30 Ιούν 2014

Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής / Υπερκινητικότητας: πώς να βοηθήσω το παιδί μου;

Μία από τις πιο συχνές διαγνώσεις στο πεδίο των μαθησιακών διαταραχών είναι η Διαταραχή Ελλειματικής Προσοχής / Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ/Υ), η οποία είναι μια διαταραχή νευρολογικής φύσεως που χαρακτηρίζεται από μία αναπτυξιακά μη αναμενόμενη παρόρμηση και δυσκολία συγκέντρωσης με ή χωρίς συμπτώματα υπερικινητικότητας. Υπολογίζεται πως περίπου 5% των παιδιών σχολικής ηλικίας καλύπτουν τα κριτήρια για να διαγνωστούν με κάποια μορφή ΔΕΠ/Υ.

Σε γενικές γραμμές υπάρχουν δύο τύποι ΔΕΠ/Υ οι οποίοι έχουν και διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ο τύπος ελλειμματικής προσοχής χαρακτηρίζει το παιδί που δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί σε δραστηριότητες, χάνει την προσοχή του όταν του δίνονται οδηγίες, αποφεύγει να κάνει δραστηριότητες που απαιτούν σημαντικά επίπεδα νοητικής λειτουργίας (λογική σκέψη, απομνημόνευση, προσοχή) και γενικά παρουσιάζει την εικόνα ενός «ξεχασιάρικου» παιδιού.

Ο δεύτερος τύπος είναι αυτός της υπερκινητικής συμπεριφοράς ο οποίος χαρακτηρίζεται από δυσκολία του παιδιού να σταθεί ακίνητο όταν του ζητηθεί, ανεξέλεγκτες σωματικές δραστηριότητες (τρέξιμο, σκαρφάλωμα, τούμπες κτλ), δυσκολία να εργαστεί ήσυχα στο χώρο του, βιασύνη να απαντήσει σε ερωτήματα πριν καν ολοκληρωθούν οι ερωτήσεις ή δυσκολία να περιμένει τη σειρά του σε ένα παιχνίδι. Γενικά το παιδί με αυτό τον τύπο ΔΕΠ/Υ δείχνει την εικόνα ενός παιδιού που είναι παρορμητικό.

Διαγνωστικά Κριτήρια

Σύμφωνα με το Διαγνωστικό Εγχειρίδιο του Αμερικανικού Συνδέσμου Ψυχιατρικής1 για να διαγνωσθεί ένα παιδί με ΔΕΠ/Υ πρέπει να τηρεί τον τύπο Α1 ή Α2 των ακόλουθων κριτηρίων:

Α) Έξι ή περισσότερα από τα ακόλουθα συμπτώματα ελλειμματικής προσοχής, τα οποία εμφανίζονται για διάστημα τουλάχιστον 6 μηνών, δεν είναι αναπτυξιακά αναμενόμενα από το παιδί και το καθιστούν δυσλειτουργικό στην καθημερινότητά του:

  1. Αποτυχία εστίασης προσοχής σε λεπτομέρειες ή κάνει λάθη απροσεξίας στις σχολικές του εργασίες ή άλλες δραστηριότητες.
  2. Δυσκολία διατήρησης προσοχής κατά τη διεξαγωγή δραστηριοτήτων.
  3. Φαίνεται ότι δεν ακούει όταν του απευθύνουν τον λόγο.
  4. Δεν ακολουθεί μέχρι τέλους τις οδηγίες και αδυνατεί να ολοκληρώσει τις εργασίες που του ανατίθενται.
  5. Δυσκολία να οργανώσει κάτι.
  6. Αποφεύγει να αναλάβει καθήκοντα που απαιτούν παρατεταμένη, πνευματική προσπάθεια.
  7. Χάνει αντικείμενα αναγκαία για την καθημερινότητά του.
  8. Διασπάται η προσοχή του από εξωτερικά ερεθίσματα.
  9. Ξεχνάει να κάνει τις δραστηριότητες και τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει.

Β) Έξι ή περισσότερα από τα ακόλουθα συμπτώματα υπερκινητικής-παρορμητικής συμπεριφοράς, τα οποία εμφανίζονται για διάστημα τουλάχιστον 6 μηνών, δεν είναι αναπτυξιακά αναμενόμενα από το παιδί και το καθιστούν δυσλειτουργικό στην καθημερινότητά του.

  1. Κουνά νευρικά τα άκρα του ή στριφογυρίζει στη θέση του.
  2. Σηκώνεται από τη θέση του σε καταστάσεις που δεν είναι αναμενόμενο.
  3. Έχει έντονη σωματική δραστηριότητα όταν κάτι τέτοιο δεν είναι αναμενόμενο.
  4. Δυσκολεύεται να παίξει ή να συμμετάσχει ήσυχα σε δραστηριότητες.
  5. Βρίσκεται σε μια διαρκή κίνηση.
  6. Μιλάει ακατάπαυστα.
  7. Απαντάει πριν ολοκληρωθεί η ερώτηση που πάει να του γίνει.
  8. Δυσκολεύεται να περιμένει τη σειρά του για μια δραστηριότητα.
  9. Διακόπτει και γίνεται ενοχλητικός στους άλλους

Τα συμπτώματα πρέπει να έχουν εμφανιστεί πριν το παιδί ολοκληρώσει τα επτά έτη, να είναι παρόντα σε τουλάχιστον δύο διαφορετικά περιβάλλοντα (π.χ. σχολείο, σπίτι), λόγω αυτών το παιδί να αντιμετωπίζει κλινικά σημαντικά προβλήματα στην κοινωνική του ζωή (σχολείο, σπίτι, εξωσχολικές δραστηριότητες κτλ) και τα όποια συμπτώματα να μην εξηγούνται καλύτερα με κάποια άλλη διάγνωση παρόμοιας συμπτωματολογίας.

