02 Αυγ 2015

Ερμηνεία του μύθου της Ιναννά

«Μόνο εκείνος που δέχτηκε τη διαδικασία του μυστικού θανάτου, που ταξίδεψε την ψυχή του στην άλλη πλευρά και άντεξε το αρμένισμα στη νυχτερινή θάλασσα μπορεί να σταθεί μπροστά στους συνανθρώπους του με αυτήν την εμπειρία, ως αλλαγμένος, ακόμα και σαν «καινούργιος άνθρωπος» και να τους φέρει τη γνώση της νέας ζωής.»

C.G. Jung.

Στη μυθολογία των λαών, ο όρος κατάβαση σημαίνει την κάθοδο του ήρωα στον Άδη, με σκοπό να επιτύχει κάποιον στόχο, να βρει κάποιον ή κάτι και να επιστρέψει πίσω στον κόσμο των ζωντανών έχοντας αποκτήσει αυτό που έψαχνε. Η κάθοδος μπορεί να λήξει σε στασιμότητα όπου ο ήρωας παραμένει εγκλωβισμένος στον Άδη, εκεί από όπου «δεν επιστρέφει κανείς» ή να κάνει την υπέρβαση και να πραγματοποιήσει την ανάβαση στον κόσμο των ζωντανών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι μύθοι σχετικά με την κάθοδο κάποιου ήρωα ή θεού στον κόσμο των νεκρών, απαντώνται στις παραδόσεις όλων σχεδόν των λαών. Μερικά παραδείγματα είναι οι μύθοι του Ορφέα και του Θησέα από την αρχαία Ελλάδα, του Οσίρι από την αρχαία Αίγυπτο, του Ιησού από τον χριστιανισμό, του Γκιλγκαμές και της Ινάννα από τη σουμεριακή παράδοση. Πώς μπορούν, όμως, να μας αφορούν στο σήμερα, μύθοι οι οποίοι δημιουργήθηκαν χιλιάδες χρόνια πριν; Τι έχουν να προσφέρουν στην ανθρώπινη εμπειρία και πώς μπορεί ο αναγνώστης να τα συσχετίσει με τον δικό του ψυχισμό;

Αρχικά, είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι αρκετοί ψυχαναλυτές, μεταξύ αυτών και οι κορυφαίοι, όπως ο Φρόυντ και ο Γιουνγκ χρησιμοποιούσαν τη μυθολογία για να εκφράσουν διάφορες ψυχολογικές διαδικασίες (για παράδειγμα, το οιδιπόδειο σύμπλεγμα) και θεωρούσαν πως οι μύθοι ήταν σημαντικά εργαλεία για την κατανόηση του ασυνειδήτου. Ο Τζόζεφ Κάμπελ, έχοντας αφιερώσει όλη του τη ζωή στη μελέτη της μυθολογίας, είχε πει πως οι μύθοι είναι εκφράσεις του συλλογικού ασυνειδήτου. Όσον αφορά την κατάβαση, είχε αναγνωρίσει πως τα ταξίδια στον κόσμο των νεκρών είναι η εξερεύνηση του ατομικού ή συλλογικού ασυνείδητου όπου μπορεί να έρθουμε αντιμέτωποι με καταπιεσμένες επιθυμίες, ένστικτα, συναισθήματα και ανάγκες. Ο κόσμος των νεκρών είναι χαοτικός, παράλογος και πηγή δημιουργικότητας και ζωτικής δύναμης. Ο Γιουνγκ θεωρούσε πως ο κάτω κόσμος ήταν το σπίτι της Σκιάς, της πλευράς του εαυτού η οποία είναι καταπιεσμένη και περιέχει όλα τα στοιχεία που το άτομο δεν μπορεί να αναγνωρίσει στον εαυτό του και τα θεωρεί ανεπιθύμητα, όπως η ζήλια, η οργή και η σεξουαλικότητα. Σκοπός του ταξιδιού αυτού, επομένως, δεν είναι η εξόντωση της Σκιάς, αλλά η αναγνώριση και η αφομοίωσή της, ώστε να καταφέρει το άτομο να βρει την προσωπική του λύτρωση.

Στο παρόν άρθρο, θα επιχειρηθεί να γίνει ανάλυση του μύθου της κατάβασης της θεάς Ινάννα στον κάτω κόσμο και να συσχετισθεί με τις εσωτερικές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα όταν κάποιος βιώνει μια μεταμορφωτική αλλαγή, είτε αυτή γίνεται στα πλαίσια της ψυχοθεραπείας, είτε όχι.

Ο μύθος αυτός είναι αρχαίος σουμεριακός και εξιστορεί την κάθοδο της θεάς Ινάννα στον κάτω κόσμο με σκοπό να επισκεφθεί την αδερφή της Ερεσκιγκάλα, η οποία έχει μόλις χηρέψει. Η Ινάννα ήταν η θεά του έρωτα, της γονιμότητας και του πολέμου. Θεωρείται από τις πιο σημαντικές σουμεριακές θεότητες, το όνομά της, μάλιστα, σημαίνει «Η Κυρά του Ουρανού». Από τους διάφορους μύθους που διασώζονται, η Ινάννα περιγράφεται ως αρκετά ματαιόδοξη, φερόταν πολύ άσχημα στους εραστές της και αρεσκόταν στο να προκαλεί έριδες και σύγχυση στο πεδίο της μάχης. Ανέβηκε στην εξουσία έχοντας κλέψει από τον θεό Ένκι τα «ΜΕ», δώρα του πολιτισμού, όπως η γεωργία, η γραφή και η μουσική, τα οποία μεταμόρφωσε σε κοσμήματα και ιμάτια για τον εαυτό της.

 Η αφήγηση του μύθου ξεκινά με τη φράση «Από τον Ουρανό, η Ινάννα έστρεψε το αυτί της προς τον Κάτω Κόσμο». Στα σουμεριακά, η λέξη «αυτί» είναι ταυτόσημη με τη λέξη «σοφία» δείχνοντας την πρόθεση της Ινάννα να αποκτήσει σοφία μέσω του ασυνειδήτου της. Προτού κατέβει στον Άδη, κάνει κάποιες προετοιμασίες. Σύμφωνα με τον Κάμπελ, η προετοιμασία του ήρωα πριν από την κατάβαση, είναι ένα απαραίτητο βήμα. Περιλαμβάνει την εγκατάλειψη των επίγειων αγαθών και των ανθρώπων και τη δημιουργία ενός σχεδίου διάσωσης αν κάτι πάει στραβά. Έτσι και η Ινάννα, εγκαταλείπει τους ναούς της, ντύνεται με τα επτά «ΜΕ» και δίνει οδηγίες στη Νινκούμπουρ, την πιστή της ακόλουθο. Της εξηγεί τι πρόκειται να κάνει και της ζητά να την θρηνήσει και να ζητήσει βοήθεια από τους θεούς αν δεν επιστρέψει σε τρεις μέρες.

Η Νινκούμπουρ, αναφέρεται πως δεν την έχει αγγίξει το νερό και πως είναι η πιστή ακόλουθος της Ινάννα που πάντα τη συμβουλεύει σωστά και εκτελεί τις διαταγές της. Ο ρόλος της Νινκουμπούρα μπορεί να παρομοιαστεί με εκείνο το κομμάτι μέσα μας που συνεχίζει να λειτουργεί, σχεδόν μηχανικά και βοηθά στην αυτοσυντήρηση του οργανισμού όταν εκείνος βρίσκεται σε μια δύσκολη κατάσταση χρησιμοποιώντας καθαρή λογική. Πόσες φορές, άραγε, όταν βιώνουμε ένα πένθος ή μια πολύ δύσκολη κατάσταση, δεν αισθανόμαστε ότι δουλεύουμε στον «αυτόματο πιλότο»; Τα επτά «ΜΕ», είναι δώρα του πολιτισμού, αποτελούν τα «όπλα» της Ινάννα, τα οποία της έχουν φανεί χρήσιμα στα επίγεια και τα υπέργεια, και ελπίζει ότι θα την προστατεύσουν όταν έρθει σε επαφή με τον κάτω κόσμο. Αποτελούν απόδειξη των όσων έχει καταφέρει επί Ουρανού και Γης, είναι σύμβολα της θεϊκής της φύσης και της δύναμης της. Τα «ΜΕ» μπορούν κάλλιστα να παρομοιαστούν με τους ψυχολογικούς μηχανισμούς άμυνας οι οποίοι μπορεί ενίοτε να είναι χρήσιμοι στην καθημερινότητά μας, αλλά στην επαφή μας με το ασυνείδητο πρέπει να αποδομηθούν. Επιπλέον, μπορούν να παρομοιαστούν με την «περσόνα» που φτιάχνουμε, τη «μάσκα» μας, την οποία χρησιμοποιούμε για να καλύψουμε την πραγματική μας φύση και τις ανασφάλειές μας.

Στη συνέχεια του μύθου, η Ινάννα κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο. Εκεί, συναντά τον κλειδοκράτορα των Πύλεων του Άδη και του λέει ότι είναι η Ινάννα και απαιτεί να μπει, καθώς έχει έρθει για να παραστεί στην κηδεία του Γκουγκαλάνα, του εκλιπόντος συζύγου της Ερεσκιγκάλα. Εκείνος, της λέει πως «όποιος μπαίνει στον Κάτω Κόσμο, δε φεύγει ξανά.» Η Ινάννα επιμένει να μπει και ο Κλειδοκράτορας πηγαίνει να ζητήσει τη συμβουλή της βασίλισσας του Κάτω Κόσμου, της Ερεσκιγκάλα. Όταν η Ερεσκιγκάλα μαθαίνει πως έχει έρθει η αδερφή της και πως είναι ντυμένη με τα επτά «ΜΕ», οργίζεται και ζητά από τον Κλειδοκράτορα να κλειδώσει τις επτά Πύλες του Κάτω Κόσμου και να ξεκλειδώνει κάθε πύλη, μόνο αφότου η Ινάννα έχει αφαιρέσει ένα από τα «ΜΕ».

Η Ερεσκιγκάλα παρουσιάζεται ως πικρόχολη, παραμελημένη και να θρηνεί. Είναι μια εξαιρετική εικόνα της παραμελημένης, σκιώδους πλευράς της Ινάννα, η οποία αντιδρά με επιθετικότητα στην επίσκεψη της αδερφής της. Η καταπιεσμένη μας πλευρά είναι πάντα παραμελημένη, περιορισμένη και κρύβει μέσα της αρκετό πόνο, οργή και θρήνο.

Όταν επέστρεψε ο Κλειδοκράτορας, κλείδωσε και τις επτά πύλες. Όταν η Ινάννα προσπάθησε να περάσει ακολούθησε η εξής στιχομυθία για κάθε μία από τις Πύλες.

Ινάννα: «Γιατί το κάνεις αυτό;» Κλειδοκράτορας: «Σιωπή, Ινάννα. Οι τρόποι του Κάτω Κόσμου είναι τέλειοι. Μη τους αμφισβητείς.»

Αυτό έγινε και με τις επτά πύλες, όπου σε κάθε μια, η Ινάννα αφαιρούσε και ένα από τα ΜΕ, ώσπου στο τέλος μπήκε στον Κάτω Κόσμο γυμνή. Από τη στιχομυθία διαφαίνεται μια νομοτέλεια στη διαδικασία. Για να έρθει κάποιος σε επαφή με το ασυνείδητο του, πρέπει να αποδομήσει τις άμυνες του και να φτάσει στα άδυτα της ψυχής του απογυμνωμένος. Η «μάσκα» πρέπει να πέσει, το άτομο πρέπει να κοιτάξει κατάματα τον εαυτό του, το πραγματικό του είδωλο.

Όταν πλέον είχε μπει στον Άδη, η Ινάννα είδε την Ερεσκιγκάλα να κάθεται στον θρόνο της και κίνησε όχι προς εκείνη, αλλά προς τον θρόνο. Η ματαιοδοξία της Ινάννα, η οποία πίστευε ότι θα μπορούσε να εκθρονίσει την αδερφή της χωρίς συνέπειες, είναι η ματαιοδοξία του Εγώ που πιστεύει ότι μπορεί να υποτάξει τη Σκιά χωρίς να περάσει τη μεταμορφωτική διαδικασία. Είναι η αυταπάτη ότι μια δύσκολη κατάσταση μπορεί να ξεπεραστεί με «εύκολες λύσεις», με μαγικό τρόπο, ότι μπορεί κάποιος να ξεφύγει αλώβητος.

Πριν φτάσει στον θρόνο, εμφανίστηκαν οι Αννούνα, οι Κριτές του Κάτω Κόσμου, οι οποίοι δεν τρέφονται, δεν κοιμούνται, δε δέχονται λιτανείες και δεν εξαγοράζονται. Η Ερεσκιγκάλα σηκώθηκε από τον θρόνο της. Κατέκρινε την Ινάννα. Μίλησε με τη φωνή της οργής, φώναξε με την κραυγή της ενοχής, την κοίταξε με το βλέμμα του θανάτου. Την χτύπησε. Η Ινάννα έπεσε κάτω νεκρή και κρέμασαν το πτώμα της από έναν γάντζο για να σαπίσει. Η Ινάννα βίωσε σχεδόν αφιλτράριστα την επαφή της με τη Σκιά της. Τα αρνητικά συναισθήματα που απωθούσε στο ασυνείδητό της, βγήκαν σαν χείμαρρος όταν ήρθε σε επαφή μαζί του. Οι Κριτές δεν μπορούν να εξαγοραστούν ή να ξεγελαστούν. Αποζητούν, όχι εκδίκηση, αλλά δικαιοσύνη. Την εσωτερική δικαιοσύνη που αποζητά ο άνθρωπος για να βρει την ισορροπία, να ανακτήσει το πραγματικό του δυναμικό, όντας πλέον αυθεντικός. Αυτή είναι και η πιο δραματική στιγμή, όπου ερχόμαστε αντιμέτωποι με την επίκριση από τον ίδιο μας τον εαυτό. Μια τέτοια εμπειρία μπορεί να εκμηδενίσει το άτομο και να το «σκοτώσει».

Αφού πέρασαν τρεις μέρες και η Ινάννα δεν είχε επιστρέψει, η ακόλουθός της, Νινκουμπούρα, άρχισε να την θρηνεί. Έσκισε τη σάρκα της, κούρεψε τα μαλλιά της, ντύθηκε με κουρέλια και άρχισε να χτυπάει τα τύμπανα γύρω από τους ναούς της Ινάννα. Ζήτησε πρώτα βοήθεια από τον θεό Ενλίλ. Εκείνος αρνήθηκε να βοηθήσει, λέγοντας πως η Ινάννα πήρε αυτό που της άξιζε. Έπειτα, η Νινκουμπούρα πήγε στον θεό Νάννα, όπου έλαβε την ίδια απάντηση. Τελικά, όταν πήγε στον ναό του θεού της Σοφίας, Ένκι, εκείνος προβληματίστηκε και λυπήθηκε για την Ινάννα. Πήρε χώμα από τα νύχια του και έπλασε δύο όντα χωρίς φύλο, το Κουρτζάρα και το Γκαλατούρ. Τους έδωσε οδηγίες να πάνε στον Κάτω Κόσμο σαν μύγες και να βρουν την Ερεσκιγκάλα, η οποία βογκάει σαν να είναι έτοιμη να γεννήσει. Τους είπε να της συμπαρασταθούν και όταν εκείνη, από ευγνωμοσύνη, τους προσφέρει κάποιο δώρο, εκείνα να ζητήσουν το σώμα της Ινάννα και να ρίξουν πάνω του το χώμα και το νερό της ζωής. Όταν πήγαν στον Κάτω Κόσμο, το Κουρτζάρα και το Γκαλατούρ, βρήκαν την Ερεσκιγκάλα γυμνή, καθισμένη και να βογκάει σαν να είναι έτοιμη να γεννήσει. Η στιχομυθία που έλαβε χώρα είναι η εξής:

  • Ερεσκιγκάλα: «Ωχ, τα πλευρά μου!»
  • Κουρτζάρα & Γκαλατούρ: «Ωχ, τα πλευρά σου!»
  • Ερεσκιγκάλα: «Ωχ, τα σωθικά μου!»
  • Κουρτζάρα & Γκαλατούρ: «Ωχ, τα σωθικά σου!»
  • Ερεσκιγκάλα: «Ωχ, η καρδιά μου!»
  • Κουρτζάρα & Γκαλατούρ: «Ωχ, η καρδιά σου!»

Τότε, η Ερεσκιγκάλα σταμάτησε, τα κοίταξε και τα ρώτησε ποιοι είναι που πονούν μαζί της. Τα ευλόγησε και τους πρόσφερε το νερό που δε στερεύει ποτέ, το στάρι που δεν ξεμένει ποτέ. Εκείνα αρνήθηκαν και ζήτησαν το σώμα της Ινάννα. Η Ερεσκιγκάλα ικανοποίησε την επιθυμία τους και εκείνα, έριξαν πάνω του το νερό και το χώμα της ζωής. Η Ινάννα αναστήθηκε.

