18 Μαΐ 2010

Παρουσίαση Βιβλίου: Το φαινόμενο του Λούσιφερ

Συγγραφέας: Dr. Philip G. Zimbardo Τίτλος: The Lucifer Effect: Understanding How Good People Turn Evil Έτος Έκδοσης: 2007 Είναι ο άνθρωπος φύσει καλός ή κακός; Μήπως είμαστε tabula rasa; Πόσο μας επηρεάζει το περιβάλλον όσον αφορά τη διενέργεια αποτρόπαιων και απάνθρωπων πράξεων; Παρόλο που οι περισσότεροι τείνουμε να πιστεύουμε στην καλή φύση του ανθρώπου και πολύ περισσότερο στις δικές μας καλές προθέσεις, φαίνεται πως τα πάντα είναι πολύ ρευστά. Η γραμμή που διαχωρίζει την ηθική από την ανήθικη συμπεριφορά είναι πολύ λεπτή και δυσδιάκριτη. Άλλωστε αυτό ακριβώς το γεγονός εκμεταλλεύονται όλοι οι μεγάλοι ηγέτες-τύρρανοι (όχι πάντοτε με την πολιτική έννοια της λέξης) για τη χαλιναγώγηση της συμπεριφοράς των πολιτών και των στρατιωτών απέναντι στους εκάστοτε εχθρούς. Η λέξη-κλειδί για την κατανόηση της βίαιης και ανήθικης συμπεριφοράς από πλευράς ατόμων που μέχρι χθες ήταν «τα καλύτερα παιδιά» και «δεν πείραζαν μυρμήγκι» είναι η λέξη «Περίσταση» (Situation). Όπως έχει αποδειχθεί με εκατοντάδες πειράματα στο παρελθόν το περιβάλλον και οι περιστάσεις παίζουν σημαντικότατο ρόλο στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Και από αυτό ακριβώς το σημείο ξεκινάει το ταξίδι μας στο βιβλίο του Dr. Philip G. Zimbardo «The Lucifer Effect«. O Dr. Zimbardo είναι καθηγητής κοινωνικής ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο του Στάνφορντ. Οι περισσότεροι ίσως τον γνωρίζετε ως τον εγκέφαλο πίσω από το διαβόητο πείραμα της φυλακής του Στάνφορντ πίσω στη δεκαετία του ’70. Θέλοντας να δουν τα αίτια που δημιουργούν την βίαιη συμπεριφορά εντός ενός σωφρονιστικού ιδρύματος οι πειραματιστές δημιούργησαν μια μικρή ψεύτικη φυλακή στο υπόγειο του πανεπιστημίου του Στανφορντ και έβαλαν αγγελία στην εφημερίδα λέγοντας πως ψάχνουν νέους οι οποίοι είναι πρόθυμοι να ζήσουν σε συνθήκες τεχνιτής φυλακής για δύο εβδομάδες, στα πλαίσια ενός πειράματος, πάντα με αντάλλαγμα κάποια χρήματα. Όσοι δέχτηκαν χωρίστηκαν εντελώς τυχαία σε δύο ομάδες: του «φρουρούς» και τους «φυλακισμένους». Οι εντολές που δόθηκαν ήταν απλές: «οι φύλακες πρέπει να προσέχουν τους φυλακισμένους και να φορντίζουν ώστε οι δεύτεροι να ακολουθούν πιστά το πρόγραμμα της φυλακής». Παρόλο που κάποιος θα ανέμενε πως τα υποκείμενα γνωρίζοντας ότι πρόκειται για ψεύτικες συνθήκες δεν θα έμπαιναν και τόσο στο πετσί του ρόλου, μάλλον έγινε το εντελώς αντίθετο. Μέσα σε λίγα εικοστετράωρα ο Dr. Zimbardo αναγκάστηκε να σταματήσει το πείραμα, καθώς η κατάσταση έτεινε να ξεφύγει από κάθε έλεγχο και τα υποκείμενα κινδύνευαν από σωματικό ή ψυχικό τραυματισμό. Ο Dr. Zimbardo δημιούργησε έναν όρο για να περιγράψει αυτή η μετατροπή απλών, καθημερινών ανθρώπων σε πειθήνια άτομα έτοιμα να βασανίσουν, να τραυματίσουν ή ακόμη και να σκοτώσουν: The Lucifer Effect (Το φαινόμενο του Εωσφόρου). Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του προσπαθεί να μας εξηγήσει τα αίτια και τις παραμέτρους που σχετίζοντια με το φαινόμενο αυτό και συγκεκριμένα τις κοινωνικές συνθήκες οι οποίες μπορούν να αλλάξουν τόσο ριζικά την ανθρώπινη συμπεριφορά. Ουσιαστικά το βιβλίο χωρίζεται σε 4 μέρη: 1)Το πείραμα της φυλακής του Στανφορντ, 2)Θεωρίες Κοινωνικής Ψυχολογίας για το φαινόμενο του Λούσιφερ, 3)Εκτενής παρουσίαση αληθινών καταστάσεων εμφάνισης του φαινομένου (Αμπού-Γκράιμπ και Γκουαντάναμο) και 4)Συμβουλές για αποφυγή της χειραγώγησης. Στο πρώτο μέρος, έκτασης αρκετών κεφαλαίων, ο Dr. Zimbardo περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια το πείραμα της φυλακής του Στάνφορντ. Ξεκινώντας από την επιλογή υποκειμένων και τον χωρισμό τους σε ομάδες, προχωρεί στην περιγραφή της εικονικής σύλληψης των «φυλακισμένων», της καθημερινότητα στην φυλακή μέρα με τη μέρα, των βιαιοτήτων, των λαθών των πειραματιστών που επέτρεψαν να χαθεί ο έλεγχος και κλείνει με τις συνεντεύξεις των συμμετεχόντων μετά το πέρας του πειράματος. Η έκταση της περιγραφής των παραμέτρων του πειράματος είναι πολύ μεγάλη, σε βαθμό που -κατά την γνώμη μου- καταντάει τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου αρκετά κουραστικά για ανάγνωση. Σε κάθε περίπτωση όμως τα κεφάλαια αυτά είναι εξαιρετικά χρήσιμα σε όποιον θέλει να μάθει περισσότερα για το συγκεκριμένο πείραμα που δημιούργησε τόσο θόρυβο γύρω από το όνομά του. Μετά το πρώτο μέρος το βιβλίο γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρον, καθώς ο καθηγητής μας δίνει μια γεύση από τις θεωρίες και τα πειράματα της κοινωνικής ψυχολογίαςτα οποία μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τους μηχανισμούς που λειτουργούν καταλυτικά στην αποπροσωποποίηση και χειραγώγηση του ατόμου από την ομάδα. Τα πειράματα που περιγράφονται καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, από τις θεωρίες συμμόρφωσης του ατόμου στις επιταγές της ομάδας ή μιας φιγούρας εξουσίας και την επίπτωση της ανωνυμίας στην συμπεριφορά του, έως την ψευδαίσθηση του ηθικού «εγώ» που μας διακατέχει. Μέσα από τις γραμμές των κεφαλαίων του δεύτερου μέρους ουσιαστικά ο συγγραφέας τονίζει κάποια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της φύσης και του τρόπου λειτουργίας των ομάδων μας που μας καθιστούν έτοιμους για κάθε είδους απάνθρωπη συμπεριφορά:

  • Ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ον, πράγμα που σημαίνει πως θέλει να ανήκει σε μια ομάδα. Προκειμένου να το κάνει αυτό, είναι έτοιμος να προβεί σε κάθε είδους συμπεριφορά που θα του δώσει το εισητήριο του ανήκειν (π.χ. «δοκιμασίες» για εισαγωγή σε μια συμμορία ή σε κάποια κολεγιακή ομάδα στις ΗΠΑ)
  • Πολύ συχνά οι αυταρχικές ομάδες τείνουν να απειλούν με «εξορία» ή ακόμη και με ταύτιση με τον «εχθρό» (εξω-ομάδα) τα άτομα που δεν ακολουθούν τις επιταγές του πλήθους.
  • Η επίδραση που ασκεί η ομάδα είναι σχεδόν πάντοτε έμμεση, πράγμα που σημαίνει πως σπάνια υπάρχουν συγκεκριμένοι γραπτοί «κανόνες απάνθρωπης συμπεριφοράς». Πολύ πιο συχνά, απλά δημιουργείται μια άτυπη νόρμα σκέψης και συμπεριφοράς στην οποία τα άτομα υποκύπτουν άθελά τους. Οι αρχές βέβαια έχουν πάντοτε έναν ρόλο εξουσίας και μπορούν να επιβάλλουν συμπεριφορές πιο άμεσα.
  • Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα με τον τρόπο σκέψης μας είναι πως θεωρούμε τον εαυτό μας ξεχωριστό από τους άλλους. Πιστεύουμε πως είμαστε ιδιαίτερα καλοί, ηθικοί, έξυπνοι κτλ. Κάθε φορά που βλέπουμε πως κάποιοι επιδίδονται σε αποτρόπαιες πράξεις, τείνουμε να τους δακτυλοδείχνουμε, πιστεύοντας ότι ποτέ δεν θα μπορούσαμε να ήμασταν στην θέση τους. Αυτή η ψευδαίσθηση μας κάνει ακόμη πιο ευάλωτους στην χειραγώγηση, καθώς όταν βρεθούμε σε μια φάση που κάνουμε με τη θέλησή μας κακό στον συνάνθρωπό μας τείνουμε να υποτιμούμε την κατάσταση, καθώς πιστεύουμε πως εφόσον ήμαστε τόσο καλοί, δεν μπορεί αυτό που κάνουμε να είναι ανήθικο. Πρέπει να προσέξουμε πως αυτό το σημείο βρίσκει ιδιαίτερη εφαρμογή στις θρησκευτικές ομάδες που είναι έτοιμες να λιθοβολήσουν, να σκοτώσουν, να κάψουν βιβλία κτλ
  • Δυστυχώς οι περισσότεροι τείνουμε να είμαστε κομφορμιστές και σπάνια πηγαίνουμε κόντρα στην ομάδα, ακόμη και όταν διαφωνούμε ριζικά μαζί της. Όταν ένα ολόκληρο πλήθος πιστεύει κάτι, τείνουμε να το πιστέψουμε και εμείς. Το σκεπτικό είναι πως εφόσον τόσα πολλά άτομα πιστεύουν κάτι, τότε μάλλον θα έχουν κάποιο δίκιο.
  • Η διαφωνία με το πλήθος και η διατήρηση της αυτόνομης σκέψης έρχεται με ένα μεγάλο συναισθηματικό κόστος, και αυτό την κάνει δύσκολη. Αυτό επιβεβαιώνεται όχι μόνο μέσα από κοινωνικά πειράματα, αλλά και πειράματα ψυχοφυσιολογίας.
Συμπερασματικά, ο συγγραφέας μιλάει για 10 βήματα που ακολουθούν οι αυταρχικές ομάδες για να αλλάξουν την συμπεριφορά των ατόμων:
  • Δέσμευση του ατόμου για συνεργασία (γραπτή συγκατάθεση, νομική υποχρέωση κτλ)
  • Κάθε ρόλος που κατανέμεται σε ένα άτομο πρέπει να φαίνεται πως έχει ιδιαίτερη αξία και νόημα, ώστε το άτομο να μη χάνει την αυτοπεποίθηση πως κάτι κάτι ουσιαστικό.
  • Παρουσίαση κάποιων βασικών κανόνων συμπεριφοράς, οι οποίοι όμως αφήνουν αρκετά κενά και είναι πολύ εύκολο να παρερμηνευθούν.
  • Αλλαγή της σημασιολογίας των αντικειμένων και των ατόμων. Οι αντίπαλοι παύουν να είναι άνθρωποι, αλλά «εχθροί του έθνους», «σατανικοί» κτλ, ενώ οι δικές μας απάνθρωπες πράξεις περιγράφονται ευφημιστικά (χαρακτηριστικό παράδειγμα στον πόλεμο: οι δολοφονίες αμάχων ονομάζονται «παράπλευρες απώλειες»!)
  • Ψευδο-διάχυση της ευθύνης σε πολλά άτομα και συστήματα. Όταν κάποιος άλλος ευθύνεται για τις πράξεις μας τότε πολύ πιο εύκολα είμαστε πρόθυμοι να φτάσουμε στα άκρα.
  • Παρακινείται η ανάπτυξη μικρών κακών συμπεριφορών που ξεφεύγουν από τους κανόνες. Σταδιακά το άτομο καλείται να πράξει όλο και πιο αποτρόπαιες πράξεις. Η σταδιακή κλιμάκωση του κακού εμποδίζει το άτομο να έχει σωστή κρίση για την ηθικότητα της πράξης του.