Πως εξηγώ τη ΔΕΠ/Υ στο παιδί

Όπως συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις που πρέπει να εξηγήσουμε σε ένα παιδί κάτι που μας φαίνεται δυσνόητο ακόμη και για εμάς τους ίδιους, πριν η οικογένεια μιλήσει στο παιδί για τη ΔΕΠ/Υ, θα πρέπει να έχει φροντίσει να ενημερωθεί η ίδια πολύ καλά για το θέμα. Η οικογένεια θα πρέπει να κατανοήσει μέσα από την ενημέρωσή της από ειδικούς τι ακριβώς παρουσιάζει το παιδί, τι προβλήματα ενδέχεται να έχει στο μέλλον και πως θα μπορέσει να τα αντιμετωπίσει2 .

Από εκεί και πέρα η βασική συμβουλή είναι απλή: ειλικρίνεια. Οι γονείς δεν πρέπει να κρύψουν κάτι, ενδεχομένως πιστεύοντας ότι έτσι προστατεύουν το παιδί τους, γιατί αργά η γρήγορα το παιδί θα διαβάσει τις αντιδράσεις των γονιών και θα καταλάβει ότι «κάτι τρέχει», κάτι που θα έχει ως αποτέλεσμα να μπερδευτεί, ενώ εάν βλέπει ότι δεν τα καταφέρνει εκεί που άλλα παιδιά είναι καλύτερα από το ίδιο μπορεί να αναπτύξει αρνητική αυτοεικόνα, κάτι που θα βλάψει φυσικά την αυτοπεποίθησή του. Θυμηθείτε ότι ανάλογα με την ηλικία του παιδιού, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε λέξεις και εκφράσεις που μπορεί να κατανοήσει. Απαντάμε σύντομα, με ειλικρίνεια και χωρίς να αποκρύπτουμε κάτι, ενώ εάν δεν γνωρίζουμε να απαντήσουμε σε μια ενδεχόμενη απορία του, απλά του λέμε ότι δεν γνωρίζουμε, αλλά θα φροντίσουμε να μάθουμε και θα το ξανασυζητήσουμε μαζί του.

Είναι καλά οι γονείς να έρθουν σε συνεννόηση και με άλλα άτομα και φορείς με τα οποία έρχεται σε επαφή καθημερινά το παιδί (π.χ. σχολείο, φροντιστήριο, γυμναστήριο) ώστε αφενός να γίνουν σύμμαχοι των γονέων και αφετέρου να μην φέρουν το παιδί σε δύσκολη θέση λόγω της άγνοιάς τους. Με το να συζητήσουμε με τους άλλους φορείς εν γνώσει του παιδιού μας, περνάμε το μήνυμα ότι η ΔΕΠ/Υ δεν είναι ένα θέμα ταμπού, κάτι που θα μειώσει και την πίεση που ενδεχομένως μπορεί να δεχτεί το παιδί εάν το αναγκάσουμε να κουβαλάει ένα τέτοιο μυστικό.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν πρέπει να επιτρέψουμε στο παιδί να χρησιμοποιήσει τη ΔΕΠ/Υ ως δικαιολογία για να αποφεύγει εργασίες ή να μεταχειρίζεται άλλα άτομα. Γνωρίζοντας τα όρια και τις δυνατότητες του παιδιού μπορούμε να διαμορφώσουμε ένα εξατομικευμένο και σταθερό πρόγραμμα αμοιβών και ποινών, όπως ακριβώς θα κάναμε εάν το παιδί μας δεν παρουσίαζε συμπτώματα ΔΕΠ/Υ.

Διαχείριση μέσα στην οικογένεια

Για να διαχειριστούμε σωστά τη ΔΕΠ/Υ θα πρέπει να μην ξεχνάμε πως πρόκειται για μία απολύτως διαχειρίσιμη νευρολογική-συμπεριφορική διαταραχή. Δεν ήρθε το τέλος του κόσμου για το παιδί μας και η διαταραχή δεν λέει απολύτως τίποτε για τις νοητικές ικανότητες του παιδιού. Το παιδί μπορεί να συνεχίσει κανονικότατα το σχολείο του και να γίνει ένας πολύ επιτυχημένος επαγγελματίας, επιστήμονας ή ότι άλλο επιλέξει να ακολουθήσει. Οι ομαλές και στενές οικογενειακές σχέσεις που χαρακτηρίζονται από μια άνευ όρων αγάπη των μελών μεταξύ τους, βοηθούν τα παιδιά να ενισχύσουν την αυτοπεποίθησή τους. Ακόμη και αν το παιδί απογοητεύει σε κάποιες στιγμές τους γονείς, το γενικότερο μήνυμα που πρέπει να παίρνει είναι η αποδοχή της προσωπικότητάς του και η ενίσχυση των ικανοτήτων του. Εάν παίρνει την προσοχή που χρειάζεται μόνο όταν απογοητεύει τους γονείς, τότε θα μάθει ότι είναι «κακό παιδί» και ότι δεν αξίζει ως άτομο, κάτι που θα μειώσει σημαντικά την αυτοπεποίθησή του.