Εδώ, παρατηρούμε πως η Νινκουμπούρα, ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες της Ινάννα, άρχισε να την θρηνεί και να αναζητά βοήθεια. Αυτός ο θρήνος και η ταλαιπωρία, τα οποία εκδηλώνονται προς τα έξω, μπορεί να παρομοιαστεί με την εκδήλωση συμπτωματολογίας στο άτομο. Αλλάζει η συμπεριφορά του, αφήνει τον εαυτό του ατημέλητο, πονάει και υποφέρει και δεν το κρύβει πια. Αναζητά βοήθεια για να μπορέσει να πραγματοποιήσει την ανάβαση. Ο μόνος που ανταποκρίθηκε, ήταν ο θεός της Σοφίας, ο οποίος έπλασε δύο πλάσματα, τα οποία μπόρεσαν να παρηγορήσουν τη Σκιά της Ινάννα. Κατάφεραν να επικοινωνήσουν μαζί της, όχι με τη λογική ή με κριτική διάθεση, αλλά με ενσυναίσθηση και αντανάκλαση συναισθήματος. Επίσης, παρατηρούμε πως μετά την επαφή της Ινάννα με την Ερεσκιγκάλα, η τελευταία απέκτησε γονιμότητα. Η επαφή με τη Σκιά μπορεί όντως να αποβεί μια γόνιμη, παρότι επώδυνη, εμπειρία και να αποκαλύψει «θησαυρούς» δημιουργικότητας.

Στη συνέχεια του μύθου, η Ινάννα ετοιμάζεται να πραγματοποιήσει την ανάβασή της. Τότε, εμφανίζονται οι Αννούνα, οι Κριτές του Κάτω Κόσμου και της εξηγούν πως δεν μπορεί να φύγει από τον Κάτω Κόσμο αλώβητη. Η εμπειρία της την έχει σημαδέψει. Πρέπει να δώσει κάποιον στη θέση της αν θέλει να επιστρέψει. Έτσι, οι Αννούνα γαντζώνονται πάνω της και η Ινάννα επιστρέφει στον κόσμο των ζωντανών. Στην πορεία της, η Ινάννα συναντά διάφορα δικά της πρόσωπα και βλέπει πως θρήνησαν τον χαμό της. Οι Αννούνα ήθελαν να πάρουν μαζί τους κάποιο από αυτά τα άτομα, αλλά η Ινάννα δεν ήθελε, καθώς την είχαν θρηνήσει. Όταν όμως έφτασαν στο βασίλειό της και είδε τον σύζυγό της, Ντουμούζι να συνεχίζει τη ζωή του σαν να μην έχει συμβεί τίποτα, ντυμένος με τη βασιλική του ενδυμασία, να πίνει και να τραγουδά, η Ινάννα οργίστηκε. Του μίλησε με τη φωνή της οργής. Του φώναξε με την κραυγή της ενοχής. Τον κοίταξε με το βλέμμα του θανάτου. Και ζήτησε από τους Κριτές να πάρουν τον Ντουμούζι στη θέση της.

Γίνεται εύκολα κατανοητό πως η εμπειρία της κατάβασης δεν αφήνει κανέναν αλώβητο. Η επαφή με τη Σκιά μας, με το ασυνείδητό μας, επιφυλάσσει πόνο, θλίψη και έναν «θάνατο». Θάνατο του παλιού τρόπου ζωής, κάποιας κατάστασης ή συμπεριφοράς. Κανείς δεν επιστρέφει από μια τέτοια εμπειρία μένοντας ίδιος. Δεν είναι αυτός ο σκοπός, εξάλλου. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η Ινάννα δεν παρέδωσε στους Κριτές κάποιο από τα άτομα που την θρήνησαν, που ανταποκρίθηκαν δηλαδή όπως άρμοζε στην κατάσταση που βίωνε, αλλά τον Ντουμούζι, ο οποίος συνέχιζε τη ζωή του σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Έτσι και στην πραγματικότητα, τείνουμε να αλλάζουμε αυτά τα οποία βλέπουμε ότι δε συνάδουν με τον δικό μας ψυχισμό και τις δικές μας επιθυμίες. Απομακρύνουμε αυτό το οποίο μας βλάπτει ή δεν μας ταιριάζει πλέον.

Ο μύθος κλείνει με μια δοξασία προς την Ερεσκιγκάλα, και όχι προς την Ινάννα. Έτσι λοιπόν, αυτό που χρειάζεται να τιμήσουμε μέσα μας είναι η πλευρά που έχουμε παραμελήσει και απωθήσει. Όσο τρομακτική και αν φαίνεται η Σκιά, αν την ακούσουμε και έρθουμε σε επαφή μαζί της, θα βγούμε από την εμπειρία κερδισμένοι, αλλαγμένοι, πιο σοφοί και πιο κοντά προς τα πραγματικά μας αιτήματα ως αυθεντικοί άνθρωποι.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

  • http://etcsl.orinst.ox.ac.uk/section1/tr141.htm
  • Jung, C.G. (1938). Psychology and Religion.
  • Jung, C. G. (1993) The Practice of Psychotherapy
  • Jung, C.G.  (1944) Psychology of the Unconscious
  • Perera, S.B. (1981) Descent to the Goddess; A Way of Initiation for Women.
  • George, D. (1992) Mysteries of the Dark Moon; The Healing Power of the Dark Goddess.
  • Campbell, J. (1949) The Hero with a Thousand Faces.
 ]]>

14 Αυγ 2014

Η ψυχοθεραπεία Gestalt

Ο όρος Gestalt προέρχεται από το γερμανικό ρήμα gestalten που σημαίνει διαμορφώνω, σχηματίζω. Μεταφράζεται ορισμένες φορές ως σχήμα, μορφή ή φιγούρα, αλλά η πλησιέστερη από όλες είναι η λέξη «όλον. Ο άνθρωπος στη Gestalt είναι ένα κομμάτι του περιβάλλοντος και έχει την ικανότητα της επίγνωσης, δηλαδή, να συνειδητοποιεί τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις αντιλήψεις του. Θεωρείται ικανός να καθορίζει τις αντιδράσεις στο περιβάλλον, διαθέτει τη δυνατότητα να ικανοποιεί τις ανάγκες του και μπορεί να βιώνει τον εαυτό του στο παρόν. H ανθρώπινη φύση δεν είναι ούτε καλή, ούτε κακή και στην πορεία της εξέλιξης της περνάει από τρία στάδια, το κοινωνικό που αρχίζει μετά τη γέννηση και χαρακτηρίζεται από επίγνωση και προσοχή προς άλλα άτομα. Βασικές έννοιες στη θεωρία, μεταξύ άλλων, είναι το ‘φόντο’, δηλαδή όσα έχουν συμβεί στο άτομο από τη γέννηση του μέχρι τώρα και η ‘μορφή’ που είναι το σχήμα που έρχεται μπροστά κάθε φορά μέσα από το φόντο. Όταν υπάρχει εναλλαγή φόντου-μορφής με ρυθμικό τρόπο ανάλογα με τις ανάγκες που έχει κάθε φορά το άτομο και είναι σε θέση να διακρίνει την εκάστοτε ανάγκη, τότε υπάρχει αυτορρύθμιση.

Ο Perls, ιδρυτής της Gestalt, πίστευε ότι το υγιές άτομο λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο της σωστής ισορροπίας όλων των μερών του και για να επιβιώσει πρέπει αυτή η ισορροπία να διατηρηθεί μέσα σε ορισμένα όρια. Όταν αυτή η λειτουργία αποτυγχάνει, όταν ο οργανισμός παραμείνει σε κατάσταση δηλαδή ανισορροπίας για μεγάλο διάστημα και είναι ανίκανος να ικανοποιήσει τις ανάγκες του, τότε ασθενεί. Oι παιδικές εμπειρίες που δεν έχουν λυθεί βιώνονται συχνά σαν μισοτελειωμένες υποθέσεις, διαταράσσουν το άτομο στην ενήλικη ζωή και εμποδίζουν την αποτελεσματικότητα του στο παρόν. Όταν αυτές γίνουν αρκετά ισχυρές, το άτομο πιέζεται από ανησυχία, ψυχαναγκαστική συμπεριφορά, αγωνία, καταπιεστική ενέργεια και ηττοπαθή διάθεση. Η O’ Leary αναφέρει χαρακτηριστικά πως «οι ασθενείς που δεν λένε αντίο, κρατούν κλειδωμένο στο χτες ένα κομμάτι της ενέργειας τους». Η βασική ιδέα είναι ότι το άτομο είναι το ίδιο υπεύθυνο για ό,τι του συμβαίνει και είναι εκείνο που αποφασίζει αν θα αλλάξει τη ζωή του ή όχι. Ο Bucay αναφέρει πως το άτομο πρέπει να αναγνωρίσει ότι κανένας άλλος δεν είναι ένοχος για κάτι που του συμβαίνει, κι ότι αν φέρει πάνω του τραύματα, ήταν πάντα με τη δική του συνενοχή ή όπως αναφέρει ο Osho«Εγώ είμαι υπεύθυνος για τη ζωή μου, για όλα μου τα βάσανα, για ό,τι μου συνέβη άλλοτε κι ό,τι μου συμβαίνει τώρα. Έτσι το διάλεξα. Αυτούς τους σπόρους έσπειρα, και τώρα μαζεύω τη συγκομιδή. Είμαι υπεύθυνος…».

Θεραπευτική διαδικασία

Στόχος είναι η επίγνωση, η οποία αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επίτευξη της αλλαγής. Η αναπτυσσόμενη επίγνωση βοηθά το άτομο να προχωρήσει μέσα από 5 στρώματα της λειτουργίας, τα οποία είναι τα κλισέ ή η απάτη όπου το άτομο παίζει παιχνίδια και υποδύεται ρόλους, το παίξιμο ρόλων ή η φοβία όπου το άτομο αρνείται και αποποιείται αυτό που είναι, το αδιέξοδο όπου το άτομο νιώθει ματαίωση και αναξιότητα, η ενδόρρηξη δηλαδή ακινητοποίηση και παθητικότητα και η έκρηξη που είναι η κατάλληλη στιγμή για θεραπευτική παρέμβαση καθώς το άτομο επιθυμεί να εκφραστεί και να αποφορτιστεί. Όταν το άτομο είναι υγιές, το όριο είναι ελαστικό και το άτομο συμμετέχει πλήρως στη διαδικασία αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον του. Μπορεί να αντιληφθεί ότι είναι ξεχωριστό άτομο και μπορεί να διακινδυνεύσει μια ένωση χωρίς να χάσει την επίγνωση των εσωτερικών και των εξωτερικών συνθηκών. Αντίθετα, οι μη υγιείς φοβούνται ότι θα χάσουν τον εαυτό τους μέσα από την επαφή. Η Gestalt ενσωματώνει και συνδυάζει διάφορες τεχνικές, λεκτικές και μη λεκτικές, όπως επίγνωση των αισθητηρίων, χρήση της ενέργειας, ασκήσεις αναπνοή, αξιοποίηση του σώματος και της διακύμανσης της φωνής, συναισθηματική έκφραση, όνειρα και φαντασιώσεις, ψυχόδραμα και δημιουργικότητα. Άλλες τεχνικές αποτελούν οι διαδραματίσεις που βασίζονται στην αρχή ότι η μάθηση απαιτεί δράση, όπως η διαδραμάτιση της προβολής, η τεχνική της πρόβας και η τεχνική της άδειας καρέκλας. Θα πρέπει, σε αυτό το σημείο, να γίνει κατανοητό ότι παρά τις τεχνικές που υπάρχουν, μεγαλύτερη σημασία στη θεραπεία Gestalt, έχει ο τρόπος και η ποιότητα της επαφής, δηλαδή το πώς, παρά οι τεχνικές καθαυτές. Το θεραπευτικό κλίμα έχει ιδιαίτερη σημασία στη Gestalt και η θεραπευτική συμμαχία βασίζεται στη γνήσια επαφή θεραπευτή και θεραπευόμενου μέσα από μια σχέση αποδοχής, αμοιβαιότητας και ουσιαστικής αλληλεπίδρασης.

Σε σύγκριση με άλλες προσεγγίσεις, η Gestalt δίνει περισσότερο έμφαση στη συναισθηματική παρά στη γνωστική διάσταση της προσωπικότητας. Ο Perls, σύμφωνα με την O’Leary έλεγε «Χάνε όλο και περισσότερο το ‘μυαλό’ σου και έλα πιο κοντά στις αισθήσεις σου». Όπως αναφέρει ο Bucay, είναι μια θεραπεία για να καταλάβει το άτομο τι του συμβαίνει την κάθε στιγμή και δίνει σημασία στην πράξη παρά στο σχεδιασμό, στο είναι παρά στο έχειν. Ένα από τα αρνητικά σχόλια που έχει δεχτεί η Gestalt είναι ότι κάνει το άτομο να λειτουργεί εγωιστικά ή ότι κρύβει τον κίνδυνο να ενθαρρύνει μια φιλοσοφία αδιαφορίας και ελαφρότητας στον πάσχοντα, έστω και προσωρινά με μια στάση του τύπου να ζήσει τη στιγμή. Η έννοια της αυτό-υποστήριξης έχει συζητηθεί ιδιαίτερα και έχει θεωρηθεί σε κάποιες περιπτώσεις ριψοκίνδυνη καθώς μπορεί να ταράξει τα νερά στις διαπροσωπικές σχέσεις και να έχει αρνητικές συνέπειες, όταν τα άτομα δεν θα μπορέσουν να διαχειριστούν τυχόν συγκρούσεις που μπορεί να προκύψουν από την αλλαγή και την επίγνωση του ατόμου που κάνει ψυχοθεραπεία, το οποίο έχει σταματήσει να λειτουργεί βάση των προσδοκιών των άλλων.

Η Gestalt είναι ένας τρόπος ζωής, είναι τόσο μια ψυχοθεραπευτική, όσο και φιλοσοφική προσέγγιση, που εστιάζει στη δυναμική και την τάση του ατόμου για επίγνωση και αυτοπραγμάτωση. Επίσης, όταν εστιάζει στη στιγμή, δεν αναφέρεται με αδιαφορία και ελαφρότητα, αλλά δέχεται και προϋποθέτει τόσο την εμπειρία όσο και τα σχέδια για τη ζωή. Πρόκειται για μια φυσική και καθολική προσέγγιση που απευθύνεται σε άτομα κάθε ηλικίας και κάθε επιπέδου με διαφορετικό πολιτιστικό υπόβαθρο σε μια ποικιλία καταστάσεων. Τέλος, θα μπορούσαμε να πούμε πως ολόκληρη η θεωρία της Gestalt εμφαίνεται μέσα από το εξής μήνυμα: “παραιτήσου από το κατάλοιπο της ταυτότητας που άλλοι σου όρισαν, πάρε τα ηνία και ζήσε στο παρόν έντονα, με αφοσίωση και αληθινά…”

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία

  • Βλαχούτσικου, Τ. (2001). Γκεστάλτ. Στο Π. Ασημάκης και συν., Σύγχρονες ψυχοθεραπείες: Από τη θεωρία στην εφαρμογή. Αθήνα: Ασημάκης.
  • Bucay, J. (2012). Από την άγνοια στη σοφία. Αθήνα: Opera.
  • Μαλικιώση-Λοΐζου, Μ. (1999). Συμβουλευτική Ψυχολογία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
  • McLeod, J. (2005). Εισαγωγή στη συμβουλευτική, Αθήνα: Μεταίχμιο
  • Nevis, E. (2007). Θεραπεία Gestalt: θεωρία και εφαρμογές. Αθήνα: Διόπτρα.
  • O’ Leary, E (1995). Η θεραπεία Gestalt. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
  • Perls, F. (1989). Η προσέγγιση Γκεστάλτ. Αθήνα: Γλάρος.
  • Τζίντζερ, Σ. (2009). Η θεωρία Γκεστάλτ. Συμβουλευτική, 16 (63), 3-11.
]]>

30 Μαΐ 2014

Σώμα και Ψυχή: Όταν η ψυχή πονά το σώμα υποφέρει

Σύμφωνα με τον Πλάτωνα το μεγαλύτερο λάθος στη θεραπεία των ασθενειών είναι οτι οι γιατροί χωρίζουν το σώμα από τη ψυχή με αποτέλεσμα να τους ξεφεύγουν πολλές αρρώστιες, δηλαδή δεν προσέχουν το σύνολο αλλά το μέρος που νοσεί. Όπου το σύνολο όμως είναι άρρωστο, είναι αδύνατο να έχουμε υγιές ένα μέρος.

Όπως αναφέρει ο J.Rattner στο βιβλίο του “Ψυχοσωματικές αρρώστιες” πάνω από τους μισούς ανθρώπους που επισκέπτονται το γιατρό για κάποια σωματική ασθένεια πάσχουν από ψυχική αρρώστια, χωρίς να το ξέρουν. Η αρρώστια στην οργανική της μορφή είναι έκφραση ψυχικών ανωμαλιών, είναι δηλαδή ψυχοσωματική αρρώστια, όταν το άτομο για οποιοδήποτε λόγο πιέζει σκέψεις, συναισθήματα, πόθους, τα “θέλω” του τότε αυτά σωματοποιούνται και βγαίνουν με τη μορφή κάποιας ασθένειας.

