26 Ιούν 2019

Η αντίληψη της πολύπλευρης φύσης της προσωπικότητάς αυξάνει την δημιουργικότητα στα παιδιά

Η επιμονή και η συνεχής προσπάθεια που επιδεικνύουν τα παιδιά όταν καλούνται να ολοκληρώσουν μαθησιακά έργα (π.χ. εργασίες ή εξετάσεις), ακόμη και όταν δυσκολεύονται, είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες επιτυχίας. Αλλά, πως μπορούμε να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να πιστέψουν στις δυνατότητές τους και να γίνουν πιο δημιουργικά στην επίλυση προβλημάτων, όταν τα βρίσκουν σκούρα;

Περισσότερα
30 Ιαν 2018

Αυτοπροσδιορισμός και κίνητρα μάθησης

Τα κίνητρα που έχει ένας μαθητής είναι από τους πιο σημαντικούς παράγοντες που επηρεάζουν το εάν και τι θα μάθει σε βάθος χρόνου.

13 Ιούν 2017

Πώς αντιλαμβάνονται τα παιδιά τη διαφορετικότητα;

< ![CDATA[Η διαφορετικότητα είναι μια έννοια που κυριαρχεί σήμερα στις συζητήσεις ψυχολόγων και εκπαιδευτικών. Φαίνεται πως μάλλον δεν έχουμε μάθει να σεβόμαστε κάτι που διαφοροποιείται από αυτά που γνωρίζουμε, πιστεύουμε ή αναμένουμε. Περισσότερα

08 Ιούν 2015

Σεμινάρια – Προγράμματα Ψυχολογίας & Συμβουλευτικής από το "Πολύτεχνο"

www.topolytexno.gr θα βρείτε όλα μας τα σεμινάρια καθώς και τις τιμές. Επιπλέον, μπορείτε να διαβάσετε το φετινό πρόγραμμα του Πολύτεχνου στο ακόλουθο αρχείο.

Πρόγραμμα Πολύτεχνου 2015

]]>

27 Απρ 2015

Τα παιδιά δεν μπορούν να ξεχωρίσουν εάν ένα κείμενο στο διαδίκτυο είναι διαφημιστικό ή αντικειμενικό

Το διαδίκτυο αποτελεί πλέον αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς μας, καθώς είναι η κύρια πηγή επικοινωνίας μεταξύ μας αλλά και άντλησης κάθε είδους πληροφοριών (ειδήσεις, εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, προσωπικές απόψεις κ.α.). Ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι παγκοσμίως έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο, με τον ρυθμό εξάπλωσης να πολλαπλασιάζεται χρόνο με το χρόνο. Για να καταλάβουμε καλύτερα τα μεγέθη της επίδρασης του διαδικτύου, αρκεί να αναφέρουμε πως ήδη στον δυτικό κόσμο (Ευρώπη και Β. Αμερική) τα ποσοστά χρήσης του διαδικτύου αγγίζουν έως και το 100%.

Τα παιδιά που γεννήθηκαν στο δυτικό κόσμο μετά το 2000 ουσιαστικά μεγάλωσαν μαζί με το διαδίκτυο, το οποίο τα συνοδεύει στην καθημερινότητά τους, οπότε θα περίμενε κανείς ότι λόγω της αυξημένης οικειότητας με το μέσο, είναι σε θέση να το διαχειρίζονται καλύτερα και να προφυλάσσονται πιο εύκολα από διαδικτυακούς κινδύνους και την υπερπληροφόρηση. Μια πρόσφατη έρευνα έθεσε ένα πιο συγκεκριμένο ερώτημα σχετικά με την ικανότητα των παιδιών να ξεχωρίζουν εάν κάτι που διαβάζουν στο διαδίκτυο είναι αντικειμενικό ή όχι.

Συγκεκριμένα, μια ερευνητική ομάδα του πανεπιστημίου Jyväskylä στην Φινλανδία θέλησε να δει εάν παιδιά ηλικίας 12 ετών είναι σε θέση να διαβάσουν ένα κείμενο στο διαδίκτυο και να αποφασίσουν εάν περιέχει αντικειμενική γνώση ή είναι διαφημιστικό και προωθεί συγκεκριμένους σπόνσορες ενός διαδικτυακού χώρου1. Τα παιδιά έπρεπε να διαβάσουν ένα διαδικτυακό προωθητικό κείμενο μιας εταιρίας με energy drinks σχετικά με τα οφέλη της κατανάλωσης τέτοιων ποτών και να το αξιολογήσουν όσον αφορά την αξιοπιστία του.

Τα αποτελέσματα ήταν ξεκάθαρα. Οι μισοί μαθητές δέχτηκαν το κείμενο ως αξιόπιστο, ενώ ακόμη και οι περισσότεροι από αυτούς που δεν το δέχτηκαν ως αξιόπιστο, δεν μπορούσαν να αιτιολογήσουν γιατί δεν το βρίσκουν αξιόπιστο.

Αξιολόγηση πληροφοριώνΔεδομένου ότι η έρευνα έγινε σε μια χώρα με υψηλότατο δείκτη διείσδυσης του διαδικτύου στη ζωή των παιδιών, μπορούμε να υποθέσουμε ότι τα αντίστοιχα ποσοστά εσφαλμένων αξιολογήσεων πληροφοριών σε άλλες χώρες είναι πολύ μεγαλύτερα. Το διαδίκτυο είναι αναπόσπαστο κομμάτι έρευνας και πληροφόρησης για τους μαθητές όλων των ηλικιών στις δυτικές χώρες, συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της Ελλάδας, οπότε έρευνες όπως αυτή υπογραμμίζουν τη σημαντικότητα που έχει το να οξυνθεί η ικανότητα των παιδιών να εντοπίζουν αναξιόπιστες πηγές και πληροφορίες και να αναζητούν πιο αντικειμενικά κείμενα.

Εάν ο αναλφαβητισμός ήταν ένα από τα πιο σημαντικά προβλήματα που κατάφεραν να λύσουν οι προηγούμενες γενιές, ο ηλεκτρονικός αναλφαβητισμός και η έλλειψη κριτικής σκέψης είναι ο στόχος που πρέπει να θέσουμε στην εποχή της υπερπληροφόρησης που ζούμε.