Όπως είπαμε και πιο πάνω, οι γονείς θα πρέπει να ενημερωθούν πλήρως για όλες τις πτυχές της ΔΕΠ/Υ και των συγκεκριμένων δυσκολιών που αναμένεται να αντιμετωπίσει το παιδί και να προσπαθήσουν με ειλικρίνεια να ενημερώσουν με τη σειρά τους το παιδί μια απλή και κατανοητή γλώσσα. Σε καμία περίπτωση η διαταραχή αυτή δεν πρέπει να μένει κρυμμένη κάτω από το χαλάκι και να γίνει θέμα ταμπού.

Το παιδί σταδιακά θα πρέπει να αρχίσει να αναπτύσσει ικανότητες αυτοδιαχείρισης της διαταραχής και αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από τη συνεργασία των γονέων και κρατώντας έναν ανοιχτό δίαυλο επικοινωνίας με το παιδί. Για να μπορέσει να αναπτύξει αυτές τις ικανότητες, είναι σημαντικό το παιδί να συμμετέχει ενεργά και με πλήρη γνώση των στόχων της θεραπευτικής παρέμβασης που του γίνεται και να μην είναι απλά ένας παθητικός δέκτης. Με τον τρόπο αυτό εκτός ότι μειώνεται το άγχος του παιδιού και τονώνεται η αυτοπεποίθησή του, ουσιαστικά πολλαπλασιάζονται οι πιθανότητες επιτυχούς παρέμβασης.

Ειδικά στην περίπτωση που το παιδί χρειάζεται κάποιου είδους φαρμακευτική αγωγή, οι γονείς θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στο πως θα συζητήσουν το θέμα της χορήγησης φαρμάκου. Το παιδί δεν πρέπει να πάρει το μήνυμα πως είναι ασθενής, αλλά ότι η φαρμακευτική αγωγή θα το βοηθήσει να ανταπεξέλθει καλύτερα στην καθημερινότητά του, όπως ακριβώς τα γυαλιά βοηθούν ένα μυωπικό παιδί να βλέπει καλύτερα στο σχολείο.

Όπως γίνεται κατανοητό, ένα παιδί με ΔΕΠ/Υ είναι λογικό να κάνει κάποια πράγματα διαφορετικά από τα άλλα παιδιά και να χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να ολοκληρώσει κάποιες δραστηριότητες. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει οι γονείς και οι δάσκαλοι να συγκρίνουν το παιδί με ΔΕΠ/Υ με τα άλλα παιδιά. Το παιδί πρέπει να έχει συγκεκριμένους και εξατομικευμένους στόχους που να μπορεί να φτάσει. Οι πολλαπλές υποχρεώσεις και η ύπαρξη πολύ υψηλών στόχων που πολύ πιθανόν να μην μπορέσει να φτάσει το παιδί, δημιουργούν κακή αυτοεικόνα στο παιδί και το οδηγούν στο να έχει χαμηλές προσδοκίες από τον εαυτό του.

Αντί να επικεντρωθούν οι γονείς στα αρνητικά συμπτώματα της ΔΕΠ/Υ, είναι πιο χρήσιμο να στηρίξουν το παιδί να συνεχίσει να αναπτύσσει όποιες ικανότητες έχει και να του υπενθυμίζουν (λεκτικά και μη λεκτικά) τα θετικά στοιχεία του. Η οικογένεια είναι η πιο σημαντική πηγή αυτοπεποίθησης για το παιδί και η αυτοπεποίθηση με τη σειρά της είναι ο καλύτερος σύμμαχος στην καθημερινότητα ενός παιδιού με ΔΕΠ/Υ. Οι γονείς αντί να επικεντρώνονται αποκλειστικά και μόνο στο να γίνει καλύτερο το παιδί στις δραστηριότητες που υστερεί (π.χ. γράψιμο έκθεσης), πρέπει να βοηθήσουν το παιδί να αναπτύξει άλλα ταλέντα στα οποία έχει κλίση (π.χ. ποδόσφαιρο). Όταν το παιδί αντιλαμβάνεται ότι αξίζει και ότι μπορεί να πετύχει πράγματα με την προσπάθειά του, η θετική αυτοεικόνα του μεταφέρεται και στην προσπάθεια που θα κάνει με τις δραστηριότητες που υστερεί.

Ολόκληρη η οικογένεια θα πρέπει να κατανοήσει ότι η ΔΕΠ/Υ είναι μια αντιμετωπίσιμη κατάσταση, για την οποία δεν ευθύνονται ούτε τα μέλη της, αλλά φυσικά ούτε και το παιδί. Είναι απλά μία μικρή επιπλέον δυσκολία που θα πρέπει να αντιμετωπίσουν όλοι μαζί μέσω ενός οργανωμένου σχεδίου το οποίο περιλαμβάνει το μοίρασμα ευθυνών στα μέλη (π.χ. ποιος είναι υπεύθυνος να μεταφέρει το παιδί στις συνεδρίες με παιδοψυχολόγο και ποιος για τη φαρμακευτική του αγωγή) αλλά και την ανάπτυξη συγκεκριμένων συμπεριφορών στην καθημερινότητα ώστε να στηριχθεί το παιδί με ΔΕΠ/Υ. Μπορεί να χρειαστεί να αλλάξουν οι τρόποι με τους οποίους γίνονταν κάποιες δραστηριότητες μέσα στην οικογένεια, αλλά αυτό είναι κάτι απολύτως θεμιτό και απαραίτητο για την σφαιρική αντιμετώπιση της διαταραχής.

