη και σήμερα μία δυσδιάριτη έννοια και απαιτείται η θεμελίωση ενός ορισμού.

    Δεν υπάρχει ομοφωνία σε σχέση με τον ορισμό της ενσυναίσθησης. Μερικές φορές η λέξη ενσυναίσθηση (empathy) χρησιμοποιείται ως ταυτόσημος όρος με τη λέξη συμπάθεια (sympathy), γεγονός που δυσχεραίνει τον ορισμό και ερμηνεία του όρου. Η ενσυναίσθηση φαντάζει απλή, ωστόσο δεν είναι μόνο μια αντανάκλαση των λεγομένων του πελάτη. Είναι η συνεχιζόμενη και ενεργή κατανόηση, όχι μόνο του λεκτικού περιεχομένου αλλά και (κυρίως) των συναισθημάτων που συνοδεύουν τα λεγόμενα που όμως συγχρόνως αποκρύπτονται, είτε γιατί προκαλούν άγχος και σύγχυση, είτε γιατί δεν έχουν έρθει ακόμη σε συνειδητό επίπεδο. Είναι απαραίτητο να διαχωρίσουμε την ενσυναίσθηση που περιλαμβάνει την κατανόηση των εμπειριών του ασθενούς και την ικανότητα να επικοινωνούμε μαζί του, από τη συμπάθεια, που αναφέρεται στη συναισθηματική ανταπόκριση στα συναισθήματα και ενδιαφέροντα του ασθενούς.

    Ο επαγγελματίας υγείας που εκφράζει “συμπάθεια” μπορεί να φροντίσει επαρκώς τον ασθενή του, επιδεικνύοντας όμως μόνο συμπάθεια. Αντίθετα, ένας ενσυναισθητικός επαγγελματίας ενδιαφέρεται για την κατανόηση της ποιότητας των εμπειριών του ασθενούς και ταυτόχρονα έχει την ικανότητα να επικοινωνήσει αυτή την κατανόηση. Η ενσυναίσθηση αποτελεί μια σημαντική ικανότητα-να γνωρίζουμε τα συναισθήματα του άλλου- και εμπλέκεται σε μια τεράστια σφαίρα δραστηριοτήτων της ζωής. Συνδέεται άμεσα με την ικανότητα να αναγνωρίζει και να αποκωδικοποιεί κάποιος τα συναισθήματα κάποιου άλλου, τα οποία και σπάνια αποκαλύπτονται ή περιγράφονται. Αυτή η αποκωδικοποίηση μπορεί να συμβεί μέσα από την ικανότητα κάποιου να διαβάζει τα μη λεκτικά στοιχεία της επικοινωνίας.

    Εισαγωγική Φωτογραφία

    ]]>

    14 Ιούν 2015

    Τα χρήματα ίσως δεν φέρνουν την ευτυχία, αλλά διώχνουν τη δυστυχία

    Έχουν υπάρξει πολλές έρευνες γύρω από τη σχέση ανάμεσα στα χρήματα και το κατά πόσο φέρνουν την ευτυχία. Αυτό στο οποίο φαίνεται να συμφωνούν οι περισσότερες έρευνες έως τώρα είναι πως υπάρχει μια συσχέτιση μεταξύ των δύο, αλλά σίγουρα αυτή η σχέση δεν είναι ξεκάθαρη και γραμμική. Στο παρελθόν αναφερθήκαμε σε διάφορες έρευνες γύρω από το θέμα, οι οποίες έφτασαν σε μερικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

    Πρώτον, τα χρήματα σχετίζονται με αυξημένα επίπεδα ευτυχίας, αλλά μόνο έως το επίπεδο που εξασφαλίζουν σε κάποιον τα απαραίτητα για να ζήσει «κανονικά» τη ζωή του. Πέραν αυτού του ορίου, τα περισσότερα χρήματα δεν σχετίζονται με πιο ευτυχισμένη ζωή. Δεύτερον, οι πιο πλούσιοι συνανθρωποί μας πληρώνουν ένα βαρύ τίμημα για τον πλούτο τους: δεν μπορούν να γευτούν τις απλές καθημερινές χαρές της ζωής. Ίσως αυτό να εξηγεί τις υπερβολές τις οποίες ακούμε πως κάνουν κατά καιρούς διάφοροι πλούσιοι και διάσημοι, σε μια προσπάθεια να αισθανθούν πιο ευτυχισμένοι. Από τα δύο παραπάνω παραδείγματα μπορούμε να καταλάβουμε ότι τα χρήματα φέρνουν μια αυξημένη ικανοποίηση στη ζωή, αλλά όχι απαραίτητα και την ευτυχία.