Εισαγωγική Εικόνα

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Quartz.com: «Four out of five children don’t recognize when they’re being advertised to, a study finds» []
04 Σεπ 2014

Η προσαρμογή των νηπίων στο Δημοτικό Σχολείο

Ο Σεπτέμβρης ήρθε και όλα μπαίνουν σε νέους ρυθμούς. Αφήνουμε την ξεγνοιασιά του καλοκαιριού και επιστρέφουμε στην απαιτητική ρουτίνα. Για τα παιδιά ο Σεπτέμβρης είναι ο πιο δύσκολος μήνας˙ ειδικά για τους μικρούς μαθητές που ακούν για πρώτη φορά το κουδούνι του σχολείου να χτυπά! Έχετε αναρωτηθεί πως νιώθει ένα «πρωτάκι»; Ποια είναι τα συναισθήματά του; Άγχος, φόβος, περιέργεια, αμηχανία, ενθουσιασμός…

Η πρώτη δημοτικού θεωρείται ένας σημαντικός σταθμός στη ζωή ενός παιδιού. Μαθαίνει να διαβάζει και να γράφει, κάνει τις πρώτες του πράξεις, μελετά για πρώτη φορά στο σπίτι… Μέσα σε μόνο 3 μήνες μεγαλώνει και χάνει την παιδικότητά του. Γι’ αυτό το παιδί, όλη του η ζωή ήταν το παιχνίδι. Ακόμη και στο νηπιαγωγείο μάθαινε μέσα από το παιχνίδι. Τώρα όλα αλλάζουν˙ η καθημερινότητά του, οι προτεραιότητες και οι απαιτήσεις προς το πρόσωπό του. Η τάξη του πλέον έχει θρανία και όχι παιχνίδια. Χάνεται η «παρεϊστικη» ατμόσφαιρα που είχε συνηθίσει στο νηπιαγωγείο. Πρέπει να μένει καθηλωμένο στο θρανίο του για 6 ώρες περίπου, παρακολουθώντας το δάσκαλο με μικρά ενδιάμεσα διαλείμματα ξεκούρασης.

Περιμένουμε από το παιδί να ελέγχει τις ανάγκες του για φαγητό, παιχνίδι, εκτόνωση κτλ και να μεγαλώσει. Μαζί με το παιδί που μεγάλωσε ξαφνικά, μεγάλωσε και ο χώρος του σχολείου. Έρχεται σε επαφή με μεγαλύτερα παιδιά, τα οποία ενδεχομένως θα το «πειράξουν» στα διαλείμματα. Ο δάσκαλος περιμένει από το παιδί να είναι συνεπής σε όλες του τις υποχρεώσεις. Οι υποχρεώσεις όμως δεν τελειώνουν στο σχολείο. Συνεχίζονται και στο σπίτι από τους γονείς, γιατί πρέπει να μελετήσει και να προετοιμαστεί κατάλληλα για την επόμενη μέρα του σχολείου.

Όπως έγινε αντιληπτό από τα παραπάνω, το παιδί βρίσκεται αντιμέτωπο με πολλές και μεγάλες αλλαγές. Αυτό που χρειάζεται κυρίως είναι χρόνος για να προσαρμοστεί και να αντιληφθεί τους κανόνες λειτουργίες του νέου του σχολείου. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί θεωρούν το πρώτο τρίμηνο περίοδο προσαρμογής. Το παιδί δεν χρειάζεται πίεση και άγχος. Αντιθέτως, χρειάζεται ένα ήρεμο περιβάλλον με σεβασμό και κατανόηση τόσο στο σχολείο όσο και στην οικογένεια. Είναι αναμενόμενο το άγχος της οικογένειας˙ «θα τα καταφέρει;», «θα κάθεται να διαβάσει;», «θα κάνει καλά γράμματα;», «θα είναι καλός ο δάσκαλος;». Παρόλα αυτά όμως το άγχος μεταδίδεται και στο παιδί. Νιώθει ήδη από μόνο του ανασφάλεια και οι γονείς άθελά τους την ενισχύουν, αντί να ενισχύουν την αυτοπεποίθησή του.

Μαζί με την ενίσχυση το παιδί χρειάζεται και την επιβράβευση για να τονωθεί η αυτοπεποίθησή του και να πιστέψει πρώτα απ’ όλα και το ίδιο στον εαυτό του. Οι δυσκολίες που θα παρουσιαστούν στη σχολική ζωή του παιδιού δεν δηλώνουν ανικανότητα. Το παιδί θέλει να νιώσει αποδοχή και σεβασμό στη διαφορετικότητα. Δεν είναι ίδιο με το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας ή με κάποιο άλλο γνωστό, γι’ αυτό δεν χρειάζονται οι συγκρίσεις και οι ταμπέλες (π.χ. «είναι πιο αδύναμος/ τεμπέλης από τον αδερφό του», «δεν τα παίρνει τα γράμματα» κτλ). Ακόμη κι αν υπολείπεται σε ένα μάθημα σε σχέση με την υπόλοιπη τάξη, δεν χρειάζεται να νιώσει κανείς απογοήτευση. Δεν είναι απαραίτητα σημάδι κάποιου προβλήματος ή αποτυχίας. Χρειάζεται μόνο χρόνο να προσαρμοστεί και να ξεδιπλώσει τις ικανότητες και τις κλίσεις του.

Ένα μεγάλο ερώτημα των γονιών αυτή την περίοδο είναι πώς θα καταφέρουν τα «πρωτάκια» να προσαρμοστούν στο νέο περιβάλλον του σχολείου. Θα βοηθούσε ιδιαίτερα το παιδί αν οι γονείς κάνουν μαζί του τη διαδρομή σπίτι-σχολείο πριν την έναρξη της σχολικής χρονιάς και να μπουν μέσα στο σχολείο για να γνωρίσει το χώρο και να νιώσει οικεία την επόμενη φορά που θα ξαναπάει. Επίσης, οι προετοιμασίες θα πρέπει να γίνονται με χαρά και ενθουσιασμό από κοινού με το παιδί, ώστε να αντιληφθεί ότι το αφορά άμεσα και είναι μια ευχάριστη διαδικασία. Πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη διατήρηση της ευχάριστης ατμόσφαιρας από την πλευρά των γονιών την πρώτη μέρα που το παιδί θα πάει στο σχολείο˙ δηλαδή, να είναι συγκρατημένοι και να μην δείξουν την αγωνία τους στο παιδί, γιατί θα του προκαλέσουν άγχος αποχωρισμού και φόβο για το άγνωστο.