Οι γονείς, ιδανικά με τη βοήθεια ενός ειδικού, μπορούν να δημιουργήσουν ένα συγκεκριμένο και σαφές πλαίσιο κανόνων συμπεριφοράς στο σπίτι (πως μιλάμε, πότε διαβάζουμε, τι ευθύνες έχουμε, πότε μπορούμε να δούμε τηλεόραση) οι οποίοι ακολουθούνται ανεξαιρέτως από όλα τα μέλη της οικογένειας και συνοδεύονται από τις αντίστοιχες επιβραβεύσεις ή επιπτώσεις ανάλογα με το εάν θα τηρηθούν ή όχι. Φυσικά οι κανόνες θα πρέπει να είναι σαφείς και να δημιουργηθούν μετά από συζήτηση με το παιδί και να ισχύουν και για τους γονείς, οι οποίοι θα πρέπει να δίνουν πρώτοι το καλό παράδειγμα.

Αντί οι γονείς να αφήνουν στο παιδί μια πληθώρα επιλογών, είναι πιο χρήσιμο να του δίνουν 2 ή 3 επιλογές βάσει των οποίων καλείται να πάρει την απόφασή του. Για παράδειγμα αντί να αφήσετε το παιδί σας ανεξέλεγκτο στο σουπερ μάρκετ να πάρει όποια λιχουδιά του αρέσει, περιορίστε το να επιλέξει μεταξύ 2 συγκεκριμένων επιλογών. Δεδομένου πως τα παιδιά με ΔΕΠ/Υ δυσκολεύονται να επεξεργαστούν πολλές πληροφορίες μαζί, είναι πάντοτε καλύτερα να μειώνουμε τον όγκο των συγκρίσεων που καλούνται να κάνουν.

Κρατήστε το πρόγραμμα της καθημερινότητας σταθερό, βάσει μιας συγκεκριμένης ρουτίνας. Η ώρα του ξυπνήματος, η διαδικασία του ντυσίματος, η ώρα της αναχώρησης προς το σχολείο, η ώρα του φαγητού κτλ πρέπει να είναι σταθερά και γνωστά στο παιδί. Με αυτόν τον τρόπο το παιδί ξέρει αυτόματα τι πρέπει να κάνει και διαχειρίζεται καλύτερα τον χρόνο του.

Το πιο σημαντικό είναι οι γονείς να δίνουν χρόνο έκφρασης στο παιδί τους. Εάν κρατήσουν μια συνεχή, άνευ όρων, επικοινωνία με το παιδί, αυτό θα εκφράσει τους τομείς στους οποίους δυσκολεύεται (π.χ. την ώρα της ανάγνωσης) αλλά και ενδεχομένως θα αναφέρει τι πιστεύει ότι θα το βοηθούσε (π.χ. περισσότερα διαλλείματα). Οι ανοιχτές συζητήσεις με όλη την οικογένεια ενθαρρύνουν την έκφραση του παιδιού, το καθιστούν υπεύθυνο για τις αποφάσεις του και το κάνουν πιο ανεξάρτητο.

Η οικογένεια δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αποθαρρυνθεί στην προσπάθειά της. Οι δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίσει με τη ΔΕΠ/Υ θα πρέπει να γίνουν η αφορμή για πιο συντονισμένη προσπάθεια και ανοιχτή επικοινωνία μεταξύ των μελών της. Όπως αναφέρθηκε πολλές φορές παραπάνω, η ΔΕΠ/Υ είναι μία απολύτως διαχειρίσημη γνωστική διαταραχή, αρκεί οι γονείς να δράσουν άμεσα μόλις δουν κάποιες πρώιμες ανησυχητικές ενδείξεις και είναι έτοιμοι να στηρίξουν το παιδί τους στην καθημερινότητά του.

Εισαγωγική Φωτογραφία

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. American Psychiatric Association, & American Psychiatric Association. (2000). Diagnostic and statistical manual of mental disorders: DSM-IV-TR (4th ed., text revision.). Washington, DC: American Psychiatric Association. []
  2. Ακρίβου, Ευαγγελία Α. (2012). ΔΕΠ/Υ : Διαταραχή ελλειμματικής προσοχής / υπερκινητικότητας: ένας οδηγός για γονείς – 1η έκδ. – Τρίκαλα: Λογείον []
11 Οκτ 2011

Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής / Υπερκινητικότητας: Βιολογία και Συμπεριφορά

Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής / Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) θεωρείται ως μία από τις πιο διαδεδομένες διαταραχές ανάμεσα στα παιδιά σχολικής ηλικίας. Υπολογίζεται πως ένα ποσοστό της τάξεως του 3% έως 5% των παιδιών κάτω των 12 ετών παρουσιάζει αυτή τη διαταραχή, με τα αγόρια να την εμφανίζουν 4 φορές συχνότερα σε σχέση με τα κορίτσια. Σύμφωνα με το Εγχειρίδιο του Αμερικάνικου Συνδέσμου Ψυχιατρικής1 τα διαγνωστικά κριτήρια της ΔΕΠΥ χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, το στην ελλειμματική προσοχή και την υπερκινητικότητα. Τα συμπτώματα της πρώτης κατηγορίας είναι προφανώς η μειωμένη προσοχή και η δυσκολία συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια ενός παιχνιδιού ή μίας σχολικής δραστηριότητας αλλά και η αίσθηση ότι το παιδί δεν προσέχει όταν του μιλάνε. Επίσης, το παιδί με ελλειμματική προσοχή δυσκολεύεται να ακολουθήσει σαφείς και ξεκάθαρες οδηγίες (οι οποίες εννοείται πως πρέπει να είναι ανάλογες της γνωστικής ανάπτυξής του), δεν μπορεί να οργανώσει δραστηριότητες, αποφεύγει να παίζει παιχνίδια ή να κάνει εργασίες που απαιτούν πιο πολύ χρόνο για να γίνουν, ενώ έχει και την τάση να χάνει συνεχώς πράγματα. Για το κομμάτι της Υπερκινητικότητας το ίδιο εγχειρίδιο αναφέρεται σε δύο κυρίως συμπτώματα 1)την δυσκολία του παιδιού να μείνει ήσυχο σε μία θέση: για παράδειγμα, σηκώνεται συνεχώς από τη θέση του, παίζει με τα δάχτυλά του και δεν μπορεί να απολαύσει ήσυχες δραστηριότητες που δεν απαιτούν έντονη σωματική δραστηριότητα) και 2)την έντονη παρορμητικότητα η οποία μπορεί να πάρει πολλές μορφές: διακόπτει τον συνομιλητή του, δεν περιμένει τη σειρά του για να παίξει, ενοχλεί συνεχώς τους άλλους κ.α.

Παρά την σχετικά μεγάλη συχνότητα της διαταραχής και τα πολυάριθμα διαγνωστικά εργαλεία που έχουν δημιουργηθεί για την έγκαιρη διάγνωσή της, τα βασικά αίτια που την προκαλούν παραμένουν άγνωστα. Σε γενικές γραμμές η έρευνα στον τομέα αυτό κατευθύνεται ταυτόχρονα προς και τους δύο βασικούς άξονες που χαρακτηρίζουν το σύνολο των γνωστικών και ψυχολογικών διαταραχών: το περιβάλλον και τη βιολογία. Αν και το περιβάλλον και ο τρόπος ανατροφής φαίνεται πως παίζουν ένα σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της διαταραχής, το τελευταίο διάστημα παρατηρείται ένα έντονο ενδιαφέρον για το βιολογικό υπόβαθρο της ΔΕΠΥ.

Χάρη στην εξέλιξη των εργαλείων νευροαπεικόνισης πλέον μπορούμε σχετικά εύκολα να εντοπίσουμε τις πιθανές διαφορές στον τρόπο λειτουργίας του νευρικού συστήματος μεταξύ ατόμων με ΔΕΠΥ και του κανονικού πληθυσμού. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 90 νευροψυχολογικές έρευνες υπογράμμισαν τον σημαντικό ρόλο του πρόσθιου λοβού και των βασικών γαγγλίων σε γνωστικές διεργασίες όπως η προσοχή και η εκτέλεση εντολών, όπως επίσης και την σχέση των περιοχών αυτών με τον έλεγχο της παρορμητικότητας. Για την ακρίβεια ήδη από τα μέσα του 18ου αιώνα υπήρχαν νευρολογικές ενδείξεις του ρόλου που παίζει ο πρόσθιος λοβός στην συμπεριφορά μας. Μία από τις πιο κλασσικές περιπτωσιακές μελέτες είναι αυτή του Φινέα Γκέιτζ. Ο Φινέας Γκέιτζ ήταν ένας εργάτης των σιδηροδρόμων ο οποίος είχε ένα πολύ σοβαρό ατύχημα στο κεφάλι, με αποτέλεσμα ο πρόσθιος αριστερός λοβός του να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη. Αυτό που παρατήρησαν οι νευρολόγοι της εποχής ήταν η πολύ ξαφνική αλλαγή στον χαρακτήρα του μετά το ατύχημα. Ενώ ήταν ένας ήρεμος και πολύ ευγενικός άντρας, ξαφνικά έγινε εγωιστής, απρόσεκτος, αθυρόστομος και υπερκινητικός. Η παρατήρηση ότι τα άτομα με ΔΕΠΥ παρουσιάζουν προβλήματα σε ένα σύνολο συμπεριφορών που σχετίζονται με την λειτουργία του πρόσθιου λοβού, είχε ως αποτέλεσμα η επιστημονική έρευνα να στραφεί προς τη μελέτη των πιθανών δυσλειτουργικών στην περιοχή αυτή. Και πράγματι, νευρολογικές έρευνες επιβεβαίωσαν πως ο πρόσθιος λοβός των παιδιών με ΔΕΠΥ έχει μικρότερο μέγεθος σε σχέση με τον μέσο πληθυσμό, ενώ παρατηρούνται ανωμαλίες και στο μέγεθος άλλων περιοχών του “βαθιού εγκεφάλου”2 , όπως είναι τα βασικά γάγγλια, ο κερκοφόρος πυρήνας και η ωχρά σφαίρα. Επιπλέον έχει βρεθεί πως ο μεταβολισμός των περιοχών αυτών, όπως και των περιοχών που σχετίζονται με την επεξεργασία κιναισθητικών δεδομένων (για παράδειγμα αριστερός κιναισθητικός φλοιός) είναι σημαντικά πιο αργός στα άτομα με ΔΕΠΥ, γεγονός που αποτελεί ένδειξη ότι οι περιοχές αυτές σε κάποιο βαθμό υπολειτουργούν.