Ο πιο κατάλληλος απ’ όλους τους γιατρούς για να αναζητήσει τις βαθύτερες αιτίες της αρρώστιας είναι ο ψυχοθεραπευτής, ο οποίος διαθέτει εκείνες τις γνώσεις για να διεισδύσει βαθιά στη ψυχή του αρρώστου και θα δει τι είναι αυτό που του αρρωσταίνει το σώμα. Η αρρώστια δεν είναι τυχαία ούτε ανώνυμη σύμπτωση είναι μια δυνατότητα του αδύναμου ατόμου να αντιδράσει σε ότι τον καταπιέζει.

Όπως αναφέρει ο Ρύντιγκερ Ντάλκε στο βιβλίο του “Η ασθένεια ως γλώσσα της ψυχής” με την εμφάνιση της ασθένειας το άτομο αναδύει ένα μέρος του καταπιεσμένου του εγώ. Ό,τι δε τολμούσε το άτομο μέχρι τώρα να εκφράσει βγαίνει από τα βάθη της ψυχής του με τη μορφή της ασθένειας. Με την επιρροή της ψυχολογίας στην ιατρική αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε οτι η ασθένεια δεν είναι μόνο σωματική αλλά και ψυχική διαδικασία, έτσι εγκαταλείπεται ο μονόπλευρος προσανατολισμός της φυσικής ιατρικής ,που σίγουρα βοήθησε στη βελτίωση της ποιότητας της ζωής των ανθρώπων, όμως είχε μια περιορισμένη αντίληψη για την αρρώστια, να εστιάζει στο μέρος που νοσεί και όχι στο “όλον”.

Στη προεπιστημονική σκέψη ο μάγος μέσα από ειδικές τελετουργίες προσπαθούσε να διώξει τον ¨δαίμονα”. Η τεχνική του μάγου ήταν στην ουσία μια πρωτόγονη ψυχοθεραπεία ,που απευθυνόταν στη ψυχή για να θεραπεύσει το σώμα από τις αναπηρίες του, υπάρχει το συμπέρασμα οτι η ψυχή μπορεί να επιδράσει σε όλα. Η φιλοσοφία του Αριστοτέλη, η οποία κυριάρχησε σε όλο το Μεσαίωνα υποστηρίζει ότι η ψυχή είναι η πρώτη ενδεχέλεια ενός φυσικού σώματος, του οποίου αυτή είναι η κινητήρια δύναμη. Το μεγαλύτερο μέρος των σωματικών ασθενειών είναι απόρροια μιας υπαρξιακής κρίσης, σύμφωνα με τον Arthur Jores η έννοια “των ανθρώπινων ασθενειών” προβάλει καθαρά τις ψυχοσωματικές αδυναμίες και τονίζει τη σχέση ανάμεσα στην αρρώστια και την ανθρώπινή προβληματικότητα.

Πίσω από καρδιολογικά, αναπνευστικά, δερματολογικά προβλήματα αλλά και σοβαρές ασθένειες όπως ο καρκίνος, η φυματίωση, το έλκος του στομάχου, ο διαβήτης κρύβεται μια αδύναμη ψυχή που δε μπορεί να εκφραστεί και επιλέγει το δρόμο της αρρώστιας για να μπορέσει να το κάνει. Καλό θα ήταν να αναρωτηθούμε που μας “εξυπηρετεί” η εμφάνιση μιας ασθένειας, μήπως είναι ένα άλλοθι να ξεκουραστώ ή μήπως να αποφύγω κάτι ή κάποιον. Θα μπορούσε να είναι ένα καμουφλαρισμένο συναίσθημα ή η ανάγκη μου να με προσέξουν επιτέλους. Οι ψυχοθεραπευτές υποστηρίζουν οτι η έκφραση των συναισθημάτων μας βοηθά να αποβάλουμε αρνητικά συναισθήματα τα οποία είναι “τοξικά” όταν αυτά δεν εκφραστούν με αποτέλεσμα να εκδηλωθεί κάποια ασθένεια.

Στην Αμερική η ψυχοσωματική άνοιξε νέους δρόμους μέσα από το ερευνητικό έργο του φυσιολόγου W.B.Cannon,στο βιβλίο του “Η σοφία του σώματος” διατύπωσε το κανόνα οτι το σώμα προσπαθεί σε όλες τις περιπτώσεις να διατηρήσει την ισορροπία των λειτουργιών του. Αυτή η ισορροπία μπορεί να διαταραχθεί τόσο από τη φυσική όσο και από την ψυχική πλευρά. Όπως βλέπουμε γίνεται κατανοητό ότι η συνεχής ψυχική επιβάρυνση μπορεί να προκαλέσει σωματικές ασθένειες. Εκτός από τον Cannon έρευνες και άλλων επιστημόνων έφεραν μεγάλες αλλαγές στη ψυχοσωματική. Ο W.R.Hess με την εξήγηση των νευροφυτικών κύκλων λειτουργίας άνοιξε το δρόμο στη παρατήρηση ανάμεσα στο σώμα και τη ψυχή ο δε H.Selye με την έρευνα του για το Stress(δηλαδή είναι η κατάσταση του οργανισμού όταν βρεθεί κάτω από ορισμένες συνθήκες) που έγινε γνωστό ως “σύνδρομο της προσαρμογής”.

Η ιατρική, η φαρμακολογία, η έρευνα για την κληρονομικότητα ,η ενδοκρινολογία καθώς και η τεχνολογική πρόοδο στο τομέα της χειρουργικής έχουν βοηθήσει τον άνθρωπο να βελτιώσει τόσο τη ποιότητα όσο και τη διάρκεια της ζωής του , “όμως ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ένας ανατομικός και φυσιολογικός μηχανισμός, είναι ένα πλάσμα που διακατέχεται από αγάπη, μίσος ,ορμές και πάθη, τα οποία είναι ικανά να προξενήσουν βλάβες στη ψυχή αλλά και στο σώμα του (Weiss und Englich, Psychosomatic Medicine,1943).

Κλείνοντας οφείλουμε να πούμε οτι ο καθένας από μας κρατά στα χέρια την υγεία και τη ζωή του, σίγουρα παίζουν ρόλο οι περιβαλλοντικοί παράγοντες, η διατροφή, η σωματική άσκηση και βέβαια η κληρονομικότητα όμως πάνω απ’ όλα σημασία έχει η ψυχή μας, αν νιώθουμε αποδεκτοί, απαλλαγμένοι από φοβίες και ενοχές, ελεύθεροι να ανοιχτούμε και να έρθουμε σε επαφή με το συναίσθημα μας ,τότε έχουμε πολλές πιθανότητες να μην έρθουμε σχεδόν ποτέ αντιμέτωποι με σοβαρές ασθένειες οι οποίες καθρεφτίζουν ψυχικά τραύματα, έλλειψη αυτοεκτίμησης, έλλειψη σκοπού ύπαρξης. Η ψυχή μας μιλά μέσα από το σώμα μας, μην αγνοείς τα μηνύματα που σου στέλνει ,άκουσε το σώμα σου και νιώσε τη ψυχή σου τότε μόνο θα αισθανθείς ισορροπημένος, γαλήνιος και έτοιμος να αντιμετωπίσεις τις προκλήσεις της ζωής, έτοιμος απλά να ζήσεις τη ζωή.

Εισαγωγική Εικόνα

Βιβλιογραφία

  • Cannon W.B.(1932). “The wisdom o the body” W.W.Norton & company.
  • Hess W.R.(1957). “The unctional organizatin o diencepholon” New York:Grune &Statton.
  • Jores A.(1959). “Der Mensch und seine Krankheit” Stuttgart.
  • Selye H.(1956). “The Stess o lie” New York,NY,US:McGrow-Hill.
  • Weiss und English (1958). “Psychosomatic Medicine” London
  • Rattner J.(1965). “Psychosomatische Medizin heute” by Werner Classen Verlag Zurich.
]]>

21 Μαΐ 2013

Ψυχοϊστορικά: 22 Μαΐου 427 π.Χ. – Η γέννηση του Πλάτωνα

Υπολογίζεται ότι σαν σήμερα, στις 22 Μαΐου 427 π.Χ., γεννήθηκε ο Πλάτωνας. Ο μεγάλος Έλληνας φιλόσοφος γεννήθηκε στην Κολλυτό της Αττικής. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αθήνα, ενώ αργότερα έκανε και ταξίδια σε άλλες πόλεις-κράτη, όπως τις Συρακούσες.  Ως απόγονος Αθηναίων αριστοκρατών, ο Πλάτωνας έγινε δέκτης μιας πλούσιας και πλήρους εκπαίδευσης κατά την παιδική και εφηβική του ηλικία, η οποία περιλάμβανε γράμματα, ποίηση, μαθηματικά, γυμναστική και μουσική. Είχε την τύχη να είναι μαθητής εξαιρετικών δασκάλων με πιο σημαντικό φυσικά τον Σωκράτη.

Η γνωριμία του με τον Σωκράτη επηρέασε βαθύτατα τον Πλάτωνα, ο οποίος αργότερα θα καταφέρει να διασώσει τη διδασκαλία του Σωκράτη μέσα από το πλούσιο έργο του. Σχεδόν σε όλα τα έργα του ο Σωκράτης έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ στον Πλάτωνα χρωστάμε και την καταγραφή της απολογίας του Σωκράτη, όταν ο δεύτερος καταδικάστηκε από την Πολιτεία για ασέβεια προς τους θεούς και διαφθορά των νέων.

Κορυφαία στιγμή στη ζωή του Πλάτωνα ήταν η ίδρυση της Ακαδημίας του, η οποία έγινε ένα μεγάλο κέντρο ανάπτυξης της φιλοσοφίας και των επιστημών. Ο Πλάτωνας δίδαξε στην Ακαδημία του επί 40 χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων ήρθε σε επαφή με άλλους εξαιρετικούς φιλόσοφους και ανέπτυξε περαιτέρω την φιλοσοφική του σκέψη.

Ο Πλάτωνας θεωρείται ως ένας από τους πιο σημαντικούς φιλόσοφους της ανθρωπότητας, καθώς το έργο του επηρέασε τη φιλοσοφία, τις επιστήμες, τη θεολογία και έγινε βασική πηγή πολιτικής σκέψης. Το έργο του θα σταματήσει να μελετάται για πολλούς αιώνες, κυρίως λόγω της απέχθειας που έτρεφε για το έργο του (όπως και για το έργο των περισσοτέρων Ελλήνων φιλοσόφων) η θρησκευτική άρχουσα τάξη του Μεσαίωνα. Κατά την Αναγέννηση θα αναζωπυρωθεί το ενδιαφέρον για το έργο του Πλάτωνα και ο μεγάλος φιλόσοφος θα πάρει σταδιακά την θέση που του αξίζει στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

21 Μαρ 2013

Το μέλλον μοιάζει πιο κοντινό σε σχέση με το παρελθόν

Όσοι είστε γνώστες κάποιων βασικών εννοιών φυσικής πιθανόν γνωρίζετε το φαινόμενο Ντόπλερ, το οποίο εμφανίζεται στη φύση σε πολλές μορφές, κυρίως κατά τη μετάδοση του ήχου ή του φωτός. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το φαινόμενο αυτό, όσο πιο μακριά είναι η πηγή ενός σήματος (π.χ. ήχος) σε σχέση με τον παρατηρητή τόσο πιο ασθενές γίνεται αντιληπτό αυτό το σήμα. Καθώς η πηγή πλησιάζει τον παρατηρητή, το σήμα γίνεται όλο και πιο ισχυρό. Φανταστείτε ένα τραίνο το οποίο πλησιάζει το σημείο στο οποίο στέκεστε. Όταν είναι μακριά, δεν ακούγεται τόσο δυνατά, αλλά όσο πλησιάζει τόσο αυξάνεται ο θόρυβος που παράγει, ο οποίος εξασθενεί εκ νέου καθώς αυτό φεύγει από εσάς.

Το φαινόμενο Ντόπλερ όμως φαίνεται πως δεν εμφανίζεται μόνο στη φύση, αλλά και στην ανθρώπινη ψυχολογία. Τουλάχιστον αυτό ισχυρίζονται ερευνητές του Πανεπιστημίου του Σικάγο12 , οι οποίοι σε ένα πρόσφατο άρθρο τους περιγράφουν το φαινόμενο του χρονικού φαινομένου Ντόπλερ.

Το πείραμα και τα αποτελέσματα

Σύμφωνα με την έρευνα που πραγματοποίησε η ερευνητική ομάδα του Δρ. Caruso τα γεγονότα που προσδοκούμε για το μέλλον φαίνονται πιο κοντινά σε σχέση με τα γεγονότα που έχουν γίνει στο παρελθόν. Εάν για παράδειγμα, προσδοκούμε μια εκδρομή σε μια εβδομάδα, έχουμε την αίσθηση ότι αυτό είναι πολύ κοντινό σε σχέση με μια εκδρομή που έχουμε κάνει πριν μια εβδομάδα. Παρόλο που οι χρονικές αποστάσεις είναι οι ίδιες, η τελική αίσθηση που έχουμε είναι διαφορετική.

Στο συγκεκριμένο πείραμα οι ερευνητές ρώτησαν δύο ομάδες συμμετεχόντων να βαθμολογήσουν σε μια κλίμακα από το 1 έως το 7 πόσο κοντά ένιωθαν την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Η μία ομάδα ρωτήθηκε μια εβδομάδα πριν τις 14 Φεβρουαρίου και η άλλη μια εβδομάδα μετά. Αυτοί οι οποίοι ρωτήθηκαν πριν, βαθμολόγησαν την χρονική απόσταση με 3.9, ενώ αυτοί που ρωτήθηκαν μια εβδομάδα μετά με 4.8. Πέραν του ότι η διαφορά αυτή βρέθηκε πως ήταν ουσιαστική (αυτό που στην έρευνα ονομάζουμε στατιστικώς σημαντική), αυτό το φαινόμενο παρουσιαζόταν ακόμη και όταν οι ερωτηθέντες απαντούσαν για γεγονότα που έγιναν πριν ένα χρόνο ή που θα γίνουν σε ένα χρόνο από τώρα.

Αυτό το οποίο κάνει τα αποτελέσματα αυτά ακόμη πιο ενδιαφέροντα είναι ένα δεύτερο πείραμα της ίδιας ομάδας, όπου οι συμμετέχοντες απαντούσαν στα ίδια ερωτήματα, αλλά αυτή τη φορά φορώντας γυαλιά εικονικής πραγματικότητας και περπατώντας σε ένα διάδρομο προς τα πίσω. Το αποτέλεσμα ήταν να χαθεί το χρονικό φαινόμενο Ντόπλερ. Δηλαδή, οι συμμετέχοντες πλέον αξιολογούσαν τα γεγονότα του παρελθόντος και του παρόντος ως το ίδιο κοντινά σε σχέση με το παρόν.

Συμπεράσματα

Αυτό το οποίο υπογραμμιζουν τα πιο πάνω ευρήματα είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο. Ο άνθρωπος έχει εξελιχθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να κάνει συνεχώς σχέδια για το μέλλον και τις μελλοντικές του κινήσεις. Αποτέλεσμα αυτής της εστίασής μας στο μέλλον είναι να δίνουμε μεγαλύτερη βαρύτητα και να προσδοκούμε αυτό το οποίο προγραμματίζουμε ότι θα ζήσουμε και όχι αυτό το οποίο έχουμε ζήσει ήδη. Μας είναι πιο εύκολο να εστιάσουμε σε αυτό το οποίο «έχουμε μπροστά μας», παρά αυτό το οποίο «έχουμ ε αφήσει πίσω μας», όπως ακριβώς συμβαίνει και με τη φυσική μας κίνηση σε έναν χώρο. Η δεύτερη παρατήρηση γίνεται πιο κατανοητή όταν λάβουμε υπόψη τα αποτελέσματα της δεύτερης έρευνας η οποία υποδεικνύει τη σχέση μεταξύ της αντίληψης του χώρου και του χρόνου. Όπως ακριβώς κινούμαστε (συνήθως) προς τα μπροστά, έτσι και ο χρόνος κυλάει προς αυτή την κατεύθυνση.

Με την παρατήρηση φαινομένων όπως το χρονικό φαινόμενο Ντόπλερ βλέπουμε όχι μόνο πως συνυπάρχουν οι έννοιες του χρόνου και του χώρου αλλά και πως μπορούν να αλληλοεπηρεάσουν η μία την άλλη. Οι τρόπος αντίληψης των εννοιών αυτών από τον ανθρώπινο εγκέφαλο και οι περιορισμοί που αντιμετωπίζουμε ως προς την κατανόησή ιδιαίτερα του χρόνου θέτουν πολλαπλά φιλοσοφικά ερωτήματα για την ακριβή αντίληψη του κόσμου γύρω μας. Δεν θα πρέπει να παραξενευόμαστε από το γεγονός ότι οι περισσότεροι άνθρωποι (ιδιαίτερα οι μη ειδικοί) αδυνατούν  να κατανοήσουν πολύπλοκες θεωρίες θεωρητικών φυσικών για τον τρόπο δημιουργίας και εξάπλωσης του σύμπαντος και των διαστάσεων που το αποτελούν.