Το επόμενο βήμα είναι η μελέτη του παιδιού στο σπίτι. Τις περισσότερες φορές αυτή η φάση είναι η πιο δύσκολη για την οικογενειακή ζωή, γιατί δημιουργείται ένταση και εκνευρισμός. Στην πραγματικότητα, το παιδί, αλλά και οι γονείς, χρειάζονται ακριβώς το αντίθετο˙ ηρεμία και θετικό κλίμα για να μπορέσει η μάθηση να ολοκληρωθεί στο σπίτι. Κατ’ αρχήν, το παιδί χρειάζεται ένα σταθερό πρόγραμμα στην καθημερινότητά του: πρωινό ξύπνημα, σχολείο, ξεκούραση, μελέτη, παιχνίδι, βραδινός ύπνος. Όλα αυτά πρέπει να τηρούνται με συνέπεια για να συνηθίσει το παιδί να οργανώνεται μέσα στο χρόνο σύμφωνα με τις ανάγκες του. Ειδικά, η ξεκούραση μετά το σχολείο είναι απαραίτητη για 30’-60’. Το δωμάτιο όπου θα μελετάει το παιδί πρέπει να είναι ήσυχο, φωτεινό, χωρίς τηλεόραση και περιττά πράγματα πάνω στο γραφείο του. Γενικά, οι γονείς θα πρέπει να φροντίσουν να μην αποσπάται η προσοχή του με επισκέψεις, τηλεφωνήματα και φασαρία.

Είναι σημαντικό, οι γονείς να παροτρύνουν το παιδί να μελετά μόνο του και να τους καλεί για βοήθεια μόνο όταν είναι πραγματική ανάγκη. Βέβαια, τις πρώτες μέρες του σχολείου φυσικά οι γονείς θα είναι στο πλευρό του παιδιού για να του δείξουν τον τρόπο μελέτης σύμφωνα με τις οδηγίες του εκπαιδευτικού. Τέλος, οι γονείς πρέπει να φροντίσουν να μένει ικανοποιητικός χρόνος για παιχνίδι καθημερινά. Δεν νοείται παιδί έξι ή επτά ετών να διαβάζει 3-4 ώρες. Είναι υπερβολικό για την ηλικία του, κουράζεται και δημιουργεί αρνητική εικόνα για το σχολείο που θα το ακολουθεί για το υπόλοιπο της σχολικής του ζωής.

Το σχολείο γενικά είναι ένας χώρος στον οποίο το παιδί θα περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του. Γι’ αυτό το λόγο είναι βοηθητικό το παιδί να βλέπει το «σπίτι» και το «σχολείο» να συνεργάζονται. Όταν υπάρχει κάποιο αξιοσημείωτο ζήτημα (π.χ. μετακόμιση, ασθένεια, διαζύγιο) στην οικογένεια, το σχολείο πρέπει να ενημερώνεται γιατί οι εκπαιδευτικοί θα βλέπουν αλλαγές στη συμπεριφορά του παιδιού και θα είναι έτοιμοι να τις χειριστούν. Μια ανοιχτή στάση προς το δάσκαλο του παιδιού βοηθάει πάντα, για να νιώθει το γονιό κοντά του και να επικοινωνεί μαζί του με αποτελεσματικότητα.

Τέλος, είναι απαραίτητο να τονιστεί ότι οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί αποτελούν για τα παιδιά τους «σημαντικούς άλλους», οι οποίοι μπορούν να είναι δίπλα τους σύμμαχοι και βοηθοί στην ανακάλυψη και αξιοποίηση των δυνατών και θετικών τους σημείων. Μόνο τότε θα κατορθώσει να προσαρμοστεί το παιδί και να περάσει μια όμορφη σχολική ζωή που θα τη θυμάται στην ενήλικη ζωή του με θετικά συναισθήματα.

Καλή σχολική χρονιά!!!

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

14 Ιούλ 2014

Ετήσιο Πρόγραμμα Κατάρτισης στην Ειδική Αγωγή και την Ψυχολογία (Αξιολόγηση, Διάγνωση και Θεραπευτική Αποκατάσταση)

Το Εργαστήριο Νευροψυχολογίας του Παιδαγωγικού Τμήματος Ειδικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας σε συνεργασία με το Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας συνδιοργανώνουν αυτοχρηματοδοτούμενο ετήσιο επιμορφωτικό πρόγραμμα κατάρτισης σε θέματα Ειδικής Αγωγής και Ψυχολογίας διάρκειας 530 ωρών με τίτλο: «Ετήσιο Πρόγραμμα Κατάρτισης στην Ειδική Αγωγή και την Ψυχολογία».

Επιστημονικός υπεύθυνος Προγράμματος

Ανάργυρος Καραπέτσας, Καθηγητής Νευροψυχολογίας – Νευρογλωσσολογίας, Παιδαγωγικό Τμήμα Ειδικής Αγωγής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Μοριοδότηση

Το Πρόγραμμα Κατάρτισης είναι απόλυτα εναρμονισμένο με το σχέδιο νόμου περί την «Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση» (2014) προκειμένου οι συμμετέχοντες να λαμβάνουν τη σχετική μοριοδότηση.