Πέρα από το επίπεδο των εγκεφαλικών ανωμαλιών, η έρευνα έχει επεκταθεί και στο νευροχημικό πεδίο, καθώς ήδη από την δεκαετία του 80 είχαν αναπτυχθεί διάφορες θεωρίες γύρω από την ανάπτυξη της ΔΕΠΥ σύμφωνα με τις οποίες τα συμπτώματα οφείλονταν σε γενικότερες νευροχημικές ανισορροπίες του κεντρικού νευρικού συστήματος. Συγκεκριμένα, το ενδιαφέρον είχε επικεντρωθεί στα λεγόμενα μονοαμινεργικά συστήματα, στα οποία εμπλέκονται νευροδιαβιβαστές όπως η σεροτονίνη, η ντοπαμίνη και η νορεπινεφρίνη3 , κυρίως λόγω της πολύ πετυχημένης θεραπευτικής δράσης διεγερτικών φαρμάκων όπως η ουσία Ritalin η οποία στοχεύει στην εξισορρόπηση της λειτουργίας των συστημάτων αυτών. Αξίζει να σημειωθεί πως οι νευροδιαβιβαστές αυτοί υπάρχουν σε μεγάλες συγκεντρώσεις στα εγκεφαλικά κέντρα ελέγχου της συμπεριφοράς (π.χ. αυτό που ελέγχει τις ακούσιες/αυτόματες κινήσεις) αλλά και στα συστήματα που σχετίζονται με την αντίδραση στην επιβράβευση και την τιμωρία. Η υπόθεση αυτή φαινόταν πολύ σωστή και τεκμηριωμένη, όμως όταν τα ίδια φάρμακα δοκιμάστηκαν σε άτομα του γενικού πληθυσμού που δεν είχαν συμπτώματα ΔΕΠΥ φάνηκε πως η ίδια ουσία είχε ακριβώς τα ίδια συμπτώματα (μείωση της ενεργητικότητας και της παρορμητικότητας). Αυτά τα ευρήματα έδειξαν πως μπορεί μεν η επέμβαση στα μονοαμινεργικά κέντρα να μειώνει τα συμπτώματα, όμως δεν είναι αυτά η πραγματική αιτία που προκαλεί την ΔΕΠΥ4 . Παρά τα αντιφατικά συμπεράσματα στα οποία έφτανε πολλές φορές η επιστημονική κοινότητα, σταδιακά άρχισε να γίνεται όλο και πιο αποδεκτό πως η δυσλειτουργία τουλάχιστον κάποιων πιο συγκεκριμένων μονοαμινεργικών συστημάτων -κυρίως αυτά που σχετίζονται με την ντοπαμίνη και την νορεπινεφρίνη- προκαλεί την ΔΕΠΥ. Ακόμη και σήμερα η πιο διαδεδομένη φαρμακοθεραπεία για την ΔΕΠΥ είναι η χορήγηση διεγερτικών φαρμάκων με βάση την μεθηλφενιδάδη (Ritalin) και αμφεταμίνες. Αυτές οι ουσίες επεμβαίνουν στον κύκλο απελευθέρωσης ντοπαμίνης και νοναδρεναλίνης αυξάνοντας τη δραστηριότητα των συγκεκριμένων νευροδιαβιβαστικών κέντρων, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα την μείωση των συμπτωμάτων.

Βεβαίως ένα βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι εάν αυτή η υπολειτουργικότητα ή/και οι ανωμαλίες που παρατηρούνται στο κεντρικό νευρικό σύστημα ατόμων με ΔΕΠΥ προκαλούν τα συμπτώματα της διαταραχής ή είναι άμεσα/έμμεσα αποτελέσματά της. Ένας τρόπος να δοθεί κάποια απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι να μελετηθεί το περιβάλλον του παιδιού και να αναλυθεί κατά πόσο οι συγγενείς τους παρουσιάζουν ΔΕΠΥ ή άλλες σχετικές διαταραχές. Πράγματι, έρευνες στο περιβάλλον των παιδιών με ΔΕΠΥ έχουν δείξει ότι η διαταραχή εμφανίζεται πολύ συχνά στους βιολογικούς συγγενείς τους. Αυτό που είναι σημαντικό όμως είναι πως μελέτες με υιοθετημένα παιδιά έχουν δείξει πως όταν ένα παιδί χαρακτηρίζεται από υπερενεργητικότητα, τότε είναι πολύ πιθανό οι βιολογικοί συγγενείς του -όπως τα βιολογικά αδέρφια ή οι βιολογικοί γονείς του- να έχουν επίσης υψηλά ποσοστά υπερενεργητικότητας5 . Οι έρευνες με υιοθετημένα παιδιά είναι σημαντικές καθώς βασίζονται στην υπόθεση πως εάν ένα χαρακτηριστικό αναπτύσσεται περισσότερο βάσει βιολογικών παραγόντων και λιγότερο βάσει του περιβάλλοντος στο οποίο μεγαλώνει το κάθε άτομο, τότε οι βιολογικοί συγγενείς υιοθετημένων παιδιών θα παρουσιάζουν το χαρακτηριστικό αυτό πολύ πιο συχνά σε σχέση με τους μη-βιολογικούς συγγενείς.