  • Δημιουργία μιας καλής ηγετικής φιγούρας, με απώτερο σκοπό τη σύγχυση των ατόμων. Το σκεπτικό είναι πως εφόσον ο ηγέτης έχει τόσες αρετές όσες λένε, πως είναι δυνατόν να μας ζητάει να πράξουμε κάτι κακό; Αυτός ξέρει καλύτερα.
  • Τα άτομα-κλειδιά τα οποία κατευθύνουν τις πράξεις μας, μπορεί να είναι σε θέση να συμφωνήσουν μαζί μας για την ανηθικότητα μιας πράξης, αλλά πάντα θα προβάλλουν αντίσταση στην αλλαγή της συμπεριφοράς, καθώς κάτι τέτοιο παρουσιάζεται ως αδύνατο υπό τις υπάρχουσες συνθήκες («το ξέρω πως τα βασανιστήρια είναι αποτρόπαια, αλλά τι να κάνουμε;»)
  • Τέλος, ίσως το πιο χαρακτηριστικό και ύπουλο βήμα στην δημιουργία πειθήνιων ατόμων είναι η δημιουργία μιας ηθικής ιδεολογίας προς χάρη της οποίας το άτομο καλείται να θυσιάσει μέρος της ηθικότητας και των δικαιωμάτων του. Με άλλα λόγια, το άτομο πιστεύει πως έχει έναν απώτερο σκοπό, ο οποίος αγιάζει όλα τα μέσα.
Μετά την εκτενή παρουσίαση των θεωριών ο Dr. Zimbardo μας δείχνει πως εφαρμόστηκαν αυτού του είδους οι θεωρίες στην πράξη, τόσο στο παρελθόν (Β Παγκόσμιος Πόλεμος) όσο και στις τις ημέρες μας (Αφγανιστάν, Ιράκ, Γκουαντάναμο). Εστιάζει ιδιαίτερα στην περίπτωση των βασανιστηρίων του Αμπού Γκράιμπ, όπου Αμερικανοί στρατιώτες δημιούργησαν μια φυλακή κόλαση όπου όχι μόνο βασάνιζαν αλλά και σκότωναν κρατούμενου. Δεν δίστασαν μάλιστα να φωτογραφήσουν τις αποτρόπαιες πράξεις τους. Ο συγγραφέας εξηγεί πόσο λανθασμένο είναι το σκεπτικό πως αυτά τα περιστατικά είναι «μεμονωμένα» (σας θυμίζει κάτι η έκφραση;) και πως οφείλονται αποκλειστικά στην ανηθικότητα των στρατιωτών. Ναι μεν οι στρατιώτες είναι πλήρως υπεύθυνοι για την συμπεριφορά τους, αλλά ακόμη πιο μεγάλο ποσοστό ευθύνης έχουν οι θιασώτες του πολεμικού συστήματος των ΗΠΑ (στην συγκεκριμένη περίπτωση) οι οποίοι μέσα από το χαώδες σύστημα και τα διττά μηνύματα, άφησαν τεράστια κενά που επέτρεψαν την ανάπτυξη, την διατήρηση και την εξάπλωση τέτοιου είδους συμπεριφορών. Στην θέση των στρατιωτών αυτών θα μπορούσε να βρίσκεται ο κάθε στρατιώτης των ΗΠΑ. Το σάπιο σύστημα θα φρόντιζε έτσι και αλλιώς να βγει προς τα έξω ο χειρότερος εαυτός του. Τέλος, το βιβλίο κλείνει με μια αισιόδοξη νότα. Ο Dr. Zimbardo μιλάει για τους λίγους, αλλά σημαντικούς ήρωες της καθημερινότητας. Αυτούς δηλαδή που δεν διστάζουν να έχουν σταθερές ηθικές αξίες και να ξεχωρίζουν τις φωνές από το υπόλοιπο πλήθος, ακόμη και αν διαφωνούν εντελώς. Είναι αυτοί που παρά το φόβο προς την ομάδα βρίσκουν την δύναμη να κατηγορήσουν ανοιχτά το σύστημα για απάνθρωπη συμπεριφορά και αρνούνται πραγματικά να συμμετέχουν σε οποιαδήποτε πράξη είναι ενάντια στα πιστεύω τους. Ήρωας είναι ο καθένας μας. Αρκεί να κατανοήσει το πόσο ευάλωτος μπορεί να γίνει στην τοξικότητα που αναπόφευκτα φέρει η κοινωνική μας φύση. Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου εκτός από παρουσίαση «καλών Σαμαρειτών» ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με απτές συμβουλές που σκοπό έχουν να αυξήσουν την ατομική και ανεξάρτητη σκέψη και να φέρουν ισορροπία ανάμεσα στο «εγώ» και το «εμείς». Σε γενικές γραμμές πρόκειται για ένα καταπληκτικό βιβλίο που διαβάζεται πολύ ευχάριστα και που έχει πολλά να μας πει και να μας δώσει. Σίγουρα αξίζει να αποκτήσει μια θέση στη βιβλιοθήκη σας! Φωτογραφίες
  • Εισαγωγική: Εξώφυλλο του Lucifer Effect, by Lucifereffect.org
  • Φωτογραφία #2: Abu Ghraib Leash, by wikicommons
]]>