Το πρόγραμμα κατάρτισης απευθύνεται σε:

  • Προπτυχιακούς και Μεταπτυχιακούς Φοιτητές
  • Αδιόριστους και Διορισμένους Εκπαιδευτικούς
  • Ψυχολόγους.
  • Σχολικούς συμβούλους.
  • Λογοθεραπευτές.
  • Κοινωνικούς λειτουργούς.
  • Ιατρούς.
  • Γονείς παιδιών με ενδιαφέρον για τις αναπτυξιακές διαταραχές
  • Ενδιαφερόμενους στο χώρο της Γενικής Αγωγής, της Ειδικής Αγωγής και της Ψυχολογίας

Διάρκεια

530 ώρες / ετήσιο. Θα πραγματοποιηθεί από τον Οκτώβριο 2014 έως και τον Ιούλιο 2015 (έναρξη Οκτώβριος 2014)

Σκοπός του Προγράμματος

Η εκπαίδευση και η απόκτηση εξειδικευμένων θεωρητικών γνώσεων, καθώς και η εφαρμογή τους μέσω εκπόνησης πρακτικής άσκησης. Μετά την επιτυχή παρακολούθηση του προγράμματος ο επιμορφούμενος θα έχει την ικανότητα να:

  • Αξιολογεί τις διαταραχές στον ευρύτερο χώρο της Ειδικής Αγωγής και της Ψυχολογίας.
  • Διαμορφώνει προγράμματα διαφοροποιημένης διδασκαλίας.
  • Έχει υπέυθυνο ρόλο στη διεπιστημονική ομάδα αντιμετώπισης δυσκολιών των μαθητών που ανακύπτουν στην τάξη ή/και την κοινότητα.
  • Σχεδιάζει προγράμματα πρώιμης και εκπαιδευτικής παρέμβασης.
  • Εφαρμόζει εξατομικευμένα προγράμματα εκπαίδευσης προσαρμοσμένα στις ατομικές ανάγκες του μαθητή.

Τόπος διεξαγωγής του Προγράμματος

Θα διεξαχθεί σε δύο αυτόνομα τμήματα. Το ένα θα είναι στο Βόλο και το άλλο στην Αθήνα. Οι ημέρες διεξαγωγής των μαθημάτων θα είναι Σάββατο και Κυριακή με διδασκαλίες που θα πραγματοποιούνται είτε δια ζώσης είτε εξ αποστάσεως.

Κόστος Συμμετοχής

Το συνολικό κόστος παρακολούθησης του εκπαιδευτικού προγράμματος ανέρχεται στο ποσό των 1100 €. Το ποσό αυτό θα καταβληθεί σε 4 δόσεις:

  • α΄ δόση 300 € στην εγγραφή (Ιούλιος)
  • β΄ δόση 300 € το Δεκέμβριο
  • γ΄ δόση 300 € το Φεβρουάριο
  • δ΄ δόση 200 € τον Απρίλιο

Εκπτώσεις

• 10% (990€) σε ανέργους με θεωρημένη κάρτα ανεργίας, πολύτεκνους με θεωρημένο αντίστοιχο δελτίο, Φοιτητές, καθώς και με την εφάπαξ καταβολή του ποσού.

Επικοινωνία

Website: Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Παιδαγωγικό Τμήμα Ειδικής Αγωγής Εργαστήριο Νευροψυχολογίας Αργοναυτών & Φιλελλήνων, 38221 ΒΟΛΟΣ Τηλ. 24210-74678 Fax: 24210-06487 Email: semead@uth.gr

Εισαγωγική Εικόνα

]]>

13 Ιαν 2014

Σχολικός Εκφοβισμός: ο ρόλος της γειτονιάς, της οικογένειας και του σχολείου

Ο σχολικός εκφοβισμός άρχισε να μελετάται ως φαινόμενο στα μέσα της δεκαετίας του 1960, κυρίως ως πηγή άγχους για τους μαθητές και τις οικογένειές τους. Ανάλογα με τη σοβαρότητα της εκάστοτε περίπτωσης, ο σχολικός εκφοβισμός μπορεί να προκαλέσει χαμηλή αυτοεκτίμηση, σχολική αποτυχία, προβλήματα με τον νόμο σε εφηβική ηλικία, αλκοολισμό κ.α. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να σχετιστεί με αυτοκτονικές τάσεις στην εφηβεία ή προβλήματα εκφοβισμού στον εργασιακό χώρο. Επιπλέον, τα παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα σχολικού εκφοβισμού είναι πιο πιθανό να έχουν χαμηλότερη σχολική επίδοση, προβλήματα με το σχολείο, προβλήματα συμπεριφοράς κατά την εφηβεία και ενηλικίωση αλλά και κοινωνικό αποκλεισμό. Ο μεγάλος κατάλογος προβλημάτων που σχετίζεται με τον σχολικό εκφοβισμό υπογραμμίζει την σημαντικότητα του θέματος, την ανάγκη να μελετηθεί σε βάθος αλλά και την αναγκαιότητα της έγκαιρης και έγκυρης ενημέρωσης των γονέων και του σχολικού περιβάλλοντος ώστε οι περιπτώσεις εκφοβισμού να εντοπίζονται νωρίς και να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά. Μέσα από τις διάφορες μελέτες έχει παρατηρηθεί ότι υπάρχουν πέντε κύριοι κοινωνικοί παράγοντες που σχετίζονται με τον σχολικό εκφοβισμό: η γειτονιά, η οικογένεια και το σχολείο1 .

Η Γειτονιά

Πλήθος ερευνών στους τομείς της κοινωνιολογίας και της ψυχολογίας έχουν αποδείξει ότι η γειτονιά που μένει κάποιος σχετίζεται άμεσα με το κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο της οικογένειάς του. Αυτή η παράμετρος είναι ιδιαίτερα σημαντική στις μεγάλες πόλεις, όπου οι κάτοικοι μένουν σε περιοχές ανάλογα με το οικονομικό τους επίπεδο (π.χ. ας σκεφτούμε την Αθήνα και τον «διαχωρισμό» μεταξύ βορείων και δυτικών προαστίων). Στις μικρότερες πόλεις και χωριά το κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο των κατοίκων είναι πιο ομοιόμορφα κατανεμημένο. Το κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο μιας οικογένειας με τη σειρά του σχετίζεται θετικά με την πιθανότητα ανάπτυξης ή παρατήρησης αντικοινωνικών συμπεριφορών. Με άλλα λόγια, το μέρος στο οποίο μένει κάποιος μπορεί να είναι μια σημαντική πηγή πληροφόρησης για την πιθανότητα που έχει να γίνει μάρτυρας, θύτης ή θύμα βίαιης ή/και αντικοινωνικής συμπεριφοράς στην καθημερινότητά του.