    Μια νέα, πιο πρόσφατη, έρευνα1 επικεντρώθηκε όχι στο αίσθημα της ευτυχίας, αλλά στο αίσθημα της δυστυχίας. Τα δύο αυτά συναισθήματα δεν πρέπει να γίνονται αντιληπτά ως τα δύο άκρα σε μια γραμμή, αλλά ως δύο εντελώς διαφορετικά συναισθήματα. Με άλλα λόγια, η έλλειψη ευτυχίας δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το άτομο είναι δυστυχισμένο, αλλά ούτε και το αντίθετο: η έλλειψη δυστυχίας δεν συνεπάγεται και την ύπαρξη συναισθήματος ευτυχίας. Και τα δύο συναισθήματα καλλιεργούνται στην καθημερινότητά μας, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο.

    Η συγκεκριμένη έρευνα, όπως και ο περισσότερες στον τομέα αυτό, έγινε με τη μέθοδο της αυτοαναφοράς, της συγκέντρωσης προσωπικών στοιχείων (π.χ. οικονομικά στοιχεία) και του ελέγχου της συσχέτισης μεταξύ της ύπαρξης συναισθημάτων και του οικονομικού επιπέδου. Αυτό που βρήκαν οι ερευνητές είναι πως τα χρήματα σχετίζονται με μειωμένα επίπεδα δυστυχίας: όσο μεγαλύτερο το εισόδημα κάποιου, τόσο λιγότερο «δυστυχής» δηλώνει. Είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να απαντήσουν για το «εδώ και τώρα», πόσα χρήματα βγάζουν αυτή τη στιγμή και πόσο δυστυχισμένοι αισθάνθηκαν τις προηγούμενες ημέρες πριν την συμμετοχή τους στην έρευνα.

    Τα αποτελέσματα σίγουρα δεν σόκαραν τους ερευνητές, καθώς ουσιαστικά επαληθεύουν σε μεγάλο βαθμό αυτό που γνωρίζαμε ήδη. Τα χρήματα λειτουργούν ως ένα βοηθητικό μέσο για να καταπολεμήσουμε το άγχος της επιβίωσης και να αυξήσουμε τον έλεγχο στη ζωή μας απέναντι σε αναπάντεχα αρνητικά γεγονότα που μπορεί να σχετίζονται με αρνητικά συναισθήματα. Πέρα από αυτό το σημείο όμως, ο πλούτος παύει να λειτουργεί υποστηρικτικά όσον αφορά τα επίπεδα της ευτυχίας.

    Τα χρήματα λοιπόν δεν φέρνουν την ευτυχία, αλλά μας προστατεύουν από τη δυστυχία σε πρώτο βαθμό. Η χαρά της ζωής όμως, όπως έχουν δείξει πλήθος μελετών θετικής ψυχολογίας βρίσκεται σε απλά, καθημερινά πράγματα που οι περισσότεροι στον δυτικό κόσμο μπορούμε να απολαύσουμε: την αγάπη, τον ελεύθερο χρόνο με άτομα που αγαπάμε, τα δημιουργικά χόμπι αλλά και μέσω της συνεισφοράς μας στην κοινωνία με όσα μέσα διαθέτουμε. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι μία γεμάτη ζωή δεν ισούται με μία γεμάτη τσέπη.

    Εισαγωγική Φωτογραφία

    ]]>

    Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

    1. Kushlev et al. (2015). Higher Income Is Associated With Less Daily Sadness but not More Daily Happiness. Social Psychological and Personality Science July 2015 vol. 6 no. 5 483-489 [pdf] []
    14 Μαΐ 2015

    Πώς η αναπνοή επιδρά στα συναισθήματα

    Ο τρόπος που αναπνέουμε είναι αλληλένδετος με τον τρόπο που αισθανόμαστε.Όταν είμαστε χαλαροί αναπνέουμε αργά και όταν είμαστε αγχωμένοι αναπνέουμε γρήγορα.