Όμως στο κάτω-κάτω της γραφής δεν θα πρέπει να λησμονούμε πως ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει εξελιχθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι όσο το δυνατόν πιο χρήσιμος για την αντίληψη του κόσμου που μπορούμε να παρατηρήσουμε. Είμαστε δομημένοι με απώτερο σκοπό την επιβίωσή μας και όχι την αντίληψη αόριστων ή και πιο εκλεπτυσμένων εννοιών όπως ο χρόνος. Η φιλοσοφία και η μεταγνωστικές ικανότητες αναπτύχθηκαν πριν από μερικές χιλιάδες χρόνια, ενώ ο εγκέφαλός μας έχει ιστορία εκατομμυρίων ετών.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Caruso, E. M., Boven, L. V., Chin, M., & Ward, A. (2013). The Temporal Doppler Effect When the Future Feels Closer Than the Past. Psychological Science. doi:10.1177/0956797612458804 []
  2. PsyBlog: The Temporal Doppler Effect: Why The Future Feels Closer Than The Past []
20 Φεβ 2013

Τι είναι η Υπαρξιακή Ψυχοθεραπεία;

Η υπαρξιακή προσέγγιση στην ψυχοθεραπεία είναι η αρχαιότερη ίσως των προσεγγίσεων, καθώς έχει προκύψει από συγγραφείς και λόγιους φιλοσόφους αλλά και ψυχοθεραπευτές που χρησιμοποίησαν τον πλούτο της φιλοσοφικής σκέψης σχετικά με τον άνθρωπο και την ζωή του για να βοηθήσουν την θεραπεία του. Γνωστοί εκπρόσωποι της προσέγγισης αυτής και του υπαρξισμού είναι ο Ι. Υαλομ, η Έμμυ Βαν Ντόρζεν, ο Νίτσε, ο Σαρτρ, ο Ρόλο Μέη, ο Εριχ Φρομ, ο Μάρτιν Χάιντεγκερ, ο Κίρκεγκωρ και πολλοί άλλοι.

Η φιλοσοφία πρώτη, ως επιστήμη των επιστημών, ασχολήθηκε με τα καίρια ζητήματα που αφορούν τον άνθρωπο όπως ο θάνατος, η φύση της πνευματικότητας του ανθρώπου, η υποκειμενικότητα της αντίληψης της πραγματικότητας, το νόημα και ο σκοπός της ζωής, η ελευθερία της βούλησης, η ατομική ευθύνη, οι αξίες, και πολλά άλλα. Καθώς οι ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις αναπτύσσονταν και η εμπειρία στην ψυχοθεραπεία εμπλουτιζόταν, διαπιστώθηκε πως τα θέματα αυτά τείνουν τελικά να καθορίζουν την στάση του κάθε ένα μας απέναντι στην ζωή, τις σχέσεις μας με τους άλλους αλλά και με τον εαυτό μας. Όποιοι και να είναι οι λόγοι για τους οποίους καταλήγουμε να δυσκολευόμαστε στην διαχείριση της ζωής μας, αυτό που τελικά έχει σημασία είναι η θέλησή μας για αλλαγή (που έχει να κάνει με τις προσωπικές μας αξίες), η ικανότητά μας ή πεποίθησή μας ότι υπάρχει ελεύθερη βούληση (και άρα δεν αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας σαν έρμαιο των περιστάσεων, νιώθοντας αδικημένοι από την ζωή) και τέλος, η ευθύνη που αναλαμβάνουμε για την ζωή μας (και άρα και για την ψυχοθεραπεία μας).

Η υπαρξιακή ψυχοθεραπεία λοιπόν, είναι μία διαδρομή κατά την οποία ο θεραπευόμενος, με τη βοήθεια του θεραπευτή του, ξεκαθαρίζει τις πεποιθήσεις του, ηθικές, ιδεολογικές, ψυχικές, εκφράζει και αναγνωρίζει τα συναισθήματά του, εμπλουτίζει το αντιληπτικό του πεδίο και το εύρος των εμπειριών του, καταπολεμά τους φόβους του, έρχεται σε επαφή με τον αυθεντικό του εαυτό, τον οποίο σιγά σιγά τολμά να αποκαλύψει και στον κόσμο και το κοινωνικό του περιβάλλον. Όταν μιλάμε για αυθεντικότητα στην υπαρξιακή προσέγγιση, εννοούμε την πρόθεσή μας να ζούμε βάσει των πεποιθήσεων και αξιών μας και σε συμφωνία με τα πραγματικά συναισθήματα, τις προτεραιότητές και ανάγκες μας. Όταν κάποιος ζει αυθεντικά, ζει σκόπιμα, δηλαδή με συνείδηση του εαυτού του, της ευθύνης του, των περιορισμών και της δύναμής του.

Σε τι διαφέρει η υπαρξιακή προσέγγιση από τις υπόλοιπες;

Μία σημαντική διαφορά της υπαρξιακής ψυχοθεραπείας είναι ότι θεωρεί το παρελθόν σημαντικό παράγοντα στην διαμόρφωση του ανθρώπου, αλλά όχι καθοριστικό. Ο τρόπος που μεγαλώσαμε λοιπόν έχει επηρεάσει αυτό που είμαστε τώρα, αλλά ο άνθρωπος έχει την δυνατότητα να επιλέξει τον βαθμό στον οποίο αυτό θα γίνει, χωρίς να μπορεί να απαλλαγεί ολοκληρωτικά από αυτό, αλλά ούτε και ντετερμινιστικά να έχει καθοριστεί με αμετάκλητο τρόπο. Το ότι μπορούμε να αποκτήσουμε επίγνωση του εαυτού και του περιβάλλοντός μας μάς καθιστά υπεύθυνους για τις όποιες επιλογές κάνουμε σχετικά με την εξέλιξή μας.

Η υπαρξιακή προσέγγιση λοιπόν, εστιάζει στο ότι είμαστε πάντα ελεύθεροι, στα πλαίσια των περιοριστικών παραγόντων (όπως η χώρα, η οικονομική και πολιτισμική κατάσταση, κ.α.), να επιλέξουμε τους τρόπους που θα ασκήσουμε την βούλησή μας. Επιλογή θεωρείται και η μη επιλογή, και άρα είμαστε υπεύθυνοι και για αυτήν. Στα πλαίσια αυτής της λογικής, το άτομο θεωρείται πάντα ικανό, στις όποιες συνθήκες, να ζήσει, από την στιγμή που το αποφασίσει, κατά τον τρόπο που επιθυμεί για τον εαυτό του. Ο υπαρξιακός ψυχοθεραπευτής θα βοηθήσει σε αυτήν την κατεύθυνση, καθώς το εγχείρημα αυτό χρειάζεται κόπο, τόλμη αλλά και συμπαράσταση.

Επίσης, η υπαρξιακή προσέγγιση, σε αντίθεση με τις περισσότερες άλλες, αποφεύγει να χρησιμοποιεί ψυχοπαθολογικούς όρους προκειμένου να περιγράψει την ανθρώπινη κατάσταση. Θεωρούμε λοιπόν, πως αυτά που ονομάζουμε «διαταραχές» είναι καταστάσεις σύμφυτες με την ανθρώπινη φύση, που αναπόφευκτα αγωνιά και άγχεται για το τέλος, την αρχή αλλά και το νόημα της ζωής. Ο τρόπος που βιώνουμε τις δυσκολίες της ζωής είναι αυτός που θέλουμε να κατανοήσουμε στην υπαρξιακή ψυχοθεραπεία. Έτσι λοιπόν, δεν μας ενδιαφέρει το όνομα της «διαταραχής» αλλά ο τρόπος που ο κάθε μοναδικός άνθρωπος βιώνει την ζωή του και αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της. Οι δυσκολίες αυτές είναι πανανθρώπινες και απόλυτα κατανοητές όταν ειδωθούν υπό το πρίσμα της πολυπλοκότητας της ζωής και του ανθρώπου.

Ο υπαρξιακός θεραπευτής, είναι ειδικά εκπαιδευμένος και ευαισθητοποιημένος στα θέματα που αφορούν τον άνθρωπο και την ζωή του, και παραμερίζοντας τις προσωπικές του πεποιθήσεις, προσπαθεί να διευκολύνει τον θεραπευόμενο στην προσπάθειά του να γνωρίσει το μοναδικό εαυτό του, να βελτιώσει τις σχέσεις του με τους ανθρώπους, να αντιμετωπίσει τις όποιες δυσκολίες του, να ανακαλύψει τα δυνατά του σημεία, και να πραγματώσει το δυναμικό του. Έτσι λοιπόν, οι άνθρωποι που αναζητούν την εξέλιξη και αυτοβελτίωσή τους, που βλέπουν τα προβλήματα ως προκλήσεις αλλά και ευκαιρίες, μπορούν να επωφεληθούν σημαντικά από την υπαρξιακή ψυχοθεραπεία.

Ο θεραπευτής δεν έχει έτοιμες απαντήσεις και συνταγές, ούτε πρόκειται να επιλέξει για εσένα την ζωή που θα ζήσεις. Ο θεραπευτής θα σε βοηθήσει στην δύσκολη διαδρομή της αναζήτησής σου, όποια και να είναι αυτή, ώστε να μπορέσεις να το κάνεις αυτό μόνος σου στο μέλλον. Θα σου φωτίσει περιοχές που για ‘σένα είναι ακόμα σκοτεινές, θα σου ανοίξει νέους δρόμους να περπατήσεις, και θα είναι δίπλα σου όταν θα σκοντάφτεις. Η σχέση σου με τον υπαρξιακό θεραπευτή είναι αυθεντική και στηρίζεται στον σεβασμό και την εμπιστοσύνη. Μέσα από την σχέση σου μαζί του θα καταφέρεις να επιτύχεις όσα τώρα νιώθεις πως δυσκολεύεσαι. Η δική σου θέληση είναι το βασικότερο εργαλείο σου. Για τα υπόλοιπα θα φροντίσει ο θεραπευτής σου.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

03 Μαΐ 2012

Ψυχόδραμα…αναπτύσσοντας την έκφρασή μας στη σκηνή!

Γράφει η Δανάη Χρομοδίου*

Το ψυχόδραμα, είναι μια μέθοδος ψυχοθεραπείας, που βασίζεται στη δράση και τη βιωματική εμπειρία ως μέσα για την εύρεση της γνώσης και τη διαδικασία της εσωτερικής αλλαγής (θεραπείας). Είναι η ανακάλυψη του εαυτού μέσα από το βίωμα των δραματικών του εκφάνσεων και το ακόνισμα της ψυχολογικής ευαισθησίας και ευφυΐας για την ανάπτυξη και απελευθέρωσή του.

Πρόκειται για μια ολιστική μορφή ψυχοθεραπείας, που ενσωματώνει το μυαλό, το σώμα , τον συναισθηματικό και τον πνευματικό κόσμο, ακολουθώντας μια βαθιά υπαρξιακή και φαινομενολογική προσέγγιση, ενώ δουλεύει στο «εδώ και τώρα» : στην παρούσα πραγματικότητα του ατόμου. Απευθύνεται σε οποιονδήποτε επιθυμεί και επιλέγει την προσωπική του ανάπτυξη, εξέλιξη και υγεία.

Πρωτοβουλία στην αλλαγή, μια εναλλακτική φιλοσοφία ζωής

Έχουμε μπει πλέον σε μια νέα εποχή, θα έλεγα ότι είναι η εποχή να ανακαλύψουμε το «ανθρώπινο» μέσα μας! Χρειάζεται να μάθουμε από την αρχή -μιας και ποτέ κανείς δε μας το δίδαξε- την τέχνη να ακούμε και να φροντίζουμε τον εαυτό μας. Όταν η ψυχή μας πονάει, μπορούμε να τη φροντίσουμε, όπως φροντίζουμε το σώμα μας όταν αρρωσταίνουμε. Ο ψυχισμός μας είναι ένα ζωντανό κομμάτι, που όπως το σώμα μας, έχει ανάγκες, μιλά με τη δική του γλώσσα, χρειάζεται την προσοχή μας. Είναι φυσιολογικό να έχουμε ψυχικές ανάγκες, είναι μη φυσιολογικό να έχουμε μια νεκρωμένη ή μηχανική ψυχή.

Έχουμε λάβει στερημένη παιδεία για τη σπουδαιότητα μιας καλής ψυχικής υγείας στην καθημερινότητά μας και του τρόπου για να την αποκτήσουμε και να τη διατηρούμε. Χρειάζεται πια να παραδεχτούμε, ότι η φροντίδα του εσωτερικού μας κόσμου δεν είναι πολυτέλεια, αλλά μια φυσιολογική ανάγκη κάθε έξυπνου ανθρώπου που προσπαθεί για το καλύτερο.

Το ψυχόδραμα είναι ένας από τους τρόπους για να γνωρίσουμε και να συμφιλιωθούμε με τον άνθρωπο που πραγματικά είμαστε. Είναι ένας από τους τρόπους να αναπτύξουμε την προσωπικότητά μας, να βρούμε και να μάθουμε να εκφράζουμε την κρυμμένη δημιουργικότητα μέσα μας.

Ένας από τους τρόπους να γίνουμε περισσότερο «ανθρώπινοι», αυθεντικοί: αυτά που λέμε, να είναι σύμφωνα με αυτά που νιώθουμε και με αυτά που εκφράζουμε. Να έχουμε αρμονία, ψυχική ευελιξία, χιούμορ, φαντασία, αφέλεια: τη φρέσκια ματιά και τον ενθουσιασμό του παιδιού μέσα μας. Είναι η εκμάθηση της συμβίωσης και μιας νοοτροπίας ζωής βασισμένης στη συνεργασία. Είναι η ανανέωση της ελπίδας μας στη ζωή, στην ελπίδα μας για το «ανθρώπινο», στο δεσμό μας με τη ζωτικότητα! Το ψυχόδραμα ξεκινά από τη δική σου πρωτοβουλία για μια πιο ποιοτική και ευτυχισμένη ζωή.

Ας ρίξουμε τις μάσκες!

Ψυχόδραμα: το θέατρο της αλήθειας… και τι κάνω σε μια ομάδα ψυχοδράματος;

Απλούστατα καλείσαι να είσαι ο εαυτός σου και να αφήσεις την ψυχή σου να δράσει! Τα θέματα που «εξερευνώνται» προτείνονται από τα μέλη της ομάδας και συνήθως προκύπτουν από την αυθόρμητη αλληλεπίδραση τους στο «εδώ και τώρα» της συνάντησης. Θα έχεις την ευκαιρία να απεικονίσεις επί σκηνής την πραγματικότητά σου και να περιηγηθείς μέσα σε αυτήν καθώς και μέσω της δράσης, να βιώσεις και να αναβιώσεις καταστάσεις, γεγονότα, όνειρα, συμπεριφορές της ζωής σου.

Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της συμβολικής αναπαράστασης και της εκδραμάτισης επί σκηνής του θέματος που κάθε φορά αναδύεται. Η αναπαράσταση και η εκδραμάτιση γίνονται με τη χρήση αντικειμένων που συμβολικά αντικατοπτρίζουν σημαντικά στοιχεία του «πρωταγωνιστή» και με την επιλογή μελών της ομάδας σε ρόλους που αυτός εισάγει και σχετίζονται με το θέμα του. Η ψυχοδραματική σκηνή είναι ο ασφαλής χώρος όπου μπορείς να πειραματιστείς, να αναπτύξεις τη φαντασία σου, να ξαναγίνεις παιδί, να εκφραστείς ελεύθερα, να βιώσεις διάφορες πτυχές του εαυτού σου και των άλλων, να αποφορτιστείς συναισθηματικά, να αναπτύξεις τους ρόλους που θα διευκολύνουν τη λειτουργία σου.

Μέσα στην ομάδα και από την ομάδα δουλεύονται τόσο οι προσωπικοί στόχοι των μελών, όσο και της ομάδας ως συνόλου, και αυτή αποτελεί πλαίσιο στήριξης, αμοιβαίου μοιράσματος, συναισθηματικού αγγίγματος και ερέθισμα για ανάπτυξη, με το συντονιστή ως συνοδοιπόρο σε όλη αυτή την προσπάθεια.