Πέραν του ενδιαφέροντος για τις έρευνες με υιοθετημένα παιδιά, είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε πως υπάρχουν διάφορες έρευνες που αναφέρουν μια σειρά από διαφορετικά βιολογικά αίτια που οδηγούν στην ανάπτυξη ΔΕΠΥ. Υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις πως τα άτομα με ΔΕΠΥ συχνά έχουν ιστορικό λοιμώξεων, προγεννητικών (π.χ. χρήση ουσιών από τη μητέρα) και περιγεννητικών προβλημάτων (χαμηλό βάρος κατά τη γέννηση)6 . Για παράδειγμα, η κατάχρηση μεγάλων ποσοτήτων αλκοόλ από τη μητέρα έχει ως αποτέλεσμα το παιδί να γεννηθεί με μειωμένο βάρος, ενώ υπάρχει μεγάλο ρίσκο για εγκεφαλικές ανωμαλίες και βιολογικά προβλήματα τα οποία μπορεί να είναι γνωστικές διαταραχές (π.χ. ΔΕΠΥ) έως πολύ σοβαρές σωματικές ασθένειες (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια). Επιπλέον, υπάρχουν ενδείξεις πως ορισμένες εγκεφαλικές κακώσεις σε συγκεκριμένα σημεία του εγκεφάλου -συγκεκριμένα του πρόσθιου λοβού- είναι πιθανόν να προκαλέσουν τουλάχιστον ορισμένα από τα βασικά συμπτώματα της ΔΕΠΥ7 , όπως ακριβώς συνέβη και με την περίπτωση του Φινέα Γκέιτζ που παρουσιάσαμε λίγο πιο πάνω. Φυσικά αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει πως όλα τα παιδιά που υπέστησαν κάποιου είδους κρανιοεγκεφαλική κάκωση στον πρόσθιο λοβό θα αναπτύξουν απαραίτητα την διαταραχή.

Η σημαντικότητα όλων αυτών των ερευνών, από τόσες πολλές οπτικές γωνίες, είναι προφανής καθώς συνεισφέρουν σημαντικά στην κατανόηση των βαθύτερων αιτιών της διαταραχής και μπορούν να δείξουν τον δρόμο για την καλύτερη δυνατή πρόληψη της. Η πρόληψη είναι πάντοτε προτιμότερη από την αντιμετώπιση μιας διαταραχής, είτε αυτή είναι βιολογική, είτε ψυχολογική. Υπό το σκεπτικό αυτό η ανάπτυξη πολλών διαφορετικών εργαλείων για την έγκαιρη αντιμετώπιση της ΔΕΠΥ είναι κάτι παραπάνω από θεμιτή۬۬ είναι απαραίτητη. Όταν έχουν εμφανιστεί ήδη οι πρώτες ενδείξεις της διαταραχής (αποσπασμένη προσοχή, ανησυχία, παρορμητικότητα κ.α.) και έρθει το παιδί στον ειδικό λειτουργό ψυχικής υγείας μπορεί να είναι ήδη σχετικά αργά, καθώς δεν είναι λίγοι οι γονείς που καθυστερούν να αναγνωρίσουν τα σημάδια της ΔΕΠΥ, όχι φυσικά λόγω αδιαφορίας αλλά μάλλον λόγω απειρίας. Πολλά παιδιά, ιδιαίτερα της προσχολικής ηλικίας είναι φυσικά υπερκινητικά, φλύαρα και απρόσεκτα χωρίς αυτό να σημαίνει πως πάσχουν απαραίτητα από ΔΕΠΥ. Αυτό όμως ομολογουμένως κάνει πιο δύσκολο τον εντοπισμό των παιδιών που έχουν όντως αυτή την διαταραχή προσοχής. Μια βασική διαφορά των φυσιολογικά ανήσυχων παιδιών και των παιδιών με ΔΕΠΥ που είναι εντοπίζεται σχετικά εύκολα είναι η ηλικία έναρξης της απρόσεκτης και επικίνδυνης συμπεριφοράς. Τα παιδιά με την διαταραχή εμφανίζονται υπερδραστήρια ήδη από πολύ μικρές ηλικίες. Για παράδειγμα, έχει αναφερθεί πως ήδη από την ηλικία του 1,5 έτους τα παιδιά αυτά εμφανίζουν ενδείξεις υπερκινητικότητας ακόμη και στον ύπνο τους8 . Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε πως η αντίληψη που επικρατεί ότι η ΔΕΠΥ εμφανίζεται στα μικρά παιδιά και εξαφανίζεται όταν αυτά μεγαλώσουν είναι λανθασμένη. Σύμφωνα με μακροχρόνιες έρευνες στον χώρο φαίνεται πως τα παιδιά που παρουσίασαν συμπτώματα ΔΕΠΥ, συνέχισαν να τα εμφανίζουν ακόμη και κατά την περίοδο της εφηβικής ηλικίας σε ένα ποσοστό της τάξεως του 50-70%9 . Όπως συμβαίνει με τις σωματικές ασθένειες, και εδώ ισχύει το βασικό “αξίωμα” πως όσο το νωρίτερα γίνει η διάγνωση τόσο το καλύτερο για όλους.