30 Αυγ 2009

Φυλακές: Σωφρονιστικά Ιδρύματα ή Πανεπιστήμια Εγκληματιών;

46442359_cf7bc5c5d2Οι φυλακές έχουν ως επίσημο σκοπό τους τον σωφρονισμό των κρατουμένων με τους κοινωνικούς κανόνες και τους ισχύοντες νόμους, ώστε, μετά το πέρας της ποινής τους, να μπορέσουν να επιστρέψουν και πάλι στον κοινωνικό ιστό ως υγιή μέλη τους. Βεβαίως το τι συνιστούν οι “κοινωνικοί κανόνες” και κατά πόσο επιβάλλεται η συμμόρφωσή μας προς αυτούς παραμένει ένα ανοιχτό θέμα συζήτησης. Επειδή όμως δεν θα ήθελα να επεκταθούμε σε μια τέτοιου είδους ανάλυση, χάριν συζήτησης ας θεωρήσουμε ως δεδομένο πως το κύριο αίτημά μας προς τα σωφρονιστικά ιδρύματα είναι οι κρατούμενοι να έχουν αποβάλλει τουλάχιστον τον βίαιο χαρακτήρα τους και να μην αποτελούν απειλή πρωτίστως για την σωματική υγεία των συμπολιτών τους.

Κατά πόσο όμως το σωφρονιστικό σύστημα καταφέρνει να επιτύχει αυτόν τον σκοπό; Πως μπορεί η ψυχολογία να βοηθήσει στον καλύτερο σωφρονισμό των κρατουμένων και επομένως στην ευημερία της κοινωνίας που θα τους δεχτεί και πάλι στους κόλπους της ; Αυτά τα ερωτήματα δεν είναι επίκαιρα μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο, μιας και η αντίληψη πως οι φυλακές ως έχουν δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από το καλύτερο “πανεπιστήμιο των εγκληματιών” είναι σχεδόν οικουμενική.