Τι διαφορετικό έχει να μου προσφέρει το ψυχόδραμα από άλλες ψυχοθεραπευτικές μεθόδους;

Στήνοντας στη σκηνή και αναπαριστώντας τον εσωτερικό σου κόσμο, συνειδητοποιείς και αποκτάς μια νέα οπτική της συμπεριφοράς σου και της συμπεριφοράς των άλλων. Εκδραματίζοντας και βιώνοντας σε βάθος τα θέματα που αντιμετωπίζεις, το σώμα σου και ο εσωτερικός σου εαυτός σε καθοδηγούν σε νέες δημιουργικές «λύσεις» (νέους ρόλους), νέες συμπεριφορές, πιο λειτουργικές στην προσωπικότητά σου. Τις νέες αυτές «συμπεριφορές», δεν τις αντιλαμβάνεσαι μόνο νοητικά, αλλά πράγματι τις δοκιμάζεις, τις παίζεις, ώσπου κάποια στιγμή να τις οικειοποιηθείς και να αποτελέσουν εφόδια σε όλη σου τη ζωή!

Έτσι, το ψυχόδραμα πάει ένα βήμα παρακάτω από την κλασική «γνωστική» ανάλυση του εαυτού μου: στον πολύ αληθινό πειραματισμό και στο χτίσιμο του καινούριου, επιθυμητού εαυτού μου. Η δουλειά με το υγειές μας κομμάτι: να αναγνωρίσουμε τα θετικά μας στοιχεία και ικανότητες και να τις αναπτύξουμε ακόμα περισσότερο! Η δυνατότητα να δουλέψω «συμβολικά», καλλιτεχνικά, τα όσα διαπραγματεύομαι. Η φαντασία, το χιούμορ, το παιχνίδισμα, η αμεσότητα!

Τι κάνει ο συντονιστής στο ψυχόδραμα;

Είναι ο «παραγωγός» των δραμάτων του εκάστοτε «πρωταγωνιστή» και των δραμάτων της ομάδας ως συνόλου. Με άλλα λόγια αφουγκράζεται, φέρνει στην επιφάνεια και «παράγει» στη σκηνή, τα θέματα που κάθε φορά διαπραγματεύονται τα μέλη της ομάδας. Αντίστοιχα, «παράγει» στη σκηνή τα κομμάτια που ο «πρωταγωνιστής» διαπραγματεύεται συνειδητά ή ασυνείδητα στη δουλειά με τον εαυτό του, χρησιμοποιώντας τις ψυχοδραματικές τεχνικές. Ταυτόχρονα δουλεύει ως κλινικός αναλυτής, ομαδικός αναλυτής, κοινωνιομέτρης και συστημικός θεραπευτής.

J.L.Moreno, ο δημιουργός

Εμπνευστής της μεθόδου του ψυχοδράματος είναι ο ψυχίατρος και πρωτεργάτης της ομαδικής ψυχοθεραπείας και της κοινωνιομετρίας, Jacov Levy Moreno (1889-1974). Ιδρύοντας το θέατρο του αυθορμητισμού ήδη από το 1922- ένα θέατρο όπου οι ηθοποιοί έπαιζαν αυτοσχεδιάζοντας ιστορίες που διηγούνταν το κοινό ή κοινωνικά θέματα της καθημερινότητας- το γνωστό στις μέρες μας Playback Theatre- διαπίστωσε τη θεραπευτική αξία της δράσης και εμπνεύστηκε τις βασικές τεχνικές της θεραπευτικής μεθόδου που αργότερα αποκάλεσε «ψυχόδραμα» (= δράση της ψυχής). Σήμερα, μέθοδοι και πρακτικές του ψυχοδράματος εφαρμόζονται ανά τον κόσμο, τόσο στον τομέα της ψυχοθεραπείας, αλλά και σε άλλους τομείς ανάπτυξης και οργάνωσης της κοινωνικής ζωής.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Χορομίδου Δανάη Ψυχολόγος, απόφοιτος Καποδ/κου Παν/μίου Αθηνών Ειδ/νη στο Ψυχόδραμα Συνεργάτης του ΨΥ.ΚΑ.Π.(Ψυχοδραματικό Κέντρο Ανάπτυξης Προσωπικότητας) e-mail: danai_chor@yahoo.gr τηλ: 6943 293 408, 210 8068226 http://www.danaichor.blogspot.com

]]>

31 Οκτ 2011

Είμαστε tabula rasa; Μια έρευνα με πρώην τυφλά παιδιά προσπαθεί να δώσει την απάντηση

Ήταν μέσα του 17ου αιώνα όταν ο Άγγλος φιλόσοφος Τζων Λοκ ανέπτυσε τις θεωρίες του σχετικά με την προέλευση της γνώσης. Το βασικό φιλοσοφικό ερώτημα στο οποίο προσπαθούσε να δώσει μια απάντηση ήταν το εάν γενιόμαστε με παντελή έλλειψη γνώσης και μαθαίνουμε καθώς αποκτούμε όλο και περισσότερες εμπειρίες (tabula rasa) ή εάν έχουμε κάποιες -έστω βασικές- γνώσεις ήδη από τη στιγμή που θα γεννηθούμε. Μέσα στο πλαίσιο των φιλοσοφικών του αναζητήσεων ήρθε αντιμέτωπος με ένα ερώτημα κεντρικό για την φιλοσοφία του: εάν ένας εκ γεννετής τυφλός βρει το φως του, θα μπορεί μόνο με την όρασή του να αναγνωρίσει αντικείμενα που έως τώρα τα ήξερε μόνο μέσω της αφής;

Η σύγχρονη νευροεπιστήμη προσπαθεί πλέον να ρίξει φως και σε αυτό το ερώτημα. Μέσω ενός ινδικού προγράμματος αποκατάστασης της όρασης σε παιδιά (Project Prakash), μια ερευνητική ομάδα από το ΜΙΤ κατάφερε να έχει πρόσβαση σε παιδιά με σοβαρά προβλήματα όρασης που μόλις είχαν βρει την όρασή τους1 . Τα παιδιά αυτά έπασχαν από διάφορες ιάσιμες ασθένειες οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την τύφλωσή τους από την πρώτη στιγμή της γέννησής τους. Οι ερευνητές επικεντρώθηκαν σε 5 μεγάλα παιδιά, ηλικίας 8-17 ετών. Τα παιδιά αυτά είχαν εγχειριστεί επιτυχώς και είχαν βρει το φως τους 2 μέρες πριν την εξέτασή τους από την ομάδα του ΜΙΤ. Οι ερευνητές κατασκεύασαν 20 ζεύγη από τρισδιάστατα σχήματα φτιαγμένα με τα γνωστά μας «τουβλάκια» και τα έδειξαν στα παιδιά με τρεις διαφορετικούς τρόπους.

Στην μία περίπτωση τους έδωσαν ένα σχήμα για να το επεξεργαστούν με τα χέρια τους χωρίς όμως να το κοιτάνε. Στη συνέχεια τους έδωσαν δύο άλλα σχήματα να αισθανθούν και στη συνέχεια να πουν πιο από τα δύο σχήματα ήταν αυτό που άγγιξαν στην αρχή. Όπως αναμενόταν, τα παιδιά είχαν εξαιρετικά υψηλά ποσοστά επιτυχίας που έφτασαν το 90%. Στο δεύτερο πείραμα τα παιδιά μπορούσαν να δουν τα σχήματα, αλλά όχι να τα αγγίξουν. Αν και είχαν το φως τους για μόλις 2 μέρες κατάφεραν και πάλι να αναγνωρίσουν σωστά τα σχήματα με πολύ υψηλά ποσοστά επιτυχίας. Στο τρίτο και πιο σημαντικό πείραμα τα παιδιά άγγιξαν το αρχικό σχήμα και αργότερα έπρεπε να επιλέξουν το σωστό σχήμα από μια σειρά από σχήματα τα οποία έβλεπαν, αλλά δεν μπορούσαν να αγγίξουν. Σε αυτό το πείραμα τα αποτελέσματα ήταν αρνητικά. Τα παιδιά δεν μπορούσαν να αναγνωρίσουν οπτικά το αντικείμενο το οποίο μόλις είχαν αγγίξει. Όταν όμως οι ερευνητές κατάφεραν να ξανατρέξουν το τρίτο πείραμα με κάποια από τα ίδια παιδιά μερικές μέρες αργότερα πρόσεξαν ότι το ποσοστό επιτυχίας αυξήθηκε φτάνοντας το 80%.

Είναι δύσκολο να εξηγήσει κάποιος τα αποτελέσματα των πειραμάτων αυτών. Από την μία κάποιος θα μπορούσε να πει πως τα πειράματα αυτά υποδεικνύουν την πλαστικότητα του εγκεφάλου και την γνωστική ευκαμψία που χαρακτηρίζει το ανθρώπινο είδος, ενώ κάποιος άλλος θα μπορούσε να ισχυριστεί ακριβώς το αντίθετο. Στην πρώτη περίπτωση η εξήγηση είναι πως φαίνεται πως αρχικά ο εγκέφαλος προσπαθούσε να γνωρίσει τον κόσμο μέσα από την -ουσιαστικά νέα- αίσθηση της όρασης και καθώς οι μέρες περνούσαν και τα παιδιά ερχόντουσαν σε επαφή με όλο και περισσότερα ερεθίσματα, οπτικά και απτικά, ο εγκέφαλος άρχισε να προσαρμόζεται και να «ανακαλωδιώνεται». Στην δεύτερη περίπτωση όμως κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι το διάστημα των λίγων ημερών μεταξύ της εγχείρισης και των επιτυχημένων πειραμάτων είναι πολύ σύντομο για μια «ανακαλωδίωση» του εγκεφάλου, οπότε η εναλλακτική εξήγηση είναι μια γενετικά προκαθορισμένη προδιάθεση «συνεργασίας» μεταξύ των αισθήσεων.  Δυστυχώς οι ερευνητές δεν μπόρεσαν να συλλέξουν νευρολογικά δεδομένα κατά το διάστημα μεταξύ της εγχείρισης και των πειραμάτων τους, κάτι που θα έδινε πιο ξεκάθαρες απαντήσεις στο ερώτημα του Τζων Λοκ.

Εισαγωγική Φωτογραφία:

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Science Magazine: «Formerly Blind Children Shed Light on a Centuries-Old Puzzle» []
06 Ιαν 2010

Ηθική: θέμα σχετικότητας ;

Τι είναι το καλό και τι το κακό; Ποια είναι τα όρια μεταξύ μιας ηθικής πράξης και μιας ανήθικης; Πως μπορούμε να “μετρήσουμε” ή και να “αυξήσουμε” την ηθικότητα μιας πράξης; Αυτά και παρόμοια ερωτήματα απασχολούν τους φιλοσόφους εδώ και αιώνες. Μεγάλα μυαλά της ανθρωπότητας έχουν προσπαθήσει να διερευνήσουν με τον δικό τους τρόπο ένα καθαρά ανθρώπινο χαρακτηριστικό: την ηθικότητα. Οι Καντ, Καρτέσιος, Αριστοτέλης, Πλάτωνας και Νίτσε είναι μόνο μερικά ενδεικτικά μεγάλα ονόματα φιλοσόφων που ο καθένας έδωσε τις δικές του απαντήσεις στο ερώτημα του τι είναι ηθικό και τι όχι.

Όπως ήταν φυσικό, ένα τόσο μεγάλο και πανανθρώπινο θέμα απασχολεί και την επιστήμη της ψυχολογίας, από πολλές διαφορετικές σκοπιές. Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι, ίσως με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Δρ. Ζιμπάρντο, ενδιαφέρονται να δουν πως οι κοινωνικές συνθήκες μπορούν να αλλάξουν τις συμπεριφορές των ανθρώπων κάνοντας τους περισσότερο ή λιγότερο ηθικούς. Τελικά αυτοί που προβαίνουν σε αποτρόπαιες πράξεις βίας, όπως δολοφονίες, βιασμούς, γενοκτονίες και βασανισμούς ανθρώπων είναι πράγματι λίγοι και αποτελούν τρανταχτές περιπτώσεις ατόμων με σοβαρά ψυχοκοινωνικά προβλήματα (ή και “κόμπλεξ”, όπως λέμε στην καθομιλουμένη), όπως πιστεύουν οι περισσότεροι; Ή μήπως ο καθένας από εμάς είναι σε θέση να βγάλει από μέσα του έναν μικρό ή μεγάλο “δαίμονα”, έτοιμο να διαπράξει το κακό όταν βρεθεί στις κατάλληλες συνθήκες;

Ο Δρ. Ζιμπάρντο στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο “Το φαινόμενο του Λούσιφερ: Πως καλοί άνθρωποι γίνονται κακοί” (Lucifer’s Effect: How Good People Turn Evil), υποστηρίζει πως όλα είναι σχετικά. Δεν υπάρχουν ξεκάθαρα όρια μεταξυ καλού και κακού, αλλά αντίθετα η ηθικότητα εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από εξωτερικούς παράγοντες που επηρεάζουν τη συμπεριφορά μας. Εάν είμαστε μέλη ενός συνόλου που βρίσκεται σε σύγκρουση με μια δαιμονοποιημένη εξω-ομάδα (Εμείς VS οι Άλλοι) τότε είναι πολύ πιο εύκολο να διαπράξουμε αποτρόπαιες πράξεις εναντίον των αντιπάλων όταν λειτουργούμε ως σύνολο. Η ευθύνη της πράξης δεν είναι προσωπική, αλλά αντίθετα “μοιράζεται” στα μέλη της ομάδας ή -πολύ συχνότερα- χρεώνεται σε έναν απώτερο, πάντοτε “καλό”, σκοπό και επομένως εξανεμίζεται1 .

Έρευνες όπως το πασίγνωστο πείραμα της φυλακής του Στανφορντ ή το πείραμα του Μίλγκραμ έδειξαν πως η ανθρώπινη ηθικότητα είναι αρκετά εύπλαστη. Αν βρεθούμε σε ένα βίαιο περιβάλλον ή κάποιος τον οποίο θεωρούμε ανώτερό αναλάβει την ευθύνη των (ανήθικων) πράξεών υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να γίνουμε και εμείς βίαιοι και σαδιστές, αντίθετα πάντα με τις ηθικές αξίες που πιστεύουμε πως έχουμε. Αυτά τα συμπεράσματα φαίνονται πως επαληθεύονται και με εγχώριες έρευνες, όπως αυτή της Δρ. Χαρίτου-Φατούρου2 , η οποία μέσω συνεντεύξεων των βασανιστών της χούντας (ΕΑΜ-ΕΣΑ) διαπίστωσε πως το περιβάλλον παίζει καταλυτικό ρόλο στη “δημιουργία” ατόμων έτοιμα να βασανίσουν τον οποιοδήποτε με μια και μόνη διαταγή.

Οι φιλόσοφοι και οι ψυχολόγοι που ασχολούνται με το αίσθημα της ηθικής στις έρευνές τους συχνά χρησιμοποιούν κάποια παραδείγματα στα οποία το υποκείμενο έρχεται αντιμέτωπο με ένα ηθικό δίλημμα και πρέπει να πάρει μια απόφαση η οποία έχει μια ηθική και μια ανήθικη πλευρά. Το ενδιαφέρον εστιάζεται στην ερμηνεία που δίνουν τα άτομα στην επιλογή τους. Ένα πολύ κλασσικό παράδειγμα του οποίου παραλλαγές χρησιμοποιούνται συνέχεια είναι το ακόλουθο. Έστω πως ένα τραίνο γεμάτο με 8 ανθρώπους κατευθύνεται προς τον γκρεμό. Εσείς είστε σε ένα σταυροδρόμι και μπορείτε να αλλάξετε τροχιά στο τραίνο στέλνοντάς το προς μια άλλη κατεύθυνση -σώζοντας έτσι τη ζωή των 8 επιβατών- στην οποία όμως βρίσκονται άλλα 2 άτομα τα οποία και θα σκοτωθούν σε περίπτωση που το τραίνο περάσει από πάνω τους. Τι κάνετε; Αφήνετε το τραίνο να πέσει στον γκρεμό ή επεμβαίνετε και σώζετε τα 8 άτομα θυσιάζοντας τα 2;

Το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού θα απαντούσε πως θα έσωζε τα 8 άτομα θυσιάζοντας τα άλλα δύο, με γνώμονα το γενικό καλό που θα έκαναν. Όταν όμως οι αριθμοί αλλάζουν, αλλάζουν και οι απαντήσεις. Όσο περισσότερα άτομα θυσιάζονται τόσο μεγαλύτερος αριθμός ατόμων πρέπει να σώζεται3 . Όταν οι αριθμοί είναι οριακοί (4 άτομα θυσιάζονται, 5 σώζονται) τόσο πιο άβολα νιώθουμε με την επιλογή μας.

Μήπως όμως η ηθικότητα δεν είναι απλά θέμα αριθμών, αλλά θέμα ερμηνείας; Ας δούμε ένα άλλο παράδειγμα ηθικού προβλήματος που κάνει εμφανές αυτό το ζήτημα.

Ένας επιχειρηματίας καλείται να πάρει μια απόφαση σχετικά με το εάν θα επεκτείνει την επιχείρησή του. Οι σύμβουλοί του του λένε πως εάν επεκτείνει την επιχείρησή του θα κάνει μεγάλο κακό στο περιβάλλον και θα εξαντλήσει όλους τους φυσικούς πόρους της περιοχής. Αυτός όμως απαντάει πως η πρώτη του προτεραιότητα είναι να αυξήσει το κέρδος του, οπότε δεν τον νοιάζει εάν θα καταστραφεί ή όχι το φυσικό περιβάλλον. Τελικά επεκτείνεται η επιχείρηση και πράγματι το περιβάλλον καταστρέφεται.