Έρευνες με παιδιά –κυρίως στις ΗΠΑ- έχουν δείξει ότι παιδιά που κατοικούν σε περιοχές όπου επικρατούν μη ιδανικές κοινωνικές συνθήκες έχουν έως και 3 φορές αυξημένη πιθανότητα να αναπτύξουν συμπεριφορικά προβλήματα στο σχολείο σε σχέση με παιδιά που μεγαλώνουν σε γειτονιές με καλές κοινωνικές – οικονομικές συνθήκες. Ανάμεσα στα συμπεριφορικά προβλήματα που αναφέραμε συμπεριλαμβάνεται και ο σχολικός εκφοβισμός. Δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η πιθανότητα ενός παιδιού να γίνει θύμα σχολικού εκφοβισμού είναι αυξημένη σε κοινωνικά υποβαθμισμένες περιοχές, καθώς τα σχολεία σε αυτές τις περιοχές ενδεχομένως δεν έχουν τα οικονομικά μέσα και τις κατάλληλες δομές για να αποτρέψουν αυτού του είδους τη συμπεριφορά. Ακόμη όμως και αν υπάρχουν κάποιες δομές για την αποτροπή του σχολικού εκφοβισμού, η συσσώρευση τόσων πολλών αρνητικών περιβαλλοντικών παραγόντων καθιστά το έργο των δομών πιο δύσκολο σε σχέση πάντα με το έργο δομών που λαμβάνουν χώρα σε περιοχές που δεν είναι κοινωνικά υποβαθμισμένες. Παρατηρούμε λοιπόν ότι για την ολοκληρωμένη αντιμετώπιση της αποκλίνουσας και επιθετικής συμπεριφοράς στα σχολεία δεν αρκεί απλά η δημιουργία δομών. Αυτή θα πρέπει να συνοδεύεται από την ανάπτυξη μιας συνολικής πολιτικής κοινωνικής στήριξης των οικογενειών των υποβαθμισμένων περιοχών όπου και εμφανίζονται πιο συχνά βίαιες συμπεριφορές.

Εκτός από τη συνολικότερη αντιμετώπιση του θέματος από πλευράς της Πολιτείας, οι τοπικές κοινωνίες μπορούν να πάρουν οι ίδιες πρωτοβουλίες αυτό-οργάνωσης για την αντιμετώπιση του εκφοβισμού. Πρόσφατες κοινωνιολογικές μελέτες αποδεικνύουν ότι όταν υπάρχει μια συλλογική –έστω και άτυπη- συμφωνία μεταξύ των κατοίκων μιας περιοχής για το ποιες συμπεριφορές θεωρούνται κοινωνικά αποδεκτές και ποιες όχι, αυτό αυτόματα δημιουργεί ένα είδος κοινωνικού ελέγχου και αποτροπής των θυτών σχολικού εκφοβισμού. Αντίθετα, εάν οι τοπικές κοινωνίες χαρακτηρίζονται από αποξένωση και ασυνεννοησία μεταξύ των οικογενειών τότε αυξάνεται η πιθανότητα εμφάνισης βίαιης και αντικοινωνικής συμπεριφοράς2 .

Η Οικογένεια

Η οικογένεια είναι ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες κοινωνικοποίησης και εκμάθησης κοινωνικών κανόνων. Η συμπεριφορά των γονέων και η γενικότερη ανατροφή που δίνουν στα παιδιά τους επηρεάζει άμεσα και ίσως περισσότερο από κάθε άλλο παράγοντα τη δημιουργία του μελλοντικού χαρακτήρα των παιδιών. Μέσα από τα πρώτα χρόνια της ζωής το παιδί μαθαίνει πώς να συμπεριφέρεται στην κοινωνία, πώς να ζητάει πράγματα, ποιες συμπεριφορές είναι αποδεκτές και ποιες όχι αλλά και πώς να εκφράζει τα αρνητικά του συναισθήματα. Όπως είπαμε και προηγουμένως, το οικονομικό – κοινωνικό επίπεδο της οικογένειας μπορεί να προβλέψει την πιθανότητα ανάπτυξης αντικοινωνικής συμπεριφοράς, όπως και το εκπαιδευτικό επίπεδό της. Όσο υψηλότερο είναι το εκπαιδευτικό επίπεδο των γονιών τόσο μειωμένες είναι οι πιθανότητες αντικοινωνικής συμπεριφοράς του παιδιού.

Φυσικά, ο όρος «οικογένεια» είναι αρκετά ευρύς και περιλαμβάνει όχι μόνο την πυρηνική οικογένεια (μητέρα, πατέρας και παιδιά) αλλά γενικότερα όλα τα άτομα της οικογένειας με τα οποία έρχεται σε επαφή και χρησιμοποιεί ως πρότυπα το παιδί: παππούδες, ξαδέρφια, θείοι κτλ. Επίσης δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι κάθε οικογένεια είναι μοναδική και μπορεί να έχει το δικό της αδύνατο σημείο: βία στην οικογένεια, χωρισμένοι γονείς, μη βιολογικοί γονείς, μονογονεϊκές οικογένειες κ.α. Όσο πιο ενεργοί είναι οι γονείς στην ανάπτυξη του παιδιού, τόσο μειώνονται οι πιθανότητες αυτό να προβεί σε αντικοινωνική ή παράνομη συμπεριφορά κατά την παιδική, προ-εφηβική και εφηβική ηλικία3 . Φυσικά, η ενεργητική στάση που πρέπει να έχει ο γονέας δεν θα πρέπει να μεταφραστεί σε μια άνευ ορίων σχέση με το παιδί ή σε μια σχέση αυστηρής υποταγής του παιδιού στις εντολές των γονέων. Η σχέση μεταξύ τους θα πρέπει να είναι αρμονική, με προκαθορισμένα όρια και σεβασμό στην ανεξαρτησία του παιδιού.