O Δρ. Dvoskin του Πανεπιστημίου της Αριζόνας ασχολήθηκε εκτεταμένα με το θέμα αυτό στο βιβλίο της επιστημονικής του ομάδας υπό τον τίτλο “Applying Social Science to Reduce Violent Offending” (“Εφαρμόζοντας την Κοινωνική Επιστήμη για τη Μείωση των Βίαιων Εγκλημάτων”) και παρουσίασε συνοπτικά τις απόψεις του στο τελευταίο συνέδριο του Αμερικανικού Ψυχολογικού Συνδέσμου (APA)12 . Οι συγγραφείς του βιβλίου υποστηρίζουν πως η ψυχολογία και η κοινωνιολογία μπορούν να βοηθήσουν στην δόμηση ενός ορθότερου, λογικότερου και αποτελεσματικότερου σωφρονιστικού συστήματος το οποίο θα είναι σε θέση να εκπληρώσει τους στόχους του πιο γρήγορα και πιο άμεσα μιας και, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Δρ. Dvoskin, το υπάρχων περιβάλλον της φυλακής όχι μόνο δεν παρεμποδίζει την ανάπτυξη βίαιων συμπεριφορών αλλά, αντίθετα, βοηθά στην ανάπτυξή τους. Οι κρατούμενοι συνηθίζουν την βία στο περιβάλλον τους και μαθαίνουν να βιαιοπραγούν παρακολουθώντας τους πιο ισχυρούς συγκρατούμενούς τους ενώ λαμβάνει δράση ένας πολύ κλασσικός μηχανισμός κοινωνικής μάθησης, αυτός της μίμησης προτύπου.

Εφόσον όμως η βίαιη συμπεριφορά μπορεί να διδαχθεί, το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και με την κοινωνικά αποδεκτή. Γιατί όμως δεν βλέπουμε να συμβαίνει κάτι τέτοιο στις φυλακές; Πρώτος και κυριότερος λόγος είναι φυσικά η έλλειψη τέτοιου είδους προτύπων εντός του ιδρύματος. Ελάχιστοι είναι οι κρατούμενοι που έχουν πρόσβαση σε ένα εξειδικευμένο πρόγραμμα ψυχολογικής υποστήριξης και αποκατάστασης στο οποίο να είναι σε θεση να δεχτούν εκείνα τα ερεθίσματα που μπορεί να λειτουργήσουν ως οδηγοί συμπεριφοράς. Ένας δεύτερος λόγος όμως έχει να κάνει και με τα μέσα σωφρονισμού που χρησιμοποιούνται στις φυλακές. Στο σύνολό τους τα συστήματα και οι κανόνες των φυλακών είναι δομημένοι με τέτοιον τρόπο ώστε η χρήση ποινών έναντι μιας ανεπιθύμητης συμπεριφοράς είναι πιο συχνή από τη χρήση αμοιβών έναντι μιας επιθυμητής. Αυτοί οι δύο βασικοί μηχανισμοί συμπεριφορικής μάθησης -η χρήση ποινών και αμοιβών- έχουν ένα κοινό στοιχείο: για να είναι πετυχημένοι πρέπει να χρησιμοποιούνται συστηματικά, άμεσα και σε κλιμακωτό βαθμό. Με άλλα λόγια η αμοιβή ή η ποινή πρέπει να είναι συνεχείς και ανάλογες της συμπεριφοράς (δηλαδή ούτε υπερβολικά αυστηρή τιμωρία για ένα ασήμαντο παράπτωμα, αλλά ούτε και μια μεγάλη αμοιβή για μια μικρή, καλή πράξη) και να κάνουν την εμφάνισή τους αμέσως μετά την πράξη του κρατούμενου για την οποία αμείβεται ή τιμωρείται, διαφορετικά χάνεται το χρονικό πλαίσιο στο οποίο μπορεί να λάβει θέση η συμπεριφορική μάθηση.