Πως κρίνετε την απόφαση του επιχειρηματία, βάσει της επίπτωσής της στο περιβάλλον; Ηθική ή όχι; Οι περισσότεροι απαντάνε πως η τελική απόφασή του είναι μάλλον ανήθικη καθώς ήξερε το κακό που θα κάνει στο περιβάλλον και παρόλα αυτά επέκτεινε την επιχείρησή του.

Ας δούμε τώρα το ίδιο πρόβλημα ελαφρώς διαφοροποιημένο (οι διαφορές είναι υπογραμμισμένες).

Ένας επιχειρηματίας καλείται να πάρει μια απόφαση σχετικά με το εάν θα επεκτείνει την επιχείρησή του. Οι  σύμβουλοί του του λένε πως εάν επεκτείνει την επιχείρησή του θα κάνει επίσης πολύ καλό στο περιβάλλον μιας και θα προστατεύσει την περιοχή και θα εμπλουτίσει τους φυσικούς πόρους της. Αυτός όμως απαντάει πως η πρώτη του προτεραιότητα είναι να αυξήσει το κέρδος του, οπότε δεν τον νοιάζει εάν θα καταστραφεί ή όχι το φυσικό περιβάλλον. Τελικά επεκτείνεται η επιχείρηση και πράγματι το περιβάλλον προστατεύεται και εμπλουτίζεται.

Πως κρίνετε τώρα την απόφαση του επιχειρηματία, βάσει της επίπτωσης που είχε στο περιβάλλον; Ηθική ή όχι; Οι μόνες διαφορές στις δύο ιστορίες είναι πως το τελικό αποτέλεσμα είναι θετικό στη μία και αρνητικό στην άλλη. Κάποιος θα περίμενε πως μιας και στην πρώτη ιστορία η απόφαση του επιχειρηματία κρίθηκε ως ανήθικη, στην δεύτερη θα έχει κριθεί ως ηθική. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει, καθώς και πάλι οι περισσότεροι απαντάνε πως η πράξη του είναι ανήθικη γιατί σκοπός του δεν είναι να σώσει το περιβάλλον, αλλά να αυξήσει το κέρδος του. Η ερμηνεία των χαρακτήρων που γίνεται στις δύο ιστορίες είναι διαφορετική, και αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αλλαγή των κριτηρίων βάσει των οποίων κρίνεται η ηθικότητα μιας πράξης.

Είναι γνωστό πως διαφοροποιώντας ελαφρώς τη διατύπωση μιας ερώτησης ή την περιγραφή ενός γεγονότος, μπορεί να αλλάξει και η τελική ερμηνεία τους, με αποτέλεσμα ανάπτυξη διαφορετικών συμπεριφορών. Παρόμοια αποτελέσματα μπορεί να έχει και η διατύπωση ενός ηθικού διλήμματος η οποία μπορεί κάλλιστα να δημιουργήσει μια τάση προς την μια ή την άλλη πλευρά. Αυτού του είδους οι διαπιστώσεις είναι γνωστές και στους πολιτικούς οι οποίοι, παίζοντας με τις λέξεις, προσπαθούν να πείσουν υπέρ της αναγκαιότητας και -κυρίως- της ηθικότητας των αποφασεών τους.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε πως η ηθική εν τέλει φαίνεται πως είναι ένα πολύ σχετικό θέμα. Εξαρτάται από την διατύπωση του ηθικού ζητήματος, τις προδιαθέσεις μας, τις κοινωνικές συνθήκες αλλά και το αναμενόμενο τελικό αποτέλεσμα. Βλέπουμε πως το καλό και το κακό δεν έχουν ξεκάθαρα όρια. Μια πράξη που σε μια δεδομένη στιγμή μας φαίνεται απολύτως ηθική και δικαιολογημένη, μπορεί στο επόμενο λεπτό να είναι εντελώς ανήθικη. Στις δύσκολες εποχές που ζούμε οι οποίες αποτελούν πρόσφορο έδαφος για κάθε είδους εχθρικά συναισθήματα απέναντι σε συνανθρώπους μας (πολυεπίπεδος ρατσισμός, ανταγωνιστικότητα, μεταναστευτικά ζητήματα, οικονομική ανέχεια κ.α.) πρέπει να έχουμε όλα αυτά στο νου μας όταν καλούμαστε να πάρουμε δύσκολες αποφάσεις, κυρίως όταν βάσει αυτών διακυβέβεται η ζωή τρίτων.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Zimbardo, P. (2009). “The Lucifer Effect: How Good People Turn Evil”. Random House Group: London. []
  2. Χαρίτου-Φατούρου, Μ. (2003). “Ο Βασανιστής ως Όργανο της Κρατικής Εξουσίας: Ψυχολογικές Καταβολές”. Ελληνικά Γράμματα: Αθήνα. []
  3. Medical News Today: “Moral Dilemma Scenarios Prone to Biases” []
17 Μαρ 2009

Η Εξελικτική Ψυχολογία της Θρησκείας

στο προηγούμενο post και τιμής ένεκεν της χρονιάς του Δαρβίνου, αποφάσισα να αναδημοσιεύσω μια ομιλία του Δρ. Steven Pinker σχετικά με την εξελικτική ψυχολογία της θρησκείας. Το κείμενο μεταφράστηκε και αναδημοσιεύεται μετά από γραπτή άδεια του Δρ. Pinker, οπότε για το συγκεκριμένο κείμενο δεν ισχύουν οι συνήθεις κανόνες copyright του Ψυχολογείν. Οι υπότιτλοι των διάφορων ενοτήτων προστέθηκαν εκ των υστέρων για να διευκολύνουν την ανάγνωση. Ελπίζω πως θα το βρείτε ενδιαφέρον.


Του Δρ. Steven Pinker*

Η ομιλία δόθηκε στην ετήσια συνάντηση του Ιδρύματος Ελευθερίας από την Θρησκεία, στις 29 Οκτωβρίου 2004, κατά την παράδοση του βραβείου «Τα Νέα Ρούχα του Αυτοκράτορα»

Σας ευχαριστώ πολύ για την μεγάλη τιμή που μου κάνετε. Ανυπομονώ να διακοσμήσω το γραφείο μου στο Χάρβαρντ με τον Αυτοκράτορα. Πρόκειται για μία ειδική τιμή να βρίσκομαι εδώ προς αναγνώριση των επιτευγμάτων της Άνι Γκέιλορ (Anne Gaylor) και θα ήθελα να εκφράσω την εκτίμησή μου για την υπέροχη δουλειά που έχει κάνει σ’αυτό το Ίδρυμα.

Έχουμε πράγματι το «γονίδιο του Θεού» ή ένα «θεϊκό κύκλωμα»; Αναφέρομαι σε μερικούς ισχυρισμούς που πολλοί από εσάς ίσως να έχετε υπόψην. Πριν από μόλις μια εβδομάδα το περιοδικό Times κυκλοφόρησε με το εξώφυλλο: «Το Γονίδιο του Θεού: η θεότητα μας ωθεί στην αναζήτηση μιας ανώτερης δύναμης;». Είτε το πιστεύετε, είτε όχι, μερικοί επιστήμονες απαντούν θετικά στο ερώτημα αυτό. Πριν από λίγα χρόνια κάποιοι ισχυρίζονταν πως ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι εξοπλισμένος με ένα υποσύστημα διαμορφωμένο από την εξέλιξη το οποίο ευθύνεται για την θρησκευτική πίστη. Σύμφωνα με τους Λος Άντζελες Ταιμς , «αυτό το θεϊκό κύκλωμα επηρεάζει την ένταση της θρησκευτικότητας». Στην σημερινή μου ομιλία θα ήθελα να κάνω μια αξιολόγηση αυτών των ισχυρισμών.

Σίγουρα μπροστά μας υπάρχει ένα φαινόμενο προς εξήγηση, και αυτό δεν είναι άλλο από την θρησκευτική πίστη. Σύμφωνα με εθνολογικές μελέτες, η θρησκευτική πίστη είναι πανανθρώπινο φαινόμενο. Σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες οι άνθρωποι πιστεύουν ότι η ψυχή συνεχίζει να υπάρχει και μετά το φυσικό θάνατο, ότι οι θρησκευτικές τελετές μπορούν να αλλάξουν τον φυσικό μας κόσμο και να μας φέρουν αντιμέτωπους με την αλήθεια, αλλά και και πως οι αρρώστιες και η κακοτυχία γιατρεύονται μέσω διάφορων αόρατων προσωποποιημένων οντοτήτων όπως πνεύματα, φαντάσματα, άγιοι, δαίμονες, Χερουβίμ ή πρόσωπα όπως ο Ιησούς, οι διάβολοι και οι θεοί.

Κάποιος θα μπορούσε κάλλιστα να ρωτήσει: αυτό το φαινόμενo απαντάται σε όλες τις κοινωνίες; Η απάντηση είναι πως ναι, σε όλες. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα μιας κοινωνίας με την οποία είμαστε όλοι οικείοι, αυτό των Η.Π.Α. Την τελευταία φορά που έλεγξα τα αποτελέσματα ερευνών γύρω από θρησκευτικά θέματα, το 25% των Αμερικανών πίστευε στις μάγισσες, το 50% στα φαντάσματα, το 50% τον διάβολο, το 50% πίστευε πως το περιεχόμενο της Γενέσεως (σ.σ. το πρώτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης) είναι αληθές κυριολεκτικά, το 69% πίστευε στους αγγέλους, το 87% πίστευε πως ο Ιησούς αναστήθηκε από τους νεκρούς και το 96% πίστευε σε κάποια μορφή ανώτερης θεϊκής δύναμης.

Τι συμβαίνει λοιπόν;  Ο ανθρώπινος νους από πολλές απόψεις φαίνεται είναι μια καλοφτιαγμένη μηχανή. Βέβαια, δεν είναι κυριολεκτικά μια καλοφτιαγμένη μηχανή αλλά έχει την εμφάνιση και τα χαρακτηριστικά μιας καλής μηχανής υπό τη βιολογική σκοπιά του όρου. Για παράδειγμα, μπορούμε να βλέπουμε, να σκεφτόμαστε, να μιλάμε, να κατανοούμε και γενικά να επιτυγχάνουμε στόχους καλύτερα από οποιοδήποτε ρομπότ ή υπολογιστή. Δεν μπορούμε να πάμε στην Σίρκουιτ Σίτυ και να αγοράσουμε το ρομπότ-οικιακή βοηθό των Τζετσονς (σ.σ. φουτουριστική εκπομπή κινουμένων σχεδίων) και να περιμένουμε πως θα είναι ικανό να πλένει τα πιάτα ή να κάνει απλές καθημερινές δουλειές. Τέτοιου είδους εργασίες είναι πολύ δύσκολες για κάποιο ανθρώπινο δημιούργημα όπως είναι ένα ρομπότ, παρόλο που ένα πεντάχρονο παιδί θα μπορούσε να τις κάνει χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Η εξήγηση αυτής της καλοφτιαγμένης μηχανής έρχεται μέσα από την δαρβίνια θεωρία της Εξέλιξης, της μόνης θεωρίας που έχουμε προς το παρόν η οποία είναι σε θέση να εξηγήσει με όρους αίτιου-αιτιατού την αυταπάτη του σχεδιασμού αυτής της μηχανής.

Το ερώτημα που γεννάται όμως είναι πως γίνεται μέσα σε αυτόν τον μηχανισμό να εξελίχθηκαν και οι παράλογες δοξασίες; Ο Χένρι Λούις Μένκεν (H.L. Mencken ) είπε πως «η πιο κοινή από όλες τις τρελές αντιλήψεις είναι η παθιασμένη πίστη σε κάτι που είναι εξόφθαλμα μη αληθές. Αυτή είναι η κύρια απασχόληση της ανθρωπότητας». Αυτή η δήλωση εκφράζει ένα αίνιγμα για τους ψυχολόγους.

Μια εξήγηση είναι πως η θρησκευτική πίστη είναι άλλη μια περιβαλλοντική προσαρμογή. Πολλές από τις ικανότητες και τις αυτόματες συμπεριφορές μας είναι προϊόν προσαρμογών οι οποίες έγιναν ώστε να μπορούμε να ανταποκριθούμε όσο το δυνατόν καλύτερα στον κόσμο στον οποίο ζούμε. Έχουμε την ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε το βάθος σε μια εικόνα επειδή ο κόσμος μας είναι τρισδιάστατος. Έχουμε έναν ενδογενή φόβο για τα φίδια επειδή τα φίδια στο περιβάλλον μας είναι επικίνδυνα.

Ίσως, από την άλλη, να υπάρχει πράγματι μια αόρατη, θαυματουργή θεότητα που μας προσέχει και μας ανταμείβει και πράγματι να έχουμε αυτό το θεϊκό εγκεφαλικό κύκλωμα ώστε να μπορούμε να επικοινωνούμε μαζί της. Ως επιστήμονας μου αρέσει να αντιμετωπίζω τα ερωτήματα ως υποθέσεις που μπορούν να ελεγχθούν και αυτή η εναλλακτική υπόθεση μπορεί να ελεγχθεί. Βάσει αυτής, για παράδειγμα, τα θαύματα θα έπρεπε να είναι παρατηρήσιμα, η επιτυχία στην ζωή να ισούται με αρετή και η ο πόνος με την αμαρτία. Δεν γνωρίζω κάποιον που να προχώρησε σε τέτοιου είδους έρευνες, αλλά θα μπορούσα να πω πως έχουμε αρκετούς λόγους να πιστεύουμε πως αυτή η υπόθεση δεν έχει επαληθευτεί. Υπάρχει μια παροιμία των Γίντις που λέει πως «Αν ο Θεός κατοικούσε στην Γη, οι άνθρωποι θα είχαν σπάσει τα παράθυρά του».

Η θρησκεία ως εξελικτικός μηχανισμός

Έχουν γίνει και άλλες, πιο ευλογοφανείς προσπάθειες επεξήγησης της θρησκευτικής πίστης ως βιολογικό μηχανισμό προσαρμογής. Αν και η δαρβινική θεώρηση του ψυχικού μας κόσμου με καλύπτει σε μεγάλο βαθμό, δεν θεωρώ πως αυτού του είδους οι επεξηγήσεις είναι αρκετά πειστικές.

Η πρώτη από αυτές είναι πως η θρησκεία μας ανακουφίζει. Ιδέες όπως ο καλός ποιμένας, το θεϊκό σχέδιο, ή η μεταθανάτια ζωή κάνουν την ζωή μας λιγότερο επίπονη και μας κάνουν να αισθανόμαστε καλύτερα. Φυσικά υπάρχουν ψεγάδια αλήθειας σε αυτήν την επεξήγηση, αλλά δεν είναι μια ικανοποιητική θεωρία βιολογικής προσαρμογής, καθώς αυτόματα εγείρει το ερώτημα γιατί οι άνθρωποι βρίσκουν ανακούφιση σε λανθασμένες πεποιθήσεις. Το να πιστεύεις πως κάτι ισούται με Χ, αυτό αυτόματα δεν κάνει και την πεποίθησή σου αληθή. Δεν υπάρχει κανένας λόγος η σκέψη και μόνο πως κάτι είναι Χ να είναι ανακουφιστική, εφόσον δεν έχεις κανέναν λόγο να πιστεύεις πως είναι πράγματι έτσι. Σκεφτείτε το ακόλουθο: όταν έχετε παγώσει από το κρύο και κάποιος σας πει πως είστε ζεστοί, ή όταν σας κυνηγά ένα μανιασμένο σαρκοφάγο ζώο και κάποιος σας πει πως το ζώο είναι απλά ένα λαγουδάκι αυτές οι σκέψεις δεν σας ανακουφίζουν ιδιαίτερα. Σε γενικές γραμμές δεν είμαστε τόσο ευκολόπιστοι. Γιατί όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά όσον αφορά την θρησκευτική πίστη;

Η δεύτερη υπόθεση που έχει διατυπωθεί είναι πως η η θρησκεία δυναμώνει τους δεσμούς μια κοινότητας. Όσοι διαβάσατε το άρθρο των Τάιμς στο οποίο αναφέρθηκα πριν ίσως γνωρίζετε κάποια πράγματα γι’ αυτή την θεωρία, μιας και οΝτέν Χάμερ (Dean Hamer ) του οποίου το βιβλίο «Το γονίδιο του Θεού» ήταν η έμπνευση για το εν λόγω εξώφυλλο των Τάιμς, ανέπτυξε αυτή την υπόθεση ως μια πιθανή εξήγηση της θρησκείας. Και πάλι θεωρώ πως υπάρχουν ψεγάδια αλήθειας και σε αυτή τη θεωρία, μιας και όντως η θρησκεία φέρνει τα μέλη μιας κοινότητας πιο κοντά. Αλλά και πάλι γεννάται το ίδιο ερώτημα: γιατί; Γιατί η πίστη σε πνεύματα ή σε μυστικιστικές τελετές να είναι απαραίτητο συστατικό για να ενδυναμωθούν οι δεσμοί μιας κοινότητας, με απώτερο σκοπό φυσικά την επιβίωσή της; Γιατί τα συναισθήματα της εμπιστοσύνης, της αφοσίωσης, της φιλίας και της αλληλεγγύης δεν είναι αρκετά από μόνα τους; Δεν υπάρχει κάποιος a priori λόγος να θεωρούμε πως η πίστη στην ψυχή ή σε μια θρησκευτική τελετή βοηθάει άμεσα την συνεργασία μεταξύ ανεξάρτητων μονάδων.