Μία ακόμη παράμετρος που πρέπει να λάβουμε υπόψη όταν μελετάμε τις πιθανότητες εμφάνισης αντικοινωνικής συμπεριφοράς στα παιδιά, είναι η ξαφνικές αλλαγές στο οικονομικό επίπεδο της οικογένειας. Εάν το παιδί μεγαλώνει εν μέσω κάποιας ξαφνικής οικονομικής κρίσης (π.χ. απώλεια εργασίας, χρεωκοπία, μεγάλη μείωση μισθών) ή άλλης οικογενειακής κρίσης (π.χ. πένθος, βιαιότητα, συζυγικές προστριβές) τότε είναι πιθανό να αναπτύξει προβλήματα συμπεριφοράς.

Ιδιαίτερη έμφαση επίσης πρέπει να δοθεί στις σχέσεις που αναπτύσσουν τα αδέρφια μεταξύ τους. Μέσα από την καθημερινότητά τους και τα παιχνίδια, τα παιδιά μαθαίνουν κάποιους βασικούς κοινωνικούς ρόλους και συμπεριφορές. Για παράδειγμα, εάν ο μεγάλος αδερφός τους είναι πολύ επιθετικός και επιβλητικός, ο μικρός αδερφός μπορεί να παίρνει έναν πιο υποτακτικό ρόλο στην οικογένεια. Σε γενικές γραμμές τα παιδιά τείνουν να επιβάλλονται στα μικρότερα αδέρφια και όχι στα μεγαλύτερα, με τα αγόρια να αναπτύσσουν πιο συχνά βίαιη συμπεριφορά σε σχέση με τα κορίτσια.

Το Σχολικό Περιβάλλον

Στην πλειοψηφία των δυτικών χωρών η εκπαίδευση είναι υποχρεωτική έως κάποια ηλικία (συνήθως έως τα παιδιά γίνουν 12-18 ετών). Αυτό βάζει το σχολικό περιβάλλον στο επίκεντρο της καθημερινότητας του παιδιού και της ανάπτυξής του. Τα εθνικά εκπαιδευτικά συστήματα μπορούν να γίνουν αρωγοί στη σωστή και ολοκληρωμένη διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Ένα καλοσχεδιασμένο σχολικό περιβάλλον που πρωταρχικό στόχο έχει την μεθοδευμένη και συνολική διαπαιδαγώγηση των παιδιών αλλά και να ξεχωρίσει από τα υπόλοιπα σχολεία του χώρου, λειτουργεί θετικά ως προς την ανάπτυξή υγιών συμπεριφορών στα παιδιά και την αποφυγή του σχολικού εκφοβισμού. Αντίθετα, ένα ασταθές σχολικό περιβάλλον, δίχως προκαθορισμένους στόχους και οργάνωση δεν βοηθά προς αυτή την κατεύθυνση, με αποτέλεσμα τα παιδιά να είναι πιο επιρρεπή σε βίαιες συμπεριφορές. Τόσο η επίσημη όσο και η ανεπίσημη στάση του σχολείου απέναντι στη βία είναι εξίσου σημαντικές για την μεταλαμπάδευση σωστών συμπεριφορικών μοτίβων στους μαθητές. Μέσα στο σχολικό περιβάλλον το παιδί μαθαίνει τους ρόλους που αργότερα αναμένεται να λάβει στο ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον. Το παιδί έρχεται σε άμεση επαφή με τη δυναμική και λειτουργίας των ομάδων: ηγετικότητα, υποτακτικότητα, υπακοή σε κανόνες, αλληλοσεβασμός, λήψη αποφάσεων κ.α.

Φυσικά είναι δύσκολο να διαχωρίσουμε το σχολικό περιβάλλον από το γενικότερο κοινωνικό περιβάλλον εντός του οποίου βρίσκεται. Οικονομικές, φυσικές ή άλλες καταστροφές επηρεάζουν σημαντικά τη λειτουργία του σχολείου και την αποτελεσματικότητα της εκπαίδευσης που προσφέρουν. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλα τα σχολεία σε μια χώρα χτυπημένη για παράδειγμα από οικονομική κρίση θα υπολειτουργούν ή ότι θα επιτρέπουν την μάθηση βίαιων συμπεριφορών στους μαθητές. Ακόμη και εάν οι μαθητές προέρχονται από βίαιες οικογένειες και πηγαίνουν σε σχολεία που υποθάλπτουν τέτοιες συμπεριφορές, αυτό δεν σημαίνει ότι θα έχουν τάση στον σχολικό εκφοβισμό. Αντίθετα, οι παράγοντες του κοινωνικού, οικογενειακού και σχολικού παράγοντα θα πρέπει να αξιολογούνται ξεχωριστά4 .

Επίλογος

Το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού είναι περίπλοκο και σίγουρα δεν περιορίζεται στην μελέτη των κοινωνικών παραγόντων που αναφέραμε πιο πάνω. Για την πλήρη κατανόησή του θα πρέπει να ληφθούν υπόψη πολλοί και διαφορετικοί ατομικοί και κοινωνικοί παράγοντες οι οποίοι μπορούν να περιλαμβάνουν από την κατάσταση σε μια μικρή κοινωνική μονάδα όπως είναι η οικογένεια, έως και τις μεγαλύτερες όπως ένα σχολείο, μια πόλη ή ακόμη και μια ολόκληρη χώρα. Το σίγουρο είναι όμως πως η τοπική κοινωνία, η οικογένεια και το σχολείο παίζουν σημαντικότατο ρόλο στην ανάπτυξη ή την αποτροπή αντικοινωνικών συμπεριφορών και αυτό θα πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους του εμπλεκόμενους φορείς εάν θέλουμε να υπάρξει έλεγχος αυτού του δυσάρεστου φαινομένου.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Hernandez de Frutos, Τ. (2013). Five Independents Variables Affecting Bullying: Neighborhood, Family, School, Gender-Age and Mass Media . Sociology Mind, 304-313 []
  2. Sampson, R. J.-R. (2002). Assessing neighborhood effects: Social processes and new directions in research. Annual Review of Sociology, 433-478 []
  3. Menasco, M. A. (2012). Family financial stress and adolescent substance use. An examination of structural and psycholosocial factors. Economic Stress and the Family, 285-315 []
  4. Akiba, M. L. (2002). Student victimization & school system effects on school violence in 37 nations. American Educational Research, 829-853 []
18 Σεπ 2013