]]>

Πηγές / Διαβάστε περισσότερα

  1. American Psychiatric Association: Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, Fourth Edition, Text Revision. Washington, DC, American Psychiatric Association, 2000. []
  2. Castellanos, F.X., Giedd, J.M., Marsh, W.L., et al. (1996). Quantitative brain magnetic resonance imaging in ADHD. Archives of General Psychiatry, 53, 607-616. []
  3. Shaywitz, B. A. et al.. (1983). Attention deficit disorder: Quantitative analysis of CT. Neurology, 33, 1500-1503 []
  4. Rapoport, J. L. et al. (1974). Minor physical anomalies and plasma dopamine-beta-hydroxylasc activity in hyperactive boys. American Journal of Psychiatry, 131, 386-390 []
  5. Sprich, S. et al. (2000). Adoptive and Biological Families of Children and Adolescents With ADHD. Child and Adolescent Psychiatry. 39(11), 1432-1437. []
  6. Knopik, V. et al.  (2005). Contributions of parental alcoholism, prenatal substance exposure, and genetic transmission to child ADHD risk: a female twin study. Psychological Medicine, 35, 625-635 []
  7. Heilman, K. M., & Valenstein, E. (1979). Clinical neuropsychology. New York: Oxford, University Press. []
  8. Davison, G.C. & Neale, J.M. (1993). Abnormal Psychology. USA: John Wiley & Sons Inc []
  9. Mannuzza, S.  et al. (1991). Hyperactive boys almost grown up: 5. Replication of psychiatric status. Archives of General Psychiatry, 48, 77-83 []
04 Αυγ 2010

Μικρά και Ενδιαφέροντα #15

  • To Mouse Trap πήρε συνέντευξη από τον Δρ. Thomas Armstrong, συγγραφέα του βιβλίου «Neurodiversity: Discovering the Extraordinary Gifts of Autism, ADHD, Dyslexia, and Other Brain Differences«. Σε έναν κόσμο που τουλάχιστον οι μισοί από εμάς θα αναπτύξουμε κάποιου είδους ψυχική διαταραχή σε κάποια φάση της ζωής μας, είναι σημαντικό να έρθουμε σε επαφή όχι μόνο με τις δυσλειτουργίες των ψυχικά πασχόντων, αλλά και με τις θετικές ιδιαιτερότητες που μπορεί να συνοδεύουν μια ψυχική διαταραχή. [Mouse Trap]
  • Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα, τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται (τουλάχιστον στις ΗΠΑ) για τον έλεγχο της προκατάληψης διάφορων ψυχομετρικών δοκιμασιών φαίνεται πως είναι και τα ίδια… προκατειλημμένα! Φάνηκε πως -ανάλογα με την δοκιμασία- τελικά ευνοούν συμμετέχοντες από συγκεκριμένη εθνότητα ή φύλο. [Medical News Today]
  • Ερευνητές του Πανεπιστημίου Νότινγκχαμ διεξήγαγαν μια μεγάλη έρευνα πάνω στη σχέση ψυχολογικής κατάστασης και σωματικής ανάρρωσης κατά τη διάρκεια σοβαρών ασθενειών (συγκεκριμένα διαβήτη). Αυτό που βρήκαν είναι ότι στους ασθενείς με θετική ψυχολογία οι σωματικές πληγές τείνουν να κλείνουν πιο γρήγορα. Αντίθετα, στους ασθενείς με αρνητική ψυχολογία, οι πληγές όχι μόνο δεν κλείνουν, αλλά χειροτερεύουν. Άλλη μια απόδειξη για τις ευεργετικές συνέπειες της καλής ψυχικής υγείας. [Medical News Today]
  • Ψυχο… ιστορικά

    Σαν σήμερα, στις 4 Αυγούστου 1861, στο Λονδίνο, γεννήθηκε ο Henry Head. Ο Head ήταν ένας από τους πρωτεργάτες νευρολόγους, ο οποίος μεταξύ άλλων ανακάλυψε πως τα περιφερειακά νεύρα (peripheral nerves) έχουν την δυνατότητα να αναπτύσσονται εκ νέου μετά από τραυματισμό. Μάλιστα, για να το αποδείξει αυτό, δεν δίστασε να κόψει δύο κινητικά νεύρα από το δικό του χέρι! Γενικά η δουλειά του εστίασε στην λειτουργία των κινητικών νευρώνων και στις διασυνδέσεις τους με τον εγκέφαλο και την παρεγκεφαλίδα. Πέρα από νευρολόγος όμως ο Head υπήρξε και συγγραφέας, αλλά και… ποιητής! Πέθανε τον Οκτώβριο του 1940.

    Φωτογραφία: Henry Head, Wikipedia

    ]]>

    14 Ιαν 2008

    Πως είναι να ζεις με το ADHD

    < ![CDATA[Το Σύνδρομο Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ADHD) είναι ίσως ένα από τα πιο γνωστά σύνδρομα ψυχιατρικής φύσεως, το οποίο έχει απασχολήσει έντονα τους ειδικούς ερευνητές, έχει γίνει η αφορμή να γραφτούν ολόκληρα βιβλία με συμβουλές προς γονείς που τα παιδιά τους διαγιγνώσκονται με ADHD, αλλά και είναι αντικείμενο διαμάχης μιας και πολλοί είναι εκείνοι που αμφισβητούν ακόμη και την ύπαρξή του.
    Στο post αυτό δεν θα παρουσιάσουμε το κλινικό προφίλ των ατόμων που έχουν το σύνδρομο αυτό, ούτε θα μιλήσουμε για τα αίτια που το προκαλούν. Αντίθετα, θα σταθούμε στην εικόνα των ατόμων αυτών και στην καθημερινότητά τους, προσπαθώντας να δούμε πως βιώνουν το σύνδρομο, τι προβλήματα τους δημιουργεί στην καθημερινότητά τους, αλλά και ποιες είναι οι ικανότητες των ατόμων με ADHD.
    Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια μετάφραση των κυριότερων σημείων του άρθρου του Edward Hallowell με τίτλο «Πως είναι να έχεις ADD;»
    Περισσότερα