    Κανονική αναπνοή

    Η αναπνοή σε επίπεδο οργανισμού είναι η διαδικασία με την οποία ένας οργανισμός προσλαμβάνει οξυγόνο και αποβάλλει διοξείδιο του άνθρακα. Η λειτουργία αυτή συντηρεί την κυτταρική αναπνοή, δηλαδή την διαδικασία που πραγματοποιείται στα κύτταρα του οργανισμού, για την παραγωγή ενέργειας.Όταν η αναπνοή μας είναι χαλαρή, τα επίπεδα του οξυγόνου και του διοξείδιου του άνθρακα είναι ισορροπημένα βοηθώντας το σώμα να λειτουργήσει αποτελεσματικά.

    ΑναπνοήΑναπνοή εν ώρα άσκησης

    Κατα την διάρκεια γυμναστικής ο ρυθμός της αναπνοής αυξάνεται για να εισπνέυσουμε περισσότερο οξυγόνο.Το σώμα χρησιμοποιεί το περιττό οξυγόνο για να δώσει ενέργεια στους μύς, έτσι παράγει περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα.Άρα η ισορροπία στα επίπεδα μεταξύ οξυγόνου και διοξειδίου του άνθρακα είναι σταθερή.

    ΑναπνοήΑγχώδης αναπνοή

    Όταν είμαστε αγχωμένοι ο ρυθμός της αναπνοής αυξάνεται, έτσι εισπνέουμε περισσότερο οξυγόνο αλλά εκπνέουμε πολύ περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα απο το κανονικό. Ο λόγος είναι πώς το σώμα δεν δουλέυει περισσότερο απο το κανονικό, έτσι δεν χρησιμοποιεί το περιττό οξυγόνο και δεν παράγει το αναμενώμενο επίπεδο διοξείδιου του άνθρακα.

    Το διοξείδιο του άνθρακα θα αποβληθεί ταχύτερα απο ότι παράγεται απο τον οργανισμό και τα επίπεδα στο σώμα κατεβαίνουν, κάτι που μπορεί να αλλάξει το pH του αίματος και ονομάζεται αναπνευστική αλκάλωση. Ο υπεραερισμός (είτε οφείλεται σε υποξία, άγχος, κρίσεις πανικού, πυρετό ή σε πολύ έντονο μηχανικό αερισμό) είναι η βασική αιτία της αναπνευστικής αλκάλωσης.

    Οι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν παραισθήσεις· έντονη ανάγκη οξυγόνου ξηρότητα του βλεννογόνου του στόματος, μούδιασμα της ρινός, της περιστοματικής περιοχής ή των άκρων, μυϊκούς σπασμούς και αύξηση των αντανακλαστικών, αδυναμία συγκέντρωσης, πνευματική σύγχυση και εκνευρισμό.

    Αντιμετώπιση: Στον οξύ υπεραερισμό που οφείλεται στον πανικό ή στο άγχος, ο ασθενής θα πρέπει να συμβουλεύεται να αναπνέει με αργό, ελεγχόμενο και ήρεμο τρόπο, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να του παρέχεται επιβεβαίωση ότι όλα θα πάνε καλά και υποστήριξη.

    Οδηγίες για χαλαρή αναπνοή

    1) Κάθισε κάπου άνετα ή σε μια καρέκλα με ίσα την πλάτη. 2) Εισέπνευσε βαθιά από την μύτη, μετρώντας μέχρι το 4. 3) Κράτησε για λίγο τον αέρα μέσα, αλλά όχι ώστε να αισθανθείς δυσφορία. Περίπου μέχρι το 2. 4) Εξέπνευσε αργά με τον ίδιο ρυθμό (4) από το στόμα μέχρι να βγει όλος ο αέρας. 5) Με κάθε εισπνοή, οραματίσου ότι εισπνέεις θετική ενέργεια, . 6) Με κάθε εκπνοή, οραματίσου ότι αποβάλεις όλες τις αρνητικές ενέργειες με την μορφή καπνού. 7) Αισθάνσου ότι φεύγει από μέσα σου ο φόβος, η νευρικότητα και το άγχος. 8) 8 τέτοιες αναπνοές την φορά και καθημερινή εξάσκηση είναι το καλύτερο. 9) Κάθε μέρα, αύξησε και από λίγο την αντοχή της εισπνοής σου.

    Εισαγωγική Εικόνα

    ]]>