Τα θύματα ρατσιστικής βίας έχουν αυξημένες πιθανότητες ανάπτυξης κατάθλιψης και άγχους

Ο ρατσισμός περιγράφει ένα μεγάλο εύρος συμπεριφορών οι οποίες στρέφονται εναντίον ατόμων διαφορετικών εθνοτικών, θρησκευτικών, πολιτικών, κοινωνικών, σεξουαλικών ή άλλων ομάδων οι οποίες συνήθως είναι η μειονότητα σε μια συγκεκριμένη κοινωνία. Το φαινόμενο του ρατσισμού έχει απασχολήσει την επιστημονική κοινότητα εδώ και πολλές δεκαετίες, καθώς τα ερωτήματα γύρω από την ανάπτυξη, την εκδήλωση και τις επιπτώσεις αυτών των συμπεριφορών είναι πολλά. Ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα είναι ο αντίκτυπος που έχει η ρατσιστική συμπεριφορά στα θύματά του. Τι βλάβες μπορεί να προκαλέσει σε ένα άτομο η έκθεσή του επί μεγάλο χρονικό διάστημα σε ένα εχθρικό, ρατσιστικό περιβάλλον που στρέφεται εναντίον του;

Έρευνες στον χώρο είχαν βρει ότι τα άτομα που δηλώνουν ότι έχουν νοιώθουν θύματα τέτοιων συμπεριφορών στην καθημερινότητά τους, έχουν αυξημένες πιθανότητες να αντιμετωπίζουν ψυχικές διαταραχές, προσέχουν λιγότερο την υγεία τους και αναφέρουν περισσότερα προβλήματα υγείας [1] . Επίσης έχουν χαμηλότερα επίπεδα αυτοπεποίθησης και έχουν αυξημένες πιθανότητες να αναπτύξουν αντικοινωνική συμπεριφορά. Όταν ο ρατσισμός λαμβάνει χώρα όχι απλά σε ατομικό αλλά σε ένα συστημικό επίπεδο (δηλαδή όταν ολόκληρη η κοινωνία στην οποία ζει κάποιος έχει ένα ρεπερτόριο συμπεριφορών και κανόνων που βάζουν το μειονοτικό άτομο σε μειονεκτική θέση) τα επίπεδα άγχους αυξάνονται, κάτι το οποίο μπορεί να επηρεάσει τη ζωή του ατόμου σε πολλαπλά επίπεδα. Οι ίδιες έρευνες έχουν δείξει ότι οι εγκυμονούσες που βιώνουν συστημικό ρατσισμό είναι πιο πιθανό να αντιμετωπίσουν προβλήματα κατά τη διάρκεια της γέννας σε σχέση με γυναίκες που δεν είναι θύματα συστημικής ρατσιστικής συμπεριφοράς.

Μια πρόσφατη μετα-έρευνα του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης η οποία εστίασε κυρίως στην βιβλιογραφία για τις επιπτώσεις του ρατσισμού στους νέους, βρήκε ότι ο αντίκτυπος των ρατσιστικών συμπεριφορών για τα άτομα των μειονοτικών ομάδων ξεκινούν ήδη από την εφηβική ηλικία [2] . Οι νέοι αυτοί αισθάνονται ξένοι, απομονωμένοι και σε πολλές περιπτώσεις πέφτουν θύματα ακόμη και σωματικής βίας από τους συνομήλικους τους, κάτι το οποίο έχει επιπτώσεις μεταξύ άλλων και στην ψυχική τους υγεία. Συγκεκριμένα, τα νεαρά θύματα ρατσιστικής συμπεριφοράς αναπτύσσουν πιο συχνά συμπτώματα κατάθλιψης, ενώ σε πολλές περιπτώσεις εκφράζουν έντονο άγχος. Όπως είναι εμφανές, η ρατσιστική συμπεριφορά έχει δραματικές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής των θυμάτων της σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι περισσότερες έρευνες έχουν γίνει στις ΗΠΑ, το Η.Β. και την Αυστραλία, πολυπολιτισμικές χώρες στις οποίες γίνονται ήδη προσπάθειες να περιοριστούν τα φαινόμενα ρατσισμού και να μειωθεί όσο είναι δυνατόν η συστημική ρατσιστική συμπεριφορά, προστατεύοντας τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των μειονοτικών ομάδων. Θα είχε ενδιαφέρον να βλέπαμε τα ανάλογα αποτελέσματα σε λιγότερο πολυπολιτισμικές χώρες όπου οι μειονότητες αντιμετωπίζουν ακόμη μεγαλύτερη πίεση από την υπόλοιπη κοινωνία.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία / Περισσότερες Πληροφορίες

  1. Paradies, Y. (2006). A systematic review of empirical research on self-reported racism and health. international Journal of Epidemiology35(4), 888-901 [PDF]
  2. Priest, N., Paradies, Y., Trenerry, B., Truong, M., Karlsen, S., & Kelly, Y. (2012). A systematic review of studies examining the relationship between reported racism and health and wellbeing for children and young people. Social Science & Medicine.
]]>

28 Απρ 2013

Το άγχος των εξετάσεων και η διαχείρισή του από την οικογένεια

Η οικογένεια και το σχολείο, από το δημοτικό ως το λύκειο, είναι χώροι όπου συντελείται η συναισθηματική ωρίμανση, καθώς και η κοινωνική και γνωστική εξέλιξη του μαθητή. Η σχολική εμπειρία αποτελεί κρίσιμο κομμάτι στη ζωή του έφηβου, και ειδικότερα η ακαδημαϊκή πλευρά της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Οι εξετάσεις αποτελούν μια ψυχοπιεστική κατάσταση για τους έφηβους. Η πίεση από τους γονείς και τους καθηγητές, ο ανταγωνισμός, το φορτωμένο πρόγραμμα, καθώς και το ίδιο το σύστημα των εξετάσεων είναι κάποιοι από τους παράγοντες που προκαλούν άγχος στους μαθητές.