Δυστυχώς όμως η πραγματικότητα στις φυλακές συνήθως διαφέρει πολύ από το ιδανικό. Οι κρατούμενοι δέχονται σχεδόν αποκλειστικά και μόνο τιμωρίες και οι περισσότεροι μάλιστα πιο αυστηρές από όσο τους αρμόζει, μιας και η λογική του σωφρονιστικού συστήματος αγγίζει την λογική του «όλου η τίποτα», σύμφωνα με την οποία υπάρχει μια είδους τιμωρία η οποία είτε εφαρμόζεται καθολικά και ανεξάρτητα της σοβαρότητας και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του παραπτώματος, είτε όχι. Έπειτα, τα προγράμματα θεραπείας και ψυχολογικής υποστήριξης είναι σχεδόν ανύπαρκτα στις ελληνικές -και όχι μόνο- φυλακές. Αποτέλεσμα αυτού είναι να μην καταπολεμούνται τα βαθύτερα αίτια που προκάλεσαν την εγκληματική συμπεριφορά και έτσι να επέλθει ο σωφρονισμός, αλλά να ανακυκλώνεται μια επιφανειακή και τιμωρητικού τύπου αντίληψη για την ποινή που αρμόζει στον κάθε κρατούμενο. Ένα παράδειγμα είναι η έλλειψη ψυχολογικής στήριξης των ναρκομανών, των αλκοολικών ή των παθολογικά τζογαδόρων. Τα άτομα αυτά παρανόμησαν πρώτα και κύρια εξαιτίας του εθισμού τους, πράγμα που σημαίνει πως αν καταφέρουμε να τον εξαλείψουμε τότε οι πιθανότητες σωφρονισμού του κρατούμενου και μη επανάληψης της παράνομης ή εγκληματικής πράξης πολλαπλασιάζονται.

Η έλλειψη τέτοιου είδους δομών δεν είναι το μόνο πρόβλημα του σωφρονιστικού συστήματος. Το σύστημα πάσχει και από την έλλειψη στοχευμένων τρόπων απασχόλησης των κρατουμένων. Είναι λογικό πως ο εγκλεισμός σε ένα στείρο περιβάλλον το οποίο δεν σου δίνει την δυνατότητα να δημιουργήσεις και να αμοιφθείς για τον κόπο σου να μην σου δίνει κάποια κίνητρα για να προσπαθήσεις για κάτι καλύτερο. Σε αυτό το σημείο θα μπορούσαμε να πούμε πως η εργοθεραπεία πρέπει να πέσει στο τραπέζι των προτάσεων μιας πιθανής αναδιαμόρφωσης του υπάρχοντος σωφρονιστικού συστήματος. Το χαμηλό κοινωνικό επίπεδο αλλά και η ελλιπής μόρφωση είναι συχνά δύο από τους πιο σημαντικούς -πρωτογενείς ή δευτερογενείς- παράγοντες που σχετίζονται με την αύξηση της εγκληματικότητας. Η εργοθεραπεία πέραν από την ψυχολογικού τύπου υποστήριξη που προσφέρει στον κρατούμενο μπορεί να τον βοηθήσει να εμπλουτίσει και τις γνώσεις του, κάτι το οποίο θα είχε σίγουρα κάποια θετική επίδραση στην ζωή του στο μέλλον του μετά φυλακής.

Σίγουρα οι κρατούμενοι είναι στις φυλακές για κάποιον λόγο, άλλοι σοβαρό και άλλοι λιγότερο σοβαρό. Αυτό το οποίο όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι πως ο πρωταρχικός στόχος της φυλακής δεν είναι η τιμωρία αλλά ο σωφρονισμός. Οι κρατούμενοι πρέπει να βγουν από το ίδρυμα κράτησης καλύτεροι και όχι χειρότεροι. Η καταπάτηση ενός νόμου δεν πρέπει να ταυτίζεται με τον αιώνιο στιγματισμό του κρατούμενου και με την παρεμπόδιση της κοινωνικής τους ανάπτυξης. Θα πρέπει να καταλάβουμε πως κάτι τέτοιο φέρει καταστροφικές συνέπειες όχι μόνο για τον κρατούμενο, αλλά και για το κοινωνικό σύνολο στο οποίο θα επανενταχθεί αργά η γρήγορα αυτός ο άνθρωπος. Στο πρόσωπο του εκάστοτε κρατούμενου δεν πρέπει να βλέπουμε έναν εχθρό, αλλά τον ίδιο μας τον εαυτό, μιας και το πρόσωπο των φυλακών είναι απλά ένα αντικαθρέφτισμα της κοινωνίας μας. Εισαγωγική Φωτογραφία:

Prison Cell, by Still Burning

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. Pam Willenz: «Harsh Punishment Backfires», Medical News Today []
  2. Using Social Science to Prevent Violent Crime,» Joel A. Dvoskin, PhD, University of Arizona College of Medicine Session: 3256, Aug. 8, Metro Toronto Convention Centre. []