Μία τρίτη θεωρία είναι πως η θρησκεία είναι η πηγή των ανώτερων ηθικών αξιών μας. Όσοι έχετε διαβάσει το βιβλίο «Rock of Ages» του Στήβεν Γκουλντ (Steven Jay Gould) γνωρίζετε αυτό το επιχείρημα: εφόσον η επιστήμη δεν μπορεί να μας πει ποιες  θα πρέπει να είναι οι ηθικές μας αξίες, η θρησκεία είναι εκεί για να αναλάβει αυτό το ρόλο και γι’ αυτό αυτές οι δύο «αυθεντίες» θα πρέπει να δείχνουν σεβασμό η μία προς την άλλη. Το μεγάλο πρόβλημα με αυτήν την επεξήγηση είναι εμφανές σε όποιον έχει διαβάσει τη Βίβλο η οποία είναι ένα εγχειρίδιο για βιασμούς, γενοκτονίες και καταστροφή. Ο Θεός λέει στους Ισραηλίτες να εισβάλουν στα χωριά της Μαδιάμ : «Σκοτώστε όλους τους άνδρες, σκοτώστε όλα τα παιδιά, σκοτώστε όλες τις ηλικιωμένες γυναίκες. Τις νεαρές γυναίκες που βρίσκετε ελκυστικές φέρτε τες πίσω στο στρατόπεδό σας, ξυρίστε τα κεφάλια τους και κλειδώστε τες σε ένα δωμάτιο για 30 ημέρες έως ότου σταματήσουν να κλαίνε γιατί σκοτώσατε τους γονείς τους και τότε πάρτε τες ως τέταρτες ή πέμπτες συζύγους σας»(σ.σ. Παλαιά Διαθήκη, Κεφ. 31). Έτσι βλέπουμε πως η Βίβλος, αντίθετα με τα όσα πιστεύει η πλειονότητα των Αμερικανών, μόνο πηγή ανώτερων ηθικών αξιών δεν είναι. Οι θρησκείες είχαν ως αποτέλεσμα λιθοβολισμούς, κάψιμο μαγισσών,τις Σταυροφορίες, την Ιερά Εξέταση, ιερούς πολέμους (Τζιχάντ ), βομβιστές αυτοκτονίας, το κυνήγι των ομοφυλόφιλων, ανθρώπους που πυροβολούν εν ψυχρώ το προσωπικό κλινικών που κάνουν εκτρώσεις αλλά και μητέρες που έπνιξαν τα παιδιά τους ώστε να μπορούν να ξανασυναντηθούν αγαπημένοι στον παράδεισο.

Οι ηθικές αξίες δεν πηγάζουν απαραίτητα από τη θρησκεία. Οι ψυχολόγοι έχουν εντοπίσει πολλά συναισθήματα που είναι πανανθρώπινα, όπως η αγάπη, η συμπόνοια, η γενναιοδωρία, η ενοχή, η ντροπή και η αγανάκτηση. Η πίστη σε πνεύματα δεν έχει άμεση σχέση με αυτά. Οι ηθικοί φιλόσοφοι όπως ο Πήτερ Σίνγκερ (Peter Singer) οι οποίοι εξετάζουν εξονυχιστικά την έννοια της ηθικότητας έχουν καταστήσει εμφανές πως η ηθική  λογικά έχει τις ρίζες της στην εναλλαξιμότητα των ενδιαφερόντων μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας. Τα παγκόσμια ηθικά συστήματα συλλαμβάνουν με κάποιο τρόπο αυτή την ιδέα της εναλλαξιμότητας των ενδιαφερόντων και των οπτικών γονιών μας, αυτή την ιδέα δηλαδή του χρυσού κανόνα πως «είμαι απλά ένα άτομο μεταξύ άλλων». Πάνω σε αυτόν τον κανόνα βασίζονται άλλωστε και οι ιδέες όπως ο «συνεχώς επεκτεινόμενος κύκλος» του Σίνγκερ αλλά το «πέπλο της άγνοιας» του Τζον Ρολς (John Rawls). Ένας ανθρωπόμορφος θεός- τιμωρός που φέρνει την δικαιοσύνη δεν έχει θέση στην προσπάθεια επεξήγησης της ηθικότητας.

Για να απαντήσει κανείς στο ερώτημα «Γιατί ο Homo Sapiens έχει τόσο έντονη τάση προς τη θρησκευτική πίστη;» πρέπει αρχικά να κάνει τη διάκριση μεταξύ των συμπεριφορών που είναι άμεσα προϊόντα της φυσικής προσαρμογής υπό τη Δαρβινική έννοια του όρου και των συμπεριφορών που είναι υποπροϊόντα αυτής της προσαρμογής. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα: γιατί το αίμα μας είναι κόκκινο; Το κόκκινο αίμα μας δίνει κάποιο ιδιαίτερο πλεονέκτημα (π.χ. καμουφλάρισμα από πιθανούς κινδύνους); Αυτό είναι μάλλον απίθανο. Η εξήγηση του λόγου για τον οποίο έχουμε κόκκινο αίμα είναι πως μέσω της φυσικής προσαρμογής επικράτησε η μεταφορά του οξυγόνου μέσω ενός συγκεκριμένου μορίου, της αιμογλοβίνης. Η αιμογλοβίνη τυγχάνει να έχει κόκκινο χρώμα όταν είναι οξυγονωμένη, οπότε το κόκκινο χρώμα του αίματός μας είναι απλά ένα υποπροϊόν της απαραίτητης χημείας που κρύβεται πίσω από τη μεταφορά του οξυγόνου στο σώμα μας. Το χρώμα αυτό καθ’ αυτό δεν έχει επικρατήσει βάσει της φυσικής προσαρμογής.

Για να ξεχωρίσουμε την φυσική προσαρμογή από τα υποπροϊόντα της το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να σιγουρευτούμε πως το υπό εξέταση χαρακτηριστικό αναπτύσσεται κάτω από διαφορετικά περιβάλλοντα και πως εμφανίζεται καθολικά στα μέλη του είδους. Αυτός ο κανόνας για παράδειγμα μας επιτρέπει να αποφανθούμε πως η ανάγνωση δεν αποτελεί βιολογική προσαρμογή. Τα παιδιά δεν μαθαίνουν αυτόματα ανάγνωση, καθώς χρειάζεται κάποιος να τους διδάξει πρώτα, σε αντίθεση με την ομιλία η οποία αποτελεί βιολογική προσαρμογή, μιας και εμφανίζεται σε όλα τα παιδιά με φυσιολογική ανάπτυξη ανεξαρτήτως της κοινωνίας στην οποία μεγάλωσαν.

Το δεύτερο κριτήριο είναι να μπορεί να ειπωθεί πως το χαρακτηριστικό αυτό θα μπορούσε να έχει βοηθήσει στην επιβίωση και την αναπαραγωγή του είδους μέσα στα πλαίσια του περιβάλλοντός του στο οποίο αναπτύχθηκε. Αυτό στην περίπτωση του ανθρώπινου είδους είναι ένα περιβάλλον στο οποίο ο άνθρωπος ήταν τροφοσυλλέκτης και κυνηγός, συμπεριφορές που ήταν παρούσες πολύ πριν την σχετικά πρόσφατη ανάπτυξη της αγροτικής καλλιέργειας και του πολιτισμού.

Ένα σημαντικό στοιχείο του δεύτερου κριτηρίου είναι πλεονέκτημα που έδωσε (ή που συνεχίζει να δίνει) το υπό εξέταση χαρακτηριστικό να είναι σε συμφωνία με τους νόμους της φυσικής, της μηχανικής και της χημείας, ώστε το αποτέλεσμα της προσαρμογής να καθίσταται χρήσιμο. Αυτή η χρησιμότητα βεβαίως δεν πρέπει να καθορίζεται εκ των υστέρων, γιατί έτσι δεν έχουμε μια λογική εξελικτική επεξήγηση αλλά ένα παραμύθι. Ένας τρόπος για να διαχωρίσουμε αυτές τις δύο διαφορετικές επεξηγήσεις είναι να εξετάσουμε την εξελικτική χρησιμότητα του υπό εξέταση γνωρίσματος από μια ανεξάρτητη σκοπιά.

Επί παραδείγματι, μέσω της προβολικής γεωμετρίας κάποιος μπορεί να δείξει πως με τον συνδυασμό δύο εικόνων του ίδιου τοπίου από δύο διαφορετικές κάμερες/οπτικές γωνίες, είναι δυνατόν να υπολογιστεί το βάθος των αντικειμένων. Οι άνθρωποι και άλλα πρωτεύοντα θηλαστικά είμαστε εφοδιασμένοι με τέτοιου τύπου βιολογικές κάμερες οι οποίες μας βοηθούν στην στερεοσκοπική αντίληψη του κόσμου γύρω μας. Αυτές οι κάμερες είναι ακριβώς αυτό που θα περνούσε από το μυαλό των μηχανικών εάν ήθελαν να δημιουργήσουν ένα ρομπότ εφοδιασμένο με αντίληψη του βάθους. Αυτή η ομοιότητα είναι ένας αρκετά καλός λόγος να πιστεύουμε πως η ικανότητά μας για στερεοσκοπική αντίληψη βάθους είναι μια εξελικτική προσαρμογή.

Το ίδιο συμβαίνει και με τον φόβο των φιδιών. Σε όλες τις κοινωνίες οι άνθρωποι φοβούνται τα φίδια. Μάλιστα αυτός ο φόβος παρουσιάζεται ακόμη και σε μαϊμούδες που μεγάλωσαν σε ένα εργαστηριακό περιβάλλον και δεν έχουν δει ποτέ τους φίδια. Γνωρίζουμε από την ερπετολογία πως τα φίδια ήταν ένα από τα κυρίαρχα είδη στην Αφρική, κατά τη διάρκεια της εξέλιξής μας, όπως επίσης γνωρίζουμε πως το να σε δαγκώσει ένα φίδι δεν είναι καλό λόγω της χημείας του δηλητηρίου του φιδιού. Είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε πως αυτή καθ’ αυτή  η επικινδυνότητα  των φιδιών λόγω των δηλητηρίων τους δεν είναι ένα ψυχολογικό φαινόμενο, αλλά βάσει αυτής αναπτύχθηκε το σύγχρονο ψυχολογικό φαινόμενο, αυτό της έμφυτης φοβίας προς τα φίδια, κάτι που όπως βλέπουμε είναι εύλογο να υποθέσουμε πως αποτελεί εξελικτική προσαρμογή.

Ένα τρίτο παράδειγμα είναι η τάση να μας αρέσουν τα γλυκά φαγητά. Φυσικά δεν πρόκειται για κάποια τρομερά εξελικτική συμπεριφορά πλέον, αλλά ξέρουμε από την βιοχημεία πως η ζάχαρη περιέχει πολλές θερμίδες, κάτι που θα μπορούσε να είναι σωτήριο σε μια εποχή που οι πηγές τροφής ήταν περιορισμένες. Γι’ αυτό το λόγο αυτή η τάση μπορεί να θεωρηθεί μια ακόμη εξελικτική προσαρμογή.

Εν αντιθέσει με τα παραπάνω παραδείγματα, δεν είναι ξεκάθαρο ποια είναι η εξελικτική λειτουργικότητα του χιούμορ ή της μουσικής. Θεωρώ πως οι επεξηγήσεις της θρησκείας στις οποίες αναφέρθηκα ήδη έχουν το ίδιο ακριβώς πρόβλημα: δεν υπάρχει κάποια ανεξάρτητη και λογική εξήγηση του λόγου για τον οποίο φάνηκε χρήσιμη στο είδος μας.

Τα οφέλη της θρησκείας για τους «παραγωγούς» και τους «καταναλωτές» της

Η εναλλακτική θεωρία είναι βεβαίως πως όπως ακριβώς το χρώμα του αίματος, έτσι και η θρησκεία είναι ένα υποπροϊόν άλλων προσαρμογών. Ένα πολύ σημαντικό πόρισμα της θεωρίας της Εξέλιξης είναι πως η μάχη της επιβίωσης μεταξύ οργανισμών -είτε ανήκουν στο ίδιο είδος, είτε σε διαφορετικό- οδηγούν σε έναν ιδιότυπο  «ανταγωνισμό εξοπλισμών». Ο ένας οργανισμός αναπτύσσει πιο έξυπνα ή πιο θανατηφόρα όπλα, ο άλλος απαντάει αναπτύσσοντας ακόμη πιο ευφυείς άμυνες κ.ο.κ. Σε κάθε στάδιο κατά τη διάρκεια αυτού του αέναου ανταγωνισμού ένα χαρακτηριστικό μπορεί να είναι προσαρμοστικό για έναν οργανισμό, αλλά όχι για τους αντιπάλους του, εφόσον το όπλο του πρώτου είναι ανώτερο της άμυνας του δεύτερου. Και αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που δεν είναι όλες οι συμπεριφορές προσαρμοστικές, τουλάχιστον όχι για όλους τους οργανισμούς. Κάτι που είναι προσαρμοστικό για το λιοντάρι δεν είναι για το πρόβατο.

Οπότε, μια αναδιατύπωση της ερώτησης «Γιατί η θρησκεία είναι τόσο διαπεραστική;» είναι το ερώτημα «Ποιος ωφελείται από αυτή;». Για να το θέσω και αλλιώς, πρέπει να διαχωρίσουμε τα πιθανά οφέλη των παραγωγών της θρησκείας (το θρησκευτικό κατεστημένο των ιερέων) από τα οφέλη των καταναλωτών της (το ποίμνιο, οι πιστοί). Η απάντηση μπορεί να είναι διαφορετική σε αυτές τις δύο περιπτώσεις. Οπότε, πρέπει να διαφοροποιήσουμε την ερώτηση «Ποιο είναι το όφελος από την χάραξη της θρησκείας από τους σαμάνους, τους ιερείς και λοιπούς;» από την ερώτηση «Ποιο είναι το όφελος της αποδοχής της θρησκείας από τους πιστούς;».

Ορισμένοι ανθρωπολόγοι πιστεύουν πως τα οφέλη της θρησκείας γίνονται εμφανή σε αυτούς που προκαλούν την θρησκευτική πίστη σε τρίτους. Ένα κοινό χαρακτηριστικό όλων των θρησκειών είναι η λατρεία των προγόνων. Αυτή η προγονολατρεία ακούγεται πολύ καλή σε κάποιον ο οποίος ξέρει πως σε λίγα χρόνια θα γίνει και ο ίδιος πρόγονος. Ένα από τα μειονεκτήματα του γήρατος είναι η συνειδητοποίηση της θνητής μας φύσης. Εάν καταφέρεις να πείσεις τους ανθρώπους γύρω σου πως θα συνεχίσεις να αλληλεπιδράς μαζί τους ακόμη και μετά τον θάνατό σου, αυτό τους δίνει ένα κίνητρο να σου φέρονται καλά έως και την τελευταία μέρα της ζωής σου.