Κάτω λοιπόν από αυτές τις συνθήκες και με βάση το πώς καθένας αντιλαμβάνεται και νοηματοδοτεί τις καταστάσεις, το άγχος είναι μια φυσιολογική αντίδραση του εφήβου, ο οποίος προσπαθεί να ανταπεξέλθει στην απαιτητική πραγματικότητα που δημιουργούν οι πανελλήνιες εξετάσεις. Έτσι λοιπόν, το άγχος είναι λειτουργικό όταν κινητοποιεί και βοηθάει το άτομο να είναι δημιουργικό ενώ δυσλειτουργικό όταν δημιουργεί προβλήματα στη συναισθηματική του ηρεμία και μειώνει τις ικανότητές του.

Το άγχος εκφράζεται με συμπτώματα σωματικά (π.χ. ταχυκαρδία, δύσπνοια, πονοκέφαλος, ζαλάδες, άσχημο ύπνο), συναισθηματικά (π.χ. ευερεθιστότητα, θλίψη, υπερδιέγερση, αρνητική διάθεση, ευσυγκινησία), γνωστικά (π.χ. δυσκολίες μάθησης και συγκέντρωσης, μπλοκάρισμα μνήμης, αρνητικές σκέψεις) και συμπεριφορικά (π.χ. επιθετικότητα, παραίτηση από το διάβασμα, απουσίες από το σχολείο, κοινωνική απομόνωση, υπερβολική κατανάλωση τροφής ή το αντίθετο κ.λ.π). Στόχος δεν είναι η εξάλειψη του άγχους αλλά η διαχείρισή του ώστε να είναι για τους έφηβους ένα συναίσθημα δημιουργικό, που κινητοποιεί.

Οι γονείς, ως σημαντικοί άλλοι, αποτελούν πηγή στήριξης και ενίσχυσης αλλά και πηγή άγχους για τους εφήβους. Γι’ αυτό πρώτα απ’ όλα είναι σημαντικό οι γονείς να αναγνωρίσουν το δικό τους άγχος και να μην το προβάλλουν στο παιδί τους. Σε καμία περίπτωση δεν κάνουν το λάθος να συγκρίνουν το παιδί τους με κάποιον άλλον. Τέτοιου είδους συγκρίσεις οδηγούν με σιγουριά στο να υπονομεύουν την εμπιστοσύνη στον εαυτό του, στις επιλογές του, στις ικανότητες του. Ενθαρρύνουν τον έφηβο να εκδηλώσει το ταλέντο του σε εξωσχολικές δραστηριότητες, να μη γίνει το σχολείο αποκλειστικός στόχος της ζωής του.

Οι περιορισμένες σχέσεις και η απουσία φιλίας αποτελούν σημαντικές πηγές άγχους για τους μαθητές. Είναι σημαντικό να μην επαινούν την επιτυχία αλλά την προσπάθεια. Να δείχνουν ικανοποίηση, κατανόηση και τρυφερότητα όχι μόνο όταν ο μαθητής έχει καλούς βαθμούς. Δε ζητούν από τον έφηβο καλύτερη επίδοση από εκείνη που μπορεί να πετύχει. Όταν οι προσδοκίες των γονιών είναι εξωπραγματικές, ο αντίκτυπος στην αύξηση του άγχους κατά την περίοδο των εξετάσεων είναι άμεσος. Οι γονείς δεν πρέπει να βλέπουν στον έφηβο ό, τι θα ήθελαν να είναι οι ίδιοι αλλά ό, τι πραγματικά είναι ο έφηβος.

Αποθαρρύνουν αρνητικά σχόλια που μπορεί να κάνει ο έφηβος για τον εαυτό του και για τα αποτελέσματα των εξετάσεων, και τον μαθαίνουν να μην είναι αυστηρός με τον εαυτό του και να αποδέχεται τα λάθη του και μια πιθανή αποτυχία. Η ενθάρρυνση να μιλούν και να εκφράζουν τα συναισθήματά τους είναι ένας ιδιαίτερα αποτελεσματικός τρόπος επικοινωνίας με του έφηβους. Θα πρέπει οι γονείς να μάθουν να ακούν το παιδί τους και να δεχτούν το άγχος που φέρνει από το σχολείο. Γενικότερα να συμμετέχουν στις σχολικές δραστηριότητες και να έχουν παρουσία στο σχολείο.

Ο καθηγητής ως προέκταση των γονέων είναι μια σημαντική μορφή και πρότυπο ταύτισης όταν έχει την ικανότητα να προσεγγίζει και να μην απορρίπτει τα παιδιά, να διατηρεί μια συναισθηματικότητα χωρίς υπερβολές. Χρειάζεται να μην αποβλέπει αποκλειστικά στην ανάπτυξη γνωστικών ικανοτήτων αλλά συγχρόνως στην κοινωνική και συναισθηματική προσαρμογή του μαθητή. Το σχολείο είναι σκόπιμο να εφοδιάζει με τους απαραίτητους προστατευτικούς παράγοντες οι οποίοι θα συμβάλουν στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του έφηβου.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως δεν υπάρχουν τέλειοι γονείς ούτε τέλεια παιδιά. Καλός γονέας είναι ο ευτυχισμένος γονέας, αυτός που πρώτα απ’ όλα καταφέρνει να νιώθει ευτυχισμένος σε προσωπικό επίπεδο. Ο Winnicott μίλησε για τον «αρκετά καλό» γονιό που θυμώνει, κάνει λάθη αλλά έχει το σθένος να τα αναγνωρίσει. Έχει μια γεμάτη προσωπική ζωή και δεν περιμένει το παιδί του να καλύψει οποιοδήποτε κενό μπορεί να έχει. Δημιουργεί μια υγιή σχέση με τα παιδιά επιτρέποντας την αυτονόμησή τους. Έτσι τα βοηθάει να ωριμάσουν συναισθηματικά, να αγαπήσουν τον εαυτό τους και να κάνουν και αυτά με τη σειρά τους υγιείς σχέσεις.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>