Οι τροφικές απαγορεύσεις είναι επίσης πολύ συχνές σε όλες τις θρησκείες. Εάν καταφέρεις να αποτρέψεις την βρώση μιας συγκεκριμένης τροφής, ιδιαίτερα ζωικής προέλευσης, από παιδιά κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου της ζωής τους, αυτά θα μεγαλώσουν έχοντας αναπτύξει το αίσθημα της αηδίας απέναντι και μόνο στη σκέψη του να φάνε αυτό το απαγορευμένο φαγητό. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που οι περισσότεροι από εμάς δεν τρώμε σκυλιά, εγκεφάλους πιθήκων ή σκουλήκια, αν και σε άλλες κοινωνίες αυτές οι τροφικές προτιμήσεις είναι συνηθισμένες. Υπάρχουν επίσης και οικολογικοί λόγοι που προκαλούν την ανάπτυξη τροφικών απαγορεύσεων, όπως επίσης υπάρχουν και λόγοι που καθιστούν απαραίτητο τον έλεγχο των τροφών μέσα στις κάθε κοινωνίες. Από τη στιγμή που δύο γειτνιάζουσες κοινωνίες έχουν διαφορετικές διατροφικές συνήθειες, εάν κρατήσεις τα μέλη της κοινωνίας σου μακριά από τις διατροφικές συνήθειες των άλλων, τότε αυτόματα μειώνεις την πιθανότητα να φύγουν από τη δική σου ομάδα και να πάνε στην άλλη.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό των θρησκειών είναι οι τελετές περάσματος από μία κατάσταση σε μια άλλη. Πολλές κοινωνικές αποφάσεις πρέπει να γίνουν με ένα κατηγορηματικό «ναι ή όχι», ή με ένα «όλο ή τίποτα». Αλλά η βιολογική ανάπτυξη είναι συνεχής και με λιγότερο ξεκάθαρα όρια μεταξύ των διάφορων σταδίων. Ένα παιδί δεν γίνεται ενήλικας από τη μια μέρα στην άλλη. Αλλά παρόλα αυτά πρέπει να πάρουμε κάποιες αποφάσεις όπως πότε κάποιος έχει δικαίωμα ψήφου, πότε μπορεί να οδηγήσει ή να αγοράσει όπλα. Δεν υπάρχει κάτι μαγικό στην ηλικία των 13 ή των 18 ή σε οποιαδήποτε άλλη ηλικία. Απλά είναι πιο εύκολο να ορίσουμε αυθαίρετα μια ηλικία μετά την οποία ένα άτομο θεωρείται ώριμο για κάτι, παρά να ελέγχουμε τον βαθμό ωριμότητας του καθενός κάθε φορά που θέλει, για παράδειγμα, να αγοράσει αλκοόλ. Οι θρησκευτικές τελετές οριοθετούν διάφορα στάδια της ζωής των πιστών, λειτουργώντας παρόμοια με μία αστυνομική ταυτότητα. Μια ακόμη λιγότερο ξεκάθαρη οριοθέτηση στις κοινωνίες μας είναι το έως πότε κάποιος είναι ελεύθερος να εμπλέκεται σε ρομαντικές σχέσεις και πότε πρέπει να δεσμευτεί με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Ο θρησκευτικός γάμος είναι ένας χρήσιμος τρόπος οριοθέτησης αυτών των δύο διαφορετικών σταδίων στην ζωή μας.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό των περισσότερων θρησκειών είναι οι θυσίες. Ένα γενικό πρόβλημα στην δημιουργία ισχυρών δεσμών μεταξύ των μελών μιας ομάδας είναι το πως μπορεί να ξεχωρίσει κανείς τους πιστούς υπηκόους της, από τους λιγότερο πιστούς ή τα παράσιτά της. Ένας τρόπος για να ελέγξει κάποιος ποιος νιώθει πραγματικούς δεσμούς με την ομάδα είναι να δει κατά πόσο είναι έτοιμος να κάνει θυσίες γι’ αυτή. Ας δούμε ένα παράδειγμα που οι περισσότεροι γνωρίζουμε. Σε μια οικεία μας εθνική ομάδα λέγεται το εξής: «Μόλις απέκτησες γιο. Σε παρακαλώ δώσε μου το μωρό ώστε να του κόψω λίγο δέρμα από το πέος του». Φυσικά αυτό δεν θα το έκανε ο καθένας, εκτός και αν λάμβανε υπόψην του πολύ σοβαρά τις σχέσεις του με την υπόλοιπη εθνική ομάδα. Φυσικά υπάρχουν ακόμη πιο βάρβαρα παραδείγματα από άλλες κοινωνίες του κόσμου μας.

Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό των θρησκειών είναι η ύπαρξη ειδημόνων με μυστηριώδεις γνώσεις. Εάν είσαι ο μοναδικός που έχει μυστηριώδεις και σημαντικές γνώσεις, τότε κερδίζεις αυτόματα τον σεβασμό των υπολοίπων μελών της κοινωνίας. Ακόμη και σε ένα μη θρησκευτικό περιβάλλον, οι περισσότερες κοινωνίες δείχνουν σεβασμό προς άτομα που θεωρούνται γνώστες και ειδήμονες στον χώρο τους. Οπότε, μια καλή στρατηγική των ιερέων είναι να αναμιγνύουν τις όποιες πραγματικές τους γνώσεις – και πράγματι οι ανθρωπολόγοι έχουν βρει πως οι σαμάνοι και οι μάγοι σε διάφορες φυλές του κόσμου έχουν γνώσεις των ιδιοτήτων των φυτών που χρησιμοποιούν- με λίγο «άμπρα κατάμπρα», παραισθησιογόνες ουσίες, ταχυδακτυλουργικά κόλπα, πολυτελή ρούχα, όμορφους ναούς κτλ. Με αυτόν τον τρόπο ενισχύουν την αντίληψη πως υπάρχουν μυστηριώδεις και ακατανόητοι κόσμοι και ο μόνος τρόπος να έρθει κάποιος σε επαφή με αυτούς είναι μέσω των υπηρεσιών τους.

Όλα αυτά τα πρακτικά πλεονεκτήματα αποκαλύπτουν ένα κομμάτι του μυστηρίου του λόγου για τον οποίον οι άνθρωποι αρέσκονται να ενθαρρύνουν την θρησκευτική πίστη στους άλλους, χωρίς ωστόσο να καταδεικνύουν κάποια βιολογική προσαρμογή. Σε αυτή την περίπτωση η θρησκευτική πίστη είναι απλά ένα υποπροϊόν άλλων, πιο βασικών, κινήτρων.

Αλλά τι συμβαίνει με την άλλη πλευρά των συναλλαγών, τους «καταναλωτές»; Γιατί συνεχίζουν να αγοράζουν το προϊόν των παραγωγών της θρησκείας; Ένας λόγος είναι πως στις περισσότερες περιπτώσεις δείχνουμε εμπιστοσύνη σε ειδικούς. Αυτή είναι η φύση της ειδημοσύνης. Εάν έχω πονόδοντο, ανοίγω το στόμα μου και επιτρέπω σε έναν τύπο να μου τρυπήσει τα δόντια. Εάν έχω στομαχόπονο, επιτρέπω σε έναν άλλο να με εγχειρήσει. Όλες αυτές οι καταστάσεις περιέχουν σε έναν βαθμό πίστη. Φυσικά σε αυτές τις περιπτώσεις η πίστη είναι λογική, αλλά μπορεί, με τους κατάλληλους χειρισμούς, να καταστεί μη λογική.

Υπάρχουν όμως και συναισθηματικοί λόγοι οι οποίοι εξελίχθηκαν για κάποιους λόγους και οι οποίοι μας κάνουν επιρρεπείς στην θρησκευτική πίστη. Η ανθρωπολόγος Ρουθ Μπένεντικτ (Ruth Benedict ) συνοψίζει πολύ καλά το αίσθημα της προσευχής λέγοντας πως «η θρησκεία είναι μια παγκόσμια τεχνική για την επιτυχία». Εθνογραφικές έρευνες έχουν δείξει πως όταν οι άνθρωποι προσπαθούν να επικοινωνήσουν με τον Θεό, δεν το κάνουν για να κουτσομπολεύσουν ή για να μοιραστούν τις γνώσεις τους μαζί του. Το κάνουν για να ζητήσουν χάρες όπως ίαση ασθενειών, επαγγελματική επιτυχία ή επιτυχία σε έναν πόλεμο. Αυτή η ιδέα έχει κάνει την εμφάνισή της και στο «Λεξικό του Διαβόλου» τουΆμπροους Μπίερς («The Devil’s Dictionary», Ambrose Bierce ) όπου η λέξη «προσευχή» ορίζεται ως «η πράξη κατά την οποία κάποιος ο οποίος δηλώνει ανάξιος ζητά να αλλάξουν οι νόμοι του σύμπαντος για χάρη του». Επομένως, από αυτή την άποψη η θρησκεία είναι ένα έσχατο μέτρο στο οποίο καταφεύγουν οι άνθρωποι όταν δυσκολεύουν τα πράγματα και οι συνήθεις τεχνικές επίτευξης  ενός στόχου φαίνεται να αποτυγχάνουν.

Πέρα από τους συναισθηματικούς υπάρχουν και κάποιοι γνωστικοί λόγοι, κυρίως στον τρόπο με τον οποίο αναλύουμε τον κόσμο, οι οποίοι έχουν ερευνηθεί σε βάθος από τους ανθρωπολόγους ΝτανΣπέρμπερ (Dan Sperber), Πασκάλ Μπόιερ (Pascal Boyer) και Σκωτ Άτραν (Scott Atran). Οποιοσδήποτε ενδιαφέρεται για την εξελικτική ψυχολογία της θρησκείας είμαι σίγουρος πως θα απολαύσει ιδιαίτερα το βιβλίο του Μπόιερ «Η εξήγηση της Θρησκείας» (Religion Explained) αλλά και το «Στον Θεό που Εμπιστευόμαστε» (In God We Trust) του Άτραν. Το «Γονίδιο του Θεού» (The God Gene) είναι επίσης ένα πολύ καλό ανάγνωσμα, αλλά προτιμώ τα έργα των Μπόιερ και Άτραν.

Θεωρία της νοητικής απόδοσης

Το σημείο εκκίνησης είναι ένας μηχανισμός της ανθρώπινης σκέψης που οι ψυχολόγοι αποκαλούν διαισθητική ψυχολογία (intuitive psychology) ή «θεωρία της νοητικής απόδοσης». Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία οι άνθρωποι δημιουργούν τις δικές τους διαισθητικές θεωρίες για να εξηγήσουν την συμπεριφορά των άλλων ατόμων. Όταν προσπαθώ να προβλέψω την συμπεριφορά κάπου, δεν τον σκέφτομαι ως ένα ρομπότ το οποίο απλά αντιδρά στα φυσικά ερεθίσματα του περιβάλλοντός του, αλλά αντίθετα, του αποδίδω μια ανεξάρτητη νοητική ικανότητα. Δεν γνωρίζω επακριβώς τι θέλει να κάνει κάποιος ή τι αισθάνεται αλλά υποθέτοντας πως -όπως και εγώ, έτσι και αυτός- σκέφτεται και αισθάνεται πράγματα. Με άλλα λόγια δηλαδή υποθέτω πως έχει νου και προσπαθώ να εξηγήσω η συμπεριφορά του βάσει των πεποιθήσεων  και των επιθυμιών του.

Αυτό το φαινόμενο που λέγεται διαισθητική ψυχολογία, το οποίο, σύμφωνα με έρευνες, είναι υπαρκτό και ξεχωριστό μέρος του ανθρώπινου ψυχισμού, φαίνεται πως είναι απών σε άτομα που πάσχουν από αυτισμό. Τα αυτιστικά άτομα μπορεί να έχουν ιδιαίτερη κλίση στα μαθηματικά, τις τέχνες, την γλώσσα ή τη μουσική, αλλά παρόλα αυτά δεν μπορούν να αποδώσουν σωστά νοητικές λειτουργίες στους άλλους ανθρώπους. Συμπεριφέρονται στους ανθρώπους όπως σε ένα ρομπότ ή μια κούκλα. Έχουν γίνει έρευνες που προσπάθησαν να εντοπίσουν τις περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με τη συγκεκριμένη λειτουργία και προς το παρόν φαίνεται πως ένα μέρος αυτής λαμβάνει χώρα στον κυκλοειδήμεσοπρόσθιο (orbital ventromedial cortex) αλλά και τον άνω κροταφικό φλοιό (superior temporal sulcus).

Ίσως η απανταχού παρούσα πίστη σε πνεύματα, ψυχές, θεούς, αγγέλους κτλ να οφείλεται στην διαισθητική μας ψυχολογία η οποία βρίσκεται σε κατάσταση αμόκ. Εάν έχεις την τάση να πιστεύεις σε μια αόρατη ύπαρξη που αποκαλείς «νου» και η οποία συνυπάρχει με το σώμα, τότε το επόμενο βήμα είναι να θεωρήσεις πως ο «νους» μπορεί και υπάρχει ανεξάρτητα από το σώμα. Στοκάτω-κάτω , ποτέ δεν μπορούμε να αγγίξουμε τον νου των άλλων ανθρώπων, οπότε πάντοτε χρειάζεται να κάνουμε ένα μικρό λογικό άλμα. Απλά στην περίπτωση του δυισμού που ανέφερα πιο πάνω, κάνουμε ένα ακόμη, λίγο πιο μεγάλο, λογικό άλμα.

Μάλιστα κατά τον 19ο αιώνα ο ανθρωπολόγος Έντουαρντ Τάιλερ (Edward Tyler) κατέληξε στο συμπέρασμα πως με κάποιον τρόπο υπάρχουν επαρκείς εμπειρικές αποδείξεις για την ύπαρξη της ψυχής. Αυτές οι αποδείξεις υπήρχαν μέχρι την πρόσφατη ανάπτυξη των νευροεπιστημών , οι οποίες μας προσφέρουν μια εναλλακτική επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ο ανθρώπινος νους. Ας πάρουμε για παράδειγμα τα όνειρα. Όταν ονειρευόμαστε το σώμα μας παραμένει στο κρεβάτικαθ’ όλη τη διάρκεια του ύπνου, αλλά κάποιο κομμάτι του εαυτού μας μας φαίνεται πως είναι ξύπνιο και περιπλανιέται στον κόσμο. Το ίδιο συμβαίνει και όταν είμαστε σε ημιναρκώδη κατάσταση κατά τη διάρκεια ενός πυρετού, όταν παίρνουμε ναρκωτικά ή όταν έχουμε αϋπνίες.

Οι σκιές και οι αντικαθρεπτισμοί είναι μυστηριώδεις (ή τουλάχιστον ήταν έως την ανάπτυξη των θεωριών για τις φυσικές ιδιότητες του φωτός οι οποίες επεξήγησαν αυτά τα φαινόμενα). Φαίνεται πως έχουν την μορφή και την υπόσταση ενός ατόμου, χωρίς όμως να είναι το ίδιο το άτομο.

Ο θάνατος, φυσικά, είναι η υπέρτατη απόδειξη της ύπαρξης της ψυχής. Κάποιος μπορεί να σφύζει από ζωή τη μια στιγμή και την αμέσως επόμενη να είναι ένα άψυχο σώμα, πολύ πιθανώς χωρίς να έχει αλλάξει κάτι στην εξωτερική του εμφάνιση. Στην περίπτωση αυτή φαίνεται πως η ζωντανή οντότητα που κατοικούσε στο σώμα αυτό ξαφνικά το άφησε και έφυγε.

Οπότε πριν την ύπαρξη των σύγχρονων επιστημών της φυσικής, της βιολογίας και ειδικά των νευροεπιστημών, μία λογική εξήγηση όλων αυτών των φαινομένων ήταν ότι η ψυχή περιπλανιέται όταν κοιμόμαστε, κρύβεται στις σκιές, μας κοιτάει μέσα από την επιφάνεια ενός νερόλακκου και αφήνει το σώμα μας όταν πεθάνουμε.

Συνοψίζοντας θα λέγαμε πως η οικουμενική τάση προς την θρησκεία παραμένει ένας γνήσιος επιστημονικός γρίφος. Αλλά πολλές επεξηγήσεις βιολογικής προσαρμογής, όπως αυτές που παρουσιάστηκαν στο περιοδικό Τάιμ (Time) την περασμένη εβδομάδα, δεν νομίζω πως καλύπτουν επαρκώς τα κριτήρια της βιολογικής προσαρμογής. Υπάρχει η εναλλακτική επεξήγηση πως η ψυχολογία της θρησκείας είναι ένα υποπροϊόν πολλών διαφορετικών απόψεων του νου μας η οποία αναπτύχθηκε για άλλους σκοπούς. Αυτούς τους σκοπούς πρέπει να τους ξεχωρίσουμε βάσει των ωφελημάτων που έχουν οι παραγωγοί από τη μια πλευρά και οι καταναλωτές της θρησκείας από την άλλη. Όσον αφορά τους καταναλωτές, υπάρχουν πιθανές συναισθηματικές προσαρμογές στην επιθυμία μας για υγεία, αγάπη και επιτυχία, αλλά και γνωστικές όσον αφορά την διαισθητική ψυχολογία μας αλλά και οι αποδείξεις ύπαρξης της ψυχής βάσει των εμπειριών μας. Αν βάλουμε όλα τα παραπάνω σε μια σειρά, αυτό στο οποίο καταλήγουμε είναι η επίκληση στον μυστηριώδη κόσμο των ψυχών για να πραγματοποιήσουν τις πιο τρυφερές μας επιθυμίες.


  • Το πρωτότυπο κείμενο στα αγγλικά μπορείτε να το βρείτε εδώ.

*Ο Δρ. Steven Pinker είναι καθηγητής του τμήματος Ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο του Harvard. Έως το 2003 δίδασκε στο Τμήμα Γνωστικών Επιστημών και Επιστημών του Εγκεφάλου στο MIT. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στην γλώσσα και την νόηση, ενώ έχει γράψει και αρκετά βιβλία, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται τα «The Language Instinct«, «How the Mind Works» αλλά και το «The Stuff of Thought: Language as a Window into Human Nature«. Για περισσότερες λεπτομέρειες επισκευθείτε την προσωπική του ιστοσελίδα ή ρίξτε μια ματιά στο βιογραφικό του.

]]>